Για οικόσημα βλέπε εδώ…
E
–Ελευθεράκης: Η
οικογένεια Ελευθεράκη αποτελεί μία από τις οικογένειες των Μικρασιατών
προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στη Νάουσα της Πάρου μετά τη Μικρασιατική
Καταστροφή του 1922. Η καταγωγή της ήταν από την Κάτω Παναγιά της
Ερυθραίας, μια ακμάζουσα ελληνική κωμόπολη απέναντι από τη Χίο, της οποίας οι
κάτοικοι διακρίνονταν για τη ναυτοσύνη, τη γεωργία και το εμπόριό τους. Μετά
τον ξεριζωμό του 1922, πολλοί πρόσφυγες από την περιοχή αυτή βρήκαν καταφύγιο
στα νησιά του Αιγαίου, μεταξύ αυτών και στην Πάρο, όπου δημιούργησαν μια νέα
ζωή.
Στα Δημοτολόγια της Νάουσας καταγράφεται ο Ιωάννης Ελευθεράκης
του Ελευθερίου, γεννημένος το 1879 στην Κάτω Παναγιά, ο οποίος εργαζόταν ως
εργάτης. Σύζυγός του ήταν η Γαρυφαλλιά Ελευθεράκη, επίσης γεννημένη το
1879 στην Κάτω Παναγιά. Μαζί με τα παιδιά τους εγκαταστάθηκαν στη Νάουσα,
αποτελώντας μέρος του προσφυγικού κύματος που άλλαξε τη δημογραφική και
κοινωνική φυσιογνωμία του χωριού.
Από τα παιδιά τους είναι γνωστός ο Γεώργιος Ελευθεράκης,
γεννημένος το 1907 στην Κάτω Παναγιά, ο οποίος ακολούθησε το επάγγελμα του
ναυτικού, συνεχίζοντας τη μακραίωνη ναυτική παράδοση της ιδιαίτερης πατρίδας
του. Αναφέρεται επίσης η Ευτυχία Ελευθεράκη, γεννημένη το 1908 στην Κάτω
Παναγιά.
Η παρουσία της οικογένειας Ελευθεράκη αποτελεί ένα ακόμη τεκμήριο
της εγκατάστασης των Μικρασιατών προσφύγων στην Πάρο μετά το 1922. Όπως και
πολλές άλλες προσφυγικές οικογένειες, οι Ελευθεράκηδες ενσωματώθηκαν στη ζωή
της Νάουσας, συμβάλλοντας με την εργασία, τη ναυτοσύνη και την παρουσία τους
στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του τόπου, ενώ παράλληλα διατήρησαν
ζωντανή τη μνήμη της χαμένης πατρίδας τους.
–1922. Εγγεγραμμένοι στα Δημοτολόγια Ναούσης οι: Ελευθεράκης
Ιωάννης του Ελευθερίου. Εργάτης από την Κάτω Παναγιά. Έτος γέννησης 1879.
Σύζυγός του η Ελευθεράκη Γαρυφαλλιά, οικιακά από την Κάτω Παναγιά, έτος
γέννησης 1879. Τα τέκνα τους Ελευθεράκης Γεώργιος του Ιωάννη, ναυτικός, ετος
γέννησης 1907 στην Κάτω Παναγιά και Ελευθεράκη Ευτυχία του Ιωάννη, οικιακά,
έτος γέννησης 1908 στην Κάτω Παναγιά.
–Ελευθερίου: Το επώνυμο Ελευθερίου απαντά στην Πάρο
ήδη από τα πρώτα χρόνια του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και φαίνεται να
συνδέεται με παλαιές παριανές οικογένειες, των οποίων μέλη δραστηριοποιήθηκαν
τόσο στο νησί όσο και στα σημαντικά αστικά και βιομηχανικά κέντρα της εποχής.
Οι διαθέσιες πηγές μαρτυρούν την παρουσία τους στην εκπαίδευση, την ξυλουργική,
τη ναυτιλία και τη μετανάστευση προς τη Σύρο, το Λαύριο και τον Πειραιά,
ακολουθώντας τη γενικότερη πορεία πολλών Παριανών του 19ου αιώνα.
Η πρώτη γνωστή αναφορά εντοπίζεται στις 28 Απριλίου 1833,
όταν σε κατάλογο των μαθητών της Ελληνοδιδακτικής Σχολής της Παροικίας
καταγράφεται ο Μ. Ελευθερίου. Η εγγραφή αυτή αποτελεί ένδειξη ότι η
οικογένεια ήταν ήδη εγκατεστημένη στην Πάρο στα πρώτα χρόνια μετά την
Επανάσταση, ενώ παράλληλα αποτυπώνει τη σημασία που απέδιδαν οι Παριανοί στην
εκπαίδευση των παιδιών τους.
Κατά τον 19ο αιώνα αρκετοί Παριανοί αναζητούσαν εργασία εκτός του
νησιού. Έτσι, στα δημοτολόγια της Ερμούπολης καταγράφεται το 1873 ο Νικόλαος
Διαμαντή Ελευθερίου, 27 ετών, ξυλουργός και άγαμος, ο οποίος έδωσε τον
προβλεπόμενο όρκο στις 30 Μαρτίου του ίδιου έτους. Η παρουσία του στη Σύρο δεν
προκαλεί έκπληξη, καθώς η Ερμούπολη αποτελούσε τότε το σημαντικότερο εμπορικό,
ναυτιλιακό και βιομηχανικό κέντρο του Αιγαίου, προσελκύοντας τεχνίτες και
επαγγελματίες από όλα τα Κυκλαδονήσια.
Η κινητικότητα των μελών της οικογένειας συνεχίζεται και στα τέλη
του αιώνα. Το 1898 καταγράφεται στον πίνακα του Συνδέσμου των εν
Λαυρίω, Αθήναις, Περιχώροις και Πειραιεί Παρίων ο Ιωάννης Θ. Ελευθερίου,
γεγονός που αποδεικνύει ότι μέλη της οικογένειας συμμετείχαν στα σωματεία και
τις οργανώσεις των Παριανών της διασποράς, διατηρώντας στενούς δεσμούς με την
ιδιαίτερη πατρίδα τους.
Μία ακόμη αναφορά προέρχεται από το 1914, όταν ο Γεώργιος
Καλαματιανός, 31 ετών, ναυτικός από την Πάρο, τέλεσε τον γάμο του στην
Ερμούπολη με τη Μαρία Βαρουχάκη από την Κρήτη. Στη ληξιαρχική πράξη
αναφέρεται ότι μητέρα του ήταν η Τριανταφυλλιά Ελευθερίου, κάτοικος
Πάρου, στοιχείο που επιβεβαιώνει τη συνέχιση της παρουσίας του επωνύμου στο
νησί και τους συγγενικούς δεσμούς της οικογένειας με άλλες γνωστές παριανές
οικογένειες.
Οι έως σήμερα γνωστές πηγές δείχνουν ότι η οικογένεια Ελευθερίου
υπήρξε μέρος της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της Πάρου από τις αρχές του
19ου αιώνα. Τα μέλη της συνδέθηκαν με την εκπαίδευση, την ξυλουργική, τη
ναυτιλία και τη μετανάστευση προς τα αναπτυσσόμενα αστικά κέντρα, ακολουθώντας
τη χαρακτηριστική πορεία πολλών Παριανών που αναζήτησαν καλύτερες
επαγγελματικές προοπτικές, χωρίς να αποκόψουν τους δεσμούς τους με το νησί.
–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια
Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο
Μ. Ελευθερίου.
–1873. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι
εγγεγραμμένος ο παριανός 27χρονος ξυλουργός Νικόλαος Διαμ. Ελευθερίου, άγαμος.
Έδωσε όρκο στις 30 Μαρτίου 1873.
–1898. Πίναξ του Συνδέσμου των εν Λαυρίω, Αθήναις περιχώροις και
Πειραιει ΠΑΡΙΩΝ, εμφαίνων ονοματεπώνυμων μελών της Περιόδου 1ης Ιουνίου 1898 ο
Ελευθερίου Θ. Ιωάννης.
–1914. Στις 2 Οκτωβρίου 1914 ο 31χρονος
ναυτικός από την Πάρο Γεώργιος Καλαματιανός του Σταύρου [κηπουρός] και της
Τριανταφυλλιάς Ελευθερίου [κάτοικοι Πάρου] παντρεύεται στην Ερμούπολη την
19χρονη από την Κρήτη Μαρία Βαρουχάκη, του Γεωργίου [υποδηματοποιός], και της
Καλλιόπης Καστελλάκη.
–Επιτροπάκης: Η οικογένεια Επιτροπάκη συγκαταλέγεται
στις μικρασιατικές οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στην Πάρο μετά τη
Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Η καταγωγή της ήταν από τα Αλάτσατα της
Ερυθραίας, κοντά στον Τσεσμέ (Κρήνη), μια ιστορική ελληνική κωμόπολη που
δημιουργήθηκε κατά τον 17ο αιώνα κυρίως από Κρήτες, Κυκλαδίτες και Ευβοιώτες
εποίκους. Έτσι, οι κάτοικοί της διατηρούσαν στενούς δεσμούς με τα νησιά του
Αιγαίου, γεγονός που εξηγεί γιατί αρκετοί από αυτούς βρήκαν νέο τόπο
εγκατάστασης στις Κυκλάδες μετά τον ξεριζωμό.
Το επώνυμο Επιτροπάκης είναι επαγγελματικό παρωνύμιο και
πιθανότατα προέρχεται από τον «επίτροπο», δηλαδή το πρόσωπο που είχε την ευθύνη
διαχείρισης εκκλησιαστικής ή κοινοτικής περιουσίας, ιδιότητα ιδιαίτερα
διαδεδομένη στις ελληνικές κοινότητες της Μικράς Ασίας.
Στην Πάρο, οι οικογένειες των προσφύγων στεγάστηκαν αρχικά
προσωρινά, έως ότου αποφασιστεί η δημιουργία οργανωμένου συνοικισμού. Σύμφωνα
με την τοπική παράδοση, καθοριστική υπήρξε η παρέμβαση του Δελαγραμμάτη
Ναυπλιώτη, ο οποίος πρότεινε να παραχωρηθεί στους πρόσφυγες γη της Εκατονταπυλιανής,
απέναντι από το σημερινό άλσος της Παροικιάς. Εκεί δημιουργήθηκε ο γνωστός
προσφυγικός συνοικισμός, όπου εγκαταστάθηκαν δεκάδες οικογένειες από τη Μικρά
Ασία, ανάμεσά τους και οι Επιτροπάκηδες. Τα μικρά δίδυμα σπίτια που
ανεγέρθηκαν αποτέλεσαν για χρόνια το νέο τους σπίτι και σύμβολο της προσπάθειας
να ξαναχτίσουν τη ζωή τους.
Ανάμεσα στους πρώτους κατοίκους του συνοικισμού αναφέρεται ο Γιαννακός
Επιτροπάκης με τη σύζυγό του Ουρανία, ενώ μεταγενέστερες εκλογικές
καταστάσεις αποδεικνύουν ότι η οικογένεια απέκτησε ισχυρή παρουσία στην
Παροικιά. Στον εκλογικό κατάλογο του 1946 καταγράφονται οι Γεώργιος, Δημήτριος,
Κωνσταντίνος και Στυλιανός Επιτροπάκης, οι οποίοι εργάζονταν ως
αλιείς, ναυτικοί και εργάτες, επαγγέλματα που χαρακτήριζαν μεγάλο μέρος των
Μικρασιατών προσφύγων της Πάρου.
Ξεχωριστή θέση στις οικογενειακές μαρτυρίες κατέχει η Δέσποινα
Επιτροπάκη, γεννημένη το 1909. Η ίδια διηγούνταν ότι κατά τη φυγή της
οικογένειάς της από τη Μικρά Ασία οι γονείς της την έκρυψαν μέσα σε ένα βαρέλι
για να σωθεί από τις σφαγές και τον πανικό της καταστροφής. Η συγκλονιστική
αυτή ανάμνηση διασώθηκε ως οικογενειακή παράδοση και αποτελεί χαρακτηριστική
μαρτυρία των δραματικών στιγμών που βίωσαν οι πρόσφυγες του 1922.
Ο πατέρας της Δέσποινας υπήρξε ιδιαίτερα γνωστός στην προπολεμική
Πάρο ως δεξιοτέχνης μουσικός. Έπαιζε σαντούρι και συμμετείχε στα παριανά
γλέντια, συμβάλλοντας στη διατήρηση και τη μετάδοση της μικρασιατικής μουσικής
παράδοσης, η οποία εμπλούτισε σημαντικά τη λαϊκή μουσική ζωή του νησιού.
Οι παλαιότερες καταγραφές της οικογένειας αναφέρουν την Ξανθίππη
Επιτροπάκη, γεννημένη το 1890, καθώς και τη Δέσποινα Επιτροπάκη,
γεννημένη το 1909, ενώ μεταγενέστερα εμφανίζονται η Μαρία Επιτροπάκη
(γεν. 1902), η Ουρανία Επιτροπάκη και αρκετά ακόμη μέλη της οικογένειας
στους εκλογικούς καταλόγους της Παροικιάς. Η παρουσία του επωνύμου συνεχίζεται
και στις νεότερες γενιές, όπως μαρτυρεί η σχολική φωτογραφία του 1974, όπου
απεικονίζεται η Ειρήνη Επιτροπάκη.
Η ιστορία της οικογένειας Επιτροπάκη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη
μεγάλη προσφυγική εγκατάσταση του 1922 στην Πάρο. Με την εργατικότητα, τη
ναυτική και αλιευτική τους δραστηριότητα, αλλά και με τη μουσική τους παράδοση,
οι Επιτροπάκηδες συνέβαλαν ουσιαστικά στην κοινωνική και πολιτιστική ζωή της
Παροικιάς, αποτελώντας χαρακτηριστικό παράδειγμα της επιτυχημένης ενσωμάτωσης
των Μικρασιατών προσφύγων στο νησί, χωρίς ποτέ να λησμονήσουν την πατρίδα που
άφησαν πίσω τους.
–1890. Το 1890 γεννιέται η Επιτροπάκη
Ξανθίππη του Δημητρίου κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–1902. Επιτροπάκη Μαρία, όνομα συζύγου: Γεώργιος, Κύριο όνομα και επώνυμο
πατρός: Γ. Δελφής. Έτος γέννησης: 1902. Επάγγελμα: οικοκυρά.
–1909. Το 1909 γεννιέται η Επιτροπάκη
Δέσποινα του Δημητρίου κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
Η Δέσποινα Επιτροπάκη είχε έλθει με τον
πατέρα της και την μητέρα της την κυρά Ξανθίππη από το Αϊβαλί (Τσεσμέ).
Θυμόταν, κοπελίτσα ότι την είχαν κρύψει σε ένα βαρέλι για να την διασώσουν. Ο
πατέρας της ήταν ο οργανοπαίκτης στα παριανά γλέντια της παλιάς προπολεμικής
εποχής. Έπαιζε το σαντούρι.
–1922. Τα προσφυγικά στην Παροικιά
Προτού να γίνει το Κέντρο Υγείας και προτού
ανοιχτεί ο δρόμος προς Νάουσα το 1937, υπήρχε μια μεγάλη χωράφα από το σημερινό
Κ.Υ. και έφτανε μέχρι το ποτάμι στην
διασταύρωση του περιφερειακού όπου είχε τότε μέσα του ρωμαϊκούς τάφους που
έχουμε τώρα στο μουσείο μπροστά.
Το 1926 ο Δελαγραμμάτη Ναυπλιώτης ο οποίος ήταν
ενεργό στοιχείο της Παροικίας περνούσε κάποτε με το μπαστούνι του κάτω από την
κοινότητα, η κοινότητα τότε ήταν απέναντι από το σπίτι του Βάλληνδρα, πίσω από
το ΚΑΠΗ, και ήταν μαζεμένοι οι πρόσφυγες. Οι Παριανοί δεν τους είχαν δει με
καλό μάτι, ήταν λοιπόν μαζεμένοι εκεί, σταμάτησε ο αείμνηστος Ναυπλιώτης και
τους λέει, «τι κάνετε ρε παιδιά εδώ?» και του λένε «Κύριε Ντελαγραμμάτη,
είμαστε εδώ μια βδομάδα και ο πρόεδρος μαζί με τα μέλη σκέπτονται να δούνε που
να κάνουνε τον προσφυγικό συνοικισμό, στα Κακάπετρα ή στα Λιβάδια» τότε ο
Ναυπλιώτης πήρε τρείς από τους πρόσφυγες, ένας εξ αυτών ο Κουτσουράκης ο οποίος
αναφέρει το γεγονός, μπαίνουν στην κοινότητα όπου πρόεδρος της κοινότητας τότε
ήταν ο καπετάνιος Μιχάλης Ζησιμόπουλος και ρωτάει τον Ναυπλιώτη… «Καλώς τον
Ντελαγραμμάτη, ποιος καλός καιρός σε έφερε κατά δω?» και του απαντάει ο
Ναυπλιώτης «Δεν με έφερε καπτάν Μιχάλη κανένας καλός καιρός, με έφερε η
αγανάκτηση να βλέπω τους πρόσφυγες τα αδέρφια μας, τους κατατρεγμένους από τη
Μικρά Ασία να περιμένουν από κάτω πότε θα αποφασίσετε εσείς που θα κτιστεί ο
προσφυγικός συνοικισμός». Εσύ που μας λες Ντελαγραμμάτη? στα Κακάπετρα ή στα
Λιβάδια?, ρώτησε ο καπτάν Μιχάλης. Ούτε στο ένα ούτε στο άλλο, να τους βάλετε
στην χωράφα της Εκατονταπυλιανής να τους έχω και γείτονες, του απάντησε ο
Ναυπλιώτης.
Ο Δελλαγραμμάτης Ναυπλιώτης φιλάνθρωπος και ελεήμων
και παρότι είχε μεγάλη οικογένεια πάντα προσπαθούσε να βοηθήσει τους πρόσφυγες.
Όταν πέθανε το 1939 σε ηλικία 49 ετών οι πρόσφυγες ήρθαν πρώτοι για να σταθούν
δίπλα στην χήρα Ναυπλιώτενα.
Τα σπίτια ήταν δίδυμα. Αν ήταν από τρία άτομα και
πάνω παίρνανε ένα σπίτι που είχε χολ, κουζίνα και σάλα.
Τα τρία πρώτα ήταν για πολυμελή οικογένεια και
υπόλοιπα τρία για μονομελη οικογένεια, μονόχωρο με το τζάκι κάτω στο δάπεδο και
όχι όπως τα παριανά που ήταν στον τοίχο και εκεί μαγείρευαν. Και, 7ο και 8ο
πολυμελές. Σύνολο 16 οικογένειες.
Οι οικογένειες ήταν: στο 1ο σπίτι ο Χατζής (γιατί
είχε πάει στα Ιεροσόλυμα) Πανάς Βεργούλης (το όνομα) σύζυγος Δέσποινα. Στο 2ο
σπίτι διέμενε ο Κωνσταντίνος Κλαδάκης, σύζυγος Ελένη. Το 3ο σπίτι ήταν η
οικογένεια του Απόστολου Λαγού, σύζυγος Κλεονίκη. Η μία κόρη του η Μαριώ
παντρεύτηκε κι έμεινε στη Νάουσα. Το 4ο σπίτι του Ιωάννη Λαγού σύζυγος
Δέσποινα, το επόμενο ήταν του Καπλάνη γνωστό ως σπίτι της Καπλάνενας και δίπλα
του ο Κωνσταντίνος Καραντζάς. Στο επόμενο ο Ναουσαίος Βαγγέλης Αιγινήτης,
σύζυγός του η Μικρασιάτισσα Ευθυμία, το από δίπλα ήτανε του Δημητρίου Κυπραίου
σύζυγος Διαμαντώ Βαζουράκη* και οι δύο Μικρασιάτες, απέναντι διέμεναν ο
Γιαννακός Επιτροπάκης σύζυγος Ουρανία
και πίσω ήταν το σπίτι του Νικόλαου Κουτσουράκη σύζυγος Ρηνιώ. Πάρα δίπλα ήταν
ένα άλλο το οποίο ήταν του Στυλιανού Κρητικού σύζυγος Δέσποινα και δίπλα τους
ένα σπίτι χωρισμένο στα δύο από δυο αδέρφια. Στο πρώτο διέμενε ο Φώτης
Βαζουράκης* με την σύζυγό του Φώτω το γένος Ι. Κουτσομήτρου και στο δίπλα ο
Στέλιος ο Βαζουράκης με την σύζυγό του Ελένη το γένος Νικ. Κατζαμπά. Στα πιο
κάτω σπίτια ήταν οι οικογένειες του Μανώλη Χαραλάμπους σύζυγος Δέσποινα
Βαζουράκη και στο άλλο ήτανε ο Σεραφείμ Ταλόγλου σύζυγος Βασιλεία το γένος
Μουτάφη η οποία έχει μείνει στην ιστορία για την φράση της «φύγαμε και αφήσαμε
την λάμπα αναμμένη…». Από κάτω ήταν τα σπίτια της χήρας Βασιλικώς Καλαϊντζή και
δίπλα από πίσω ήταν η χήρα Τριανταφυλλιώ η οποία έκανε και μάγια. Πέθανε στο
κρεβάτι σκουληκιασμένη. Και τέλος, άλλα δύο μονόχωρα σπίτια, στο ένα έμενε ο
Δημητρώς Καλαϊντζής με την σύζυγό μου Αγγελικώ και στο από πίσω ο Κωνσταντίνος
Κουτσουράκης σύζυγος Μακρίνα.
Όλοι σκεπαστήκανε εκεί κι έτσι έμεινε γνωστό σήμερα
ως ο προσφυγικός συνοικισμός.
Πολλοί από τους παραπάνω πήγαν πρώτα στη Νάουσα και
στην συνέχεια έμειναν στον συνοικισμό.
Ήταν από όλη την Μικρά Ασία. Η Δέσποινα Ιωάννου
Λαγού ήταν από την Έφεσο όπως και η Φώτω Βαζουράκη. Από το Μπουντρούμ, την
αρχαία Αλικαρνασσό ήταν τα αδέρφια Λαγού.
*Το πραγματικό επώνυμο των Βαζουράκη ήταν
Μπαζιουρούκη. Η οικογένεια άλλαξε το επώνυμό της στην Πάρο για απλούστευση,
δεδομένου ότι οι Παριανοί το μπέρδευαν και το πρόφεραν λάθος.
–1946. Στο εκλογικό
κατάλογο Παροικιάς του 1946 υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι Επιτροπάκης Γεώργιος του
Κωνσταντίνου (γεν. 1893) αλιεύς, ο Επιτροπάκης Δημήτριος του Αναστασίου (γεν.
1905) εργάτης, ο Επιτροπάκης Κωνσταντίνος του Ιωάννη (γεν. 1914) εργατικός, ο
Επιτροπάκης Γεώργιος του Ιωάννη (γεν. 1917) ναυτικός, ο Επιτροπάκης Στυλιανός
του Ιωάννη (γεν. 1920) και ο Επιτροπάκης Κωνσταντίνος του Γεωργίου (γεν. 1921)
εργατικός κάτοικοι Παροκιάς.
–1950. Στον εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Παροικιάς στις 17 Μαΐου 1950 είναι εγγεγραμμένη η
Επιτροπάκη Μαρία (γεν. 1902), όνομα συζύγου Γεώργιος, όνομα πατρός Γ. Δελφής.
–1953. Στο εκλογικό κατάλογο
Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Επιτροπάκη Ουρανία, όνομα συζύγου
Ιωάννης, όνομα πατρός Ι. Μακαρώνας.
–1974. Σε
ομαδική σχολική φωτογράφιση της Α’ Τάξης του Γυμνασίου Πάρου το 1974,
απεικονίζεται η Ειρήνη Επιτροπάκη.
–Επιφανιάδης: Το επώνυμο Επιφανιάδης
δεν φαίνεται να συνδέεται με μόνιμη οικογένεια εγκατεστημένη στην Πάρο, αλλά με
μία εξέχουσα προσωπικότητα των ελληνικών γραμμάτων που άφησε σημαντικό
αποτύπωμα στην εκπαιδευτική ιστορία του νησιού.
Πρόκειται για τον Δανιήλ Επιφανιάδη (1802–1887), καταγόμενο
από τη Σκιάθο, έναν από τους σημαντικότερους Διδασκάλους του Γένους κατά
τον 19ο αιώνα. Μετά τη χειροτονία του σε ιερομόναχο έλαβε το όνομα Διονύσιος,
ενώ ήταν ευρύτερα γνωστός ως «Γέρων» ή «Λογιώτατος»,
χαρακτηρισμοί που αντανακλούν το υψηλό μορφωτικό και πνευματικό του κύρος.
Κατά την περίοδο 1827–1833 δίδαξε στην Πάρο, συμβάλλοντας
ουσιαστικά στην ανασυγκρότηση της εκπαίδευσης στα πρώτα χρόνια μετά την
Ελληνική Επανάσταση. Η παρουσία του στο νησί εντάσσεται στην προσπάθεια
οργάνωσης της παιδείας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, σε μια εποχή όπου λόγιοι
και δάσκαλοι ανέλαβαν να μεταδώσουν γνώσεις και να καλλιεργήσουν το πνεύμα των
νέων γενεών.
Ο Δανιήλ (Διονύσιος) Επιφανιάδης υπήρξε μία από τις σημαντικές
μορφές της εκκλησιαστικής και εκπαιδευτικής ζωής του 19ου αιώνα. Αν και η
παραμονή του στην Πάρο ήταν προσωρινή, η δράση του συνδέεται με την ιστορία της
παριανής εκπαίδευσης και καταδεικνύει τον σημαντικό ρόλο που διαδραμάτισε το
νησί ως κέντρο παιδείας στις Κυκλάδες κατά τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας του
ελληνικού κράτους.
–1827-1833. Ο ονομαστός Σκιαθίτης διδάσκαλος του Γένους Δανιήλ
(μετέπειτα Διονύσιος, μετά τη χειροτονία του σε ιερομόναχος) Επιφανιάδης,
γνωστός ως Γέροντας ή Λογιώτατος (1802-1887).
–Επτανήσιος: Το επώνυμο Επτανήσιος απαντά στην Πάρο κατά τα
πρώτα χρόνια της ίδρυσης του ελληνικού κράτους και, όπως μαρτυρεί η ίδια η
ονομασία του, πιθανότατα αποτελεί εθνικό επώνυμο που δήλωνε την καταγωγή του
κατόχου από τα Επτάνησα. Τέτοια επώνυμα ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένα κατά
την περίοδο της Τουρκοκρατίας και των πρώτων μεταεπαναστατικών χρόνων, όταν η
προέλευση ενός ανθρώπου συχνά μετατρεπόταν σε μόνιμο οικογενειακό επώνυμο.
Η μοναδική έως σήμερα γνωστή
αναφορά στην Πάρο προέρχεται από την απογραφή των προσφύγων της Παροικιάς το
1829, όπου καταγράφεται ο Γεράσιμος Επτανήσιος, ηλικίας 33 ετών, με
επάγγελμα ναύτης. Η παρουσία του συνδέεται με τις μεγάλες μετακινήσεις
πληθυσμών που προκάλεσε η Ελληνική Επανάσταση, όταν πολλοί Έλληνες αναγκάστηκαν
να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να αναζητήσουν προσωρινή ασφάλεια σε νησιά
του Αιγαίου, μεταξύ αυτών και στην Πάρο.
Δεν είναι γνωστό εάν ο
Γεράσιμος Επτανήσιος εγκαταστάθηκε μόνιμα στο νησί ή εάν η παραμονή του ήταν
προσωρινή. Ωστόσο, η καταγραφή του στις προσφυγικές καταστάσεις του 1829
αποτελεί μία ακόμη μαρτυρία για τον ρόλο που διαδραμάτισε η Πάρος ως τόπος
υποδοχής ανθρώπων που δοκιμάστηκαν από τα γεγονότα της Επανάστασης και των
πρώτων χρόνων της ελληνικής ανεξαρτησίας.
–1829: Σε απογραφή προσφύγων
της Παροικιάς του 1829 αναφέρεται ο Γεράσιμος Επτανήσιος, 33 ετών ναύτης.
–Ευθυμίου: Το επώνυμο Ευθυμίου είναι πατρωνυμικό,
προερχόμενο από το βαπτιστικό όνομα Ευθύμιος, και ανήκει στη μεγάλη
κατηγορία των ελληνικών επωνύμων που δημιουργήθηκαν από το όνομα του πατέρα ή
ενός σημαντικού προγόνου της οικογένειας.
Η παρουσία της οικογένειας στην Πάρο τεκμηριώνεται κατά τον 19ο
αιώνα και συνδέεται με τη Νάουσα. Γνωστότερο μέλος της υπήρξε ο Σπύρος
Ευθυμίου του Ευθυμίου, ο οποίος γεννήθηκε το 1829. Το όνομά του
εμφανίζεται στους εκλογικούς καταλόγους της εποχής, προσφέροντας πολύτιμες
πληροφορίες για την κοινωνική και επαγγελματική του δραστηριότητα.
Στον εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883 καταγράφεται ως 54
ετών και ασκούσε το επάγγελμα του μουσικού. Δύο χρόνια αργότερα,
στον αντίστοιχο κατάλογο του 1885, επανεμφανίζεται σε ηλικία 56 ετών,
εξακολουθώντας να αναφέρεται ως μουσικός και κάτοικος Νάουσας.
Η ιδιότητα του μουσικού είχε ιδιαίτερη σημασία για την κοινωνική ζωή
της Πάρου εκείνη την εποχή. Οι μουσικοί συμμετείχαν στα πανηγύρια, στους
γάμους, στις θρησκευτικές εορτές και στις υπόλοιπες κοινωνικές εκδηλώσεις,
αποτελώντας αναπόσπαστο στοιχείο της λαϊκής παράδοσης και της πολιτιστικής ζωής
του νησιού.
Αν και οι μέχρι σήμερα γνωστές αναφορές στην οικογένεια Ευθυμίου
είναι περιορισμένες, η παρουσία του Σπύρου Ευθυμίου καταδεικνύει ότι το επώνυμο
ήταν ήδη εγκατεστημένο στη Νάουσα κατά τον 19ο αιώνα και συνδέθηκε με την
παραδοσιακή μουσική, αφήνοντας το δικό του μικρό αποτύπωμα στην ιστορία της
τοπικής κοινωνίας.
–1829. Γεννιέται το 1829 ο Ευθυμίου Σπύρος του Ευθυμίου.
–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχει
εγγεγραμμένος ο Ευθυμίου Σπύρος του Ευθυμίου, 54 ετών, μουσικός.
–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχει
εγγεγραμμένος ο Ευθυμίου Σπύρος του Ευθύμιου, 56 ετών, μουσικός από τη Νάουσα.
–Ευδαίμονος: Το επώνυμο Ευδαίμονος είναι σπάνιο στην Πάρο και
πιθανότατα προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό προσωπικό όνομα ή τον χαρακτηρισμό
«ευδαίμων», που σημαίνει ο ευτυχής, ο ευλογημένος ή ο ευημερών. Η μορφή
του επωνύμου, σε γενική πτώση, αποτελεί χαρακτηριστικό τύπο ελληνικών
οικογενειακών ονομάτων που διατηρήθηκαν κυρίως στα νησιά και σε παλαιότερες
αστικές κοινότητες.
Η παρουσία της οικογένειας στην Πάρο τεκμηριώνεται από τα τέλη του
19ου αιώνα και συνδέεται με την Παροικιά. Παλαιότερη γνωστή καταγραφή
είναι η Μαρία Ευδαίμονος του Ιάκωβου, η οποία γεννήθηκε το 1883
και ήταν κάτοικος της κοινότητας Παροικιάς.
Αργότερα, το 1912, καταγράφεται η Ζαμπέτα Ευδαίμονος,
επίσης κόρη του Ιάκωβου και κάτοικος Παροικιάς, γεγονός που επιβεβαιώνει
τη συνέχεια της οικογένειας στο νησί κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.
Η παρουσία της οικογένειας συνεχίζεται και μεταπολεμικά. Σε ομαδική
φωτογραφία της ΣΤ΄ τάξης του Δημοτικού Σχολείου Παροικιάς, η οποία
χρονολογείται περίπου στο 1950, διακρίνεται ο μαθητής Ν. Ευδαίμονος,
ένδειξη ότι το επώνυμο εξακολουθούσε να εκπροσωπείται στις νεότερες γενιές της
Παροικιάς.
Στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1952 είναι
εγγεγραμμένες οι αδελφές Μαρία και Ζαμπέτα Ευδαίμονος, θυγατέρες
του Ιάκωβου, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική παρουσία της οικογένειας στην τοπική
κοινωνία.
Παρότι οι μέχρι σήμερα γνωστές πηγές για την οικογένεια Ευδαίμονος
είναι περιορισμένες, οι συνεχείς αναφορές από τα τέλη του 19ου έως και τα μέσα
του 20ού αιώνα αποδεικνύουν ότι το επώνυμο διατηρήθηκε στην Παροικιά για
αρκετές γενιές, αποτελώντας μέρος της ιστορίας και της κοινωνικής ζωής της
πρωτεύουσας του νησιού.
–1883. Το 1883 γεννιέται η
Ευδαίμονος Μαρία του Ιάκωβου κάτοικος κοιν. Παροικιάς.
–1912. Το 1912 γεννιέται η
Ευδαίμονος Ζαμπέτα του Ιάκωβου κάτοικος κοιν. Παροικιάς.
–1950. Σε φωτογραφεία του 1950(?) της ΣΤ τάξης του Δημοτικού
σχολείου Παροικιάς διακρίνεται ο μαθητής Ν. Ευδαίμονος.
–1952. Στο εκλογικό κατάλογο
Παροικιάς του 1952 είναι εγγεγραμμένη η Ευδαίμονος Ζαμπέτα, και η αδερφή της Μαρία του Ιάκωβου.
–Ευλογίας ή Ευλογιάς: Το επώνυμο Ευλογίας ή Ευλογιάς
είναι παρωνυμικό και, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, η οικογένεια κατάγεται
από τη Χίο. Η εγκατάστασή της στην Πάρο πιθανότατα πραγματοποιήθηκε κατά
τους τελευταίους αιώνες της Οθωμανικής περιόδου, όταν αρκετές οικογένειες από
τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου μετανάστευσαν στις Κυκλάδες για εμπορικούς και
οικονομικούς λόγους. Η οικογένεια εγκαταστάθηκε στη Μάρπησσα, όπου
διατήρησε ισχυρή παρουσία για πολλές γενιές.
Η παλαιότερη γνωστή αναφορά αφορά τον Αρτέμιο Ευλογιά, ο
οποίος το 1846 συγκαταλέγεται ανάμεσα στους 48 προκρίτους και κατοίκους
της Μάρπησσας που υπέγραψαν πιστοποιητικό υπέρ του αγωνιστή της Ελληνικής
Επανάστασης Γεωργίου Φωκιανού. Το έγγραφο, επικυρωμένο από τον δήμαρχο
Μάρπησσας Γεώργιο Δελαγραμμάτη, αποτελεί σημαντική μαρτυρία για την
ενεργό συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης των
αγωνιστών του Αγώνα.
Λίγο αργότερα, στον εκλογικό κατάλογο του 1847, ο Αρτέμιος
Ευλογιάς, ηλικίας 35 ετών, καταγράφεται ως έμπορος, γεγονός που
υποδηλώνει ότι η οικογένεια είχε ήδη αναπτύξει αξιόλογη οικονομική
δραστηριότητα στη Μάρπησσα. Στα δημοτολόγια του Δήμου Μάρπησσας, τα οποία
συντάχθηκαν το 1903 αλλά περιλαμβάνουν στοιχεία παλαιότερων γεννήσεων,
καταγράφεται ο ίδιος, γεννημένος το 1843, καθώς και τα παιδιά του Ελευθέριος
(γεν. 1848) και Μαρία (γεν. 1851).
Η δεύτερη γενιά συνέχισε την παρουσία της στην τοπική κοινωνία. Ο Ελευθέριος
Αρτεμίου Ευλογίας αναφέρεται ως κτηματίας, ενώ στον εκλογικό
κατάλογο του 1875 εμφανίζεται ως 32χρονος έμπορος, συνεχίζοντας
την επαγγελματική παράδοση του πατέρα του. Η οικογένεια φαίνεται ότι συνδύαζε
την εμπορική δραστηριότητα με την καλλιέργεια γης, όπως συνέβαινε σε πολλές
εύπορες οικογένειες της νοτιοανατολικής Πάρου.
Στις αρχές του 20ού αιώνα τα δημοτολόγια καταγράφουν πλέον αρκετά
μέλη της τρίτης γενιάς, μεταξύ των οποίων τους Γεώργιο, Φίλιππο
και Ναθαήλ Ευλογιά, γεγονός που αποδεικνύει ότι η οικογένεια είχε πλέον
εδραιωθεί στη Μάρπησσα. Παράλληλα, διακρίνονται δύο οικογενειακοί κλάδοι, από
τους απογόνους του Αρτέμιου και του Ελευθερίου, οι οποίοι συνυπάρχουν στα
δημοτολόγια των αρχών του 20ού αιώνα.
Η οικογένεια διατήρησε έντονη παρουσία και μεταπολεμικά. Στον
εκλογικό κατάλογο της Μάρπησσας του 1946 καταγράφονται ο Γεώργιος
Ευλογιάς, γεωργός, καθώς και οι γιοι του Ελευθέριος, Αντώνιος
και Αρτέμιος, οι οποίοι ακολουθούσαν το επάγγελμα του ναυτικού. Η
στροφή αυτή προς τη ναυτιλία αντανακλά την εξέλιξη της οικονομίας της Πάρου
κατά τον 20ό αιώνα, όταν πολλοί κάτοικοι των παραθαλάσσιων οικισμών συνδύαζαν
τη γεωργία με τη ναυτική εργασία. Στον εκλογικό κατάλογο του 1950
αναφέρεται επίσης η Μαρουσώ Ευλογία, σύζυγος του Αρτέμιου και το γένος
Αλιπράντη.
Η ιστορία της οικογένειας Ευλογιά αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα
παλαιάς οικογένειας της Μάρπησσας, η οποία, έχοντας πιθανές ρίζες στη Χίο,
ενσωματώθηκε πλήρως στην κοινωνία της Πάρου. Για περισσότερο από έναν αιώνα τα
μέλη της διακρίνονται ως έμποροι, κτηματίες, γεωργοί και ναυτικοί,
συμμετέχοντας ενεργά στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου και
διατηρώντας αδιάλειπτη παρουσία στη Μάρπησσα μέχρι και τη σύγχρονη εποχή.
–1843.
Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος
ο Αρτέμιος Ελευθερίου Ευλογίας (γεν. 1843), ετών 60, …ρης?, έγγαμος.
–1846. Ο Μαρπησσαίος Γεώργιος
Φωκιανός έλαβε μέρος στην Ελληνική Επανάσταση και αγωνίστηκε υπό τις οδηγίες
του Παριανού Δημητρίου Σάλλα «κατά το 1826 εις την κατά του Ιμβραήμ πολιορκίαν
Τριπολιτσάς (…) και διέμεινεν εκεί μέχρι της πτώσεως της» κατά μαρτυρία των
δημοτών και κατοίκων του Δήμου Μαρπήσσης, σε έγγραφο τους («εν Μαρπίσση την 16
Μαΐου 1846»). Ακολούθως διέμεινε στα Βέρβαινα και τέλος στο Ναύπλιο. Αρχηγός δε
των όπλων ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το πιστοποιητικό το υπογράφουν 48
προύχοντες και κάτοικοι της Μάρπησσας, μεταξύ των οποίων οι: Άγουρος Ιωάννης,
Ιωάννης Ασωνίτης, Ελευθέριος Τζιώτης, Αναγνώστης Α. Βιτσαράς, Παναγ.
Νικηφοράκης, Αντώνιος Τζιγώνιας, Αρτέμιος Ευλογιάς, Ανδρέας Αλιπράντης, Νικ.
Βατιμπέλας, Νικόλαος Πούλιος, Γουλιέλμος Καντιώτης, Μακάριος Στάμενας. Το
επικυρώνει δε καθώς και τις υπογραφές, ο δήμαρχος Μάρπησσας Γεώργιος Σιμ.
Δελαγραμμάτης («εν Μαρπίσση την 20 Μαΐου 1846»).
–1847. Στον
εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 35χρονος
έμπορος Ευλογιάς Αρτέμιος.
–1848.
Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος
ο Ελευθέριος Αρτεμίου Ευλογίας (γεν. 1848), ετών 55, κτηματίας, έγγαμος.
–1851.
Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η
Μαρία Αρτεμίου Ευλογία (γεν. 1851), ετών 52, οικιακά, έγγαμος.
–1855.
Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η
Μαρία σύζ. Ελευθέριος Ευλογία (γεν. 1855), ετών 48, οικιακά, έγγαμος.
–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας
Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Ευλογίας Ελευθέριος του Αρτέμη 32 χρονών
έμπορος.
–1881.
Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος
ο Γεώργιος Ελευθερίου Ευλογίας (γεν. 1881), ετών 22, στρατιώτης, άγαμος.
–1881.
Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος
ο Γεώργιος Αρτεμίου Ευλογίας (γεν. 1881), ετών 22, υπηρέτης, άγαμος.
–1894.
Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος
ο Φίλιππος Αρτεμίου Ευλογίας (γεν. 1894), ετών 9, άνευ, άγαμος.
–1896.
Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος
ο Φίλιππος? Ελευθερίου Ευλογίας (γεν.
1896), ετών 7, μαθητής, άγαμος.
–1897.
Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος
ο Ναδάλης? Αρτεμίου Ευλογίας (γεν. 1897), ετών 6, άνευ, άγαμος.
–1899.
Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος
ο Ναθαήλ? Ελευθερίου Ευλογίας (γεν. 1899), ετών 4, άνευ, άγαμος.
–1946. Σε
εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Μάρπησσας στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει
εγγεγραμμένος ο Ευλογιάς Γεώργιος του Ελευθέριου, 64 ετών γεωργός, ο Ευλογιάς
Ελευθέριος του Γεωργίου 33 ετών ναυτικός, ο Ευλογιάς Αντώνιος του Γεωργίου 31
ετών ναυτικός και ο Ευλογιάς Αρτέμιος του Γεωργίου 26 ετών ναυτικός, κάτοικοι
Μάρπησσας.
–1950. Σε
εκλογικό κατάλογο του 1950 του Δήμου Μάρπησσας είναι εγγεγραμμένη η Ευλογία
Μαρουσώ σύζυγος Αρτέμιος, όνομα πατρός Στ. Αλιπράντης, κάτοικος Μάρπησσας.
–Ευρυπαίος: Το επώνυμο Ευρυπαίος είναι πατριδωνυμικό,
δηλαδή προέρχεται από τον τόπο καταγωγής του πρώτου φορέα του. Συγκεκριμένα
συνδέεται με τον Εύριπο, την ιστορική ονομασία του πορθμού της σημερινής
Χαλκίδας, και δηλώνει άνθρωπο που προερχόταν από την περιοχή αυτή.
Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο καταγράφεται κατά τον 20ό αιώνα
και συνδέεται με την πολιτική ζωή του νησιού. Κατά την προεκλογική περίοδο του 1933,
τον χειμώνα του ίδιου έτους, αναφέρεται ο Ευρυπαίος, υποψήφιος βουλευτής
με το κόμμα Κέντρου Φιλελευθέρων του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Η σχετική αναφορά προέρχεται από τη Φράγκα Σκάλα, ιδιοκτησίας
τότε του Πέτρου Ι. Αυλήτη, όπου ο Ευρυπαίος εμφανίζεται ως φίλος του Ανδρέα
Αυλήτη. Η παρουσία του στην Πάρο, έστω και μέσα από μία πολιτική
συγκέντρωση ή προεκλογική δραστηριότητα, αποτελεί μια μικρή αλλά ενδιαφέρουσα
μαρτυρία για τις επαφές του νησιού με πρόσωπα και πολιτικές κινήσεις της
ευρύτερης Ελλάδας κατά τον Μεσοπόλεμο.
Το επώνυμο Ευρυπαίος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα επωνύμου που
διατήρησε στη μορφή του τη μνήμη της αρχικής γεωγραφικής καταγωγής, όπως συνέβη
με πολλά ελληνικά επώνυμα που δημιουργήθηκαν από τόπους προέλευσης.
–1933. Επ' ευκαιρία της εκλογικής περιόδου.
Χειμώνας 1933(?), στη Φράγκα Σκάλα, ιδιοκτησίας τότε Πέτρου Ι. Αυλήτη.
Ευρυπαίος, υποψήφιος βουλευτής Κέντρου Φιλελευθέρων (Βενιζέλος), φίλος του
Ανδρέα Αυλήτη.
–Ευρυπιώτης ή Ευριπιώτης: Η οικογένεια Ευρυπιώτη αποτελεί μία από
τις παλαιότερες οικογένειες της Νάουσας της Πάρου, με παρουσία που καταγράφεται
ήδη από τα πρώτα χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση. Το επώνυμο είναι πατριδωνυμικό
και συνδέεται με τον Εύριπο, τον ιστορικό πορθμό της Χαλκίδας.
Σύμφωνα με οικογενειακή παράδοση, η αρχική μορφή του επωνύμου
συνδεόταν με την ονομασία Νεγρεπόντε (Negroponte), όπως ονομαζόταν κατά
τον Μεσαίωνα η Χαλκίδα και ολόκληρη η Εύβοια. Όταν κλάδος της οικογένειας
εγκαταστάθηκε στα Αϊβαλί της Μικράς Ασίας, το επώνυμο εξελληνίστηκε σε Ευρυπιώτης,
από τον Εύριπο. Αργότερα, ως έμποροι και ναυτικοί, μέλη της οικογένειας
μετακινήθηκαν σε νησιά του Αιγαίου, όπως η Μυτιλήνη, η Χίος, η Νάξος, η
Τήνος και η Πάρος, ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα κάποιοι μετανάστευσαν
ακόμη και στη Νέα Υόρκη, όπως μαρτυρούν αρχεία εισόδου μεταναστών του
Ellis Island.
Η πρώτη γνωστή καταγραφή της οικογένειας στην Πάρο προέρχεται από
την απογραφή προσφύγων της Παροικιάς του 1829, όπου αναφέρονται δύο
οικογένειες Ευρυπιωτών. Ο Δημήτριος Ευρυπιώτης, 37 ετών, καταγράφεται ως
ναύτης, μαζί με τη σύζυγό του Μορφού Ευρυπιώτου και τον δίχρονο γιο τους
Αθανάσιο. Στην ίδια απογραφή εμφανίζεται και ο Νικόλαος Ευρυπιώτης,
57 ετών, εργάτης, με τη σύζυγό του και την κόρη τους. Οι καταγραφές αυτές
δείχνουν ότι η οικογένεια είχε ήδη παρουσία στην Παροικιά κατά τη μεταβατική
περίοδο μετά την Επανάσταση.
Κατά τον 19ο αιώνα η οικογένεια εγκαταστάθηκε κυρίως στη Νάουσα,
όπου ανέπτυξε έντονη κοινωνική και επαγγελματική δραστηριότητα. Στον εκλογικό
κατάλογο του Δήμου Νάουσας του 1844 καταγράφονται ο Νικόλαος Ι.
Ευρυπιώτης, εργάτης, ο Γεώργιος Ευρυπιώτης, επίσης εργάτης, ο Δημήτριος
Ευρυπιώτης, 54 ετών, και ο Ιωάννης Ευρυπιώτης, βαρελοποιός. Οι
αναφορές αυτές αποκαλύπτουν την παρουσία της οικογένειας σε παραδοσιακά
επαγγέλματα της εποχής.
Στους εκλογικούς καταλόγους της Νάουσας του 1883 και 1885
εμφανίζονται πολλά μέλη της οικογένειας, γεγονός που επιβεβαιώνει την ισχυρή
της παρουσία στον οικισμό. Μεταξύ αυτών καταγράφονται ο Γεώργιος Ευριπιώτης,
μυλωνάς, ο Δημήτριος Ευριπιώτης, υποδηματοποιός, ο Ιωάννης Ευριπιώτης,
βαρελοποιός, ο Νικόλαος Ευριπιώτης, εργάτης, και ο Σπύρος Ευριπιώτης,
εργάτης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά του Δημητρίου Ευριπιώτη ως
κατοίκου Χίου, στοιχείο που επιβεβαιώνει τους δεσμούς της οικογένειας με το
νησί της Χίου.
Τα μέλη της οικογένειας ασχολήθηκαν με διάφορα επαγγέλματα,
ακολουθώντας την οικονομική ζωή της Νάουσας και της Πάρου. Ο Ιωάννης
Ευρυπιώτης ήταν βαρελοποιός, επάγγελμα σημαντικό σε μια κοινωνία με έντονη
παραγωγή κρασιού, ενώ άλλοι εργάστηκαν ως μυλωνάδες, υποδηματοποιοί, γεωργοί,
εργάτες και ναυτικοί.
Στις αρχές του 20ού αιώνα η οικογένεια συνεχίζει να εμφανίζεται στις
πηγές. Το 1901 ο Βατίστας Ευρυπιώτης, γεωργός από την Πάρο, γιος
του Γεωργίου και της Φλωρέντζας Βιτσαρά, παντρεύτηκε στην Ερμούπολη την Συριανή
Ειρήνη Καφούρου. Το 1915 ο Αντώνιος Ευρυπιώτης, μάγειρας
από την Πάρο, γιος του Γεωργίου και της Φλώρας Βιτσαρά, παντρεύτηκε την Τηνιακή
Άννα Μαρινάκη. Οι γάμοι αυτοί δείχνουν τις στενές σχέσεις των Παριανών
με τα γειτονικά νησιά των Κυκλάδων.
Το 1920 αναφέρεται ως ένα από τα ιδρυτικά μέλη του Συνδέσμου
Ναουσαίων Πάρου εν Πειραιεί ο Ι. Ευριπιώτης, γεγονός που φανερώνει
τη συμμετοχή της οικογένειας στις οργανώσεις των αποδήμων Παριανών. Την ίδια
περίοδο γεννιούνται νέα μέλη της οικογένειας, όπως ο Γεώργιος Ευριπιώτης
(1919), ναυτικός από την Παροικιά, και ο Δημήτριος Ευρυπιώτης (1920),
κάτοικος Νάουσας, ο οποίος εργάστηκε αργότερα ως αρτεργάτης.
Μεταπολεμικά η οικογένεια εξακολουθεί να καταγράφεται στη Νάουσα.
Στον εκλογικό κατάλογο του 1946 αναφέρεται ο Γρηγόριος Ευριπιώτης του
Σπυρίδωνα, 69 ετών, εργάτης και κάτοικος Νάουσας.
Η ιστορία των Ευρυπιωτών αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα
οικογένειας με ρίζες από τον ευρύτερο ελληνικό χώρο, η οποία μέσα από
μετακινήσεις από τη Χαλκίδα, τη Μικρά Ασία και τα νησιά του Αιγαίου
εγκαταστάθηκε στην Πάρο και ενσωματώθηκε πλήρως στη ζωή της Νάουσας. Για
περισσότερο από δύο αιώνες τα μέλη της συμμετείχαν στην οικονομική, ναυτική και
κοινωνική ιστορία του νησιού.
–1829: Σε απογραφή προσφύγων
της Παροικιάς του 1829 αναφέρεται ο Δημήτριος Ευρυπιώτης 37 ετών ναύτης, η
σύζυγός του Μορφού Ευρυπιώτου και ο γιός του Αθανάσιος Ευτυπιώτης 2 ετών.
–1829: Σε απογραφή προσφύγων
της Παροικιάς του 1829 αναφέρεται ο Νικόλαος Ευρυπιώτης 57 ετών, εργάτης. Η
σύζυγός του Εύριπα? Ευρυπιώτου και η κόρη τους …. Ευρυπιώτου.
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις
18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος
ο 30χρονος εργάτης Νικόλαος Ι. Ευρυπιώτης, ο 40χρονος εργάτης Γιώργος
Ευρυπιώτης, ο 54χρονος εργάτης Ευρυπιώτης Δημήτριος, ο 28χρονος βαρελοποιός
Ιωάννης Ευρυπιώτης.
–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχει
εγγεγραμμένος ο Ευριπιώτης Γεώργιος του Νικολάου, 43 ετών, Μυλωθρός, ο
Ευριπιώτης Δημήτριος του Ιωάννη, 34 ετών, παπουτσής, κάτοικος Χίου. Ο
Ευριπιώτης Ιωάννης του Δημητρίου, 73 ετών, βαρελάς. Ο Ευρηπιώτης Νικόλαος του
Γεωργίου 74 ετών, εργάτης. Ο Ευριπιώτης Σπύρος του Νικολάου, 38 ετών, εργάτης
και ο Ευριπιώτης Στυλιανός του Ιωάννη27 ετών, υπηρέτης κάτοικος Σύρου, μετέφερε
τα δικαιώματά του στον Πειραιά.
–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν
εγγεγραμμένοι οι, Ευριπιώτης Στέφανος του Ιωάννη, 27 ετών, βαρελοποιός από τη
Νάουσα, Ευριπιώτης Γεώργιος του Νικολάου, 45 ετών, μυλωθρός από τη Νάουσα,
Ευριπιώτης Δημήτριος του Ιωάννη, 36 ετών, υποδηματοποιός, από τη Νάουσα,
κάτοικος Χίου, Ευριπιώτης ...νης, του Δημήτριου, 75 ετών, βαρελοποιός από τη
Νάουσα, Ευριπιώτης Νικόλαος του Γεωργίου, 76 ετών, εργάτης από τη Νάουσα και
Ευριπιώτης Σπύρος του Νικολάου, 40 ετών, εργάτης από τη Νάουσα.
–1901. Στις 15 Νοεμβρίου 1901 ο 23χρονος
γεωργός από την Πάρο Βατίστας Ευρυπιώτης του Γεωργίου και της Φλωρέντζας
Βιτσαρά, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 17χρονη από την Σύρο Ειρήνη Καφούρου,
του Ανδρέα και της Ζηνοβίας.
–1915. Στις 17 Ιουνίου 1915 ο 40χρονος
μάγειρας από την Πάρο Αντώνιος Ευρυπιώτης του Γεωργίου [μυλωθρός] και της
Φλώρας Βιτσαρά [κάτοικοι Πάρου] παντρεύεται στην Ερμούπολη την 34χρονη από την
Τήνο Άννα Μαρινάκη, του Άγγελου [ιερεύς], και της Μαριέττας Κονταρίνη.
–1919. Το 1919
γεννιέται ο Ευριπιώτης Γεώργιος του Παναγιώτη ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.
–Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι
εγγεγραμμένος ο παριανός 49χρονος μάγειρας Αντώνιος Γ. Ευρυπιώτης έγγαμος.
Έδωσε όρκο στις 24 Ιανουαρίου
1920.
–1920. Το 1920 γεννιέται ο Ευρυπιώτης Δημήτρης του Γρηγόρη, κάτοικος
Νάουσας, μετέπειτα αρτεργάτης.
–1920 από τους ιδρυτές, όπως
προκύπτουν από το βιβλίο πρακτικών του Συνδέσμου «Εν Πειραίει Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου» είναι ο Ευριπιώτης Ι.
–1946. Σε
εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει
εγγεγραμμένος ο 69χρονος κάτοικος Νάουσας, Ευριπιώτης Γρηγόριος του Σπυρίδωνα,
εργάτης.
–Ευσταθίου:
Το επώνυμο Ευσταθίου
είναι πατρωνυμικό, προερχόμενο από το βαπτιστικό όνομα Ευστάθιος,
δηλαδή από το όνομα κάποιου προγόνου που αποτέλεσε τον γενάρχη ή σημαντικό
μέλος της οικογένειας.
Η γνωστή μέχρι σήμερα αναφορά για το επώνυμο
συνδέεται με έναν Παριανό του 19ου αιώνα, ο οποίος δραστηριοποιήθηκε εκτός του
νησιού, ακολουθώντας την κινητικότητα πολλών Κυκλαδιτών προς τα μεγάλα εμπορικά
και ναυτικά κέντρα της εποχής.
Στις 4 Αυγούστου 1878 ο Δημήτριος
Ευσταθίου, 30 ετών, επαγγέλματος μαουνιέρης (εργάτης σε μαούνες,
δηλαδή φορτηγίδες μεταφοράς εμπορευμάτων), κάτοικος Σύρου, δήλωσε στην
Ερμούπολη τον θάνατο της συζύγου του Ερατώς Μακρή του Ιωάννη και της
Αγγελικής, ηλικίας 25 ετών. Η Ερατώ απεβίωσε στον Βόλο από φθίση
(φυματίωση), μια ασθένεια που κατά τον 19ο αιώνα αποτελούσε συχνή και ιδιαίτερα
επικίνδυνη αιτία θανάτου.
Η αναφορά αυτή αποτελεί μία ακόμη μαρτυρία
για την παρουσία Παριανών στις ναυτικές και εμπορικές δραστηριότητες του
Αιγαίου. Ο Δημήτριος Ευσταθίου, όπως πολλοί συμπατριώτες του, είχε εγκατασταθεί
στη Σύρο, το σημαντικότερο λιμάνι και οικονομικό κέντρο των Κυκλάδων εκείνη την
εποχή, όπου εργάστηκε σε επάγγελμα άμεσα συνδεδεμένο με τη ναυτιλία.
–1878. Στις 4 Αυγούστου 1878 ο παριανός
μαουνιέρης Ευσταθίου Δημήτριος 30 ετών κάτοικος Σύρου δηλώνει τον θάνατο της
συζύγου τους Ερατώ Μακρή του Ιωάννη και της Αγγελικής 25ετών κάτοικος Ερμούπολης.
Ασθένεια: Φθίσις. Τόπος θανάτου Βόλος.
–Ευστρατίου: Η γνωστή
αναφορά του επωνύμου στην Πάρο συνδέεται με τη μοναστική ζωή και την ιστορία
της Ιεράς Μονής Λογγοβάρδας. Το 1825 εισήλθε στη Μονή ο μοναχός Δανιήλ
Ευστρατίου, σε ηλικία 28 ετών. Η παρουσία του καταγράφεται σε μια περίοδο
ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η Πάρος βρισκόταν ακόμη μέσα στα γεγονότα της
Ελληνικής Επανάστασης και τα μοναστήρια αποτελούσαν κέντρα πνευματικής και
κοινωνικής ζωής.
Στον κατάλογο της Μονής Λογγοβάρδας του 1854, ο Δανιήλ
Ευστρατίου αναφέρεται ως μοναχός μεγαλόσχημος, ηλικίας 57 ετών, με
πατρίδα τη Μυτιλήνη. Η αναφορά αυτή δείχνει ότι δεν ήταν γηγενής
Παριανός, αλλά ένας από τους πολλούς μοναχούς που προέρχονταν από άλλα νησιά
του Αιγαίου και εντάχθηκαν στις μεγάλες μοναστικές κοινότητες της Πάρου.
–1825. Εισήλθε στη Μονή της Λογγοβάρδας ο μοναχός Δανιήλ Ευστρατίου
το 1825 σε ηλικία 28 ετών.
–1854. Μοναχός Λογγοβάρδας ο Δανιήλ Ευστρατίου στον κατάλογο της
Μονής το 1854, φέρεται ως έχων πατρίδα την Μυτιλήνη, 57 ετών, μεγαλόσχημος.
–Εφραίμ ή Εφραιμίδης: Το
επώνυμο Εφραίμ ή η μεταγενέστερη μορφή Εφραιμίδης αποτελεί
χαρακτηριστικό παράδειγμα επωνύμου που προήλθε από το βαπτιστικό όνομα ενός
προγόνου. Σύμφωνα με τον καθηγητή και ερευνητή Νικόλαο Αλιπράντη, τα
παιδιά του ιερέα Εφραίμ πιθανότατα υιοθέτησαν το όνομα του πατέρα τους
ως οικογενειακό επώνυμο, μεταπλάθοντάς το στη μορφή Εφραιμίδης, όπως
μαρτυρείται ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα.
Η οικογένεια συνδέεται με την Παροικιά και ιδιαίτερα με τον
ιερέα παπά Εφραίμ, ο οποίος υπήρξε σημαντικό πρόσωπο της τοπικής
κοινωνίας στα πρώτα χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση. Η κτηματική του
περιουσία βρισκόταν στις θέσεις Κουλλούρι (Παλαιοεκκλησιά) και Κορμός,
στα νότια της Παροικιάς, στις πλαγιές του βουνού.
Ο παπά Εφραίμ συμμετείχε ενεργά στη διοικητική και εκπαιδευτική ζωή
της Παροικιάς. Στις 8 Αυγούστου 1827 υπέγραψε την απόφαση του Κοινού της
Παροικιάς για τη λειτουργία Ελληνικής και Αλληλοδιδακτικής Σχολής,
γεγονός που δείχνει τον ρόλο του στην προσπάθεια οργάνωσης της παιδείας στα
πρώτα χρόνια του ελεύθερου ελληνικού κράτους.
Στις 30 Ιανουαρίου 1828 αναφέρεται ξανά, όταν ο παπά Εφραίμ
υπογράφει ανταλλαγή χωραφιού στην Παροικιά, ενώ το 1831 μνημονεύεται εκ
νέου χωράφι του «παπακυρ-Εφραίμ». Η παρουσία του στα κτηματολογικά έγγραφα
φανερώνει ότι διέθετε αξιόλογη ακίνητη περιουσία και κοινωνική θέση.
Η οικογένεια συνδέεται επίσης με την εκπαίδευση. Στον κατάλογο
μαθητών της Ελληνικής Σχολής Παροικιάς του 1829 αναφέρονται οι Νικόλαος
Π. Εφραίμ και Πέτρος Π. Εφραίμ. Από το 1830 και εξής, στον
ονομαστικό κατάλογο μαθητών της Παροικιάς, οι ίδιοι εμφανίζονται πλέον ως Νικόλαος
και Πέτρος Εφραιμίδης, επιβεβαιώνοντας τη μετάβαση από το πατρωνυμικό όνομα
Εφραίμ στο οικογενειακό επώνυμο Εφραιμίδης.
Ο Πέτρος Εφραιμίδης, σε ηλικία 13 ετών, αναφέρεται ότι το 1828
αφίχθη στη Σύρο ως σπουδαστής. Αργότερα, στα δημοτολόγια της Ερμούπολης,
καταγράφεται το 1837 ως 22χρονος Παριανός σπουδαστής, έχοντας δώσει όρκο
στις 27 Ιουλίου του ίδιου έτους. Η πορεία του αποτελεί ένδειξη της σημασίας που
έδινε η οικογένεια στη μόρφωση και της σύνδεσης της Πάρου με το αναπτυσσόμενο
εκπαιδευτικό και εμπορικό κέντρο της Σύρου.
Ο παπά Εφραίμ αναφέρεται και σε εκκλησιαστικά και περιουσιακά
έγγραφα της εποχής. Το 1850, η πρεσβυτέρα του Τάρισα (ή Τάρσα) Κοντού,
το γένος Νικόδημου Κοντού, μαζί με τον ηγούμενο της Μονής Λογγοβάρδας Ιερόθεο
Α΄ Βοσυνιώτη, προχώρησαν σε «αφιερωτικό συμφωνητικό», όπου μνημονεύεται και
ο σύζυγός της «Εφραίμ ιερεύς». Το 1851 ο ίδιος αναφέρεται ως
«πλησιαστής» στα κτήματα της Μονής Ευαγγελίστριας Παροικιάς.
–1827. Ο ιερέας Παροικίας Εφραίμ υπογράφει την απόφαση του Κοινού
για την λειτουργία Ελληνικής και Αλληλοδιδασκαλικής Σχολής στις 8 Αυγούστου
1827.
–1828. Στις 30 Ιανουαρίου 1828 ο παπά Εφραίμ υπογράφει ανταλλαγή
χωραφιού στην Παροικιά.
–1828. ΠΕΤΡΟΣ ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ-Σπουδαστής 13
ετών, αφίχθη στην Σύρο το 1828.
–1829. Το 1829 στην Ελληνική Σχολή της Παροικιάς φοιτούσαν, σύμφωνα
με τον Κατάλογο των μαθητών της Σχολής, ο Νικόλαος Π. Εφραίμ και ο Πέτρος Π.
Εφραίμ.
–1830. Από το 1830 και έπειτα το επώνυμο μαρτυρείται ως Εφραιμίδης. Ονομαστικός Κατάλογος μαθητών Παροικιάς, αναφέρονται
οι: Πέτρος και Νικόλαος Εφραιμίδης.
–1831. Στις 30 Ιανουαρίου 1831 μνημονεύεται το χωράφι του παπακυρ-
Εφραίμ.
–1832. Ο ιερέας Εφραίμ διορίζεται Έφορος του Αλληλοδιδακτικού
Σχολείου Παροικιάς μαζί με τους Δημήτριο Χαμάρτο και Βασίλειο Μαυρομμάτη στις
24 Φεβρουαρίου 1832.
–1837. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι
εγγεγραμμένος ο παριανός 22χρονος σπουδαστής Πέτρος Εφραιμίδης. Έδωσε όρκο στις
27 Ιουλίου 1837.
–1850. Η πρεσβυτέρα του Τάρισα (ή Τάρσα) Κοντού, το γένος Νικόδημου
Κοντού, και ο ηγούμενος της μονής Λογγοβάρδας Ιερόθεος Α’ Βοσυνιώτης, είχαν
προβεί σε «αφιερωτικό συμφωνητικό», «… και του συζύγου της Εφραίμ ιερέως…» στις
26 Ιανουαρίου 1850.
–1851. Ο ιερέας Εφραίμ αναφέρεται στο 1851 ως «πλησιαστής» στα
κτήματα της μονής Ευαγγελίστριας Παροικιάς.
Για οικόσημα βλέπε εδώ…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου