Για τα οικόσημα βλέπε εδώ…
B
–Βαβανός: Η οικογένεια
Βαβανού της Πάρου – Μια παλιά ναουσαίικη οικογένεια με διαχρονική παρουσία
Η οικογένεια Βαβανού συγκαταλέγεται στις παλαιές οικογένειες της
Πάρου, με συνεχή παρουσία από τις αρχές του 18ου αιώνα έως τις μέρες μας. Τα
μέλη της συναντώνται κυρίως στη Νάουσα, αλλά και στα Μάρμαρα και
τις Καμάρες, ενώ σύμφωνα με την τοπική παράδοση πρόκειται για
μονοκλαδική οικογένεια. Από τον ίδιο οικογενειακό κορμό προήλθε και η
οικογένεια Ποπολάνου, όταν μέλος των Βαβανών μετονομάστηκε ύστερα από
υιοθεσία.
Η προέλευση του επωνύμου δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα. Πιθανόν να
σχετίζεται με τη λαϊκή λέξη «βαβά», που απαντά σε διάφορες ελληνικές
διαλέκτους με τη σημασία της ηλικιωμένης γυναίκας ή της γιαγιάς, χωρίς όμως να
υπάρχει μέχρι σήμερα τεκμηριωμένη ετυμολογική εξήγηση.
Οι πρώτες γνωστές αναφορές της οικογένειας εντοπίζονται ήδη από τη δεκαετία
του 1720. Το 1723 συναντούμε το προικοσύμφωνο της Κατερίνας Βαβανού με
τον Μιχαλάκη Μαλατέστα, ενώ λίγα χρόνια αργότερα αναφέρονται ο Αντώνιος Βαβανός
και ο Ιάκωβος Βαβανός, ο οποίος υπηρετούσε ως σακελλάριος της Νάουσας. Η
παρουσία της οικογένειας σε προικοσύμφωνα, διαθήκες και συμβόλαια φανερώνει ότι
οι Βαβανοί είχαν ήδη αποκτήσει σταθερή θέση στην τοπική κοινωνία.
Καθ' όλη τη διάρκεια του 18ου και του 19ου αιώνα τα μέλη της οικογένειας
εμφανίζονται ως γεωργοί, εργάτες, ξυλουργοί και αργότερα ναυτικοί, διατηρώντας
παράλληλα σημαντική ακίνητη περιουσία σε διάφορες περιοχές της Νάουσας. Οι
εκλογικοί κατάλογοι του 1844, του 1883 και του 1885 καταγράφουν αρκετούς
Βαβανούς, γεγονός που αποδεικνύει ότι η οικογένεια είχε πλέον αναπτυχθεί σε
πολυμελή γενιά.
Παράλληλα, αρκετά μέλη της οικογένειας εγκαταστάθηκαν κατά καιρούς στη
Σύρο, ακολουθώντας το μεταναστευτικό ρεύμα των Παριανών του 19ου αιώνα. Εκεί
συναντούμε γάμους, συμβολαιογραφικές πράξεις και επαγγελματικές δραστηριότητες,
χωρίς όμως να διακόπτεται ο δεσμός τους με την Πάρο.
Κατά τον 20ό αιώνα οι Βαβανοί εξακολουθούν να αποτελούν ενεργό κομμάτι της
κοινωνικής ζωής της Νάουσας. Στα μητρώα και στους εκλογικούς καταλόγους
εμφανίζονται γεωργοί, εργάτες και ναυτικοί, επαγγέλματα που χαρακτήρισαν για
πολλές γενιές τους κατοίκους της βόρειας Πάρου. Παράλληλα, το επώνυμο
διατηρείται έως σήμερα, αποτελώντας μία από τις χαρακτηριστικές οικογένειες της
Νάουσας.
Η ιστορία της οικογένειας Βαβανού είναι χαρακτηριστική της εξέλιξης πολλών
παλαιών παριανών γενών. Μέσα από συμβόλαια, προικοσύμφωνα, εκλογικούς
καταλόγους και ληξιαρχικές πράξεις παρακολουθούμε μια αδιάλειπτη παρουσία τριών
περίπου αιώνων, η οποία αποτυπώνει τη διαχρονική συμμετοχή της οικογένειας στην
κοινωνική και οικονομική ζωή της Πάρου.
–1726. «Προικοσύμφωνο Μιχαλάκη Μαλατέστα και Κατερίνας Βαβανού» Νάουσα 13
Νοεμβρίου 1723.
«Η Καλίτζα Ιωάννου Βαβανού δώνει στην κόρη της Κατερίνα μίαν εικόνα …. Και
ο ευγενής αφέντης Ιωαννάκης Μαλατέστας ομού με την αρχόντισσαν του κυρίαν
Βαρβαράκη τον δίνει (του γιού του) δύο εικόνες…».
–1733. Ο Διαθέτης Αντώνιος Ντελέντας αφήνει ανάμεσα σε άλλα και του υιού
του Γεώργη το χωράφι εις τον Άγιον Ευθύμιον πλησίον Αντώνιος Βαβανός στις 2
Φεβρ. 1733 στη Νάουσα.
–1738. Σε
προικοσύμφωνο Παροικίας στις 8 Απριλίου 1738, ο Μιχελέτος του Σπιρίδου με την
κερα Νικολέττα θυγατέρα του Γεωργίου Σκιαδά, αναφέρεται ο μάρτυρας Σακελλίος
Νάουσας Ιάκωβος Βαβανός.
–1739. «Προικοσύμφωνο Νικολάου Μανόλη Λεκάσα με την θυρατήρ
Γιάκουμου Βαβανού ονόματι Φλωρέντζα» Παροικιά, 30 Ιουνίου 1739. «Ο Ιάκωβος
Βαβανός δίδει στην κόρη του εικόνες των αγίων … Η Μαρία Μανόλη Λεκάσα τάζει
εικόνες …» (ΓΑΚ, 212 150r-v).z
–1751. Σε έγγραφο στις 4
Νοεμβρίου 1751 αναφέρεται με χωράφι στο Βορού ο Ιωάννης Βαβανός. Στο ίδιο
έγγραφο αναφέρεται και ο Αντώνιος Βαβανός με μαντρί στην Βρύση.
–1812. Σε προικοσύμφωνο στις 22
Οκτωβρίου 1816 αναφέρεται η Ανθούλα γυνή πάλε ποτέ Ιάκωβου Βαβανού, όπου
πάντρεψε το 1812 τον γιό της με την θυγατέρα του πάλε ποτέ Περούλη Ρούσσου
ονόματι Αντωνία.
–1816. Σε προικοσύμφωνο του Ιωάννη Ιακ.
Βαβανού και Αντωνίας Περούλη Ρούσσου. Νάουσα στις 22 Οκτωβρίου 1816. «Η κυρία
Ανθούσα, σύζυγος του μακαρίτη Ιακώβου Βαβανού δίδει στο γιό της μίαν εικόνα του
Αγίου Ιωάννη» Ο Περούλης δεν προσφέρει εικόνες στην κόρη του» (ΓΑΚ, κωδ.214,
φ4).
–1827. Στα δημοτολόγια
Παροικίας του 1827 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο
33χρονος ξυλουργός Παναγιώτης Βαβανός.
–1831. Το 1831 μνημονεύεται
στο προικοσύμφωνο του Πέτρου Τζώρτζη Χαμάρτου και της Αναστασίας Αντωνίου Φρ. Μαυρομμάτη στην Παροικία,
30 Ιανουαρίου 1831, «… πλησίον οικονόμος Βατιμπέλας».
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο
στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (συμπεριλαμβάνεται και ο Κώστος),
υπάρχει εγγεγραμμένος ο 59χρονος γεωργός Βαβανός Νικόλαος, ο 27χρονος γεωργός
Βαβανός Στυλιανός, ο 54χρονος γεωργός Μάρκος Βαβανός, ο 31χρονος εργάτης Νικόλαος
Ι. Βαβανός.
–1847. Σε εκλογικό κατάλογο
Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο
Βαβανός Παναγιώτης 53 ετών ξυλουργός
–1860. Στις 29
Σεπτεμβρίου 1860 σε συμβολαιογραφική πράξη [Πληρεξούσιο] στην Σύρου αναφέρεται
η κάτοικος Πάρου Μαρούσα χήρα Στελιανού
Βαβανού.
–1867. Το 1867
γεννιέται ο Βαβανός Στυλιανός του Ιάκωβου γεωργός κάτοικος Νάουσας Πάρου.
Απεβίωσε το 1949.
–1883. Σε εκλογικό κατάλογο του Κώστου του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο
Βαβανός Θεόδωρος του Νικολάου, 33 ετών, γεωργός.
–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο
Βαβανός Αντώνιος του Ιακώβου, 33 ετών, γεωργός. Ο Βαβανός Ιάκωβος του Ιωάννης,
61 ετών, γεωργός, ο Βαβανός Ιωάννης του Στυλιανού, 39 ετών, εργάτης, ο Βαβανός
Νικόλαος του Ιωάννη, 68 ετών, εργάτης και ο Βαβανός Νικόλαος του Ιακώβου, 28
ετών, εργάτης.
–1884. Στις 5 Ιουλίου 1884 ο 41χρονος αλιεύς
από την Πάρο Μάρκος Φροΐδης, του Γεωργίου και της Ελένης, κάτοικος Σύρου
παντρεύεται στην Ερμούπολη την 22χρονη από την Πάρο Ανθή Βαβανού, του Ιακώβου
και της Κυριακής.
–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι
οι, Βαβανός Θεόδωρος του Νικολάου, 35 ετών, γεωργός από τον Κώστο, Βαβανός
Αντώνιος του Ιάκωβου, ετών 34, γεωργός από τη Νάουσα, Βαβανός Ιάκωβος του
Ιωάννη, ετών 63, γεωργός από τη Νάουσα, Βαβανός Ιωάννης του Στυλιανού, ετών 41,
εργάτης από τη Νάουσα, Βαβανός Νικόλαος του Ιωάννη, 70 ετών εργάτης από τη
Νάουσα, Βαβανός Νικόλαος του Στυλιανού, ετών 33, εργάτης από τη Νάουσα και
Βαβανός Νικόλαος του Ιάκωβου, 30 ετών, εργάτης από τη Νάουσα.
–1891. Το 1891
γεννιέται ο Βαβανός Εμμανουήλ του Νικολάου επιπλοποιός κάτοικος Παροικιάς.
–1903. Στις 30 Ιουνίου 1903 ο 22χρονος
αλιεύς από την Πάρο Γεώργιος Μπαρμπαρής του Φρατζέσκου και της Άννας Βαβανού
[κάτοικοι Πάρου], παντρεύεται στην Ερμούπολη την 19χρονη από την Θήρα Θεοδώρα
Συρίγου, του Εμμανουήλ και της Μαργαρίτας.
–1905. Στις 13 Νοεμβρίου 1905 ο 25χρονος
εργάτης από την Πάρο Ιάκωβος Μπαρμπαρής του Φραγκίσκου και της Άννα Βαβανού,
παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Σύρο Αθανασία Ξαγοράρη, του
Εμμανουήλ, και της Μαρουσώς.
–1907. Στις 2 Μαρτίου 1907 ο 24χρονος
εργάτης από την Πάρο Πέτρος Μπαρμπαρής του Φραγκίσκου και της Άννας Βαβανού
παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Σύρου Μαριγώ Βλάχου, του Βαλσαμή
και της Καλλίτσας.
–1914. Στις 16 Μαρτίου 1914 ο 45χρονος
εργάτης από την Πάρο Στυλιανός Βαβανός του Ιάκωβου και της Κυριακή Μαλαματένιου
[κάτοικοι Πάρου] παντρεύεται στην Ερμούπολη την 40χρονη από την Νάξο Αυγουστίνα
Μαρούλη, του Γεωργίου, και της Κυριακής Μπεμπένη [κάτοικοι Νάξου].
–1917. Το 1917
γεννιέται ο Βαβανός Γεώργιος του Ιάκωβου, ναυτικός, κάτοικος Νάουσας Πάρου.
–1926. Το 1926
γεννιέται ο Βαβανός Δημήτριος του Ιάκωβου, ναυτικός, κάτοικος Νάουσας Πάρου.
–1928. Το 1928 γεννιέται η
Βαβανού Αργυρώ του Εμμανουήλ κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–1930. Το 1930 γεννιέται η
Βαβανού Φώτω του Εμμανουήλ κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–1931. Το 1931 γεννιέται η
Βαβανού Χρυσάνθη του Εμμανουήλ κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–1946. Σε
εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει
εγγεγραμμένος ο 78χρονος κάτοικος Νάουσας, Βαβανός Στυλιανός του Ιάκωβου,
γεωργός, ο 60χρονος κάτοικος Νάουσας, Βαβανός Γεώργιος του Αντωνίου, εργάτης, ο
62χρονος κάτοικος Νάουσας, Βαβανός Ιάκωβος του Αντωνίου, εργάτης, ο 27χρονος
γεωργός Βαβανός Αντώνιος του Γεωργίου, ο 32χρονος εργάτης Βαβανός Αντώνιος του
Ιάκωβου, ο 24χρονος εργάτης Βαβανός Βασίλειος του Ιάκωβου. Ο 23χρονος εργάτης
Βαβανός Θεόδωρος του Γεωργίου, ο 28χρονος εργάτης Βαβανός Ιωάννης του Στυλιανού
και ο 22χρονος εργάτης Βαβανός Κωνσταντίνος του Ιάκωβου.
–1952. Σε
εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η
Καπούτσου Συγκλητική, όνομα συζύγου Βασίλειος, όνομα πατρός Βαβανός Γεώργιος.
–Βάβουλας:
–1672. Σε αίτημα των παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας
Πατέρα της Καθολικής Εκκλησίας Jacques Dinet για να ζητήσουν πατέρες
της καθολικής εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο. «Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την
πανοσιώτη σας, ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ
ενδόξου συντροφιάς υου Ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον
μας πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και
ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την
επιστήμην δια τους μεταγεναστέρους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η
πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος άλλο δεν είναι εις όλα
τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των
ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται…»
Πάρος: εν έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29) εις το παλαιόν: +Ταπεινός
Μητροπολίτης Παροναξίας Μελέτιος.
Το πιο πάνω αίτημα υπογράφουν χριστιανοί, καθολικοί και ορθόδοξοι, μεταξύ
άλλων και ο Αντώνιος Βάβουλας.
–Βάγιας: Η οικογένεια Βάγια δεν ανήκει στις
παλαιότερες οικογένειες της Πάρου, ωστόσο κατέχει τη δική της ξεχωριστή θέση
στη νεότερη ιστορία του νησιού. Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, ο
γενάρχης του παριανού κλάδου καταγόταν από τη Σπερχειάδα Φθιώτιδας, από
όπου εγκαταστάθηκε στην Πάρο δημιουργώντας τον σημερινό οικογενειακό κορμό.
Παρότι η παρουσία της
οικογένειας στο νησί είναι σχετικά νεότερη, τα μέλη της διακρίθηκαν στην
εκπαίδευση, στον στρατό, στην επιστήμη και στη δημόσια ζωή. Από τις αρχές του
20ού αιώνα συναντούμε τον Ιωάννη Βάγια ως δάσκαλο στη Νάουσα, ενώ ο Ιωάννης
Ν. Βάγιας υπηρέτησε ως συνταγματάρχης του Ελληνικού Στρατού.
Ξεχωριστή θέση κατέχει ο
καθηγητής Ιωάννης Β. Βάγιας (γεν. 1876), ο οποίος συνέβαλε σημαντικά
στον χώρο της εκπαίδευσης. Γιος του ήταν ο Κωνσταντίνος Ι. Βάγιας
(1922–2023), ο οποίος συνδέθηκε με μία από τις γνωστές οικογένειες της
Πάρου, νυμφευόμενος την Αγνή Δημητρακοπούλου. Από τον γάμο τους
προέρχεται ο καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Ιωάννης Κ. Βάγιας,
διεθνώς γνωστός για την επιστημονική του πορεία στον τομέα του αντισεισμικού
σχεδιασμού και των μεταλλικών κατασκευών.
Η οικογένεια συνδέθηκε επίσης
συγγενικά με ιστορικές παριανές γενιές, όπως οι Κρίσπη, Μάτσα, Δελαγραμμάτη
και Δημητρακόπουλου, γεγονός που την ενέταξε στον κοινωνικό ιστό του
νησιού ήδη από τον 19ο αιώνα.
Αξίζει ακόμη να αναφερθεί ότι
στην περίοδο της Κατοχής έδρασε στην Πάρο ο ηρωικός αστυνόμος Ιωάννης Ν.
Βάγιας, ο οποίος συνελήφθη από τις ιταλικές αρχές για την αντιστασιακή του
δράση στη βάση της Αντιπάρου. Παρότι έφερε το ίδιο επώνυμο, δεν ανήκε στον ίδιο
γενεαλογικό κλάδο με την παριανή οικογένεια.
Η ιστορία των Βάγια
αποδεικνύει ότι η συμβολή μιας οικογένειας δεν μετριέται μόνο με το βάθος των
αιώνων, αλλά και με την προσφορά των ανθρώπων της. Μέσα από την παιδεία, την
επιστήμη, τη στρατιωτική υπηρεσία και τη συμμετοχή στην κοινωνική ζωή, η οικογένεια
Βάγια απέκτησε τη δική της διακριτή θέση στη νεότερη ιστορία της Πάρου.
–1822. Το μεγάλο και επιβλητικό αρχοντικό του Σιόρ Μιχελή Κρίσπη,
Δημογέροντα και πληρεξουσίου, με τα υστεροαναγεννησιακά μαρμάρινα παράθυρα,
δίπλα στην εκκλησία Σεπτεμβριανή, προικοδοτήθηκε στη Σύζυγό του Κατίγκω Ν.
Μάτσα το 1822 από τη Μητέρα της Ραμπελιώ Ν. Μάτσα, γένος Νικολάου Ιωάν.
Δελαγραμμάτη, καθώς και άλλα υποστατικά. Γόνοι του σιόρ Μιχελή Κρίσπη και της
Κατίγκως Μάτσα-Δελαγραμμάτη είναι οι οικογένειες: Γιάννη Βασ. Γράβαρη,
Συμβούλου Επικρατείας, Φλωρίτσας Ψαλτάκη-Βλάχου, Νικολάου και Μιχαήλ Κρίσπη,
Ρένας Κρίσπη-Λάζαρη (σημερινή ιδιοκτήτρια), Γιάννη Μαρινάκη, Ειρήνη Ρούσσου, η
οικογένεια Τώλη Δημητρακόπουλου, αντιναυάρχου, Αγνής Δημητρακοπούλου-Βάγια,
Γιάννη Βάγια, καθηγητή Εθν. Μετσοβίου Πολυτεχνείου, Βασίλη Κατσουρού, Ρενέ
Ζάννου, Ολυμπιάδος Βενιέρη – Αγγελοπούλου κ.α.
–1876. Γεννιέται το 1876 ο καθηγητής
Ιωάννης Β. Βάγιας. Σύζυγός του η Ασπασία το γένος Βιτσαρά. Παιδί τους ο
Κωνσταντίνος Ι. Βάγιας (1922-2023).
–1908. Το 1908 γεννιέται ο Βάγιας Ιωάννης
του Νικολάου συνταγματάρχης κάτοικος Παροικιάς.
–1913. Γεννιέται το 1903 ο
Αναστάσιος Καλλιέρος του Παναγιώτη και της Στυλιανής. Σύζυγός του η Σωσώ Ι.
Βάγια (1913?) και τέκνα τους η Μιράντα (συζ. Νικολακάκος) και ο Παναγιώτης
(σύζ. Κυριακή Μαυροειδή).
–1920 από τους ιδρυτές, όπως
προκύπτουν από το βιβλίο πρακτικών του Συνδέσμου «Εν Πειραίει Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου» είναι ο Βάγιας Β.
–1921. Δάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Νάουσας το 1921, ο Ιωάννης Βάγιας.
–1921. Το 1921 γεννιέται η
Βάγια Μαρία του Ιωάννη κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–1922. Γεννιέται στις 27 Ιανουαρίου του
1922 ο Κωνσταντίνος Βάγιας του Ιωάννη. Απεβίωσε στις 28 Μαρτίου 2023. Είχε
νυμφευθή την Αγνή Δημ. Δημητρακοπούλου.Γιός τους ο καθηγητής Ιωάννης Κων.
Βάγιας.
–1949. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
του 1949 είναι εγγεγραμμένος ο Βάγιας Ιωάννης του Νικολάου συνταγματάρχης
κάτοικος Παροικιάς.
–1958. Σε φώτο
Νάουσας ο νεαρός Αντώνης Βάγιας.
–1959. Σε
φωτογραφεία του 1959 στην Παροικιά διακρίνεται ο μαθητής Νίκος Βάγιας.
–1963. Νίκος Βάγιας 1963, μαθητής Γυμνασίου Πάρου, Παροικιά.
–Βαζέος ή Βαζαίος ή Βαζαίγιος
ή Βαζέγιος ή Μπαζέος ή Μπαζαίος ή Μπαζέγιος:
Το επώνυμο Βαζαίος, που απαντά επίσης στις μορφές Βαζέος,
Βαζέγιος, Βαζαίγιος, Μπαζέος, Μπαζαίος και Μπαζέγιος, αποτελεί ένα
από τα παλαιότερα φραγκικής προέλευσης επώνυμα των Κυκλάδων. Οι διάφορες αυτές
γραφές αποτυπώνουν τη μακραίωνη πορεία της οικογένειας μέσα στους αιώνες και
τις γλωσσικές μεταβολές που γνώρισε το όνομά της.
Σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα
ιστορικά στοιχεία, η οικογένεια συνδέεται με τη βενετική οικογένεια Baseggio
(Baseo), όνομα που προέρχεται από το βενετικό βαπτιστικό Basegio,
δηλαδή τον Βασίλειο. Στα πρακτικά της Επιστημονικής Συνάντησης «Το Δουκάτο
του Αιγαίου» (Νάξος–Αθήνα, 2007), το οικόσημο της οικογένειας αναφέρεται ως
Baseggio–Baseo, ενώ ακόμη παλαιότερες πηγές συνδέουν τον οίκο με την
οικογένεια Mastelizzi (Mastalitia), της οποίας το οικόσημο έφερε
χαρακτηριστικά τετράφυλλα ή πεντάφυλλα ρόδα.
Η παλαιότερη γνωστή μορφή του
επωνύμου φαίνεται πως ήταν Βάχειος, γεγονός που αποδεικνύει τη μακρά
εξέλιξη του ονόματος μέχρι να λάβει τη σημερινή του μορφή.
Η οικογένεια συγκαταλεγόταν
ανάμεσα στις πλέον εύπορες και ισχυρές οικογένειες της Πάρου. Μάλιστα, ο κύριος
κλάδος της θεωρείται κοινής καταγωγής με την οικογένεια Αναπλιώτη, ενώ
στις αρχές του 17ου αιώνα ανέδειξε ακόμη και ηγούμενο στο Άγιο Όρος, ο οποίος
υπέγραφε ως Μπαζαίος – Αναπλιώτης.
Τα παλαιότερα αρχειακά
τεκμήρια στην Πάρο εμφανίζονται ήδη στις αρχές του 18ου αιώνα. Το 1710
καταγράφεται αμπέλι στις Σωτήρες με σύνορο τον Γιακουμάκη Μπαζέγιο, ενώ
από το 1716 και για περισσότερα από είκοσι χρόνια ο Γιάκουμος
(Γιακουμής) Μπαζέγιος εμφανίζεται συνεχώς στα πρακτικά των Γενικών
Συνελεύσεων της Παροικιάς. Συμμετέχει ως μάρτυρας, εκλέκτορας και εκπρόσωπος
του Κοινού, γεγονός που δείχνει ότι κατείχε ιδιαίτερα σημαντική θέση στην
τοπική κοινωνία.
Το 1730 αποτελεί
χαρακτηριστική χρονιά της οικονομικής ισχύος της οικογένειας. Ο Ιάκωβος
Μπαζέγιος, μαζί με τον Τζουανάκη Βατιμπέλα και τον Νικόλαο Μαυρογένη,
αναλαμβάνει την εκμετάλλευση της περίφημης δεκάτης του νησιού, δηλαδή
του σημαντικότερου φορολογικού εσόδου της εποχής. Την ίδια περίοδο σώζονται
συμβόλαια που αποκαλύπτουν ότι αρκετοί μικροκαλλιεργητές προμηθεύονταν σιτηρά
από τις αποθήκες των αφεντάδων Μπαζέγιου και Μαυρογένη, στοιχείο
που αποτυπώνει τη μεγάλη οικονομική επιφάνεια των δύο οικογενειών.
Καθ' όλη τη διάρκεια του 18ου
αιώνα συναντούμε μέλη της οικογένειας ως επιτρόπους, μάρτυρες σε συμβόλαια,
εκτιμητές, εκπροσώπους των κοινοτήτων και συμμετέχοντες στις συνελεύσεις των
επτά κοινοτήτων της Πάρου. Ο Ανδρέας, ο Δημήτριος, ο Ανδούλης
και άλλοι Μπαζέγιοι εμφανίζονται επανειλημμένα σε δημόσια έγγραφα, γεγονός που
αποδεικνύει τη συνεχή παρουσία και επιρροή τους στα κοινά του νησιού.
Η οικογένεια ήταν ιδιαίτερα
συνδεδεμένη με τα Μάρμαρα και την περιοχή του Κεφάλου, όπου οι
αναφορές συνεχίζονται μέχρι και τον 19ο αιώνα. Το 1831 ο Γεώργιος
Παζέως (Βαζαίος) υπογράφει την περίφημη επιστολή των Παρίων προς τον
Επίτροπο του Αιγαίου για τις συγκρούσεις με τους Κρητικούς εποίκους, ενώ λίγα
χρόνια αργότερα οι Βαζαίοι καταγράφονται στα δημοτολόγια και στους εκλογικούς
καταλόγους του Δήμου Μάρπησσας.
Ξεχωριστή είναι και η επιγραφή
του 1883 στον ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στα Μάρμαρα, όπου
αναφέρεται ότι η εικόνα του Αγίου Γεωργίου φιλοτεχνήθηκε επί επιτροπείας των Κωνσταντίνου
και Γεωργίου Βαζέου, προσφέροντας ακόμη μία μαρτυρία της ενεργού συμμετοχής
της οικογένειας στην εκκλησιαστική και κοινωνική ζωή του χωριού.
Κατά τον 19ο αιώνα μέλη της
οικογένειας ανέπτυξαν εμπορική δραστηριότητα στη Σμύρνη, ενώ άλλοι
εγκαταστάθηκαν στη Νάξο, στη Σύρο, στη Σαντορίνη, στην Αθήνα
και αργότερα στη Βραζιλία, χωρίς όμως να χαθεί ποτέ ο δεσμός με την
Πάρο. Σύμφωνα με τον Ιωάννη Ναυπλιώτη-Σαραντινό, ο κλάδος της Νάξου προήλθε από
την Πάρο στα τέλη του 18ου αιώνα.
Το επώνυμο Βαζαίος
εξακολουθεί να απαντάται μέχρι σήμερα κυρίως στα Μάρμαρα και την Παροικιά,
αποτελώντας έναν ακόμη ζωντανό κρίκο που συνδέει τη σύγχρονη Πάρο με την
περίοδο της Φραγκοκρατίας και τις μεγάλες οικογένειες που διαμόρφωσαν την
ιστορία του νησιού.
–1710. Αμπέλι Σωτήρες σύμπλιος
Γιακουμάκης Μπαζέγιος.
–1716. Σε πρακτικό εκλογής νοταρίου – καγκελαρίου από το κοινό της Παροικιάς
στη Γενική Συνέλευση της 14 Ιανουαρίου 1716, μαρτυρείται ο Γιάκουμος Μπαζέγιος.
–1716. Σε κληρονομικό δικαίωμα
των συζύγων αναφέρεται στις 24 Ιανουαρίου 1716 ο μάρτυρας Γιακουμής Μπαζέγιος.
–1722. Ο Παριανός (γεννήθηκε στα Μάρμαρα) ιερομόναχος Αρσένιος
Μενδρινός, το 1722 Μητροπολίτης Τήνου, αναφέρεται σε έγγραφο Παρου στις 29
Οκτωβρίου 1722 για πωληση ακινήτου στην Παροικιά. «… ο οικονόμος Παροικιάς
Αλησάφης εμολόγησεν και ομολογά πως απατός του επαρακίνησεν την μπρεσβυτέραν
του κερά Μαρκιετάκη οικονόμισα και επούλησεν τα πράγματα ειχεν εις τον Κέφαλο
πουρκιάν της και έλαβεν αυτός τα άσπρα και εγόρασε από τον αφέντη Μανωλάκη
Πρωτόδικο το μπάρμπαν του ένα λιβάδι εις τον Μπαρασπόρο…» Το πωλητήριος
μαρτυρούν και υπογράφουν οι: Οικονόμος Αλησάφης Νικόλαος ιερεύς, ο Μανώλης
Πρωτόδικος, ο Σκευοφύλαξ Ντεφεράρης, ο παπα Νικολός Πρωτόδικος, ο Γιάκουμος
Μπαζέγιος και ο Καντζελλάριος Παροικιάς Νικόλαος Σπυρίδος.
–1723. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 30
Ιανουαρίου 1723 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο Γιάκουμος Μπαζέγιος.
–1724. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 13
Δεκεμβρίου 1724 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο Γιάκουμος Μπαζέγιος.
–1724. Απόφαση του κοινού της
Παροικιάς για την διατίμηση των προϊόντων και την απογραφή της κτηματικής
περιουσίας όλων των κατοίκων. Κατά τη Γενική Συνέλευση της 13 Δεκεμβρίου 1724,
αναφέρεται ο Γιάκουμος Μπαζέγιος.
–1730. Αμπέλι Σγουρού σύμπλιος
Μπαζέγιος.
–1730. Ο Τζουανάκης Βατιμπέλας είχε αγοράσει στις 20 Ιουλίου 1730 τον
φόρο της δεκάτης του νησιού μαζί με τους Ιάκωβο Μπαζέγιο και Νικόλαο Μαυρογένη
για ένα χρόνο.
–1730. Σε πρακτικό πωλήσεως του φόρου της δεκάτης του κοινού Παροικιάς κατά
τη Γενική Συνέλευση, της 26 Ιουλίου 1730. Η κοινότητα «πουλάει» τη
«δεκατιά» της χρονιάς εκείνης, «ηγούν το πέμπτον της γής» στους αφέντες Ιάκωβο
Μπαζέγιο, Τζουανάκη Βατιμπέλα και Νικολάκη Μαυρογένη, καθώς και τους φόρους της
Αλυκής και το κουμέρκι».
–1730. Τον Ιανουάριος του 1730, ο Μαστρομιχελής Παπαδόπουλος,
μικροιδιοκτήτης, πουλά το σπίτι και το ποτιστικό του μαζί για να ξεπληρώσει το
σιτάρι και το κριθάρι που τόσες φορές χρειάστηκε να πάρει από τις αποθήκες των
αφεντάδων Μπαζέγιου και Μαυρογένη, και μάλιστα «νύχτα καιρό».
–1730. Πρακτικό εκλογής
απεσταλμένου του κοινού της Παροικιάς στην Κωνσταντινούπολης στις 28 Ιανουαρίου
1730 μαρτυρείται ο Γιάκουμος
Μπαζέγιος.
–1730. Σε πρακτικό πωλήσεως του φόρου της δεκάτης του κοινού Παροικιάς κατά
τη Γενική Συνέλευση, της 26 Ιουλίου 1730 μαρτυρείται ο Ιάκωβος Μπαζέγιος.
–1730. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 12
Νοεμβρίου 1730, αναφέρεται ο Γιάκουμος Μπαζέγιος.
–1731. Σε δημόσιο πλειστηριασμό του κοινού της Παροικιάς, σε πρακτικό
Γενικής Συνέλευσης της 1 Μαρτίου 1731 μαρτυρείται ο Γιάκουμος Μπαζέος.
–1731. Σε κληρονομικό δικαίωμα
των συζύγων αναφέρεται στις 21 Μαρτίου 1731 διαιτητική απόφαση εις διαφορά του
παπά Δημήτρη Βιτζαρά με τον Κοντίλη Θεοτόκη. Βεβαιώνει ο Γιακουμής Μπαζέγιος.
–1733. Ο Ανδούλης Μπαζέγιος υπογράφει
και βεβαιώνει έγγραφο στις 13 Οκτωβρίου 1733.
–1737. Προικοσύμφωνο του
μαστρο Τζουάνε Βασιλάκη με την Ζαμπέτα θυγατήρ παπά Αντώνη Μουσούρη στην
Παροικιά στις 3 Φεβρουαρίου 1737, χωράφι στις Κουκουμαύλες σιμπλιος Ανδουλάκης
Μπαζέγιος.
–1738. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς τον Μάρτιο του
1738 αναφέρεται ο Ανδρέας Μπαζέγιος.
–1741. Για την εκλογή
απεσταλμένων στην Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Παροικιάς στη Γενική
συνέλευση το 1741 αναφέρεται ο Δημήτριος Μπαζέγιος.
–1742. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 1η Μαρτίου
του 1742 αναφέρεται ο Δημήτρης Μπαζέγιος.
–1749. Σε εκλογή απεσταλμένου
για την Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 12
Οκτωβρίου 1749, μαρτυρείται ο
Δημήτριος Μπαζέγιος.
–1750. Σε αφιέρωση περιουσίας στην Ξεχωριανή στις 29 Μαρτίου του 1750, ο
Δημήτρης Μπαζέος είναι μάρτυρας.
–1750. Σε Πρακτικό εκλογής
απεσταλμένου των επτά κοινών της Πάρου (Παροικιάς, Νάουσας, Κεφάλου, Τζιπίδου,
Λευκών, Μαρμάρων, Δραγουλάς) στην Κωνσταντινούπολη της 23 Αυγούστου 1750, μαρτυρείται ο κάτοικος Κεφάλου Δημήτρης
Μπαζέγιος.
–1796. Ο εφημέριος Μαρμάρων
Ευστράτιος Στάμενας και ο ηγούμενος της μονής του Αγίου Αντωνίου Άνθιμος
Σκορδίλης, αναφέρονται σε έγγραφα του οσίου Αντωνίου στις 22 Ιανουαρίου 1796 να
ανταλάσσουν χωράφια «εξω εις την Γλυφάδα κληρονομιάν από τον πεθερόν του σύμπλιος
ο σιόρ Μπαζαίος και Μανόλης Άγουρος. Μάρτυς ο Δημήτριος Μπαζαίος και ο
Δημήτριος Άγουρος».
–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831,
σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για
τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Γεώργιος
Παζέως (Βαζαίος) από τα χωριά του Κεφάλου.
–1840 Το 1840 γεννιέται ο Γεώργιος Βαζέγιος του Κων/νου. Είχε δύο
αδελφούς με εμπορικές δραστηριότητες στην Σμύρνη. Τον Νικόλαο και τον Ιωσήφ.
–1844. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μαρμάρων το 1844 είναι
εγγεγραμμένος ο 34χρονος εργάτης Κωνσταντίνος Μπαζαίος.
–1846. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις
28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Μαρία Γεωργίου Μπαζαίου, ετών 57,
οικιακά, χήρα.
–1866. Στις 15 Αυγούστου 1866 ο 25χρονος εργάτης από την Πάρο Μιχαήλ
Βαζαίος του Κωνσταντίνου και της Μαρούκας, παντρεύεται στην Ερμούπολη την
20χρονη από την Θήρα Ειρήνη Σιγάλα, του Αντωνίου και της Αναστασίας
Μπαρμπαρίγου.
–1875. Σε εκλογικό κατάλογο
του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχουν εγγεγραμμένοι τα αδέρφια Βαζαίγιος Γιώργος
42 ετών, Νικόλαος 38 ετών και Ιωσήφ 40 ετών, του Κωνσταντίνου γεωργοί. Ο
Νικόλαος και Ιωσήφ ήταν κάτοικοι Σμύρνης.
–1880. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις
28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Ζωή Γεωργίου Μπαζαίου, ετών 23,
οικιακά, άγαμη.
–1882. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις
28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Μαρούσα Γεωργίου Μπαζαίου, ετών 21,
οικιακά, άγαμη.
–1883. Σε εικόνα του Αγίου Γεωργίου στο Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στα
Μάρμαρα, η επιγραφή: «Η παρούσα εικών εζωγραφίσθη διά συνδρομής των κατοίκων
του χωρίου Μαρμάρων, επιτροπεύοντος Κωνσταντίνου και Γεωργίου Βαζέου, αωπγ’
(=1883).
–1891. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις
28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Ιωσήφ Γεωργίου Μπαζαίος, ετών 12,
υπηρέτης, άγαμη.
–1893. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις
28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Έλπις Γεωργίου Μπαζαίου, ετών 10,
μαθήτρια, άγαμη.
–1916. Στις 17 Φεβρουαρίου 1916 ο 26χρονος
ναυτικός από την Πάρο Ιωσήφ Μπαζαίος του Γεωργίου και της Μαριγώς Καλλέργη
παντρεύεται στην Ερμούπολη την 24χρονη από την Σύρο Ελένη Ζώρζου, του Αντωνίου,
και της Στυλιανής Σπηταλιωράκη.
–1922. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι
εγγεγραμμένος ο παριανός 32χρονος θερμαστής Ιωσήφ Γ. Βαζαίος έγγαμος. Έδωσε
όρκο στις 15 Δεκεμβρίου 1922.
–1927. Το 1927 γεννιέται στα Μάρμαρα το πρώτο από τα τρία παιδιά του Ιωσήφ
και της Ελένης Βαζαίου, Γεώργιος Ι. Βαζαίος.
–1929. Τον Μάιο του 1929 γεννιέται στα Μάρμαρα το δεύτερο από τα τρία
παιδιά του Ιωσήφ και της Ελένης Βαζαίου, Κωνσταντίνος Ι. Βαζαίος.
–19_. Το 19_ γεννιέται στα Μάρμαρα το τρίτο από τα τρία παιδιά του Ιωσήφ
και της Ελένης Βαζαίου, Αντώνιος Ι. Βαζαίος.
–1935. Πρόξενος της Ελλάδας στην Βραζιλία ο Κώστας Δ. Βαζαίος από τα
Μάρμαρα, γεννημένος το 1935.
–1954. 21 Νοεμβρίου 1954
ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ. ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΑΡΧΙΛΟΧΟΥ:
Εξελέγησαν οι κ.κ. Κωνστ. Φ. Ραγκούσης, Λυκούργος Σάμιος, Ιωσήφ Βαζαίος, Ιωάν.
Κληρονόμος και Αντ. Γ. Δελένδας.
–Βαζιανός:
–1907. Ασύστολοι και αναιδείς
νυκτοκλέπται υπό τα όμματα των Αρχών κατακλέπτουν καθ’ εκάστην σχεδόν εσπέραν
όρνιθας, ινδιάνους και χήνας.
Ούτω κατά τας τελευταίας αυτάς
ημέρας εκλάπησαν τα ακόλουθα: 1) του κ. Νικολάου Ιω. Καμπάνη 2 όρνιθες, 2) του
εμπόρου Κωνσταντίνου Μ. Αιγινήτου 1 ινδιάνος, 3)του εμπόρου Νικολάου Π. Πάσου 1
ινδιάνος, 4) του ιατρού κ. Σπύρου Λορεντζιάδου 2 όρνιθες, 5) του πτωχού
οικογενειάρχου Βαζιανού μάστορη 1 όρνις, 6) του κ. Ιάκωβου Γ. Κυπραίου μία χήνα
και 7) του εμπόρου κ. Ιωάννη Μ. Δαμία 2 ινδιάνοι. Είνε αληθές ότι ο
προϊστάμενος της ενταύθα αστυνομίας ενωματάρχης κ. Ταταράκης, ως και άλλοτε
εγράψαμεν επέδειξεν και εις την παρούσαν περίστασιν ζήλον και δραστηριότητα
αλλ’ άνευ δυστυχώς αποτελέσματος η αντικατάστασις όμως μερικών αστυνομικών
οργάνων κρίνεται απολύτως αναγκαιοτάτη, χάριν παγιώσεως της δημοσίας τάξεως και
ασφαλείας, κατόπιν μάλιστα των θρασυτάτων αυτών νυκτοκλεπτών, και χάριν του
ηθικού της αστυνομίας (φ.242 «Αιγαίον» 13 Ιανουαρίου 1907).
–Βαζουράκης: Το επώνυμο Βαζουράκης δεν ανήκει στα
παλαιά παριανά επώνυμα. Η οικογένεια έφτασε στην Πάρο μετά τη Μικρασιατική
Καταστροφή του 1922, φέρνοντας μαζί της το αρχικό επώνυμο Μπαζιουρούκη.
Επειδή όμως το όνομα ήταν δύσκολο στην προφορά του και οι Παριανοί το
παραποιούσαν συχνά, η οικογένεια το απλοποίησε σταδιακά σε Βαζουράκης,
με το οποίο είναι γνωστή μέχρι σήμερα.
Οι πρώτες καταγραφές στα
δημοτολόγια εμφανίζονται αμέσως μετά την άφιξη των προσφύγων. Στη Νάουσα
αναφέρονται η Χρυσούλα Μπαζιουρούκη και η Παρασκευή Μπαζιουρούκη,
γεννημένες στο Άκ-Κιόϊ της Μικράς Ασίας, αποτελώντας από τις πρώτες
επίσημες μαρτυρίες της παρουσίας της οικογένειας στο νησί.
Η άφιξη των Μικρασιατών στην
Πάρο υπήρξε μια δύσκολη περίοδος. Οι άνθρωποι αυτοί έφτασαν ξεριζωμένοι,
έχοντας εγκαταλείψει τις πατρίδες τους, χωρίς περιουσία και χωρίς καμία
βεβαιότητα για το μέλλον. Αρχικά συγκεντρώθηκαν στην Παροικιά, περιμένοντας να
αποφασιστεί πού θα δημιουργηθεί ο νέος προσφυγικός συνοικισμός.
Η προφορική παράδοση διασώζει
ένα χαρακτηριστικό περιστατικό με πρωταγωνιστή τον Δελαγραμμάτη Ναυπλιώτη,
έναν άνθρωπο γνωστό για τη φιλανθρωπία και την κοινωνική του προσφορά.
Βλέποντας τους πρόσφυγες να περιμένουν επί ημέρες χωρίς λύση, μπήκε στο τότε
κοινοτικό κατάστημα και προέτρεψε τον πρόεδρο της κοινότητας, καπετάν Μιχάλη
Ζησιμόπουλο, να σταματήσουν οι συζητήσεις για την τοποθεσία του συνοικισμού.
Όταν τον ρώτησαν πού πίστευε
ότι έπρεπε να εγκατασταθούν, απάντησε με τη φράση που έμεινε στη μνήμη των
κατοίκων:
«Ούτε στα Κακάπετρα ούτε στα
Λιβάδια. Να τους βάλετε στη χωράφα της Εκατονταπυλιανής, να τους έχω και
γείτονες.»
Έτσι δημιουργήθηκε ο
προσφυγικός συνοικισμός της Παροικιάς, όπου εγκαταστάθηκαν δεκαέξι οικογένειες
από διάφορες περιοχές της Μικράς Ασίας. Ανάμεσά τους βρίσκονταν και οι
οικογένειες των Φώτη Βαζουράκη, Στέλιου Βαζουράκη και η Διαμαντώ
Βαζουράκη, που έμελλαν να αποτελέσουν μέρος της μεταπολεμικής ιστορίας της
Πάρου.
Οι πρόσφυγες προέρχονταν από
διαφορετικές περιοχές, όπως η Έφεσος, το Μπουντρούμ (Αλικαρνασσός)
και άλλα μικρασιατικά παράλια. Έφεραν μαζί τους νέες συνήθειες, επαγγέλματα,
τραγούδια και γεύσεις, εμπλουτίζοντας σταδιακά την κοινωνική και πολιτιστική
ζωή του νησιού.
Το επώνυμο Βαζουράκης
εμφανίζεται πλέον στα δημοτολόγια της Παροικιάς από το 1929, ενώ
μεταπολεμικά συναντάται στους εκλογικούς καταλόγους του 1953 με τις οικογένειες
του Φώτη και του Στυλιανού Βαζουράκη. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1959,
ο Βαγγέλης και η Θέκλα Βαζουράκη απαθανατίζονται στην ομαδική
φωτογραφία του Εμπορικού Συλλόγου στον Άγιο Φωκά, αποτελώντας πλέον αναπόσπαστο
κομμάτι της παριανής κοινωνίας.
Η ιστορία της οικογένειας
Βαζουράκη υπενθυμίζει ότι η ιστορία της Πάρου δεν γράφτηκε μόνο από τις παλαιές
οικογένειες του νησιού. Γράφτηκε και από ανθρώπους που έφτασαν εδώ ως
πρόσφυγες, κουβαλώντας την ανάμνηση μιας χαμένης πατρίδας, αλλά καταφέρνοντας
να ριζώσουν και να δημιουργήσουν μια νέα ζωή στον τόπο που τους υποδέχθηκε.
–1922. Στο Δημοτολόγιο Ναούσης
οι: Μπαζιουρούκη Χρυσούλα του Γεωργίου, ετών 40, οικιακά, γεννημένη του 1905
στο Άκ-Κιόϊ.
Μπαζιουρούκη Παρασκευή,
σύζυγος του Γεωργίου, οικιακά, γεννημένη το 1907 στο Άκ-Κιόϊ.
–1922. Τα προσφυγικά στην Παροικιά
Προτού να γίνει το Κέντρο Υγείας και προτού
ανοιχτεί ο δρόμος προς Νάουσα το 1937, υπήρχε μια μεγάλη χωράφα από το σημερινό
Κ.Υ. και έφτανε μέχρι το ποτάμι στην
διασταύρωση του περιφερειακού όπου είχε τότε μέσα του ρωμαϊκούς τάφους που
έχουμε τώρα στο μουσείο μπροστά.
Το 1926 ο Δελαγραμμάτη Ναυπλιώτης ο οποίος ήταν
ενεργό στοιχείο της Παροικίας περνούσε κάποτε με το μπαστούνι του κάτω από την
κοινότητα, η κοινότητα τότε ήταν απέναντι από το σπίτι του Βάλληνδρα, πίσω από
το ΚΑΠΗ, και ήταν μαζεμένοι οι πρόσφυγες. Οι Παριανοί δεν τους είχαν δει με
καλό μάτι, ήταν λοιπόν μαζεμένοι εκεί, σταμάτησε ο αείμνηστος Ναυπλιώτης και
τους λέει, «τι κάνετε ρε παιδιά εδώ?» και του λένε «Κύριε Ντελαγραμμάτη,
είμαστε εδώ μια βδομάδα και ο πρόεδρος μαζί με τα μέλη σκέπτονται να δούνε που
να κάνουνε τον προσφυγικό συνοικισμό, στα Κακάπετρα ή στα Λιβάδια» τότε ο
Ναυπλιώτης πήρε τρείς από τους πρόσφυγες, ένας εξ αυτών ο Κουτσουράκης ο οποίος
αναφέρει το γεγονός, μπαίνουν στην κοινότητα όπου πρόεδρος της κοινότητας τότε
ήταν ο καπετάνιος Μιχάλης Ζησιμόπουλος και ρωτάει τον Ναυπλιώτη… «Καλώς τον
Ντελαγραμμάτη, ποιος καλός καιρός σε έφερε κατά δω?» και του απαντάει ο
Ναυπλιώτης «Δεν με έφερε καπτάν Μιχάλη κανένας καλός καιρός, με έφερε η
αγανάκτηση να βλέπω τους πρόσφυγες τα αδέρφια μας, τους κατατρεγμένους από τη
Μικρά Ασία να περιμένουν από κάτω πότε θα αποφασίσετε εσείς που θα κτιστεί ο
προσφυγικός συνοικισμός». Εσύ που μας λες Ντελαγραμμάτη? στα Κακάπετρα ή στα
Λιβάδια?, ρώτησε ο καπτάν Μιχάλης. Ούτε στο ένα ούτε στο άλλο, να τους βάλετε
στην χωράφα της Εκατονταπυλιανής να τους έχω και γείτονες, του απάντησε ο
Ναυπλιώτης.
Ο Δελλαγραμμάτης Ναυπλιώτης φιλάνθρωπος και ελεήμων
και παρότι είχε μεγάλη οικογένεια πάντα προσπαθούσε να βοηθήσει τους πρόσφυγες.
Όταν πέθανε το 1939 σε ηλικία 49 ετών οι πρόσφυγες ήρθαν πρώτοι για να σταθούν
δίπλα στην χήρα Ναυπλιώτενα.
Τα σπίτια ήταν δίδυμα. Αν ήταν από τρία άτομα και
πάνω παίρνανε ένα σπίτι που είχε χολ, κουζίνα και σάλα.
Τα τρία πρώτα ήταν για πολυμελή οικογένεια και
υπόλοιπα τρία για μονομελη οικογένεια, μονόχωρο με το τζάκι κάτω στο δάπεδο και
όχι όπως τα παριανά που ήταν στον τοίχο και εκεί μαγείρευαν. Και, 7ο και 8ο
πολυμελές. Σύνολο 16 οικογένειες.
Οι οικογένειες ήταν: στο 1ο σπίτι ο Χατζής (γιατί
είχε πάει στα Ιεροσόλυμα) Πανάς Βεργούλης (το όνομα) σύζυγος Δέσποινα. Στο 2ο
σπίτι διέμενε ο Κωνσταντίνος Κλαδάκης, σύζυγος Ελένη. Το 3ο σπίτι ήταν η
οικογένεια του Απόστολου Λαγού, σύζυγος Κλεονίκη. Η μία κόρη του η Μαριώ
παντρεύτηκε κι έμεινε στη Νάουσα. Το 4ο σπίτι του Ιωάννη Λαγού σύζυγος
Δέσποινα, το επόμενο ήταν του Καπλάνη γνωστό ως σπίτι της Καπλάνενας και δίπλα
του ο Κωνσταντίνος Καραντζάς. Στο επόμενο ο Ναουσαίος Βαγγέλης Αιγινήτης,
σύζυγός του η Μικρασιάτισσα Ευθυμία, το από δίπλα ήτανε του Δημητρίου Κυπραίου
σύζυγος Διαμαντώ Βαζουράκη* και οι δύο Μικρασιάτες, απέναντι διέμεναν ο
Γιαννακός Επιτροπάκης σύζυγος Ουρανία
και πίσω ήταν το σπίτι του Νικόλαου Κουτσουράκη σύζυγος Ρηνιώ. Πάρα δίπλα ήταν
ένα άλλο το οποίο ήταν του Στυλιανού Κρητικού σύζυγος Δέσποινα και δίπλα τους
ένα σπίτι χωρισμένο στα δύο από δυο αδέρφια. Στο πρώτο διέμενε ο Φώτης
Βαζουράκης* με την σύζυγό του Φώτω το γένος Ι. Κουτσομήτρου και στο δίπλα ο
Στέλιος ο Βαζουράκης με την σύζυγό του Ελένη το γένος Νικ. Κατζαμπά. Στα πιο
κάτω σπίτια ήταν οι οικογένειες του Μανώλη Χαραλάμπους σύζυγος Δέσποινα
Βαζουράκη και στο άλλο ήτανε ο Σεραφείμ Ταλόγλου σύζυγος Βασιλεία το γένος
Μουτάφη η οποία έχει μείνει στην ιστορία για την φράση της «φύγαμε και αφήσαμε
την λάμπα αναμμένη…». Από κάτω ήταν τα σπίτια της χήρας Βασιλικώς Καλαϊντζή και
δίπλα από πίσω ήταν η χήρα Τριανταφυλλιώ η οποία έκανε και μάγια. Πέθανε στο
κρεβάτι σκουληκιασμένη. Και τέλος, άλλα δύο μονόχωρα σπίτια, στο ένα έμενε ο
Δημητρώς Καλαϊντζής με την σύζυγό μου Αγγελικώ και στο από πίσω ο Κωνσταντίνος
Κουτσουράκης σύζυγος Μακρίνα.
Όλοι σκεπαστήκανε εκεί κι έτσι έμεινε γνωστό σήμερα
ως ο προσφυγικός συνοικισμός.
Πολλοί από τους παραπάνω πήγαν πρώτα στη Νάουσα και
στην συνέχεια έμειναν στον συνοικισμό.
Ήταν από όλη την Μικρά Ασία. Η Δέσποινα Ιωάννου
Λαγού ήταν από την Έφεσο όπως και η Φώτω Βαζουράκη. Από το Μπουντρούμ, την
αρχαία Αλικαρνασσό ήταν τα αδέρφια Λαγού.
*Το πραγματικό επώνυμο των Βαζουράκη ήταν
Μπαζιουρούκη. Η οικογένεια άλλαξε το επώνυμό της στην Πάρο για απλούστευση,
δεδομένου ότι οι Παριανοί το μπέρδευαν και το πρόφεραν λάθος.
–1929. Το επώνυμο Βαζουράκης αναγράφεται στα δημοτολόγια Παροικιάς το 1929.
–1953. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Βαζουράκη Φωτούλα το γένος Ι. Κουτσομήτρου, όνομα
συζύγου Φώτιος, κάτοικος Παροικιάς.
–1953. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Βαζουράκη Ελένη το γένος Νικ. Κατζαμπάς, όνομα
συζύγου Στυλιανός κάτοικος Παροικιάς.
–1959. Σε ομαδική φωτογράφιση του εμπορικού συλλόγου στον Άγιο Φωκά, το
1959 εμφανίζονται ο Βαγγέλης & Θέκλα Βαζουράκη.
–Βάιος:
–1888. Στις 5 Ιουνίου 1888 ο 28χρονος
τελωνοφύλαξ από την Πάρο Μαρίνος Βάιος του Απόστολου Βάιου και της Μαρίνας
Μαυρομμάτη, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Σύρο Κασσάνδρα
Κοκίνου, του Κωνσταντίνου και της Ζαμπέτας Πατσούκη.
–Βακαλόπουλος:
–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις
28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Σταμάτης Κωνσταντίνου Βακαλόπουλος,
ετών 21, κάτοικος Καΐρου, εμπορουπάλληλος, άγαμος.
–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις
28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Κωνσταντίνου Βακαλόπουλος,
ετών 18, υπηρέτης, άγαμος.
–Βαλαγιώργης: Μικρασιάτης, κάτοικος
Νάουσας
–Βαλανόπουλος:
–1902. Το 1902 γεννιέται ο Βαλανόπουλος
Αντώνιος του Δημητρίου ναυτικός κάτοικος Παροικιάς. Το 1948 διαγράφετε από τον
εκλογικό κατάλογο Παροικιάς ως εγγραφέντας σε άλλη Κοινότητα.
–Βάλβης ή Μπάλπης: Το επώνυμο Βάλβης, που συναντάται
και ως Μπάλπης, αποτελεί ένα ακόμη επώνυμο βενετικής προέλευσης που
διατηρήθηκε στις Κυκλάδες. Η οικογένεια συνδέεται με τον βενετικό πατρικιακό
οίκο Valbi, ρωμαϊκής καταγωγής, από τον οποίο προήλθαν σημαντικά πρόσωπα
της Βενετικής Δημοκρατίας, μεταξύ αυτών και δύο Δούκες της Κρήτης κατά τον 15ο
αιώνα.
Στον ελλαδικό χώρο το επώνυμο
απαντά κυρίως στη Σαντορίνη, από όπου φαίνεται ότι μεταφέρθηκε αργότερα
στην Πάρο και στη Σύρο.
Η παλαιότερη μέχρι σήμερα
γνωστή παρουσία της οικογένειας στην Πάρο εντοπίζεται ήδη στα πρώτα χρόνια του
ελληνικού κράτους. Στο δημοτολόγιο του Δήμου Νάουσας του 1823
καταγράφεται ο Γεώργιος Μπάλπης, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, στον εκλογικό
κατάλογο του 1844, εμφανίζεται ο ίδιος, ηλικίας 39 ετών, με το επάγγελμα
του κηπουρού. Η καταγραφή αυτή αποτελεί και την πρώτη ασφαλή μαρτυρία
της οικογένειας στο νησί.
Κατά το δεύτερο μισό του 19ου
αιώνα, μέλη της οικογένειας φαίνεται ότι ανέπτυξαν εμπορική δραστηριότητα εκτός
Ελλάδος. Στους εκλογικούς καταλόγους της Νάουσας των ετών 1883 και 1885
αναφέρεται ο Εμμανουήλ Βάλβης, γιος του Γεωργίου, μεταπράτης από τη
Νάουσα, ο οποίος κατοικούσε τότε στη Βλαχία (σημερινή Ρουμανία). Η
παρουσία του αποτελεί ακόμη μία ένδειξη της εμπορικής κινητικότητας των
Παριανών του 19ου αιώνα, πολλοί από τους οποίους δραστηριοποιήθηκαν στις
παραδουνάβιες ηγεμονίες.
Παράλληλα, η οικογένεια
συνδέθηκε και με τη Σύρο. Το 1876, στην Ερμούπολη, ο Παριανός Κωνσταντίνος
Μακρής και η σύζυγός του Ελένη Βάλβη δηλώνουν τον θάνατο της
δίχρονης κόρης τους Καλλιόπης, μία συγκινητική καταγραφή που μαρτυρεί
την παρουσία του επωνύμου και στο μεγάλο εμπορικό κέντρο του Αιγαίου.
Η τελευταία μέχρι σήμερα
γνωστή ιστορική μαρτυρία στην Πάρο προέρχεται από το 1914. Στον ναό του Αγίου
Γεωργίου, στην πλατεία Βεντουρή της Νάουσας, σώζεται εικόνα της Αγίας
Βαρβάρας με την επιγραφή ότι αποτελεί αφιέρωμα του Γεωργίου Βάλβη,
προσφέροντας ακόμη ένα μικρό αλλά πολύτιμο τεκμήριο της παρουσίας της
οικογένειας στο νησί.
Παρότι οι διαθέσιμες αναφορές
είναι περιορισμένες, το επώνυμο Βάλβης αποτελεί έναν ακόμη κρίκο που
συνδέει την ιστορία της Πάρου με τον βενετικό κόσμο και με τα εμπορικά δίκτυα
που ανέπτυξαν οι Παριανοί κατά τον 19ο αιώνα. Οι λιγοστές αλλά ουσιαστικές
αρχειακές μαρτυρίες αποτυπώνουν την πορεία μιας οικογένειας που άφησε το δικό
της, διακριτικό αποτύπωμα στην ιστορία του νησιού.
–1823. Στο δημοτολόγιο του
Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου) του 1823, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Γεώργιος
Μπάλπης.
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο
στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει
εγγεγραμμένος ο 39χρονος κηπουρός Γεώργιο Μπάλπης.
–1876. Στις 23 Μαΐου 1876 ο παριανή Μακρής
Κωνσταντίνος 45 ετών και Ελένη Βάλβη κάτοικοι Σύρου δηλώνουν τον θάνατο της
κόρης τους Καλλιόπη 2 ετών κάτοικο Ερμούπολης. Ασθένεια: Δυσεντερία.
–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο
Βάλβης Εμμανουήλ του Γεωργίου, 46 ετών, μεταπράτης, κάτοικος Βλαχίας.
–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχει εγγεγραμμένος ο,
Βάλβης Εμμανουήλ του Γεωργίου, 48 ετών, μεταπράτης από τη Νάουσα, κάτοικος
Βλαχίας (Μολδαβία).
–1914. Σε εικόνα της Αγίας Βαρβάρας, αφιέρωμα Γεωργίου Βάλβη, 1914, στην
εκκλησία του Αγ. Γεωργίου. πλ. Βεντουρή.
–Βαλέντζας ή Βαλέντσας ή Βελέντζας ή Βελέτζας ή Βελέντσης: Το
επώνυμο Βαλέντζας, Βαλέντσας, Βελέντζας, Βελέτζας ή Βελέντσης αποτελεί
ένα από τα παλαιότερα οικογενειακά ονόματα που συναντούμε στην Πάρο, με
τεκμηριωμένη παρουσία ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα, κυρίως στη Νάουσα
και στον Κώστο.
Η προέλευση του επωνύμου
συνδέεται πιθανότατα με τη δυτική παρουσία στο Αιγαίο και τη βενετική περίοδο.
Έχει υποστηριχθεί ότι σχετίζεται με το ιταλικό όνομα Valenza, πιθανόν ως
πατριδωνύμιο από την ομώνυμη πόλη της βόρειας Ιταλίας, ενώ σε βενετσιάνικα
επώνυμα συναντάται συχνά η φωνητική μεταβολή του «a» σε «e», γεγονός που εξηγεί
τη μετάβαση από το Βαλέντζας στο Βελέντζας.
Η σύνδεση της οικογένειας με
τον δυτικό κόσμο είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθώς κατά την ύστερη βυζαντινή
και φραγκική περίοδο εμφανίζεται το όνομα Βαλένζα σε αριστοκρατικούς κύκλους.
Χαρακτηριστική είναι η πριγκίπισσα Ευδοκία – Βαλένζα της Τραπεζούντας,
σύζυγος του Niccolò Crispo, Κυρίου της Σύρου, γεγονός που δείχνει την
παρουσία του ονόματος στον χώρο του Αιγαίου ήδη από τους αιώνες της λατινικής
κυριαρχίας.
Ωστόσο, η ιστορική διαδρομή
των Βαλέντζα στην Πάρο αποκαλύπτεται κυρίως μέσα από τα παριανά έγγραφα του
18ου αιώνα.
Οι πρώτες μαρτυρίες στη
Νάουσα του 18ου αιώνα
Στις 13 Νοεμβρίου 1719,
στη Νάουσα, συντάσσεται το προικοσύμφωνο του Τζαννή Βαλέντζα και της Σεβαστής
Καζανόβα. Το έγγραφο αποτελεί μια πολύτιμη μαρτυρία για την κοινωνική και
θρησκευτική ζωή της εποχής.
Ο Τζαννής Βαλέντζας, εκτός από
την προίκα που συμφωνείται, προσφέρει στην οικογένεια της συζύγου του «την
εικόνα των Χριστουγέννων να την εορτάζουν διά ψυχικήν τους σωτηρίαν», ενώ
αντίστοιχα η οικογένεια Καζανόβα προσφέρει εικόνα του Τιμίου Προδρόμου.
Οι αναφορές αυτές δεν είναι
απλές οικογενειακές λεπτομέρειες. Φανερώνουν την αξία που είχαν οι εικόνες ως
οικογενειακά κειμήλια, ως αντικείμενα πίστης αλλά και ως σύμβολα κοινωνικής
συνέχειας.
Λίγα χρόνια αργότερα, στις 15
Ιανουαρίου 1728, αναφέρεται το προικοσύμφωνο του Περούλη Βαλέντζα
και της Αικατερίνης Μονοβασώτη στη Νάουσα. Στο έγγραφο γίνεται αναφορά
στον πατέρα του Περούλη, κυρ Ιωάννη Βαλέντζα, ο οποίος παραδίδει στον
γιο του εικόνα του Αγίου Γεωργίου.
Οι οικογενειακές αυτές πράξεις
δείχνουν ότι οι Βαλέντζες είχαν ήδη εγκατασταθεί και αποτελούσαν αναγνωρίσιμη
οικογένεια της ναουσαίικης κοινωνίας.
Η εκκλησιαστική παρουσία
του Φιλόθεου Βαλέντζα
Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία
της οικογένειας κατέχει ο Φιλόθεος Βαλέντζας, μία από τις σημαντικότερες
προσωπικότητες που αναφέρονται στα παριανά αρχεία του 18ου αιώνα.
Το 1730 εμφανίζεται να
υπογράφει έγγραφο της Νάουσας ως παπά-Φιλόθεος Βαλέντζας.
Το 1737 αναφέρεται ως χωροεπίσκοπος
και ηγούμενος της Μονής του Αγίου Γεωργίου στο Μεροβίγλι της Νάουσας. Σε
προικοσύμφωνο της 7ης Νοεμβρίου 1737, γίνεται μάλιστα σαφής αναφορά:
«ο πανοσιώτατος άγιος
χορεπίσκοπος Βαλέντζας και καθηγούμενος του μέγα Γεωργίου έχων αδελόν ονόματι
Ανδρέα».
Η μαρτυρία αυτή είναι
εξαιρετικά σημαντική, καθώς συνδέει άμεσα την οικογένεια με ένα από τα
σημαντικά μοναστηριακά κέντρα της περιοχής.
Το 1750 ο Φιλόθεος
Βαλέντζας αναφέρεται ξανά ως ιερομόναχος και καθηγούμενος στον Άγιο Γεώργιο
Νάουσας.
Η σχέση της οικογένειας με τη
μονή συνεχίζεται και τον επόμενο αιώνα. Σε επιστολή του Οικουμενικού Πατριάρχη Κυρίλλου
ΣΤ΄, στις 19 Αυγούστου 1816, προς τον μητροπολίτη Παροναξίας Ιερόθεο
Α΄ και τους προκρίτους της Νάουσας, γίνεται αναφορά στην κτητορική διαθήκη του Τζανάκη
Βαλέντζα και στα δικαιώματα των κληρονόμων του πάνω στο μονύδριο του Αγίου
Γεωργίου στο Μεροβίγλι.
Το γεγονός αυτό φανερώνει ότι
η οικογένεια δεν είχε μόνο κοινωνική παρουσία, αλλά και σημαντική σχέση με
εκκλησιαστικά ιδρύματα της Νάουσας.
Η οικογένεια στον 19ο αιώνα
– Νάουσα και Κώστος
Κατά τον 19ο αιώνα οι
Βαλέντζες εμφανίζονται πλέον σε μεγάλο αριθμό στα δημοτολόγια και στους
εκλογικούς καταλόγους της Πάρου.
Στον εκλογικό κατάλογο του
Δήμου Νάουσας το 1844 συναντούμε:
·
τον Νικόλαο Τζ. Βαλέντζα, φούρναρη,
·
τον Αντώνιο Τζ. Βαλέντζα, εργάτη,
·
τον Παναγιώτη Ν. Βαλέντζα, εργάτη,
·
τον Εμμανουήλ Βαλέντζα, ποιμένα,
·
τον Φραγκίσκο Βαλέντζα, εργάτη.
Παράλληλα στον Κώστο
καταγράφονται οικογένειες Βαλέντσα με επαγγέλματα όπως γεωργοί και ποιμένες.
Η εικόνα που προκύπτει είναι
μιας οικογένειας βαθιά ενσωματωμένης στην αγροτική και επαγγελματική ζωή της
Πάρου, με μέλη που δραστηριοποιούνται σε διαφορετικούς τομείς της τοπικής
κοινωνίας.
Η μετακίνηση προς τη Σύρο
και η συνέχεια της παρουσίας
Κατά το δεύτερο μισό του 19ου
αιώνα αρκετοί Βελέντζες μετακινούνται προς την αναπτυσσόμενη Ερμούπολη της
Σύρου, όπως συνέβη με πολλές παριανές οικογένειες που αναζήτησαν νέες
επαγγελματικές ευκαιρίες στο μεγάλο εμπορικό κέντρο των Κυκλάδων.
Το 1871 ο 22χρονος
βυρσοδέψης Ζαννής Βαλέντζας του Αντωνίου παντρεύεται στην Ερμούπολη την
Αναστασία Ψιχάκη.
Το 1885 ο 48χρονος
βαστατζής Ιωάννης Βελέντζας του Φραγκίσκου, κάτοικος Σύρου, παντρεύεται
την Αικατερίνη Μάντακα.
Παράλληλα όμως η οικογένεια
συνεχίζει να εμφανίζεται στην Πάρο. Το 1882 ο Ιωάννης Φ. Βελέντζας
αφήνει τη δική του μαρτυρία στον ναό του Αγίου Παντελεήμονα στον Κώστο,
χρηματοδοτώντας τον ξυλόγλυπτο αρχιερατικό θρόνο, όπου σώζεται η επιγραφή:
«Δι εξόδων Ιωάννου Φ. Βελέντζα
αωπβ (=1882)».
Οι Βελέντζες στον 20ό αιώνα
Η οικογένεια συνεχίζει να
αποτελεί μέρος της κοινωνικής ζωής της Πάρου και στον 20ό αιώνα.
Στη Νάουσα καταγράφονται
οικογένειες Βελέντζα σε εκλογικούς καταλόγους, ενώ μέλη της συμμετέχουν στα
κοινά.
Το 1947 στο Κοινοτικό
Συμβούλιο Κώστου συμμετέχει ο Μάρκος Ι. Βελέντζας.
Στις κοινοτικές εκλογές της
Νάουσας το 1959, εκλέγεται ο Νικόλαος Βελέντζας με τον συνδυασμό
«Εξωραϊσμός».
Λίγα χρόνια αργότερα, στις κοινοτικές
εκλογές της 5ης Ιουλίου 1964, ο Νικόλαος Βελέντζας αναλαμβάνει πρόεδρος της
Κοινότητας Νάουσας.
Η παρουσία αυτή αποτελεί
συνέχεια μιας οικογένειας που για περισσότερο από δύο αιώνες συμμετείχε στη ζωή
του τόπου, από τα εκκλησιαστικά κέντρα της Νάουσας του 18ου αιώνα μέχρι τα
κοινοτικά πράγματα της νεότερης Πάρου.
Η ιστορία των Βαλέντζα –
Βελέντζα στην Πάρο είναι η ιστορία μιας οικογένειας που συνδέθηκε βαθιά με τη
Νάουσα, τον Κώστο και γενικότερα με την κοινωνική εξέλιξη του νησιού.
Μέσα από προικοσύμφωνα,
εκκλησιαστικά έγγραφα, εκλογικούς καταλόγους και επιγραφές, διακρίνεται η
παρουσία ανθρώπων που υπήρξαν γεωργοί, τεχνίτες, επαγγελματίες, κληρικοί και
κοινοτικοί εκπρόσωποι.
Μια οικογένεια που πέρασε μέσα
από τους αιώνες, διατηρώντας το όνομά της και αφήνοντας το δικό της αποτύπωμα
στην ιστορία της Πάρου.
–1719. Προικοσύμφωνο του Τζαννή Βαλέντζα και Σεβαστής Καζανόβα στην Νάουσα
στις 13 Νοεμβρ. 1719.
«ο ειρημένος αφέντης Καζανόβας [Χρυσάκης]» και η σύζυγός του Αγγερουδάκη,
στην κόρη του Σαβαστή «εν πρώτοις της δίνει την εικόνα του Τιμίου Προδρόμου να
την εορτάζουν διά ψυχικήν τους σωτηρίαν».
Και ο κυρ Ιωάννης Βαλέντζας τάζει: «εν πρώτοις δίνει την εικόνα των
Χριστουγέννων να την εορτάζουν διά ψυχικήν τους σωτηρίαν».
–1728. «Προικοσύμφωνο του κυρ Περούλη Βαλέντζα και της Αικατερίνης
Μονοβασώτη» Νάουσα, 15 Ιανουαρίου 1728. «Η κυρία Μαρία γυνή του ποτέ Αγγελή
Μονοβασώτη ενωμένη με τον υιόν της μαστρο – Φραντζέσκο έχουν θυγατέρα ονόματι
Κατερίνα» Της δίδουν την εικόνα του Αγίου Νικολάου. Ο κυρ Ιωάννης Βαλέντζας με
την ομόζυγό του Μαρία δίδουν στον υιόν τους Περούλη μίαν εικόνα του Αγίου
Γεωργίου να την εορτάζουν τον κάθε χρόνον».
–1730. Σε έγγραφο Νάουσας, 27 Ιανουαρίου 1730 υπογράφει ο παπά-Φιλόθεος
Βαλέντζας.
–1737. Χωροεπίσκοπος το 1737 στη Μονή Αγίου Γεωργίου στο Μεροβίγλι Νάουσας
ο Φιλόθεος Βαλέντζας.
–1737. Προικοσύμφωνο Νάουσας 7 Νοεμ. 1737 του Ανδρέα Βαλέντζα και
Αικατερίνης Καραντζίας «εις την Ρούγα του Δεσπότη Χριστού πλησίον Ιακώβου
Καλλέργη». «ο πανοσιώτατος άγιος χορεπίσκοπος Βαλέντζας και καθηγούμενος του
μέγα Γεωργίου έχων αδελόν ονόματι Ανδρέα» «του προικοτάζει όλα εκείνα όπου είς
το πρώτον του προικοσύμφωνον διαλαμβάνει με όλαις ταις κοντετζιώνες. Ο Ιωάννης
Καραντζίας με τη σύζυγό του Μαρκάζενα δίδουν στην κόρη του Κατερίνα δύο εικόνες
…» (ΕΒΕ, Ξ 664).
Με το προικοσύμφωνο τούτο μας γίνεται γνωστός ο χωρεπίσκοπος Βαλέντζας, που
υπήρξε και ηγούμενος της Μονής Αγίου Γεωργίου στο Μεροβίγλι.
–1750. Το 1750 Ιερομόναχος και καθηγούμενος στον Αγ. Γιώργη Νάουσας ο
Φιλόθεος Βαλέντζας.
–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου
στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου
1755 μαρτυρείται ο Περούλης και
Ιωάννης Βελέντζας από την Παροικιά.
–1816. Με επιστολή του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλου ΣΤ’ στις 19
Αυγούστου 1816, προς τον μητροπολίτη Παροναξίας Ιερόθεο Α’ και τους προκρίτους
της Νάουσας επισημαίνει ότι το μονύδριο του Αγίου Γεωργίου στο Μεροβίγλι,
σύμφωνα με την κτητορική διαθήκη του Τζανάκη Βαλέντζα, ανήκει στους κληρονόμους
της πρεσβυτέρας Μαρκεζίνας αδερφής του Τζανάκη Βαλέντζα, και όχι στον Φώτη
Πανά.
–1820. Σε προικοσύμφωνο στις 16
Ιανουαρίου 1820 αναφέρεται ο Τζανής Βαλέντζας η γυνή του Μαρία και η θυγατέρα
του Κυριακή, ζητεί δια αυτήν ο κυρ Αναστάσιος Πιέρος Ιθακίσιος για γυναίκα του.
«Ο Τζανής Βαλέντζας δίδει στη Μαρία, την κόρη του, διά χάριν προικός ένα
εικόνισμα τον Ευαγγελισμό», «ο Πιέρος Ιθακήσιος δεν προσφέρει εικόνες».. Ο σακελλάριος Ραγκούσης Ιωάννης υπογράφει προικοσύμφωνο για
λογαριασμό του Τζανή Βαλέντζα και της γυναίκας του. (ΓΑΚ,
214 50-ΕΑΙΕΔ 8 (1958) 185)
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο
στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (συμπεριλαμβάνεται και ο Κώστος),
υπάρχει εγγεγραμμένος ο 34χρονος φούρναρης Νικόλαος Τζ. Βαλέντζας, ο 27χρονος
εργάτης Αντώνιος Τζ. Βαλέντζας, ο 30χρονος εργάτης Παναγιώτης Ν. Βαλέντζας, ο
36χρονος ποιμήν Βαλέντζας Εμμανουήλ, ο 28χρονος εργάτης Βαλέντζας Φραγκίσκος, ο
53χρονος ποιμήν Ιωάννης Αν. Βελέντζας, ο
50χρονος γεωργός Γεώργιος Ανδ. Βαλέντζας και ο 33χρονος εργάτης Μ. Αν.
Βαλέντζας.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Κώστου του
1847 είναι εγγεγραμμένος ο 50χρονος γεωργός Βαλέντσας Γεώργιος του Ανδρέα, ο
33χρονος εργάτης Μπατίστας Αν. Βαλέντσας και ο 53χρονος ποιμήν Ιωάννης Αν.
Βελέντσης.
–1871. Στις 18 Νοεμβρίου 1871 ο 22χρονος
βυρσοδέψης από την Πάρο Ζαννής Βαλέντζας του Αντωνίου και της Μαριγώς,
παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Σύρο Αναστασία Ψιχάκη, του
Εμμανουήλ και της Καλλιρόης.
–1877. Στις 29 Ιουνίου 1877 ο παριανός
εργάτης Ιωάννης Βελέντζας 30 ετών και η γυναίκα του Περσεφόνη Ρήγα κάτοικοι
Σύρου δηλώνουν τον θάνατο της κόρης τους Μαριγώ 18 μηνών κάτοικος Ερμούπολης.
Ασθένεια: Διάρροια.
–1882. Δεξιά, στο μέσον περίπου του ναού του Αγίου Παντελεήμονα στον Κώστο,
βρίσκεται ξυλόγλυπτος αρχιερατικός θρόνος, σύγχρονος, με παλαιά όμως εικόνα του
δεσπότου Χριστού. Στο κάτω μέρος της εικόνας η επιγραφή: «Δι εξόδων Ιωάννου Φ.
Βελέντζα αωπβ (=1882)».
–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο
Βαλέντζας Ζαννής του Αντωνίου 38 ετών, εργάτης, κάτοικος Σύρου. Βαλέντζας
Ιωάννης του Αντωνίου 30 ετών, γεωργός. Βαλέντζας Γεώργιος του Παναγιώτη, 40
ετών, εργάτης, Βαλέντζας Βασίλειος του Αντωνίου 25 ετών, γεωργός, Βαλένζας
Εμμανουήλ του Αντωνίου ετών 24, Στρατιώτης.
–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο
Βελέντζας Αντώνιος του Ζαννή, 62 ετών, γεωργός και ο Βελέντζας Στυλιανός του
Νικολάου, 36 ετών, αρτοποιός, κάτοικος Σύρου.
–1883. Σε εκλογικό κατάλογο του Κώστου του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι:
Βαλέντζας Αντώνιος του Ιωάννη, 78 ετών, κηπουρός από τον Κώστο, κάτοικος
Σίφνου, Βαλέντζας Αθανάσιος του Ιωάννη, 47 ετών, οινοπώλης από τον Κώστο,
κάτοικος Αθήνας, Βαλέντζας Ιωάννης του Φραγκίσκου, 46 ετών, εργάτης από τον
Κώστο, Βαλέντζας Ιωάννης του Γεωργίου, ετών 52, κτηματίας από τον Κώστο,
Βαλέντζας Ιωάννης του Αντωνίου, 38 ετών, εργάτης από τον Κώστο, κάτοικος
Σίφνου, Βαλέντζας Μπατίστας του Ανδρέα, ετών 71, εργάτης από τον Κώστο και
Βαλέντζας Φραγκίσκος του Ιωάννη, 47 ετών, κηπουρός από τον Κώστο.
–1884. Το 1884 γεννιέται ο Βελέντζας Μιχαήλ του Ιωάννη.
–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι
οι, Βελέντζας Αντώνιος του Ζαννή, ετών 64, γεωργός από τη Νάουσα, Βαλέντζας
....ης, του Αντωνίου, 32 ετών, γεωργός από τη Νάουσα, Βαλέντζας Στυλιανός του
Νικολάου, 38 ετών, αρτοποιός από τη Νάουσα, κάτοικος Σύρου, Βαλέντζας Βασίλειος
του Αντωνίου, 27 ετών, γεωργός από τη Νάουσα, Βαλέντζας Εμμανουήλ του Αντωνίου,
26 ετών, στρατιώτης, από τη Νάουσα, Βαλέντζας Αντώνιος του Ιωάννη, 80 ετών,
κηπουρός από την Κώστο, κάτοικος Σίφνου, Βαλέντζας Αθανάσιος του Ιωάννη, 49
ετών, οινοπώλης από τον Κώστο, κάτοικος Αθήνας, Βαλέντζας Ιωάννης του
Φραγκίσκου, 48 ετών, εργάτης από τον Κώστο, Βαλέντζας Ιωάννης του Γεωργίου,
ετών 54, κτηματίας από τον Κώστο, Βαλέντζας Ιωάννης του Αντωνίου, 40 ετών,
εργάτης από τον Κώστο, κάτοικος Σίφνου, Βαλέντζας Μπατίστας του Ανδρέα, ετών
73, εργάτης από τον Κώστο και Βαλέντζας Φραγκίσκος του Ιωάννη, 49 ετών,
κηπουρός από τον Κώστο.
–1885. Στις 17 Οκτωβρίου 1885 ο 48χρονος
βαστατζής από την Πάρο Ιωάννης Βελέντζας, του Φραγκίσκου και της Ειρήνης,
κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 35χρονη από την Σύρο Αικατερίνη
Μάντακα, του Μιχαήλ και της Αγγερούκας.
–1887. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι
εγγεγραμμένος ο παριανός 41χρονος αρτοποιός Ζαννής Βελέντζας, άγαμος. Έδωσε
όρκο στις 27 Ιανουαρίου 1887.
–1888. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι
εγγεγραμμένος ο παριανός 43 ετών Πέτρος Εμμ. Βελέντζας έγγαμος. Έδωσε όρκο στις
27 Ιανουαρίου 1888.
–1893. Στις 20 Ιουνίου 1893 η παριανή
Βελέντζα Μαρία 42 ετών [θεία] κάτοικος Σύρου δηλώνει τον θάνατο του ανιψιού της
Ηλιόπουλος Στυλ. Αναστάσιος 3 μηνών κάτοικο Ερμούπολης. Μητέρα θανόντος Μαρουσώ
Βελέντζα Δραγάζη. Ασθένεια: Γαστρεντεριτικός κατάρρους.
–1893. Στις 3 Ιουλίου 1893 ο παριανός Πέτρος
Βελέντζας 45 ετών κάτοικος Σύρου και η γυναίκα του Μαρία Ρόδενα δηλώνουν τον
θάνατο της κόρης τους Ελένη 2 μηνών κάτοικο Ερμούπολης. Ασθένεια: Εντερίτις
οξεία.
–1893. Το 1893 γεννιέται ο Βελέντζας
Φραγκίσκος του Ιωάννη μηχανικός κάτοικος κοιν. Κώστου.
–1903. Στις 14 Νοεμβρίου 1903 ο 33χρονος
αρτοποιός από την Πάρο Ιάκωβος Χαμηλοθώρης του Νικολάου και της Αικατερίνης
Βελέντζα [κάτοικοι Πάρου], παντρεύεται στην Ερμούπολη την 18χρονη από την Πάρο
Ελπίς Γιαννίτση, του Κωνσταντίνου και της Κυριακής Διαλινού [κάτοικοι Πάρου].
–1907. Το 1907 γεννιέται στη Νάουσα Μαρία Βελέντζα του Ιωάννη.
–1912. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι
εγγεγραμμένος ο παριανός 27χρονος λεμβούχος Μιχαήλ Ζαννή Βελέντζας, έγγαμος.
Έδωσε όρκο στις 29 Ιανουαρίου
1912.
–1915. Το 1915
γεννιέται η Βελέντζα Ζαμπέτα του Κωνσταντίνου, κάτοικος Νάουσας Πάρου μετέπειτα
σύζυγος του Μπατιστάτου Κωνσταντίνου.
–1925. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις
2 Δεκεμβρίου 1925, είναι εγγεγραμμένος ο Μιχαήλ Ιωάννη Βελέντζας, ετών 41,
γεωργός, έγγαμος.
–1926. Το 1926 γεννιέται ο Βελέντζας Ιωάννης
του Μάρκου γεωργός, κάτοικος κοιν. Κώστου.
–1932. Το 1932 γεννιέται ο Βελέντζας Εμμανουήλ του Μιχαήλ.
–1946. Σε
εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος
ο 62χρονος κάτοικος Νάουσας, Βελέντζας Μιχαήλ του Ιωάννη, εργάτης και ο
68χρονος κάτοικος Νάουσας, Βελέντζας Κωνσταντίνος του Νικολάου, ναυτικός, ο 26χρονος έμπορος
Νικόλαος Βελέντζας του Κωνσταντίνου, ο 26χρονος εργάτης Βελέντζας Ελευθέριος
του Βασιλείου και ο 29χρονος εργάτης Βελένζας Αντώνιος του Βασιλείου.
–1946. Σε
εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Μάρπησσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει
εγγεγραμμένος ο 57χρονος Βελέντζας Μιχαήλ του Ιωάννη εργάτης.
–1947. Στις 20 Ιουνίου 1947, το στο Κοινοτικό
Συμβούλιο Κώστου συμμετέχει και ο Μάρκος Ι. Βελέντζας.
–1950. Σε
εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 19 Αυγούστου 1950, υπάρχει
εγγεγραμμένη η Μαρία Βελέντζα, όνομα πατέρα Κωνσταντίνος Βελέντζας.
–1952. Σε
εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η
Θεοφίλη Αργυρώ, όνομα συζύγου Κωνσταντίνος, όνομα συζύγου Νικόλαος, όνομα
πατρός Κωνσταντίνος Βελέντζας και η Βελέντζα Ευαγγελία, όνομα συζύγου Αντώνιος, όνομα πατρός Νικόλαος
Βεντουρής.
–1959. 5 Απριλίου 1959. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
ΕΚΛΟΓΩΝ ΝΑΟΥΣΗΣ
Ψηφίσαντες 582 άκυρα 3
Συνδυασμός «ΕΞΩΡΑΪΣΜΟΣ» υπό
του κ.κ. Σταύρον Κορτιάνον ψηφοδέλτια 325.
Εκλέγονται 4 οι εξής:
Κορτιάνος Στ. σταυροί προτιμήσεως 227, Μπαφίτης Γ. Πέτρος 104, Μαλαματένιος Ν.
Λεονάρδος 62 και Βελένζας Νικόλαος 58.
Συνδυασμός «ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ» υπό
τον κ. Δημ. Καρποδίνην ψηφοδ. 153. Εκλέγονται δύο: Καρποδίνης Δ. με 127 και
Βιτσαδάκης Παναγ. 37.
Συνδυασμός «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΣ»
ψηφοδ. 108. Εκλέγεται ο αρχηγός του Συνδυασμού και νυν Πρόεδρος της Κοινότητος
κ. Αντώνιος Σιφναίος με ψήφους 72.
ΤΑ ΦΑΙΔΡΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΕΙΣ
ΝΑΟΥΣΑΝ
Εις τας Κοινοτικάς εκλογάς εν
Ναούση υπέβαλον υποψηφιότητα 35 υποψήφιοι διεκδικούντες τας 582 ψήφους εις
έκαστον των οποίων αντιστοιχούσι 16 ψηφοφόροι!
Την ορθήν κρίσιν εις τους 35,
οι πλείστοι των οποίων υπέβαλον υποψηφιότητα δια καθαρώς προσωπικούς και
εγωιστικούς λόγους, έδωσε ψηφοφόρος, όστις αντί ψηφοδελτίου έρριψεν εις την
ψηφοδόχον την «ΦΩΝΗΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ»
Είθε η «ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ» να
εισέλθη πραγματικά εις τα ώτα των μη ακουόντων Ναουσαίων ίνα μη συμβούν παρόμοιαι
ανοησίαι εις μελλούσας Κοινοτικάς εκλογάς.
–1964. Κοινοτικαί Εκλογαί 5 Ιουλίου 1964. Εις ΝΑΟΥΣΑ: Κατήλθον 2 συνδ. ο
εις υπό τον Πρόεδρον της Κοινότητος και ο έτερος υπό τον κ. Στ. Κορτιάνον.
Υπερεψήφισεν ο πρώτος και το Κ.Σ. καταρτίσθη ως ακολούθως: Πρόεδρος ο κ. Νικ.
Βελέντζας και μέλη οι κ.κ. Π. Γ. Μπαφίτης, Σαβ. Σιφναίος, Ανδρ. Καούνης, Γ. Κ.
Ρούσσος, Στ. Κορτιάνος και Λεον. Αιγινήτης.
–1973. Σε σχολικές εκδηλώσεις στην Παροικιά, στις 9 Ιουλίου 1973
διακρίνεται ο Φραγκίσκος Βελέντζας.
–Βαλέτας: Μαλτέζικης καταγωγής, από την Βαλέτα. Στην Πάρο ήρθαν από
την Ίο. Καθολικό το δόγμα τους.
–1829. Καταγραφή των κοινών χρεών
της Νήσου Πάρου εγείνον εις Κωνσταντινούπολιν εις εκφόρους αποστολάς κατά το
τελευτάτον _ καταχωρημένον εις τον κοινόν Κώδημα καθού είς του τελευταίου
χρόνου απεσταλμένων. Μ. Τσιγώνια, και Ιω. Κορτιάνου λογαριασμούς, τα οποία
μένουν ενεξόφλητα τα κεφάλαια ομολογιών οι δε τόκοι αυτών είναι πληρωμένοι
μέχρι του χιλιοστού οκτακοσιοστού έτους.
Ομολογία Λεωνάρδου Βαλέτα γρ. 1177.
–Βάλληνδας: Η οικογένεια Βάλληνδα αποτελεί μία από τις
χαρακτηριστικές περιπτώσεις οικογενειών που δεν κατάγονται αρχικά από την Πάρο,
αλλά εγκαταστάθηκαν στο νησί και συνδέθηκαν τόσο βαθιά με την κοινωνική και
πολιτική του ζωή, ώστε να αποτελέσουν αναπόσπαστο κομμάτι της νεότερης ιστορίας
του.
Ο παριανός κλάδος της
οικογένειας έχει καταγωγή από την Κύθνο και γενάρχη του θεωρείται ο Στυλιανός
Νικολάου Βάλληνδας (1845-1903), ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Πάρο κατά τον
19ο αιώνα και παντρεύτηκε τη Φοινικώ, θυγατέρα του Φρίτσου (Φραγκίσκου)
Λ. Κονδύλη.
Ο Στυλιανός Βάλληνδας υπήρξε
μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της Παριανής κοινωνίας στα τέλη του
19ου αιώνα. Με σπουδές στη νομική και μεγάλη αναγνώριση ως νομομαθής, άσκησε τη
δικηγορία και απέκτησε σημαντική θέση στον πολιτικό και κοινωνικό χώρο των
Κυκλάδων.
Διετέλεσε βουλευτής της
επαρχίας Κέας, ενώ το 1892 εξελέγη βουλευτής Πάρου. Παράλληλα
υπηρέτησε ως πρόεδρος του Νομαρχιακού Συμβουλίου Κυκλάδων και ως πρόεδρος
του Δικηγορικού Συλλόγου Σύρου, γεγονός που δείχνει την ιδιαίτερη θέση που
κατείχε στον νομικό κόσμο της εποχής.
Για την προσφορά του τιμήθηκε
με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος.
Το αρχοντικό Βάλληνδα στην
Παροικιά
Η παρουσία του Στυλιανού
Βάλληνδα στην Πάρο συνδέθηκε και με ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κτίρια της
Παροικιάς.
Το Αρχοντικό Βάλληνδα
υπήρξε ένα από τα πιο εντυπωσιακά σπίτια της παλιάς Παροικιάς, ιδιαίτερα λόγω
του ύψους και του χρώματός του. Το κτίσμα προϋπήρχε, όμως μετά τον γάμο του
Στυλιανού Βάλληνδα με τη Φοινικώ Κονδύλη αναμορφώθηκε και απέκτησε τη μορφή που
διατηρούσε μέχρι τις νεότερες εποχές.
Το αρχοντικό αυτό αποτελούσε
χαρακτηριστικό δείγμα της κατοικίας μιας εύπορης οικογένειας της εποχής, όταν η
Παροικιά φιλοξενούσε σπίτια εμπόρων, πολιτικών και ανθρώπων με κοινωνική
επιρροή.
Μετά τον θάνατο του Στυλιανού
Βάλληνδα το σπίτι πέρασε στους απογόνους του, τον Στυλιανό και τη Φοινικώ
Βάλληνδα, εγγόνια του, και αργότερα περιήλθε στην οικογένεια Γράβαρη.
Η πολιτική δράση και οι
τοπικές μαρτυρίες
Η πολιτική παρουσία του Στυλιανού
Βάλληνδα στην Πάρο αποτυπώνεται και σε έγγραφα της εποχής.
Το 1892, μετά την
εκλογή του ως βουλευτή Πάρου, διατηρούσε επικοινωνία με κατοίκους του νησιού.
Χαρακτηριστική είναι η επιστολή του Ιωάννη Λεβαντή από τον Δραγουλά,
στις 21 Σεπτεμβρίου 1892, προς τον βουλευτή Στυλιανό Βάλληνδα, η οποία
αποδεικνύει τη σχέση του με τους κατοίκους και τα τοπικά ζητήματα.
Παράλληλα, οι προεκλογικές
συγκεντρώσεις της εποχής αποτελούσαν σημαντικά κοινωνικά γεγονότα. Μία
χαρακτηριστική προφορική μαρτυρία διασώζει ένα περιστατικό από τις προεκλογικές
κινήσεις του Βάλληνδα στην παλιά αγορά της Παροικιάς.
Εκεί, κοντά στο κουρείο του
Μαύρη, συγκεντρώνονταν παρέες, έπιναν και τραγουδούσαν σατιρικά τραγούδια για
τους υποψηφίους. Ο ψαράς Σταβογιώργης (Γιώργης Τσαντάνης), γνωστός για
τα αυτοσχέδια ποιήματά του, φορώντας το παραδοσιακό παριανό καπέλο «αμάνιτα»,
τραγουδούσε με την παρέα του:
«Το μπι μπι μπι φωνάξετε να
μαζευτούν οι γάλοι κι ο Στέλιανός ο Βάλληνδας τα μάτια του θα βγάλει…»
Τη στιγμή εκείνη πέρασε ο
ίδιος ο Βάλληνδας, με την ευρωπαϊκή ενδυμασία της εποχής, το μπαστούνι και το
σκληρό καπέλο του. Στάθηκε, άκουσε το τραγούδι και απάντησε με χιούμορ και
αξιοπρέπεια:
«Το μπι μπι μπι φωνάξετε να
μαζευτούν οι γάλοι, ο Βάλληνδας είναι ευγενής, κανένα δεν προσβάλει».
Η μικρή αυτή ιστορία
αποτυπώνει το κλίμα των πολιτικών αναμετρήσεων της εποχής, αλλά και τον τρόπο
με τον οποίο οι τοπικές κοινωνίες συνδύαζαν την πολιτική με τη λαϊκή σάτιρα.
Οι απόγονοι του Στυλιανού
Βάλληνδα
Η οικογένεια συνέχισε την
παρουσία της στα γράμματα, την πολιτική και την επιστήμη.
Ο γιος του Φρίτσος
(Φραγκίσκος) Στυλ. Βάλληνδας, γεννήθηκε στην Πάρο το 1875.
Ακολούθησε νομικές σπουδές και διακρίθηκε στη Νομική Σχολή. Άσκησε τη δικηγορία
στη Σύρο κατά τα έτη 1894-1895.
Το 1905, σε ηλικία
μόλις 29 ετών, εξελέγη πρώτος βουλευτής της επαρχίας Νάξου, συνεχίζοντας
την πολιτική παράδοση της οικογένειας.
Ο Γεώργιος Στυλ. Βάλληνδας
σπούδασε επίσης νομικά. Το 1905 διορίστηκε στην Τράπεζα Αθηνών και το
1907 ανέλαβε υποδιευθυντής στο υποκατάστημα Χανίων.
Ο Κωνσταντίνος Στυλ.
Βάλληνδας, γεννημένος στην Πάρο, ακολούθησε διαφορετική επιστημονική
πορεία. Σπούδασε γεωλογία και ορυκτολογία στη Βιέννη, στο Μόναχο και
στην Ελβετία και εργάστηκε στα μεταλλεία λευκόλιθου της Ερμιόνης.
Η τελευταία κατοικία στην
Αγία Τριάδα
Ο Στυλιανός Ν. Βάλληνδας
πέθανε στην Πάρο το 1903.
Η μνήμη του διατηρήθηκε στην
Παροικιά, καθώς ο τάφος του βρίσκεται μέσα στον ναό της Αγίας Τριάδας,
στην τρίτη μαρμάρινη κρήνη του Μαυρογένη.
Η θέση αυτή δεν είναι τυχαία.
Αποτελεί τιμητική αναφορά σε έναν άνθρωπο που, αν και καταγόταν από την Κύθνο,
συνδέθηκε με την Πάρο και υπηρέτησε το νησί μέσα από την επιστήμη, τη
δικαιοσύνη και την πολιτική.
Η ιστορία των Βάλληνδα στην
Πάρο είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της δυναμικής των οικογενειών που ήρθαν
από άλλα νησιά των Κυκλάδων και ενσωματώθηκαν πλήρως στην παριανή κοινωνία.
Από τον Στυλιανό Ν. Βάλληνδα,
τον δικηγόρο και βουλευτή που άφησε το αποτύπωμά του στην πολιτική ζωή των
Κυκλάδων, μέχρι τους απογόνους του που διακρίθηκαν στη νομική, την τραπεζική
και την επιστήμη, η οικογένεια αποτέλεσε μέρος της ιστορίας της νεότερης Πάρου.
Το αρχοντικό τους στην
Παροικιά, ο τάφος στην Αγία Τριάδα και οι γραπτές μαρτυρίες της εποχής
παραμένουν σημεία μνήμης μιας οικογένειας που συνέδεσε το όνομά της με την
κοινωνική και πολιτιστική ζωή του νησιού.
–1845. Στυλιανός Νικολάου Βάλληνδας (1845 - 1903) από την Κύθνο. Ο Στυλιανός Ν.
Βάλληνδας εγκαταστάθηκε στην Πάρο και παντρεύτηκε την θυγατέρα του Φρίτσου
(Φραγκίσκου) Λ. Κονδύλη. Έγκριτος ως νομομαθείς εξασκούσε την δικηγορία. Διατέλεσε
βουλευτής Κέας και το 1892 βουλευτής Πάρου, Πρόεδρος του Νομαρχιακού Συμβουλίου
Κυκλάδων και Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Σύρου. Ο τάφος του επιφανούς
Παριανού είναι εντός του Ναού της Αγίας Τριάδας στην τρίτη μαρμάρινη κρήνη του
Μαυρογένη στην Παροικιά.
Είχε τιμηθεί με τον αργυρό Σταυρό του Σωτήρος.
–1875. Ο Φρίτσος (Φραγκίσκος) Στυλ. Βάλληνδας,
γεννήθηκε στην Πάρο το 1875.
–1892. Το 1892 ο Στυλιανός Ν. Βάλληνδας εξελέγη
βουλευτής. Είχε εκλεχθεί και άλλοτε ως βουλευτής στην επαρχία Κέας. Διετέλεσε
πρόεδρος του Νομαρχιακού Συμβουλίου και του Δικηγορικού Συλλόγου Σύρου.
–1892, Επιστολή Ιωάννη
Λεβαντή, κάτοικος Δραγουλά προς βουλευτή Στυλιανό Βάλληνδα στις 21 Σεπτεμβρίου
1892.
–1894. Φρίτσος Στυλ. Βάλληνδρας. Γιος του
πολιτευτή Στυλ. Βάλληνδα, αρίστευσε στη Νομική Σχολή. Εξάσκησε την δικηγορία
στην Σύρο από το 1894-1895.
–1903. Το 1903 πέθανε στην Πάρο ο Στυλιανός Ν.
Βάλληνδας.
–1903. Στα 1903 έχουμε τις
εκλογές για την ανάδειξη Δημάρχων, Δημαρχικών παρέδρων και Δημοτικών Συμβούλων.
Για την υποψηφιότητα ως
Δημαρχιακού Παρέδρου στην Παροικιά, η εφημερίδα «Αιγαίον» γράφει στις 30
Αυγούστου 1903: Δημαρχικοί άρεδροι
εξελέγησαν στην Παροικιά ο Νικηφόρος Κυπραίος, ο Αλέξανδρος Μαυρογένης και ο
Ανδρέας Γ. Παπακωνσταντίνου και Δημοτικοί Σύμβουλοι του Δήμου Πάρου (Παροικιάς)
οι: Κων. Ν. Κονδύλης, Στυλ. Ξ. Καμπάνης, Δ. Μαύρος, Δ. Αργυρόπουλος, Ανδρ.
Ψαράκης, Ανδρ. Βαρούχας, Νικ. Βάλληνδρας, Ιωάν. Δ. Βιάζης, Ιωάν. Νικηφόρος,
Δημήτρης Πρωτόδικος, Λεων. Βενιέρης, Στ. Μαύρος.
–1905. Φρίτσος Στυλ. Βάλληνδας. Το 1905 σε
ηλικία 29 ετών εξελέγη α’ βουλευτής της Επαρχίας Νάξου.
–1905. Γεώργιος Στυλ Βάλληνδας, σπούδασε
νομικά. Το 1905 διορίσθηκε στην Τράπεζα Αθηνών και το 1907 διορίσθηκε
υποδιευθυντής στο υποκατάστημα Χανίων.
–1911; Κωνσταντίνος Στυλ Βάλληνδας, Γεννήθηκε
στην Πάρο, γιος του Στυλ. Βάλληνδρα σπούδασε γεωλογία και ορυκτολογία σε
Βιέννη, Μόναχο και Ελβετία. Εργάστηκε στα μεταλλεία λευκόλιθου Ερμιόνης.
–Βαλούρδος: Μικρασιάτης, κάτοικος
Νάουσας
–Βαλσαμάκης:
–1821. Η Μαρούσα, χήρα του Ιωάννη Βαλσαμάκη, αιτείται αποζημίωσης από την
Επιτροπή του Αγώνος για τις υπηρεσίες που πρόσφερε κατά την Επανάσταση ο
αποβιώσας σύζυγός της και επισυνάπτει τα σχετικά δικαιολογητικά: 1 αίτηση, 6
συνημμένα πιστοποιητικά, 3 ομολογίες δημοσίου και 1 τιμητικό δίπλωμα (περιλαμβάνεται
συνοδευτικό δίφυλλο) Βαλσαμάκης Ιωάννης: Η αίτησή του εξετάστηκε κατά την
υπ΄αριθμόν 252/83 συνεδρίαση του στρατιωτικού τμήματος της Επιτροπής Αγώνος.
–1831. Ο παππούς του Ιωάννη
Δημ. Πρωτόδικου (βλέπε αγωνιστής 1821), ο Μιχελάκης Πρωτόδικος αναφέρεται σε
έγγραφο Παροικιάς, 10 Αυγούστου του 1812 εκτός από Δημήτριο είχε και τρείς
κόρες: την Κυριακούλα (σύζυγος της ο Π. Βαλσαμάκης), τη Ζαμπγιώ (σύζυγός της ο
Δημήτριος Αυλήτης) και την Αναστασουλιώ σε έγγραφα. 3 Μαρτίου 1831 (ΓΑΚ, 219,
212 r-v).
–1835. Σε ομαδικό έλεγχο του δημοτικού σχολείου Πάρου του 1835, υπάρχει
εγγεγραμμένος ο μαθητής Κωνσταντίνος Βαλσαμάκης.
–Βαλσαμής ή Βαρσαμής ή Βαρσάμης: Το επώνυμο Βαλσαμής, Βαρσαμής ή
Βαρσάμης αποτελεί ένα παρωνυμικό επώνυμο, γνωστό στον ελλαδικό χώρο ήδη από
τους νεότερους χρόνους. Σύμφωνα με τον καθηγητή Νίκο Αλιπράντη,
προέρχεται από το προσηγορικό «βάλσαμο» (< αρχ. βάλσαμον), λέξη που
πέρασε στα λατινικά και στη συνέχεια στα ιταλικά, δημιουργώντας τύπους όπως Balsamo
και Balsamini. Από το τελευταίο αυτό σχηματίστηκε ο ελληνικός τύπος Βαλσαμής,
όπως αντίστοιχα από το Λεβαντίνος προέκυψε το Λεβαντής.
Η οικογένεια Βαλσαμή υπήρξε
γνωστή στην Πάρο κυρίως στην περιοχή του Τζιπίδου (σημερινή Μάρπησσα),
όπου κατείχε σημαντική κοινωνική θέση. Παράλληλα, το επώνυμο διατηρήθηκε μέχρι
τον 19ο αιώνα, ενώ σήμερα επιβιώνει ως βαπτιστικό όνομα στον Πρόδρομο και σε
τοπωνύμια του νησιού.
Η παλαιότερη μαρτυρία που
αποκαλύπτει την καταγωγή της οικογένειας βρίσκεται σε προικοσύμφωνο των Λευκών,
στις 5 Νοεμβρίου 1743, όπου αναφέρεται χαρακτηριστικά:
«…ο Μυκονιάτης σιόρ Μιχαλάκης
Βαρσαμής…»
Η αναφορά αυτή δείχνει ότι ο
πρώτος γνωστός κλάδος της παριανής οικογένειας είχε προέλευση από τη Μύκονο,
πριν εγκατασταθεί στην Πάρο.
Η παρουσία τους στο νησί
καταγράφεται ήδη από τον 18ο αιώνα. Το 1718, σε βάπτιση στην Πάρο, ανάδοχος του
Αντωνίου Κονδύλη ήταν ο Γεώργιος Βαρσαμής, ενώ το 1743 ο Πέρρος
Βαρσαμής εμφανίζεται σε προικοσύμφωνο στις Λεύκες, γεγονός που μαρτυρεί την
εγκατάσταση και κοινωνική τους ένταξη.
Κατά τον 19ο αιώνα οι
Βαλσαμήδες εξελίχθηκαν σε μία από τις σημαντικές οικογένειες του Κεφάλου.
Ιδιαίτερη προσωπικότητα υπήρξε ο Ιωάννης Βαλσαμής, ο οποίος εμφανίζεται
επανειλημμένα στα ιστορικά έγγραφα της εποχής.
Ο Ιωάννης Βαλσαμής υπήρξε:
·
προύχοντας του Τζιπίδου,
·
δημογέροντας,
·
επίτροπος των μονών Αγίου Αντωνίου Κεφάλου
και Παναγίας Ξεχωριανής,
·
μέλος της Φιλικής Εταιρείας,
·
και αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης.
Η συμμετοχή του στην
προεπαναστατική και επαναστατική περίοδο είναι ιδιαίτερα σημαντική. Σε
χειρόγραφο της Φιλικής Εταιρείας αναφέρεται η μύησή του στις 12 Μαΐου 1821,
ενώ στις 20 Αυγούστου 1821, από τη Νάουσα της Πάρου, υπογράφει μαζί με
άλλους Παριανούς στρατιώτες δήλωση ότι θα ακολουθήσουν τον Φιλικό Παναγιώτη
Δημητρακόπουλο και θα μεταβούν στην Πελοπόννησο για να ενωθούν με τις
δυνάμεις του Δημητρίου Υψηλάντη.
Η δράση του όμως δεν
περιορίστηκε στον Αγώνα. Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους ανέλαβε
σημαντικές διοικητικές και κοινωνικές ευθύνες.
Το 1823 διορίστηκε αστυνομικός
επιστάτης των χωριών του Κεφάλου, ενώ παράλληλα εκτελούσε και καθήκοντα
λιμενάρχη λόγω της ύπαρξης λιμανιών στην περιοχή.
Το 1825 ορίζεται εκ νέου δημογέροντας
Τσιπίδου και μέλος της επιτροπής που επέβλεπε τη μονή του Αγίου Αντωνίου.
Την ίδια περίοδο, η Προσωρινή Κυβέρνηση της Ελλάδος ενέκρινε τον διορισμό του
ως μέλους της επιτροπής διαχείρισης της μονής μαζί με τον Γεώργιο Βιτζαρά
και τον ιερέα Κωνσταντίνο Γεμελιάρη.
Η σχέση της οικογένειας με τις
μονές του Κεφάλου υπήρξε ιδιαίτερα στενή. Ο Ιωάννης Βαλσαμής εμφανίζεται
συνεχώς ως επίτροπος της Παναγίας Ξεχωριανής και του Αγίου Αντωνίου,
ενώ το 1832, με απόφαση του Κυβερνήτη Αυγουστίνου Καποδίστρια,
διορίστηκε Έφορος των διδακτικών καταστημάτων της Πάρου και επίτροπος κοινών
μοναστηριών, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονταν η Λογγοβάρδα, οι Ταξιάρχες
Κουνάδου, ο Άγιος Αντώνιος και η Εκατονταπυλιανή.
Η οικογένεια συνέχισε να
εμφανίζεται στα κοινωνικά και οικονομικά πράγματα της Πάρου καθ’ όλο τον 19ο
αιώνα. Στους εκλογικούς καταλόγους του 1847 συναντούμε Βαλσαμήδες στις Λεύκες,
ενώ μέλη της οικογένειας καταγράφονται ως γεωργοί και κτηματίες.
Στα τέλη του 19ου και στις
αρχές του 20ού αιώνα οι Βαλσαμήδες εμφανίζονται κυρίως στην περιοχή της
Μάρπησσας. Στα δημοτολόγια του Δήμου Μάρπησσας του 1903 καταγράφονται ο Πέτρος
Εμμανουήλ Βαλσαμής, η Ζαφείρα Πέτρου Βαλσαμή, ο Μιχαήλ Εμμανουήλ
Βαλσαμής και η Φλώρα Εμμανουήλ Βαλσαμή.
Σήμερα η οικογένεια αυτή δεν
αποτελεί πλέον ενεργή παριανή οικογένεια με μόνιμη παρουσία στο νησί, όμως οι
απόγονοί της διατηρούν δεσμούς και σχέσεις με την Πάρο, ενώ το όνομα παραμένει
ζωντανό μέσα από τις ιστορικές μαρτυρίες και τα τοπωνύμια.
Οι Βαλσαμήδες της Πάρου
αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα οικογένειας που, προερχόμενη από άλλη
κυκλαδίτικη πατρίδα, ενσωματώθηκε πλήρως στην κοινωνία του νησιού και έλαβε
ενεργό μέρος στη διοίκηση, την εκκλησιαστική ζωή και τον Αγώνα της
Ανεξαρτησίας. Η μορφή του Ιωάννη Βαλσαμή αποτελεί μία από τις σημαντικές
προσωπικότητες της παριανής κοινωνίας των αρχών του 19ου αιώνα.
–1718. Στις 15 Αυγούστου 1718
Βαπτίστηκε ο Αντώνιος Κονδύλης, γιός του Παύλου και της Άννας. Είχε αναδόχους
τον Γεώργιο Βαρσαμή και τη Μαρία Γ. Αλησάφη. Κατοικούσε στη Μάλτα, όπουτ
σπούδαζε λατινικά.
–1743. Στις Λεύκες στις 5
Νοεμβρίου 1743 ο χωροεπίσκοπος Κεφάλου Γεμελιάρης συντάσσει το προικοσύμφωνο
της Ανδριανάκης Ιωάν. Ραγκούση και του Πέρρου Βαρσαμή.
–1743. Σε προικοσύμφωνο Λευκών
στις 5 Νοεμβρίου του 1743 αποκαλύπτεται η καταγωγή της οικογένειας, «…ο
Μυκονιάτης σιόρ Μιχαλάκης Βαρσαμής…».
–1810. Ομολογία προεστώτων
Λευκών, 1810, 13 Μαρτίου. «Οι προεστώτες των Λευκών Ιωάννης Βλασαμής, Ανδρέας
Ραγκούσης, Βασίλειος Χανιώτης, ο ιερέας Νικόλαος Παντολέων που γράφει στο όνομά
του μαστρο Γεωργίου Δρακάκη, και ο Αρκάς Νικόλαος, ο γράψας και το έγγραφο,
ομολογούν και φανερώνουν ότι έστειλαν τον κοινόν αποκόφτην κυρ Μοσχονά Χανιώτη
και ετήμασε θεόψυχα όλα τα πράγματα του μακαρίτου Αντωνίου Κατζαούνη και της
γυναίκας του Κρεούζας. Τα εκτίμησε δε για 440 γρόσια. (Παριανά 81).
–1813. Ο Σκευοφύλαξ Κονταράτος
υπογράφει σε σημείωμα στις Λεύκες στις 29 Αυγούστου 1813. Αναφέρεται στην
μεταπώληση χωραφιών από την Κατερίνα σύζυγο του μακαρίτη Νικ. Κονταράτου. Το
κείμενο συντάχθηκε από τον χαρτοφύλακα Λευκών ιερέα Στέφανο Χανιώτη με μάρτυρες
τον σκευοφύλακα Κονταράτο και τον Ιωάννη Βαλσαμή.
–1816. Πώληση χωραφιού. Λεύκες
1816, Ιουνίου 6. «Η κυρά Ρήνη χήρα του Παναγιωτάκη Παπαδόπουλου πωλεί στον
Νικολάκη Παντελαίο ένα χωράφι που βρίσκεται στον οικισμό Μάλτες για 50 γρόσια,
ο δε Μοσχονάς Χανιώτης το έχει αποκόψει ως αποκόπτης – εκτιμητής, για 40
γρόσια». Το έγγραφο συνέταξε ο Μιχαήλ Βαλσαμής και υπέγραψε ως μάρτυρας ο παπα
Πέτρος Αρκάς, εφημέριος Λευκών.
–1818. Κατάλογος της ακίνητης περιουσίας της Παναγίας Ξεχωριανής 16 Απρ.
1818, χωράφι εις το Πίσω Λιβάδι πλησίον Μελανίτης Νικόλαος και Ιωάννης
Βαλσαμής, κοντά Άγιος Αντώνιος.
–1818. Στις 26 Σεπτεμβρίου 1818 Σκευοφύλακα Παπαδόπουλος και ο σιόρ Γιαννάκης Βαλσαμής, σύντροφοι στην Ξεχωριανή.
–1820. Προικοσύμφωνο Γεωργίου Τζαντουλή. Κηπίδος 1820, Ιανουαρίου
30. Ενώπιον του ιερέως Εμμανουήλ Μονόπατου, που συνέταξε το έγγραφο και
μαρτυρεί, μαρτυρούντων του Ιωάννη Βαλσαμή και του Κωνσταντίνου Τζιγώνια, η
Μαρία, σύζυγος του Δημητρίου Πούλιου, προικίζει τη θυγατέρα της Θεοφύλακτη, η
οποία παίρνοι ως σύζυγο τον Γεώργιο Τζαντουλή, γιο του μακαριστού ιερέως του
Τζιπίδου Γεωργίου Τζαντουλή. Στο προικοσύμφωνο αυτό μνυμονεύονται και οι
σύμβιοι σε χωράφια, Δημήτριος Άγουρος, Ιωάννης Λιονταράκης, παπα Φραντζέσκος
Μαργαρίτης, Νικόλαος Πούλιος, Αννέζα γυνή ποτέ Δημητρίου Μαυρίκου, Ιωάννης
Βαλσαμής, παπα Εμμανουήλ Μονόπατος, Σπυρίδων Παπαδόπουλος, Μανώλης Κονταράτος,
Αντώνιος Καντιώτης και Μανόλης Μελέχας. Πηγή Παριανά 158.
–1820. Ανάμεσα στους προύχοντες του Τζιπίδουτο 1820 ήταν και ο Ιωάννης
Βαλσαμής που είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρία.
–1821. Παριανός αγωνιστής του 1821 ο Θεόδωρος (Μ.Υ.18834) στρατιώτης και ο
Ιωάννης Βαλσαμής.
–1821. Ο Παναγιώτης Δ. Δημητρακόπουλος εμυήθη εγκαίρως στην Φιλική Εταιρία
στην οποία ήταν και ο επικεφαλής στην Πάρο. Σε χειρόγραφο του τελετουργικού της
μυήσεως στην Φιλική Εταιρία αναφέρεται η δράση σε σχετικό σημείωμα. 1821 των
Φιλικών τη 12 Μαΐου. Καθιέρωσα τον Ιωάννη Πέτα Βαλσαμή. ‘Έλαβαν γρόσια 65.
–1821. Οι υπογεγραμμένοι στρατιώτες υπόσχονται να ακολουθήσουν τον Φιλικό
Παναγιώτη Δ. Δημητρακόπουλο και να απέλθωσιν εις Πελοπόννησο για να ενωθούν υπό
τις οδηγίες του εκ λαμπρότατου Πρίγκηπος Δημήτριο Υψηλάντη ελληνικών
στρατευμάτων. Εις βεβαίωση υπογράφονται Νάουσα Πάρου τη 20 Αυγούστου 1821, δια
χειρός εμού Ιωάννης Βαλσαμής.
–1822. Σε έγγραφο των Παριανών στους Υδραίους στις 13 Απριλίου 1822
αναφέρεται ο Ιωάννης Βαλσαμής κάτοικος Μαρμάρων και ο Μιχαήλ Βαλσαμής κάτοικος
Λευκών.
–1823. Ο Γενικός Αστυνόμος της
Επαρχίας Πάρου-Αντιπάρου Στέφανος Κάππαρης με έγγραφο του (Παροικιά, 26 Ιουλίου
1823) διόρισε τους αστυνομικούς επιστάτες στα χωριά της Πάρου. Στα χωριά του
Κεφάλου διορίσθηκε ο Ιωάννης Βαλσαμής, που εκτελούσε και χρέη λιμενάρχη, όπως
και της Νάουσας ο Αντώνιος Κορτιάνος, αφού «ούσα παραθαλάσσιος χώρα η Νάουσα
καθώς και τα του Κεφάλου χωριά έχουν λιμένας πλησίον».
–1823. Σε έγγραφο του χωριού
Κεφάλου (Μάρμαρα) προς τον υπουργό της θρησκείας σχετικά με τον Άγιο Αντώνιο
«Ελάβομεν την διαταγήν του Ιερού Υπουργείου της θρησκείας διορίζουσαν τον
Κύριον Στέφανον Μαυρογένην προστάτην του μεγάλου Αντωνίου και τον κύριον Αθανάσιον
Ιεροκήρυκα, ηγούμενον τούτου διά να συνάγουσιν όλα τα εισοδήματα και να υποσυρθή
εις τα ίδια ο σκευοφύλαξ των χωριών Κεφάλου όστις πρότερον εδιωρίσθη ηγούμενος
τούτου παρά του αυτού Ιερού υπουργείου βλέπομεν ότι το υπουργείον της θρησκείας
ενασχολούμενον εις αναγκαιοτέρας υποθέσεις δεν δύναται να εξετάση ακριβώς την
αλήθειαν. Η Κυρία Μαδώ του Μαυρογένη διά αναφοράς της ηπάτησε το υπουργείον
τούτο λέγουσα ότι είναι κτήμα πατρικόν της εις τα συγκίλια τούτου με το από
΄κτήμα πατρικόν της είς της κοινότητος τούτο το μοναστήριον πρό χρόνων το
εκαταξουσίαζεν δυναστικώς η Δόμνα του Μαυρογένους, ως εκ τούτου εφαντάζετο η
απόγονος της ότι είναι κτήμα πατρικόν των ημείς λοιπόν, σεβασμιώτατε, δεν
ημπορούμεν να αποχωρίσωμεν το δίκαιον της κοινότητος αλλά θέλουμεν να
δικαιολογηθούμεν προς το Ιερόν τούτο υπουργείον καθώς και ο ίδιος παραστάτης μας
θέλει σας πληροφορήσει όλην την αλήθειαν δια να μην απατάται και διατάττει
τοιαύτας επιταγάς παρακαλούμεν λοιπόν να μη νομίσητε τούτο μας το φέρσιμον
απείθειαν προς την σεβαστήν διοίκησιν μένομεν με όλον το σέβας. Τη 20 Οκτωβρίου
1823 των χωρίων Κεφάλου. Υπογράφει ο κάτοικος Τζηπίδου Ιωάννης Βαλσαμής κ.α.
(Τ.Σ. ΠΑΡΟΣ ΜΑΡΜΑΡΑ 1820) (Γ.Α.Κ.).
–1824. Επιστολή στις 8
Απριλίου 1824 του οικονόμου Κεφάλου Δημητρίου Άγουρου, αναφορά στον Ιωάννη
Βαλσαμή για τον Μονόπατο Εμμανουήλ.
–1824. Στις 8 Απριλίου 1824, Αστυνόμος Πάρου φέρεται ο Ιωάννης
Βαλσαμής.
–1825. Στις 24 Μαΐου 1825 ο Επίτροπος της μονής Αγίου Αντωνίου και Παναγίας
Ξεχωριανής Ιωάννης Βαλσαμής υπογράφει τη διαθήκη του Ιωάννη Τζιώτη.
–1825. Την 1η Αυγούστου 1825 δημογέροντας Τσιπίδου Ιωάννης Βαλσαμής.
– 1825. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1825, το εκτελεστικό Σώμα της Προσωρινής
Κυβέρνησης της Ελλάδος δια τον πρόεδρο του Γεωργ. Κουντουριώτη ειδοποιεί το
Υπουργείο Λατρείας (Θρησκείας), ότι ενέκρινε τον διορισμό Επιτροπής διά να
επιστατεί τον Άγιο Αντώνιο. Μέλη αυτής ορίσθηκαν ο Ιωάννης Βαλσαμής, ο Γεώργιος
Βιτζαράς και ο ιερέας Κωνσταντίνος Γεμελιάρης.
–1826. Σε επιστολή στις 18 Σεπτεμβρίου του 1826, αναφέρεται ο δημογέροντας
Τσιπίδου Ιωάννης Βαλσαμής.
–1826. Στις 14 Οκτωβρίου 1826
σε έγγραφο της Ξεχωριανής αναφέρεται ο σκευοφύλαξ Θεόδωρος Παπαδόπουλος και ο
Ιωάννης Βαλσαμής.
–1827. Πώληση ακινήτου υπό
αριθμού 198 χιλίους οκτακοσίους είκοσι επτά (1827) Ιουλίου 27: Νάουσα της
Πάρου. Την σήμερον επαρισιάσθη εις την Κοινήν Νοταρίαν της χώρας ταύτης η
κάτωθεν υπογεγραμμένη Παρασκευώ γυνή Βαγγέλη Βαλσαμάκη, οπού με την γνώμην του ανδρός
της και υιού της Νικολάου και λέγει ότι πως με ιδίαν της βουλήν και γνώμην
δίνει και παντί ελεύθερα πουλεί εις τον Μάρκον Βλάση ένα μαγαζί αργαστήρι οπού
έχει την μητρικόν της ομού με το τζάκιν του εις την ρούγα του Ευαγγελισμού
πλησίον: άνωθεν τα παιδιά ποτέ Λουκά Θηβαίου και εις το πλάγι ίδια πωλήτρια, το
οποίον του το δίδει διά γροσια διακόσια εξήντα: Ν260, ως καθού… εις το δημόσιον
από τον ίδιον αγοραστήν, τα οποία γρόσια την τιμήν μας λέγει η άνω λεγομένη
πωλήτρια ότι τα έλαβε σωστά και καλά μένοντας πλημένα και καλά ευχαριστημένα,
και από την σήμερον το αποξενώνεται και το απαραιτεί εις την εξουσίαν και
κυριότητα του αγοραστή να το κάνει ως θέλει και βούλεται ως ίδιον του απόκτημα
και ως συγχήσει την παρόν πουλησίαν να ζημιούται εις την ευρισκομένην εξουσίαν
γρόσια εκατόν τριάντα, πληρώνοντας τα πάντα και πάλιν η παρών να έχη το κύρος
και την ισχύν εις αιώνα τον άπαντα. Και εις πίστωσιν υπογράφεται παρ’ αυτής διά
… και παρά των αξιοπίστων μαρτύρων εις ασφάλειαν. Παρασκευώ γυνή Βαγγέλη
Βαλσάμου, διά χειρός εμού του υιού της Νικολάου βεβαιοί τα άνωθεν. Βαγγέλης
Βαλσάμου Βεβαιώνει τα άνωθεν, δια χειρός εμού Δημητρίου Καράντζα, όστις και
μαρτυρώ. Ο δημόσιος νοτάριος της χώρας ταύτης Ιωάννης Σταματελάκης βεβαιώ.
–1829. Σε έγγραφο της Εκατονταπυλιανής «Εν Παροικία της Πάρου» την 19
Μαΐου 1829 αναφέρονται οι εκλογείς της επαρχίας Πάρου και Αντιπάρου: Αθανάσιος
Μαύρος, Μ.Μ. Μαυρογένης, Δημήτριος Καλαβρός, Νικ. Μαλατέστας, Ιω. Μεταξάς, Θ.
Ρικιέρης, Ιάκωβως Λουκής, Ν. Μωραΐτης, Μιχαήλ Τζιγώνιας, Ιω. Βαλσαμής,
Ευστράτιος Στάμενας, Ζέπος Δελαγραμμάτης, Ν. Κονταράτος, Ν. Ρούσσος, Γεώργιος
…, Τζανής Μάτζας, Δαμιανός Μπιάζης, Γεώργιος Βιτζαράς.
–1830. Στις 18 Αυγούστου 1830. Εν Παροικία. Η Πενταμελής Επιτροπή του αγίου
Αντωνίου Κεφάλου, αποτελούμενη από τους: Δημήτριο Κιοσσέ, Ελευθέριο Χαμάρτο,
σιόρ Ιωάννη Βαλσαμή, Μιχαήλ Τσιγώνια και Κωνσταντίνο Σιφάκη, εκθέτει προς
Γραμματεία των Εκκλησιαστικών τα πορίσματα της περί της καταστάσεως της μονής
σχετικά με τον προσφάτως τοποθετηθέντα Βαρλαάμ, και στην κτηριακή κατάσταση της
προτείνοντας λύσεις προτού ερημώσει και διαλυθεί η μονή.
–1830. Στην 1η Οκτωβρίου 1830 ο Χαρτοφύλαξ Κεφάλου Κονταράτος
υπήρξε και Έφορος της Αλληλοδιδακτικής Σχολής Κεφάλου μαζί με δύο άλλους: τον
Ιωάννη Βαλσαμή από τον Τζιπίδο και τον Γ. Γαϊτανόπουλο από τα Μάρμαρα. Έγγραφό
τους προς τον τοποτηρητή Πάρου Αντιπάρου Δ. Κιοσσέ.
–1830. Επίτροπος Μονής Αγίου
Αντωνίου Κεφάλου και Ξεχωριανής το 1830 ο Ιωάννης Βαλσαμής.
–1831. Λεύκες 1831 Μαΐου 2. Ο
μαθητής της Αλληλοδιδακτικής Σχολής Λευκών Βαλσαμής Θ. Εμμανουήλ και Βαλσαμής
Θ. Ιωάννης.
–1831. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1831
σε πωλητήριο Τσιπίδου υπογράφουν ως μάρτυρες ο Ιωάννης Βαλσαμής και ο Νικόλαος
Πούλιος.
–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831,
σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για
τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Ιωάννης,
Θεόδωρος και ο Μιχάλης Βαλσαμής από το χωρίων Κεφάλου.
–1832. Το 1832 ο Ιωάννης Βαλσαμής Επίτροπος της μονής Αγίου Αντωνίου είχε
διορισθεί από τον Κυβερνήτη Αυγουστίνο Καποδήστρια Έφορος των διδακτικών
Καταστημάτων της Πάρου και Επίτροπος των Κοινών Μοναστηριών [Λογγοβάρδας,
Ταξιαρχών Κουνάδου, Αγίου Αντωνίου και Εκατονταπυλιανής] Ναύπλιο, 17 Μαρτίου
1832.
–1835. Σε ομαδικό έλεγχο του δημοτικού σχολείου Μάρπησσας του 1835, υπάρχει
εγγεγραμμένος ο μαθητής Βαλσαμής Ιωάννης.
–1838. Ο υποφαινόμενος Ανδρέας
ποτέ Δημητρίου Αγούρου πουλεί εις τον κυρ Μιχάλη Καρυστινό ένα μαγαζί όπου έχει
εις τοποθεσία του Τζιπίδου εις το αυτό πλησίον ο ίδιος αγοραστής και
Κωνσταντίνος Καλαβρός, το οποίον του το δίνει διά δραχμάς εβδομήντα αρ. 70
καθώς το αναμεταξύ εσυμφώνησαν και από την σήμερον το απαραιτεί ο πουλητής εις
την εξουσίαν και δεσποτείαν του αγοραστή να το κάνει ως βούλεται, ως καλά
πληρωμένος ουλείς εναντιούμενος. Όθεν διά το αληθές εγένετο το παρόν
υπογεγραμμένον παρά του ιδίου, παρ’ άλλου και υπό αξιοπίστων μαρτύρων εις
ένδειξιν. 7 Ιανουαρίου 1838. Ιωάννης Βαλσαμής μαρτυρώ.
–1846. Ο Θεόδωρος Βαλσαμής αιτείται
αποζημίωσης από την Επιτροπή του Αγώνος για τις υπηρεσίες που πρόσφερε κατά την
Επανάσταση και καταθέτει τα σχετικά δικαιολογητικά: 1 πιστοποιητικό Βαλσαμής
Θεόδωρος: Η αίτησή του εξετάστηκε κατά την υπ΄αριθμόν 404/25 συνεδρίαση του
στρατιωτικού τμήματος της Επιτροπής Αγώνος.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Δραγουλά του
1847 είναι εγγεγραμμένος ο Βαλσαμής Πέτρος, 35 ετών εργάτης και ο Βαλσαμής
Εμμανουήλ 31 ετών εργάτης.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του
1847 είναι εγγεγραμμένος ο 25χρονος γεωργός Εμμανουήλ Θ. Βαλσαμής, ο 35χρονος
κτηματίας Θεόδωρος Βαλσαμής, ο 33χρονος κτηματίας Ιωάννης Θ. Βαλσαμής και ο
25χρονος γεωργός Περικλής Βαλσαμής.
–1862. Απόφαση αριθ,1, της 31ης
Ιανουαρίου του 1862 του Δημοτικού Συμβουλίου Μάρπησσας. «Εγκρίνει επ’ ονόματι
του τελευταίου πλειοδότου Ν. Εμμ. Αρκά του Δημοτικού επί του ελαίου φόρου δια
δραχμάς εβδομήκοντα. Η παρούσα κοινοποιηθήσεται όπου δέον εν τω Δημοκαταστήματι
την 31 Ιανουαρίου 1862. Το Δημ. Συμβούλιο ο Πρόδρος Γεώργιος Χ. Χανιώτης, Κ.
Αρκάς, Β. Χανιώτης, Ιωάννης Ν. Κονταράτος, Πέτρος Πυργής, Εμμ. Μ. Βαλσαμής,
Εμμ. Ν. Αρκάς, Γεώργιος Εμ. Δελαγραμμάτης.
–1865. Απόφαση 3η
της 13ης Ιουνίου 1865, του Δημοτικού Συμβουλίου Μάρπησσας. Το
Δημοτικό Συμβούλιο. (Αφορά στη μεταφορά στον προϋπολογισμό του δήμου, του
τρέχοντος έτους.
Ο Δημαρχεύων Ιωάννης Ν.
Ρούσσος. Το Δημοτικό Συμβούλειον, ο Προεδρεύων, Εμμ. Ν. Αρκάς, Ν.Μ. Ρούσσος, Ι.
Οικονομίδης, Εμμ. Μ. Βαλσαμής, Πέτρος Πυργής, Π.Ι. Χανιώτης, Ν.μ. Ρούσσος, Κ.
Αρκάς, Ιωάννης Ν. Κονταράτος.
–1872. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι
εγγεγραμμένος ο παριανός 43χρονος υπαξιωματικός Κωνσταντίνος Π. Βαλσαμής,
έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 10 Ιουνίου 1872.
–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Υρίας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος
ο 35χρονος Βαλσαμής Γεώργιος του Κυριάκου γεωργός όπως και ο 50χρονος Βαλσαμής
Εμμανουήλ του Θεόδωρου, γεωργός, αλλά και ο 38χρονος Ζώρζης Βαλσαμής του
Θεοδώρου γεωργός. Στον ίδιο κατάλογο είναι εγγεγραμμένος ο Βαλσαμής Νικόλαος
του Θωμά 26 χρονών υπηρέτης αλλά και ο Περικλής Βαλσαμής του Θεόδωρου 50 χρονών
γεωργός.
–1894. «Εις τας 25 του Μαρτίου 1894 έδωσα εις τον Ιάκωβο Καβάλλην τα χόρτα
της Κεροδοσίας δραχμάς 25,00 μάρτυρες Μιχαήλ Βαλσάμης, Ιωάννης Μηλαίος και
Γεώργιος Τζανακόπουλος».
–1903.
Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος
ο Πέτρος Εμμανουήλ Βαλσαμής, ετών 38, γεωργός, έγγαμος.
–1903.
Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η
Ζαφείρα Πέτρου Βαλσαμή, ετών 37, οικιακά, έγγαμος.
–1903.
Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος
ο Μιχαήλ Εμμανουήλ Βαλσαμής, κάτοικος Αθήνας, ετών 40, υπηρέτης, άγαμος.
–1903.
Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η
Φλώρα Εμμανουήλ Βαλσαμή, ετών 26, οικιακά, άγαμος.
–1920. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι
εγγεγραμμένος ο παριανός 64χρονος εργατικός Μιχαήλ Εμμ. Βαλσαμής άγαμος. Έδωσε
όρκο στις 15 Μαΐου 1920.
–Βαλσαμόπουλος:
–1835. Σε ομαδικό έλεγχο του δημοτικού σχολείου Πάρου του 1835, υπάρχει
εγγεγραμμένος ο μαθητής Παναγής Σ. Βαλσαμόπουλος, τέχνη πατέρα πλοίαρχος.
–Βαμβακάρης: Ο παριανός κλάδος έχει καταγωγή από Σύρο, Καθολικού
δόγματος.
–1955. Εργολάβος οικοδομών στην Παροικιά το 1950 ο Στέφανος Βαμβακάρης.
–1963. Σε μαθητική φωτογραφία των
Χριστουγέννων του 1963 απεικονίζεται ο μαθητής Γεώργιος Βαμβακάρης.
–1973. Σε σχολικές εκδηλώσεις στις 9 Ιουλίου 1973, στην Παροικιά,
διακρίνεται ο Γιώργος Βαμβακάρης.
–1990. Τουριστικός πράκτορας στην Παροικιά Γεώργιος Βαμβακάρης και υιοί
Στέφανος και Δημήτρης.
–2008. Τουριστικός πράκτορας στην Παροικιά Γεώργιος Βαμβακάρης και υιοί
Στέφανος και Δημήτρης.
–Βανέτος:
–1845. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι
εγγεγραμμένος ο παριανός 23χρονος ναυτικός Πέτρος Βανέτος. Έδωσε όρκο στις 21
Ιουλίου 1845.
–Βαντάρος ή Βαντόρος ή Βαντώρος ή Προσκυνητής:
–1821. Παριανός αγωνιστής του 1821 ο
Προσκυνητής Αναστ. Βαντώρου (Μ.Υ.13962) Στρατιώτης.
–1826. Στα δημοτολόγια
Παροικίας του 1826 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο
Αναστάσιος Βαντόρος σε ηλικία 31 ετών.
–1846. Ο Αναστάσιος Βαντώρος
Προσκυνητής αιτείται αποζημίωσης από την Επιτροπή του Αγώνος για τις υπηρεσίες
που πρόσφερε κατά την Επανάσταση και καταθέτει τα σχετικά δικαιολογητικά: 1
αίτηση και 1 συνημμένο πιστοποιητικό (περιλαμβάνεται συνοδευτικό δίφυλλο) Βαντώρος
Αναστάσιος: Η αίτησή του εξετάστηκε κατά την υπ΄αριθμόν 266/41 συνεδρίαση του
στρατιωτικού τμήματος της Επιτροπής Αγώνος. (ΓΑΚ)
–1847. Σε εκλογικό κατάλογο
Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο
43χρονος γεωργός Βαντάρος Ιωάννης, ο 43χρονος γεωργός Μάρκος Βαντάρος και ο
52χρονος ναύτης Αναστάσιος Βαντόρος.
–Βαντόρος: Βλέπε Βαντάρος
–Βαξεβανίδης: Το επώνυμο Βαξεβανίδης φέρει την κατάληξη -ίδης,
χαρακτηριστική πολλών οικογενειών με καταγωγή από τον ευρύτερο μικρασιατικό και
ποντιακό χώρο. Η παρουσία του στην Πάρο συνδέεται με την εγκατάσταση προσφύγων
μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, όταν χιλιάδες Έλληνες
αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες και να αναζητήσουν
νέα πατρίδα στον ελλαδικό χώρο.
Γενάρχης του παριανού κλάδου
υπήρξε ο Χρίστος Βαξεβανίδης, καταγόμενος από την Προύσα της Μικράς
Ασίας. Μετά τα γεγονότα του 1922, σε ηλικία μόλις δεκαέξι ετών, εγκατέλειψε
τη γενέτειρά του και εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα.
Στην Πάρο γνώρισε την Αικατερίνη
Μαυραγκά, το γένος Ραγκούση, από τις Λεύκες. Η Αικατερίνη προερχόταν
από παλιά λευκιανή οικογένεια και είχε ακολουθήσει ιδιαίτερη για την εποχή
πορεία, καθώς υπήρξε μαθήτρια του γνωστού μάγειρα και συγγραφέα Νικόλαου
Τσελεμεντέ στην Αθήνα, με σκοπό να εκπαιδευτεί στη μαγειρική τέχνη.
Ο γάμος του Χρίστου Βαξεβανίδη
με την Αικατερίνη Μαυραγκά δημιούργησε τον παριανό κλάδο της οικογένειας, ο
οποίος ουσιαστικά προέρχεται από θηλυγονία μέσω της οικογένειας Ραγκούση.
Έτσι, η ιστορία των Βαξεβανίδηδων στην Πάρο συνδέεται άμεσα με μία από τις
παλιές οικογένειες των Λευκών.
Η παρουσία της οικογένειας
στις Λεύκες καταγράφεται ήδη πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε σημαντικό
φωτογραφικό ντοκουμέντο του 1939, απεικονίζεται το σπίτι του Δημητρίου
Μαυραγκά στις Λεύκες. Στη φωτογραφία εμφανίζονται οι πέντε κόρες της Αννίτσας
Μαυραγκά, συζύγου του Δημητρίου Μαυραγκά, καθώς και ο μικρός Γεώργιος
Βαξεβανίδης, ηλικίας πέντε ετών, στην αγκαλιά της.
Στη φωτογραφία διακρίνονται:
·
η Κατερίνα Βαξεβανίδη,
·
η αδελφή της Νίνα,
·
η Καλυψώ Γιωργούση,
·
η Ειρήνη Κιουπελίδη, γιαγιά του Γεωργίου
Βαξεβανίδη,
·
και η Ανεζώ Καπαρού.
Η οικογένεια έζησε την
καθημερινότητα της αγροτικής κοινωνίας των Λευκών κατά τα δύσκολα χρόνια πριν
και κατά τη διάρκεια του πολέμου. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Γεωργίου
Βαξεβανίδη, ο οποίος θυμάται το 1940, σε μικρή ηλικία, τη φύλαξη ενός
σπαρμένου χωραφιού που είχε νοικιάσει ο θείος του Χρήστος Κιουπελίδης
μαζί με την Τάσο Θεοχαρίδη, από τα κληροδοτήματα της Εκατονταπυλιανής,
για χρονικό διάστημα δέκα ετών.
Οι Βαξεβανίδηδες των Λευκών
αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της δύναμης της παριανής κοινωνίας να
ενσωματώνει νέους ανθρώπους και οικογένειες. Ένας πρόσφυγας από την Προύσα, που
έφτασε στο νησί χωρίς τίποτα σε ηλικία δεκαέξι ετών, δημιούργησε μια νέα ρίζα
στην Πάρο μέσα από τον γάμο του με μια Λευκιανή και έγινε μέρος της ιστορίας
του χωριού.
Σήμερα οι Βαξεβανίδηδες
παραμένουν γνωστοί στις Λεύκες, ως μια οικογένεια που συνδέει τη μνήμη
της Μικράς Ασίας με τη νεότερη ιστορία της Πάρου.
–1939. Σε φωτογραφικό ντοκουμέντο
εικονίζεται το σπίτι του Δημητρίου Μαυραγκά στις Λεύκες το 1939. Σ’
αυτήν εμφανίζονται οι πέντε κόρες της Αννίτσας Μαυραγκά (σύζ. Δημητρίου
Μαυραγκά) και ο Βαξεβανίδης Γεώργιος σε ηλικία πέντε χρόνων στην αγκαλιά της.
Όρθιες είναι η Καλυψώ (Γιωργούση), η Κατερίνα
(Βαξεβανίδη), η αδελφή της η Νίνα και καθιστές η Ειρήνη Κιουπελίδη η γιαγιά του
Γεωργίου Βαξεβανίδη και η Ανεζώ (Καπαρού).
–1940. Ο Βαξεβανίδης Γεώργιος διηγείται
την φύλαξη ενός σπαρμένου χωραφιού που είχε νοικιάσει ο θείος του Κιουπελίδης
Χρήστος με την Τάσο Θεοχαρίδη το 1940 από τα κληροδοτήματα της Εκατονταπυλιανής
για 10 χρόνια.
–Βάος ή Μπάος: Βλέπε Μπάος
–Βαράπας:
–1899. Το 1899
γεννιέται ο Βαράπας Νικόλαος του Δημητρίου εργάτης κάτοικος Αντιπάρου. Απεβίωσε
το 1949.
–Βαρβαρήγος: Βλέπε Μπαρμπαρήγος
–Βαρβέρης:
–1911. Ιωάννης Βαρβέρης, αστυνομικός στον Δήμο
Υρίας το 1911.
–Βαρδαλάμος:
–1829. Σε πληρεξούσιο του 1829 αναφέρεται ο Δημήτριος Βαρδαλάμος.
–Βαρδής:
–1743. Ο 26ος Μητροπολίτης Παροναξίας
Άνθιμος Βαρδής (1743-1779). Από την Κρήτη.
–Βαρελάς: παρωνύμιο
–1967. Σε τάφο στο ξωκλήσι του Αγίου Κωνσταντίνου
στον Κούναδο, Βαρελάς Αγγ. Αντώνιος. 14 Αυγούστου 1967. Απεβίωσε 11 μαρτίου
2019.
–Βαρθακοκύλης: Διαλεκτικός
τύπος του βάτραχου, βάρθακας. Προέλευση από Νάξο.
–Βαρθακούρης: Το επώνυμο Βαρθακούρης αποτελεί ένα ιδιαίτερο παριανό
επώνυμο, η προέλευση του οποίου πιθανόν συνδέεται με προσφυγικό κλάδο.
Ετυμολογικά έχει συσχετιστεί με διαλεκτικό τύπο της λέξης «βάτραχος»,
πιθανώς ως παρωνυμικό επώνυμο που δημιουργήθηκε από κάποιο χαρακτηριστικό ή
προσωνύμιο παλαιότερου προγόνου.
Η οικογένεια εμφανίζεται στην
Πάρο ήδη από τον 19ο αιώνα και συγκεκριμένα στην Παροικιά, όπου
δραστηριοποιήθηκε κυρίως στον αγροτικό και ναυτικό χώρο, όπως πολλές
οικογένειες της εποχής.
Η παλαιότερη γνωστή καταγραφή
του επωνύμου στο νησί εντοπίζεται στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του
1847 (ο οποίος περιλάμβανε και την Αντίπαρο), όπου αναφέρεται ο Νικόλαος
Βαρθακούρης, ηλικίας 30 ετών, επάγγελμα γεωργός.
Κατά τις επόμενες δεκαετίες η
οικογένεια συνεχίζει να εμφανίζεται στα δημοτολόγια και στους καταλόγους της
Παροικιάς.
Το 1894 γεννιέται ο Ηρακλής
Μιχαήλ Βαρθακούρης, αλιέας και κάτοικος Παροικιάς, ενώ το 1900
καταγράφεται ο Χαράλαμπος Μιχαήλ Βαρθακούρης, επάγγελμα φαροφύλακας. Η
παρουσία του τελευταίου είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική, καθώς το επάγγελμα του
φαροφύλακα συνδεόταν άμεσα με τη ναυτική παράδοση των νησιών.
Στις αρχές του 20ού αιώνα
συναντούμε επίσης τον Ιωάννη Αντωνίου Βαρθακούρη (1907), γεωργό, τον Ιάκωβο
Αντωνίου Βαρθακούρη (1917), γεωργό, και τον Γεώργιο Αντωνίου Βαρθακούρη
(1923), εργάτη, όλους κατοίκους Παροικιάς.
Μέσα σε αυτή την οικογενειακή
συνέχεια γεννήθηκε στην Πάρο, το 1945, ο Γιάννης Βαρθακούρης, ο
οποίος έγινε γνωστός σε όλη την Ελλάδα με το καλλιτεχνικό όνομα Γιάννης
Πάριος.
Με τη φωνή του και τα
τραγούδια του συνέδεσε το όνομά του με το ελληνικό λαϊκό και ερωτικό τραγούδι,
ενώ παράλληλα έκανε γνωστή την καταγωγή του από την Πάρο, τιμώντας το νησί που
αποτέλεσε την πατρίδα της οικογένειάς του.
Οι γονείς του, σύμφωνα με τα
παριανά αρχεία, ήταν ο Ηρακλής Βαρθακούρης και η Φοινικιώ Σαρρή.
Η Φοινικιώ Βαρθακούρη εμφανίζεται στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 ως
σύζυγος του Ηρακλή, ενώ την ίδια χρονιά καταγράφεται και η Παρασκευή
Κουτσουράκη, το γένος Ηρακλή Βαρθακούρη.
Η οικογένεια των Βαρθακούρηδων
παραμένει μέχρι σήμερα γνωστή στην Παροικιά, όχι μόνο λόγω της
καλλιτεχνικής πορείας του Γιάννη Πάριου, αλλά και ως μία από τις παλιές
οικογένειες του χωριού, που συμμετείχαν στην καθημερινή ζωή της Πάρου μέσα από
τη γεωργία, την αλιεία και τα επαγγέλματα που συνδέονταν με τη θάλασσα.
Οι Βαρθακούρηδες της
Παροικιάς αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα οικογένειας που ξεκίνησε
από την απλή ζωή μιας νησιωτικής κοινωνίας και μέσα από τις επόμενες γενιές
έφτασε να αφήσει αποτύπωμα όχι μόνο στην ιστορία της Πάρου αλλά και στον
σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό.
–1817. Σε εκλογικό κατάλογο
Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο
30χρονος γεωργός Νικόλαος Βαρθακούρης (γεν.1817).
–1894. Το 1894
γεννιέται ο Βαρθακούρης Ηρακλής του Μιχαήλ αλιεύς κάτοικος Παροικιάς.
–1900. Το 1900
γεννιέται ο Βαρθακούρης Χαράλαμπος του Μιχαήλ φαροφύλαξ κάτοικος Παροικιάς.
–1907. Το 1907
γεννιέται ο Βαρθακούρης Ιωάννης του Αντωνίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1917. Το 1917 γεννιέται ο Βαρθακούρης
Ιάκωβος του Αντωνίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1923. Το 1923 γεννιέται ο Βαρθακούρης
Γεώργιος του Αντωνίου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.
–1945. Το 1945 γεννιέται στην Πάρο ο τραγουδιστής Γιάννης Πάριος
(Βαρθακούρης).
–1953. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Κουτσουράκη Παρασκευή το γένος Ηρακλής
Βαρθακούρης, όνομα συζύγου Αντώνιος κάτοικος Παροικιάς.
–1953. Στο εκλογικό κατάλογο
Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Βαρθακούρη Φοινικιώ, όνομα συζύγου
Ηρακλής όνομα πατρός Εμμανουήλ Σαρρής.
–Βαρθαλίτης: Καταγωγή από την Σύρο,
καθολικού δόγματος
–1910. Το 1910 γεννιέται ο Βαρθαλίτης
Αντώνιος του Ισίδωρου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1946. Στον εκλογικό κατάλογο της
Παροικιάς του 1946 είναι εγγεγραμμένος ο Βαρθαλίτης Αντώνιος του Ισίδωρου γεωργός
κάτοικος Παροικιάς.
–Βαρότσης: Βλέπε Μπαρότσης
–Βαρούτας:
–1928. Σε τάφο στο ξωκλήσι του Αγίου Κωνσταντίνου
στον Κούναδο, Βαρούτα Α. Μαργαρίτα 1928. Απεβίωσε 26 Ιουνίου 2010 σε ηλικία 82
ετών.
–Βαρούχας: Το
επώνυμο Βαρούχας συνδέεται με μία παλαιά οικογένεια που εμφανίζεται ήδη
από τους βυζαντινούς χρόνους στην Κρήτη. Σύμφωνα με την παράδοση, πρόκειται για
αρχοντική οικογένεια του Θέματος Κρήτης, πιθανότατα με
κωνσταντινουπολιτική καταγωγή.
Γενάρχης της κρητικής
οικογένειας θεωρείται ο Κωνσταντίνος Βαρούχας, ο οποίος εγκαταστάθηκε
στην Κρήτη κατά την εποχή του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού. Με
σημαντικές κτήσεις στην επαρχία Αμαρίου Ρεθύμνου, οι Βαρούχες
αντιστάθηκαν στη βενετική κυριαρχία, διατηρώντας την ανεξαρτησία και την
επιρροή τους.
Με την έναρξη της
Τουρκοκρατίας ένας κλάδος της οικογένειας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κρήτη
και να μετακινηθεί στην Κεφαλονιά, ενώ άλλοι παρέμειναν στο νησί. Από
τους σημαντικότερους εκπροσώπους της κρητικής οικογένειας υπήρξε ο οπλαρχηγός Δημήτριος
Βαρούχας, γνωστός ως «χαΐνης», ο οποίος έδρασε εναντίον των Γενιτσάρων της
Μεσσαράς και σκοτώθηκε ηρωικά το 1811.
Ο παριανός κλάδος των
Βαρούχαδων φαίνεται ότι έφτασε στην Πάρο από τη Φολέγανδρο. Ο γενάρχης
του κλάδου παντρεύτηκε την Μαρία Λεωνίδα Βενιέρη, κόρη του γιατρού Λεωνίδα
Γ. Βενιέρη, δημιουργώντας έτσι δεσμό με μία ακόμη σημαντική οικογένεια της
Πάρου.
Η παρουσία της οικογένειας στο
νησί καταγράφεται ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα. Σε έγγραφο αγοράς χωραφιού στο
Τζιπίδο (Μάρπησσα) στις 23 Οκτωβρίου 1804, αναφέρεται ο Ιωάννης
Βαρούχας, ο οποίος αγοράζει από τον Πέτρο Νιώτη αγροτικές εκτάσεις στα
Λιβάδια Τσιπιδινά και στον Τριό.
Κατά τον 19ο αιώνα οι Βαρούχες
εγκαταστάθηκαν κυρίως στη Μάρπησσα, όπου εμφανίζονται ως κτηματίες,
έμποροι και άνθρωποι με κοινωνική παρουσία.
Στον εκλογικό κατάλογο του
Δήμου Μάρπησσας του 1844 καταγράφονται ο Δομίνικος Βαρούχας και ο
Γεώργιος Βαρούχας, 30 ετών, σκυτοτόμος. Αργότερα, στα δημοτολόγια του
Δήμου Μάρπησσας, συναντούμε τον Γεώργιο Γεωργίου Βαρούχα (1843-;),
κτηματία, καθώς και άλλα μέλη της οικογένειας.
Ιδιαίτερη προσωπικότητα υπήρξε
ο Ανδρέας Π. Βαρούχας (1858-1926), κτηματίας και άνθρωπος με ιδιαίτερο
ενδιαφέρον για την ιστορία και τις αρχαιότητες της Πάρου. Παντρεύτηκε τη Μαρία
Λεωνίδα Βενιέρη (1867-1946) και απέκτησαν παιδιά, ανάμεσα στα οποία
ξεχωρίζει η Ειρήνη Βαρούχα – Χριστοδουλοπούλου.
Η οικογένεια συνδέθηκε μάλιστα
με ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά τεκμήρια της Πάρου. Το Πάριον
Χρονικόν, μετά την ανακάλυψή του το 1853, φυλάχθηκε προσωρινά στην οικία
του Ανδρέα Βαρούχα και στη συνέχεια δωρήθηκε στο Μουσείο της Πάρου.
Η κόρη του, Ειρήνη Βαρούχα
– Χριστοδουλοπούλου (1895-1979), υπήρξε μία από τις σημαντικότερες
Ελληνίδες αρχαιολόγους και νομισματολόγους. Ήταν η δημιουργός της πρώτης
οργανωμένης συλλογής που αποτέλεσε τον πυρήνα του Βυζαντινού Μουσείου Πάρου,
το οποίο στεγάστηκε αρχικά στα ισόγεια κελιά της βόρειας πτέρυγας της
Εκατονταπυλιανής γύρω στο 1931.
Η ίδια αφιέρωσε τη ζωή της στη
μελέτη της αρχαίας και βυζαντινής κληρονομιάς, αφήνοντας σημαντικό επιστημονικό
έργο και συνδέοντας το όνομα της οικογένειας Βαρούχα με την πολιτιστική ιστορία
της Πάρου.
Παράλληλα, η οικογένεια είχε
και ενεργό παρουσία στα κοινά. Ο Ανδρέας Βαρούχας εξελέγη Πρόεδρος
της Κοινότητας Πάρου το 1914, ενώ το 1903 είχε εκλεγεί δημοτικός σύμβουλος
του Δήμου Πάρου.
Οι Βαρούχες συμμετείχαν και
στην κοινωνική ζωή της εποχής. Η οικογένεια αναφέρεται συχνά στον παριανό τύπο
των αρχών του 20ού αιώνα, ενώ τα μέλη της διατηρούσαν σχέσεις με σημαντικές
οικογένειες του νησιού.
Σήμερα η οικογένεια Βαρούχα
αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα οικογένειας που, αν και δεν είχε αρχική
παριανή καταγωγή, ενσωματώθηκε πλήρως στην κοινωνία της Πάρου και άφησε έντονο
αποτύπωμα. Από τους κτηματίες της Μάρπησσας έως την κορυφαία αρχαιολόγο Ειρήνη
Βαρούχα – Χριστοδουλοπούλου, η ιστορία τους συνδέεται με την κοινωνική,
πολιτική και πνευματική πορεία του νησιού.
–1804. Αγορά χωραφιού. Τζιπίδος 1804,
Οκτωβρίου 23. «Ενώπιον των μαρτύρων ιερέων Ρούσσου, πριμικηρύου, και του πρ.
σακελλίωνος Δημητρίου Τζιώτη, και του Δημητρίου Γαβαλά, ο Πέτρος Νιώτης πωλεί
στον Ιωάννη Βαρούχα στον Τριό ένα κρεμμυδοχώραφο εκτάσεως μίας ζευγαριάς για
100 γρόσια καθώς και ένα χωράφι εις τα Λιβάδια τα Τσιπιδινά για γρόσια 80». Το
έγγραφο συνέταξε ο Νικόλαος Μπιάζος.
–1843. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις
28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Γεωργίου Βαρούχας (γεν. 1843),
κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 60, κτηματίας, έγγαμος.
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο Δήμου Μάρπησσας
στις 5 Μαΐου 1844 υπάρχει εγγεγραμμένος ο Δομίνικος Βαρούχας και ο 30χρονος
Γεώργιος Βαρούχας σκυτοτόμος
–1853. Το Πάριον Χρονικόν, μετά την ανακάλυψη του, φυλάχθηκε προσωρινά στο
σπίτι του Βαρούχα, ο οποίος ακολούθως, το δώρισε στο Μουσείο της Πάρου.
(Ανδρέας Π. Βαρούχας Φολέγανδρος 1853-Αθήνα 1926). Ο Ανδρέας Βαρούχας από την
Φολέγανδρο, κτηματίας, είχε νυμφευθεί τη Μαρία Λεων. Βενιέρη (Φολέγανδρος 1867-
Πάρος 1946), Φολεγάνδρια, κόρη του γιατρού Λεωνίδα Γ. Βενιέρη, γενάρχη των
Βενιέρηδων της Πάρου, κατά τον 20ο αιώνα.
–1854. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις
28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Φλωρέντζα Γεωργίου Βαρούχας (γεν. 1854),
κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 49, οικιακά, έγγαμη.
–1858. Γεννιέται το 1858 ο
Ανδρέας Βαρούχας. Σύζυγός του η Μαρία Βενιέρη (1867) του Λεωνίδα και της Ολυμπιάς. Τέκνα τους η
Ολυμπιάς (1890), η +Ειρήνη (1893), η Ειρήνη (1895) σύζυγός της ο Πίνδαρος
Χριστοδουλόπουλος, ο Πέτρος (1898) και η Έλλ (1900) σύζ. Ιωάννη Μαρινόπουλου.
–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου),
υπάρχει εγγεγραμμένος ο Βαρούχας Γεώργιος του Γεωργίου 32 ετών έμπορος.
–1875. Στις 3
Σεπτεμβρίου 1901 πεθαίνει στην Παροικιά η Ελεονώρα Γ. Βαρούχα (1875-1901) σε
ηλικία μόλις 26 ετών, εγγονή εκ μητρός του Ιωάννη Κονδάκη, γόνου της ιστορικής
οικογένειας Α. Κονδάκη, του Αγ. Πέτρου Κυνουρίας. Ήταν σύζυγος του Δημητρίου
Αγιοπετρίτου. Σχετική νεκρολογία δημοσιεύεται στο «Αιγαίο» 9 Σεπτεμβρίου 1901.
–1877. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις
28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Ιωάννης Γεωργίου Βαρούχας (γεν. 1877),
κάτοικος Πειραιά, ετών 26, μηχανουργός.
–1880. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις
28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Άννα Γεωργίου Βαρούχα (γεν. 1880),
κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 23, οικιακά.
–1884. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις
28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Ουρανία Γεωργίου Βαρούχα (γεν. 1884),
κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 19, οικιακά.
–1889. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις
28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Αντιγόνη Γεωργίου Βαρούχα (γεν. 1889),
κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 14, οικιακά.
–1890. Γεννιέται το 1890 η Ολυμπιάς Βαρούχα του Ανδρέα και της Μαρίας.
Σύζυγός της ο Θεόδωρος Κωνσταντινίδης.
–1891. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις
28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Αθανάσιος ή Κον Ζάννης Γεωργίου
Βαρούχας (γεν. 1891), κάτοικος Μαρπήσσης, 12 ετών, μαθητής.
–1893. Γεννιέται το 1893 η Ειρήνη Βαρούχα του Ανδρέα και της Μαρίας.
Απεβίωσε μετά από λίγο. Οι γονείς της έδωσαν το ίδιο όνομα στην αμέσως επόμενη
κόρη τους.
–1895. Γεννιέται το 1895 η Ειρήνη Βαρούχα του Ανδρέα και της Μαρίας.
Σύζυγός της ο Πίνδαρος Χριστοδουλόπουλος. Τέκνα τους η Αυγή (σ. Χαράλαμπος
Προυκάκης).
–1896. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις
28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Φραγκίσκος Γεωργίου Βαρούχας (γεν.
1896), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 7, μαθητής, άγγαμος.
–1896. Η πρώτη αυτή συλλογή στεγάστηκε αρχικά στα ισόγεια κελιά της βόρειας
πτέρυγας της Εκατονταπυλιανής, γνωστή ως "Βυζαντινό Μουσείο Πάρου",
που οργάνωσε γύρω στο 1931 η παριανή αρχαιολόγος Ειρήνη Βαρούχα
Χριστοδουλοπούλου (1896 - 1979). Με το θάνατο όμως του πατρός Γεωργίου
Σκαραμαγκά, ο οποίος από το 1936 είχε διοριστεί έκτακτος επιμελητής
αρχαιοτήτων, το μουσείο έκλεισε.
–1898. Γεννιέται
το 1898 ο Πέτρος Βαρούχας του Ανδρέα και της Μαρίας.
–1900. Γεννιέται
το 1900 η Έλλη Βαρούχα του Ανδρέα και της Μαρίας. Σύζυγός της ο Ιωάννης
Μαρινόπουλος.
–1902. Ο Ανδρέας Π. Βαρούχας, πατέρας της μεγάλης
αρχαιολόγου – νομισματολόγου Ειρήνης Βαρούχα – Χριστοδουλοπούλου, «εθρήνησε προ
ημερών [τον Ιανουάριο του 1902] την απώλειαν του 4ετούς Πέτρου του». (ΑΙΓΑΙΟΝ
φ30, 27 Ιαν. 1902).
–1903. Στα 1903 έχουμε τις
εκλογές για την ανάδειξη Δημάρχων, Δημαρχικών παρέδρων και Δημοτικών Συμβούλων.
Για την υποψηφιότητα ως
Δημαρχιακού Παρέδρου στην Παροικιά, η εφημερίδα «Αιγαίον» γράφει στις 30
Αυγούστου 1903: Δημαρχικοί άρεδροι
εξελέγησαν στην Παροικιά ο Νικηφόρος Κυπραίος, ο Αλέξανδρος Μαυρογένης και ο
Ανδρέας Γ. Παπακωνσταντίνου και Δημοτικοί Σύμβουλοι του Δήμου Πάρου (Παροικιάς)
οι: Κων. Ν. Κονδύλης, Στυλ. Ξ. Καμπάνης, Δ. Μαύρος, Δ. Αργυρόπουλος, Ανδρ. Ψαράκης,
Ανδρ. Βαρούχας, Νικ. Βάλληνδρας, Ιωάν. Δ. Βιάζης.
–1904. Μαρινοπούλου Έλλη, όνομα συζύγου: Ιωάννης, Κύριο όνομα και επώνυμο
πατρός: Αν. Βαρούχας. Έτος γέννησης: 1904. Επάγγελμα: οικοκυρά.
–1906. Στα 1906 τελέστηκαν ως
γνωστόν, οι δεύτεροι Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αθήνα. «Απήλθον, λοιπόν, χάριν των
αγώνων εις Αθήνας αι οικογένειαι των συμπολιτών κ.κ. Θ. Ολυμπίου, Ιωάν.
Αργυροπούλου, Ανδρ. Βαρούχα και Δελαγραμμάτου» (εφ. Αιγαίο 15 Απρ. 1906).
–1906. «Ελθών εκ Πάρου προχτές όπως παρευρεθή εις τας Εξετάσεις της
χαριεστάτης δος Θυγατρός του Ολυμπιάδος, μαθήτριας της Γαλλικής Σχολής, ο
συμπολίτης κ. Ανδρέας Βαρούχας, ανεχώρησε πάλιν εκείσε συναποκομίζων τα
συγχαρητήρια όλων μας διά τας επιτυχείς εξετάσεις της αξιολόγου θυγατρός του
(17 Ιουνίου 1906). [Πρόκειται για το πρωτότοκο παιδί του κτηματία και
αρχαιολάτρη Ανδρέα Βαρούχα, πατέρας της γνωστής και διακεκριμένης αρχαιολόγου
Ειρήνης Βαρούχα – Χριστοδουλοπούλου.
–1914. Πρόεδρος της κοινότητας Πάρου, Ανδρέας Βαρούχας το 1914.
–1950. Σε
εκλογικό κατάλογο του 1950 του Δήμου Μάρπησσας είναι εγγεγραμμένη η Πατέλη Στ.
Αλεξάνδρα, σύζυγος του Βαρούχα Φραγκίσκου, κάτοικος Μάρπησσας.
–1950. Στον εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Παροικιάς στις 17 Μαΐου 1950 είναι εγγεγραμμένη η
Μαρινοπούλου Έλλη (γεν. 1904), όνομα συζύγου Ιωάννης, όνομα πατρός Αν.
Βαρούχας.
–Βαρριάς: Καταγωγή από
την Χίο. Γενάρχης του παριανού κλάδου ο Αριστείδης Σ. Βαρριάς.
–1979. Αριστείδης Σ. Βαρριάς. Από το 1979 ζει και εργάζεται στην Πάρο ως
εκπαιδευτικός και ως γλύπτης, αναζητώντας την αλήθεια του προσώπου, τόσο μέσα
από τις διαύλους της διανόησης και της επιστημονικής έρευνας, όσο και μέσα από
τους αποκαλυπτικούς δρόμους της τέχνης. Είναι παντρεμένος με τη Μαρία Αρκουλή
και έχει δύο γιους. Τα τελευταία χρόνια είναι σύνδεσμος της Ελλάδας με την
Ευρωπαϊκή Κοινότητα των Βράχων (E.C.O.S.), υπηρέτησε ως αντιπρόεδρος του
Διεθνούς Κύκλου Τέχνης Πάρου ( I.P.A.C.) και δίδαξε γλυπτική στο Hellenic
International School of Arts ( H.I.S.A.).
–Βαρσαμής: Βλέπε Βαλσαμής.
–Βασάλος ή Βασσάλος:
Οικογένεια καταγόμενη από Μάλτα και Βενετία, καθολικού δόγματος πριν
εξελληνιστούν.
Ο Κλάδος της Κρήτης όπου προέρχονται οι περισσότεροι Κυκλαδίτες με το
επώνυμο Βασσάλος / Βασάλος / Βασσαλάκης, είναι Ενετικός οικ. Vassal –ini, Vassalino, Ver. 1159 στα επαγγελματικά. Και σήμερα Vassalo. Από τις μαρτυρίες φαίνεται ότι πρόκειται για
τον βεν. Οίκο Vassalo,
αφού αναφέρεται και φεουδάρχης Marcus Vassalo feudatore 1374, βέβαια και από την λέξη vassal= υποτελής, υπάκουος και γαλλικά Vassal, Vassard, αλλά και βαφτιστικό Vassalo που χαρακτηρίζει την κοινωνική κατάσταση.
Το επώνυμο Βασάλος υπάρχει από τον 13ο αιώνα, στην Κρήτη μέχρι σήμερα Βασσάλος και Βασσαλάκης), στη
Μήλο και στη Νάξο από το 16ο αιώνα, στην Τήνο τον 18ο αιώνα ως Vassalo, στην
Σύρο Μπασσάλου, στη Ζάκυνθο στα 1600 και στη Σαντορίνη γνωστή η οικογ.
Κωνσταντίνου Συρίγου-Βασάλου από τον 16ο αιώνα, Στην Σίφνο και στην Κύθνο.
Το όνομα ΒΑΣΣΑΛΟΣ προέρχεται από την λατινική λέξη VASSALE και ανήκει στα
επώνυμα που προέρχονται από παρωνύμια που σημαίνει υποτελής (φόρου υποτελής).
Για να είναι υποτελής γράφετε το όνομα με ένα σίγμα.
Σε παλιά έγγραφα τους υποτακτικούς που ήταν στην υπηρεσία του τοπικού
άρχοντα, τους ονομάζουν ή Βιλάνους (αυτός που ζει στη Βίλα, στην εξοχή) ή
Βασσάλους.
–1724. Οικογένεια Βασάλου υπήρχε τον 18ο αιώνα στη Νάουσα, (προικοσύμφωνο
Ιωάννου Βασάλου και Αννέζας Κορτιάνου, Νάουσα, 27 Σεπτ. 1724)
–1724. Προικοσύμφωνο Ιωάννη Βασάλου και Αννέζας (Νάουσα 27 Σεπτ. 1724)
«έτερον χωράφι εις τον Ξηροπόταμο πλησίον βικαρίου Γεράρδη, έτερον χωράφι εις
την Κατηφόρα πλησίον Ιωάννης Τριαντάφυλλους».
–1730. Έγγραφο Ναούσης, Άννα Βασάλου 18 Οκτ. 1730.
–Βασγιουρούκης:
–1953. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Βασγιουρούκη Μαρία το γένος Γεώργιος Καρνάζος,
όνομα συζύγου Γεώργιος κάτοικος Παροικιάς και η Βασγιουρούκη Θέκλα, όνομα
συζύγου Ευάγγελος όνομα πατρός Νικ. Καϊκσόγλου.
–Βασιλάκης:
–1729. Σε έγγραφο Ναούσης στις
20 Δεκεμβρίου 1729 αναφέρεται ο Πρωτοσύγκελλος Νάουσας, ηγούμενος της μονής των
Αγίων Αποστόλων Παπαδόπουλος να συμφωνεί μετά του κύρ Ιωάννη Βασιλάκη να
μοιράσουν το αμπέλι στη μέση.
–1737. «Προικοσύμφωνο του
μαστρο Τζοάνε Βασιλάκη με την Ζαμπέτα θυγάτηρ παπα Αντώνη Μουσούρη». «Ο ιερεύς
της Παροικιάς Αντώνιος Μουσούρης δίδει στην κόρη του Ζαμπέτα την εκκλησίαν
Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου σιμά και απέναντι των σπιτιών [που] έδωσεν εις βοήθειαν
και κυβέρνησίν τος».
–1741. Κατά τη Γενική
Συνέλευση, της 18 Νοεμβρίου 1741, οι προεστοί και κοινοτικοί εκπρόσωποι της
Παροικιάς Πάρου, αποφάσισαν να συλλάβουν, να φυλακίσουν και τέλος να εκτοπίσουν
από το νησί τους τον συντοπίτη τους Ιωάννης Βασιλάκης, λόγω του σκανδαλώδους
τρόπου της ζωής του και άλλων ανάρμοστων πράξεων.
–1949. Στο ναό της Υπαπαντής
στις Λεύκες στην εικόνα της Αγίας Θεοκτίστης, κάτω αριστερά η επιγραφή:
«Αφιέρωμα Χρίστου Παντελαίου», και δεξιά «Α. Βασιλάκης, 1949».
–Βασιλάρης:
Γενάρχης της οικογένειας Βασιλάρη στην Πάρο ο Γεώργιος Βασιλάρης από την
Ήπειρο. Η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Πάρου τον προσέλαβε ως τυροκόμο στο
τυροκομείο Προδρόμου. Εκεί γνώρισαι και την μετέπειτα γυναίκα του και έζησαν
μόνιμα στην Πάρο
–1965 Σε φώτο του 1965 στο τυροκομείο Προδρόμου
απεικονίζετε ο τυροκόμος Βασιλάρης Γεώργιος..
–Βασιλειόπουλος ή Βασιλιόπουλος ή Βασιλόπουλος: Το επώνυμο Βασιλειόπουλος
– Βασιλιόπουλος – Βασιλόπουλος είναι πατρωνυμικό και δηλώνει τον «γιο του
Βασιλείου». Στην Πάρο απαντάται από τους νεότερους χρόνους, κυρίως στη Νάουσα,
με διαφορετικές γραφές του ίδιου οικογενειακού κλάδου.
Γενάρχης του παριανού κλάδου
θεωρείται ο Φραγκίσκος Βασιλειόπουλος, κάτοικος Νάουσας, ο οποίος
καταγράφεται ήδη από τον 17ο αιώνα. Η οικογένεια συνδέθηκε ιδιαίτερα με την
περιοχή της Νάουσας και του Αμπελά, όπου άφησε ίχνη μέσα από συμβόλαια,
προικοσύμφωνα και κοινοτικά έγγραφα.
Η παλαιότερη γνωστή αναφορά
εντοπίζεται στο 1652, κατά την ίδρυση του αγιοταφίτικου μετοχίου στην
Πάρο, όπου μεταξύ των μελών του αδελφάτου της Χώρας Άγουσας αναφέρεται:
«+ Φραντζέσκος Βασιλιώπουλος,
γόνοι Κωνσταντής, Ζαμπέτα».
Η παρουσία της οικογένειας
συνεχίζεται τον 18ο αιώνα. Στο σημαντικό προικοσύμφωνο της Νάουσας στις 21
Ιανουαρίου 1719, μεταξύ του Γληνάκη Αξιώτη και της Μαργαρίτας Αλιπράντε,
αναφέρονται ιδιοκτησίες που συνορεύουν με τον Ιωάννη Βασιλειόπουλο στην
περιοχή του Αμπελά, αποδεικνύοντας την ήδη εγκατεστημένη παρουσία της
οικογένειας και την κατοχή γης.
Το 1720, σε νοταριακή
πράξη της περιοχής Αμπελά, ο Ιωάννης Βασιλειόπουλος αναφέρεται ως
«κολητεράνος», δηλαδή γείτονας, ενώ το 1729, σε προικοσύμφωνο της
Νάουσας, μνημονεύεται σπίτι «εις την Ρούγαν της Θεοσκέπαστης πλησίον της
κυρά-Άννας Βασιλειόπουλου».
Κατά τον 19ο αιώνα η
οικογένεια συνεχίζει να εμφανίζεται στα κοινοτικά και δημοτικά αρχεία της
Νάουσας. Το 1844 στους εκλογικούς καταλόγους του Δήμου Νάουσας
καταγράφονται ο Μιχαήλ Βασιλειόπουλος και ο Δημήτριος Βασιλειόπουλος,
εργάτες. Αργότερα, το 1883 και 1885, εμφανίζεται ο Δημήτριος
Βασιλειόπουλος του Μιχαήλ, επίσης κάτοικος Νάουσας, με τέκνα τον Μιχαήλ,
τον Ιωάννη και τον Μοσχονά.
Στις αρχές του 20ού αιώνα η
οικογένεια εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της κοινωνικής ζωής της Νάουσας. Το 1920,
ανάμεσα στους ιδρυτές του Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου στον Πειραιά,
καταγράφεται ο Μοσχονάς Βασιλόπουλος, γεγονός που δείχνει τη διατήρηση
των δεσμών των Ναουσαίων της διασποράς με την ιδιαίτερη πατρίδα τους.
Ο Μοσχονάς Βασιλειόπουλος
αναφέρεται και στο πρώτο καταστατικό του Συλλόγου Ναουσαίων Αθηνών και Πειραιώς
το 1930 ως ιδρυτικό μέλος. Την ίδια περίοδο ο αδελφός του Ιωάννης
κατοικούσε στο Μαρούσι, ενώ ο αδελφός τους Μιχαήλ παρέμεινε στην Πάρο. Ο
τελευταίος, γεννημένος στη Νάουσα το 1892, απέκτησε εννέα παιδιά και αποτέλεσε
τον πρόγονο πολλών σημερινών απογόνων της οικογένειας.
Οι απόγονοι του κλάδου
Βασιλειόπουλου – Βασιλόπουλου σήμερα βρίσκονται διασκορπισμένοι σε πολλές
περιοχές της Ελλάδας, όπως στον Κορυδαλλό, τη Νέα Ερυθραία, τα Μέγαρα, την
Πάτρα, τη Σύρο, τη Μύκονο, αλλά και στην ίδια την Πάρο, κυρίως στη Νάουσα και
στα Μάρμαρα.
Σημαντική μορφή της νεότερης
ιστορίας της οικογένειας υπήρξε ο Ιωάννης Βασιλειόπουλος, συλλέκτης,
φιλίστωρ και μελετητής της ιστορίας της Νάουσας. Από το 2010 ανέλαβε
υπεύθυνος του μουσείου Όθων Κάπαρης, συμβάλλοντας στη διατήρηση της
τοπικής ιστορικής μνήμης. Έφυγε από τη ζωή τον Απρίλιο του 2026.
Η οικογένεια Βασιλειόπουλου
αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα παλιάς ναουσαίικης οικογένειας, με παρουσία
που ξεκινά τουλάχιστον από τον 17ο αιώνα και συνεχίζεται μέχρι σήμερα,
διατηρώντας ζωντανή τη σχέση της με τη Νάουσα και την ιστορία της Πάρου.
–1652. Ίδρυση στην Πάρο αγιοταφίτικου μετοχίου κατά
το έτος 1652.
Της Πάρου αδελφάτα «Χώρα Άγουσα»
+Φραντζέσκος Βασιλιώπουλος
(Βασιλειόπουλος, γνωστό ως σήμερα), γόνοι Κωνσταντής, Ζαμπέτα.
–1719. Προικοσύμφωνο
Γληνάκη Αξιώτη και Μαργαρίτας Αλιπράντε
(Καστέλλι Ναούσης, 21 Ιανουαρίου 1719)
Πάρος, Καστελλίω Νάουσα 21 Ιανουαρίου
1719. Εις δόξαν του παντοδύναμου και ζώντος Θεού. Εις την πρεσβείαν της αυτού
μητρός, του αγίου μεγαλομάρτυρος Προκοπίου και πάντων των αγίων.
+Έθος παλαιόν και νόμος εδόθη παρά Θεού
Παντοκράτορος προς το πληνθητικών (sic) των ανθρώπων,
την ευλογίαν ενέλαβον ο Αβραάμ και η Σάρρα ελθέτω και όσοι τους νύν
συμφωνούντας την σήμερον ήλθον εις συνίβασιν υπανδρείας τα δύο μέρη από το εν
μέρος ο μαστρο Γλημάκης Αξώτης και από το έτερον η κερά Μαρούσα γυνή του ποτέ
Μιχαήλ Αλιπράντε έχων η ρηθείσαν Μαρούσα θυγατέραν ονόματι Μαργαρίτα όπως την
λάβη ο ρηθείς Γλημάκης διά γυναίκαν του νόμιμην και ευλογητικήν καθώς προστάζου
οι θείοι και ιεροί νόμοι των θειων κανόνων εν πρώτοις και διά χάριν ποιρκός
τάζει η κερά Μαρούσα της θυγατρός αυτής πρώτον τας ευχάς του Δεσπότου Χριστού
και της Παναγίας, των γονέων της του πατρός της και την εδικήν της έπειτα της
δώνει την εικόνα της Παναγίας το Γενέσιον να την εορτάζουν διά ψυχικήν των
σωτηρίαν τα σπίτια όλα ανώγια και κατώγιον κάτωθεν και το αργαστήρι κάτωθεν των
αυτών σπιτιών περό να της δώνη ο γαμπρός της ο μαστρο Γλημάκης ρεάλια μετρητά
είκοσι πέντε, νούμερο ρεάλια 25- να τα κάνη ως βούλεται. Δύο τηλάρια, σεντόνια
ζεύγη πέντε, κουρτίνες δύο, ένα πάπλωμα, πολίτικο μαξελάρια ζεύγη τέσσερα με τα
ντύματάν τως από τις φορεσιές ης μπουστομάνικα ζευγη πέντε, τα τρία μεταξωτά
μπουστομπράτζολα ζεύγη τρία χρυσά, κάρτζες ζευγη δυο κόκκινες, το ένα χρυσές
και το άλλο σκλέτες, δύο ζεύγη μάνικες βελούδες, ένα καβάδι τζαητουνί να το
κάμη ρούχο, τέσσερα κομμάτια δακτυλίδι μισή ντουζίνα περονοκούταλα ασημένια και
μίαν κούπα ασημένη, ένα λύχνος της βίδας, μίαν ντουζίνα πιάτα και έξι απλάδενες
του Αγκώνα, ένα χάλκωμα μικρό και ένα τηγάνι, δύο κασέλες, ένα τραπέζι το
μεγάλο, ένα κατρέπτη μεγάλο μαύρο, μίαν τουζίνα πετζέτες και ένα ταβλομάντηλο,
ένα βατζέλι μαρμαρένιο, από δε τα εξωτικά, το αμπέλι εν τη θέσει Κούμπαρένιος
πλησίος Γεωργάκη Λευκάρου, τα χωράφια εν τη θέσει Αμπελά όλα, πλησίον του
Ιωάννου Βασιλειόπουλου, το χωράφι εν τη θέσει Ξιφάρας με όλας του τα
δικαιώματα, πλησίον Γερμάνου Κοντιτζά και ένα κρασοβούτζι, άλλο και την ευχήν
της. Από δε το έτερον μέος ο μαστρο Γλημάκης πρώτον τας ευχάς του Δεσπότου
Χριστού και της Παναγίας και των γονέων του το χωράφι εν τη θέσει Προκόπου,
πλησίον Αγγελετάκη Νταμία, το έχει αγορά από την Κατερίνα του Ιωάννου Νταμία,
έτερο χωράφι εν τη θέσει Βορού, πλησίον Ιωάννου Ντελέντα, ένα κομμάτι αμπέλι εν
τη θέσει Μαράθι, πλησίον Δημήτρη Αναπλιώτη, ένα χάλκωμα της ρακής και ένα μικρό
και οκτώ σαχάνια τρία παπλώματα πολίτικα, δύο πεύκια, ένα ζευγάρι μπουστομάνικα
μεταξωτά και ρεάλια μετρητά τριακόσια, νούμερο ρεάλια 300. Άλλο και την ευχήν των
γονέων του. Ξεκαθαρίζοντας τέρμεν δύο χρόνους με τον ερχομόν του να στεφανωθού
ή και πρωτύτερα έλθει να έχει άδειαν να στεφανώνεται ειδέ και παντρευτεί ο
Γλημάκης να παίρνη η κοπέλα από τα τίποτις των πενήντα γροσώ πράγμα ο μόνμπλιλέ
(μόμπιλε), ο στάμπλιλέ είδε και πανδρευτή η κοπέλα να πάρη ο Γλημακης από των
πραγμάτων της πενήντα γροσώ πράγμα.
Ακόμα λέσει και ετούτην την
κοντετζιόν, όντας έλθη το θέλημα του αφέντη του Θεού να στεφανωθού και
αποβιώσου χωρίς να αφήσουν κληρονόμους να πηγαίνουν τα άνω γεγραμμένα πράγματα
εις τους πλέον σιμωτέρους των συγγενών τος μην εξουσιάζοντας άλλο η νύμφη πάρεξ
είκοσι γροσώ πράγμα να αφήνη διά την ψυχήν της ο στάμπιλε ο μόνμπιλε και ούχι
περισσότερο, εις τούτο είναι στερκτή και τα δύο μέρη. Και εις ένδειξιν εγεγόνει
το παρόν διαμαρτυρικόν των κάτωθεν αξιοπίστων και παρακαλετών μαρτύρων εις
ασφάλειαν. Ακόμα δώνει η κερά Μαρούσα της θυγατρός της τις μάνδρες και
σπιτότοπους κείμενες εις την Βρύση.
Διαμάρτυρας Γεώργιος Μοσχονάς.
Ιωάννης Κορτιάνος μάρτυρας παρακαλετός
… Anduano Afermo quanto
[di] sopra [=βεβαιώνω ως
άνωθεν]
Ιωάννης μάρτυρας παρακαλετός ο
Μαλατέστας
Τζάνες ο Καλλέργης πιστώς
γέγραφα.
–1720 Σε νοταριακή πράξη της περιοχή του Αμπελά, αναφέρεται ως κολητεράνος
(γείτονας) ο Ιωάννης Βασιλειόπουλος.
–1729. Προικοσύμφωνο Νάουσας 30 Οκτ. 1729 «ένα σπίτι εις την Ρούγαν της
Θεοσκέπαστης πλησίον της κυρά- Άννας Βασιλειόπουλου εδικό της».
–1840. Σε νοταριακή πράξη του 1840, αναφέρεται ο Ιωάννης
Βασιλειόπουλος που το σπίτι του βρίσκεται στο "Νιό Χωριό ή Ξόμπουργο"
το σημερινό κηπάριο με το άγαλμα το Γυμνασιάρχη Σαγκριώτη.
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο
στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει
εγγεγραμμένος ο 27χρονος εργάτης Μιχαήλ Βασιλειόπουλος, ο 30χρονος εργάτης
Δημήτριος Βασιλειόπουλος.
–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι
ο Βασιλειόπουλος Δημήτριος του Μιχαήλ,
29 ετών, εργάτης.
–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχει εγγεγραμμένος ο
Βασιλειόπουλος Δημήτριος του Μιχαήλ, ετών 31, εργάτης από τη Νάουσα. Τα τέκνα
αυτού είναι ο Μιχαήλ, ο Ιωάννης και ο Μοσχονάς.
–1920 από τους ιδρυτές, όπως
προκύπτουν από το βιβλίο πρακτικών του Συνδέσμου «Εν Πειραίει Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου» είναι ο Βασιλόπουλος Μοσχονάς.
–1930. Το 1930 γεννιέται ο Βασιλόπουλος Κωνσταντίνος του Μιχαήλ,
κάτοικος Νάουσας, μετέπειτα ναυτικός.
–1930. Ο Μοσχονάς Βασιλειόπουλος αναφέρεται στο πρώτο καταστατικό του
μεσοπολέμου το 1930; σαν ιδρυτικό μέλος του συλλόγου Ναουσαίων Αθηνών και
Πειραιώς. Ήταν κάτοικος Κορυδαλλού. ο αδερφός του Ιωάννης την ίδια περίοδο
κατοικούσε στο Μαρούσι. Και οι δύο ήταν άκληροι ενώ ο τρίτος αδερφός τους που
έμενε στην Πάρο ο Μιχάλης που ήταν γεννημένος στη Νάουσα το 1892, είχε εννέα
παιδιά. Οι κληρονόμοι του σήμερα είναι διασκορπισμένοι με τα επίθετα
Βασιλειόπουλος και Βασιλόπουλος, στον Κορυδαλλό, στη Νέα Ερυθραία, στα Μέγαρα,
στην Πάτρα, στη Σύρο, στη Μύκονο και στην Πάρο στη Νάουσα και τα Μάρμαρα.
–1946. Σε
εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει
εγγεγραμμένος ο 56χρονος κάτοικος Νάουσας, Βασιλειόπουλος Μιχαήλ του Δημητρίου,
αλιεύς και ο 34χρονος εργάτης Βασιλειόπουλος Δημήτριος του Μιχαήλ.
–1952. Σε
εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Βασιλοπούλου Αικατερίνη, όνομα συζύγου Μιχαήλ,
όνομα πατρός Ιάκωβος Χαμηλοθώρης.
–2010. Ιωάννης Βασιλειόπουλος, συλλέκτης, φιλίστορ και μελετητής, Νάουσα.
Υπεύθυνος στο μουσείο Όθων Κάπαρη από το 2010. Απεβίωσε τον Απρίλιο του 2026.
–Βασιλείου: Πατρωνυμικό επίθετο, ο γιός του Βασίλη. Στην Πάρο μία
οικογένεια Καρατζά άλλαξε το επώνυμό της σε Βασιλείου.
–1827. Στα δημοτολόγια του
Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου) το 1827, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Βασιλείου
Ιωάννης.
–1829: Σε απογραφή προσφύγων
της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Στρατής Βασιλείου 40 ετών ναύτης, η σύζυγός
του Κουνζάνη Βασιλείου και ο ψυχογιός του Αντώνιος Βασιλείου 22 ετών
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο
στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει
εγγεγραμμένος ο 33χρονος σανδαλοποιός Βασιλείου Ιωάννης.
–1857. Στην «Εταιρία των Μαρμάρων της Πάρου» στο Μαράθι ένας εκ των
διευθυντών του ο Γ. Βασιλείου.
–1870. Το 1870 η Ξανθή Βασιλείου του πατρός
Σταμάτη Κάππαρη 50 ετών έγγαμη από την Πάρο, αναφέρεται σε απογραφή της Πόλης
Ερμούπολης καθώς και οι κάτοικοι Ερμούπολης με καταγωγή από την Πάρο όπως οι:
32χρονος Θεοχάρης Βασιλείου του Ιωάννη, Βασίλειος Βασιλείου του Ιωάννη 14 ετών,
Σταμάτης Βασιλείου του Ιωάννη 10 ετών, Ελένη Βασιλείου του Ιωάννη, 23 ετών,
Μαρία Βασιλείου του Ιωάννη 19 ετών, Μαλαματένια Βασιλείου του Ιωάννη 19 ετών
και ο 12χρονος Κωνσταντίνος Βασιλείου του Ιωάννη, κάτοικοι Χείμαρρου
Ερμούπολης.
–1871. Στις 28 Ιανουαρίου 1871 ο 23χρονος
μεταπράτης από την Πάρο Γεώργιος Δημητρακόπουλος του Λεωνίδα και της Φλουρούς,
παντρεύεται στην Ερμούπολη την 17χρονη από την Πάρο Μαριγώ Βασιλείου, του
Ιωάννη και της Ξανθής.
–1872. Στις 11 Ιουνίου 1872 ο 42χρονος
οψοπώλης από την Πάρο Βασίλειος Βιτζαράς του Ιάκωβου και της Μαρίας Βασιλείου,
παντρεύεται στην Ερμούπολη την 48χρονη από την Πάρο Ειρήνη Κονταράτου, του
Νικολάου και της Μαρίας.
–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο
Βασιλείου Θεοχάρης του Ιωάννη 48 ετών, Στρατιώτης κάτοικος Αθήνας και ο
Βασιλείου Ιωάννης του Βασιλείου, 76 ετών, παπουτσής, κάτοικος Σύρου.
–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχει εγγεγραμμένος ο
Βασιλείου Ιωάννης του Βασιλείου, 78 ετών, υποδηματοπώλης από τη Νάουσα,
κάτοικος Σύρου.
–Βασιλικιώτης: Βλέπε Βασιλικότης
–Βασιλικότης ή Βασιλικιώτης:
–1825. Στα δημοτολόγια
Παροικίας του 1825 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο
27χρονος Κωνσταντίνος Βασιλικιώτης.
–1835. Σε ομαδικό έλεγχο του δημοτικού σχολείου Πάρου του 1835, υπάρχει
εγγεγραμμένος ο μαθητής Ανδρέας Κ. Βασιλικότης, τέχνη πατρός ναύτης.
–1847. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την
Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 49χρονος ναύτης Κωνσταντίνος Βασιλικιώτης,
–Βασιλιόπουλος: Βλέπε
Βασιλειόπουλος
–Βασιλόπουλος: Βλέπε
Βασιλειόπουλος
–Βασταζής:
–1674. Γράφει ο ιστορικός της καθολικής κοινότητας Νάξου Ι.
Μαρκόπολις, «Δια την χαρμόσυνον είδησιν εγκαταστάσεως των Καπουκίνων στην
Νάουσαν, οι κάτοικοι της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατασυγκινηθέντες
από τα επαγωγά διδάγματα των πατέρων Καπουκίνων, προέβησαν εις επανειλημμένας
ενεργείας παρά τοις αρμοδίοις δια την μονίν εγκατάστασιν των πτωχών της Ασσίζης
εις την πόλιν των. Επί μακράν σειράν ετών εξακολουθούν να απευθύνουν εγγράφους
αιτήσεις προς τας προϊσταμένας αρχάς του τάγματος δια την εκπλήρωσιν του κοινού
πόθου των. Επί τέλους το 1674 η αίτησις των εγένετο αποδεκτή. Απερίγραπτος
υπήρξε η χαρά και πρωτοφανής ο ενθουσιασμός των κατοίκων της Ναούσης δια την
χαρμόσυνον είδησιν περί οριστικής εγκαταστάσεως των Καπουκίνων εις την
κωμόπολιν των. Επ’ ευκαιρία του ευφροσύνου αγγέλματος προσύλθον διάφοροι
ορθόδοξοι ιερείς και οι προύχοντες της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι,
ενώπιον του Γάλλου υποπρόξενου , και υπέγραψαν το έγγραφον. Εις δόξαν Χριστού
αμήν. Εν έτει 1674 Δεκεμβρίου 25, εν κάστρω Νάουσας, όλοι ομόγνωμα και
ομονιασμένοι προσμένουμε τους αιδεσιμοτάτους πατέρες να έρθουν εδώ να κτίσουν
ένα μοναστήρι και δια σημάδι και βεβαίωσιν πως τους δεχόμαστε με κάθε μας
καρδίαν και πολλά μετά χαράς υπογράφομε το παρόν γράμμα οι υποκάτωθεν
υπογεγραμμένοι…» (υπογράφουν 12 ορθόδοξοι ιερείς και δυο καθολικοί, ο π.
Λεονάρδος Φρέρης εφημέριος του Αγίου Γεωργίου Νάουσας και ο π. Δομένιος
Κρίσπης. Και 40 πρόκριτοι εκ των οποίων οι αδερφοί Γιράρδοι κ.α.). Ο
Σακελλάριος Ναούσης, ο Σκευοφύλαξ Ναούσης παπά Νικόλαος Κορτιάνος, Πρωτόπαπας,
Ηλίας ιερεύς και Σακελλάριος Ναούσης, Πρωτοσύγκελος Νικόδημος ιερομόναχος, παπα
Νικόλαος Ρούσης (ίσως Ρούσσος), Παπα Δημητρης, Παπα Θεόδωρος Πατελάς (ίσως
Πατέλης), Παπα Τζάνες Καλούργης (Καλλέργης), παπα Χριστόφορος, Παπα Γιώργης
Πουλός, Θεόδωρος …, παπα Νικολός Μαρκαντάτος, Ανεγνώστης Ρινιέρης (Ρενιέρης),
Ανδρέας Καλούργης (Καλλέργης), Ιωάννης Κορτιάνος, Ιωάννης Ντελαγραμμάτικας,
Γιωάννης Νταμουλής, Γιάκουμος Ρούσος (Ρούσσος), Γεώργης Καλλέργης, PRE Domenico Crispo, Νικηφόρος Γεράρδης, Μιχελέτος
Σπυρίδος, Αντώνης Μαλαξός, Ανδρέας Σμυρνιός, Φρατζέσκος Γρίσπος, Γεώργης
Σαλονικιός, Τζάνες Καζανόβας, Ιωάννης Λευκαρός, Μιχέλης Σαλονικιός, Marco Foscolo, Ιωάννης Μοσκονάς,
Αντώνης Γρυπάρης, Ιωάννης Σκούταρης, Φρατζέσκος Καλέργης, Ανεγνώστης Καρτιάνος,
Γεώργης…, Ντεμενεγος Μεντρινός (Μενδρινός), Δημήτρης Στοφιλάς, Αντώνης
Γρυπάρης, Γεώργης …, Δημήτρης …, Γεώργης …, Γεώργης Αλαβάνος, Δημήτρης
Βασταζής, Νικολής Μπάρμπερης, Δημήτρης …, Μπατίστας Γεράρδης, Νικόλαος
Γεράρδης.
–Βατής:
–1847. Στον
εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1847 είναι εγγεγραμμένος ο Βατής
Νικόλαος 27 ετών διδάσκαλος.
–Βατιμπέλας ή Βατημπέλας ή Βατιμπέλλας: Οι Βατιμπέλα
(Βατημπέλας, Βατιμπέλλας) αποτελούν μία από τις παλαιότερες και σημαντικότερες
οικογένειες της Πάρου. Η παρουσία τους στο νησί μαρτυρείται ήδη από τις αρχές
του 17ου αιώνα και συνδέεται με την παλαιά φραγκική – βενετική παράδοση της
Πάρου, όταν οικογένειες δυτικής καταγωγής είχαν ενσωματωθεί στην τοπική
κοινωνία και αποτελούσαν μέρος της οικονομικής και κοινωνικής ελίτ του νησιού.
Η οικογένεια αρχικά ήταν
καθολικού δόγματος και αργότερα πολλά μέλη της εντάχθηκαν στην Ορθόδοξη
Εκκλησία. Μαζί με οικογένειες όπως οι Μαυρογένηδες, Κονδύληδες, Κρίσπηδες,
Δελαγραμμάτηδες, Μαλατέστα και Καμπάνηδες, οι Βατιμπέλα ανήκαν στην τάξη των
παλαιών παριανών αρχοντικών οικογενειών που διέθεταν κτήματα, σπίτια,
μοναστήρια, οικονομική δύναμη και σημαντική επιρροή στα κοινά του νησιού.
Η αρχαιότερη μαρτυρία – Ο
Βισκόντης Βατιμπέλας του 1611
Η παλαιότερη γνωστή μαρτυρία
της οικογένειας βρίσκεται στη Νάουσα, στον Άγιο Ιωάννη στα Κραύγα. Εκεί σώζεται
επιτύμβια πλάκα με την επιγραφή:
«+ ΑΥΤΗ Η ΚΑΤΑΠΑΥΣΗ ΜΟΥ ΕΙΣ
ΑΙΩΝΟΣ ΒΙΣΚΟΥΤΗ ΒΑΤΗΜΠΕΛΑ 1611»
Η επιγραφή αφορά τον Βισκόντη
(Visconti) Βατιμπέλα, ο οποίος θεωρείται ένας από τους πρώτους γνωστούς
προγόνους της οικογένειας στην Πάρο.
Το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη
παρέμεινε στην κατοχή της οικογένειας έως το 1859, όταν πουλήθηκε στον Γεώργιο
Νικολάου Ζουμή μαζί με τη μονή του Αγίου Ανδρέα.
Οι Βατιμπέλα της Νάουσας
και η δύναμη της οικογένειας
Κατά τον 18ο αιώνα η
οικογένεια βρίσκεται στο απόγειο της κοινωνικής της παρουσίας. Ο Τζουανάκης
Βατιμπέλας εμφανίζεται ως ένας από τους ισχυρούς παράγοντες της παριανής
κοινωνίας.
Το 1727 παντρεύεται η κόρη του
Φοινικιά Βατιμπέλα τον Λεονάρδο Κονδύλη, γόνο επίσης μεγάλης αρχοντικής
οικογένειας της Πάρου. Το προικοσύμφωνο της 29ης Ιανουαρίου 1727 αποτελεί ένα
από τα σημαντικότερα έγγραφα της εποχής, καθώς αποκαλύπτει τον πλούτο και την
περιουσία των δύο οικογενειών: σπίτια, χωράφια, αμπέλια, εικόνες, κοσμήματα και
πολύτιμα αντικείμενα.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1730,
ο Τζουανάκης Βατιμπέλας μαζί με τον Ιάκωβο Μπαζέγιο και τον Νικόλαο Μαυρογένη
αγοράζουν τον φόρο της δεκάτης της Πάρου, καθώς και τα δικαιώματα της Αλυκής
και του κουμέρκι, γεγονός που δείχνει την οικονομική επιφάνεια και την επιρροή
τους.
Ο πρόξενος της Αγγλίας στην
Πάρο – Νικόλαος Βατιμπέλας
Το 1740 συναντούμε μία από τις
πιο ενδιαφέρουσες μορφές της οικογένειας, τον Σιόρ Νικολό Βατιμπέλλα,
πρόξενο της Αγγλίας στην Πάρο.
Σε ένα συγκλονιστικό έγγραφο
της εποχής περιγράφεται η επίθεση εναντίον του από ένοπλους άνδρες που
εισέβαλαν στην κατοικία του στη Νάουσα. Η μαρτυρία αυτή αποκαλύπτει όχι μόνο τη
θέση του ως διπλωματικού εκπροσώπου, αλλά και το κύρος που είχε αποκτήσει η
οικογένεια.
Στο ίδιο έγγραφο υπογράφει ο Νεόφυτος
Βατιμπέλας, αρχιδιάκονος της Νάουσας.
Ιερείς και εκπρόσωποι της
Εκκλησίας
Οι Βατιμπέλα ανέδειξαν πολλά
εκκλησιαστικά στελέχη. Μεταξύ αυτών αναφέρονται:
·
ο π. Βισκόντι Βατιμπέλας,
·
ο π. Φραγκίσκος Βατιμπέλας,
·
ο π. Διονύσιος Βατιμπέλας,
·
ο π. Κωνσταντίνος Βατιμπέλας,
·
ο Νεόφυτος Βατιμπέλας, αρχιδιάκονος το 1740.
Ο παπά Φραγκίσκος Βατιμπέλας
υπήρξε ιδιαίτερα δραστήριος κατά τον 19ο αιώνα, ως ιερέας, οικονόμος και
νοτάριος των Μαρμάρων.
Η οικογένεια και η Μαντώ
Μαυρογένους
Μία από τις πιο συγκινητικές
στιγμές της ιστορίας της οικογένειας συνδέεται με τον θάνατο της Μαντώς
Μαυρογένους το 1840.
Η μεγάλη ηρωίδα της Ελληνικής
Επανάστασης φιλοξενούνταν στην οικία των Βατιμπέλα στην Παροικιά. Εκεί, μετά
τον θάνατό της, η Ελένη Μάτσα Μαυρογένη, το γένος Δελαγραμμάτη, μαζί με την
αδελφή της Μαρουσώ, φρόντισαν τη σορό της.
Στην οικία αυτή υπάρχει μέχρι
σήμερα εντοιχισμένη πλάκα:
«Εν τη Οικία ταύτη απέθανε η
τον Πυρσόν της Ελληνικής Ελευθερίας κρατήσασα Μαντώ η Μαυρογένους».
Το σπίτι αυτό αποτελεί έναν
ακόμη κρίκο ανάμεσα στην οικογένεια Βατιμπέλα και τη νεότερη ιστορία της
Ελλάδας.
Ο Νικόλαος Βατιμπέλας –
Δήμαρχος Μάρπησσας
Σημαντική μορφή του 19ου αιώνα
υπήρξε ο Νικόλαος Βατιμπέλας (1798-;), δήμαρχος Μάρπησσας.
Υπηρέτησε την τοπική διοίκηση
σε μια κρίσιμη περίοδο μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους και εμφανίζεται σε
πολλά δημόσια έγγραφα ως εκπρόσωπος της κοινωνίας της Μάρπησσας.
Από την Πάρο στην Αίγυπτο
και τη Σύρο
Κατά τον 19ο και 20ό αιώνα
κλάδοι της οικογένειας μετακινήθηκαν εκτός Πάρου.
Ξεχωρίζει ο Νικόλαος
Αρίσταρχος Βατιμπέλας, δικηγόρος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και φίλος
του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνος Καβάφης.
Άλλοι κλάδοι εγκαταστάθηκαν
στη Σύρο, στην Αθήνα, αλλά και αργότερα στο εξωτερικό.
Στην Πάρο το επώνυμο δεν
διατηρείται πλέον, όμως η παρουσία της οικογένειας παραμένει έντονη μέσα από τα
έγγραφα, τις επιγραφές, τα κτίρια και τις ιστορικές μαρτυρίες.
Οι Βατιμπέλα στην ιστορία
της Πάρου
Η οικογένεια Βατιμπέλα
αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της παλιάς παριανής αρχοντιάς: άνθρωποι με
ευρωπαϊκές ρίζες, που ρίζωσαν στο νησί, απέκτησαν περιουσία, συμμετείχαν στη
διοίκηση, υπηρέτησαν την Εκκλησία και συνδέθηκαν με σημαντικές στιγμές της
ιστορίας της Πάρου.
Από τον Βισκόντη Βατιμπέλα του
1611 έως τον Νικόλαο Αρίσταρχο Βατιμπέλα της Αλεξάνδρειας, η πορεία τους
αποτυπώνει ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνικής ιστορίας του νησιού.
–1611 Στον Αγ. Ιωάννη στα Κραύγα υπάρχει στο κάτω τμήμα του ανάγλυφου
χαραγμένη η επιγραφή: Αυτή η κατάπαυσής μου εις αιώνος Βισ-κοντη Βατημπέλα
1611. Πρόκειται για επιτύμβια πλάκα του καθολικού Βισκόντη Βατιμπέλα.
–1611. Βιοκόντης Βατημπέλας
1611 και την ίδια χρονολογία ο Βισκόντης Βατημπέλας.
–1715. Σε έγγραφο του καθολικού επισκόπου τον Ιανουάριο του 1715 αναφέρει
τον αφέντη Τζουανάκι Βατιμπέλα.
–1717. Σε προικοσύμφωνο του Γ. Χειλά και Μαρκέτας Ροδαίου (Καστρί Νάουσας
21 Οκτ. 1717) «το αμπέλι όπου έχω στου Ούγγαρι σύμπλιον του Ιωάννη Βατιμπέλα».
–1719. Στις 11 Ιανουαρίου 1719 στη Νάουσα αναφέρεται ο ιερομόναχος Διονύσης
Βατιμπέλας.
–1724. Το 1724 αναφέρεται σε έγγραφα ο Τζουανάκης Βατιμπέλας να αγοράζει
κτήματα στον Δραγουλά την 1η Μαρτίου 1724.
–1727. Στις 19 Ιανουαρίου 1727 αναφέρεται σε έγγραφο ο ιερομόναχος
Διονύσιος Βατιμπέλας. Στα 1727 έχει ήδη πεθάνει.
–1727. Ο Λεονάρδος Κονδύλης του Μιχαήλ, νυμφεύθηκε (1727) την
Φοινικιά Τζουάνε Βατιμπέλα.
Προικοσύμφωνο του σιόρ
Λεονάρδου Κονδύλη και της αρχοντοπούλας Φοινικιά Βατιμπέλα» Νάουσα 29 Ιανουαρίου 1727.
«Ο εκλαμπρότατος, ο ρηθείς
αφέντης Τζουανάκης Βατιμπέλας με την αρχόντισσά τους κυρία Μαρούσα δίδουν στην
αρχοντοπούλα κόρη τους Φοινικιά εικόνες της Σταυροποσκυνήσεως και του Αγίου
Γεωργίου, και (…). Και η αρχόντισσα κυρία Μαρούσα Κοντίλενα δίδει στον γιό της
ονόματι αφέντη Λεονάρδο Κοντίλη (…). Ακόμη η κυρία Ειρήνη, σύζυγος του σιόρ
Φραντζέσκου Φραντζέσκη (ο οποίος υπογράφει στα λατινικά) και αδερφή του
Λεονάρδου, «του προικοτάζει (…) τα σπίτια οπού κάθονται εις το Μέσα Κάστρο
[γειτονιά του καθολικού Αγίου Γεωργίου], ανώγια και κατώγια κ.α.. (ΕΒΕ, Ξ 963)
Το προικοσύμφωνο αυτό είναι
από τα σπουδαιότερα του νησιού, επειδή αφορά δύο αρχοντικές οικογένειες,
Βατιμπέλα και Κονδύλη, των οποίων τα παιδιά τους ενώνουν τη ζωή τους, τις τύχες
τους και τις περιουσίες τους, και μέσα από το κείμενο αυτό γίνονται γνωστά
πολλά περιουσιακά στοιχεία, κινητά και ακίνητα, μεγάλης αξίας και ενδιαφέροντος.
Ο Τζουανάκης Βατιμπέλας είχε
αγοράσει στις 20 Ιουλίου 1730 τον φόρο της δεκάτης του νησιού μαζί με τους
Ιάκωβο Μπαζέγιο και Νικόλαο Μαυρογένη για ένα χρόνο και την 1η
Μαρτίου 1731 είχε αγοράσει σε δημόσιο πλειστηριασμό της Παροικιάς ως πλειοδότης
τους τελωνειακούς δασμούς και την αλυκή του νησιού «δια ριάλια ενενήντα έξη»
(Ελ. Κούκαου, Οι κοινοτικοί θεσμοί)
–1727. Ο ιερέας Διονύσης Βατιμπέλας αναφέρεται σε έγγραφο Ναούσης στις 29
Ιανουαρίου 1727.
–1728. Ιερομόναχος Νεόφυτος Βατιμπέλας αναφέρεται σε ενθύμηση Ευαγγελίου,
εκδόσεως Βενετίας 1728 που υπάρχει στη μονή του Αγ. Αντωνίου Μάρπησσας.
–1730. Ο Τζουανάκης Βατιμπέλας είχε αγοράσει στις 20 Ιουλίου 1730
τον φόρο της δεκάτης του νησιού μαζί με τους Ιάκωβο Μπαζέγιο και Νικόλαο
Μαυρογένη για ένα χρόνο.
–1730. Σε πρακτικό πωλήσεως του φόρου της δεκάτης του κοινού Παροικιάς κατά
τη Γενική Συνέλευση, της 26 Ιουλίου 1730 μαρτυρείται ο Τζουανάκης Βατιμπέλας. Η
κοινότητα «πουλάει» τη «δεκατιά» της χρονιάς εκείνης, «ηγούν το πέμπτον της
γής» στους αφέντες Ιάκωβο Μπαζέγιο, Τζουανάκη Βατιμπέλα και Νικολάκη Μαυρογένη,
καθώς και τους φόρους της Αλυκής και το κουμέρκι».
–1730. «Προικοσύμφωνο ύστερο του Αγγελή
Λατέρνου και Καλήτζας Βατιμπέλα» Νάουσα, 8 Νοεμβρίου 1730. «Ο εκλαμπρότατος
αφέντης Τζουανάκης Βατιμπέλας με την αρχόντισσαν του κυρία Μαρούσα δίδουν στην
κόρη τους Καλίτζα (…). Ο μαστρο Κυρίτζης Λατέρνος …. . (ΕΒΕ, Ξ 967).
Η Καλίτζα είναι η άλλη κόρη του ζεύγους
Τζουανάκη και Μαρούσας Βατιμπέλα, που παντρεύουν. Η πρώτη ήταν η Φοινικιά που
είχε πάρει σύζυγο ένα εξίσου λαμπρό γόνο αρχοντικής οικογένειας, τον Λεονάρδο
Κονδύλη
–1731. Σε δημόσιο πλειστηριασμό του κοινού της Παροικιάς, σε πρακτικό
Γενικής Συνέλευσης της 1 Μαρτίου 1731 μαρτυρείται ο Τζουανάκης Βατιμπέλας. Η
κοινότητα «πουλάει» τη «δεκατιά» της χρονιάς εκείνης, «ηγούν το πέμπτον της
γής» στον αφέντη Τζουανάκη Βατιμπέλα, καθώς και τους φόρους της Αλυκής και το
κουμέρκι για 96 ριάλια και στην τιμή συμπεριλαμβάνεται και το χρέος της
κοινότητας προς τον Καπουδάν Πασά».
–1733. Σε δημόσιο πλειστηριασμό του κοινού της Παροικιάς, σε πρακτικό
Γενικής Συνέλευσης το 1733. Η κοινότητα «πουλάει» τη «δεκατιά» της
χρονιάς εκείνης, «ηγούν το πέμπτον της γής» στον αφέντη Τζουανάκη Βατιμπέλα,
καθώς και τους φόρους της Αλυκής και το κουμέρκι για 96 ριάλια και στην τιμή
συμπεριλαμβάνεται και το χρέος της κοινότητας προς τον Καπουδάν Πασά».
–1735. Σε δημόσιο πλειστηριασμό του κοινού της Παροικιάς, σε πρακτικό
Γενικής Συνέλευσης του 1735. Η κοινότητα «πουλάει» τη «δεκατιά» της
χρονιάς εκείνης, «ηγούν το πέμπτον της γής» στον αφέντη Τζουανάκη Βατιμπέλα,
καθώς και τους φόρους της Αλυκής και το κουμέρκι για 96 ριάλια και στην τιμή
συμπεριλαμβάνεται και το χρέος της κοινότητας προς τον Καπουδάν Πασά».
–1740. Σε έγγραφο του 1740 της οικ. Βατιμπέλλα αναφέρει "Νήσος Πάρος
Καστελιω εις τα 1740 νέο 3 Ιανουαρίου ημέρα Κυριακή και ώρα 3 της ημέρας.
Ήλθασι εις την Νάουσα τέσσερις λεβέντες αρματωμένοι από το μπαστιμέντο του
Καπετάν Φραγκίσκου Μαρία κοματάντε μίαν πουλάκα αρματωμένη εις την αμάχη με
πατιέρα της Μάλτας οι άνθρωποι όπου ήλθαν ήτον ένας σαρτζελτές, το όνομά του
Μπορταλαμαίος, με άλλους τρείς αρματωμένους και ερισαλτάρασι με δύναμιν των
αρμάτων των επάνω εις το σπίτι του Σιόρ Κονσούλου των Εγγλέζων ονοματισμένος
Σιόρ Νικολός Βατιμπέλλας. Και αυτός θεωρόντας του με τα άρματα και ξεσαθωμένοι
εσφαλίκτη μέσα εις την κάμαράν του και αυτοί ψάχνοντας του και τον έβγαλαν από
μέσα, τον εκατέβασαν κάτω σύροντας τον ώσαν κατάδικον και τα κοπέλλια του
θεωρόντας την τόσην καταδίκην όπου του έκανα, αρμπούρισαν την παντιέρα του
Βασιλέως της Εγγλιτέρας διά να διαφεντευθή και εφανέρωσαν και την διαφέντευσιν
του Βασιλέως της Φράντζας δια τα καλά μέριτα του μακαρίτου πατρός του
εφανέρωσαν και τις διαφέντεψες ιδικές των και με όλα αυτά από τον νούν των δεν
επέρασαν μόνον το επήραν ως κατάδικον ξεσκισμένον και τον επήγαν ξεσπαθωμένοι
μέσα εις την Παρκιά και εγύρευσαν καιρόν να τον σκοτώσουν, μα τον ακολούθησαν
κόσμος πολύς και δεν ευρίσκαν άδειαν να κάμουν την όρεξιν τους, και
πηγαινάμενοι εις την Παρκιάν αν δεν ήθελεν ευρεθή εις το Πόρτο ο Καπετάν Λούης
Γζιπέτρος από το Σαν Τραπέ και ο καπετάν Αντώνιος Μαρτίν από το Σαν Τραπέ
καπετάνιος εις ένα καράβι και ο καπετάν Κάρλος και ο καπετάν Τζουάνες αν ήθελαν
λείψει αυτοί δεν ηξεύρομεν το τέλος όπου είχαν να πράξουν χωρίς κανένα
νιτερέσσο και εις τούτο δίνομεν την παρόν μαρτυρίαν εις την ψυχήν μας πως τα
είδαμεν με τα μάτια μας και υπογράφουμεν εις βεβαίωσιν. Το σφραγίζομεν και με
την σραγίδα της κοινότης μας. Οικονόμος Νάουσας μαρτυρώ, Σακελλάριος Νάουσας
μαρτυρώ, Σκευοφύλαξ Νάουσας μαρτυρώ, ο Προηγούμενος του Βατοπεδίου Αθανάσιος
μάρτυς, Αρχιδιάκως Νεόφυτος Βατιμπέλλας μαρτυρώ ως είδα, Λοΐζος Τζιμπέρ μάρτυς.
Γεώργιος Βιτσαράς μάρτυς, Γεώργιος Μαρμπαρήγος μάρτυς, Σακέλιως Ναούσης
μαρτυρώ, Παπά Φραντζέσκος Νταβερώνας μαρτυρώ, Παπά Μαρίνος Ραγγούσης μαρτυρώ,
Γεώργιος Νταμιραλής μαρτυρώ, Ιωάννης Τριαντάφυλλος Μαρτυρώ, Κωνσταντίνος
Βατιμπέλας μαρτυρώ, Δημήτριος Αυλωνίτης μαρτυρώ, Νικόλαος Λευκαρός μαρτυρώ. Εγώ
Νικολός Κανάλες μαρτυρώ, Κωνσταντίνος Σκορδίλης, Ανδρέας Βιτσαράς μαρτυρώ,
Ιωάννης Μπρούτος, Τζάνες ο Καλλέργης Καντζιλάριος Ναούσης πιστώς γέγραφα"
–1740. Αρχιδιάκονος στα 1740 ο Νεόφυτος Βατιμπέλλας.
–1744. Κατά τη Γενική
Συνέλευση εκπροσώπων όλων των κοινών της Πάρου, της 6 Απριλίου 1744,
αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους δραγουμάνου
Νικολάου Μαυρογένη, εναντίον των εις βάρος του συκοφαντιών μερικών συμπατριωτών
τους, προς τις τουρκικές αρχές. υπογράφει ο παπά Φραγκίσκος Βατιμπέλας και ο
Κωνσταντής Βατιμπέλας
–1747. Σε πρακτικό εκλογής
απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό της Παροικιάς σε Γενική
Συνέλευση στις 26 Οκτωβρίου 1747 μαρτυρείται
ο Κωνσταντίνος Βατιμπέλας και ο παπά Φραγκίσκος Βατιμπέλας.
–1749. Σε εκλογή απεσταλμένου
για την Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 12
Οκτωβρίου 1749, μαρτυρείται ο
Κωνσταντίνος Βατιμπέλας.
–1750. Σε Πρακτικό εκλογής
απεσταλμένου των επτά κοινών της Πάρου (Παροικιάς, Νάουσας, Κεφάλου, Τζιπίδου,
Λευκών, Μαρμάρων, Δραγουλάς) στην Κωνσταντινούπολη της 23 Αυγούστου 1750, μαρτυρείται ο παπάς Κεφάλου Φραγκίσκος
Βατιμπέλας.
–1752. Το 1752, Το κοινό της
Παροικιάς Πάρου, με γράμμα τους προς τους εγκατεστημένους στην Κωνσταντινούπολη
συμπατριώτες τους, τους παρακαλούν να συνδράμουν και βοηθήσουν την εκεί
απεσταλμένη τριμελή επιτροπή του νησιού τους, για να επιτύχουν μείωση των
φορολογικών επιβαρύνσεων, εκ μέρους των οθωμανικών αρχών. Υπογράφουν… ο αφέντης
Κωνσταντάκης Βατιμπέλας.
–1770. Στις 20 Νοεμβρίου 1770
ο οικονόμος Παροικιάς Πρωτόδικος υπογράφει αφιέρωση χωραφιού της Μαρουσάκης
«θυγάτηρ Μαργετακίου Βατιμπέλα» στην Εκατονταπυλιανή.
–1798. Το 1798 γεννιέται ο Νικόλαος Βατιμπέλας, δήμαρχος Μαρπήσσης.
–1824. Ο παπά-Φραγκίσκος Βατιμπέλας οικονόμος και νοτάριος στα Μάρμαρα.
Υπογράφει πρακτικό εκλογής των «εκλεκτών» στις 21 Σεπτεμβρίου 1824.
–1825. Ο ιερεύς
Φραγκίσκος Βατιμπέλας υπογράφει στις 19 Αυγ. 1825 έγγραφο προς την «υπέρτατη
διοίκηση».
–1829. Σε πληρεξούσιο του 1829 αναφέρεται ο Ελευθέριος Βατιμπέλας.
–1829. Σε έγγραφο της
Δημογεροντίας Πάρου και Αντιπάρου στις 19 Μαΐου 1829 υπογράφουν οι προσ. Επαρχ.
Δημογέροντες: Δημήτριος Χαμάρτος, Νικόλαος Αρκάς, Ν. Μαλατέστας, και ο
Γραμματέας της δημογεροντάς Πάρου Αντιπάρου Νικόλαος Βατιμπέλας.
–1829. Σε πληρεξούσιο στις 3 Ιουνίου του 1829 αναφέρεται ο Δημογέροντας
Νικόλαος Βατιμπέλας.
–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν
Σχολήν της πόλεως Παροικιάς
Βατιμπέλας Πέτης ετών 11.
–1830. Ο παπά Φραγκίσκος Βατιμπέλας αναφέρεται στον Κατάλογο του
μητροπολίτη Παροναξίας Ιερόθεου στις 8 Φεβρουαρίου 1830.
–1831. Ο παπά Φραγκίσκος Βατιμπέλας συντάσσει και υπογράφει προικοσύμφωνο
του Νικολάκη Μωραΐτη και Ειρηνακιού Μιχ. Μηλαίου, Μάρμαρα, 24 Φεβρουαρίου 1831.
–1831. Σε έγγραφο Παροικιάς, 20 Απρ. 1831, μνημονεύεται «το αμπέλιον
κείμενο εις την Αμπέλαν πλησίον ο οικονόμος Βατιμπέλας.
–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831,
σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για
τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Ν.
Βατιμπέλας.
–1832. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις
28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Φραγκίσκος Νικολάου Βατιμπέλας (γεν.
1832), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 71, κτηματίας, άγαμος.
–1832. Το 1832 ο Ελευθέριος Βατιμπέλας απέρχεται εις την Κωνσταντινούπολη
και καθιστά ενταύθα [στην Πάρο] αντιπρόσωπων του τον κύριο Νικόλαο Π. Κυπραίον
εις το να επιστάτη και να φροντίζει να καλλιεργώνται όλα τα υποστατικά, αμπέλια
και χωράφια της συζύγου του Μαργαριταρακιού και θα συνάζει τους καρπούς
αυτών…».
–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια
Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο
Ι. Βατιμπέλας και ο Κ. Βατιμπέλας.
–1835. Στο προικοδοτήριο της 17ης Αυγούστου 1835 ο Μάρκος Μάτσας Μαυρογένης
δίδει στην κόρη του Μαρουσώ «το χωράφι (που) έχει και Αγίαν Βαρβάραν πλησίον
Νικ. Βατιμπέλα».
–1835. Σε ομαδικό έλεγχο του δημοτικού σχολείου Πάρου του 1835, υπάρχει
εγγεγραμμένος ο μαθητής Αλκιβιάδης Βατιμπέλας.
–1836. Στην 1η Οκτωβρίου 1836 ο δήμαρχος Μαρπήσσης Νικόλαος
Βατιμπέλας αναφέρεις προς το Β. Διοικητήριον Νάξου περί ενός ιερομονάχου
Μακαρίου Σκουρταίου καλουμένου, ζωγράφου το επάγγελμα, ετών 45, πατρίδα έχοντος
την Χίο και ο οποίος ζητεί όπως ησυχάση εις την εν λόγω μονήν του αγίου Ιωάννου
καθ’ όλον το επίλοιπον του βίου του στάδιον».
–1837. Στις 11 Αυγούστου 1837 κατά τον δήμαρχο Μάρπησσας Νικόλαου
Βατιμπέλα μνημονεύεται ο εφημέριος Δραγουλά Ιωάννης Σιφάκης.
–1839. Στις 8
Μαΐου 1839 ο ιερέας Ευστράτιος Άγουρος υπογράφει έγγραφο του Δημάρχου Μάρπησσας
Νικολάου Βατιμπέλα.
–1840. Σε έγγραφο στις 26 _ 1840 υπογράφει ο Δήμαρχος Μάρπησσας Ν.
Βατιμπέλας.
–1840. Το 1843 ο Γεώργιος Δελλαγραμάτικας ζητάει με έγγραφό του την
διάλυση του συμβουλίου της μονής του Αγίου Αντωνίου, η οποία δεν έγινε δεκτή εκ
μέρους του Υπουργείου Οικονομικών.1840. η κινητή περιουσία της μονής του Αγίου
Αντωνίου Κεφάλου, ιδίως εκκλησιαστικά σκεύη, διάφορα άλλα αντικείμενα και
έγγραφα, περιήλθαν στο κράτος (στο κεντρικό ταμείο του οιπουργείου Οικονομικών)
με πρωτόκολλο στις 7 Μαΐου 1840, υπογράφει ο Δήμαρχος Μάρπησσας Νικόλαος
Βατιμπέλας.
–1840. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις
28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Αρίσταρχος Νικολάου Βατιμπέλας (γεν.
1840), ετών 63, υπάλληλος, κάτοικος Αιγύπτου, έγγαμος.
–1840. Το 1840 πεθαίνει και
ενταφιάζεται στην Πάρο η ηρωίδα Μαντώ Μαυρογένους. Το ίδιο έτος Δήμαρχος Πάρου
ο Μαρκάκης Μάτζας – Μαυρογένης. Η Ελενη Μάτζα Μαυρογένη με την αδερφή της
Μαρκάκη, Μαρουσώ σαβανώνουν την Μαντώ, στο σπίτι της συγγενικής οικογένειας
Βατιμπέλλα που την φιλοξενούσε. Σε αυτή την οικία της Παροικιάς υπάρχει
εντοιχισμένη πλάκα που γράφει «Εν τη Οικία ταύτη, απέθανε η τον Πυρσόν της Ελληνικής
Ελευθερίας, κρατήσασα, Μαντώ η Μαυρογένους». Τότε στο σπίτι ζούσε η Μαργαρίτα
χήρα του Ελευθερίου Βατιμπέλα.
Στην κηδεία της Μαντώς ο
αγωνιστής του 1821 Δημήτριος Πρωτόδικος ήταν ντυμένος με φουστανέλα και
φέροντας τα γαλόνια του λοχία που είχε αποκτήσει επί Καποδίστρια.
–1843. Στις 17 Οκτωβρίου
1843 η συνέλευση της αντιπολίτευσης επαναλαμβάνεται, αλλά πάλι χωρίς τον
Δήμαρχο Θ. Καμπάνη ο οποίος κατηγορείται από τους παρευρισκομένους ότι
«αισθάνεται ανώτερος του νόμου και προβάλει ανύπαρκτες προφάσεις». Η συνέλευση
αποφασίζει να προχωρήσει στην εκλογή χωρίς τον Δήμαρχο! Πρόεδρος ανέλαβε ο Δ.
Χαμάρτος και προσυπέγραψαν τα 5 γεροντότερα μέλη Ν. Πούλιος, Ιωάννης Καπαρός,
Λεονάρδος Κονδύλης, Ηλίας Σαράντος, Νικόλαος Ρούσσος. Οι εκλογείς ήταν οι εξής:
Πόλις Παροικίας (Δήμαρχος Θ. Καμπάνης): Ζώρζης Μ Μαυρογένης, Δημήτριος
Χαμάρτος, Πέτρος Μαυρομμάτης, Ν Α Ψαράκης, Αντ Ελ Χαμάρτος, Λεονάρδος Κονδύλης.
Κωμόπολις Λευκών (Πάρεδρος Κωνσταντίνος Χανιώτης): Εμμανουήλ Ν Αρκάς, Νικόλαος
Γ Ρούσσος, Νικόλαος Γ Παντελαίος, Ιωάννης Α Δεσύλλας.
Κωμόπολις Ναούσης (Δήμαρχος Ν.
Μαλατέστας): Δημήτριος Π Δημητρακόπουλος, Ηλίας Σαράντος, Ιωάννης Μεταξάς,
Αντώνιος Κορτιάνος (δεν παρευρέθη λόγω ασθενείας).
Χωρίον Κώστου(Πάρεδρος Ιωάννης Α. Καπαρός): Ιωάννης Α Καπαρός, Αναστάσιος Ρούσσος
Χωρίον Δραγουλά (Πάρεδρος Νικήτας Ν. Άγουρος): Γεώργιος Κληρονόμος
Χωρίον Μαρμάρων (Πάρεδρος Νικήτας Ν. Άγουρος): Ιωάννης Γιαννουλάκης, Νικήτας
Άγουρος (δεν παρευρέθη λόγω ασθενείας).
Χωρίον Τσιπίδου (Δήμαρχος
Μαρπήσσης ΓΣ Δελαγραμμάτης): Νικόλαος Βατιμπέλας, Νικόλας Πόυλιος, Γεώργιος Σ
Δελαγραμμάτης (απών).
Χωρίον Ωλιάρου (Πάρεδρος Δ.
Βιάζης): Παναγής Καλάργυρος, Ματθαίος Μαούνης.
Τα αποτελέσματα ανέδειξαν πληρεξουσίους Πάρου τους Δ. Π. Δημητρακόπουλο (21
ψήφοι) και Ζ. Μάτσα Μαυρογένη (21). Συμμετείχαν και οι Νικόλαος Ψαράκης
(Παροικιά, 11 ψήφοι), Ν. Βατιμπέλας (Τσιπίδος, 7), Λεονάρδος Κονδύλης
(Παροικία, 7), Νικόλαος Μαλατέστας (Νάουσα, 6 ψήφοι), Κωνσταντίνος Δαμίας
(Παροικία, 6), Π. Μαυρομάτης (Παροικία, 6).
Ο Δήμαρχος Πάρου αρνήθηκε να
επικυρώσει τις υπογραφές και συνεπώς την εκλογή.
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο Δήμου Μάρπησσας
στις 5 Μαΐου 1844 υπάρχει εγγεγραμμένος ο Ν. Βατιμπέλας.
–1846. Ο Μαρπησσαίος Γεώργιος
Φωκιανός έλαβε μέρος στην Ελληνική Επανάσταση και αγωνίστηκε υπό τις οδηγίες
του Παριανού Δημητρίου Σάλλα «κατά το 1826 εις την κατά του Ιμβραήμ πολιορκίαν
Τριπολιτσάς (…) και διέμεινεν εκεί μέχρι της πτώσεως της» κατά μαρτυρία των
δημοτών και κατοίκων του Δήμου Μαρπήσσης, σε έγγραφο τους («εν Μαρπίσση την 16
Μαΐου 1846»). Ακολούθως διέμεινε στα Βέρβαινα και τέλος στο Ναύπλιο. Αρχηγός δε
των όπλων ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το πιστοποιητικό το υπογράφουν 48
προύχοντες και κάτοικοι της Μάρπησσας, μεταξύ των οποίων οι: Άγουρος Ιωάννης,
Ιωάννης Ασωνίτης, Ελευθέριος Τζιώτης, Αναγνώστης Α. Βιτσαράς, Παναγ.
Νικηφοράκης, Αντώνιος Τζιγώνιας, Αρτέμιος Ευλογιάς, Ανδρέας Αλιπράντης, Νικ.
Βατιμπέλας, Νικόλαος Πούλιος, Γουλιέλμος Καντιώτης, Μακάριος Στάμενας. Το
επικυρώνει δε καθώς και τις υπογραφές, ο δήμαρχος Μάρπησσας Γεώργιος Σιμ.
Δελαγραμμάτης («εν Μαρπίσση την 20 Μαΐου 1846»).
–1846. Ο
υποφαινόμενος Γεώργιος Δηνιακός κάτοικος του χωριού Τσιπίδου του Δήμου
Μαρπήσσης ομολογεί ότι πωλεί εις τον συγχωρίτην του Σταμάτην Καρυστινόν την
ιδιόκτητον του ψαρόγαν κειμένην κατά την θέσιν Μογκού, εντός του αυτού Δήμου
και συνορευομένην με τον αγρόν του ιδίου αγοραστή Σταμάτη Καρυστινού δυναμένου
να την διαθέσει όπως βούλεται… Δια τον αγράμματον Γεώριον Δηνιακό, βεβαιούντα
τα άνωθεν, υπογράφω κατ’ αίτησιν του Χρύσης Μικεδάκης. Νικόλαος Τελέντας
μαρτυρώ. Νικόλαος Βατιμπέλας ζητηθείς έγραφα το παρόν και μαρτυρώ. Εν Τσιπίδω
την 29η 10μβρίου 1846.
–1847. Στον
εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 43χρονος
κτηματίας Βατιμέλας Νικόλαος.
–1850. Ενώπιον του
συμβολαιογράφου Παροικιάς Θεοδώρου Καμπάνη και των μαρτύρων Γερασίμου Κατσαΐτη,
ναυτικού και του Ιωάννου Β. Περαντινού, κτηματίου, δημοτών Πάρου, οι Νικόλαος
Βατιμπέλας και Ιωάννης Τζουμέτης κτηματίες και κάτοικοι Μαρπήσσης πωλούν στον
Σταμάτη Καρυστινό το χωράφι στην τοποθεσία Δασωνάρι, συνορευόμενο με την …
Μουδάτσου, για 200δρχ. Στις 1 Ιουνίου 1850.
–1853. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις
28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Άννα Νικολάου Βατιμπέλα (γεν. 1853),
ετών 50, οικιακά, άγαμος.
–1856. Ως
ευκατάστατοι και ευυπόληπτοι πολίτες της Πάρου σημειώνονται από τον Τσιπίδο, τα
Μάρμαρα, τον Δραγουλά και τις Λεύκες το 1856 όπως αναφέρονται στον κατάλογο
1278 πολιτών από τις Κυκλάδες (εω Ερμούπολει την 6 Σεπτεμβρίου 1856») που
δημοσιεύθηκε στο «Παράρτημα τη Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Εν Αθήναις την 15
Οκτωβρίου 1856»), οι κατωτέρω: Τσιπίδος Ανδρέας Αλιπράντης ετών 51 κτηματίας,
Σταύρος Μονόπατος 53 ετών γεωργός και Νικ. Βατιμπέλας 58 ετων κτηματίας.
Λεύκες: Γεώργιος Εμμ. Ρούσσος 67 ετών γεωργός, Ιωάννης Ν. Ρούσσος 41 ετών
κτηματίας, Ιωάννης Καλόπλαστος, Ιωάννης Κονταράτος, Ιάκωβος Ι. Σκιαδάς και
Ιωάννης Γ. Χανιώτης, κτηματίες, Ανδρέα Α. Παντελαίων 40 ετών γεωργός, Δημήτριος
Μ. Χανιώτης 50 ετών γεωργός και Δημήτριος Α. Χανιώτης 50 ετών κτηματίας.
Μάρμαρα: Αθανάσιος Παπαδόπουλος 43 ετών κτηματίας και Δομίνικος Βαρότζης 40
ετών κτηματίας. Δραγουλάς: Νικήτας Σιφάκης 50 ετών κτηματίας.
–1856. Στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 21 Οκτωβρίου 1856 αναφέρεται ο
Νικόλαος Βατιμπέλας κάτοικος Τσιπίδου.
–1859. Το 1859 ο Γιώργος Νικ. Ζουμής αγοράζει το μοναστήρι του Αγίου
Ανδρέα στη Νάουσα (Κραύγα) από τους Σφαέλο και Βατιμπέλα.
–1864. Ανταλλαγή ακινήτου.
Πάρος, 23 Αυγούστου 1864. Ενώπιον του συμβολαιογράφου Πάρου Βασιλείου Καμπάνη,
ο οποίος και συνέταξε το έγγραφο, και ενώπιον των δημοτών Πάρου Νικολάου Ι.
Κρίσπη, καθηγητού, και της συζύγου του Μαρουσώς γένους Μαύρου, και του Γεωργίου
Αθαν. Μαύρου ως συμβαλλομένων, ανταλλάσσουν τα ακίνητα: Το ζεύγος Κρίσπη το
αρχοντικό που ήταν προικώο της συζύγου του Μαρουσώς Μαύρου, και τη συνεχόμενη
δεύτερη οικία που είχε περιέλθει από κληρονομιά της κόρης τους Αικατερίνης,
στην οποία οι γονείς της παρίστανται ήδη ως νόμιμοι και φυσικοί επίτροποι αυτής
από το 1862 όταν είχε υιοθετηθή από την προμήτορά της Γαρουφαλλιά Δ.
Δελαγραμμάτη, και μετά τον θάνατό της είχε περιέλθει στην κυριότητα της
θυγατέρας του συζύγους Κρίσπη…. Του ενοποιημένου μεγαλοπρεπούς αρχοντικού,
δηλαδή δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, λοντά στην οδό της Ελεούσης.
Συνορεύει δε με τα σπίτια των: Φραγκίσκο Αλέξ. Καμπάνη, του Παναγιώτη Πάσσου,
της Γιακουμίνας Πανταζή Κορωναίου και με δημόσιους δρόμους… Το ανωτέρο ακίνητο
το παραχωρούν εις ανταλλαγήν προς τον Γεώργιον Αθαν. Μαύρον…, ο οποίος
ομολόγισε ότι δίδει αντί της ρηθείσης οικίας ανταλλακτικώς τα κτήματα που
βρίσκονται στις τοποθεσίες Βορεινά Λιβάδια, καθώς και ένα οικόπεδο μέσα στην
πόλη της Παροικιάς στην θέση Μεγάλη Βρύση ή Ποταμός, προς εξίσωσιν…
Ως μάρτυρες υπέγραψαν οι
συμβαλλόμενοι Νικόλαος Ι. Κρίσπης, η σύζυγός του Μαρουσώ Μαύρου και ανιψιός του
Φιλικού Αλεξάνδρου Μαύρου. Ως συνορεύοντες με τα ακίνητα, που ανήκουν πλεόν στο
ζεύγος Κρίσπη, αναφέρονται οι: Αλκιβιάδης Βατιμπέλας, Παναγιώτης Κομνηνός,
Κωνσταντίνος Μιχ. Κρίσπης, Κωνσταντίνος Μάρκου Δαμίας, Ιωάννης Δουλφής,
Εμμανουήλ Μαρούκας, κληρονόμοι Σπύρου Κοντόσταυλου, Σπύρος Κρίσπης, Βιολέττα
Μπιζά και Ιωάννης Ασπρόπουλος.
Ο Αλκιβιάδης που υπογράφει το
ανταλλακτικό έγγραφο, η μητέρα ήταν πρωτοξάδερφη του Δημητρίου Πρωτοδίκου.
Πατέρας του σοφού φιλόλογου Ιωάννου Δ. Πρωτόδικου.
–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου),
υπάρχει εγγεγραμμένος ο Βατιμπέλας Αρίσταρχος του Νικολάου 38 ετών υπάλληλος.
Επίσης ο Νικόλαος Βατιμπέλας του Λυκούργου 63 ετών κτηματίας και ο Φραγκίσκος
Βατιμπέλας του Νικολάου 40 ετών υπάλληλος.
–1877.
Στον εκλογικό κατάλογο των Μαρμάρων του 1877, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Όθων
Βατιμπέλας του Νικολάου κτηματίας.
–1900. Πάνω από την δυτική
είσοδο του Αγίου Φωκά στην Παροικιά, υπάρχει μαρμάριν πλάκα στην οποία είναι
χαραγμένη η επιγραφή: « Εν έτει 1900 Ωκοδομήται ο ναός του ιερομάρτυρος Φωκά
διά συνδρομών ενεργεία των Επιτρό|πων Ιω. Σ. Φωκιανού Αλκ. Ε. Βατιμπέλα Εμμ. Σ.
Φωκιανού Ιω. Π. Κάππαρη».
–1907. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις
11 Μαρτίου 1907, είναι εγγεγραμμένος ο Αρίσταρχος Νικολάου, ετών 71, υπάλληλος,
έγγγαμος.
–1911. Ο Κων. Αλκιβ. Βατιμπέλας, υπηρετεί ως
δημοδιδάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Παροικιάς το 1911.
–1911. Νικόλαος Αρισταρ. Βατιμπέλας,
διακεκριμένος δικαστικός στην Αλεξάνδρεια το 1911.
–1912-1922. Ηρώο Μάρπησσας «Εν
έτει 1929 ο Σύνδεσμος Μαρπησσέων Πάρου. Τοις Ενδοξως εν Πολέμοις πεσούσι
1912-1922 Μαρπησσέοις Αρχιλοχιταις» ΒΑΤΙΜΠΕΛΑΣ ΓΕΩΡ. ΑΡ. και ο ΑΕ/ΡΟΣ
ΒΑΤΙΜΠΕΛΛΑΣ Ν.
–1919. Διδάσκαλος του Δημοτικού Σχολείου Παροικιας κατά την περίοδο 1919
έως το 1921 ο Κ. Βατιμπέλλας.
–1933. Bατιμπέλας Κωνσταντίνος Αλκιβ. τόπος γέννησης Παροικιά Πάρου 1860
έτος θανάτου 1933.
–Βατικιώτης: Πατριδωνυμικό επώνυμο, δηλαδή επώνυμο που
δηλώνει την καταγωγή από έναν τόπο. Προέρχεται από τα Βάτικα της Λακωνίας,
περιοχή της νότιας Πελοποννήσου, και δηλώνει τον άνθρωπο που κατάγεται από
εκεί.
Η παρουσία της οικογένειας Βατικιώτη στην Πάρο μαρτυρείται κυρίως στη Μάρπησσα,
όπου εμφανίζονται μέλη της στα δημοτολόγια και στις στρατιωτικές αναφορές του
19ου και 20ού αιώνα.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον Χρήστο Αντ. Βατικιώτη, ο οποίος
αναγράφεται στη στήλη των πεσόντων του Ηρώου της Δραγουλάς, ανάμεσα στους
Παριανούς στρατιώτες που θυσιάστηκαν στους νεότερους αγώνες του Ελληνισμού.
Στα δημοτολόγια του Δήμου Μάρπησσας καταγράφονται:
– Αλέξανδρος Χρ. Βατικιώτης, γεννημένος το 1873, γεωργός,
έγγαμος, κάτοικος Μάρπησσας.
– Μαρούσα Αλεξάνδρου Βατικιώτη, γεννημένη το 1887, οικιακά,
έγγαμη.
– Χρ. Βατικιώτης, γεννημένος το 1881, εργάτης, ο οποίος το 1903
αναφέρεται ως κάτοικος Νάξου.
Η οικογένεια Βατικιώτη αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα των μικρών
μετακινήσεων πληθυσμών που διαμόρφωσαν την κοινωνία της Πάρου. Άνθρωποι από τη
Λακωνία, τις Κυκλάδες και άλλα μέρη του ελληνικού χώρου εγκαταστάθηκαν στο
νησί, ενσωματώθηκαν στις τοπικές κοινωνίες και άφησαν το αποτύπωμά τους μέσα
από την εργασία, την οικογένεια και τη συμμετοχή τους στη ζωή του τόπου.
–1821 στη στήλη πεσόντων του Ηρώου Δραγουλά,
αναγράφεται μεταξύ άλλων ηρώων στρατιωτών της Μικρασιατικής Εκστρατείας, και ο
Χρήστος Αντ. Βατικιώτης.
–1873.
Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος
ο Αλέξανδρος Χρ. Βατικιώτης (γεν. 1873), ετών 30, γεωργός, έγγαμος.
–1887.
Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η
Μαρούσα Αλέξανδρου Βατικιώτη (γεν. 1887), ετών 16, οικιακά, έγγαμος.
–1903.
Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος
ο …ργνιος? Χρ. Βατικιώτης (γεν. 1881), ετών 22, εργάτης, κάτοικος Νάξου άγαμος.
–Βατοπεδινός: Πατριδωνύμιο, προερχόμενος από τη Μονή Βατοπεδίου του Αγ.
Όρους.
–1712. Σε πωλητήριο Ναούσης της 2ας Μαΐου 1712 υπογράφει ο ιερομόναχος Σεραφείμ
Βατοπεδινός.
–Βαφιόπουλος: Από την Αρκαδία. Ο Παναγιώτης Βαφιόπουλος υπήρξε
Αντέπαρχος και Έπαρχος Πάρου και είχε νυμφευτεί την κόρη του Πέτρου Μάτζα –
Μαυρογένη και της Μαρία Μαρκοπολίτη, Μαρούσα (Κοκονιώ) Μάτζα Μαυρογένη.
–1822. Βιβλίο με τίτλο «Όψεις της ιστορίας του ελληνικού τεκτονισμού» (Άρης
Κατωπόδης). Στο βιβλίο αυτό βρίσκουμε κατάλογο με τίτλο «Πίνακας τεκτονικών
υπογραφών συμμετασχόντων στην ελληνική επανάσταση». Στον κατάλογο αυτόν
εντοπίζουμε τους εξής Παριανούς:
1) Βαφιόπουλος Παναγιώτης. Πρώτος αντέπαρχος Πάρου – Αντιπάρου σύμφωνα με
έγγραφο της 4/5/1822. Διετέλεσε και αστυνόμος Παροικίας.
2) Μάτζας Μαυρογένης Μάρκος. Ο σημαντικότερος Παριανός φιλικός μαζί με τον
Παν. Δ. Δημητρακόπουλο. Διετέλεσε «παραστάτης βουλευτικού Πάρου» (1823) και
δημογέροντας Παροικιάς (1827).
3) Χαμάρτος Δημήτριος. Δημόσιος νοτάριος Πάρου σύμφωνα με έγγραφο του 1827.
4) Κρίσπης Μιχαήλ. Επαναστάτησε στην Πάρο εναντίον της κυβέρνησης υπό τον
Αυγουστίνο Καποδίστρια και Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Δολοφονήθηκε το 1832.
–1822. Σε αντίγραφο Κριτηρίου Πάρου της
18 Δεκεμβρίου 1822 αναφέρεται ο Παναγιώτης Βαφιόπουλος.
–1822. 30 Απριλίου 1822. Αστυνομικός Παροικιάς Παναγιώτης Βαφιόπουλος και
σε έγγραφο στις 23 Δεκεμβρίου 1822.
–1822. Στις 19 Νοεμβρίου 1822. Ο Αντέπαρχος Πάρου και Αντιπάρου Παναγιώτης
Βαφιόπουλος αποστέλλει έγγραφο για την δολοφονία ενός Κωνσταντινουπολίτη στη
Νάουσα από έναν Ζακυνθινό, προς τον προσωρινό υπουργό του Πολέμου της Ελλάδος.
Το έγγραφο υπογράφουν και οι Γραμματείς, Δημήτριος Χαμάρτος, Γεώργιος Βιτζαράς,
Τζαννής Νικολάου Καμπάνης και οι Πέτρος Μάτζας Μαυρογένης, Ελευθέριος
Χαμάρτος.
–1823. Έγγραφο Ιουλίου 1823 του αστυνόμου Παροικιάς Παναγιώτη Βαφιόπουλου.
Την ίδια χρονολογία μαρτυρείται και έπαρχος Πάρου – Αντιπάρου.
–1824. Έγγραφο κλοπής του αστυνόμου Παναγιώτη Βαφιόπουλου στην 1η Απριλίου
1824.
–1829. Μετά από οκτώ
χρόνια από τον θάνατο του Ηγεμόνα, το 1798, η σύζυγός του Δόμνα Μαριώρα
(1756-1829), πωλεί στον ανιψιό τους Πέτρο Γ. Μάτζα – Μαυρογένη, (γιό της
Ειρήνης, αδερφή του Ηγεμόνα), το
αρχοντικό καθώς και διάφορα κτήματα στην ειδυλλιακή τοποθεσία των Ψυχοπιανών.
Νέος ένοικος του αρχοντικού γίνεται πλέον ο Πέτρος Μάτζας – Μαυρογένης,
που το 1784 είχε νυμφευθεί τη Μαρία ή Μαργαρίτα Μαρκοπολίτη, κόρη του Φιλικού
και προεστού Μάρκου Πολίτη από τη Νάξο, και αποκτούν στο αρχοντικό αυτό τα
παιδιά τους: το Γεώργιο (Τζωρτζάκη), μετέπειτα σύζυγος του η Μαριώρα Βιτσαρά,
το Μάρκο (Μαρκάκη), σύζυγος του η Ελένη Τζώρτζη Δελαγραμμάτη, την Αικατερίνη
(Κατίγκω), σύζυγος της σε α’ γάμο ο Κωνσταντίνος Μαρ. Δαμίας (Αγάς), αγωνιστής
της Επανάστασης του 1821, τιμηθείς και με Αριστείο Ανδρείας, και σε β’ γάμο
της, το Φιλικό Παναγιώτη Δ. Δημητρακόπουλο, υπουργό των Οικονομικών επί
κυβερνήσεως Ζαΐμη το 1826 και Γερουσιαστή επί Καποδίστρια από το 1829 μέχρι το
θάνατό του και ακόμη τη Μαρούσα (Κοκονιώ), σύζυγος της ο τότε Έπαρχος Πάρου
Παναγιώτης Βαφιόπουλος.
–Βεκρής:
Παρωνυμικό επώνυμο. Από την Αμοργό.
–1875. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι
εγγεγραμμένος ο παριανός 35χρονος μουσικός Μιχαήλ Ι. Βεκρής, έγγαμος. Έδωσε
όρκο στις 9 Απριλίου 1872.
–1883. Στις 22 Απριλίου 1883 ο 23χρονος
καφεπώλης από την Πάρο Ιωάννης Βεκρής, του Μιχαήλ και της Ελένης, κάτοικος
Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 17χρονη από την Σπάρτη Ελένη Κωνσταντίνου,
του Ευάγγελου και της Μαριγώς.
–Βελέντζας ή Βελέτζας: Βλέπε Βαλέντζας.
–Βελισάριος: Βλέπε Βελισσάριος
–Βελισσάριος ή Βαλισάριος: Επίθετο παρατσούκλι και σημαίνει παλικάρι.
Ίσως πρόσφυγες.
–1823. Σα δημοτολόγια
Παροικίας του 1823 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 22χρονος Βελισάριος Ιωάννης.
–1835. Σε ομαδικό έλεγχο του δημοτικού σχολείου Πάρου του 1835, υπάρχει
εγγεγραμμένος η μαθήτρια Βελισάριου Ιω. Αικατερίνη.
–1839. Μάρτυρας σε έγγραφο το 1839 Ιωάννης Βελισσάριος, έμπορος Παροικιάς.
–1847. Σε εκλογικό κατάλογο
Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο
46χρονος καφεπώλης Ιωάννης Βελισάριος.
–Βελιώτης:
–1861. Τζιπίδος 1861, Ιουλίου
11. «Ενοικίαση κτημάτων». Ο συμβολαιογράφος Πάρου Γεώργιος Σίμωνος [Σίμου]
Δελαγραμμάτης, ο οποίος είχε το γραφείο του στον Τζιπίδο, ενώπιον των μαρτύρων
Σπυρίδωνος Ασωνίτου, ναυτικού και Σταματίου Μελανίτου, μυλωνά, συντάσσει το
κατωτέρω Ενοικιαστήριον, διά του οποίου ωμολόγησε ο Ιωάννης Ελευθερίου Τζιώτης,
σκυτοτόμος, ότι με βάση δικαστικές πράξεις «των εν Σύρω Πρωτοδικών» διορίσθηκε
επιτροποκηδεμών του Ιωάννου Γ. Τζιώτη, «ανηλίκου τέκνου του αποβιώσαντος
Γεωργίου Τζιώτη», και ενοικιάζει, ως εκ τούτου, στον Αντώνιο Παντελαίο τα
κτήματα που άφησε ο μακαρίτης στον ανήλικο γιό του, για επτά χρόνια
(1861-1868), αντί 40δρχ. κατ’ έτος. Ακολουθεί η αναγραφή των ακινήτων (χωράφια
και αμπέλια) που βρίσκονατι στον Λογαρά και στο Μερσίνι, εν όλω πέντε.
Τα ανωτέρω γειτονεύουν με το
αμπέλι του εφημέριου του χωριού παπα-Γεωργίου Καραμιτζοπούλου και με ψαρόγα του
Ιωάννου Μιχ. Τζαντουλή και Δημητρίου Βελιώτη.
Στο τέλος του κειμένου
μνημονεύεται ότι «το ποσόν της ενοικιάσεως οφείλει ο ενοικιαστής να πληρώνει
ετησίως, παρελθούση δε της προθεσμίας υπόκειται εις τόκον υπερημερίας» ανά 12%
κατ’ έτος. Η υπερημερία είναι η παρέλευσις ταχθείσης προθεσμίας: η μη εμπρόθεσμος
εκπλήρωσις υποχρεώσεως τινος». ΠΑΡΙΑΝΑ 159.
–Βέλκος: Καταγωγή από τη Ρούμελη. Κάτοικος Νάουσας.
–1821. Οι υπογεγραμμένοι στρατιώτες υπόσχονται να ακολουθήσουν τον Φιλικό
Παναγιώτη Δ. Δημητρακόπουλο και να απέλθωσιν εις Πελοπόννησο για να ενωθούν υπό
τις οδηγίες του εκ λαμπρότατου Πρίγκηπος Δημήτριο Υψηλάντη ελληνικών
στρατευμάτων. Εις βεβαίωση υπογράφονται Νάουσα Πάρου τη 20 Αυγούστου 1821,
Βασίλειος Βέλκος Ρουμελιώτης.
–Βενέρης: Βλέπε Βενιέρης
–Βενιέρης ή Βενέρης Venier: Το επώνυμο Βενιέρης ή Βενέρης (Venier) αποτελεί ένα από τα
παλαιότερα και ιστορικότερα επώνυμα που συνδέονται με την Πάρο. Η καταγωγή του
ανάγεται στη μεγάλη βενετική οικογένεια των Venier, όνομα που προέρχεται
από το λατινικό Venere (Αφροδίτη).
Η οικογένεια των Βενιέρηδων
απέκτησε ιδιαίτερη δύναμη στον χώρο του Αιγαίου. Από τον 14ο αιώνα συνδέθηκε με
τα Κύθηρα, ενώ στις αρχές του 16ου αιώνα η ιστορία της συναντά την ιστορία της
Πάρου, όταν μετά τον θάνατο του τελευταίου άρχοντα της οικογένειας Σομμαρίπα, η
Βενετία αναγνώρισε ως κληρονόμο τη Φλωρεντία Σομμαρίπα, σύζυγο του Ιωάννη
Φραγκίσκου Βενιέρη.
Έτσι, το 1520, ξεκινά η
σύντομη αλλά σημαντική περίοδος της δυναστείας των Βενιέρηδων στην Πάρο, με τον
γιο τους Νικόλο Β΄ Βενιέρη (Nicolo B’ Venier), ο οποίος κυβέρνησε το
νησί έως τον θάνατό του το 1531.
Το 1531 η εξουσία πέρασε στην
αδελφή του Καικιλία Βενιέρη, σύζυγο του Βερνάρδου Σαγκρέδου. Οι δύο
αυτοί τελευταίοι Βενετοί ηγεμόνες της Πάρου έμειναν στην ιστορία για την ηρωική
άμυνα του Κάστρου του Κεφάλου απέναντι στον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα.
Η άλωση του Κάστρου το 1537
σηματοδότησε το τέλος της ενετικής κυριαρχίας στην Πάρο. Σύμφωνα με την
παράδοση, η Καικιλία Βενιέρη οδηγήθηκε αιχμάλωτη στην Κωνσταντινούπολη, όπου
αργότερα έγινε σύζυγος του σουλτάνου Σελίμ Β΄ και γνωστή ως Νουρμπανού
Σουλτάνα («γυναίκα του φωτός»). Η καταγωγή της από την Πάρο συνδέθηκε με
την ευνοϊκή μεταχείριση που έδειξε ο γιος της, σουλτάνος Μουράτ Γ΄, προς τους
κατοίκους των νησιών.
Τα ίχνη των Βενιέρηδων στην
Πάρο
Η παρουσία του ονόματος
Βενιέρης δεν σταματά με το τέλος της Φραγκοκρατίας. Αντίθετα, συνεχίζεται μέσα
από έγγραφα, εκκλησιαστικές επιγραφές και κοινοτικά αρχεία.
Ένα σημαντικό εύρημα είναι το οικόσημο
της οικογένειας Βενιέρη που εντοπίστηκε στη Νάουσα, σε παλαιό κτήριο της
περιοχής του Μπούργου. Το σημείο αυτό βρίσκεται στο παλαιό εξωτερικό τμήμα της
μεσαιωνικής Νάουσας, όπου σώζονται ακόμη τμήματα παλαιών οχυρών κατασκευών.
Το εύρημα αυτό μαρτυρεί ότι
κατά τον 16ο αιώνα υπήρχε παρουσία της οικογένειας στη Νάουσα, είτε ως κατοικία
κάποιου μέλους της είτε σε κτήριο διοικητικού χαρακτήρα.
Παράλληλα, στην περιοχή της
Παροικιάς σώζεται μέχρι σήμερα το ξωκλήσι της Δευτέρας Παρουσίας, που
ανήκε στην οικογένεια Βενιέρη από τον 17ο αιώνα. Στο ανώφλι του παραθύρου
υπάρχει η επιγραφή:
«1627 Ν(ι)Κ(ό)Λ(αος)
ΒΕΝΕΡΗΣ»
η οποία αποτελεί ένα από τα
παλαιότερα υλικά τεκμήρια της οικογένειας στην Πάρο.
Οι Βενιέρηδες στην κοινωνία
της Πάρου
Από τον 17ο και κυρίως τον 18ο
αιώνα, οι Βενιέρηδες εμφανίζονται συχνά στα κοινοτικά έγγραφα της Παροικιάς και
της Νάουσας.
Στα αρχεία συναντούμε:
·
τον Αναγνώστη Βενιέρη το 1675 σε επιστολή
Ναουσαίων προς τον Γάλλο πρεσβευτή,
·
τον ιερέα Πέτρο Βενιέρη το 1688,
·
τον Νικήτα Βενιέρη σε κτηματικές πράξεις
στις αρχές του 18ου αιώνα,
·
τον χωροεπίσκοπο Βενιέρη, ο οποίος
εμφανίζεται επανειλημμένα στα πρακτικά του κοινού της Παροικιάς από το 1723 έως
και τη δεκαετία του 1740,
·
τον παπά Αντώνιο Βενιέρη, ο οποίος
συμμετέχει σε κοινοτικές και εκκλησιαστικές πράξεις.
Η παρουσία τους στα κοινά της
Παροικιάς δείχνει ότι η οικογένεια είχε σημαντική κοινωνική θέση, με μέλη της
να συμμετέχουν στη διοίκηση, στην εκκλησιαστική ζωή και στις αποφάσεις της
τοπικής κοινότητας.
Από τον 19ο αιώνα στη
νεότερη ιστορία της Πάρου
Κατά τον 19ο αιώνα εμφανίζεται
ένας νέος σημαντικός κλάδος της οικογένειας, με γενάρχη τον ιατρό Λεωνίδα Γ.
Βενιέρη (1834-1906), ο οποίος καταγόταν από τη Φολέγανδρο.
Ο Λεωνίδας Βενιέρης
εγκαταστάθηκε στην Πάρο μετά από πρόσκληση του Δήμου και υπηρέτησε ως δημοτικός
ιατρός Πάρου και Αντιπάρου. Παντρεύτηκε την Ολυμπία Αντωνίου Χαμάρτου,
κόρη του Παρίου δημάρχου Αντωνίου Χαμάρτου.
Το σπίτι στο Σαρακίνικο,
γνωστό ως «Casa Rossa», συνδέεται με αυτή την οικογένεια, καθώς
αποτέλεσε μέρος της προίκας που δόθηκε στον γιατρό Λεωνίδα Βενιέρη.
Από τον γάμο τους γεννήθηκαν
παιδιά που διακρίθηκαν στην κοινωνική και πολιτική ζωή:
·
Γεώργιος Λ. Βενιέρης (1866-1928), ιατρός
και βουλευτής Παροναξίας.
·
Μαρία Βενιέρη, σύζυγος Ανδρέα Βαρούχα.
·
Αριστόδημος Βενιέρης (1874-1941), ιατρός
Ρόδου.
·
Ελευθέριος Βενιέρης (1872-1952),
ειρηνοδίκης.
·
Λεωνίδας Βενιέρης (1908-1993), ο οποίος
έφτασε στον βαθμό του Αρεοπαγίτη.
Η οικογένεια συμμετείχε ενεργά
στη δημόσια ζωή της Πάρου. Στις δημοτικές εκλογές του 1903, μεταξύ των
δημοτικών συμβούλων του Δήμου Πάρου αναφέρεται και ο Λεωνίδας Βενιέρης,
ενώ μέλη της οικογένειας υπηρέτησαν την τοπική κοινωνία ως γιατροί, δικαστικοί,
πολιτικοί και επιστήμονες.
Μια οικογένεια με δύο
ιστορικές διαδρομές
Η ιστορία των Βενιέρηδων στην
Πάρο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς συνδέει δύο διαφορετικές εποχές:
Τους Βενιέρηδες της
Φραγκοκρατίας, που βρέθηκαν στην κορυφή της πολιτικής εξουσίας του νησιού
ως δούκες της Πάρου, και τους νεότερους Βενιέρηδες, οι οποίοι μέσα από
την επιστήμη, τη διοίκηση και την κοινωνική προσφορά συνέχισαν να αποτελούν
μέρος της ιστορίας της παριανής κοινωνίας.
Τα οικόσημα, οι επιγραφές, τα
εκκλησιαστικά μνημεία και τα αρχεία των κοινοτήτων αποτελούν σήμερα πολύτιμες
μαρτυρίες μιας οικογένειας που άφησε το αποτύπωμά της στην ιστορία της Πάρου
για περισσότερους από πέντε αιώνες.
–1518. Πεθαίνει
το 1518 χωρίς απόγονο ο τελευταίος της δυναστείας των Σομμαρίπα. Η Βενετία
αποφασίζει να τον διαδεχτεί η αδερφή του Fiorenza, παντρεμένη με τον Giovanni Francesco Venier. Έτσι με το γιός τους αρχίζει μια νέα δυναστεία των
Βενιέρηδων στην Πάρο το 1520.
–1520. Το 1520 ξεκινάει η Δυναστεία Βενιέρη στην Πάρο. Τζιοβάνι Βενιέρη Nicolo B’ Venier έως το θάνατό του το 1531.
–1520. Oι Βενιέρηδες κράτησαν το Δουκάτο της Πάρου έντεκα χρόνια, δηλαδή
από το 1520 ως το 1531. Το 1520, όταν ο τελευταίος πέθανε άκληρος Σομμαρίπα, η
Βενετία, προστάτης του νησιού, ανέγνωσε για νόμιμο κληρονόμο του την Φλωρεντία
Σομμαρίπα, γυναίκα του άρχοντα των Κυθήρων Βενιέρι. Η Φλωρεντία, κατά το έθιμο
της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, σαν αδελφή του Σομμαρίπα, ήταν και η νόμιμη
κληρονόμος του νησιού. Έτσι η Πάρος πέρασε στους Βενιέριδες.
–1531. Το 1531 η Βενετία αναγνωρίζει ως κληρονόμο της Πάρου την Καικκιλία
Βενιέρι, γυναίκα του Βενετσιάνου Μπενάρντο Σαγκρέντο, που ο ηρωισμός του στην
άμυνα του νησιού εναντίον των Τούρκων είναι μια από τις τελευταίες σελίδες της
Φραγκοκρατίας του Αιγαίου.
–1535. Η Καικιλία (αδερφή του Νικολό Β’ Βενιέρη) και ο Βερνάρδος Σαγκρέδος,
τελευταίοι Βενετοί ηγεμόνες της Πάρου και υπερασπιστές του κάστρου του Κεφάλου,
όπου γράφτηκε η τελευταία ηρωική σελίδα της Ενετοκρατίας στην Πάρο το 1537.
–1537. Το 1537, το νησί ανήκε στη Σερίλια Βενιέρ, που είχε παντρευτεί τον
Μπερνάρ Σαγκρέντο.
–1537 Η άλωση του κεφάλου από τον Χαϊμεντήν Μπαρμπαρόσα. Μαζί και η
Καικιλία Βενιέρη, η γυναίκα του ευπατρίδη Σαγρέρου, που σύμφωνα με την
παράδοση, γκρεμίστηκε από το Κάστρο.
–1566. Καταλύεται το Δουκάτο του Αιγαίου επί Σελήν Β’ (1566-1574) σύζυγος
της Καικιλίας Βενιέρη, κόρη του βενετού ηγεμόνα Nicolo B’ Venier, και ανιψιάς της συνονόματης της Καικιλίας Βενιέρη, συζύγου του Βερνάρδου
Σαγρέδου.
–1580. Το 1580 ο Μουράτ Γ’ έδωσε αρκετά προνόμια στους νησιώτες. Σ’ αυτό
συνετέλεσε και στο ότι η μητέρα του Μουρλατ ήταν παριανή. Ως σκλάβα είχε
μεταφερθεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου εκεί έγινε γυναίκα του Σελίμ Β’ και ως
σουλτάνα είχε ενδιαφερθεί για την τύχη των συμπολιτών της. Καλούνταν Καικιλία
Βενιέρη ή Νούρ Μπανού (γυναίκα του φωτός).
–1602. Έγγραφο
Παροικιάς, 22 Ιουλίου 1602 «+διάκονος Βενιέρης μαρτυρώ τα άνοθεν».
–1627. Στην οικογένεια Βενιέρη ανήκε από τον 17ο αιώνα το ξωκλήσι της
Δευτέρας Παρουσίας που υπάρχει μέχρι σήμερα στην απέναντι ακτή του κόλπου της
Παροικιάς, τοποθεσία Πέρα Μεριά. Στο ανώφλιο του πλαγίου παραθύρου η επιγραφή
«1627 Ν(ι)Κ(ό)Λ(αος) ΒΕΝΕΡΗΣ» (Ορλάνδος, ΑΒΜΕ Θ’ 1961).
–1675. 15 Μαΐου 1675. Σε επιστολή
Ναουσαίων προς τον πρεσβευτή των Γάλλων, αιτώντας Καπουκίνους πατέρες υπογράφει ο Ανεγνώστης Βενιέρης.
–1688. Ο ιερέας Πέτρος
Βενιέρης συντάσσει πωλητήριο Καστελλίου Παροικιάς, 13 Δεκεμβρίου 1688.
–1710. Χωράφι στις Σωτήρες
σύμπλιος Νικόλας Βενιέρης και χωράφι στα Θολά σύμπλιος Ιωάννης Κωνσταντίνου
Βενιέρης.
–1716. Σε κληρονομικό δικαίωμα
των συζύγων αναφέρεται στις 24 Ιανουαρίου 1716 ο μάρτυρας Νικήτας Βενιέρης.
–1718. Χωράφι στα Λειβάδια
σύμπλιος Νικόλας Βενιέρης.
–1723. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 30
Ιανουαρίου 1723 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης.
–1724. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 13
Δεκεμβρίου 1724 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο χωροεπίσκοπος Παροικιάς
Βενιέρης.
–1725 στο βενετικό φρούριο του Αγίου Αντωνίου στα Κεφαλομάρμαρα (Μάρμαρα)
όπου ζούσε και ο Νικόλαος Μαυρογένης, κτηματίας της περιοχής είναι ο πρίγκιπας
Βενιέρι που υπερασπίστηκε με μεγάλη γενναιότητα απέναντι στον Μπαρμπαρόσα,
παραδόθηκε λόγο λιμού.
–1729. Σε κληρονομικό δικαίωμα
των συζύγων αναφέρεται στις 11 Οκτωβρίου 1729 ο Ιωάννης Κώστα Βενιέρης.
–1730. Αμπέλι Λυγαριώτισσα
σύμπλιος Νικήτας Βενιέρης και αμπέλι Καλαμαυχά σύμπλιος Νικήτας Βενιέρης.
–1730. Πρακτικό εκλογής
απεσταλμένου του κοινού της Παροικιάς στην Κωνσταντινούπολης στις 28 Ιανουαρίου
1730 αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης.
–1730. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 12
Νοεμβρίου 1730, αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Παροικιάς Βενιέρης.
–1731. Σε έγγραφο Παροικιάς 11 Φεβρ. 1731 «έτερον χωράφι στο Κρωτήρι, έχει
μέσα την εκκλησίαν Αγίους Αναργύρους, σύμπλιος ευλαβέστατος παπά-Αντώνης
Νικήτας Βενιέρης...».
–1731. Σε δημόσιο πλειστηριασμό του κοινού της Παροικιάς, σε πρακτικό
Γενικής Συνέλευσης της 1 Μαρτίου 1731 μαρτυρείται ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης.
–1731. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 6
Δεκεμβρίου 1731, αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης.
–1732. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4
Ιανουαρίου 1732, αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης.
–1733. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4
Ιανουαρίου 1733, αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης και ο παπά Αντώνης
Βενιέρης.
–1733. Σε δημόσιο πλειστηριασμό
του κοινού Παροικιάς στις 20 Ιουνίου 1733, αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης.
–1733. Σε έγγραφο Παροικιάς
για μαρτυρία του θανάτου του Δοτόρε Κοντίλλη Κ. Γεωργίου αναφέρεται στις 25
Οκτωβρίου 1733 ο Χωροεπίσκοπος Βενιέρης.
–1733. Πρακτικό εκλογής
απεσταλμένων του κοινού της Νάουσας στην Κωνσταντινούπολη στις 26 Οκτωβρίου
1733 αναφέρεται ο σακελλίου Βενιέρης
–1734. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 18
Ιανουαρίου 1734, αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης.
–1734. Στις 24 Φεβρουαρίου 1734,
οι προεστοί και επίτροποι του κοινού Παροικιάς Πάρου, με συστατικό γράμμα
βεβαιώνουν ότι ο κάτοικος του νησιού τους, γαλλικής καταγωγής, Γιόζε Ντάλες,
δια της βίας και παρά τη θέλησή του συνεργάστηκε με ξένους πειρατές, ένας εκ
αυτών είναι ο παπά Αντώνης Βενιέρης.
–1734. Ο ιδιοκτησία του
ιερέως, σκευοφύλακος Ντε Φεράρη. Στο προικοσύμφωνο Παροικιάς 8 Ιουλίου 1734
αναφέρεται ο χοροπίσκοπος Βενιέρης.
–1734. Ο ιδιοκτησία του
ιερέως, σκευοφύλακος Ντε Φεράρη. Στο προικοσύμφωνο Παροικιάς 8 Ιουλίου 1734
αναφέρεται ο Χουσάκης με ένα αμπέλι εις το Χοριδάκι σιμπλίος Νικολός Ντουλουφής
ένα χωράφι εις του Θολα σιμπλιος Ιωάννη Βενιέρη.
–1734. Απόφαση του κοινού της
Παροικιάς για επαναπατρισμό συμπατριωτών τους (λόγω της βαριάς φορολογίας από
τους Τούρκους, με το οποίο τους καλούσε να επιστρέψουν στο νησί τους, δίνοντας
την υπόσχεση για μείωση των φόρων τους) στις 16 Σεπτεμβρίου 1734, υπογράφει ο
χωροεπίσκοπος Βενιέρης.
–1736. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 22
Ιανουαρίου 1736, αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης.
–1736. Πρόσκληση
επαναπατρισμού κατοίκων Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση του κοινού Παροικιάς,
της 24 Φεβρουαρίου 1736, υπογράφει και ο χωροεπίσκοπος επίτροπος Βενιέρης.
–1737. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς την 1η
Μαρτίου 1737 αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης και ο παπά Αντώνιος Βενιέρης.
–1737. Στις 21 Αυγούστου 1737 «αλλαξιά παπά Νικολάου Δαμασκηνού με τον
Ιωάννη Βενιέρη και αμπέλι και χωράφι».
–1738. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς τον Μάρτιο του
1738 αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης.
–1739. Πρακτικό εκλογής
κοινοτικών επιστατών του ναού της Εκατονταπυλιανής σε Γενική Συνέλευση του
κοινού της Παροικιάς στις 10 Μαρτίου 1739 αναγράφεται ο παπα Αντώνης Βενιέρης.
–1739. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 14 Απριλίου
του 1739 αναφέρεται ο χωρεπίσκοπος Βενιέρης αλλά και ο παπά Αντώνιος Βενιέρης.
–1739. Πρόσκληση επιστροφής
προς τους ξενιτεμένους Παρίους στις 30 Αυγούστου 1739, υπογράφεται και από τον
χωροεπίσκοπο Βενιέρη και ο παπά Αντώνης
Βενιέρης
–1740. Σε δημόσιο
πλειστηριασμό του κοινού Παροικιάς στις 12 Απριλίου 1740, αναφέρεται ο
χωροεπίσκοπος Παροικιάς Βενιέρης.
–1741. Για την εκλογή
απεσταλμένων στην Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Παροικιάς στη Γενική
συνέλευση το 1741 αναφέρεται ο χωροπίσκοπος Βενιέρης.
–1741. Εκλογή προβλεπτών
υγειονομικών μέτρων από το κοινό Παροικιάς Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της
2 Μαΐου 1741, υπογράφει και ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης και ο παπά Αντώνης
Βενιέρης.
–1741. Τα κοινά της Πάρου,
κατά τη Γενική Συνέλευση, της 20 Ιουλίου 1741, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα
υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους άρχοντα Νικόλαου Μαυρογένη, εναντίων των
συκοφαντών κατοίκων της Νάξου, οι οποίοι τον κατηγορούν για συνεργασία με τους
πειρατές, υπογράφει και ο χωροεπίσκολος Βενιέρης.
–1741. Κατά τη Γενική
Συνέλευση, της 18 Νοεμβρίου 1741, οι προεστοί και κοινοτικοί εκπρόσωποι της
Παροικιάς Πάρου, αποφάσισαν να συλλάβουν, να φυλακίσουν και τέλος να εκτοπίσουν
από το νησί τους τον συντοπίτη τους Ιωάννης Βασιλάκης, λόγω του σκανδαλώδους
τρόπου της ζωής του και άλλων ανάρμοστων πράξεων. Υπογράφει ο χωροεπίσκοπος
Βενιέρης.
–1742. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 1η Μαρτίου
του 1742 αναφέρεται ο επίτροπος για ένα χρόνο ο χωρεπίσκοπος Βενιέρης.
–1747. Στη διαθήκη του
σακελίου Βιτζαρά ιερέως Κωνσταντίου στις 30 Μαρτίου 1747 αναφέρεται ο αφέντης
παπακυρ Αντώνης Βενιέρης.
–1750. Σε Πρακτικό εκλογής
απεσταλμένου των επτά κοινών της Πάρου (Παροικιάς, Νάουσας, Κεφάλου, Τζιπίδου,
Λευκών, Μαρμάρων, Δραγουλάς) στην Κωνσταντινούπολη της 23 Αυγούστου 1750, μαρτυρείται ο ιερέας Παροικιάς Αντώνης
Βενιέρης και ο σακελλίου Νάουσας Βενιέρης.
–1752. Σε εκλογή απεσταλμένου
στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Παροικιάς σε Γενική Συνέλευση στις 6
Σεπτεμβρίου 1752 μαρτυρείται ο
παπά Αντώνης Βενιέρης.
–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου
στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου
1755 μαρτυρείται ο κάτοικος
Δραγουλά Ιωάννης Βενιέρης.
–1813. Τον Ιούνιο του 1813
υπογράφει ο πρωτοπαπάς Νικήταε Βενιέρης το αβαντάριο της Ευαγγελίστριας.
–1816. Στις 30
Σεπτεμβρίου 1816 υπογράφει έγγραφο στην Παροικιά ο πρωτόπαπας Βενιέρης
Παροικιάς Βενιέρης.
–1818. Ο πρωτοπαπάς Νικήτας
Βενιέρης αναφέρεται σε βεβαιωτικό έγγραφο περιουσίας της Ευαγγελίστριας , Παροικιά,
31 Μαρτίου 1818.
–1820. Στις 1
Απριλίου του 1820 αναφέρεται ο πρωτοπαπάς Παροικιάς Βενιέρης.
–1821. Εν της Πάρου τη 24 Απριλίου 1821 ο συμπατριώτης σας Παναγιώτης Δ.
Δημητρακόπουλος Κάτωθεν της προκηρύξεως της απευθυνθείσης εις Νάουσα
σημειώνονται τα ονόματα των πρώτων προσελθόντων για να συμμετέχουν εις τον ιερό
υπέρ της ελευθερίας αγώνα: Μανώλης Βενιέρης κ.α.
–1822. Το μεγάλο και επιβλητικό αρχοντικό του Σιόρ Μιχελή Κρίσπη,
Δημογέροντα και πληρεξουσίου, με τα υστεροαναγεννησιακά μαρμάρινα παράθυρα,
δίπλα στην εκκλησία Σεπτεμβριανή, προικοδοτήθηκε στη Σύζυγό του Κατίγκω Ν.
Μάτσα το 1822 από τη Μητέρα της Ραμπελιώ Ν. Μάτσα, γένος Νικολάου Ιωάν.
Δελαγραμμάτη, καθώς και άλλα υποστατικά. Γόνοι του σιόρ Μιχελή Κρίσπη και της
Κατίγκως Μάτσα-Δελαγραμμάτη είναι οι οικογένειες: Γιάννη Βας. Γράβαρη,
Συμβούλου Επικρατείας, Φλωρίτσας Ψαλτάκη-Βλάχου, Νικολάου και Μιχαήλ Κρίσπη,
Ρένας Κρίσπη-Λάζαρη (σημερινή ιδιοκτήτρια), Γιάννη Μαρινάκη, Ειρήνη Ρούσσου, η
οικογένεια Τώλη Δημητρακόπουλου, αντιναυάρχου, Αγνής Δημητρακοπούλου-Βάγια,
Γιάννη Βάγια, καθηγητή Εθν. Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Βασίλη Κατσουρού, Ρενέ
Ζάννου, Ολυμπιάδος Βενιέρη – Αγγελοπούλου κ.α.
–1825. «Προικοσύμφωνο κυρίας Σμαραγδής κόρη ποτέ Μιχαλάκη Βενιέρη»
Παροικιά, 25 Ιανουαρίου 1825. «Την σήμερον ήλθον εις συμβατικόν τρόπον
υπανδείας η κυρία Μάλαμα (βαπτ.) σύζυγος ποτέ Μιχελάκη Βενιέρη μετά του κυρίου
Νικολάου Χαλκιά και η μέν πρώτη δίδει στην κόρη της Σμαραγδή Βενιέρη διά
βοήθειαν της την εικόνα της Δευτέρας Παρουσίας ανημένιαν με τα πορτέλα της
εικόνας του Αγίου Χαραλάμπους, την εικόνα του Μέγα Ταξιάρχη Μιχαήλ» (ΓΑΚ, 215,
108r). Σύμφωνα με τον καθηγητή
Ν.Χ. Αλιπράντη: Ως προς την εικόνα της Δευτέρας Παρουσίας, είναι η πρώτη που
προσφέρεται σε μελλόνυμφο. Ο λόγος είναι ότι στην οικογένεια Βενιέρη ανήκε από
τον 17ο αιώνα το ξωκλήσι της
Δευτέρας Παρουσία που υπάρχει μέχρι σήμερα στην απέναντι ακτή του κόλπου της
Παροικιάς κοντά στα Λιβάδια. Στο ανώφλιο του πλαγίου παραθύρου η επιγραφή «1627
Ν(ι)Κ(ό)Λ(αος) ΒΕΝΕΡΗΣ» (Ορλάνδος, ΑΒΜΕ Θ’ 1961).
–1825. Πωλητήριο έγγραφο Παροικιάς, 22 Φεβρουαρίου 1825 αναφέρεται ο
πρωτόπαπας Νικήτας Βενιέρης καθώς και οι θυγατέρες του Μαρουσάκι, Αναστασία και
Ειρήνη..
–1826. Στη διαθήκη του Νικολάου Γ. Μπιζά (Παροικιά 13 Μαρτίου 1826) «δύω
οσπίτια αγοράν του κατώγια εν τω μαχαλέ Ποταμώ σύμπλιος Ιωάννης Βενιέρης».
–1826. Σε πωλητήριο Παροικιάς, 2 Δεκεμβρίου 1826 φαίνεται η συγγενική σχέση
των οικογενειών Ιορδάνη και Βενιέρη: «… ο κύριος Λαζαράκης ποτέ πρωτόπαπας
Νικήτας Βενιέρης πωλεί προς την θεία του κυρίαν Καλητζάκην σύζυγον Παύλου
Ιορδάνη το αμπέλιον».
–1827. «Προικοσύμφωνο
Γεράσιμου Λεβαντόρου και της συμβίας αυτού Ευδοκίας» Παροικιά, 6 Φεβρουαρίου
1827. «Η Αγγέλικα χήρα Φραντζέσκου Βενιέρη δίδει στην ανιψιά της (από τον
αδερφό της) Ευδοκία 4 εικόνες. (ΓΑΚ, 215, 116).
–1827, Η Μάλαμα (και Μάλαγμα) Μιχ. Βενιέρη στις
5 Οκτωβρίου 1827 συντάσσει τη διαθήκη της. Εκτός από την Σμαράγδα είχε γιό τον
Ιωάννη Ρεΐρ που ήταν κοινός επίτροπος της Παροικιάς (ΓΑΚ, 218, 18ω)
–1830. Διαθήκη του Ιωάννη Μαυρίκη, Παροικιά, 7
Μαρτίου 1830 «αφήνει της θυγατέρας του Διάνης το χωράφι πλησίον ο κ. Ζαννάκης
Στ. Καμπάνης και ο αποθανών πρωτόπαπας Νικήτας Βενιέρης.
–1830. Ο Γεώργιος Ιωάννου
Βενιέρης είχε μεταναστεύσει στα Βαλκάνια το 1830.
–1831. Σε έγγραφο του 1831
αναφέρεται η Ευφροσύνη σύζυγος Ιωάννης Βενιέρης.
–1834. Το 1834 γεννιέται στην
Φολέγανδρο ο ιατρός Πάρου Λεωνίδας Γ. Βενιέρης. Απεβίωσε στην Πάρο το 1906. Σύζυγός του (γάμος 1865) ο Ολυμπία Αντ.
Χαμάρτου (1840). Απέκτησαν τον Γεώργιο Βενιέρη (Φολέγανδρος 1866 - Αθήνα 1927),
την Μαρία Βενιέρη Βαρούχα (Φολέγανδρος 1867 - Πάρος 1946), την Αικατερίνη
Βενιέρη Καρτέση (Φολέγανδρος 1868 -Αθήνα 1957), τον Ελευθέριο Βενιέρη
(Φολέγανδρος 1872-Αθήνα 1952) σύζυγός του η Ελένη Π. Δημητρακοπούλου και ο
Αριστόδημος Βενιέρης (Φολέγανδρος 1874 - Ρόδος 1941) ιατρός, σύζυγός του η Άννα
Θεμ. Ολυμπίου.
ΚΑΖΑ ΡΟΣΣΑ στο Σαρακίνικο. Η
πλάκα στον εξωτερικό τοίχο γράφει ότι ανεγέρθηκε το 1822 από τον Αντώνιο Ελ.
Χαμαρτο. Ο Αντώνιος Ελ. Χαμαρτος ως Δήμαρχος Πάρου κάλεσε τον Λεωνίδα Βενιέρη
που ήταν τότε γιατρός από την Φολέγανδρο να έρθει στο νησί να εκτελέσει χρέη
δημοσίου γιατρού Πάρου και Αντιπάρου. Ο Λεωνίδας Βενιέρης δέχτηκε, μετακόμισε
στην Πάρο και ο Αντώνιος Ελ. Χαμαρτος τον πάντρεψε με μια από τις κόρες του,
την Ολυμπία. Το σπίτι στο Σαρακίνικο ήταν μέρος της προίκας που έδωσε ο
Χαμαρτος στον Βενιέρη.
–1866. Γεννιέται στην
Φολέγανδρο ο ιατρός και βουλευτής ΠαροναξίαςΓεώργιος Βενιέρης του Λεωνίδα και
της Ολυμπιάς Α. Χαμάρτου. Σύζυγός του η Ευθαλπία Ησαΐα (1878). Τέκνα τους ο Ίων
(1904), ο Λεωνίδας (1905), ο Ηλίας (1907) και η Νίκη (1908). Απεβίωσε το 1928.
–1867. Εν Πάρω σήμερον, την
εικοστήν εβδόμην Μαΐου του χιλιοστού οκτακοσιοστού εξηκοσού εβδόμου έτους,
ημέραν Σάββατο προ μεσημβρίας, εν τω ειρηνοδικιακώ καταστήματι Πάρου, ενώπιον
ημών του Ειρηνοδίκου Νικήτα Ν. Βλαβιανού, δημοσία και εκτάκτως συνεδριάζοντος
εν τω ακροτηρίω παρόντος και του Γραμματέως Ιωάννου Ν. Βιτσαρά ενεφανίσθη ο
Λεωνίδας Βενιέρης (από την Φολέγανδρο), ιατρός, κάτοικος του Δήμου Πάρου όστις
ητήσατο να ορκισθή ενώπιον ημών, συμφώνως με την από 23 Μαΐου ε.ε. και υπ’
αριθ. 4141 παραγγελίαν προς ημάς του κυρίου Εισαγγελέως των εν Σύρω Πρωτοδικών,
εκδοθείσαν δυνάμει της υπ’ αριθ. 18 Μαΐου ε.ε. αιτήσεως του αυτού ιατρού και
την από την αυτήνημερομηνίαν και υπ αριθ. 165 ημετέρου προς τον κύριον
Εισαγγελέα εγγράφου, τον οποίον και ωρκίσαμεν εις το Ιερόν Ευαγγέλιον ως εξής:
«Ομνύω, συνειδώς τας επικειμένας εις την ψευδομαρτυρίαν ποινάς, ότι θέλω δίδει
την γνώμην μου και θέλω κάμνει σωστήν έκθεσιν εν συνειδότι και τιμή διά
παραγγελίας ανακριτικών αρχών, ούτως ειη μοι ο Θεός βοηθός και το Ιερόν αυτού
Ευαγγέλιον». Προς τούτο συνετάχθη η παρούσα έκθεσις, ήτις αναγνωσθείσα ευκρινώς
εις επήκοον του ορκισθέντος υπεγράφη υπ’ αυτού, ημών και του Γραμματέως. Ο
ορκισθείς Λ. Βενιέρης, ο Ειρηνοδίκης Ν.Ν. Βλαβιανός, ο Γραμματεύς Ιωαν. Ν.
Βιτσαράς.
–1867. Γεννιέται το 1867 η
Μαρία Βενιέρη του Λεωνίδα και της Ολυμπιάς. Σύζυγός της ο Ανδρέας Βαρούχας
(1858) και τέκνα τους η Ολυμπιάς (1890), η +Ειρήνη (1893), η Ειρήνη (1895)
σύζυγός της ο Πίνδαρος Χριστοδουλόπουλος, ο Πέτρος (1898) και η Έλλη (1900)
σύζ. Ιωάννη Μαρινόπουλου. Απεβίωσε το 1946.
–1868 Γεννιέται το
1868 η Αικατερίνη Βενιέρη του Λεωνίδα και της Ολυμπιάς. Σύζυγός της ο Δημήτριος
Κορτέσης (1860) και τέκνα τους ο Γιάγκος (1896), ο Πλουτώ (1898), η Ολυμπιάς
(1899), ο Λεωνίδας (1900) και η Χαρίκλεια (1902). Απεβίωσε το 1957.
–1872. Ελευθέριος Βενιέρης
(1872-1952). Ειρηνοδίκης, γιός του γενάρχη
των Βενιέριδων της Φολεγάνδρου, ιατρού Λεωνίδα Γ. Βενιέρη (1834-1906)
και της Ολυμπιάς Α. Χαμάρτου (1840). Σύζυγός του η Ελένης Παν. Δημητρακοπούλου
(1879). Τέκνα τους η Ολυμπιάς και ο Λεωνίδας.
Στις 19 Ιουλίου 1903 «Υπό τας
διαπύρους ευχάς Εκ Πάρου 19 Ιουλίου 1903 –γονέων και συγγενών εν οικογενειακώ
κύκλω ετελέσθησαν οι γάμοι του λαμπρού νέου κ. Ελ. Βενιέρη, ειρηνοδίκου, μετά
της ευειδεστάτης και χαριεστάτης Δος Ελένης Π. Δημητρακοπούλου, θυγατρός του
λαοφιλούς συμπολίτου μας κ. Π. Δημητρακόπουλου. Εις το ευ ηρμοσμένον ζεύγος τον
νίον ανθόσπαρτον από καρδίας ευχόμεθα».
–1874. Γεννιέται
το 1874 ο ιατρός Ρόδου Αριστόδημος Βενιέρης του Λεωνίδα και της Ολυμπιάς.
Σύζυγός του η Άννα Ολυμπίου (1885). Τέκνα τους η Ολυμπιάς (σ. Απόστολος
Αγγελόπουλος) και ο Λεωνίδας. Απεβίωσε το 1941.
–1875. ο Δήμαρχος Πάρου, Προς
τον ιατρόν Κον Λεωνίδαν Βενιέρην. Σας διορίζομεν δημοτικόν ιατρόν του οποίου
προϊστάμεθα Δήμου και σας παρακαλούμεν να δεχθήτε την υπηρεσίαν ταύτην από την
σήμερον, με την υποχρέωσιν του να επισκέπτησθε δωρεάν άπαντας κατοικοδημότας
της τε Πρωτευούσης και του χωρίου Ωλιάρου, ως και την Μονήν των Καλογραιών. Η
δε μισθοδοσία υμών θέλει πληρώνεσθαι κατά μήνα παρά του Δημοτικού Εισπράκτορος
επί τη βάσει του παρά της Β. Νομαρχίας εγκριθέντος ποσού εν τω Δημοτικώ
Προϋπολογισμώ ε.ε., όμως είσετι δεν περιήλθεν εις την υπηρεσίαν μας
επιφυλασσόμεθα δε να συντάξωμεν το σχετικόν (;) συμβόλαιον άμα τη λήψει του
προϋπολογισμού.
Εν Πάρω την 1ην
Ιανουαρίου 1875. Ο Δήμαρχος Σ.Γ. Μαύρος.
–1875. Προς τον Κύριον Δήμαρχο
Πάρου. Πληροφορηθείς ότι, την εξ εκανόν πεντήκοντα δραχμών μηνιαίας
αντιμισθίαν, ήν το δημοτικόν συμβούλιον ώρισε διά τον δημοϊατρόν, εμείωσεν ο
Κύριος Νομάρχης κατά εικοσιπέντε δραχμάς και επειδή την ποσότητα ταύτην (των
125 δρχ.) θεωρώ λίαν ομικράν και ανεπαρκή προς συντήρησιν μου, διά ταύτα
παρακαλώ υμάς όπως με απαλλάξητε του βάρους της του δημοϊατρού υπηρεσίας, ήν
κατά την πρώτην του αρξαμένου έτους, ημέραν, του 1875, μοί αναθέσατε,
ευρίσκοντες άλλον δυνάμενον προς το συμφέρον του Δήμου και αμισθί, ει δυνατόν,
να υπηρετήση.
Εγώ και την
εκατονπεντηκοντάδραχμον μηνιαίαν αμισθίαν εθεώρουν ελαχίστη και ανεπαρκή προς
συντήρησιν του εν γένει επιστήμονος ιατρού και προσέτι αναξιοπρεπή. Εδέχθην
όμως και υπηρέτου με ποσότητα τοιαύτην γνωρίζων ότι οι μέν πόροι του Δήμου δεν
επέτρεπον προσφορά ποσότητος μεγαλυτέρας, αποβλέπων δε μόνον εις τας αγαθάς
υπέρ του Δήμου, ού προΐστασθε, διαθέσεις σας προς άς ηθέλησα το κατά δύναμιν να
συντελέσω.
Δεν σας διαφεύγει, Κύριε
Δήμαρχε, πόσον φορτική και οχληρά είναι η του δημοϊατρού εν Πάρω υπηρεσία και
κινδυνώδης συνάμα, καθόσον, ως γνωρίζετε, προς τους την Παροικίας κατοίκους
προστίθενται και οι της Ωλιάρου, ούς οφείλει να επισκέπτηται ο ιατρός οπόσους
ήθελον λάβει ανάγκην ή εν καιρώ τρικυμίας, ή νυκτός ή χειμώνος και βροχής και
άλλων οποίων ενοχλήσεων.
Εάν όμως ως ο Κύριος Νομάρχης
εν τη επί του προϋπολογισμού του αρξαμένου έτους αποφάσει του υπαινίσσεατι,
είναι δυνατόν, άλλος τις αλιγώτερον να υπηρετήση, τούτο και εις εμέ είναι
ευχάριστον λίαν.
Εν Πάρω τη 12 Φεβρουαρίου 1875
Ευπειθέστατος ο μέχρι τούδε δημοϊατρός Λ. Βενιέρης.
–1875. Βασίλειον της Ελλάδος.
Ο Δήμαρχος Πάρου Προς τον Δημοϊατρόν Κον Λ. Βενιέρην.
Λαβόντες την υπό σημερινήν
ημερομηνίαν αναφοράν σας και αναγνόντες αυτήν, παρετηρήσαμεν μετά λύπης την εν
αυτή αναφερομένην παραίτησίν σας αν και αναγνωρίζωμεν τους δικαίους λόγους τους
ωθήσαντας υμάς εις τους διορισμένους όρους να διαμείνητε ως δημοϊατρός, κατόπιν
το Δ. Συμβούλιον εφεσίβαλεν την Νομαρχιακήν απόφασιν ενώπιον του Σ. Υπουργείου.
Ελπίζομεν δε ότι και ο Κος Νομάρχης και εν ανάγκη το Σ. Υουργείον θέλουσιν
αναγνωρίσει τα δίκαιά σας και διορθώσει το κακόν, παρατηρούντες υμίν πάντοντε,
ότι η αντιμισθία υμών έσται η εν τω προϋπολογισμώ κανονισθησομένη αν δε
τουναντίον, τότε είσθε ελεύθερος να πράξητε όπως βούλεσθε.
Εν Πάρω την 12 Φεβρουαρίου
1875 ο Δήμαρχος Σ.Γ. Μαύρος.
–1875. Βασίλειον της Ελλάδος.
Ο Δήμαρχος Πάρου Προς τον Δημοϊατρόν Κον Λ. Βενιέρην.
Κοινοποιούμεν υμίν παραπόδας
της παρουσης την υπ’ αριθ. 4686 περίληψιν περί ακριβούς τηρήσεως του περί
Νεκροταφείων και ενταφιασμού των νεκρών Β. Διατάγματος, προς γνώσιν και
συμμόρφωσιν σας. Εν Πάρω την 22 Μαρτίου 1875 Ο Δημαρχών Α’ Πάρεδρος Ν.Σ. Δελαγραμμάτης.
Βασίλειον της Ελλάδος Το
υπουργείον των Εσωτερικών. Προς τους Νομάρχας του Κράτους και την Διεύθυνσιν
της Αστυνομίας Αθηνών και Πειραιώς.
Πολλάκις συνέβη πολλαχού να
ενταφιάζωνται ως πράγματι νεκροί άνθρωποι ζώντες έτι, εν καταστάσει όμως
νεκροφανείας, εξ ής η επιστήμη δύναται να επαναφέρη τον πάσχοντα είς την ζωήν,
μήπως εκλιπούσαν. Οφείλοντες να προνοήσωμεν ίνα προλαμβάνονται τοιαύτα άδικα
θύματα ή των προλήψεων ή της ακηδείας και αβελτηρίας των επισπευδίντων τον
ενταφιασμόν των εκ νεκροφανείας ή και πράγματι τελευτώντων, ελκύομεν την
προσοχήν υμών εις τας διατάξεις των υπ’ αριθ. 9 ή 10 του από 28 Μαρτίου 1834 Β.
Διατάγματος περί νεκροταφείων και ενταφιασμού των νεκρών, καθ’ άς επ’ ουδενί
λόγω επιτρέπεται ο ενταφιασμός των νεκρών πρίν ή το πτώμα επιθεωρηθή υπό του
αρμοδίου νεκρόπτου και βεβαιωθή ο θάνατος πραγματικός ων, και πριν ή παρέλθωσιν
επί τούτω κατά μέν τους χειμερινούς μήνας ώραι 48, κατά (δε) τους θερινούς 36
ώραι, πλην όταν ο θάνατος προέρχεται εκ λοιμώδους τινός νόσου ή αναφαινομένη ταχυτέρα
σήψις του πτώματος απαιτεί να επιταχυνθή ο ενταφιασμός.
Δεν αμφιβάλλομεν δε, ότι εκ
της ταύτης, ήν δίδομεν υμίν, θέλετε οδηγηθή εις το να επεμείνητε την προσοχήν
απάντων των υφ’ υμάς αστυνομικών οργάνων, ώστε να εκτελώνται κατά γράμμα αι επί
του προκειμένου διατάξεις μετά της προσηκούσης προνοίας, ώστε να μη συμβή ποτέ
το μέγιστον άτοπον ή αδίκημα, ίνα ενταφιάζωνατι ως νεκροί άνθρωποι ζώντες έτι.
Εν Αθήνα την 12 Φεβρουαρίου 1875 ο Υπουργός Δ.Γ. Βούλγαρης.
–1885. Προς τον Ιατρόν Κύριον
Λεωνίδαν Βενιέρην. Διορίζομεν υμάς Δημοτικόν ιατρόν του ού προΐστασθε Δήμου επί
μηνιαίω μισθώ δραχμών εκατόν δέκα τριών (113) εκ του Δημοτικού ταμείου Πάρου
υπό τας εξής υποχρεώσεις: Οφείλετε να επισκέπτησθε αμισθί άπαντας εν γένει τους
πάσχοντας κατοικοδημότας του Δήμου Πάρου του τμήματος Παροικίας και Ωλιάρου ως
και τας Καλογραιάς του μονυδρίου του Χριστού κατά θέσιν Δάσους άνευ ουδεμιάς
εγχειρίσεις επί των ασθενών τούτων, λαμβάνοντες μόνον παρά των ασθενών την
αξίαν των προς αυτούς χορηγουμένων παρ υμών φαρμάκων συμφώνως προς την Β.
Διατίμησιν το δε έξοδον (αγώγιον και ναύλον) των εις Ωλίαρον μεταβάσεως σας διά
τους κατοικούντας εκεί. Οφείλετε προς τούτοις να εκτελήτε άνευ ουδεμιάς ετέρας
αμοιβής τα χρέη αστυνομικού ιατρού οπόταν ανάγκην προς τούτο παρουσιάζεται και
προσκαλείσθε παρά της Δημοτικής αρχής. Γνωστοποιούντες τούτο υμίν ακράδαντον
έχομεν πεποίθησιν ότι θέλετε εκτελεί μετά ζήλου και προθυμίας ην αναθέτομεν
σπουδαίαν και φιλάνθρωπον υπηρεσίαν και ότι προσκαλούμενος θέλετε παρέχει την
συνδρομήν υμών εν πάση ώρα.
Πάρος την 20 Αυγούστου 1885 ο
Δήμαρχος Κ.Ν. Κονδύλης
–1902. Ο Ανδρέας Βαρούχας από την Φολέγανδρο, κτηματίας, είχε νυμφευθεί τη Μαρία
Λεων. Βενιέρη, Φολεγάνδρια, κόρη του γιατρού Λεωνίδα Γ. Βενιέρη, γενάρχη των
Βενιέρηδων της Πάρου, κατά τον 20ο αιώνα. Τον Ιανουάριου του 1902
απεβίωσε ο 4χρονος γιός τους Πέτρος.
–1903. Στα 1903 έχουμε τις
εκλογές για την ανάδειξη Δημάρχων, Δημαρχικών παρέδρων και Δημοτικών Συμβούλων.
Για την υποψηφιότητα ως
Δημαρχιακού Παρέδρου στην Παροικιά, η εφημερίδα «Αιγαίον» γράφει στις 30
Αυγούστου 1903: Δημαρχικοί άρεδροι
εξελέγησαν στην Παροικιά ο Νικηφόρος Κυπραίος, ο Αλέξανδρος Μαυρογένης και ο
Ανδρέας Γ. Παπακωνσταντίνου και Δημοτικοί Σύμβουλοι του Δήμου Πάρου (Παροικιάς)
οι: Κων. Ν. Κονδύλης, Στυλ. Ξ. Καμπάνης, Δ. Μαύρος, Δ. Αργυρόπουλος, Ανδρ.
Ψαράκης, Ανδρ. Βαρούχας, Νικ. Βάλληνδρας, Ιωάν. Δ. Βιάζης, Ιωάν. Νικηφόρος,
Δημήτρης Πρωτόδικος, Λεων. Βενιέρης, Στ. Μαύρος.
–1904 Γεννιέται ο Ίων Βενιέρης
του Γεωργίου (1866) και της Ευθαλπίας. Σύζυγός του η Φλώρια και τέκνο τους ο
Γεώργιος.
–1905. Το 1905 γεννιέται ο Λεωνίδας Βενιέρης
του Γεωργίου (1866) και της Ευθαλπίας Ησαΐα. Χημικός. Σύζυγός του η Μαρία
Δεληγιώργη. Απέκτησε μία κόρη την Θάλεια. Απεβίωσε το 1987.
–1905. Το 1885 γεννιέται η Άννα Ολυμπίου του Θεμιστοκλή (1848-1927),
σύζυγός της ο Αριστόδημος Βενιέρης. Απέκτησαν δύο παιδιά. Απεβίωσε το 1961.
–1906. Ο Λεωνίδας Γ. Βενιέρης ιατρός έχει
καταγωγή από την Φολέγανδρο. Παντρεύτηκε την κόρη του Παρίου Δημάρχου Αντώνιου
Χαμάρτου. Πέθανε στο εξοχικό του στην περιοχή Σαρακίνικο τον Οκτώβριο του 1906.
–1907. Το 1907 γεννιέται ο Ηλίας Βενιέρης του
Γεωργίου (1866) και της Ευθαλίας Ησαΐα. Απεβίωσε το 1987.
–1908. Γεννιέται το 1908 η
Νίκη Βενιέρη του Γεωργίου (1866) και της Ευθαλπίας. Σύζυγός της ο Ορέστης
Φυντικάκης και τέκνα τους ο Νίκος και η Ελβίνα.
–1908. Γεννιέται το 1908 στην Παροικιά ο
Λεωνίδας Βενιέρης. Γόνος της εξέχουσας οικογένειας του ιατρού Λεωνίδα Βενιέρη.
Γονείς του ο εισαγγελέας Ελευθέριος Βενιέρης και η Ελένη Παν. Δημητρακοπούλου.
Είχε υπηρετήσει ως δικαστικός στην Μακεδονία. Το 1929 πήρε το πτυχίο της
Νομικής Σχολής και δικηγόρησε για λίγο διάστημα (1930-1939). Ακολούθως εισήλθε
στον δικαστικό κλάδο. Υπηρέτησε στις Σέρρες, στη Θεσσαλονίκη, στην Κέρκυρα,
στην Αθήνα κ.α. ως πρωτοδίκης, πρόεδρος πρωτοδικών, εφέτης και, τέλος, προήχθη
σε Αρεοπαγίτη το 1970. Είχε νυμφευθεί τη γεωπόνο Ελένη Γρηγοριάδου από την
Θεσσαλονίκη, όπου εκεί ζούσε, μόνιμα πλέον από το 1972. Πέθανε τον Ιούνιο του
1993.
–1910. Το 1910 γεννιέται ο νομικός Λεωνίδας
Βενιέρης του Αριστόδημου και της Άννας Ολυμπίου. Απεβίωσε το 1959.
–1911. Ελευθέριος Λεων. Βενιέρης, Ειρηνοδίκης
της Σπάρτης το 1911. Έφεδρος υπολοχαγός του Πεζικού.
–1920 από τους ιδρυτές, όπως
προκύπτουν από το βιβλίο πρακτικών του Συνδέσμου «Εν Πειραίει Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου» είναι ο Βενιέρης Δ.
–1923. Βουλευτές Κυκλάδων οι
Παριανοί Γεώργιος και Ιωάννης Βενιέρης.
–1946. Το 1646 απεβίωσε στην
Πάρο η Μαρία Βενιέρη, κόρη του ιατρού Λεωνίδα Γ. Βενιέρη και της Ολυμπιάς Αντ. Χαμάρτου. Είχε γεννηθεί στην
Φολέγανδρο το 1867. Σύζυγός της ο Ανδρέας
Βαρούχας κτηματίας. Απέκτησαν την Ολυμπία (Κωνσταντινίδου) +1970, την Ειρήνη
1893-1894, της Ειρήνη (Χριστοδουλοπούλου) +1979 , αρχαιολόγος, τον Πέτρο 1898-1903 και την Έλλη (Ι.
Μαρινοπούλου).
–1987. Τον Ιούνιο του 1987
απεβίωσε ο Ηλίας Γ. Βενιέρης, γιός του γιατρού και βουλευτή Πάρου Γεωργίου Λ.
Βενιέρη, με πανεπιστημιακή μόρφοση,έφθασε σε ανώτατο βαθμό στο Υπουργείο
Οικονωμικών. Έζησε χρόνια 79.
Το ίδιο έτος απεβίωσε και ο
αδερφός του Λεωνίδας Βενιέρης. Είχε σπουδάσει χημικός στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
–Βεντούρας: Βλέπε Βεντουρής
–Βεντουρής ή Βεντούρης ή Βεντούρας: Το επώνυμο Βεντουρής ή Βεντούρης ή Βεντούρας αποτελεί ένα
από τα παλαιότερα επώνυμα που συναντώνται στην Πάρο και στις Κυκλάδες. Η
προέλευσή του συνδέεται με τον ιταλικό και βενετικό χώρο, καθώς απαντάται σε
διάφορες περιοχές της Ιταλίας με τους τύπους Ventura, Venturi, Venturin,
Venturini.
Η οικογένεια των Venturin
εμφανίζεται στην Ιταλία ήδη από τους νεότερους χρόνους, ιδιαίτερα στην περιοχή
της Πάρμας, όπου μέλη της διακρίθηκαν σε διοικητικές θέσεις υπό τους
δούκες της Πάρμας. Μεταξύ αυτών αναφέρονται ο Martino Venturin, δήμαρχος
της Tizzano το 1607, ο Marcantonio Venturin το 1619 και ο ιατρός Marzio
Venturin, δήμαρχος της Fidenza το 1614.
Το επώνυμο έφτασε στον χώρο
του Αιγαίου πιθανότατα μέσω των βενετοκρατούμενων περιοχών, με πιθανή σύνδεση
με κρητοβενετικές οικογένειες. Στις Κυκλάδες απαντάται ιδιαίτερα στη Μήλο,
την Κίμωλο και την Πάρο, ενώ στην Πάρο διατηρήθηκε ο τύπος Βεντουρής –
Βεντούρης.
Οι πρώτες μαρτυρίες στην
Πάρο
Η παρουσία της οικογένειας
στην Πάρο τεκμηριώνεται ήδη από τον 17ο αιώνα.
Το 1622 ο ιερέας και
νοτάριος Κεφάλου Λιπράντος Βεντουρής υπογράφει αφιερωτικό έγγραφο της
Ξεχωριανής προς τη Μονή Πάτμου.
Το ίδιο πρόσωπο εμφανίζεται
και το 1634 σε αφιερωτικά έγγραφα, γεγονός που δείχνει ότι η οικογένεια
είχε ήδη θέση στην κοινωνία της εποχής, ιδιαίτερα στην περιοχή του Κεφάλου
(σημερινά Μάρμαρα).
Στα αρχεία του αγιοταφίτικου
μετοχίου της Πάρου, το οποίο ιδρύθηκε το 1652, συναντούμε επίσης μέλη
της οικογένειας:
·
Στη Χώρα Πάρου αναφέρεται ο Νικολός Βεντουρής,
με γιους τον Ανδρέα και την Κάντια.
·
Στην περιοχή Κώστου και Λευκών αναφέρεται ο Δημήτρης
του Μανουήλ Βεντουρή και της Σοφίας, με παιδιά τον Γουλιαρμή, τον Κυριάκο
και την Άννα.
Οι μαρτυρίες αυτές δείχνουν
ότι ήδη από τα μέσα του 17ου αιώνα οι Βεντουρήδες είχαν παρουσία σε
διαφορετικές περιοχές του νησιού.
Ο Κωνσταντίνος Βεντούρας –
Ο Παριανός δραγομάνος του Οθωμανικού στόλου
Η σημαντικότερη ίσως
προσωπικότητα της οικογένειας ήταν ο Κωνσταντίνος Βεντούρας, ο οποίος
διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην οθωμανική διοίκηση.
Το 1730 έλαβε από τον
σουλτάνο Μαχμούτ Α΄ το αξίωμα του διερμηνέα του Οθωμανικού στόλου
(δραγομάνου), σε μια εποχή που αρχιναύαρχος ήταν ο Τζανούμ Χότζας.
Ήταν ο πρώτος μη Φαναριώτης
που ανέλαβε αυτή τη σημαντική θέση, γεγονός που φανερώνει την ιδιαίτερη μόρφωση
και το κύρος του.
Ο Κωνσταντίνος Βεντούρας
συνδέεται επίσης με την απόφαση του κοινού της Παροικιάς το 1724, όταν
αποφασίστηκε η απογραφή της κτηματικής περιουσίας των κατοίκων και η διατίμηση
των προϊόντων του νησιού.
Η ζωή του όμως είχε τραγικό
τέλος. Κατηγορήθηκε από τον σουλτάνο και τελικά αποκεφαλίστηκε.
Οι Βεντουρήδες στη Νάουσα
και στην Παροικιά τον 19ο αιώνα
Κατά τον 19ο αιώνα η
οικογένεια συνεχίζει να εμφανίζεται έντονα στα δημοτολόγια και στους εκλογικούς
καταλόγους της Πάρου.
Στον εκλογικό κατάλογο της
Νάουσας του 1844 συναντούμε:
·
τον Χριστόδουλο Βεντουρή,
·
τον Νικόλαο Βεντουρή,
·
τον Αντώνιο Βεντουρή, αλιέα,
·
τον Κωνσταντίνο Βεντουρή, εργάτη.
Οι επαγγελματικές
δραστηριότητες των μελών της οικογένειας παρουσιάζουν την εικόνα μιας ζωντανής
ναυτικής και παραγωγικής κοινότητας. Οι Βεντουρήδες ασχολήθηκαν κυρίως με:
·
τη ναυτιλία,
·
την αλιεία,
·
την οικοδομή,
·
τη βυρσοδεψία,
·
το εμπόριο.
Στους εκλογικούς καταλόγους
της Νάουσας του 1883 και 1885 καταγράφονται πολλές οικογένειες
Βεντουρήδων, όπως:
·
Αντώνιος Βεντουρής, βυρσοδέψης,
·
Γεώργιος Βεντουρής, κτίστης,
·
Ιωάννης Βεντουρής, ναυτικός,
·
Χριστόδουλος Βεντουρής, βυρσοδέψης,
·
Κωνσταντίνος Βεντουρής, ναυτικός.
Οι καταγραφές αυτές φανερώνουν
ότι η οικογένεια είχε ισχυρή παρουσία κυρίως στη Νάουσα, αλλά και στην
Παροικιά.
Η οικογένεια στον 20ό αιώνα
Η παρουσία των Βεντουρήδων
συνεχίζεται και στον 20ό αιώνα.
Στα δημοτολόγια και στους
εκλογικούς καταλόγους συναντούμε:
·
τον Νικόλαο Βεντουρή, καφεπώλη,
·
τον Σταμάτη Βεντουρή, ξυλουργό,
·
τον Γεώργιο Βεντουρή, βυρσοδέψη,
·
τον Διονύση Βεντουρή, καφεπώλη,
·
τον Πέτρο Βεντουρή, αλιέα,
·
τον Ιωάννη Βεντουρή, αλιέα.
Το 1946 στους εκλογικούς
καταλόγους της Κοινότητας Νάουσας αναφέρονται μεταξύ άλλων:
·
Ιωάννης Βεντουρής του Γεωργίου, ναυτικός,
·
Σταύρος Βεντουρής του Γεωργίου, βυρσοδέψης,
·
Βασίλειος Βεντουρής του Λογγίνου, κτίστης,
·
Νικόλαος Βεντουρής του Γεωργίου,
·
Γεώργιος Βεντουρής του Νικολάου, αλιέας,
·
Χρήστος Βεντουρής του Λογγίνου, κτίστης.
Μια οικογένεια δεμένη με
την ιστορία της Νάουσας
Η οικογένεια Βεντουρή αποτελεί
χαρακτηριστικό παράδειγμα παριανής οικογένειας με πιθανές βενετικές ρίζες, η
οποία πέρασε από την εποχή της Φραγκοκρατίας και της Οθωμανικής περιόδου στη
νεότερη κοινωνία της Πάρου.
Από τον ιερέα και νοτάριο Λιπράντο
Βεντουρή του 17ου αιώνα, μέχρι τον δραγομάνο Κωνσταντίνο Βεντούρα
του 18ου αιώνα και τις οικογένειες ναυτικών, τεχνιτών και επαγγελματιών της
Νάουσας και της Παροικιάς, το επώνυμο Βεντουρής αποτελεί ένα ακόμη κομμάτι της
πολυπολιτισμικής ιστορίας της Πάρου.
Οι παλιές καταγραφές, τα
συμβόλαια και τα δημοτολόγια μαρτυρούν μια οικογένεια που παρέμεινε ενεργό
μέρος της παριανής κοινωνίας για περισσότερους από τέσσερις αιώνες.
–1622. Ο ιερεύς Νοτάριος Κεφάλου Λιπράντος Βεντουρής υπογράφει
αφιερωτικό έγγραφο Ξεχωριανής στη μονή της Πάτμου, 26 Δεκεμβρίου 1622.
–1634. Ο ιερεύς Νοτάριος Κεφάλου Λιπράντος Βεντουρής υπογράφει
αφιερωματικά έγγραφα.
–1652. Ίδρυση στην Πάρο αγιοταφίτικου μετοχίου κατά
το έτος 1652.
Της Πάρου αδελφάτα «Χώρα Άγουσα»
+Νικολός Βεντουρής, γονοί
Ανδρέας, Κάντια.
–1652. Ίδρυση στην Πάρο αγιοταφίτικου μετοχίου κατά
το έτος 1652.
Της Πάρου αδελφάτα «Χωρίο Κώστος και Λεύκες»
+Δημήτρης του Μανουήλ Βεντουρή
και Σοφίας, υιοί Γουλιαρμής, Κυριάκος, Άννα.
–1724. Απόφαση του κοινού της
Παροικιάς για την διατίμηση των προϊόντων και την απογραφή της κτηματικής
περιουσίας όλων των κατοίκων (Η απόφαση και η καταχώριση στο κτηματολόγιο του
νησιού έγινε και με την παρακίνηση του τότε Έλληνα δραγομάνου Κωνσταντίνου
Βεντούρα. Κατά τη Γενική Συνέλευση της 13 Δεκεμβρίου 1724.
–1730. Από τους πιο σπουδαίους του Παριανού κλάδου υπήρξε ο Κωνσταντίνος
Βεντούρας όταν έλαβε το 1730 από σουλτάνου Μαχμούτ Α’ το αξίωμα του διερμηνέα
του Οθωμανικού στόλου που ήταν τότε Ναύαρχος ο Τζανούμ Χότζας. Ήταν ο πρώτος μη
Φαναριώτης που λάμβανε αυτό το αξίωμα. Το τέλος του ήταν τραγικό αφού ο
Σουλτάνος τον κατηγόρησε και αποκεφαλίστηκε.
–1821. Εν της Πάρου τη 24 Απριλίου 1821 ο συμπατριώτης σας Παναγιώτης Δ.
Δημητρακόπουλος Κάτωθεν της προκηρύξεως της απευθυνθείσης εις Νάουσα
σειμειούνται τα ονόματα των πρώτων προσελθόντων για να συμμετέχουν εις τον ιερό
υπέρ της ελευθερίας αγώνα: Σταμάτης Βεντουρής κ.α.
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο
στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει
εγγεγραμμένος ο 27χρονος Χριστόδουλος Βεντουρής, ο 69χρονος Βεντουρής Νικόλαος,
ο 35χρονος αλιεύς Βεντουρής Αντώνιος και ο 34χρονος εργάτης Κωνσταντίνος
Βεντουρής.
–1860. Στις 16
Ιανουαρίου 1860 σε συμβολαιογραφική πράξη [Εξόφληση] στην Σύρου αναφέρεται ότι
ο κάτοικος Πάρου Αντώνης Βεντουρής βυρσοδέψης και η σύζυγός του Μαρηγώ
Μαλατέστα εξοφλούν τον κάτοικο Πάρου νοσοκομειακό υπάλληλο Κουτσοδόντη
Εμμανουήλ.
–1871. Στις 11 Ιουλίου 1871 ο 24χρονος
Κηπουρός από την Πάρο Νικόλαος Βεντούρης του Κωνσταντίνου και της Λαμπρινής,
παντρεύεται στην Ερμούπολη την 18χρονη από την Σύρο Κυριακούλα Ρήγα, του Ιωάννη
και της Κωνσταντίνας.
–1876. Το 1876
γεννιέται ο Βεντουρής Νικόλαος του Αντωνίου καφεπώλης κάτοικος Παροικιάς.
–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο
Βεντούρης
Αντώνιος του Χριστόδουλου 48 ετών, βυρσοδέψης, κάτοικος Παροικιάς.
Βεντούρης Γεώργιος του Λογγίνου 51 ετών, κτίστης. Βεντούρης Γεώργιος του
Κωνσταντίνου, 48 ετών, κτίστης. Βεντούρης Γεώργιος του Χριστόδουλου, 35 ετών,
βυρσοδέψης , Βεντούρης Ιωάννης του Χριστόδουλου, ετών 47, βυρσοδέψης, κάτοικος
Σύρου, Βεντούρης Χριστόδουλος του Νικολάου, 69 ετών, βυρσοδέψης, Βεντούρης
Κωνσταντίνος του Γεωργίου 22 ετών, ναυτικός, Βεντούρης Ιωάννης του Αντωνίου 42
ετών, ναυτικός.
–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι
οι, Βεντουρής Γεώργιος του Λογγίνου, ετών 53, κτίστης από τη Νάουσα, Βεντουρής
Λογγίνος του Γεωργίου, ετών 23, σοβατζής από τη Νάουσα, Βεντουρής Γεώργιος του
Κωνσταντίνου, 50 ετών, κτίστη από τη Νάουσα, Βεντουρής Γεώργιος του Χριστόδουλου.
37 ετών, βυρσοδέψης από τη Νάουσα, Βεντουρής Ιωάννης του Αντωνίου, ετών 44,
ναυτικός από τη Νάουσα, Βεντουρής Ιωάννης του Χριστόδουλου, 49 ετών, βυρσοδέψης
από τη Νάουσα, κάτοικος Σύρου, Βεντουρής Χριστόδουλος του Νικολάου, ετών 71,
βυρσοδέψης από τη Νάουσα και Βεντουρής Κωνσταντίνος του Γεωργίου, ετών 24,
ναυτικός από τη Νάουσα.
–1888. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι
εγγεγραμμένος ο παριανός 25 ετών καπνοκόπτης Μιχαήλ Λ. Βεντουρής άγαμος. Έδωσε
όρκο στις 28 Ιανουαρίου 1888.
–1890. Το 1890
γεννιέται ο Βεντουρής Σταμάτης του Αντωνίου ξυλουργός κάτοικος Παροικιάς.
–1891. Το 1891
γεννιέται ο Βεντουρής Γεώργιος του Αντωνίου βυρσοδέψης κάτοικος Παροικιάς.
–1894. Στις 13 Οκτωβρίου 1894 ο 25χρονος
υποδηματοποιός από την Πάρο Ιωάννης Ρουμελιώτης του Θεόδωρου και της
Αικατερίνης Βεντουρή, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 18χρονη από την Πάρο
Ειρήνη Νταβαρία, του Γεωργίου και της Ελένης Γεμελιάρη.
–1899. Στις 20 Δεκεμβρίου 1899 ο 28χρονος
κηπουρός από την Πάρο Δημήτριος Ρουμελιώτης
του Θεόδωρου και της Αικατερίνης Βεντουρή, παντρεύεται στην Ερμούπολη
την 22χρονη από την Μύκονο Μαρουσώ Κοντιζά, του Παναγιώτη και της Μαριγώς
Βουδαντά.
–1913. Το 1913
γεννιέται ο Βεντουρής Διονύσης του Νικολάου καφεπώλης κάτοικος Παροικιάς.
–1926. Το 1926 γεννιέται ο Βεντουρής Πέτρος του Νικολάου, κάτοικος
Νάουσας, μετέπειτα αλιεύς.
–1931. Το 1931 γεννιέται ο
μετέπειτα αλιεύς Βεντουρής Ιωάννης του Νικολάου.
–1933. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι
εγγεγραμμένος ο παριανός 43χρονος ναυτικός Γεώργιος Αντ. Βεντουρής. Έδωσε όρκο
στις 15 Νοεμβρίου 1933.
–1946. Σε
εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει
εγγεγραμμένος ο 72χρονος κάτοικος Νάουσας, Βεντουρής Ιωάννης του Γεωργίου,
ναυτικός, ο 68χρονος κάτοικος Νάουσας, Βεντουρής Σταύρος του Γεωργίου,
βυρσοδέψης, ο 33χρονος κτίστης Βεντουρής Βασίλειος του Λογγίνου, ο 60χρονος
εργάτης Βεντουρής Νικόλαος του Γεωργίου, ο 24χρονος αλιεύς Βεντουρής Γεώργιος
του Νικολάου και ο 46χρονος κτίστης Βεντουρής Χρήστος του Λογγίνου.
–1952. Σε
εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η
Βεντουρή Μαργαρίτα, όνομα συζύγου Νικόλαος, όνομα πατρός Πέτρος Βρανάς, η
Βεντουρή Ελένη του Λυγκίνου, η
Αναγνωστοπούλου Αγγελική, όνομα συζύγου Σταύρος, όνομα πατρός Ιωάννης Βεντουρής
και η Βελέντζα Ευαγγελία, όνομα συζύγου Αντώνιος, όνομα πατρός Νικόλαος
Βεντουρής.
–1953. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Σιλιτζίρη Ειρήνη το γένος Ν. Βεντουρή, όνομα
συζύγου Δημήτριος κάτοικος Παροικιάς.
–Βερνίκος: Η οικογένεια Βερνίκος αποτελεί μία από τις
παλιές οικογένειες της Πάρου, με παρουσία που διατηρείται μέχρι σήμερα, κυρίως
στις Λεύκες και στη συνέχεια στα Μάρμαρα. Πρόκειται για μία
μονοκλαδική οικογένεια, η οποία φαίνεται να εγκαταστάθηκε αρχικά στις Λεύκες,
όπου δημιούργησε ισχυρούς οικογενειακούς δεσμούς και συνέχισε την πορεία της
μέσα στον χρόνο.
Για την προέλευση του επωνύμου
υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Πιθανότατα προέρχεται από το βαπτιστικό Veronico
– Βερόνικος, ενώ έχει επίσης συνδεθεί λαϊκά με τη λέξη «βερνίκι». Η
οικογένεια φαίνεται ότι ήρθε στην Πάρο από τη Νάξο, πιθανόν από το Γαλανάδο,
και εγκαταστάθηκε στις Λεύκες, όπου καταγράφεται ήδη από τον 19ο αιώνα.
Πρώτος γνωστός εκπρόσωπος της
οικογένειας θεωρείται ο Γεώργιος Βερνίκος, ο οποίος εμφανίζεται στις
πηγές από τα μέσα του 19ου αιώνα.
Το 1846 αναφέρεται ο
Γεώργιος Βερνίκος από τις Λεύκες, ενώ το 1873 στα δημοτολόγια των Λευκών
καταγράφεται εκ νέου ο Γεώργιος Βερνίκος, γεγονός που επιβεβαιώνει την
παρουσία της οικογένειας στην περιοχή.
Στα τέλη του 19ου αιώνα η
οικογένεια συνδέεται με τη γεωργική ζωή των Λευκών. Το 1873 γεννιέται ο Ανδρέας
Βερνίκος του Γεωργίου, καπνοκαλλιεργητής από τις Λεύκες. Λίγα χρόνια
αργότερα, στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Υρίας του 1875, αναφέρεται ο 28χρονος
Γεώργιος Βερνίκος του Ανδρέα, γεωργός.
Η καλλιέργεια του καπνού
φαίνεται πως αποτέλεσε μία από τις δραστηριότητες της οικογένειας, καθώς το 1900
αναφέρεται ο Ανδρέας Βερνίκος από τις Λεύκες ως καπνοκαλλιεργητής.
Η συνέχεια της οικογένειας
καταγράφεται μέσα από τα μητρώα αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου, όπου
εμφανίζονται τα παιδιά του Ανδρέα Βερνίκου:
·
1900: Γεώργιος Βερνίκος του Ανδρέα
·
1902: Γεώργιος Βερνίκος του Ανδρέα
·
1905: Νικόλαος Βερνίκος του Ανδρέα
·
1907: Βερνίκος Βερνίκος του Ανδρέα
·
1909: Ιωάννης Βερνίκος του Ανδρέα
·
1913: Ελευθέριος Βερνίκος του Ανδρέα
Οι καταγραφές αυτές δείχνουν
μία οικογένεια που παρέμεινε δεμένη με τον τόπο της, συνεχίζοντας την παρουσία
της στις Λεύκες και αργότερα στα Μάρμαρα.
Σήμερα οι Βερνίκοι
παραμένουν γνωστό παριανό οικογενειακό όνομα, αποτελώντας μέρος της ιστορικής
συνέχειας των παλαιών οικογενειών της Πάρου που διατήρησαν το επώνυμο, τη μνήμη
και τους δεσμούς τους με τον τόπο για περισσότερες από τέσσερις γενιές.
–1846. Γεώργιος Βερνίκος από τις Λεύκες, έτος
1846.
–1873. Στα δημοτολόγια Λευκών, έτος 1873 αναφέρεται ο Βερνίκος Γεώργιος.
–1873. Το 1873 γεννιέται ο καπνοκαλλιεργητής από τις Λεύκες Ανδρέας
Βερνίκος του Γεωργίου.
–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Υρίας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος
ο 28χρονος Γεώργιος Βερνίκος του Ανδρέα, γεωργός.
–1900. Το 1900 ο Ανδρέας Βερνίκος από τις Λεύκες φέρεται να καλλιεργεί
καπνό.
–1900. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1900 στις Λεύκες ο
Βερνίκος Γεώργιος του Ανδρέα.
–1902. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1902 στις Λεύκες ο
Βερνίκος Γεώργιος του Ανδρέα.
–1905. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1905 στις Λεύκες ο
Βερνίκος Νικόλαος του Ανδρέα.
–1907. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1907 στις Λεύκες ο
Βερνίκος Βερνίκος του Ανδρέα.
–1909. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1909 στις Λεύκες ο
Βερνίκος Ιωάννης του Ανδρέα.
–1913. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1913 στις Λεύκες ο
Βερνίκος Ελευθέριος του Ανδρέα.
–Βέτας:
–1847. Σε εκλογικό κατάλογο
Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο
Βέτας Δομένικος 43 ετών βαρελοποιός. Απεβίωσε το ίδιο έτος.
–Βέττας:
–1953-55. Διοικητής του
Σταθμού Χωροφυλακής της Κοινότητας των Λευκών Πάρου από το 1953-55 ο Παναγιώτης
Βέττας από την Ιστιαία Β. Ευβοίας.
–Βήσας:
Ο Ηγούμενος των Αγίων Αποστόλων το 1721 Άνθιμος Βήσας ήταν θείος της
«Ζαμπιδάκης θυγατέρα του Αλέξανδρου Νταμία και γυνής του Μαρίνου Μυκονιάτη».
–1721. Ο ηγούμενος της μονής των Αγίων Αποστόλων, μετόχιο της μονής
Λογγοβάρδας σε έγγραφο Νάουσας, 9 Ιανουαρίου 1721 υπογράφει ο παπακυρ-Άνθιμος
Βήσας. Το ίδιο έτος φέρετε αποθανών.
–Βήχος:
Παρωνύμιο. Καταγωγή από την Μήλο. Γενάρχης της οικ. Βήχου της Πάρου ο Σπύρος Βήχος που γεννήθηκε στο Κληματοβούνι
της Μήλου και ήρθε με μετάθεση ως χωροφύλακας στις Λεύκες. Σε κάποια επίσκεψη
του στον Δραγουλά γνώρισε τη Χρυσούλα Λιβανίου κι έμεινε. Υπηρέτησε και στη
Σύρο, αλλά η βάση του ως τον θάνατο του ήταν ο Πρόδρομος.
– 1955 ο Σπύρος Βήχος που γεννήθηκε στις 26 Ιουνίου
1928 στο Κληματοβούνι της Μήλου και ήρθε με μετάθεση ως χωροφύλακας στις Λεύκες
το 1955.
–1960. Γαμήλια
φωτογραφία στον Πρόδρομο το 1960. Ζευγάρι ο Σπύρος Βήχος και η Χρυσούλα
Λιβάνιου.
–1965. Σε Φώτος
στο χωριό Πρόδρομος απεικονίζονται τα παιδιά Γιάννης και Ερατώ Βήχου.
–1966. Σε φώτο
στον Πρόδρομο το 1966 απεικονίζονται οι Σπύρος Βήχος, Ερατώ Βήχου (3
ετών),
–Βιάζης ή Μπιάζης ή Μπιάζος: Η οικογένεια Βιάζη ή Μπιάζη ή Μπιάζου αποτελεί μία από τις
παλαιές οικογένειες της Πάρου, με ρίζες που συνδέονται με τη βενετική παρουσία
στο Αιγαίο. Το επώνυμο θεωρείται βενετικής προέλευσης και σχετίζεται
ετυμολογικά με το όνομα Βλάσιος, από το οποίο προέρχονται και τα ιταλικά
επώνυμα De Biasi και Biasi, τα οποία συναντώνται μέχρι σήμερα
στην περιοχή του Βένετο.
Η οικογένεια φαίνεται ότι
ανήκε αρχικά στο καθολικό δόγμα, όπως πολλές ενετικές οικογένειες που
εγκαταστάθηκαν στις Κυκλάδες κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας. Με την πάροδο
του χρόνου όμως εντάχθηκε πλήρως στην ορθόδοξη κοινωνία της Πάρου.
Ιδιαίτερη αναφορά στην
καταγωγή της οικογένειας γίνεται από τον σπουδαίο Έλληνα λόγιο Γιάννη Ψυχάρη,
ο οποίος στο έργο του «Το ταξείδι μου» σημειώνει:
«Κατάγομαι από την Βενετία και
από την Πάρο είμαι στο γένος De Viazi Mauro».
Η αναφορά αυτή συνδέει τους
Βιάζηδες με έναν ευρύτερο παριανό κλάδο, αυτόν των Μαύρων, μιας από τις
σημαντικές οικογένειες του νησιού.
Η οικογένεια Βιάζη και η
Επανάσταση του 1821
Η σημαντικότερη ίσως
προσωπικότητα της οικογένειας υπήρξε ο Σπυρίδων Βιάζης – Μαύρος, μέλος
της Φιλικής Εταιρείας. Μέσω των επαφών του με τον παριανό έμπορο της
Οδησσού και της Κωνσταντινούπολης Αλέξανδρο Μαύρο, έναν από τους
κορυφαίους Φιλικούς και ταμία της Εταιρείας, μυήθηκαν στην επαναστατική
προετοιμασία και Παριανοί αγωνιστές.
Ο Σπυρίδων Βιάζης – Μαύρος
συμμετείχε στην προσπάθεια αφύπνισης των Παριανών και συνδέεται με τα γεγονότα
της 24ης Απριλίου 1821, όταν ο Παναγιώτης Δημητρακόπουλος,
προύχοντας της Νάουσας, ξεσήκωσε τους Παριανούς στον αγώνα για την ελευθερία.
Οι πρώτες καταγραφές στην
Πάρο
Η παρουσία των Βιάζηδων στην
Πάρο καταγράφεται ήδη από τον 18ο αιώνα. Σε έγγραφο του 1760 αναφέρεται:
«το χωράφι εις την Σκαμνιάν
πλησίον η κυρά-Μαργαριταράκη Μπιάζη».
Η οικογένεια εμφανίζεται
επίσης σε συμβολαιογραφικά έγγραφα των αρχών του 19ου αιώνα. Το 1804, σε
πράξη αγοράς χωραφιού στον Τσιπίδο, το έγγραφο συντάσσει ο Νικόλαος Μπιάζος,
γεγονός που δείχνει ήδη οργανωμένη παρουσία της οικογένειας στην κοινωνία της
Πάρου.
Στο σημαντικό προικοσύμφωνο
του 1820 στα Μάρμαρα, ανάμεσα στον Νικόλαο Μωραΐτη και την Κατερίνα
Κονταράτου, αναφέρονται πολλά ακίνητα που γειτνιάζουν με περιουσίες της
οικογένειας Βιάζη:
«πλησίον Μαργαριταράκη
Μπιάζενα (Βιάζη)» και «το χωράφι εις την Σκαμνιάν πλησίον η κυρά Μαργαριταράκη
Μπιάζη».
Οι αναφορές αυτές μαρτυρούν
την ακίνητη περιουσία και την παρουσία της οικογένειας στην αγροτική κοινωνία
της Πάρου.
Από την Πάρο στην Αντίπαρο
Μετά την ίδρυση του ελληνικού
κράτους, οι Βιάζηδες εμφανίζονται ενεργά στη διοίκηση και στην κοινωνική ζωή
της περιοχής.
Το 1831 ιδρύεται στην
Αντίπαρο η Μνημονία, δηλαδή το συμβολαιογραφείο της εποχής του Καποδίστρια, και
πρώτος μνήμονας αναφέρεται ο Δαμιανός Βιάζης.
Το 1847 στον εκλογικό
κατάλογο Παροικιάς (που περιλάμβανε και την Αντίπαρο) καταγράφεται ο 53χρονος
κτηματίας Δαμιανός Βιάζης, ενώ στον εκλογικό κατάλογο Ωλιάρου του ίδιου
έτους αναφέρεται ο 26χρονος κτηματίας Πέτρος Δ. Βιάζης.
Η οικογένεια φαίνεται ότι
απέκτησε ιδιαίτερη παρουσία στην Αντίπαρο, όπου δραστηριοποιήθηκε στην
οικονομική και κοινωνική ζωή του νησιού.
Κοινωνική και δημόσια
παρουσία
Το 1864 γεννιέται ο Δαμιανός
Βιάζης του Αντωνίου, ιατρός στην Παροικιά, ενώ αργότερα δραστηριοποιείται
και στην Αντίπαρο.
Το 1889, σε μαρμάρινη
πλάκα στον ναό της Ζωοδόχου Πηγής στην Παροικιά, αναφέρεται μεταξύ των
επιτρόπων για την ανακαίνιση του ναού ο:
Ιωάννης Δ. Βιάζης.
Η οικογένεια συμμετέχει ενεργά
και στα κοινά. Το 1903, στις δημοτικές εκλογές, ο Ιωάννης Δ. Βιάζης
εκλέγεται δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Πάρου.
Το 1907 εκλέγεται
επίσης δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Πάρου, ενώ στον ίδιο χρόνο καταγράφεται
στα δημοτολόγια Ερμούπολης ο Ιωάννης Αντ. Βιάζης, υπάλληλος.
Οι Βιάζηδες στην Αντίπαρο
τον 20ό αιώνα
Η οικογένεια συνεχίζει την
παρουσία της στην Αντίπαρο με πρόσωπα που δραστηριοποιούνται σε διάφορους
τομείς:
·
Γεώργιος Π. Βιάζης, ιδιοκτήτης καφενείου
στην Αντίπαρο (1911).
·
Δαμιανός Αντ. Βιάζης, ιατρός στην
Αντίπαρο (1911).
·
Στυλιανός Ι. Βιάζης, έμπορος και ενεργό
μέλος της τοπικής κοινωνίας.
·
Δαμιανός Γερ. Βιάζης, γεωργός.
Στις κοινοτικές εκλογές της
Αντιπάρου το 1951, ο Στυλιανός Ι. Βιάζης έλαβε 133 ψήφους και ο Δαμιανός
Γερ. Βιάζης 124 ψήφους, επιβεβαιώνοντας την ισχυρή κοινωνική παρουσία της
οικογένειας.
Η οικογένεια Βιάζη
αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα παλιάς παριανής οικογένειας με βενετικές
ρίζες, η οποία πέρασε από την περίοδο της ενετικής παράδοσης στη νεότερη
ελληνική κοινωνία, συμμετείχε στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας και άφησε το
αποτύπωμά της στη διοίκηση, την οικονομία και την κοινωνική ζωή της Πάρου και
της Αντιπάρου.
Μέχρι σήμερα το επώνυμο
παραμένει συνδεδεμένο με την ιστορική μνήμη των δύο νησιών.
–1760 «το χωράφι εις την Σκαμνιάν πλησίον η κυρά-Μαργαριταράκη Μπιάζη».
Ραμπελιώ Δελαγραμμάτη ¬ Νικόλαος Μάτσας *6 ¬ Πέτρος Μάτσας, Τζώρτζης Μάτσας,
Κατίγκω Μάτσα Κρίσπη ¬ Σιόρ Μιχελής Ιω. Κρίσπης *7 ¬ Δημήτριος Μάτσας ¬ Μαρία
Δ. Χαμάρτου ¬ Ραμπελιώ Ν. Καμπάνη *8, Μαρουσώ Δ. Μαύρου, Νικόλαος Δ. Μάτσας,
Γεώργιος Δ. Μάτσας ¬ Σμαράγδα Βιάζη ¬ Δημήτριος Μάτσας ¬ Αναστασία Ραγκούση ¬
Γεώργιος Δ. Μάτσας ¬ Καλυψώ Μέγκουλα ¬ Δημήτριος Γ. Μάτσας-Μαυρογένης
(Αρχαιολόγος) ¬ Χρύσα Κ. Καραδήμα (Αρχαιολόγος).
–1804. Αγορά χωραφιού. Τζιπίδος 1804,
Οκτωβρίου 23. «Ενώπιον των μαρτύρων ιερέων Ρούσσου, πριμικηρύου, και του πρ.
σακελλίωνος Δημητρίου Τζιώτη, και του Δημητρίου Γαβαλά, ο Πέτρος Νιώτης πωλεί
στον Ιωάννη Βαρούχα στον Τριό ένα κρεμμυδοχώραφο εκτάσεως μίας ζευγαριάς για
100 γρόσια καθώς και ένα χωράφι εις τα Λιβάδια τα Τσιπιδινά για γρόσια 80». Το
έγγραφο συνέταξε ο Νικόλαος Μπιάζος.
–1820. Προικοσύμφωνο Νικολάου
Μωραΐτη και Κατερινακίου Κονταράτου (Μάρμαρα, 3 Νοεμβρίου 1820).
«εις δόξαν Χριστού αμήν του
αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος Προκοπίου.
+ Έθος παλαιόν επεκράτησεν και
νόμος εδόθη παρά Θεού Παντοκράτορος, έφησε Παύλος το της Εκκλησίας εδρέωμα,
εθέσπισαν οι θεοφόροι πατέρες συμφωνίας υπανδείας και καθαρόν συνοικέσιον,
καθώς ορίζει η αγία καθολική εκκλησία. Ούτω σύν Θεώ αγίω ερχόμενα τα δύο μέρη,
το ένα μέρος ο παπα –κύρ Κωνσταντίνος Γεμελιάρης και το έτερον μέρος ο κύρ
Δημήτριος Μωραΐτης, διά να λάβη ο υιός του Νικολάκης την ανεψιάν του παπά
ονόματι Κατερινάκη διά γυναίκαν του νόμιμον και ευλογητικήν του, και διό γράφει
ο παπά –κύρ Κωνσταντίνος την εικόνα του Τιμίου Σταυρού, τα εισόδια της Θεοτόκου
και τα επίλοιπα τα όσα της ευρέθησαν τα γονικά της, τα οσπίτια της καθώς
ευρίσκονται τα γονικά της με τους αέρηδες τους και με ταις τοποθεσίαις τους,
από συρμή του οσπιτίου τρείς κασέλαις, ένα τραπέζι, δύο καρέγλαις μακριαίς και
μικραίς, τέσσερα δακτυλίδια μαλαγματένια, ένα κορδόνι μαλαγματένιο με κορφή,
ένα λαιμόν ποτόνια με ένα σταυρόν, μίαν φορεσιάν ρούχα ατλαζένια, άλλην φορεσιά
παρακατιανή, τέσσερα ζευγάρια σεντόνια με πλεκτά και δύο σκλέτα, και πέντε
κουρτούναις, ένα στρώμα γεμάτον με μαλλί και ένα ψιδί και παννί πήχες: 53:
πετζέταις: 12: ένα ταβλομάντηλον, τέσσεις νιφτόμπολαις, μίαν τουζίνα πιάτα εγγλέζικα και άλλην μίαν χοντρά, ένα
καντηλιέρι πρού ζινον από δε τα υποστατικά, το χωράφι εις τον Τίμιον Σταυρόν
σύμλιος ο άνωθεν παπάς, έτερον χωράφι εις το ομοίον μέρος πλησίον Μαργαριταράκη
Μπιάζενα (Βιάζη), ένα λιβαδάκι πλησίον Αντωνάκης Ραγκούσης, ένα εξαμπέλισμα
στην Κολυβού πλησίον Κωνσταντίνος Σιφάκης, το χωράφι εις την Σκαμνιάν πλησίον η
κυρά – Μαργαριταράκη Μπιάζη, το χωράφι εις τον Πλακωτόν πλησίον Μανολιός Άγουρος,
το χωράφι εις τον Άγιον Βασίλειον πλησίον ο αυτός τις μάνδραις με το αλώνι, ένα
χωράφι εις τον Άγιον Βασίλειον πλησίον ο παπάς, το χωράφι εις τους Μαγιαλούπους
πλησίον Δημήτρης Στέλλας ένα αμπέλι όπου είναι εις την Γλυφάδα (Γλυφάδες)
πλησίον Μαρουσάκη Μπελέγρα χωράφι εις ταις Αγκαθιαίς πλησίον Γεώργης Φιλίνης
μίαν ελαίαν εις τον Άγιον Ιωάννης της κερά Αντριάνας τέσσερα χαρανιά μικρά και
μεγάλα δύο τηγάνια, έξε τζάραις, ένα ξυλοβούτζι, δύο βουτζά του κρασιού μίαν
κρεβαταριάν, τέσσερεις απλάδεναις μεγάλες.
Από δε το έτερο μέρος ο κυρ
Δημήτριος δίδει του υιού του Νιολάκη την εικόνα του Αγίου Βασιλείου, τα οσπίτια
της μητρός του καθώς ευρίσκονται, το χαρανί της ρακής: 8 τζάραις, ένα βουτζί,
δύο ζευγάρια σεντόνια με τα πλεκτά, τρία ζευγάρια σκλέτα, τρείς κουρτούναις,
δύο μοναίς και η άλλη μεταξωτή, ένα στρώμα γεμάτον και μίαν μαξελάραν, ένα
πάπλωμα καινούριον, δώδεκα πετζέταις φίναις, ένα τραπεζομάντιλον φίνον και
έτερον χοντρό ένα ζευγάρι σκολαρίκια μαλαματένια, δύο δακτυλίδια μαλαματένια,
ένα ζευγάρι σκολαρίκια μαλαματένια, δύο δακτυλίδια μαλαματένια, ένα ζευγάρι
φιούμπες ασημένιαις: 14 κουμπιά ασημένια, δύο ασημένια πιρούνια, μίαν τουζίνα
μαχαιροπίρουνα, μίαν πιάτα και πέντε αλάδεναις, δύο καντηλιέρια, μία κασέλα
καρυδένη από δε τα υποστατικά, το χωράφι εις τον Σχίνον, πλησίον Μανολιός
Άγουρος, το εξαμπέλισμα εις την Ευαγγελίστρα, πλησίον καπετάν Δημητρακης, το
λιβάδι εις τον Βρόντα πλησίον ο αυτός αποθανόντας του, ένα χωράφι εις τα
Φυρόγια πλησίον Μανολιός Άγουρος, άλλο χωράφι εις τον Κάψαλον πλησίον Άγιος
Αντώνιος δέκα κεφάλια πρόβατα, ένα βόδι, και μίαν αγελάδα, την μάνδρα την
αξεστέαστην πλησίον Αννάκη του Μανολιού. Ταύτα πάντα και την ευχήν των γονέων
τους έτι του δίδει και μετρητά γρόσια: 500: δίδει της και ο πάρπα της ο παπά
κύρ Κωνσταντίνος: 1000.
Κωνσταντίνος ιερεύς Κομπαδάκης
Έγραψα το παρον και πιστώς
μαρτυρώ.
–1821. Ίσως το σπουδαιότερο μέλος της οικογένειας Μαύρου της Πάρου ήταν
ο Αλέξανδρος Μαύρος, φημισμένος έμπορος της Οδησσού και της Κωνσταντινούπολης,
ένας από τους κορυφαίους Φιλικούς, που είχε διατελέσει και ταμίας της Φιλικής
Εταιρείας, στην οποία είχε μυήσει και παριανούς που είτε κατοικούσαν στα μέρη
εκείνα είτε τον επισκέπτονταν, όπως ο Σπυρίδων Βιάζης – Μαύρος και ο Παναγιώτης
Δημητρακόπουλος, ο προύχοντας της Νάουσας που ξεσήκωσε στην Επανάσταση τους
Παριανούς, στις 24 Απριλίου 1821.
–1829. Σε έγγραφο της Εκατονταπυλιανής «Εν Παροικία της Πάρου» την 19
Μαΐου 1829 αναφέρονται οι εκλογείς της επαρχίας Πάρου και Αντιπάρου: Αθανάσιος
Μαύρος, Μ.Μ. Μαυρογένης, Δημήτριος Καλαβρός, Νικ. Μαλατέστας, Ιω. Μεταξάς, Θ.
Ρικιέρης, Ιάκωβως Λουκής, Ν. Μωραΐτης, Μιχαήλ Τζιγώνιας, Ιω. Βαλσαμής,
Ευστράτιος Στάμενας, Ζέπος Δελαγραμμάτης, Ν. Κονταράτος, Ν. Ρούσσος, Γεώργιος
…, Τζανής Μάτζας, Δαμιανός Μπιάζης, Γεώργιος Βιτζαράς.
–1831. Στις 6 Ιουνίου 1831.
Ιδρύεται Μνημονία στην Αντίπαρο με πρώτο μνήμονα τον Δαμιανό Βιάζη. Η Μνημονία
ήταν το συμβολαιογραφείο επί Καποδίστρια, και μνήμονες αναφέρονται στην
Παροικιά ο Δημήτριος Καλαβρός και στον Τσιπίδο ο Μιχαήλ Τσιγώνιας (έγγραφο 27
Οκτωβρίου 1831).
–1843. Στις 17 Οκτωβρίου
1843 η συνέλευση της αντιπολίτευσης επαναλαμβάνεται, αλλά πάλι χωρίς τον
Δήμαρχο Θ. Καμπάνη ο οποίος κατηγορείται από τους παρευρισκομένους ότι
«αισθάνεται ανώτερος του νόμου και προβάλει ανύπαρκτες προφάσεις». Η συνέλευση
αποφασίζει να προχωρήσει στην εκλογή χωρίς τον Δήμαρχο! Πρόεδρος ανέλαβε ο Δ.
Χαμάρτος και προσυπέγραψαν τα 5 γεροντότερα μέλη Ν. Πούλιος, Ιωάννης Καπαρός,
Λεονάρδος Κονδύλης, Ηλίας Σαράντος, Νικόλαος Ρούσσος. Οι εκλογείς ήταν οι εξής:
Πόλις Παροικίας (Δήμαρχος Θ. Καμπάνης): Ζώρζης Μ Μαυρογένης, Δημήτριος
Χαμάρτος, Πέτρος Μαυρομμάτης, Ν Α Ψαράκης, Αντ Ελ Χαμάρτος, Λεονάρδος Κονδύλης.
Κωμόπολις Λευκών (Πάρεδρος Κωνσταντίνος Χανιώτης): Εμμανουήλ Ν Αρκάς, Νικόλαος
Γ Ρούσσος, Νικόλαος Γ Παντελαίος, Ιωάννης Α Δεσύλλας.
Κωμόπολις Ναούσης (Δήμαρχος Ν.
Μαλατέστας): Δημήτριος Π Δημητρακόπουλος, Ηλίας Σαράντος, Ιωάννης Μεταξάς,
Αντώνιος Κορτιάνος (δεν παρευρέθη λόγω ασθενείας).
Χωρίον Κώστου(Πάρεδρος Ιωάννης Α. Καπαρός): Ιωάννης Α Καπαρός, Αναστάσιος
Ρούσσος
Χωρίον Δραγουλά (Πάρεδρος Νικήτας Ν. Άγουρος): Γεώργιος Κληρονόμος
Χωρίον Μαρμάρων (Πάρεδρος Νικήτας Ν. Άγουρος): Ιωάννης Γιαννουλάκης, Νικήτας
Άγουρος (δεν παρευρέθη λόγω ασθενείας).
Χωρίον Τσιπίδου (Δήμαρχος
Μαρπήσσης ΓΣ Δελαγραμμάτης): Νικόλαος Βατιμπέλας, Νικόλας Πόυλιος, Γεώργιος Σ
Δελαγραμμάτης (απών).
Χωρίον Ωλιάρου (Πάρεδρος Δ.
Βιάζης): Παναγής Καλάργυρος, Ματθαίος Μαούνης.
Τα αποτελέσματα ανέδειξαν πληρεξουσίους Πάρου τους Δ. Π. Δημητρακόπουλο (21
ψήφοι) και Ζ. Μάτσα Μαυρογένη (21). Συμμετείχαν και οι Νικόλαος Ψαράκης
(Παροικιά, 11 ψήφοι), Ν. Βατιμπέλας (Τσιπίδος, 7), Λεονάρδος Κονδύλης
(Παροικία, 7), Νικόλαος Μαλατέστας (Νάουσα, 6 ψήφοι), Κωνσταντίνος Δαμίας
(Παροικία, 6), Π. Μαυρομάτης (Παροικία, 6).
Ο Δήμαρχος Πάρου αρνήθηκε να
επικυρώσει τις υπογραφές και συνεπώς την εκλογή.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Ωλιάρου είναι
εγγεγραμμένος ο 26χρονος κτηματίας Πέτρος Δ. Βιάζης.
–1855. Το 1855
γεννιέται ο Ιωάννης Δημ. Βιάζης. Απεβίωσε το 1929. Παντρεύτηκε την Αικατερίνη
Ζησιμοπούλου και υιοθέτησαν μια κόρη την Άννα.
–1847. Σε εκλογικό κατάλογο
Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο
53χρονος κτηματίας Δαμιανός Βιάζης.
–1864. Το 1864
γεννιέται ο Βιάζης Δαμιανός του Αντωνίου ιατρός κάτοικος Παροικιάς.
–1870. Εξωμανδρι του Βιάζη στον Δραγουλά 1870.
–1870. Διαθήκη Νικήτα Ν. Σιφάκη (Δραγουλάς, 12 Μαρτίου 1870) «εις την
θυγατέρα αυτού Ταρώ, σύζυγο Εμμανουήλ Αλιπράντη, αφήνει μιαν άμπελον εκ
ζευγαριών τεσσάρων κατά την θέσιν Καλαμίτσαν του αυτού δήμου Μαρπήσσης». «εις
την θυγατέρα αυτού Μαριγώ αφήνει δύο εξωμάνδρια εις θέσν Σμυρίγλια του Δήμου
τούτου, ομορεύοντα με εξωμάνδριον Βιάζη Καρούτσα, Γεωργίου Ρωμανού και ετέραν
του διαθέτουν, με την παρατήρησιν ότι αν ποτέ ήθελε γίνει εξόρυξις σμύριδος εξ
αυτών να είναι προς όφελος εξίσου αυτής και της αδερφής αυτής Ταρώς διαδοχικώς
και εις τους κληρονόμους αυτών».
–1889. Μαρμάρινη πλάκα στον ενοριακό ναό της Ζωοδόχου Πηγής στην
Παροικιά, η οποία σήμερα είναι εντοιχισμένη πάνω από τη νότια θύρα του ναού και
η οποία αναγράφει τα εξής: «Ο ιερός ώδε ναός οικοδομηθείς το πρώτον εν έτει
1784 νυν εξ εδάφους ανεκαινίσθη συνδρομή ευσεβών Παρίων και επιμελεία Δημάρχου
Ιωάννου Κ. Μάτσα και των εκκλησιαστικών επιτρόπων Δημητρίου Ζαφειρόπουλου,
Ιωάννου Δ. Βιάζη και Γεωργίου Πατέλη, αρχιμανδρίτου 1889.
–1895. Το 1895
γεννιέται στην Αντίπαρο Βιάζη Ι. Παρασκευή, μετέπειτα σύζυγος του Γεώργιου
Φαρούπου.
–1900. Το 1900
γεννιέται η κάτοικος Αντιπάρου Βιάζη Κλαίρη του Ιωάννη, μετέπειτα σύζυγος
Κωνσταντίνου Τριαντάφυλλου.
–1903. Στα 1903 έχουμε τις
εκλογές για την ανάδειξη Δημάρχων, Δημαρχικών παρέδρων και Δημοτικών Συμβούλων.
Για την υποψηφιότητα ως
Δημαρχιακού Παρέδρου στην Παροικιά, η εφημερίδα «Αιγαίον» γράφει στις 30
Αυγούστου 1903: Δημαρχικοί άρεδροι
εξελέγησαν στην Παροικιά ο Νικηφόρος Κυπραίος, ο Αλέξανδρος Μαυρογένης και ο
Ανδρέας Γ. Παπακωνσταντίνου και Δημοτικοί Σύμβουλοι του Δήμου Πάρου (Παροικιάς)
οι: Κων. Ν. Κονδύλης, Στυλ. Ξ. Καμπάνης, Δ. Μαύρος, Δ. Αργυρόπουλος, Ανδρ.
Ψαράκης, Ανδρ. Βαρούχας, Νικ. Βάλληνδρας, Ιωάν. Δ. Βιάζης, Ιωάν. Νικηφόρος,
Δημήτρης Πρωτόδικος, Λεων. Βενιέρης, Στ. Μαύρος.
–1904. Το 1904 ετελέσθησαν οι
γάμοι του Δημητρίου Μ. Πρωτοδίκου, κτηματία, και της Σοφίας Α. Νικηφόρου. Τους
νυφικούς στεφάνους αντήλαξαν ο ιατρός Βιάζης και η Ειρήνη Ν. Κρίσπη (Αιγαίων φ.
130, 10 Απρ. 1904).
–1907. Η εφημερίδα «Αιγαίον»
στο φ. 260, 14 Ιουλίου 1907 ανακοινώνει: «Όπως πάντοτε εν πλήρει ησυχία και
τάξει διεξήχθησαν την προπαρελθούσαν Κυριακήν αι δημοτικαί εκλογαί, εκλεχθέντων
δημάρχων του μεν δήμου Πάρου του κ. Πέτρου Μπάου, επί οκταετίαν ήδη τοιούτου,
Υρίας του κ. Φραγκ. Χανιώτου, Ναούσης του κ. Σπυρίδωνος Κονταρίνη και Μαρπίσσης
κ. Σταματίου Μαλαματένιου. Δημοτικοί Σύμβουλοι εκ του Δήμου Πάρου εξελέγησαν
κατά σειράν επιτυχίας οι κάτωθι: 1)Ηρακλής Φωκιανός 2) Ιωάν. Νικηφόρος 3)
Γεώργιος Πελοποννήσιος 4) Ιωάν. Βιάζης 5) Δημ. Μαύρος 6) Νικόλαος Φραγκούλης 7)
Αθανάσιος Μαρινόπουλος 8) Γ. Γράβαρης 9) Δημ. Καλλίερος 10) Χρ. Πανταζόπουλος
11) Αθαν. Μαύρος».
–1907. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι
εγγεγραμμένος ο παριανός 42 ετών υπάλληλος Ιωάννης Αντ. Βιάζης έγγαμος. Έδωσε
όρκο στις 5 Ιανουαρίου 1907.
–1907. Στον
εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο
γεννημένος το 1907 κάτοικος Αντιπάρου Βιάζης Δαμιανός του Πέτρου εργάτης και ο
Βιάζης Στυλιανός του Ιωάννη έμπορος.
–1908. Στον
εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο
γεννημένος το 1908 κάτοικος Αντιπάρου Βιάζης Δαμιανός του Γεράσιμου γεωργός.
–1911. Το 1911
γεννιέται στην Αντίπαρο η Ελένη Ι. Βιάζη, μετέπειτα σύζυγος του Ιωάννη
Μαριάνου.
–1911. Γεώργιος Π. Βιάζης, ιδιοκτήτης καφενείου
στην Αντίπαρο το 1911.
–1911 Δαμιανός Αντ. Βιάζης, ιατρός στην
Αντίπαρο.
–1915. Στον
εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο
γεννημένος το 1915 κάτοικος Αντιπάρου Βιάζης Μάρκος του Πέτρου εργάτης.
–1928. Το 1928
γεννιέται ο Βιάζης Αντώνιος του Γεράσιμου, κάτοικος Αντιπάρου.
–1950. Σε
εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 2 Σεπτεμβρίου 1950 υπάρχει εγγεγραμμένη η
Βιάζη Φλώρα, όνομα συζύγου Στυλιανού, όνομα πατρός Κ. Τριαντάφυλλος.
–1951. Στις 10 Μαΐου
1951. Αποτελέσματα Κοινοτικών Εκλογών Αντιπάρου: Ψήφησαν 220: Του Κόμματος
«Ρεύματος» (Φιλελευθέρων) έλαβον ψήφους: Στυλιανός Ι. Βιάζης 133, Ιωάννης Κ.
Τριαντάφυλλος 130, Δημ. Εμμ. Πατέλης 128, Δαμιανός Γερ. Βιάζης 124 και Δημ. Γ.
Καράντζας 119.
Του Κόμματος «Βιολέτα» (Λαϊκού) έλαβον:
Στρατής Παναγιώτης Ρούσσος 104, Θεολόγος Παντελ. Καλάργυρος 102, Ιωάννης Ξενοφ.
Μαριάνος 92 και Ιωάννης Κ. Φαρούπος 86.
–Βίγλας: Πατριδωνύμιο τοπωνύμιο –Γόνοι Δελαγραμματαίων Παροικίας:
Τζώτζης Συμ. Δελαγραμμάτης *1 (1770) Νοτάριος – Πρόξενος της Ρωσίας στα
Ορλωφικά στην Πάρο: Ελένη Δελαγραμμάτη ¬ Μάρκος Μάτζας Μαυρογένης *4
(Δήμαρχος-Βουλευτής) ¬ Μαρουσώ Δ. Δημητρακοπούλου, Ερατώ Νικ. Κονδύλη, Αγγελική
Δαμία, Πέτρος Μάτζας Μαυρογένης ¬ Καλυψώ Ζαννή Μάτζα ¬ Μάρκος Μαυρογένης
¬Χαϊδεμένη Σπ. Κρίσπη ¬ Καλυψώ Μάρκ. Μαυρογένη ¬ Κων/νος Ιω. Γράβαρης
(Συμβολαιογράφος) ¬ Ιωάννης Κων. Γράβαρης (Συμβολαιογράφος) ¬ Μαρία Χανιώτη ¬
Κων/νος Ι. Γράβαρης (Επιχ/τίας) ¬ Αντιγόνη Γ. Βίγλα (Φαρμακοποιός).
–Βιδάλης:
Το επώνυμο Βιδάλης ή Βιτάλης ανήκει σε εκείνες τις παλιές
οικογένειες του Αιγαίου που φαίνεται να συνδέονται με τη μακραίωνη παρουσία των
Βενετών στην Ανατολική Μεσόγειο. Σύμφωνα με την ερευνήτρια Χρυσάνθη Τσικριτσή –
Κατσιανάκη, οι τύποι Βιδάλης και Βιτάλης αποτελούν παραλλαγές της
ίδιας ιταλικής οικογένειας Vidali, μιας οικογένειας με παρουσία στη
Βενετία και στις βενετοκρατούμενες περιοχές.
Το επώνυμο συναντάται ήδη από τον 16ο αιώνα
στην Κρήτη, όπου οι Vidali καταγράφονται ανάμεσα στις οικογένειες της βενετικής
διοίκησης και των εμπόρων. Το 1536 αναφέρονται οι Nico και Pero Vidali
μεταξύ των στρατευσίμων των Χανίων, ενώ αργότερα, το 1644, η οικογένεια
καταγράφεται στους Nobili Cretensi di Canea (Χανιά), καθώς και στους
εμπόρους της Κρήτης. Σημαντική μορφή υπήρξε ο Hieronymus Vidalis, ο
οποίος το 1647 εμφανίζεται στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας.
Μετά την πτώση του Χάνδακα το 1669, αρκετές
κρητικές οικογένειες μετακινήθηκαν προς τα Επτάνησα και άλλες περιοχές του
ελληνικού χώρου. Μεταξύ των προσφύγων της Κρήτης στην Κέρκυρα το 1683
αναφέρονται πρόσωπα με το επώνυμο Vitali, γεγονός που επιβεβαιώνει τη
διάδοση της οικογένειας στις περιοχές υπό βενετική επιρροή.
Στην Πάρο η παρουσία των Βιδάληδων
μαρτυρείται ήδη από τα τέλη του 16ου αιώνα. Το παλαιότερο μέχρι σήμερα γνωστό
τεκμήριο είναι από τα Μάρμαρα της Πάρου, όπου σε πωλητήριο έγγραφο της 1ης
Απριλίου 1597 εμφανίζεται ως μάρτυρας ο:
«Μαστροϊωάννης Βιδάλης»
Η παρουσία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική,
καθώς αποδεικνύει ότι η οικογένεια είχε εγκατασταθεί στην Πάρο ήδη κατά την
ύστερη περίοδο της βενετικής κυριαρχίας στο Αιγαίο.
Κατά τους νεότερους χρόνους, κλάδοι της
οικογένειας Βιδάλη εμφανίζονται με καταγωγή από την Τήνο, ενώ μέλη τους
εγκαταστάθηκαν στην Παροικιά και στον Κώστο της Πάρου,
συνεχίζοντας την παρουσία του επωνύμου στο νησί.
Η ιστορία των Βιδάληδων αποτελεί ένα ακόμη
παράδειγμα της πολυπολιτισμικής ταυτότητας της Πάρου, όπου οικογένειες με ρίζες
από τη Βενετία, την Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου ενσωματώθηκαν στην τοπική
κοινωνία και έγιναν μέρος της ιστορικής συνέχειας του τόπου.
Βιδάλης: ένα παριανό επώνυμο με ίχνη που
οδηγούν στη Βενετία, στην Κρήτη και στην παλιά κοινωνία των Μαρμάρων.
–1597. Σε πωλητήριο έγγραφο Μαρμάρων της 1
Απριλίου 1597 υπογράφει ο Μαστροιωάννης Βιδάλης μάρτυρας.
–Από τα τέλη του 20ου αι. κλάδοι
της οικογένειας Βιδάλη με καταγωγή από την Τήνο. Κάτοικοι Παροικιάς και
Κώστου.
–Βιδούρης:
–1887. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι
εγγεγραμμένος ο παριανός 65χρονος βυρσοδέψης Λάζαρος Νικ. Βιδούρης, έγγαμος.
Έδωσε όρκο στις 23 Ιανουαρίου
1887.
–Βιζάσης: ίσως πρόκειται για την οικογένεια της Νάουσας Βιάζη ή Μπιάζη.
–1733. Πρακτικό εκλογής
απεσταλμένων του κοινού της Νάουσας στην Κωνσταντινούπολη στις 26 Οκτωβρίου
1733 αναφέρεται ο Βιζάσης.
–Βιντζηλαίος: Βλέπε Βιτζηλαίος, Βιντζηλαίος.
–Βιόλας:
–1738. Το 1738 αναφέρεται ο
δοτόρε Πάρου Βιόλας.
–Βιτάλης:
–1718. Χωράφι στον Άμπελο σύμπλιος Ζεπάκης Βιτάλης από τον Αλισάφη.
–Βιτζαράς ή Βιτσαράς ή Βουτζαράς ή Βιτζορέος ή Βιτσεράς: Ανάμεσα στις
μεγάλες οικογένειες που σημάδεψαν την ιστορία της Πάρου από την περίοδο της
Ενετοκρατίας έως και τους νεότερους χρόνους, ιδιαίτερη θέση κατέχει η
οικογένεια Βιτσαρά, γνωστή στις ιστορικές πηγές και με τις παραλλαγές Βιτζαράς,
Βιτζορέος, Βουτζαράς και Βιτσεράς. Για περισσότερους από πέντε
αιώνες τα μέλη της εμφανίζονται αδιάκοπα στα συμβολαιογραφικά έγγραφα, στις
εκκλησιαστικές πράξεις, στις επιγραφές ναών και στα δημόσια αξιώματα της Πάρου,
αποτελώντας μία από τις σημαντικότερες οικογένειες της τοπικής αριστοκρατίας.
Η καταγωγή της οικογένειας
φαίνεται να είναι δυτική. Αρκετοί ερευνητές θεωρούν πιθανή τη σύνδεσή της με τη
βενετική οικογένεια Vinciguerra, ενώ άλλοι την αποδίδουν σε παλαιότερη
οικογένεια της Βερόνας. Όποια κι αν είναι η ακριβής προέλευση, είναι βέβαιο ότι
οι Βιτσαράδες εγκαταστάθηκαν στην Πάρο ήδη κατά τους τελευταίους αιώνες της
λατινικής κυριαρχίας και συγκαταλέχθηκαν στις οικογένειες που διαμόρφωσαν την
κοινωνική και διοικητική φυσιογνωμία του νησιού.
Το οικόσημο της οικογένειας
είναι από τα πλέον χαρακτηριστικά της Πάρου. Απεικονίζει ένα ανθρώπινο χέρι που
κρατά τρεις λεπτές βέργες (βίτσες), ένα λογοπαίγνιο που συνδέει το σύμβολο με
το επώνυμο. Το οικόσημο σώζεται ακόμη σε υπέρθυρα παλαιών αρχοντικών της
Παροικίας, υπενθυμίζοντας τη μεγάλη ακμή της οικογένειας κατά τον 16ο και 17ο
αιώνα. Σε ένα από τα σημαντικότερα αρχοντικά διατηρείται και η λατινική
επιγραφή «Amantes vitam insinuamus ut ametis aeternam», δηλαδή «Σε όσους
αγαπούν τη ζωή, διδάσκουμε να αγαπούν και την αιώνια», μια φράση που
αποκαλύπτει την παιδεία και το πνευματικό επίπεδο των ιδιοκτητών του.
Οι πρώτοι Βιτσαράδες ήταν
καθολικοί, όπως συνέβαινε με πολλές ευγενείς οικογένειες των Κυκλάδων. Με την
πάροδο των αιώνων όμως η οικογένεια ακολούθησε την ιστορική πορεία της Πάρου
και αρκετοί κλάδοι της προσχώρησαν στην Ορθοδοξία, χωρίς ποτέ να διακοπούν οι
σχέσεις της με την Καθολική Εκκλησία. Η διττή αυτή παράδοση αποτελεί ένα από τα
πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της ιστορίας της οικογένειας.
Η στενή σχέση των Βιτσαράδων
με τον καθολικό κλήρο είναι εμφανής ήδη από τον 15ο αιώνα. Το 1460 ο Δον
Αντώνιος Βιτζαράς ίδρυσε την προσωπική του καπέλα στον Άγιο Γεώργιο του
Καστελιού της Νάουσας, ενώ αργότερα αρκετά μέλη της οικογένειας διακρίθηκαν ως
καθολικοί ιερείς και εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι.
Ανάμεσά τους ξεχωρίζει
ιδιαίτερα ο αμπάτες Αντώνιος Π. Βιτζαράς, μία από τις σημαντικότερες
προσωπικότητες της καθολικής κοινότητας της Πάρου. Διετέλεσε Βικάριος Πάρου και
ηγούμενος του καθολικού μοναστηριού της Παροικίας, του γνωστού
Φραγκομονάστηρου. Η σφραγίδα του, που διασώζεται στο Ιστορικό Αρχείο Νάξου,
φέρει το οικογενειακό οικόσημο μαζί με τα διακριτικά του εκκλησιαστικού του
αξιώματος, αποδεικνύοντας όχι μόνο την προσωπική του θέση αλλά και το κύρος της
οικογένειας μέσα στην Καθολική Εκκλησία.
Το Φραγκομονάστηρο υπήρξε για
αιώνες το σημαντικότερο καθολικό πνευματικό κέντρο της Πάρου. Από εκεί πέρασαν
μορφωμένοι μοναχοί, ιεραπόστολοι και διδάσκαλοι, ενώ η μονή αποτέλεσε επί
μακρόν σημείο αναφοράς για τον καθολικό πληθυσμό του νησιού. Όλα δείχνουν ότι ο
Αντώνιος Βιτζαράς υπήρξε από τους τελευταίους αμπάτες της ιστορικής αυτής
μονής, λίγο πριν η παλαιά ακμή της αρχίσει να φθίνει. Η παρουσία του αποτελεί
μία από τις σημαντικότερες σελίδες της ιστορίας τόσο της οικογένειας όσο και
της Καθολικής Εκκλησίας στην Πάρο.
Παράλληλα, οι Βιτσαράδες
αναδείχθηκαν σε μία από τις ισχυρότερες οικονομικά οικογένειες του νησιού.
Διέθεταν εκτεταμένες γεωργικές εκτάσεις, αμπελώνες και ελαιώνες, ενώ τα ονόματά
τους συναντώνται συνεχώς σε αγοραπωλησίες, δωρεές, προικοσύμφωνα και συμβόλαια.
Κατά την Οθωμανική περίοδο συγκαταλέγονταν μεταξύ των μεγάλων γαιοκτημόνων της
Πάρου, μαζί με οικογένειες όπως οι Κρίσπη, Κονδύλη, Μαυρογένη, Μαύρου και
Σομαρίπα.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η
συμμετοχή τους στη δημόσια διοίκηση. Από τον 16ο έως τον 18ο αιώνα τα μέλη της
οικογένειας υπηρετούν ως νοτάριοι, σακελλάριοι, επίτροποι της Εκατονταπυλιανής,
κοινοτικοί άρχοντες, δικαστικοί αντιπρόσωποι και εκπρόσωποι του Κοινού της
Πάρου. Σπάνια συναντά κανείς άλλη οικογένεια με τόσο συνεχή παρουσία στα
δημόσια πράγματα για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.
Εξίσου σημαντική υπήρξε και η
προσφορά τους στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική του νησιού. Επιγραφές των
Βιτσαράδων σώζονται στην Εκατονταπυλιανή, στην Παναγία των Εισοδίων, στην Αγία
Κυριακή, στον Άγιο Ιωάννη στο Δάσος, στο Ταξιαρχάκι και σε πολλούς ακόμη ναούς.
Άλλοτε ως κτήτορες, άλλοτε ως δωρητές και άλλοτε ως επίτροποι, τα μέλη της
οικογένειας συνέβαλαν αποφασιστικά στη διατήρηση και τον καλλωπισμό των
εκκλησιών της Πάρου.
Το 1611 ο επίτροπος της
Εκατονταπυλιανής Μανώλης Βιτζορέος χρηματοδότησε την κατασκευή του μαρμάρινου
τέμπλου του παρεκκλησίου του Αγίου Νικολάου, ενός από τα σημαντικότερα έργα
μαρμαρογλυπτικής του ναού. Η πράξη αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της
οικονομικής επιφάνειας αλλά και της ευσέβειας της οικογένειας.
Η οικογένεια διακρίθηκε επίσης
για το μορφωτικό της επίπεδο. Ήδη από τον 17ο αιώνα ο Πέτρος Βιτσαράς φοιτούσε
στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας, ένα από τα σημαντικότερα πανεπιστήμια της
Ευρώπης, γεγονός που αποδεικνύει τις στενές σχέσεις των Βιτσαράδων με τα μεγάλα
πνευματικά κέντρα της εποχής.
Τα επιβλητικά αρχοντικά της
οικογένειας κοσμούσαν την Παροικία για αιώνες. Το σημαντικότερο από αυτά, δίπλα
στον Άγιο Νικόλαο, πέρασε αργότερα μέσω επιγαμιών στις οικογένειες Σκυφιανού,
Κρίσπη, Χριστιανόπουλου και Αυλήτη, ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα στέγασε το
πρώτο οργανωμένο φαρμακείο της Πάρου. Έτσι, το ίδιο κτίριο συνδέει τη λατινική
αριστοκρατία του 17ου αιώνα με τη νεότερη ιστορία του νησιού.
Με την πάροδο των αιώνων
κλάδοι της οικογένειας εγκαταστάθηκαν στη Νάξο, στην Κρήτη, στην Ικαρία και
αργότερα σε ευρωπαϊκές και υπερπόντιες χώρες, χωρίς ποτέ να χαθεί η μνήμη της
παριανής καταγωγής τους.
Η ιστορία των Βιτσαράδων
είναι, στην πραγματικότητα, η ιστορία της ίδιας της Πάρου κατά τους τελευταίους
πέντε αιώνες. Μέσα από τα αρχοντικά τους, τα οικόσημα, τις εκκλησίες που
ίδρυσαν, τους ιερείς, τους νοτάριους, τους προκρίτους και τους λογίους που ανέδειξαν,
αποτυπώνεται η πορεία ενός νησιού όπου η βυζαντινή παράδοση συνάντησε τον
λατινικό κόσμο και όπου η συνύπαρξη καθολικών και ορθοδόξων δημιούργησε μια
μοναδική πολιτιστική φυσιογνωμία.
Οι Βιτσαράδες δεν υπήρξαν
απλώς μία εύπορη οικογένεια της Πάρου. Υπήρξαν φορείς εξουσίας, παιδείας,
εκκλησιαστικής προσφοράς και κοινωνικής ευθύνης. Για τον λόγο αυτό δικαιωματικά
καταλαμβάνουν μία από τις πρώτες θέσεις ανάμεσα στις μεγάλες ιστορικές οικογένειες
του νησιού, των οποίων η κληρονομιά εξακολουθεί να είναι ορατή μέχρι σήμερα στα
μνημεία, στα αρχεία και στη συλλογική μνήμη των Παρίων.
–1460 ο Δον Αντώνιο Βιτζαρά θεμελιώνει την προσωπική του Καπέλλα στο
Κεστέλλι της Νάουσας. Πρόκειται για το σημερινό ενοριακό παρεκκλήσι του Αγίου
Γεωργίου των Καθολικών.
–1600. Το παλιό Φαρμακείο. “Curriculum vitae” Α. Το
κτίριο: Αποτελεί – καθέτως – το μισό του όλου κτιριακού συγκροτήματος, μαζί με
την παρακείμενη εκκλησία «Άγιος Νικόλαος», που οικοδομήθηκε στις αρχές του
1600, σαν μεγάλη υστεροαναγεννησιακή κατοικία της ιερατικής και ιστορικής
Οικογένειας της Πάρου, Βιτσαρά, που παρέμεινε ως το 1700. (Άλλες τρεις
βυζαντινο-ενετικής μορφής κατοικίες Βιτσαρά, διασώζονται στην Παροικία.) Στη
συνέχεια, με θηλυγονική προικοδότηση περιέρχεται στον Αντώνη Σκυφιάνο και στη
Σύζυγό του Νικολέτα Ιωάν. Κρίσπη που και αυτοί την προικοδοτούν στη κόρη τους,
Μαργαρίτα, Σύζυγο Γεωργίου Χριστιανόπουλου. Το 1834, οι Χριστιανόπουλοι,
χωρίζουν την κατοικία και δίνουν στην κόρη τους Μαρούσα το βορινό τμήμα, μαζί
με την εκκλησία – που είναι η προμάμμη του μέχρι σήμερα ιδιοκτήτη – και το
νότιο στο γιό τους Ιάκωβο Χριστιανόπουλο, στην οικογένεια του οποίου παραμένει
ως το 1896. Με αγορά του Γιάννη Γεωργ. Αργυρόπουλου, και με προικοδότηση στη
κόρη του Άννα, Σύζυγο του πρώτου Φαρμακοποιού της Πάρου, Πέτρου Ιωαν. Αυλήτη,
φθάνει στον εγγονό του Πέτρο Ανδρ. Αυλήτη, απ’ τον Πατέρα του Φαρμακοποιό
Ανδρέα Αυλήτη. Η θέση, λόγω του υπάρχοντος ως σήμερα, παλιού πηγαδιού – από το
οποίο υδρευόταν το κεντρικό τμήμα της Παροικίας – και καλυμμένο πλέον, γράφεται
και λιγότερο ακούγεται «Στου Παϊζάνου το πηγάδι». Β. Το Φαρμακείο:
Δημιουργήθηκε στο νότιο ισόγειο τμήμα του ιστορικού κτιρίου, από τον Πέτρο Ι.
Αυλήτη, με την επωνυμία «Ο Δαμβέργης» προς τιμήν του Φαρμακοποιού Πρύτανη. Ο
εσωτερικός σκελετός, μοναδικός και χαριτωμένος, που κινεί το ενδιαφέρον και την
περιέργεια των περαστικών και των επισκεπτών, -που δύσκολα και στην Ευρώπη
ανευρίσκεται- έχει μεταφερθεί απ’ την Ερμούπολη Σύρου, το 1900, έτος που
δημιουργήθηκε το Φαρμακείο, και αποτελούσε αντίστοιχο παλαιότερα, στην ανθούσα
τότε πρωτεύουσα των Κυκλάδων, στην οποία αρχικά είχε σταλεί από την Φραγκόφωνη
Ευρώπη. Ο πρώτος της Πάρου Φαρμακοποιός διατήρησε το Φαρμακείο ως το 1935 και ο
γιός του ως το 1970, που έκλεισε. Και στις δύο περιόδους, το Φαρμακείο χώρος
αισθητικά ζεστός, αποτελούσε τη θέση συγκεντρώσεων των Γιατρών και των
Επιστημόνων, που με ευγένεια τους δεχόταν πρώτα ο γενειοφόρος, Παλαμαϊκής
εμφάνισης Φαρμακοποιός, και ύστερα ο χωρίς γένια πλέον ευρωπαϊκής εμφάνισης,
γιός του. Την τελευταία 35ετία, κλειστό, άνοιγε μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες,
για να το θαυμάσουν και να το φωτογραφίσουν οι Τουρίστες. Πηγή: Σπυρίδων. Δελ.
Ναυπλιώτης Αρχιτέκτων Μηχανικός.
–1600. Ο παπά Σάββας Βουτζαράς είχε διατελέσει νοτάριος και οικονόμος στην
Εκατονταπυλιανή κατά τα έτη 1600, 1610.
–1602. Ο παπά Σάββας Βουτζαράς, οικονόμος και νοτάριος Παροικιάς, υπογράφει
έγγραφο προσηλώσεως του μοναχού Ιωάννη στη μονή της Πάτμου, 22 Ιουλίου 1602.
–1610. Νοτάριος και οικονόμος Πάρου ο Σάββας Βουτζαράς.
–1611. Ο παπά Σάββας Βουτζαράς σε έγγραφο μονής Διονυσίου Αγίου Όρους (είχε
μετόχια στην Πάρο το μονύδριο Ταξιάρχου Μιχαήλ Παροικιάς), 17 Ιανουαρίου 1611.
–1611. Το 1611 επίτροπος Εκατονταπυλιανής ο Βιτζορέος Μανόλης. Το περίτεχνο
μαρμάρινο τέμπλο εξαιρετικής τέχνης, του παρεκκλησίου του Αγίου Νικολάου της
Εκατονταπυλιανής, του 1611, φιλοτεχνήθηκε με έξοδα του Μανολη Βιτζορέου
(παραλλαγή του επων. Βιτσαράς).
+ΜΝΗΣΤΗΤΙ ΚΕ ΤΙ ΨΥΧΙ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΘΥ ΜΑΝΟΛΙ ΒΙΤΖΟΡΕΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ 1611.
–1613. Στο ιερό βήμα του προσαρτημένου
παρεκκλησίου στη μονή Ταξιαρχάκι νοτιοανατολικά της Παροικιάς, έχει μεταφερθεί
και εναποτεθεί μικρή μαρμάρινη επιτύμβια πλάκα με επιγραφή «1613 Μαρίνος
Βιτζαρ(άς) ο κτίτορ της Αγίας».
–1617. Το 1617 απεβίωσε ο Νικόλαος Βουτζαράς.
Στο κενοτάφιό του στην είσοδο της Εκατονταπυλιανής γράφει «+ΕΓω ΝΙΚΟΛΑC ΒΟVTZAΡΑC ΗΚΑΜΑ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΜΝΗΜΙΟΝ ΕΠΙ ΖωΗΣ ΜΟV ΚΑΙ Ο
ΔΕΣΠΟΤΗΣ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΝΑ ΒΑΛΗ ΕΙΣ ΤΑΙΣ AΓΚΑΛΕC ΤΟV ΤΗΝ ΨΗΧΗ ΜΟV ΕΤΟVC 1617».
–1618. Στο σπίτι του Ιωάννη Φωκιανού στην
Παροικιά, στο υπέρθυρο της εισόδου στη σκάλα που οδηγεί στον άνω όροφο,
εκατέρωθεν του γνωστού οικοσήμου Βιτζαρά συναντώνται τρεις αιώνες: 17ος,
18ος και 19ος.
Στην χρονολογία 1618 αντιστοιχούν τα γράμματα
ΑΤ Β που συμπληρώνονται: Α(ναγνώσ(Τ)ης Β(ουτζαράς), κτήρορας και ιδιοκτήτης του
αρχοντικού που βρίσκεται, στον κεντρικό δρόμο της πόλης όπου και τα άλλα
αρχοντικά των Μαυρογένηδων, των Κρίσπη κ.α. Το ότι ο κάτοχος του οικοσήμου
είναι ο Αναγνώστης Βουτζαράς το γνωρίζουμε και από την επιγραφή του υπερθύρου
του ναού της Παναγίας των Εισδύων που βρίσκεται κοντά στο σπίτι του, και του
οποίου υπήρξε κτήτορας (Αναγνώστης Βουτζαράς 1645 Μαΐω 2).
–1630. Στο υπέρθυρο του ναού Αγίου Ιωάννη του
Προδρόμου στο Δάσος υπάρχει η επιγραφή «+Ανακαινίστη εκ βόθρου ούτος ο θείος
και πάντιμος | ναός του τιμίου Προδρόμου, δια συνδρομής κ(αι) εξόδου |αναξίου
δούλου αυτού Ιακώβου ιερομονάχου το επίκλη Βουτζαρά 1630».
–1630. Πώληση χωραφιού. Καστέλλι Κεφάλου, 6 Φεβρουαρίου 1630.
«Ενώπιον του ιερέα Δημητρίου Λουκή και οικονόμου Κεφάλου που συνέταξε το
πωλητήριο αυτό έγγραφο στο καστέλλι του Κεφάλου, στον Τζιπίδο, ο Ιωάννης
Γουλιαρμή Λουκής πωλεί στον εγγονό του ιερέα Ιωάννη Παπαδόπουλο το χωράφι οπού
έχει οπίσω εις το Πελιγάρδιν τους (περιβόλι), για 25 ρεάλια, που υπολογίζονταν
σε 200 άσπρα, συν τον έγγειο φόρο τον Βασιλικό.
Το έγγραφο υπογράφουν ο Ιωάννης Παιδιάτης (ή Πεδιάτης), ο Σάββας
Βουτζαράς, ο Γιάκωβος Συρίγος, ο Μιχέλης Βιτζαράς και ο Γεώργιος Μνηγού
Σκορδίλης.
–1632. Ο Σακελλάριος Βιτζαράς
Δημήτριος συντάσσει την διαθήκη του Αντώνη Ταμία στον Άγιο Μηνά στις 27
Νοεμβρίου 1632.
–1633. Στην Καταπολιανή, σε
λοξότμητο κοσμήτη που υπήρχε σε κατεδαφισμένο μεταγενέστερο τοίχο της πρόσοψης
της είναι χαραγμένα: «1633 Στεφανής
τουπίκλι Βουτζαράς Γεωργιλάς Αβάζος κτήστις».
–1634. Σε χάραγμα στη βάση μαρμάρινη
μανουαλίου Ευαγγελίστριας: «1634 Βουτζαρ(άς)».
–1643. Μαρίνος Βυτζαράς.
–1645. Βουτζαράς Αναγνώστης. Επιγραφή του
υπερθύρου του ναού της Παναγίας των Εισδύων που βρίσκεται κοντά στο σπίτι του,
και του οποίου υπήρξε κτήτορας (Αναγνώστης Βουτζαράς 1645 Μαΐω 2).
–1651. Ιδιοκτήτες της μονής Αγίας Κυριακής Λευκών και της Παναγίας Εισοδίων
της θεοτόκου στον Πρόδρομο η οικογένεια Βιτσαρά. Το τέμπλο της Αγίας Κυριακής
φιλοτεχνήθηκε με έξοδα του Μεχελάκη Βιτσαρά (1651).
–1652. Ο χωρεπίσκοπος Παροικιάς Νικόλαος συντάσσει έγγραφο αφιερώσεως
του μονυδρίου του Αγίου Πέτρου και του παρεκκλησίου του Αγίου Νικολάου,
περιοχής Παροικιάς (άγνωστο σήμερα), στον Άγιο και Ζωοδόχο Τάφο, στον οποίο τα
αφιερώνουν, το πρώτο ο «μαστρο-Χρούσης του Νικόλα Βιτζαρά με την γυνή του Μαρία»
και το δεύτερο «ο κυρ-Θοδωρής του Χρούση Ρίτζου με θέλημα του πεθερού του
Γεώργη». Ινστρουμέντο της Πάρω, Καστέλλι Παροικιάς, 11 Απριλίου 1652.
–1652. Ίδρυση στην Πάρο αγιοταφίτικου μετοχίου κατά
το έτος 1652 απριλίω 15.
Της Πάρου αδελφάτα «Χώρα Παροικιάς»
+Νικολάκης Βιτζαράς, γόνοι
Μιχελέτος, Ειρήνη, η γυνή Μαρία και υιός Μιχελέτος.
+Πέτρος του Χρουσή Βιτζαράς, η
γυνή Φλορέζα.
–1658. Ο ιερεύς
Φραγκίσκος Βιτζαράς υπογράφει χρεωστική ομολογία των ιερέων της Παροικιάς
(Καστέλλι Παροικιάς, 31 Μαΐου 1658). Την ίδια ημερομηνία αναφέρεται στην
Παροικιά ο ιερεύς Χρύσανθος Βουτζαράς και Βυτζαράς.
–1663. Συμβόλαιο πώλησης οικίας της κυρά Γιαννούλας γυνή του Κωνσταντή
Μοστράτου από τη Νάουσα Πάρου στον ηγούμενο Ιησουϊτών της μονής Νάξου π.
Εμμανουήλ Γασπάρο. «εις δόξαν Χριστού αμήν 1663 ιουλίου 24 στο καστέλι της
άγουσας εις το σπίτι εμένα του υπογράφου γεωργίου σαλονικαίου και νοτάριου της
άγουσας… Νικολάκης Αγαλιανός μάρτυρας, Σάββας Βουτζαράς μάρτυρας στα άνωθεν,
Γεώργιος Σαλονικαίος και νοτάριος του καστελίου άγουσας με θέλημα των δυο
μερίδων έγραψα και μαρτυρώ τα άνωθεν»
–1669. Στις 3 Νοεμβρίου 1669 αναφέρεται ο ιερομόναχος Χριστόφορος Βιτζαράς
στο Καστέλλιο Παροικιάς ονομαζόμενον Χάλαρα. «Πάκτωση της Ευαγγελίστριας από
τον ιερομόναχο Χριστόφορο Βιτζαρά».
–1670. Αφιέρωση κτήματος στην
Ξεχωριανή από τον ιερέα Μανουήλ Βιτζαρά στις 30 Απριλίου 1670.
–1670. Στις 4 Μαΐου 1670 αναφέρεται ο Σακελλάριος Κεφάλου Βιτζαράς Μανούήλ
να Πακτώνει τα κτήματα της Ξεχωριανής.
–1671. Ο ιερέας Στέφανος Βιτζαράς και ο ιερέας Χρύσανθος Βιτζαράς υπογράφει
στην Παροικιά, 1 Μαΐου 1671, αναφορά ορθοδόξων ιερέων και προεστών της Πάρου,
για τον Βαρθολομαίο Πόλλα, καθολικό αρχιεπίσκοπο Παροναξίας, προς την Propaganda Fide (Ρώμη).
–1672. Σε αίτημα των παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας
Πατέρα της Καθολικής Εκκλησίας Jacques Dinet για να ζητήσουν πατέρες
της καθολικής εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο. «Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την
πανοσιώτη σας, ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ
ενδόξου συντροφιάς υου Ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον
μας πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και
ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την
επιστήμην δια τους μεταγεναστέρους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η
πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος άλλο δεν είναι εις όλα
τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των
ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται…»
Πάρος: εν έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29) εις το παλαιόν: + Ταπεινός
Μητροπολίτης Παροναξίας Μελέτιος.
Το πιο πάνω αίτημα υπογράφουν χριστιανοί, καθολικοί και ορθόδοξοι, μεταξύ
άλλων και ο Ιερεύς Χρύσανθος Βιτζαράς, Γεώργιος Βυτζαράς, Φραγκίσκος Βιτζαράς
και Ιωαν. Βιτζαράς.
–1674. Στις 7 Μαΐου του 1674 η κοινότητα της Παροικιάς δώρισε στους
Πατέρες Ιησουίτες εν Νάξο, εκ των κτημάτων του ναού της Παναγίας της
Εκατονταπυλιανής, οικόπεδο για την ανέγερση Μονής. «Εις δόξαν χριστού αμήν 1674
εις τας 7 του μαϊου εν καστέλιω Παροικίας οι αιδεσιμωτάτοι πατέραις εκ της
συντροφίας του Ιησού, διά να κτίσουσι μοναστήρι και σκολιό, και μην ευρίσκοντας
τόπον αρμόδιον διά την αυτήν υπόθεσιν, διά τούτο θέλωμεν ημείς οι κατωθεν
υπογεγραμμένοι, και εις το όνομα της κοινώτητος και δίδωμεν διά έργον χάρις των
άνωθε αιδεσιμωτάτων πατέρων ένα κομμάτι χωράφι από της παναγίας μας της
Καταπολιανής, εις το μάκρος ποδάρια του μέτρου εκατό δέκα και εις πλάτος άλλον
τόσον και εις τούτο ομπληγαρόμαιστα οπώταν εις κανένα καιρόν ήθελε σικοθή τινάς
να γυρέψει δικαιώματα εις το άνωθε κομμάτι το χωράφι όπου των χαρίζωμεν να
ήμαιστε ημείς ομπληγάδοι να το πληρονωμεν της παναγίας, όθεν διά το βέβαιον
απογράφωμεν διά χειρίσμας και εις το όνομα της άνωθε κοινότητος.
Οικονόμος Παροικίας, σακελλάριος Παροικίας, Νικόλαος ιερεύς πρωτοπαπάς
Παροικίας, Πέτρος ιερεύς Βιτζαράς, Κώστας Μαίζας, Τεμένιγος ιερεύς, παπα Ιω.
Γαλανός, Ελευθέριος ιερεύς Λουρδας, Νικόλαος ιερεύς…, παπα Ιωάννης …, παπα
Πέτρος Μπουλαξής, παπα Στέφανος Βυτζαράς, παπα Φραντζέσκος Βιτζαράς, Γιακουμής
Πατέλας, παπα Μιχαλής Κοντα΄ρατος, Μάρκος ιερεύς, Χωροεπίσκοπος Παροικιάς,
Τζουάνες Σκληρός, Νικολός Κοντίλης, Μανόλης Αλισάφης, Μιχαήλ Βιτζαράς, Νικολός
Κοτίλης, Γιώργης …, Μανώλης Αλεξάκης, Φραντζέσκος Μιχαλέτος Γραμματικός, Ιω.
Βιτζαράς, Ιω. Σκιάδος, Ιω. Βιτζαράς, Κωστάκης Γαλανός, Τζώρτζης Ρουτες, Ιω.
Σκιάδας, Γεώργης Μαυρομάτης, Ιω. Σπυρίδος, Δημήτρης Ταργέτας, Νικολός …,
Μιχελής Δημητ…, Ιω. Πατελας, Ιω. Τουτέσκος, Bartolo Rozza, Γιαννούλης Ταργέντας, Αντώνης Αλλησάφης,
τζουάνες Γιράρδης, Τζώρτζης Νταμόστος, Ιω. Του μαστρο Γιάκουμου, Γιόνης
Μυστράτος, Δημήτρης Μαβρομάτης, Giacomo Zellini, Domenico Ferrari, Γιάννης
Ντελαγραμμάτικας, Γεώργης Τακορόνιας.
Εμμανουήλ Κομητας επίτροπος βεβαιώνω ως άνωθεν και δια όνομα όλης της
Κοινότητος»
–1678. Στις 2 Οκτωβρίου 1678 αναφέρεται σε έγγραφο της Ευαγγελίστριας Παροικιάς ο ιερομόναχος
Χριστόφορος Βιτζαράς
–1678. Ο εκ Πάρου Πιέρρος (Πέτρος) Βιτσαράς
φοιτητής του Πανεπιστημίου της Πάδοβας το 1678. Petrus Vicera. Έφερε οικόσημο
διαφορετικό και περιγράφεται: «Σε πεδίο ασημένιο, λιοντάρι όρθιο χρυσό,
εστεμμένο με στέμμα πέντε κορυφών του ίδιου που προκύπτει και κρατά σκήπτρο του
ίδιου».
–1680 Σε έγγραφο Παροικιάς του 1680, αναφέρονται
μερικές καθολικές οικογένειες της Πάρου που ζούσαν στην συνοικία Νιό (Καινούργιο) Πηγάδι Παροικιάς. Η
συνοικία αυτή γνωστή μέχρι πρόσφατα ως Καθολική συνοικία.
+Εις δόξαν Χριστού αμήν. 1680
εν μηνί Φλεβαρίου 2 εις το Καστέλι της Παροικίας και εις εμένα το νοτάριο
Παροικίας και εις τους κάτωθεν αξιοπίστους με όλον της το θέλημα και με καλήν
της γνώμην η κερά Μαρία Τζανή Μπαρμπαρή μαζί με την θυγατέραν της την Κατερίνα
δόνουν και ελεύθερα πουλούσι του ευλαβεστάτου πρέ Φραντζέσκου Κρίσπου ένα σπίτι
κατόγι οπού έχουσι εις το Καινούριον Πηγάδι σιμά εις τον Άγιον Νικόλαον
(πρόκειται για τον Άγιο Νικόλαο τον Αρρανό που ήταν η καθολική ενορία) με όλαν
του τα δικαιώματα διά ριάλια δώδεκα ήτοι 12 ως καθώς το εποκόψασι ο κύρ Νικολός
Φώσκολος και ο κυρ Φραγκούλης Ιωάννου Κονταράτου σύμπλιος εις το αυτό σπίτι
Γεώργης Νικολού Ντουλόνος και ο Άγιος Νικόλαος, τα οποία ριάλια 12 τα μετρά την
σήμερα των άνωθεν πουλητάδων ημπρεζέντζια των κάτωθε μαρτύρων και από την
σήμερον να είναι το αυτό σπίτι του άνωθεν πρε Φραντζέσκου και των αυτού
διαδόχων, πουλήση, χαρίση, προικοδοτήση, να το κάμη ως θέλει και βούλεται ωσάν
καλά οπού το επλήρωσε να παίρνοντες οι άνωθεν πουλήτρες να μαντηνίρουν και να
ντεφεντέρουν τον αυτόν αγοραστήν εις κάθε καιρόν που ήθελε τον εναντιωθή τινάς,
μην ημπορώντας κανείς δια κανένα καιρόν να … δικαιώματα εις πένα και κοντά… του
κατά καιρού ζαπτιτζή ριάλια 6 και πάντα το παρόν να έχει το βέβαιον.
… εις πίστωσιν του παρόντος
βάνοντε και παρακαλετοί μάρτυρες.
Δια μαρτυρίας του Ιωάννη
Γεωργίου Μαούνη
Πέτρος ιερεύς Βητζαράς
νοτάριος Παροικιάς έγραψα
ATONIO SPIRIDO PER LA GERENISSIMO REPUBLICA DI
VENEZIA CONSOLE DI PAROS
Πιστοποιώ το βέβαιον της
υπογραφής του νοτάριου παπα Πέτρου Βητζαρά και του αντιγράφου της ανωτέρω
πράξεως.
Πάρος 6 Μαΐου 1684 νέο ANTONIO SPIRIDO CONSOLE VENETO
Εμμανουήλ Κομητάς πρόξενος
καντζιλιέρης.
ΠΗΓΗ: Νικ. Χ. Αλιπράντη - Σίμου
Συμεωνίδη, Το Καινούργιο Πηγάδι Παροικίας, συνοικία Καθολικών τον 17ο αι.,
Παριανά Δʹ, τ. 13, 1983, σελ. 126 - 132). 4. ΦΕΚ 209/Β/17-3-1989 και
426/Β/3-7-1992.
–1681 Έγγραφο αγοραπωλησίας
που είχε δημοσιευθεί στα «ΠΑΡΙΑΝΑ» 1983 από την συλλογή του Σίμου Συμεωνίδη.
+ Εις δόξαν Χριστού αμήν, 1681
εν μηνί Ιουνίου 12 εις το Καστέλι της Παροικιάς ενέμπροστεν εις εμένα τον
νοτάριον Παροικιάς και εις τους υποκάτωθεν αξιοπίστους και παρακαλετούς
μάρτυρες, την σήμερον με όλον του το θέλημα και με καλήν του γνώμην ο κυρ
Πατίστας Νταλούφος δίνει και ελεύθερα πουλεί του ευλαβεστάτου παπά κύρ
Φραντζέσκου Κρίσπου, ένα σπίτι κατώγι όπου έχει εις το Καινούργιο Πηγάδι με την
αυλογυρισιά του ο διά ρεάλια δεκάξη ήτοι ρεάλια 16 σύμπλιος ο Νικολός Γαβρίλης
και Αντωνίνα Μάρκου Ντουλούφη και από την σήμερον να είναι το αυτό σπίτι του
άνωθεν Κρίσπου πουλήσει, χαρίσει, προικοδοτήσει, να το κάμη ως θέλει και
βούλεται ώσαν καλά όπου το επλήρωσε και παίρνεται να ντεφεντέρη τον αυτόν
αγοραστήν εις κάθε καιρόν που ήθελε τον εναντιωθεί κανείς μην ημπορεώντας
ξανείς διά κανένα καιρόν να γυρέψη δικαιώματα και πένα και κοντάνα του κατά
καιρό ζαπιτζή ριάλια 8 και πάντα το παρόν να έχη το βέβαιον. Όθεν εις πίστωσιν
της αληθείας υπογράφουν και παρακαλετοί μάρτυρες.
-διά μαρτυρίας Αυγουστή
Φαρούγη
-διά μαρτυρίας του Φραγκούλη
Κονταράτου.
Πέτρος ιερεύς Βητζαράς και
νοτάριος Παροικίας έγραψα και μαρτυρώ ως άνωθεν.
(Τ.Σ.) Εμείς ANTONIO SRIRIDO πρόξενος Βενετίας
στην Πάρο βεβαιώνουμε την υπογραφή του ανωτέρω παπά Πέτρου Βητζαρά καθώς και
την αυθεντικότητα του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.
Πάρος 6 Μαΐου 1684 νέο
ANTONIO SPIRIDO CONSOLE VENETO
Εμμανουήλ Κομητάς Προξενικός
καντζιλιέρης.
–1681. Ο ιερέας, νοτάριος και χωροεπίσκοπος
Πέτρος Βιτζαράς συντάσσει πωλητήριο έγγραφο Παροικιάς, Καστέλλι, 6 Αυγούστου
1681.
–1682. Ο ιερέας, νοτάριος και χωροεπίσκοπος
Πέτρος Βιτζαράς συντάσσει πωλητήριο έγγραφο Παροικιάς, Καστέλλι, 30 Μαρτίου
1682.
–1682. Έγγραφο αγοραπωλησίας
που είχε δημοσιευθεί στα «ΠΑΡΙΑΝΑ» το 1983 από την συλλογή του Σίμου Συμεωνίδη
σχετικά με την Καθολική Συνοικία στην Παροικία.
+ Εις δόξαν Χριστού αμήν, 1682
εν μηνί μαρτίου 30 κατά το παλαιό. Προσκαλεσμένος εγώ ο νοτάριος υπογεγραμμένος
Παροικίας από ένσταση της κερ’ Αντριάνας θυγάτηρ του ποτέ Ιωάννη Καλαβρέ, γυνή
του πατρόν Φραντζέσκου Ρόσι ομάδι με την αδελφήν της την κερά Μαρία οι οποίες
λέγουσι πως τους ευρίσκεται κληρονομική της άνωθεν Αντριάνας από την Άννα
θυγάτηρ του ποτέ μαστο Γιάκουμου Αρτήμη μία εκκλησία καλούμενη Άγιος Νικόλαος ο
Αρρανός εν τη τοποθεσία Καινούργιο Πηγάδι καθώς παρών την σήμερον εμαρτύρησαν η
κεράτζα της και η αδελφή της μάνας της αυτής Αντριάνας πως είναι η εκκλησία
ιδική των ονομαζόμενες Ειρήνη και Μαργαρίτα, σύμπλιος της αυτής εκκλησίας
Τζώρτζης Χριστιανόπουλος και Μιχάλης Κατζαούνης και Πατίστας Ντουλόνος και
Μαρκάκης Καλλέργης, η οποία κέρ Αντριάνα προβλέποντας και καταλεπτώς
γνωρίζοντας ότι εφοβέριζε κίνδυνος κατά κράτος χαλασμού, διά τούτο πρίν χαλάσει
εβουλήθηκε να προμηθέψη να την ανακαινίση και να την αναστήση διά ψυχινήν της
σωτηρίαν και παντοτεινόν μνημόσυνον αυτηνής και των γονέων της και των
κληρονόμων της με το να των τηνε αφιερώσουν δορυφόρων διά πάντοτε – λοιπόν
βουλόμενοι συνγνωμικώς το άνω αντρόγυνο, ήγουν ο πατρόν Φραντζέσκος και η
συμβία του Αντριάνα έχοντας παντοία γνώμη ως άνωθεν μαρτυρούσι οι άνωθεν Ειρήνη
και Μαργαρίτα η κεράτζαν της πώς είναι καθολική νοικοκυρά και κληρονόμησα
γνωρίζοντας το συμφέρον της ψυχής της και διά καλόν επιτηρητήν τον ευλαβέστατον
εν ιερεύσι προ Φραντζέσκο Κρίσπο καπελάνο του αλτάριου του λατίνου εις την
κερία την Καταπολιανή τον οποίο στερκτοί αποφασιστικά θέλουν και ελεύθερα χωρίς
κανενός παρακίνηση προσηλώνουν, δόνουν, χαρίζουν και απαρατούν από την σήμερον
τουν αυτόν ναόν με πάσαν του δικαίωμα που τον αγκίζει να ημπορή να κτίση, να
αναστήση και να αυξήση και ως ορέγεται διά καλύτερον εις αυτόν να πράξη ως
πράγμα ιδικόν του:
-ξεκαθαρίζοντας ότι όποτε θεού
θέλημα είχε γενεί ο Μπατίστας ο υιός της άνωθεν Αντριάνας άξιος ιερεύς και
επιτήδειος διά την υπηρεσίαν ταύτης της Εκκλησίας να προτιμάται υπέρ άλλου μετά
τον θάνατον του ειρημένου Κρίσπου καθολικού εφημέριου να έχη την χάριν να
εφημερεύει την αυτήν εκκλησίαν. Έστον τας ακόμη και τούτο, να έχουν μέσα εις
τον αυτόν ναόν την μπαντοτεινή τως κατοικίαν, να θάβουνται και να
μνημονέβουνται αιωνίως αυτοί και οι γονοί των και οι κληρονόμοι των και αν
κανείς από τους κληρονόμους τονε κληρονόμος είχε αμφιβάλει εναντίον της
θεαρέστου κανά πληρή κοντάνα της κατά καιρούς αφεντίας ριάλια 20 και να
κληρονομά και την κατάρα του αγίου και των γονέων τως, μάλιστα να διαφεντέρουν
και να ξεμηστεύουν από πάσαν κακότροπον άνθρωπον τον αυτόν υπηρέτην λεγόμενον
Κρίσπον ως καθολικό οικοκύρη και κληρονόμο τους και ειρηνικού και παντοτεινό
Ποσέσο διά το οποίον εις βεβαίωσιν τοιαύτης μισταποδόσεως προσκαλούμεν και
μάρτυρες παρακαλετοί εις ασφάλειαν:
-διά μαρτυρίας του Τζώρτζη
Λαζανιά
-δια μαρτυρίας του Ιωάννη
Καλόπλαστου
Διά μαρτυρίας του Μανθέου
Μπαρπέρη Κρητικού
Πέτρος ιερεύς Βιτζαράς
νοτάριος Παροικίας έγραψα
(Τ.Σ.) Εμείς ANTONIO SPIRIDO Πρόξενος Βενετίας
στην Πάρο βεβαιώνουμε την υπογραφή του ανωτέρω παπά Πέτρου Βητζαρά καθώς και
την αυθεντικότητα του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.
Πάρος 18 Απριλίου 1684 νέο ANTONIO SPIRIDO CONSOLE VENETO
Εμμανουήλ Κομητάς Προξενικός
Καντζιλιέρης.
–1684. Έγγραφο αγοραπωλησίας που είχε δημοσιευθεί
στα «ΠΑΡΙΑΝΑ» το 1983 από την συλλογή του Σίμου Συμεωνίδη.
+ Εις δόξαν Χριστού αμήν, 1681
εν μηνί αυγούστου 6 εις το Καστέλι της Παροικιάς, ενέμπροστε εις εμένα το
νοτάριο Παροικίας και εις τους υποκάτωθεν αξιοπίστους και παρακαλετούς
μάρτυρες: Την σήμερνον με όλον της το
θέλημα και με καλήν της γνώμην η κερά παπαδιά του ποτέ παπά Νικολού Καλάργυρου
δίνει και ελεύθερα πουλεί του ευλαβεστάτου πρε Φραντζέσκου Κρίσπου το λιβάδι
όπου έχει εις το Καινούργιο Πηγάδι είς τον Άγιον Νικόλαον διά ρεάλια δώδεκα
ήτοι ρεάλια 12, ως καθώς το εποκόψασι ο κύρ Ιωάννης Μάρκου Κοντού και Τζανής
Γιαννάκη Πουλήτη (σήμ. Πολίτης) και από την σήμερον να είναι το αυτό λιβάδι όλο
ως καθώς της το επουρκήσασι οι γονοίς της με όλα του τα δικαιώματα του άνωθε
Κρίσπου και πουλήση, χαρίση, προικοδοτήση, να το κάμη ως θέλει και βούλεται
ώσαν καλά οπού το επλήρωσε ημπρεζέντντζια (παρουσία) των κάτωθε γεγραμμένων
μαρτύρων και παίρνει τα η άνωθε πουλήτρα να μαντηνίρη (διατηρώ, συντηρώ) και να
ντεφεντλερη (υπερασπίζει) τον αυτόν, αγοραστήν εις κάθε καιρόν που ήθελε του
εναντίωθη κανείς μην ημπορώντας κανείς να γερέψη δεκαιώματα εις πένα και
κοντάνα του κατά καιρού ζαπτιτζή ρεάλια 6 και πάντα το παρόν να έχει το βέβαιον
όθεν εις πίστωσιν της αληθείας υπογράφουν και παρακαλετοί μάρτυρες –
νομενάροντας ότι είς το αυτό λιβάδι έχει μέσα μία πάρτη ο Μαθιός της Μελητίνης
ως καθώς φαίνουνται τα σημαδούρια.
-Ιωάννης Βιτζαράς μάρτυρας
παρακαλετός.
-Κωνσταντίνος Γαλανός μαρτυρώ
τα άνωθε.
-Πέτρος ιερεύς Νητζαράς και
νοτάριος Παροικιάς έγραψα.
(Τ.Σ.) Εμείς ANTONIO SPIRIDO πρόξενος της Βενετίας
στην Πάρο βεβαιώνουμε την υπογραφή του ανωτέρου παπά Πέτρου Βητζαρά καθώς και
την αυθεντικότητα του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.
Πάρος 6 Μαΐου 1684 νέο ANTONIO SRIRIDO COSOLE VENETO
Εμμανουήλ Κομητάς Πρόξενος
καντζιλιέρης.
–1685. Ο ιερεύς
Χρουσής Βιτζαράς υπογράφει έγγραφο Παροικιάς, 14 Ιουλίου 1685.
–1688. Νικόλαος Αντώνη Βιτζαράς. Υπογράφει
έγγραφο Παροικιάς της 13 Δεκεμβρίου 1688.
–1690. Φλωρεντζάκη δοτόρε Βιτζαρά, σε έγγραφο
Τσιπίδου της 5 Αυγούστου 1690.
–1695. Ο
Σακελλάριος και Σακελλίου Κωνσταντίνος Βιτζαράς υπογράφει έγγραφα Παροικιάς 5
Φεβρουαρίου 1695.
–1710. Το 1710 αναφέρεται «το περιβόλι του
Μαυρομμάτη σύμπλιος οικονόμος Παροικιάς Νταμέτζος, σύμπλιος αμπάτες [καθολικός
ιερέας ή ηγούμενος] Βιτζαράς».
–1710. Χωράφι Λυαροκόπι
σύμπλιος Γιαννάκη χωροπισκόπου Βιτζαρά.
–1715. Χωράφι Κουλλούρι
σύμπλιος Φλωρεντζάκι δοτόρε Βιτζαρά.
–1716. Σε πρακτικό εκλογής νοταρίου – καγκελαρίου από το κοινό της
Παροικιάς στη Γενική Συνέλευση της 14 Ιανουαρίου 1716, μαρτυρείται ο
σακελλάριος Βιτζαράς, ο παπά Δημήτρης Βιτζαράς, ο παπά Γιώργης, ο παπά
Κωνσταντής, ο παπά Ιωάννης Βιτζαράς, ο Αντώνης ο Κυριάκος και ο Ιωάννης
Βιτζαράς.
–1716. Ιερεύς
Βιτζαράς Δημήτριος, υπογράφει διοριστήριο έγγραφο της καντζελλαρίας Παροικιάς,
14 Ιανουαρίου 1716.
–1716. Σε κληρονομικό δικαίωμα
των συζύγων αναφέρεται στις 24 Ιανουαρίου 1716 η αρχοντοπούλα Μαρίνα Βιτζαρά
του αφέντη δοτόρε Βιτζαρα να παντρεύεται τον πρωτονοτάριο Τζουανές.
–1717. Αντώνιος Βυτζαράς, ιερεύς. Εκοιμήθη το
1717.
–1721. Σε έγγραφο στις 30 Οκτωβρίου 1721 αναφέρει ότι το Κοινό της
Παροικιάς αποφάσισε και εξέλεξαν επίτροπο του τον Αμπάτε Βιτζαρά και τον
Νικολάκη Μαυρογένη για να ενεργήσουν με κάθε τρόπο προς τον Άρχοντα Δραγουμάνο
ώστε να ελαφρύνουν λίγο τα δοσίματα.
–1723. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 30
Ιανουαρίου 1723 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο σακελλάριος Βιτζαράς, ο
παπά Κωνστανής, ο παπά Δημήτρης, ο παπά Τζώρτζης, ο Αντώνης και ο Ιωάννης
Βιτζαράς.
–1724. Απόφαση του κοινού της
Παροικιάς για την διατίμηση των προϊόντων και την απογραφή της κτηματικής
περιουσίας όλων των κατοίκων. Κατά τη Γενική Συνέλευση της 13 Δεκεμβρίου 1724,
αναφέρεται ο Αντώνης Γεωργίου Βιτζαράς.
–1726. Ειρήνη Κονδύλη. Κόρη
του Μιχαήλ. Σύζυγος του Francesco de Franceschi. Ο
γιός τους, Μαρκάκης Φρατζέσκης νυμφεύεται (1716) την Ζαμπιδάκη, θυγατέρα του
γιατρού Πέτρου Βιτζαρά. Ο γιός του γιατρού Π. Βιτζαρά, Βαρθολομαίος Π. Βιτζαράς
(γενάρχης των Βιτσερά της Νάξου) νυμφεύεται (1726) την Άννα Δημητράκη Καΐρη,
αδερφή της Φλωρέντζας συζύγου Πέτρου Ιω. Μαυρογένη (μητέρας του ηγεμόνα
Νικολάου Π. Μαυρογένη) και πρωτοξάδερφη του γιατρού Γεωρ. Κονδίλλη. Ο αδερφός
των προηγουμένων, αμπάτες Αντώνιος Π. Βιτζαράς ήταν Καθολικός ιερέας (ενώ ο
αδελφός του πατέρα του ήταν ο παπα-Γιαννάκης Βιτζαράς, Ορθόδοξος ιερέας) και
διετέλεσε Βικάριος Πάρου. Στο Ιστορικό Αρχείο Νάξου σώζεται η σφραγίδα του
αμπάτε με το οικόσημο Βιτσαρά και τα διακριτικά του εκκλησιαστικού του βαθμού.
–1730. Αμπέλι Λάκκους σύμλπιος
Φλωρεντζάκι δοτόρε Βιτζαρά.
–1730. Η περιουσία του άρχοντα
Νικολάκη Μαυρογένη αναφέρεται στο κτηματολόγιο Πάρου κάπου το 1730:
Αμπέλι προκόπο σύμλπιος
Γκεωργάκης Γιαννάκη Βιτζαρά [από τον Αντώνη Νταμόρο, δεκατίζεται ως λέγον στον
Ταξιάρχη μοναστήρι].
–1730. Πρακτικό εκλογής
απεσταλμένου του κοινού της Παροικιάς στην Κωνσταντινούπολης στις 28 Ιανουαρίου
1730 μαρτυρείται ο Ιωάννης
Βιτζαράς.
–1730. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 12
Νοεμβρίου 1730, αναφέρει τον οικονόμο Παροικιάς Μπορταλαμιό Βιτζαρά.
–1730. Σε πρακτικό πωλήσεως του φόρου της δεκάτης του κοινού Παροικιάς κατά
τη Γενική Συνέλευση, της 26 Ιουλίου 1730 μαρτυρείται ο σακελλιός, ο σακελλάριος
Παροικιάς, ο παπά Δημήτρης, ο Μπορταλαμιός και ο Ιωάννης Βιτζαράς.
–1731. Σε κληρονομικό δικαίωμα
των συζύγων αναφέρεται στις 21 Μαρτίου 1731 διαιτητική απόφαση εις διαφορά του
παπα Δημήτρη Βιτζαρά με τον Κοντίλη Θεοτόκη.
–1731. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 6
Δεκεμβρίου 1731, αναφέρεται ο σακελλάριος Γιαννάκης Βιτζαράς.
–1731. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 6
Δεκεμβρίου 1731, αναφέρεται ο Μπορταλαμιός Βιτζαράς.
–1731. Το κοινό της Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, 26 Δεκεμβρίου 1731,
εκλέγει τον χωροεπίσκοπο Ιωάννη Βιτζαρά επίσκοπο.
–1732. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4
Ιανουαρίου 1732, αναφέρεται ο σακελλάριος Βιτζαράς ο Μπορταλαμιός Βιτζαράς και
ο Ιωάννης Βιτζαράς.
–1732. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4
Ιανουαρίου 1732, αναφέρεται ο παπά Γεώργης Βιτζαράς και ο Ιωάννης Βιτζαράς.
–1732. Πρακτικό
εξουσιοδοτήσεως απεσταλμένου του κοινού Παροικιάς, κατά τη Γενική Συνέλευση
στις 17 Ιανουαρίου 1732 αναφέρεται ο παπά Δημήτρης, ο παπά Τζώρτζης και ο
Μπαρταλαμιός Βιτζαράς,
–1732. Πωλητήριο στην Παροικιά στις 14 Απρ. 1732 και σε διαθήκη Σακελλαρίου
Βιτζαρά.
–1733. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4
Ιανουαρίου 1733, αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Ιωάννης Βιτζαράς, ο σακελλάριος
Γιαννάκης Βιτζαράς και ο παπά Τζώρτζης Βιτζαράς.
–1733. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4
Ιανουαρίου 1733, αναφέρεται ο σακελλίου Βιτζαράς, ο παπά Δημήτρης Βιτζαράς, και
ο Μπορταλαμιός Βιτζαράς.
–1733. Σε δημόσιο
πλειστηριασμό του κοινού Παροικιάς στις 20 Ιουνίου 1733, αναφέρεται ο
σακελλάριος Βιτζαράς καθώς και ο Μπορταλαμιός Βιτζαράς.
–1733. Ο Ιωάννης Βιτζαράς υπογράφει και
βεβαιώνει έγγραφο στις 13 Οκτωβρίου 1733.
–1733. Σε έγγραφο Παροικιάς
για μαρτυρία του θανάτου του Δοτόρε Κοντίλλη Κ. Γεωργίου αναφέρεται στις 25
Οκτωβρίου 1733 ο Σακελλάριος Βιτζαράς.
–1734. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 18
Ιανουαρίου 1734, αναφέρεται ο σακελλίου Βιτζαράς, ο Μπορταλαμιός Βιτζαράς και ο
Ιωάννης Βιτζαράς.
–1734. Υπήρξαν περιπτώσεις
κουρσάρων και πειρατών που βαριεστημένοι από την πειρατική ζωή, αποφάσιζα, αφού
παντρευόντουσαν στα νησιά, να ζήσουν την υπόλοιπη ζωή τους ήσυχα και ειρηνικά.
Για να νομιμοποιήσουν όμως αυτό τον αποχρωματισμό τους, ιδιαίτερα οι πειρατές,
έπρεπε να εφοδιαστούν με κατάλληλο έγγραφο από τη νοταρία του τόπου τους. Σε
μια τέτοια περίπτωση αναφέρεται το παρακάτω έγγραφο. «Εις δόσαν Θεού αμή. 1734 Φεβρουαρίου 24.
Πάρος, Παροικιά. Επειδή και ο μουσού Γιοζές Ντάλες φρανκέζης να έμεινεν και να
ήτον κάτοικος εις τον ντόπον μας μερικοί χρόνοι τώρα και εις τον γκαιρόν
ετούτον επαντρεύτη κι επήρε γυναίκα απ’ εδώ, πλην όλον τούτον τον γκαιρόν
έζησεν και επέρνα πάντα φρόνιμα και τακτικά, χωρίς να προξενήση καμίαν, την
όλην μικροτέραν ενόχλησιν ή πίκρα κανενός, και επειδή να είναι άνθρωπος της
θάλασσας και με μίαν βάρκαν να εταξίδευεν πηγαινόμενος τώρα εις την Μύκονο τον
αντάμωσεν αφέντης καπετάν Τζων Πέτρος και έχοντας χρεία από την δούλεψιν του
ομοίου Ντάλε τον επήρε στανικώς. Δια τούτο λοιπόν και δια να αποδείξη εις κάθε
αφέντη και εξουσιαστή πως με το θέλημά του δεν το θέλη ζητά την μπαρούσαν
μαρτυρία μελετώντας πάλε αν ο θεός το θέλη να μεταγυρίση και να απομείνη
κάτοικος ως όλους μας πληρώνοντας τα δοσίματα του και χαράτζια του σαν γκαλός
και ευπειθής ραγιάς. Δια τούτο τόνε συντροφιάζομεν δια μέσου του παρόντος
φανερού γράμματος εις ένδειξινκαι βεβαίωσιν του.
Οικονόμος Πρωτόδικος
Σακελλάριος Βιτζαράς
Σκευοφύλαξ Ντεφεράρης
μάρτυς ο παπά Τζώρτζης
Βιτζαράς ο Μπαρταλαμιός και ο Ιωάννης Βιτζαράς.
–1734. Παροικιά, 4 Απρ. 1734: Του αδερφού του Γιαννάκη αφήνει την εκκλησία
του Αγ. Γεωργίου με το περιβολάκι και το λιβάδι Βορνά, σύμπλιος Μάρκου Αξιώτη.
«και εν πρώτοις μεν θέλει και ζητά να θαύγεται εις την εκκλησίαν Μέγα Ταξιάρχη
γονικό ντος και αφήνει του εφημέριου της όμοιας εκκλησίας παπά-κύρ Ιωάννου
Μοστράτου το ξώφορόν του τζοχίτικο μαύρο».
–1734. Ο
Σακελλάριος και Σακελλίου Κωνσταντίνος Βιτζαράς υπογράφει έγγραφα Παροικιάς 8 Ιουλίου 1734.
–1734. Εκλογή εκπροσώπων
των κοινών της Πάρου για να διευθετήσει
σοβαρό θέμα με «Επιδρομή πειρατών». Σε έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης στις 6
Αυγούστου 1734 αναφέρεται ο επίτροπος Παροικίας Ιωάννης Βιτζαράς.
–1734. Γράμμα των κοινών της
Πάρου προς τον καπουδάν πασά, εξ αφορμής του σοβαρού θέματος που δημιουργήθηκε
με την αιχμαλωσία Οθωμανών, κατά την επιδρομή πειρατών στην Πάρο. Σε έγγραφο σε
ικετήριας επιστολής της συνέλευσης στις 6 Αυγούστου 1734 προς τον καπουδάν Πασά
Κιααγιά μπέη αναφέρεται ο επίτροπος Παροικιάς Ιωάννης Βιτζαράς.
–1734. Απόφαση του κοινού της
Παροικιάς για επαναπατρισμό συμπατριωτών τους (λόγω της βαριάς φορολογίας από
τους Τούρκους, με το οποίο τους καλούσε να επιστρεψουν στο νησί τους, δίνοντας
την υπόσχεση για μείωση των φόρων τους) στις 16 Σεπτεμβρίου 1734, υπογράφει ο
σακελλάριος και ο σακελλίου Βιτζαράς, ο παπά Δημήτρης Βιτζαράς, ο Μπορταλαμιός
και ο Ιωάννης Βιτζαράς επίτροπος Παροικιάς.
–1735. Στις 6
Ιανουαρίου 1735: «παπα Γεώργος Βυτζαράς μαρτυρώ». Στις 5 Απριλίου 1735
συντάσσει τη διαθήκη του: «Διαθήκη μακαρίτου ενδεσίμου σακελλαρίου Βιτζαρά»
–1736. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 22
Ιανουαρίου 1736, αναφέρεται ο παπά Δημήτρης Βιτζαράς ο Ιωάννης και ο
Μπορταλαμιός Βιτζαράς.
–1736. Πρόσκληση
επαναπατρισμού κατοίκων Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση του κοινού Παροικιάς,
της 24 Φεβρουαρίου 1736, υπογράφει και ο Μπορταλαμιός και ο Ιωάννης Βιτζαράς.
–1737. Προικοσύμφωνο του
μαστρο Τζουάνε Βασιλάκη με την Ζαμπέτα θυγατήρ παπά Αντώνη Μουσούρη στην
Παροικιά στις 3 Φεβρουαρίου 1737. Βεβαιώνει ο μάρτυρας Μπαρταλαμιός Βιτζαράς.
–1737. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς την 1η
Μαρτίου 1737 αναφέρεται ο σακελλίου Βιτζαράς, ο Ιωάννης ο παπά Χοούσης ο
Μπαρταλαμιός και ο Νικόλαος Βιτζαράς.
–1737. Διαθήκη του ιερέως (καθολικού δόγματος) Δημητρίου Βιτ(σ)ζαρά
(Παροικιά, 14 Απρ. 1737), σύμφωνα με την διαθήκη το, κατά την οποία ο ανωτέρω
ιερέας αφήνει του ανιψιού του Αντώνη την εκκλησία Άγιος Βασίλειος.
–1737. Διαθήκη παπά-Δημήτρη Βιτσαρά (Παρ. 14 Απρ. 1737) «έτερο άλλο χωράφι
εις τοποθεσίαν Τουρλομπερέτη σύμλιος Γιαννάκη Βιτζαρά έχει την εκκλησία του
Χριστού μέσα».
–1737. Ο ιερεύς
Τζώρτζης Βιτζαράς υπογράφει διαθήκη Παροικιάς, 30 Ιουλίου 1737.
–1737. Αμοιβαία διαθήκη
συζύγων της 30 Ιουλίου 1737 στην Παροικιά της κυρά Ζαμπέτας συμβίας Ανδρουλή
Παπαγιάννενου της έτυχε θάνατος του ανδρός της, αναφέρεται η κυρά Μαρκιέτα
θυγατέρα παπά Τζόρτζη Βιτζαρά.
–1738. Στις 14 Οκτωβρίου 1737 ο σακελλάριος Γιαννάκης Βιτζαράς αγοράζει τον
ναό του Αγίου Γεωργίου στην περιοχή των Λιβαδιών της Παροικιάς.
–1738. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς την 1 Μαρτίου
του 1738 αναφέρεται ο σακελλίου Βιτζαράς, ο παπά Τζώρτζης και ο Μπορταλαμιός
Βιτζαράς και παπά Χουσής Βιτζαράς.
–1738. Σε
προικοσύμφωνο Παροικίας στις 8 Απριλίου 1738, ο Μιχελέτος του Σπιρίδου με την
κερα Νικολέττα θυγατέρα του Γεωργίου Σκιαδά, αναφέρεται ο μάρτυρας παπά
Τζώρτζης Βιτζαράς.
–1738. Μαρτυρία υπερασπίσεως
συμπατριώτη τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά (για
αντίδραση στην συγκέντρωση της φορολογίας), κατά τη Γενική Συνέλευση από τα
κοινά της Πάρου, της 16 Ιουλίου 1738, υπογράφει ο παπά Χούσης Βιτζαράς, ο Μπορταλαμιός,
ο Ιωάννης και ο Νικόλαος Βιτζαράς από την Παροικιά και ο Γεώργιος Βιτζαράς από
τη Νάουσα της Πάρου.
–1738. Επίτροπος του Κοινού
της Παροικιάς σε έγγραφο, 16 Οκτωβρίου 1738 αναφέρεται ο Αμπάτες [=ηγούμενος]
Βιτσαράς πρωτονοτάριος αποστολικός.
–1738. Καταγραφή [Παροικιά, 13 Νοεμ. 1738] της περιουσίας της
Ευαγγελίστριας, κτήματα τους γειτονεύουν με τα κτήματα της Ευαγγελίστριας, παπά
Δημήτρης Βιτζαράς.
–1739. Πρακτικό εκλογής
κοινοτικών επιστατών του ναού της Εκατονταπυλιανής σε Γενική Συνέλευση του
κοινού της Παροικιάς στις 10 Μαρτίου 1739 αναγράφεται ο ιερέας Κωνσταντίνος
Βιτζαράς, ο παπα Τζώρτζης Βιτζαράς, ο παπα Χούσης Βιτζαράς, ο Ιωάννης Βιτζαράς
και ο Μπορταλαμιός Βιτζαράς.
–1739. Στη διαθήκη της η Μαρουσάκη Τζανάκη Μαυρογένη (Παροικιά 27 Μαρτίου
1739) παραγγέλλει όπως «την ημέραν Αγίου Ελευθερίου να βάνει η Ειρήνη Βιτζαρά
άλλους τέσσαρους ιερείς να λειτουργούν εις μνημόσυνον Ιωάννου και Μαρία του
Σκληρού.
–1739. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 14 Απριλίου
του 1739 αναφέρεται ο σακελλίου Βιτζαράς, ο Ιωάννης και ο Μπορταλαμιός
Βιτζαράς.
–1739. Ο ιερεύς
Τζώρτζης Βιτζαράς υπογράφει προικοσύμφωνο Παροικιάς, 30 Ιουνίου 1739.
–1739. Πρακτικό εκλογών κατά
την Γεν. Συνέλευση στις 30 Αυγούστου 1739 απεσταλμένου των κοινών της Πάρου
στην Κωνσταντινούπολη, εκλέγουν τον Νικόλαο Μαυρογένη, προκειμένου να
διαπραγματευθεί τα οικονομικά θέματα του νησιού. Αναφέρεται ο σακελλίου Παροικιάς
Βιτζαράς, ο παπά Χούσης, ο Βαρθολομιός Βιτζαρας από την Παροικιάς, ενώ από την
Νάουσα ο Γεώριος Βιτζαράς.
–1739. Πρόσκληση επιστροφής
προς τους ξενιτεμένους Παρίους στις 30 Αυγούστου 1739, υπογράφεται και από τον
Ιωάννη και τον παπά Χούση Βιτζαρά.
–1740. Σε έγγραφο του 1740 της οικ. Βατιμπέλλα αναφέρει "Νήσος Πάρος
Καστελιω εις τα 1740 νέο 3 Ιανουαρίου ημέρα Κυριακή και ώρα 3 της ημέρας.
Ήλθασι εις την Νάουσα τέσσερις λεβέντες αρματωμένοι από το μπαστιμέντο του
Καπετάν Φραγκίσκου Μαρία κοματάντε μίαν πουλάκα αρματωμένη εις την αμάχη με
πατιέρα της Μάλτας οι άνθρωποι όπου ήλθαν ήτον ένας σαρτζελτές, το όνομά του
Μπορταλαμαίος, με άλλους τρείς αρματωμένους και ερισαλτάρασι με δύναμιν των
αρμάτων των επάνω εις το σπίτι του Σιόρ Κονσούλου των Εγγλέζων ονοματισμένος
Σιόρ Νικολός Βατιμπέλλας. Και αυτός θεωρόντας του με τα άρματα και ξεσαθωμένοι
εσφαλίκτη μέσα εις την κάμαράν του και αυτοί ψάχνοντας του και τον έβγαλαν από
μέσα, τον εκατέβασαν κάτω σύροντας τον ώσαν κατάδικον και τα κοπέλλια του
θεωρόντας την τόσην καταδίκην όπου του έκανα, αρμπούρισαν την παντιέρα του
Βασιλέως της Εγγλιτέρας διά να διαφεντευθή και εφανέρωσαν και την διαφέντευσιν
του Βασιλέως της Φράντζας δια τα καλά μέριτα του μακαρίτου πατρός του
εφανέρωσαν και τις διαφέντεψες ιδικές των και με όλα αυτά από τον νούν των δεν
επέρασαν μόνον το επήραν ως κατάδικον ξεσκισμένον και τον επήγαν ξεσπαθωμένοι
μέσα εις την Παρκιά και εγύρευσαν καιρόν να τον σκοτώσουν, μα τον ακολούθησαν
κόσμος πολύς και δεν ευρίσκαν άδειαν να κάμουν την όρεξιν τους, και
πηγαινάμενοι εις την Παρκιάν αν δεν ήθελεν ευρεθή εις το Πόρτο ο Καπετάν Λούης
Γζιπέτρος από το Σαν Τραπέ και ο καπετάν Αντώνιος Μαρτίν από το Σαν Τραπέ
καπετάνιος εις ένα καράβι και ο καπετάν Κάρλος και ο καπετάν Τζουάνες αν ήθελαν
λείψει αυτοί δεν ηξεύρομεν το τέλος όπου είχαν να πράξουν χωρίς κανένα
νιτερέσσο και εις τούτο δίνομεν την παρόν μαρτυρίαν εις την ψυχήν μας πως τα
είδαμεν με τα μάτια μας και υπογράφουμεν εις βεβαίωσιν. Το σφραγίζομεν και με
την σραγίδα της κοινότης μας.
Οικονόμος Νάουσας μαρτυρώ, Σακελλάριος Νάουσας μαρτυρώ, Σκευοφύλαξ Νάουσας
μαρτυρώ, ο Προηγούμενος του Βατοπεδίου Αθανάσιος μάρτυς, Αρχιδιάκως Νεόφυτος
Βατιμπέλλας μαρτυρώ ως είδα, Λοΐζος Τζιμπέρ μάρτυς. Γεώργιος Βιτσαράς μάρτυς,
Γεώργιος Μαρμπαρήγος μάρτυς, Σακέλιως Ναούσης μαρτυρώ, Παπά Φραντζέσκος
Νταβερώνας μαρτυρώ, Παπά Μαρίνος Ραγγούσης μαρτυρώ, Γεώργιος Νταμιραλής
μαρτυρώ, Ιωάννης Τριαντάφυλλος Μαρτυρώ, Κωνσταντίνος Βατιμπέλας μαρτυρώ,
Δημήτριος Αυλωνίτης μαρτυρώ, Νικόλαος Λευκαρός μαρτυρώ. Εγώ Νικολός Κανάλες
μαρτυρώ, Κωνσταντίνος Σκορδίλης, Ανδρέας Βιτσαράς μαρτυρώ, Ιωάννης Μπρούτος,
Τζάνες ο Καλλέργης Καντζιλάριος Ναούσης πιστώς γέγραφα"
–1740.Έγγραφο του 18ου αιώνα (1725-1740) από την περιοχή της Νάουσας
«χωράφι Καψάλου σύμπλιον Μπαρμπαρήγου από τον παπά-Γιαννάκη Βιτζαρά», «θέλει
και παίρνει η θυγατέραν του η κερά Ανδριάννα την εκκλησίαν του Φωτοδότου
Χριστού… (ιδιοκτησία του παπά Τζώρτζη Βιτζαρά)».
–1740. Σε δημόσιο
πλειστηριασμό του κοινού Παροικιάς στις 12 Απριλίου 1740, αναφέρεται ο
Βαρθολομιός Βιτζαράς.
–1740. Σε πρακτικό εκλογής «καταστιχογράφων» των φόρων του κοινού Παροικιάς
κατά τη Γενική Συνέλευση της 23 Απριλίου 1740, μαρτυράτε ο σακελλάριος Βιτζαράς
και ο Ιωάννης Βιτζαράς.
–1740. Σε προικοσύμφωνο της Παροικιάς στις 18
Μαΐου 1740, στο οποίο η Μαρουσα Γιακουμή Βιτζαρά μεταξύ άλλων δίδει στο γιό της
Αντώνη ως προίκα και «τα σπίτια όλα με τα δικαιώματά του εις τα Χάλαρα αγορά
από τον μακαρίτη Μάσο».
–1740. Σε
προικοσύμφωνο Παροικίας στις 14 Ιουλίου 1740, του Αντώνη Γιακουμή Βιτζαρά με
την θυγατέρα Δημητράκη Μαλακη ονόματι Ανούσα, αναφέρεται ο Γιωργάκης Βιτζαράς
με χωραφι στους Λάκους.
–1741. «πατέντα που έκαμεν του
αφέντη Βαρθολομιού Βιτζαρά και Πετράκη Καστέλη δια την Χίο να γυρέψουν τη
δεκαετία και να επαπληρώσουν τα χαράτζια, ασφαλώς αυτά που δεν πλήρωσαν
προηγούμενα εξαιτίας της σύλληψης των Τούρκων φορατζήδων από τους κουρσάρους».
Το πρώτο έγγραφο αρχίζει ως εξής: «Εις δόξαν Θεού αμήν, 1741 Φεβρουαρίου 12,
Πάρος, Παροικία. Με το να είναι ο τόπος μας εις πολλά υποκείμενα κίνδυνο από
τους κουρσάρους, όντας εις τούρκο βοϊβόντα, εβρισκόμεστεν χωρίς καμίαν δύναμιν
να αποφεύγωμεν τα κακά μας επροξενούντο, στοχαζόμενοι πως μας είναι χρειαζούμενον
και πολλά ωφέλιμον αν ημπορούμεν να μην ηδακατίαμε(;) εις το κοινό δια να
λείπωμεν τες αφορμές που δεν δυνόμαστεν να αποβάλωμεν και δια να μην έρθωμεν
εις τελείαν ερήμωσιν και να εύρωμεν εις μέρος ανάπαυσιν, περιμαζωμένοι όλοι εις
τον διορισμένον τόπον κατά την συνήθειαν γνωρίζοντας τον αφέντη Βαρθολομέον
Βιτζαρά δια άξιον και καλόν συμπατριώτη ως πάντα επόθησεν ποθεί και θέλει το
όφελος του κοινού με κάθεν πιστοσύνη εψηφίσαν περικαλούν και θένε δια μέσον της
παρούσης φανερής πατέντας και υπογράφει η εντιμότης του μαζί και ο τιμιώτατος
Πετράκης Καστέλης που και του λόγου του έως τώρα είναι φανερωμένος καλός
επιμελητής και σαν βοηθός προς το όφελος μας … κλπ…».
–1741. Στις 2 Μαΐου 1741 ο Πετράκης Μαυρογένης εκλέγεται, μαζί με τον
Βαρθολομιό Βιτζαρά, προβλέπτης (επιτηρητής, στην Κίμωλο) «για την άμεση λήψη
υγιεινομικών μέσων στο λιμάνι του νησιού τους όπου κατέπλεαν πλοία από χώρες
όπου ήταν διαδομένη η επιδημία της πανώλους»
–1741. Ο … Βιτζαράς υπογράφει ως πρωτοσακελλίου και Επίτροπος της Παναγίας
στην Εκατονταπυλιανή στις 18 Οκτωβρίου 1741.
–1741. Εκλογή απεσταλμένων
στην Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Παροικιάς. Κατά τη Γενική συνέλευση στις
30 Οκτωβρίου 1741 εκλέγουν ηγούμενο (αμπάτε) αφέντη Βιτζαρά και αφέντη Νικολάκη
Μαυρογένη.
–1741. Εκλογή προβλεπτών
υγειονομικών μέτρων από το κοινό Παροικιάς Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της
2 Μαΐου 1741, εκλέγεται ο Βαρθολομιός Βιτζαράς.
–1741. Για την εκλογή
απεσταλμένων στην Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Παροικιάς στη Γενική
συνέλευση το 1741 αναφέρεται ο Μπαρτολομιός από την Νάουσα και ο Γεώργιος από
την Παροικιά.
–1741. Τα κοινά της Πάρου,
κατά τη Γενική Συνέλευση, της 20 Ιουλίου 1741, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα
υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους άρχοντα Νικόλαου Μαυρογένη, εναντίων των
συκοφαντών κατοίκων της Νάξου, οι οποίοι τον κατηγορούν για συνεργασία με τους
πειρατές, υπογράφει και ο παπά Κωνσταντής Βιτζαράς, ο σακελλίου Βιτζαράς καθώς
και Μπορταλαμιός και Ιωάνης Βιτζαράς.
–1741. Κατά τη Γενική
Συνέλευση, της 18 Νοεμβρίου 1741, οι προεστοί και κοινοτικοί εκπρόσωποι της
Παροικιάς Πάρου, αποφάσισαν να συλλάβουν, να φυλακίσουν και τέλος να εκτοπίσουν
από το νησί τους τον συντοπίτη τους Ιωάννης Βασιλάκης, λόγω του σκανδαλώδους
τρόπου της ζωής του και άλλων ανάρμοστων πράξεων. Υπογράφει ο άρχοντας
Βαρθολομιός Βιτζαράς, ο παπά Τζώρτης Βιτζαράς, ο Ιωάννης και ο Νικόλαος
Βιτζαράς.
–1742. Ο ιεροδιάκονος Βιτζαράς υπογράφει γράμμα ιερέων της Παροικιάς που
απευθύνεται προς τον δραγομάνο, βοεβόδα Νικολάκη Μαυρογένη στις 16 Φεβρουαρίου
του 1742.
–1742. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 1η Μαρτίου
του 1742 αναφέρεται ο σακελλαρίου Γιαννάκη Βιτζαράς, ο πρωτοσακελλίου Βιτζαράς,
ο παπά Τζώρτζης, ο Μπορταλαμιός και ο Ιωάννης Βιτζαράς.
–1743. Εκλογή κατά τη Γενική Συνέλευση «επιτρόπου
και προβλέπτη» απεσταλμένου από τα κοινά της Πάρου, στις 20 Φεβρουαρίου 1743
αναφέρεται ο πρώην σακελλίου Βιτζαράς και ο Ιωάννης Βιτζαράς.
–1743. Διαθήκη του παπά Τζώρτζη Βιτζαρά, Παροικιά, 27 Οκτ. 1743 « ακόμη
εδικόν της το χωράφι εις τον Βούτημο λεγόμενο του Καλλικάτζαρου σύμπλιος
Βασίλης Κωστόπουλος.
–Η Μαρία Λεκάσα αναφέρεται στην διαθήκη του παπά-Τζώρτζη Βιτζαρά
στην Παροικά, 27 Οκτωβρίου 1743.
–1744. Η μονή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, περιοχή Δάσους, άνηκε στην
οικογένεια του χωροεπισκόπου Γιαννάκης Βιτζαράς και πουλήθηκε από την θυγατέρα
του Μαρούσα στον Φραντζεσκάκη Ντελαγραμμάτικα.
–1744. Έγγραφο αναφέρεται στον
πειρατή Γρύλο που έλεγχε τα στενά περάσματα των Κυκλάδων και λήστευε
κυριολεκτικά τα πλεούμενα με ορμητήριο την Πάρο και Αντίπαρο. «Εις δόξαν Θεού
αμήν και της διαφεντεύτρας μας Εκατονταπυλιανής αμήν, 1744 Μαρτίου 4, Παροικία.
Την σήμερον εφανερώθηκαν προσωπικώς εις την κανκελλαρία μας οι εδώ ονομτισμένοι
ένμπροσθεν των υποκάτωθι παρόντα αξιοπίστω μαρτύρω, καραβοκύρης Γεώργιος Κανάρης,
Στάμος Ψωμάς, Κωνσταντίνος Κακούρης, Νικολός Χαϊμάδας και Αθανάσιος
Φραγκογιάννης οι οποίοι ζητούσαν και θέλουν δια μέσου της παρούσης φανερής
υπογραφής των υποκάτωθεν να επιδείσουν ότι μισέβοντας από την Αθήνα με γνώμην
Θεού θέλοντος να ξετρέξου τον δρόμον των έως την βασιλεύουσαν πόλιν και
πηγαινόμενοι όντας εις το στενό της Άνδρος αιφνιδίως χωρίς τινα είδηση τους
επάναβε(;) μία φελούκα μεγάλην και αρματωμένη καλά και αρματωμένη του αφέντη
καπετάν Χριστοφίλου ντε Τζουάνε λεγόμενος Γρύλος και αυτός γενόμενος νοικοκύρης
εις το καϊκιό των τους επήραν και συντροφία ζώντας τους επήρα εις το κανάλι της
Αντιπάρου που εκεί ήτον ο καπετάνιος και το αρμαμέντον του και ερευνώντας το
πράμα τους έδωκεν άδειαν και τους έκαμαν καλή πασκοτζέρο που εβρίσκουντανε
ομοίως και μερικό από το σαπούνι του γομαριούν της Τζουβάλια πέντε και
προβλέποντας, λοιπόν, στενοχωρημένο να μην χάσου και το αποληφθέν τως έβρη
παρακαλεστικώς και εδανείστηκα ριάλια δύο χιλιάδες εξακόσια σαράντα ένα που
γίνεται ο αριθμός με τα έξοδα έως δύο χιλιάδες επτακόσιαν και τους άφησαν
ελεύθερους με το γομάρι του σαπουνιού, όθεν δι ‘ απόδειξιν με φανερά μαρτυρία
την εζημία που έως τώρα ετράβηξα τους εσυντροφιάζομε δια μέσου της παρούσης
υπογεγραμμένης ως κάτωθεν και τυπωμένη με την κοινή σφραγίδα εφανέρωσα του
λεγόμενου καπετάνιου το επαράτησα χωρίς τινα έξοδα εις ασφάλεια, ξεκαθαρίζεται
ότι το καΐκι με τες απόδειξες που ο καραβοκύρης εφανέρωσε του λεγόμενου
καπετάνιου το επαράτησε χωρίς τινα έξοδα..
Γεώργιος Σπυρίδος μαρτυρώ ως
άνωθεν
Μπορταλαμέος Βιτζαράς μάρτυρας
Πέτρος Μαβρογένης μαρτυρώ ως
άνωθεν
Ιωάννης Δουδέσκος μάρτυρας
Τζανής Καμπάνης μάρτυρας
Τζουάνες Πρωτονοτάριος
Κεφάλου(;) εις αναζήτησιν έγραψα Απόδειξη των Αθηναίων εις την εζημία ετραβήξαν
απέ τον καπετάν Γρύλο».
–1744. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 28 Μαρτίου
του 1744 αναφέρεται ο σακελλίου Βιτζαράς.
–1744. Κατά τη Γενική
Συνέλευση εκπροσώπων όλων των κοινών της Πάρου, της 6 Απριλίου 1744,
αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους δραγουμάνου
Νικολάου Μαυρογένη, εναντίον των εις βάρος του συκοφαντιών μερικών συμπατριωτών
τους, προς τις τουρκικές αρχές. υπογράφει και ο Γεώργιος Βιτζαράς.
–1744. Στις 23 Αυγούστου 1744
στην Παροικιά ο ιερέας Γεώργιος Ραγκούσης υπογράφει έγγραφο εκλογής του αιδεσιμότατου Βιτζαρά ως απεσταλμένου στην
Κωνσταντινούπολη από το Κοινό της Πάρου.
–1744. Διαθήκη του ιερομονάχου
Παρθένιου. Πάρος, 12 Νοεμβρίου 1744. Αναφέρεται ο «ευγενής αφέντης Πετράκης
Μαυρογένης, ο Δημήτρης Πάσος, ο παπα Μιχαήλ Συρίγος, ο Φρανκεσκάκης
Ντελαγραμμάτικας, ο αφέντης Τζαννάκης Καμπάνης, ο Κωσταντάκης Πιρόπουλος, ο παπα
Αντώνιος Βιτζαράς, ο επίτροπος Παροικιάς Ιωάννης Χαμάρτος και ο καντζελλάριος
Παροικιάς Τζουάνες Πρωτονοτάρης.
–1746. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 22 Μαρτίου
του 1746 αναφέρεται ο σακελλίου Βιτζαράς.
–1747. Διαθήκη του Σακελλίου Κων. Βιτζαρά (Παρ. 30 Μαρτίου 1747) «το αμπέλι
του στις Τζιριτές…».
–1747. Σε πρακτικό εκλογής
απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό της Παροικιάς σε Γενική
Συνέλευση στις 26 Οκτωβρίου 1747 μαρτυρείται
ο Γεώργιος Βιτζαράς.
–1748. Πρακτικό πωλήσεως των
φόρων του κοινού της Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, τη 1 Μαρτίου 1748, μαρτυρείται ο σακελλίου Βιτζαράς, καθώς
και ο παπά Αντώνης Βιτζαράς.
–1748. Ιερέας Χρουσάκης Βιτζαράς
αναφέρεται σε έγγραφο αγοράς, Κέφαλος 5 Οκτωβρίου 1748.
–1749. Σε εκλογή απεσταλμένου
για την Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 12
Οκτωβρίου 1749, μαρτυρείται ο
Γεώργιος Βιτζαράς.
–1750. Σε Πρακτικό εκλογής
απεσταλμένου των επτά κοινών της Πάρου (Παροικιάς, Νάουσας, Κεφάλου, Τζιπίδου,
Λευκών, Μαρμάρων, Δραγουλάς) στην Κωνσταντινούπολη της 23 Αυγούστου 1750, μαρτυρείται ο Γεώργης Βιτζαράς από τη
Νάουσα
–1751. Στο προικοσύμφωνο του Ιωάννου Γιωργάκη Γιαννούλη Βιτζαρά και της
Αννάκι Τζανάκη. (Καστέλλι Νάουσας, 4 Νοέμ. 1751) «έτερο χωράφι του Λεύχαρου με
περιβολάκι, με σπίτια, μάνδρες και κάμαρα», «έτερο χωράφι εις την αυτην
τοποθεσίαν καινούργια, όπου ο ναός της Παναγίας σύμπλιος Ιωάννης
Ντελαγραμμάτικας με δύο δένδρα συκιές και πατητήρι, λεγόμενο
Ξαμπέλισμα». Αναφέρεται και ο Νικόλαος Βιτζαράς με σπίτι στο Ξώπυργο. «Ο
κυρ μάστρο Αντώνιος Τζανάκης δίδει στην κόρη του Αννάκι εικόνες…». (ΓΑΚ, 212,
181 και ΕΑΙΕΔ, 8 (1958)177).
Ο Γεωργάκης Βιτζαράς ήταν ιδιοκτήτης της εκκλησίας Παναγιάς της Καινούργιας
που σώζεται μέχρι σήμερα στο ανατολικό μέρος του οικισμού των Καμαρών.
–1752. Στα 1752, οι κόρες του μακαρίτη χωροεπισκόπου Βιτζαρά πουλάνε στον
Μαυρογένη τα σπίτια τους που έχουν απομείνει χωρίς στέγη.
–1752. Σε έγγραφο Παροικιάς,
17 Μαΐου 1752 αναφέρεται ο αφέντης αμπάτες (καθολικός ηγούμενος) Βιτζαράς
πρωτονοτάριος αποστολικός.
–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου
στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου
1755 μαρτυρείται ο Γεώργιος
Βιτζαράς από τη Νάουσα.
–1785. Γεννιέται το 1785 η Αργυρώ Γ.Ι. Βιτζαρά σύζυγός Παναγιώτης Δ.
Δημητρακόπουλος (1781-1832). Απεβίωσε
στη Νάουσα το 1815.
Ο Φιλικός, βουλευτής, γερουσιαστής Παναγιώτης Δ. Δημητρακόπουλος
παντρεύτηκε το 1804 την Αργυρώ Γ.Ι. Βιτζαρά (1785-1815) και μετά τον πρόωρο
χαμό της παντρεύτηκε το 1817 την Αικατερίνη Π. Μάτζα Μαυρογένη (1795-?).
–1787. Ιωσήφ Βιτζαράς, ηγούμενος Μονής
Ταξιαρχών 1787. Στον κατάλογο ακινήτων περιουσίας της Ξεχωριανής ο
Φραντζεσκάκης Νταμίας (Νάουσα, 21 Ιανουαρίου 1787) «αφήνει επιτρόπους εις όσα
εδώρισεν τον άγιον καθηγούμενο των Ταξιαρχών Ιωσήφ Βιτσαρά και τον σιόρ
Δημητράκη Δημητρακόπουλο και τον γαμβρόν του Πανάο».
–1800. Πώληση χωραφιού. Πάρος
εν τη Νάουσα 1800 Μαγίου 27. Την σήμερον διά του παρόντος μου δηλοποιώ εγώ ο
υποκάτωθεν υπογεγραμμένος ότι πουλώ του ενδαισιμωτάτου αγίου σακελλαρίου
Μοστράτου, ένα κομμάτι ξαμπέλισμα εις την Πηγάδα του Καγκιλιέρη πλησίον το
αμπέλι του Αννακιού θυγατρός Γεωργίου Πρωτονεταρίου: διά γρόσια είκοσι: ήτοι:
20: καθώς το απόκοψιν ο Γιακουμάκης Βιτζαράς, τα οποία του τα εμλετρησεν εις
χείρας σωστά και καλά μένοντας πληρωμένος και ευχαριστημένος και από την
σήμερον του το απαραιτεί εις την εξουσίαν του να το κάνη ως θέλει και βούλεται
ως ίδιος και καθολικός νοικοκύρης υποσχόμενος να το κουματιτέρη (;) εις
παντοτεινό ποσέσιον και κόντρα του κάθε εναντίου: ο δε συγχύσας το παρόν να
πέφτη είς … και κουντάνα της ευρισκομένης αυθεντίας, γρόσια πάλι είκοσι: και
πάλιν το παρόν να έχη το κύρος και την ισχύν όθεν του δίνει την παρόν πουλησία
βεβαιωμένη με την υπογραφήν μου εις ασφάλειαν. Φραντζέσκος Μαλατέστας βεβαιώνω
το παρόν. Μανόλης Μαλατέστας γέγραφα το παρόν και μαρτυρώ. (Απόκοψες ο
Γιακουμάκης Βιτζαράς: Δηλαδή εξετίμησε την αξία του. Ο Ιάκωβος Βιτζαράς ήταν
αποκοπτής, πραγματογνώμονας, που διοριζόταν συνήθως από το Δημόσιο και
προσονομαζόταν κοινός αποκοπτής).
–1804. Σε πωλητήριο στη Νάουσα το 1804 αναφέρει, Γεώργιος Βιτζαράς.
–1812. Γεώργιος Βιτζαράς, προεστός και κοινός
επιστάτης Ναούσης 1812.
–1812. Σε έγγραφο Ναούσης, 20 Αυγούστου 1812, ο οικονόμος εφημέριος
Νάουσας Νταμίας Νεόφυτος καταγγέλλει τον Ιωάννη Γαβαλά από τις Λεύκες διότι
παρέβη τη συμφωνία κατά την οποία όφειλε να καλλιεργεί κτήματα του μοναστηριού και να δίδει το
δέκατο από την εσοδεία των αγρών. Το έγγραφο βεβαιώνουν ο ζαμπίτης και
ταχσιλδάρης Πάρου Ιωάννης Μαυρογένης και ο κοινός επιστάτης Γ. Βιτζαράς, το
συντάσσει δε «ο κοινός κανκιλάριος», ιερέας, σακελλάριος Μοστράτος.
–1816. Σε προικοσύμφωνο στις 22
Οκτωβρίου 1816 αναφέρεται η Ανθούλα γυνή πάλε ποτέ Ιάκωβου Βαβανού, όπου πάντρεψε
το 1812 τον γιό της με την θυγατέρα του πάλε ποτέ Περούλη Ρούσσου ονόματι
Αντωνία, αναφέρεται ο μάρτυρας Γεώργιος Βιτζαράς.
–1817. Το 1827 γεννιέται ο Βιτζαράς
Εμμανουήλ κτηματίας κάτοικος Νάουσας.
–1820. Σε προικοσύμφωνο στις 11
Ιανουαρίου 1820 αναφέρεται ο Γεωργάκης Βιτζαράς με χωράφι στην Κουράπα.
–1821. Παριανός αγωνιστής του 1821 ο Αναστάσιος Βιτζαράς.
–1821. Ο Παναγιώτης Δ. Δημητρακόπουλος εμυήθη εγκαίρως στην Φιλική Εταιρία
στην οποία ήταν και ο επικεφαλής στην Πάρο. Σε χειρόγραφο του τελετουργικού της
μυήσεως στην Φιλική Εταιρία αναφέρεται η δράση σε σχετικό σημείωμα. 1821 των
Φιλικών τη 7 Μαΐου. Καθιέρωσα τον Γεώργιο Ιωαν. Βιτζαρά. ‘Έλαβαν κριθάρι
γρόσια 150.
–1822. Σε έγγραφο των Παριανών στους Υδραίους στις 13 Απριλίου 1822
αναφέρεται ο Γεώργιος και ο Νικόλαος Βιτζαράς από την Παροικιά και ο Γεώργιος
Βιτζαράς από τη Νάουσα.
–1822. Στις 19 Νοεμβρίου 1822. Ο Αντέπαρχος Πάρου και Αντιπάρου Παναγιώτης
Βαφιόπουλος αποστέλλει έγγραφο για την δολοφονία ενός Κωνσταντινουπολίτη στη
Νάουσα από έναν Ζακυνθινό, προς τον προσωρινό υπουργό του Πολέμου της Ελλάδος.
Το έγγραφο υπογράφουν και οι Γραμματείς, Δημήτριος Χαμάρτος, Γεώργιος Βιτζαράς,
Τζαννής Νικολάου Καμπάνης και οι Πέτρος Μάτζας Μαυρογένης, Ελευθέριος Χαμάρτος.
–1822. Σε αντίγραφο Κριτηρίου Πάρου της
18 Δεκεμβρίου 1822 αναφέρεται ο Γεώργιος Βιτζαράς.
–1823. Την 1η Νοεμβρίου 1823, έπεμψε τας εν λόγω επιταγάς με τον Αναστάση
Ρεϊζη Τζιρογώτη προς τον εν Ναούση Γεώργιο Βιτζαρά. δια να φροντίσει να
εισπράξει το ποσό και να το εγχειρίσει προς τον ξάδερφο του Νικόλαο Κατζαρό
συγκατοικούντα μετ' αυτού εις την εν Ναούση κατοικίαν του.
–1825. Ο ιερέας Νικόλαος Βιτζαράς υπογράφει πωλητήριο έγγραφο Παροικιάς, 8
Φεβρουαρίου 1825.
–1825. Επίτροπος στον Άγιο Αντώνιο Κεφάλου διορίζεται από το υπουργείο της
Λατρείας ο Βιτζαράς Γεώργιος, Ναύπλιο 10 Σεπτεμβρίου 1825. Ττο εκτελεστικό Σώμα
της Προσωρινής Κυβέρνησης της Ελλάδος δια τον πρόεδρο του Γεωργ. Κουντουριώτη
ειδοποιεί το Υπουργείο Λατρείας (Θρησκείας), ότι ενέκρινε τον διορισμό
Επιτροπής διά να επιστατεί τον Άγιο Αντώνιο. Μέλη αυτής ορίσθηκαν ο Ιωάννης
Βαλσαμής, ο Γεώργιος Βιτζαράς και ο ιερέας Κωνσταντίνος Γεμελιάρης.
–1825. Στις 11 Οκτωβρίου 1825 αναφέρεται ο οικονόμος Νάουσας Γεώργιος
Βιτζαράς.
–1825. Σε αποδεικτικό έγγραφο στις 30 Δεκεμβρίου 1825 αναφέρεται ο
Γεώργιος Βιτζαράς.
–1826. Ο Γεώργιος Βιτζαράς
υπογράφει νοταριακό έγγραφο Παροικιάς στις 21 Απριλίου 1826.
–1826. «Επαρρησιάσθη
προσωπικώς εις την δημοσίαν Νοταρίαν ο υπογεγραμμένος κύριος Αλεξανδράκης
Δημητρίου Καμπάνης και ομολογεί ότι ιδίαν αυτού βουλήν και αυτοθέλητον γνώμην
πωλεί προς τον κύριον Κοσμάν Λιβαδινόπουλον ένα έξαμπέλισμα, έχει γονικόν του
εν τη τοποθεσία Σαρακήνικον με τον νερόν έχει μέσα σύμπλιος Ελευθεράκης
Χαμάρτος και Ιωάννης Μπαρμαρής διά γρόσια εξακόσια πενήντα πέντε, νούμερο 655,
ως επερίσσευσεν την τιμήν του αυτού ο ίδιος αγοραστής εις το Κοινόν δημόσιον,
όθεν από την σήμερον το και εξαμπέλισμα με το νερόν (το οποίον νερόν θέλει
εξακολουθεί ως το πάλαι) μένει ελεύθερα εις την εξουσίαν και κυριότητα του
ειρημένου αγοραστού να το κάμη ως θέλει και βούλεται τόσον ο ίδιος καθώς και οι
κληρονόμοι του ως καλώς πωλημένων και καλώς διά δημοπρασίας αγορασμένων,
υποσχόμενος ο πωλητής να διαφεντεύη τον
αγοραστή από κάθε εναντιότητα ως έλαβεν την τιμήν του αυτού εξαμπελισμάτου
μέχρι και του οβολού εις ένδειξιν δε εγένετο το παρόν πωλητήριον γράμμα εκ της
δημοσίας Νοταρίας βεβαιωμένον τη ιδία υπογραφή του πωλητού και εδόθη προς τον
αγοραστήν φυλάττοντας αντίγραφον εις τον Κώδικα της Νοταρίας, υπ’αριθ.34. τη 3
Ιουλίου 1826, Παροικία Πάρου. Αλέξανδρος Καμπάνης βεβαιώνω το παρόν. Φραγκίσκος
Αλεξάνδρου Καμπάνης βεβαιώνω. Γεώργιος Βιτζαράς.
–1826. Υπογράφων ως έφορος Νάουσας στις 29 Δεκεμβρίου 1826 ο Γεώργιος
Βιτζαράς και ο Αναγνώστης Βιτζαράς.
–1827. Απόφαση των προκρίτων
της Παροικιάς για την ενοικίαση του μετοχίου Ευαγγελίστριας για να στεγάσει την
«Κοινη Σχολή» τους «Εν Παροικία της Πάρου τη 26 Φεβρουαρίου 1827. Οι πατριώτες
και προκριτοδημογέροντες της Χώρας Παροικίας. Ελευθέριος Χαμάρτος, Μ. Μάτσας
Μαυρογένης, Γεώργιος Βιτζαράς, Ιωάννης Κρίσπης, Τζώρτζης Χαμάρτος, Μιχαήλ
Κρίσπης, Λεονάρδος Κονδύλλης, Γεώργιος Κυπριανός και Ζέπος Κυπριανός.
–1827. Σε διανομή κληρονομιάς της 8 Μαρτίου 1827 αναφέρεται ο Σταματέλος
Βιτζαράς.
–1827. Σε έγγραφο της 15
Απριλίου 1827 της Παροικιάς Πάρου μαρτυρείται
ο Γεώργης Βιτζαράς.
–1827. Καταγραφή των (μερικών) χρεών
των κοινοτήτων του κάθε Μέρους κοινού της Πάρου εις την Κωνσταντινούπολιν. 17
Απριλίου 1827.
Ομολογία Γεωργίου Βιτσαρά Κεφάλαιον
γρ. 1000.
–1827. Σε εξόφληση κληρονομιάς
στη Νάουσα στις 22 Μαΐου 1827 αναφέρεται ο Βιτζαράς Νικόλαος ως μάρτυρας.
–1827. Ποσότης των χρεών της Επανάστασης του χωριού Κηπίδου (Μάρπησσας) τα
οποία χρεωστούνται το 1827: Αυγούστου 14 με ομολογίας
Πέτρου Μάτσα Μαυρογένους γρ.3400
Παναγιώτου Δ. Δημητρακοπούλου γρ. 400
Γεωργίου Βιτσαρά γρ. 350
Ιωάννου Παντελούφη γρ. 500
Βήτου Τράντα γρ. 600
Ζαμπέτας Δ. Φραγκή γρ. 270 (ίσως Φραντζή).
Τόσα οποίως χρεωστούντας εις διαφόρους ως τον κατάλογον επαροιστάσαν; οι
κάτοικοι του ρηθέντος χορίου.
Το χρέος του χορίου Κηπίδου γρ. 6452
–1827. 24 Νοεμβρίου 1827. Δημογέροντας της Παροικιάς Γεώργιος Βιτζαράς
–1827. Στις 24 Νοεμβρίου 1827.
Δημογέροντας της Νάουσας ο Ν. Βιτζαράς και στον Τσιπίδο ο Αναστάσιος Βιτζαράς.
–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν
Σχολήν της πόλεως Παροικιάς
Βιτσαράς Ανδρέας ετών 11,
Βιτζαράς Φραγκίσκος ετών 15 και ο Βιτσαράς Διογένης ετών 7.
–1829. Σε έγγραφο της Εκατονταπυλιανής «Εν Παροικία της Πάρου» την 19
Μαΐου 1829 αναφέρονται οι εκλογείς της επαρχίας Πάρου και Αντιπάρου: Αθανάσιος
Μαύρος, Μ.Μ. Μαυρογένης, Δημήτριος Καλαβρός, Νικ. Μαλατέστας, Ιω. Μεταξάς, Θ.
Ρικιέρης, Ιάκωβως Λουκής, Ν. Μωραΐτης, Μιχαήλ Τζιγώνιας, Ιω. Βαλσαμής,
Ευστράτιος Στάμενας, Ζέπος Δελαγραμμάτης, Ν. Κονταράτος, Ν. Ρούσσος, Γεώργιος
…, Τζανής Μάτζας, Δαμιανός Μπιάζης, Γεώργιος Βιτζαράς.
–1829. Ο ονομαστικός κατάλογος των μαθητών του
Αλληλοδιδακτικού Σχολείου της Νάουσας του σχολικού έτους 1829.
«Οι μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της
κομοπόλεως Ναούσης»
Εμμανουήλ Βιτζαράς ετών 13.
–1830. Από κατάλογο που είχε στείλει στο Υπουργείο Θρησκείας ο Επίσκοπος
Παροναξίας Ιερόθεος στις 8 Φεβρουαρίου 1830, πληροφορούμαστε ότι η Πάρος
διέθετε 52 ιερείς.
Κατωτέρω παραθέτουμε ονοματεπώνυμά με τα ανάλογα οφίκια που είχαν: πάροικος, παπα-Νικόλαος Βιτζαράς και ο Δομιτιανός Βιτσαράς.
–1830. Εν Παροικία 18 Φεβρ. 1830. Οι πρόκριτοι της Πάρου Παρευρεθείς λέγω
τα αυτά ως και οι πρόκριτοι περί τε της χρηστοηθείας και φιλομαθείας του νέου
Γεωργίου Βιτζαρά.
–1830. Με έγγραφο των προκρίτων της Παροικιάς, 27 Απριλίου 1830, δίδεται η
άδεια στον Γεώργιο Βιτζαρά και στον άλλον Επίτροπο Παναγιώτη Δ. Καμπάνη «να
οικονομήσουντην αποζημίωσιν ταύτην».
–1830. Ο ιερεύς
Βιτζαράς Δομένικος υπογράφει το έγγραφο Παροικιάς: προικοσύμφωνο 3 Οκτωβρίου
1830.
–1830. Στην Κωνσταντινούπολη, όπου ζούσαν πολλοί Παριανοί, έφθασαν τον
Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο 1830 ο Φραγκ. Ανδρ. Βιτζαράς.
–1831. Στην Πάρο
δημιουργούνται δύο στρατόπεδα: των Καποδιστριακών (Βιτσαράς, Χαμάρτος κ.α.) και
των αντικαποδιστριακών (Κ. Κονδύλης, Λεον. Κονδύλης, Μιχ. Κρίσπης, Ν.
Μαλατέστας κ.α.). Με παρακίνηση των Υδραίων επαναστατούν τα νησιά κατά του
Καποδίστρια το 1831 και αντικαθιστούν τις τοπικές διοικήσεις ή τις κοινοτικές
αρχές.
–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831,
σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για
τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Γεώργιος
Βιτζαράς και ο παπά Νικόλαος Βιτζαράς, όπως και οι Αντώνης και Αναγνώστης Βιτσαράς από το χωρίων Κεφάλου.
–1832. Εν Ναούση της Πάρου τη 27 Μαρτίου 1832, σε έγγραφο της σχολής του
Αγίου Αθανασίου αναφέρεται ο Νικόλαος και Κωνσταντίνος Βιτζαράς.
–1832. Εν Ναούση της Πάρου τη 27 Μαρτίου 1832, σε έγγραφο της σχολής του
Αγίου Αθανασίου αναφέρεται ο ρωσικός ατζέντης εις Νάουσα Ιωάννης
Βιτζαράς.
–1833. Ο ιερεύς
Βιτζαράς Δομέτιος υπογράφει το έγγραφο Παροικιάς: διαθήκη Βερεζίνας Ιωάν.
Μαυρομμάτη, 15 Μαρτίου 1833. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1833: «παπά Δομέτιος Βιτζαράς
υπογράφω εις όνομα Μοσχούς Αντωνίου θυγάτηρ Καλακώνα ότι στέργω και μαρτυρώ και
εγώ».
–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια
Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο
Π. Βιτσαράς και ο Τηλέμαχος Βιτσαράς.
–1835. Σε ομαδικό έλεγχο του δημοτικού σχολείου Πάρου του 1835, υπάρχει
εγγεγραμμένος ο μαθητής Βιτσαράς Δ. Γεράσιμος, τέχνη πατέρα ιερεύς. Και
ο Διογένης Βυτζαράς.
–1838.Ο ιερέας Νικόλαος Βιτζαράς αναφέρεται σε έγγραφο που συντάχτηκε στις
12 Μαρτίου 1838.
–1842. Προικοσύμφωνο Σπυρίδωνα
Κοντοστάβλου και Μαρίνας Κατακουζηνού
Παροικιά, 26 Αυγούστου 1842
Τω χιλιοστώ οκτακοσιοστώ
τεσσαρακοστώ δεύτερω έτει, την εικοστήν έκτην του μηνός Αυγούστου ημέραν
Τετάρτη της εβδομάδος, επροσκλήθην ο υποφαινόμενος Δημήτριος Δελαγραμμάτης,
Ειρηνοδίκης και κάτοικος Πάρου, εκπληρών έργα συμβολαιογράφου παρά του κυρίου
Αναστασίου Κοντοστάβλου, ασθενούντος, διά να έλθω προς αντάμωσιν του διά να
συντάξω το παρόν συμβόλαιον, αυθωρί δε κατά την ενδεκάτην ώραν πρό μεσημβρίας
της αναφερομένης ημέρας ήλθον εις ταύτην την πόλιν της Παροικίας κειμένην
οικίαν κατά την θέσιν Χάλαρα (Μεσοσπορίτισσα), οπου παρουσιασθέντες οι κύριοι
Αναστάσιος Κοντόσταβλος και η σύζυγός αυτού Μαρούσα, Δημόται και κάτοικοι του
δήμου Πάρου, κτηματίαι γνωστοί μου και άσχετοι συγγενείας με εμέ, ολιτινες
ωμολόγησαν ενώπιον εμού, και των κάτωθεν υποφαινομένων μαρτύρων, ότι με το να
ενυμφεύθη ο υιός των Σπυρίδων διά νόμιμον σύζυγον του την κυρίαν Μιρίναν
θυγατέρα του Γεωργίου Κατακουζινού κατά τον Ιούλιον του χιλιοστού οκτακοσιοστού
εικοστού ογδόου έτους, και επειδή δεν έκαμον εις αυτόν άχρι τούδε
προικοσύμφωνον, ητήσαντο… εκ συμφώνου, οι ρηθέντες γονείς του την σύνταξιν του
παρόντος προικοσυμφώνου, με το οποίον ομολογούν ότι δίδουν ευχαρίστως και με
την ευχήν των προς τον υιόν των Σπυρίδωνα χάριν προικός τα ακόλουθα:
Μίαν εικόνα τιμωμένη Ο Άγιος
Σπυρίδων, τον αλευροανεμόμυλον τους κείμενον κατά το βόρειον παράλιον του λιμένος Παροικίας έξωθεν του
Μεγάλου Χωραφιού της Δημοτικής Εκκλησίας Εκατονταπυλιανής μ’ όλα τα εις αυτόν
έπιπλα και σκεύη, καθώς είναι και ευρίσκονται τμηματικώς διά δραχμάς τρείς
χιλιάδας, την συνεχομένην μ’ αυτόν οικίαν και με τον ψωμόφουρνον και με διάφορα
δένδρα, καθώς είναι και ευρίσκεται κείμενον εντός της πόλεως Παροικίας, κατά
[το βόρειον παράλιον του λιμένος συνορευομένην με] οικίαν του Τζόρτζη Τζουάννη
μ’ εκείνην του Ιωάννη Παπαδόπουλου, με το κηπάριον του Γεωργίου Βιτζαρά και
μ’εκείνο του Νικολάου Ψαράκη και με το της
Ειρήνης Α. Βιτζαρά εκτιμώμενον
δια δραχμάς πεντακοσίας. Το πλοίο του Βρατζέρα με τα ημίσια αναλογούντα εις
αυτόν έπιπλα και σκεύη, εκτιμώμενον δια δραχμάς διακοσίας, ένα αλώνι του
αλευροανεμόμυλου, το οποίον το έχουν εκτός της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου,
κείμενης κατά βόρειον παράλιον του λιμένος Παροικίας, μίαν κουρούπα του λαδιού
κορωνιά, ένα… σούνι σανιδένιο, ένα βαρέλι του κρασιού με σιδερένιο βεργιό,
εκτιμηθέντα όλα τα κινητά είδη δια δραχμάς πεντήκοντα.
Όλα τα ρηθέντα κινητά και
ακίνητα κτήματα θέλει τα κρατεί εις χείρας του ο αναφερόμενος πατήρ Αναστάσιος
Κοντόσταβλος και να καρπούται αυτά εν όσω ούτος ζή, μετά τον θάνατόν του οποίου
θέλει τα παραλάβει εις την δεσποτείαν και κυριότητά του ο ρηθείς υιός των
Σπυρίδων Κοντόσταβλος, διά να τα κάνη ως θέλει και βούλεται, ως κτήματά του
αναπόσπαστα, αναμφισβήτητα και παντοτεινά, παρεκτός του περιβολίου με τα εν
αυτώ, το οποίον θέλει το καρπούται η μητήρ του Μαρούσα εν όσω αυτή ζή, μετά τον
θάνατόν της οποίας θέλει το παραλάβει και τούτο ο ρηθείς υιός των Σπυρίδων
πάντη ελευθέρον εις την εξουσίαν του με την υποχρέωσιν δε του υιού των
Σπυρίδωνος, μετά τον θάνατόν του πατρός του, όπου τότε θέλει παραλάβει τον
αλευροανεμόμυλον εις την εξουσίαν του, να δίδη κατ’ έτος προς την μητέρα του
Μαρούσαν, είκοσι πινάκια αλεύρι κρίθιρον και πινάκια δέκα σιταρένιον, εν όσω
αυτή ζή, μετά τον θάνατόν της οποίας θέλει μένει ο ρηθείς υιός των Σπυρίδων
ελεύθερος της υποχρεώσεως της αλευρ……. [Και εις ένδειξιν υπεγράφη το] παρόν
προικοσύμφωνον έγγραφον εν τη … αναγνωσθέν ευκρινώς και μεγαλοφώνως, εις
επήκοον αυτών και των επί τούτων προσκληθέντων μαρτύρων μαρτυρούντων την
θέλησιν των λέγω των κυρίων Μάρκου Φ. Κυπραίου, κτηματία και Δημητρίου Εμμ.
Σκορδύλη, κτηματία, κατοίκων και δημοτών του Δήμου Πάρου, γνωστών μοι αμφοτέρων
και ασχέτων συγγενείας με εμέ και με τους ρηθέντας, υπογράφεται ιδιοχείρως παρά
των μαρτύρων μόνον και παρ’ εμού, παρά δε του Αναστασίου Κοντόσταυλουκαι της
συζύγου του Μαρούσας δεν υπεγράφθη αγραμμάτων ομολογησάντων είναι.
Μάρκος Κυπραίος μαρτυρώ.
Δημήτριος Εμμ. Σορδύλης
μαρτυρώ
Ο εκπληρών έργα
συμβολαιογράφου Ειρηνοδίκης Πάρου Δ. Δελαγραμμάτης.
–1843. Σε ονομαστικό κατάλογο των εκλογικών αποτελεσμάτων Νάουσας στις 27
Οκτωβρίου 1843 αναφέρεται ο Νικόλαος Βιτζαράς. Και βεβαιώνει το μέλος του
Δημοτικού Συμβουλίου Πάρου Γεώργιος Βιτζαράς.
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο
στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει
εγγεγραμμένος ο 38χρονος κτηματίας Ιωάννης Βιτζαράς, ο 44χρονος γεωργός
Νικόλαος Μ. Βιτζαράς, ο 54χρονος γεωργός Βιτζαράς Κωνσταντίνος, ο 29χρονος
κτηματίας Βιτζαράς Εμμανουήλ, ο 37χρονος γεωργός Βιτζαράς Γεώργιος, ο 52χρονος
γεωργός Νικόλαος Ι. Βιτζαράς, ο 44χρονος γεωργός Νικόλαος Γεωργίου Βιτσαράς, ο
55χρονος εργάτης Γεώργιος Ν. Βιτσαράς.
–1846. Ο Μαρπησσαίος Γεώργιος
Φωκιανός έλαβε μέρος στην Ελληνική Επανάσταση και αγωνίστηκε υπό τις οδηγίες
του Παριανού Δημητρίου Σάλλα «κατά το 1826 εις την κατά του Ιμβραήμ πολιορκίαν
Τριπολιτσάς (…) και διέμεινεν εκεί μέχρι της πτώσεως της» κατά μαρτυρία των
δημοτών και κατοίκων του Δήμου Μαρπήσσης, σε έγγραφο τους («εν Μαρπίσση την 16
Μαΐου 1846»). Ακολούθως διέμεινε στα Βέρβαινα και τέλος στο Ναύπλιο. Αρχηγός δε
των όπλων ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το πιστοποιητικό το υπογράφουν 48
προύχοντες και κάτοικοι της Μάρπησσας, μεταξύ των οποίων οι: Άγουρος Ιωάννης,
Ιωάννης Ασωνίτης, Ελευθέριος Τζιώτης, Αναγνώστης Α. Βιτσαράς, Παναγ.
Νικηφοράκης, Αντώνιος Τζιγώνιας, Αρτέμιος Ευλογιάς, Ανδρέας Αλιπράντης, Νικ.
Βατιμπέλας, Νικόλαος Πούλιος, Γουλιέλμος Καντιώτης, Μακάριος Στάμενας. Το
επικυρώνει δε καθώς και τις υπογραφές, ο δήμαρχος Μάρπησσας Γεώργιος Σιμ.
Δελαγραμμάτης («εν Μαρπίσση την 20 Μαΐου 1846»).
–1847. Σε εκλογικό κατάλογο
Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο
26χρονος υπάλληλός Αλέξανδρος Βιτσαράς, ο 26χρονος έμπορος Ανδρέας Α. Βιτσαράς,
ο 66χρονος κτηματίας Γεώργιος Βιτσαράς, ο 26χρονος σανδαλοποιός Διογένης
Βιτσαράς, ο 29χρονος υπάλληλος Ιωάννης ΠΝ Βιτσαράς, ο 48χρονος έμπορος Βιτσαράς
Νικόλαος και ο 33χρονος πλοίαρχος Παντελής Βιτσαράς.
–1847. Στον
εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 46χρονος
κτηματίας Βιτζαράς Αναγνώστης.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Κώστου του
1847 είναι εγγεγραμμένος ο 44χρονος γεωργός Βιτσαράς Νικόλαος του Γεωργίου και
ο 55χρονος εργάτης Γεώργιος Ν. Βιτσαράς.
–1860. Στις 11
Σεπτεμβρίου 1860 σε συμβολαιογραφική πράξη [υποθηκοδάνειο] στην Σύρου
αναφέρεται ότι ο κάτοικος Πάρου Κωνσταντίνος Μελανίτης βυρσοδέψης να δανείζεται
και να βάζει υποθήκη κτήματά του από τον Γεώργιο Βυτζαρά έμπορο κάτοικο Πάρου.
–1867. Εν Πάρω σήμερον, την
εικοστήν εβδόμην Μαΐου του χιλιοστού οκτακοσιοστού εξηκοσού εβδόμου έτους,
ημέραν Σάββατο προ μεσημβρίας, εν τω ειρηνοδικιακώ καταστήματι Πάρου, ενώπιον
ημών του Ειρηνοδίκου Νικήτα Ν. Βλαβιανού, δημοσία και εκτάκτως συνεδριάζοντος
εν τω ακροτηρίω παρόντος και του Γραμματέως Ιωάννου Ν. Βιτσαρά ενεφανίσθη ο
Λεωνίδας Βενιέρης, ιατρός, κάτοικος του Δήμου Πάρου όστις ητήσατο να ορκισθή
ενώπιον ημών, συμφώνως με την από 23 Μαΐου ε.ε. και υπ’ αριθ. 4141 παραγγελίαν
προς ημάς του κυρίου Εισαγγελέως των εν Σύρω Πρωτοδικών, εκδοθείσαν δυνάμει της
υπ’ αριθ. 18 Μαΐου ε.ε. αιτήσεως του αυτού ιατρού και την από την
αυτήνημερομηνίαν και υπ αριθ. 165 ημετέρου προς τον κύριον Εισαγγελέα εγγράφου,
τον οποίον και ωρκίσαμεν εις το Ιερόν Ευαγγέλιον ως εξής: «Ομνύω, συνειδώς τας
επικειμένας εις την ψευδομαρτυρίαν ποινάς,ότι θέλω δίδει την γνώμην μου και
θέλω κάμνει σωστήν έκθεσιν εν συνειδότι και τιμή διά παραγγελίας ανακριτικών
αρχών, ούτως ειη μοι ο Θεός βοηθός και το Ιερόν αυτού Ευαγγέλιον». Προς τούτο
συνετάχθη η παρούσα έκθεσις, ήτις αναγνωσθείσα ευκρινώς εις επήκοον του
ορκισθέντος υπεγράφη υπ’ αυτού, ημών και του Γραμματέως. Ο ορκισθείς Λ.
Βενιέρης, ο Ειρηνοδίκης Ν.Ν. Βλαβιανός, ο Γραμματεύς Ιωαν. Ν. Βιτσαράς.
–1872. Στις 11 Ιουνίου 1872 ο 42χρονος
οψοπώλης από την Πάρο Βασίλειος Βιτζαράς του Ιάκωβου και της Μαρίας Βασιλείου,
παντρεύεται στην Ερμούπολη την 48χρονη από την Πάρο Ειρήνη Κονταράτου, του
Νικολάου και της Μαρίας.
–1874. Το 1874
γεννιέται ο Βιτσαράς Φραγκίσκος του Κωνσταντίνου μηχανικός κάτοικος Νάουσας
Πάρου. Σύζυγός του η Μαρία Εμμ. Σφαέλου (1893) και τέκνα τους ο Κώστας (1916),
ο Μανώλης (1917), ο Μιχάλης (1921), ο Γιώργος (1927), η Μαρουζώ (1929) και η
Παρασκευή (1931).
–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου),
υπάρχει εγγεγραμμένος ο Βιτζαράς Αναγνώστης του Ανδρέα 75 ετών κτηματίας. Καθώς
και ο Ανδρέας Βιτζαράς του Αναγνώστη 37 ετών γεωργός. Αλλά και ο Βιτζαράς
Γεώργιος του Αναγνώστη 49 ετών έμπορος.
–1879. Συμβολαιογράφος Πάρου
το 1879-97 ο Ιωάννης (Τζαννάκης Π.Ν. Βιτσαράς.
–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο
Βιτζαράς Ιωάννης του Νικολάου, 53 ετών, εργάτης, Βιτσαράς Γεώργιος του Ιωάννης
52 ετών, μεταπράτης, κάτοικος Ικαρίας, Βιτσαράς Γεώργιος του Εμμανουήλ, ετών
36, ναυτικός, κάτοικος Βραζιλίας, Βιτσαράς Ιάκωβος του Γεωργίου, 38 ετών,
εργάτης, Βιτσαράς Κωνσταντίνος του Εμμανουήλ, 40 ετών, Κτηματίας, Βιτσαράς
Λάζαρος του Εμμανουήλ 34 ετών, ναυτικός, Βιτσαράς Νικήτας του Γεωργίου 34 ετών,
εργάτης, κάτοικος Βουρλά.
–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι
οι, Βιτσαράς Γεώργιος του Ιωάννη, ετών 54, μεταπράτης από τη Νάουσα, κάτοικος
Ικαρίας, Βιτσαράς Γεώργιος του Εμμανουήλ, 38 ετών, ναυτικός από τη Νάουσας, κάτοικος
Βρασ(ζ)ιλίας, Βιτζαράς Ιωάννης του Νικολάου, 55 ετών, εργάτης από τη Νάουσα,
Βιτσαράς Ιάκωβος του Γεωργίου, 40 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, Βιτσαράς
Κωνσταντίνος του Εμμανουήλ, 42 ετών κτηματίας από τη Νάουσα, Βιτσαράς Λάζαρος
του Εμμανουήλ, 36 ετών, ναυτικός από τη Νάουσα και Βιτσαράς Νικήτας του
Γεωργίου, 36 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, κάτοικος Βούρλα.
–1895. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι
εγγεγραμμένος ο παριανός 33 ετών μηχανικός Αλέξανδρος Γ. Βιτσαράς έγγαμος.
Έδωσε όρκο στις 1 Δεκεμβρίου 1895.
–1901. Στις 15 Νοεμβρίου 1901 ο 23χρονος
γεωργός από την Πάρο Βατίστας Ευρυπιώτης του Γεωργίου και της Φλωρέντζας
Βιτσαρά, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 17χρονη από την Σύρο Ειρήνη Καφούρου,
του Ανδρέα και της Ζηνοβίας.
–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις
28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Καλλίτσα χήρα Φεωργίου Βιτσαρά, ετών
65, οικιακά.
–1907. Γράφει ο Νικηφόρος Κυπραίος (31
Μαρτίου 1907): «Δεκαπέντε νέοι πλήρεις σφρίγους και ζωής εκ Ναούσης απήλθον
προχτές διά την Αμερικήν, διπλάσιοι δε ετοιμάζονται κατ’ αυτάς ν’ ακολουθήσουν
τούτους. Δυστυχώς το ρεύμα της μεταναστεύσεως έλαβεν ως εκ της δυστυχίας των
κατοίκων και της κακοδιοικήσεως εν τη Νήσω ημών μεγάλας διαστάσεις».
Εκεί θα παραμείνουν, θα
αυξηθούν και θα δημιουργήσουν μια συμπαγή κοινότητα, που υπάρχει μέχρι σήμερα.
Στο φ. 285 «Αιγαίον» την 1η Μαρτίου 1908, ανακοινώνεται η ίδρυση
Συλλόγου από τους Ναουσσαίους: «Τέλος, υπό πρόεδρον τον κάλλιστον νέον εκ
Ναούσης Μ. Κ. Βιτσαράν συνεστήθη εν Σικάγω των Ηνωμένων Πολιτειών Σύλλογος υπό
την επωνυμίαν “H
Παναγία”».
–1911. Νικόλαος Ιω. Π. Ν. Βιτζαράς, θετός γιος
του Ιωάννη Π.Ν. Βιτσαρά, ιατρός. Καταγόταν από την Φολέγανδρο και την
οικογένεια Λύδη. Το 1911, εξασκούσε το επάγγελμα του ιατρού στην Σούμλη της
Βουλγαρίας. Μέχρι το 1897 υπηρετεί στην Βουλγαρικό στρατό ως ανθυπίατρος.
–1915. Στις 17 Ιουνίου 1915 ο 40χρονος
μάγειρας από την Πάρο Αντώνιος Ευρυπιώτης του Γεωργίου [μυλωθρός] και της
Φλώρας Βιτσαρά [κάτοικοι Πάρου] παντρεύεται στην Ερμούπολη την 34χρονη από την
Τήνο Άννα Μαρινάκη, του Άγγελου [ιερεύς], και της Μαριέττας Κονταρίνη.
–1916. Γεννιέται
το 1916 ο Κώστας Βιτσαράς του Φραγκίσκου (1875) και της Μαρίας.
–1917. Γεννιέται
το 1917 ο Μανώλης Βιτσαράς του Φραγκίσκου (1875) και της Μαρίας. Σύζυγός του η
Μαγδαλινή Χάσμαν (1915).
–1921. Γεννιέται
το 1921 ο Μιχάλης Βιτσαράς του Φραγκίσκου (1875) και της Μαρίας. Σύζυγός του η
Ειρήνη Μιχ. Τριπολιτσιώτη (1928).
–1927. Γεννιέται
το 1927 ο Γεώργιος Βιτσαράς του Φραγκίσκου (1875) και της Μαρίας. Σύζυγός του η
Ολγα Γρ. Βλάχου και τέκνα τους η Αικατερίνη (1950), ο Φραγκίσκος (1955), ο
Κώστας (1956), η Μαρία (1959), η Μαρουσώ (1960) και ο Γρηγόρης (1962).
–1929. Γεννιέται
το 1929 η Μαρουσώ Βιτσαρά του Φραγκίσκου (1875) και της Μαρίας.
–1931. Γεννιέται
το 1931 η Παρασκευή Βιτσαρά του Φραγκίσκου (1875) και της Μαρίας.
–1946. Σε
εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει
εγγεγραμμένος ο 72χρονος κάτοικος Νάουσας, Βιτσαράς Φραγκίσκος του
Κωνσταντίνου, μηχανικός, ο 39χρονος αγωγεύς Βιτσαράς Ιωάννης του Γεωργίου, ο
25χρονος εργάτης Βιτσαράς Μιχαήλ του Φραγκίσκου και ο 30χρονος εργάτης Βιτσαράς
Κωνσταντίνος του Φραγκίσκου.
–1950. Σε
εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 19 Αυγούστου 1950, υπάρχει
εγγεγραμμένη η Βιτσαρά Μαρία, όνομα συζύγου Εμμανουήλ, όνομα πατέρα Εμμανουήλ
Σφαέλος.
–1952. Σε
εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η
Ταντάνη Αικατερίνη, όνομα συζύγου Ανάργυρος, όνομα πατρός Λυγκίνος Βιτσαράς, η
Κρητικού Σωτηρία, όνομα συζύγου Ιωάννης, όνομα πατρός Ιάκωβος Βιτσαράς, η Βιτσαρά Μαριγώ, όνομα συζύγου Ιάκωβος, όνομα
πατρός Αντώνης Μπαρμπαρήγος
–Βιτζηλαίος ή Βιντζηλαίος ή Μπιτζιλαίος ή Μπιτζηλαίος ή
Πιτζηλαίος: Η οικογένεια Βιτζηλαίου, που απαντά στις
πηγές και ως Βιντζηλαίος, Μπιτζιλαίος, Μπιτζηλαίος ή Πιτζηλαίος,
αποτελεί μία από τις νεότερες οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στην Πάρο κατά τον
19ο αιώνα. Αν και η παρουσία της στο νησί δεν ανάγεται στην περίοδο της
Ενετοκρατίας, κατάφερε μέσα σε λίγες γενιές να ριζώσει στις Λεύκες και στο
Άσπρο Χωριό, αφήνοντας το δικό της αποτύπωμα στην κοινωνική, πνευματική και
πολιτιστική ζωή της ανατολικής Πάρου.
Σύμφωνα με την οικογενειακή
παράδοση, γενάρχης του παριανού κλάδου υπήρξε ο Γεώργιος Βιτζηλαίος, ο
οποίος εγκαταστάθηκε στο Άσπρο Χωριό το 1860, προερχόμενος από τη Νάξο,
όπου είχε καταφύγει η οικογένεια ύστερα από τη φυγή της από την Κρήτη. Η αρχική
μορφή του επωνύμου φαίνεται πως ήταν Βιντζηλαιάκης ή Βιτζηλαιάκης,
γεγονός που μαρτυρεί την κρητική καταγωγή της οικογένειας. Η εγκατάσταση στην
Πάρο σηματοδότησε την απαρχή ενός νέου κλάδου, ο οποίος διατήρησε στενούς
δεσμούς με τη γη και τις τοπικές κοινότητες.
Οι Βιτζηλαίοι απέκτησαν
μεγάλες ιδιοκτησίες στην περιοχή του Κάμπου του Άσπρου Χωριού, τις
οποίες οι απόγονοι του Γεωργίου εξακολουθούν να κατέχουν έως σήμερα. Η περιοχή
ήταν παλαιότερα γνωστή με την ονομασία «Των Αξώτω», τοπωνύμιο που
διατηρεί τη μνήμη των πρώτων ιδιοκτητών και της παλαιάς αγροτικής ιστορίας του
τόπου.
Οι πρώτες επίσημες αναφορές
της οικογένειας στην Πάρο εμφανίζονται ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. Στα
μητρώα αρρένων της Κοινότητας Λευκών και στους εκλογικούς καταλόγους
καταγράφονται ο Οδυσσέας Πιτζηλαίος, ο Ιωάννης Γ. Μπιτζιλαίος, ο Κωνσταντίνος
Ιωάννου Μπιτζηλαίος, ο Γεώργιος Οδυσσέως, ο Κυριάκος Ιωάννου και
δεκάδες ακόμη μέλη της οικογένειας. Οι συνεχείς αυτές εγγραφές αποδεικνύουν ότι
μέσα σε λίγες δεκαετίες οι Βιτζηλαίοι είχαν πλέον εδραιωθεί στις Λεύκες και
αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της τοπικής κοινωνίας.
Η κύρια απασχόλησή τους ήταν η
γεωργία. Η οικογένεια συνδέθηκε στενά με την καλλιέργεια της γης, των αμπελιών
και των ελαιώνων της ανατολικής Πάρου. Παράλληλα όμως ανέδειξε τεχνίτες,
επαγγελματίες, εμπόρους και ανθρώπους των γραμμάτων, αποδεικνύοντας ότι η
κοινωνική της εξέλιξη ακολούθησε την ευρύτερη ανάπτυξη του νησιού κατά τον 20ό
αιώνα.
Σημαντική υπήρξε και η
παρουσία των Βιτζηλαίων στη δημόσια ζωή των Λευκών. Μέλη της οικογένειας
συμμετείχαν στις δημοτικές και κοινοτικές υποθέσεις, ενώ το 1947 ο Ιωάννης
Π. Βιτζηλαίος αναφέρεται ως μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου Λευκών. Λίγα
χρόνια αργότερα, στις κοινοτικές εκλογές του 1951, υποψήφιος ήταν και ο Ιωάννης
Π. Βιντζηλαίος, γεγονός που αποδεικνύει τη συνεχή συμμετοχή της οικογένειας
στα κοινά.
Εξίσου έντονη υπήρξε η
παρουσία της οικογένειας στην εκκλησιαστική ζωή του χωριού. Το 1930 ο Γεώργιος
Κ. Μπιτζηλαίος χρηματοδότησε την επισκευή του ναού της Αγίας Θεοδοσίας
στις Λεύκες, όπως μαρτυρεί η σωζόμενη μαρμάρινη επιγραφή στην πρόσοψη του ναού.
Έναν χρόνο αργότερα, το όνομα του Γ. Κ. Μπιτζιλαίου καταγράφεται μεταξύ
των δωρητών της αργυρής επένδυσης εικόνας του Αγίου Γεωργίου στην Αγία Τριάδα
Λευκών.
Η προσφορά της οικογένειας
προς τους ναούς συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες. Το 1953, κατά την
ανακαίνιση του ναού του Αγίου Νικολάου Λευκών, η μαρμάρινη αναθηματική
επιγραφή αναφέρει ότι οι εργασίες πραγματοποιήθηκαν με τη φροντίδα της Μαρίας
Βιτζηλαίου, γεγονός που αποδεικνύει τη διαρκή συμμετοχή της οικογένειας στη
θρησκευτική ζωή του χωριού. Το 1973, τέλος, η οικογένεια του Ιωάννη Π.
Βιτζηλαίου αφιέρωσε την προτομή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στον ναό της Ζωοδόχου
Πηγής στο Άσπρο Χωριό, συνεχίζοντας μία παράδοση ευεργεσιών που είχε ήδη
συμπληρώσει πολλές δεκαετίες.
Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία
της οικογένειας κατέχει ο Νικόλαος Απ. Βιτζηλαίος (1928–1996),
εκπαιδευτικός και συγγραφέας, ο οποίος γεννήθηκε στις Λεύκες και αφιέρωσε τη
ζωή του στην εκπαίδευση και στα γράμματα. Το έργο του αποτελεί μία από τις
σημαντικότερες πνευματικές παρακαταθήκες που ανέδειξε η οικογένεια και συνδέει
το όνομά της με την ιστορία της παριανής εκπαίδευσης.
Στις πηγές συναντούμε και
άλλες ενδιαφέρουσες μορφές της οικογένειας. Το 1948 η Κατίνα Ι. Βιτζηλαίου
διατηρούσε εργαστήριο γυναικείων φορεμάτων στο Κουκάκι της Αθήνας, ένδειξη της
μετανάστευσης πολλών Παριανών προς το αστικό κέντρο μετά τον πόλεμο. Το 1951 ο Νικόλαος
Βιτζηλαίος απαθανατίζεται σε φωτογραφία να παίζει κλαρίνο σε καφενείο της
Παροικίας, διασώζοντας μια όμορφη εικόνα της λαϊκής μουσικής παράδοσης της
Πάρου.
Παρότι η παρουσία των
Βιτζηλαίων στην Πάρο είναι σχετικά πρόσφατη σε σύγκριση με τις μεγάλες
μεσαιωνικές οικογένειες του νησιού, η πορεία τους αποδεικνύει τον τρόπο με τον
οποίο μια οικογένεια προσφύγων από την Κρήτη, μέσω της Νάξου, κατόρθωσε να
ενσωματωθεί πλήρως στην παριανή κοινωνία. Μέσα από την εργασία τους, την αγάπη
τους για τη γη, τη συμμετοχή στα κοινά, τις δωρεές προς τις εκκλησίες και την
ανάδειξη ανθρώπων των γραμμάτων και του πολιτισμού, οι Βιτζηλαίοι απέκτησαν τη
δική τους ξεχωριστή θέση στην ιστορία της Πάρου.
Η διατήρηση μέχρι σήμερα των
παλαιών οικογενειακών κτημάτων στο Άσπρο Χωριό αποτελεί μία ακόμη ζωντανή
υπενθύμιση της μακρόχρονης παρουσίας τους στο νησί και της στενής σχέσης τους
με τον τόπο που επέλεξαν ως νέα πατρίδα πριν από περισσότερο από ενάμιση αιώνα.
–1837. Το 1837 γεννιέται ο
Πητζηλαίος Οδυσσεύς. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας
Λευκών.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του
1847 είναι εγγεγραμμένος ο 25χρονος γεωργός Ιωάννης Γ. Μπιτζιλαίος.
–1860. Το 1860 γεννιέται στις
Λεύκες ο Μπιτζηλαίος Κωνσταντίνος του Ιωάννη. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο
αρρένων της Κοινότητας Λευκών.
–1860. Γιώργος Βιτζηλαίος από τη Νάξο,
εγκαταστάθηκε στο Άσπρο Χωριό το 1860.
–1862. Το 1862 γεννιέται στις
Λεύκες ο Μπιτζηλαίος Γεώργιος του Οδυσσεύς. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο
αρρένων της Κοινότητας Λευκών.
–1867. Εγγεγραμμένοι στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος 1867. Πιντζιλαίος Κυριάκος
του Ιωάννη.
–1875. Εγγεγραμμένοι στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1875 ο Μπιτζιλαίος
Παναγιώτης του Νικολάου.
–1876. Σε πίνακα των γάμων που
τελέστηκαν το έτος 1876 στις Λεύκες αναφέρεται ότι ο 27χρονος Γ. Πιτζηλαίος του
Ιωάννη και της Μαργαρίτας να νυμφεύεται την 20χρονη Κυριακή Δρακάκη του
Δημητρίου και της Αικατερίνης.
–1882. Εγγεγραμμένοι στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1882 ο Πιντζιλαίος
Ιωάννης του Γεωργίου.
–1885. Εγγεγραμμένοι στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1885 ο Πιντζιλαίος
Ιωάννης του Μνήγου.
–1890. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1890 στις Λεύκες ο
Μπιτζιλαίος Νικόλαος του Μνηγού.
–1891. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1891 στις Λεύκες ο
Πιτζιλαίος Ιωάννης του Ιάκωβου.
–1893. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1893 στις Λεύκες ο
Πιτζιλαίος Απόστολος του Νικολάου.
–1894. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1894 στις Λεύκες ο
Μπιτζηλαίος Οδυσσέας του Γεωργίου.
–1896. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1896 στις Λεύκες ο
Μπιτζιλαίος Ιωάννης τουΚυριάκου, ο Μπιτζιλαίος Οδυσεύς του Παναγιώτη και ο
Μπιτζιλαίος Ιωάννης του Κωνσταντίνου.
–1900. Εγγεγραμμένος στο μητρώο
Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1900 στις Λεύκες ο
Μπιτζιλαίος Ιωάννης του Παναγή.
–1901. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1901 στις Λεύκες ο
Μπιτζιλαίος Αναστάσιος του Κυριάκου, ο Μπιτζιλαίος Γεώργιος του Μνηγού και ο
Μπιτζιλαίος Νικόλαος του Γεωργίου.
–1902. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1902 στις Λεύκες ο
Πιτζιλαίος Χριστόδουλος του Παναγιώτη.
–1905. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1905 στις Λεύκες ο
Μπιτζιλαίος Νικόλαος του Παναγιώτη.
–1909. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1909 στις Λεύκες ο
Μπιτζιλαίος Αγαπητός του Γεωργίου.
–1911. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1911 στις Λεύκες ο
Μπιτζιλαίος Ηλίας του Παναγιώτη και ο Μπιτζιλαίος Νικόλαος του Παναγιώτη.
–1912. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1912 στις Λεύκες ο
Μπιτζιλαίος Νικηφόρος του Γεωργίου.
–1923. Μέλος του Εξωραϊστικού Φιλοδασικού
Συλλόγου Λευκών, εν Λεύκαις τη 17 Απριλίου 1923 ο Παναγιώτης Μπιτζιλαίος.
–1926. Το 1926 γεννιέται ο Μπιτζηλαίος
Νικόλαος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος κοιν. Λευκών.
–1927. Το 1927 γεννιέται ο Μπιτζηλαίος
Νικόλαος του Ιωάννη υποδηματοποιός κάτοικος κοιν. Λευκών.
–1928. Γεννιέται στις Λεύκες ο εκπαιδευτικός και συγγραφέας Νικόλαος Απ.
Βιτζηλαίος. Απεβίωσε στην Αθήνα το 1996.
–1930. Μαρμάρινη πλάκα στην
πρόσοψη του ναού της Αγίας Θεοδοσίας στις Λεύκες αναφέρει: «Επισκευάσθη δαπάνη
Γεωργίου Κ. Μπιτζηλαίου, εν έτει 1930».
–1931. Σε εικόνα του Αγίου
Γεωργίου στην Αγία Τριάδα Λευκών, στην αργυρή επένδυση υπάρχει η επιγραφή:
«Δωρεά Β. Καριώτη, Δ. Καριώτη, Ιωάννη Γ. Κονταράτου, Ελ. Κωτ(η), Ν. Κοτ(η),
Πέτρ. Μαρίν. Ρούσσου, Γ.Κ. Μπιτζιλέου, 1931».
–1947. Στις 20 Ιουνίου 1947, το στο
Κοινοτικό Συμβούλιο Λευκών συμμετέχει και ο Ιωάννης Π. Βιτζηλαίος.
–1948. Στην
«Φωνή της Πάρου» του 1948 διαφημίζει η Κατίνα Ι. Βιτζηλαίου το εργαστήριο γυναικείων
φορεμάτων στην οδό Δυοβουνιώτου 33α στο Κουκάκι.
–1951. Σε Φωτογραφεία του 1951 ο Νικόλαος Βιτζηλαίος παίζει κλαρίνο σε
καφενείο της Παροικιάς.
–1951. Πρόεδρος της κοινότητας
Λευκών ο Νικόλαος Φρ. Περράκης το 1951-54. Στις 10 Μαΐου 1951. Αποτελέσματα Κοινοτικών
Εκλογών Λευκών: Εξελέγησαν κατά σειράν επιτυχίας: Νικόλαος Φραγκ. Περάκης με
ψήφους 240 επί ψηφισάντων 287, Παντελαίος Πέτρος 215, Παντελαίος Αντ. Εμμ. 198,
Κοντός Τζανέτου Κωνσταντίνος 178, Καπούτσος Αντ. Μπενέτος 146, Βιντζηλαίος Π.
Ιωάννης 100. Εκ των άλλων υποψηφίων έλαβαν ψήφους: Ηλίας Ανδρ. Ζουμής 97, Ανδρ.
Ιωάν. Χανιώτης 90, Εμμ. Βασ. Ραγκούσης 74 και Γεώργιος Νικήτα Χανιώτης 59.
–1953. Σε μαρμάρινη πλάκα, που
έχει εντοιχισθεί στην πρόσοψη του Αγίου Νικολάου Λευκών, αναφέρει: «Ανεκαινίσθη
ο ιερός ούτος ναός εν έτει 1953 χορηγία αξιεπαίνω Χρυσ. Μαραγκοπούλου και υιού
αυτής Κωνσταντίνου | φροντίδι δε Μαρίας Βιτζηλαίου και Νικολάου Κων. Καστανιά».
–1973. Σε προτομή στο ναό της
Ζωοδόχου Πηγής στο Άσπρο Χωριό, εικονίζεται ο Άρχων Μιχαήλ «Δέησις οικογενείας
Ιωάννου Π. Βιτζηλαίου 1973» «Δια χειρός Α. Νόνη».
–Βιτζορέος: Βλέπε Βιτζαράς, Βιτσαράς, Βιτσορέος, Βιτζορέος.
–Βιτσαδάκης ή Βιτζαδακης ή Βουτζαδάκης: Η οικογένεια Βιτσαδάκη,
γνωστή παλαιότερα και με τις μορφές Βιτζαδάκης και Βουτζαδάκης,
αποτελεί μία από τις παλαιές οικογένειες της Νάουσας, με συνεχή παρουσία στο
χωριό από τις πρώτες δεκαετίες του ελληνικού κράτους έως και σήμερα. Παρότι δεν
ανήκει στις μεσαιωνικές οικογένειες της Πάρου, η πολυετής παρουσία της, η
συμμετοχή της στην κοινωνική ζωή και η διατήρηση του επωνύμου μέχρι τις ημέρες
μας την καθιστούν αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας της Ναούσας.
Η καταγωγή της οικογένειας
ανάγεται στην Κρήτη, και συγκεκριμένα στα Χανιά. Η αρχική μορφή του
επωνύμου ήταν Βουτζαδάκης ή Βουτσαδάκης, χαρακτηριστικό κρητικό
επώνυμο με την κατάληξη -άκης, η οποία αποτελεί γνώρισμα της κρητικής
ονοματολογίας. Με την εγκατάσταση της οικογένειας στην Πάρο, η τοπική
ναουσαίικη προφορά οδήγησε σταδιακά στη μεταβολή του επωνύμου σε Βιτσαδάκης,
όπως συνέβη και με άλλα κρητικά επώνυμα που προσαρμόστηκαν στη γλωσσική
ιδιαιτερότητα της Νάουσας.
Η ετυμολογία του επωνύμου
συνδέεται πιθανότατα με τη λέξη «βούτζα», δηλαδή τον πυθμένα ή το κάτω
μέρος του βαρελιού, όρος που χρησιμοποιούνταν στην παραδοσιακή βαρελοποιία και
οινοποιία. Η ερμηνεία αυτή παραπέμπει πιθανώς σε παλαιό επαγγελματικό
προσωνύμιο, όπως συμβαίνει με πολλά κρητικά οικογενειακά ονόματα.
Οι πρώτες καταγεγραμμένες
αναφορές της οικογένειας στην Πάρο βρίσκονται ήδη στο Δημοτολόγιο του Δήμου
Νάουσας του 1824, όπου εμφανίζονται οι Γεώργιος και Παναγιώτης
Βουτζαδάκης. Η παρουσία τους τόσο νωρίς μετά τη δημιουργία του ελληνικού
κράτους αποδεικνύει ότι η οικογένεια είχε ήδη εγκατασταθεί και ενσωματωθεί στην
τοπική κοινωνία.
Λίγα χρόνια αργότερα, στον
εκλογικό κατάλογο του 1844, καταγράφονται ο 34χρονος γεωργός Γεώργιος
Βουτζαδάκης και ο 28χρονος γεωργός Παναγιώτης Βουτζαδάκης, γεγονός
που δείχνει ότι η οικογένεια είχε ως κύρια ασχολία τη γεωργία, όπως οι
περισσότερες οικογένειες της Νάουσας κατά τον 19ο αιώνα.
Καθ' όλη τη διάρκεια του
δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, οι Βουτζαδάκηδες εμφανίζονται συνεχώς στους
εκλογικούς καταλόγους της Νάουσας. Το 1883 και το 1885 καταγράφονται ο Εμμανουήλ
και ο Σπύρος Βουτζαδάκης, αμφότεροι γεωργοί, αποδεικνύοντας τη σταθερή
παρουσία της οικογένειας στην αγροτική οικονομία του χωριού.
Παράλληλα όμως, αρκετά μέλη
της οικογένειας αναζήτησαν καλύτερες επαγγελματικές ευκαιρίες στην
αναπτυσσόμενη Ερμούπολη της Σύρου, το σημαντικότερο εμπορικό και
βιομηχανικό κέντρο του Αιγαίου τον 19ο αιώνα. Το 1878 ο Σπύρος Γ. Βιτσαδάκης,
ξυλουργός και κάτοικος Σύρου, δηλώνει τον θάνατο του νεότερου αδελφού του,
επίσης τεχνίτη, ενώ το 1884 στα δημοτολόγια της Ερμούπολης συναντούμε τον Κωνσταντίνο
Γ. Βιτσαδάκη, επίσης ξυλουργό. Οι αναφορές αυτές αποτυπώνουν το
μεταναστευτικό ρεύμα πολλών Παριανών προς τη Σύρο, όπου οι οικοδομικές και
ναυπηγικές δραστηριότητες δημιουργούσαν σημαντικές επαγγελματικές ευκαιρίες.
Κατά τον 20ό αιώνα η
οικογένεια εξακολουθεί να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της κοινωνίας της Νάουσας.
Στον εκλογικό κατάλογο του 1946 συναντούμε τον Παναγιώτη Βιτσαδάκη,
αλιέα, καθώς και τους γιους του Σπύρο, Εμμανουήλ και Κωνσταντίνο,
οι οποίοι εργάζονταν ως αλιείς και ναυτικοί. Η καταγραφή αυτή φανερώνει μια
ενδιαφέρουσα μεταβολή της οικογένειας από τη γεωργία προς τη θάλασσα,
ακολουθώντας την παράδοση της Ναούσας ως ενός από τα σημαντικότερα αλιευτικά
κέντρα των Κυκλάδων.
Οι γυναίκες της οικογένειας
εμφανίζονται επίσης στις πηγές. Στον εκλογικό κατάλογο του 1952 καταγράφονται η
Μαγδαληνή Βιτσαδάκη και η Μυρσίνη Βιτσαδάκη, στοιχείο που
αντικατοπτρίζει τη σταδιακή διεύρυνση της συμμετοχής των γυναικών στη δημόσια
ζωή της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζει και η συμμετοχή της οικογένειας στα κοινά. Στις κοινοτικές εκλογές
της 5ης Απριλίου 1959, ο Παναγιώτης Βιτσαδάκης εξελέγη κοινοτικός
σύμβουλος με τον συνδυασμό «Εργαζόμενοι», συμβάλλοντας στη διοίκηση της
Νάουσας σε μια περίοδο σημαντικών αλλαγών για το χωριό. Οι εκλογές εκείνες
έμειναν μάλιστα στην ιστορία και για ένα ευτράπελο περιστατικό, όταν κάποιος
ψηφοφόρος αντί ψηφοδελτίου έριξε στην κάλπη ένα φύλλο της εφημερίδας «Φωνή
του Κυρίου», γεγονός που σχολιάστηκε με χιούμορ από τον τοπικό Τύπο της
εποχής.
Η οικογένεια διατήρησε
ισχυρούς δεσμούς με τη ναυτική παράδοση της Νάουσας. Ο Γρηγόριος Βιτσαδάκης,
που γεννήθηκε το 1931, ακολούθησε το επάγγελμα του ναυτικού, συνεχίζοντας την
πορεία πολλών Ναουσαίων που ταξίδεψαν στις ελληνικές και ξένες θάλασσες.
Σήμερα οι Βιτσαδάκηδες
εξακολουθούν να αποτελούν μία από τις γνωστές οικογένειες της Νάουσας. Η
διαχρονική παρουσία τους επί δύο περίπου αιώνες, η προσαρμογή τους από την
κρητική τους καταγωγή στη ζωή της Πάρου, η ενασχόλησή τους με τη γεωργία, την
αλιεία, τη ναυτοσύνη και τα κοινά, καθώς και η διατήρηση του επωνύμου μέχρι τις
ημέρες μας, αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο πολλές
οικογένειες των Κυκλάδων διαμόρφωσαν τη νεότερη κοινωνική ιστορία του νησιού.
Η ιστορία των Βιτσαδάκηδων
αποδεικνύει ότι η ταυτότητα της Πάρου δεν διαμορφώθηκε μόνο από τις μεγάλες
μεσαιωνικές αρχοντικές οικογένειες, αλλά και από οικογένειες που έφθασαν
αργότερα από άλλα μέρη του ελληνισμού, ενσωματώθηκαν δημιουργικά στην τοπική κοινωνία
και συνέβαλαν ουσιαστικά στην εξέλιξη της Ναούσας και της Πάρου συνολικά.
–1824. Στο δημοτολόγιο του
Δήμου Νάουσας (συμπεριλαμβάνεται και ο Κώστος) το 1824, υπάρχει εγγεγραμμένος ο
Βουτζαδάκης Γεώργιος και Παναγιώτης.
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο
στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (συμπεριλαμβάνεται και ο Κώστος),
υπάρχει εγγεγραμμένος ο 34χρονος γεωργός Βουτζαδάκης Γεώργιος και ο 28χρονος
γεωργός Παναγιώτης Βουτζαδάκης.
–1878. Στις 30 Μαρτίου 1878 ο παριανός
Βιτσαδάκης Γ. Σπύρος 29 ετών ξυλουργός κάτοικος Σύρου δηλώνει τον θάνατο του
αδερφού του Σπύρου 24 ετών σιδηρουργός του Γεωργίου και της Μαλαματένιας
κάτοικο Ερμούπολης. Ασθένεια: Νόσος χρ..
–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο
Βουτσαδάκης Εμμανουήλ του Παναγιώτη, 36 ετών, γεωργός και ο Βουτσαδάκης Σπύρος
του Παναγιώτη, 40 ετών, γεωργός.
–1884. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι
εγγεγραμμένος ο παριανός 36χρονος ξυλουργός Κωνσταντίνος Γ. Βιτσαδάκης,
έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 11
Απριλίου 1884.
–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι
οι, Βουτζαδάκης Εμμανουήλ του Παναγιώτη, 38 ετών, γεωργός από τη Νάουσα και
Βουτσαδάκης Σπύρος του Παναγιώτη, 42 ετών γεωργός από τη Νάουσα.
–1931. Το 1931 γεννιέται ο
μετέπειτα ναυτικός Βιτσαδάκης Γρηγόριος του Παναγιώτη.
–1946. Σε
εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει
εγγεγραμμένος ο 54χρονος κάτοικος Νάουσας, Βιτσαδάκης Παναγιώτης του Σπυρίδωνα,
αλιεύς, ο 30χρονος αλιεύς Βιτσαδάκης Σπύρος του Παναγιώτη, ο 25χρονος αλιεύς
Βιτσαδάκης Εμμανουήλ του Παναγιώτη και ο 23χρονος ναυτικός Βιτσαδάκης
Κωνσταντίνος του Παναγιώτη.
–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει
εγγεγραμμένη η Βιτσαδάκη Μαγδαληνή, όνομα συζύγου Εμμανουήλ, όνομα πατρός
Σπύρου Μπαφίτη, η Βιτσαδάκη Μυρσίνη, όνομα συζύγου Κωνσταντίνος, όνομα πατρός
Ιωάννης Πετρόπουλος.
–1959. 5 Απριλίου 1959.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΚΛΟΓΩΝ ΝΑΟΥΣΗΣ
Ψηφίσαντες 582 άκυρα 3
Συνδυασμός «ΕΞΩΡΑΪΣΜΟΣ» υπό
του κ.κ. Σταύρον Κορτιάνον ψηφοδέλτια 325.
Εκλέγονται 4 οι εξής:
Κορτιάνος Στ. σταυροί προτιμήσεως 227, Μπαφίτης Γ. Πέτρος 104, Μαλαματένιος Ν.
Λεονάρδος 62 και Βελένζας Νικόλαος 58.
Συνδυασμός «ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ» υπό
τον κ. Δημ. Καρποδίνην ψηφοδ. 153. Εκλέγονται δύο: Καρποδίνης Δ. με 127 και
Βιτσαδάκης Παναγ. 37.
Συνδυασμός «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΣ»
ψηφοδ. 108. Εκλέγεται ο αρχηγός του Συνδυασμού και νυν Πρόεδρος της Κοινότητος
κ. Αντώνιος Σιφναίος με ψήφους 72.
ΤΑ ΦΑΙΔΡΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΕΙΣ
ΝΑΟΥΣΑΝ
Εις τας Κοινοτικάς εκλογάς εν
Ναούση υπέβαλον υποψηφιότητα 35 υποψήφιοι διεκδικούντες τας 582 ψήφους εις
έκαστον των οποίων αντιστοιχούσι 16 ψηφοφόροι!
Την ορθήν κρίσιν εις τους 35,
οι πλείστοι των οποίων υπέβαλον υποψηφιότητα δια καθαρώς προσωπικούς και
εγωιστικούς λόγους, έδωσε ψηφοφόρος, όστις αντί ψηφοδελτίου έρριψεν εις την
ψηφοδόχον την «ΦΩΝΗΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ»
Είθε η «ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ» να
εισέλθη πραγματικά εις τα ώτα των μη ακουόντων Ναουσαίων ίνα μη συμβούν
παρόμοιαι ανοησίαι εις μελλούσας Κοινοτικάς εκλογάς.
–Βιτσαράς: Βλέπε Βιτζαράς.
–Βιτσεράς: Βλέπε Βιτζαράς.
–Βιώνης: Το επώνυμο Βιώνης αποτελεί ένα από τα
παλαιότερα και πιο ενδιαφέροντα οικογενειακά ονόματα που συναντώνται στην Πάρο
και την Αντίπαρο. Η προέλευσή του δεν είναι απολύτως βέβαιη. Μία πιθανή εκδοχή
συνδέει το όνομα με την πόλη Βιόνε (Vione) της Λομβαρδίας, στην επαρχία
της Μπρέσιας. Υπάρχουν αναφορές για οικογένεια Vioni που συμμετείχε στο
Συμβούλιο της Βενετίας ήδη από τον 10ο αιώνα, με καταγωγή από την περιοχή της
Ηρακλείας (Eraclea). Αν και η οικογένεια αυτή δεν εμφανίζεται πλέον στην Ιταλία
μετά τον 14ο αιώνα, έχει υποστηριχθεί ότι πιθανόν συνδέεται με άλλες βενετικές
οικογένειες, όπως οι Vegliani του Torcello.
Η παρουσία του επωνύμου στην
Πάρο και την Αντίπαρο μπορεί να συνδεθεί με την έντονη δυτική επιρροή που
γνώρισαν τα νησιά κατά τη Φραγκοκρατία και την περίοδο των Κρητοβενετών
εποίκων. Δεν μπορεί όμως να αποκλειστεί και η πιθανότητα το επώνυμο να προέρχεται
από παρωνύμιο, σχετικό με το ρήμα «βιώνω», δηλαδή εκείνον που έχει αποκτήσει
προσωπική εμπειρία και γνώση μέσα από τη ζωή.
Το επώνυμο μαρτυρείται για
πρώτη φορά στην Αντίπαρο στις αρχές του 18ου αιώνα, ενώ στην Πάρο
εμφανίζεται αρχικά στον Κώστο. Στη συνέχεια η οικογένεια εγκαταστάθηκε
κυρίως στην Παροικιά και τη Νάουσα. Όπως πολλές παριανές οικογένειες, μέλη της
μετανάστευσαν στο εξωτερικό, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η πρώτη καταγεγραμμένη
παρουσία που εντοπίζουμε στην Πάρο είναι από το 1835, όταν σε ομαδικό
έλεγχο του Δημοτικού Σχολείου Πάρου αναφέρεται ο μαθητής Νικόλαος Χ. Βιώνης.
Λίγα χρόνια αργότερα, στον
εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1847, ο οποίος περιλάμβανε και την
Αντίπαρο, καταγράφονται αρκετά μέλη της οικογένειας: ο Αναστάσιος Βιώνης,
40 ετών, γεωργός, ο Νικόλαος Βιώνης, 48 ετών, επίσης γεωργός, ο Χριστόδουλος
Βιώνης, 38 ετών, σανδαλοποιός, και ο Κωνσταντίνος Βιώνης, 26 ετών,
γεωργός. Οι καταγραφές αυτές δείχνουν μια οικογένεια ήδη εγκατεστημένη και
ενταγμένη στην κοινωνική και οικονομική ζωή του νησιού.
Κατά τον 19ο αιώνα η
οικογένεια απαντά κυρίως στην Παροικιά. Το 1872 γεννήθηκε ο Νικόλαος
Βιώνης του Παντελή, γεωργός κάτοικος Παροικιάς, ο οποίος πέθανε το 1954. Το
1882 γεννήθηκε ο αδελφός του Μιχαήλ Βιώνης του Παντελή, επίσης
κάτοικος Παροικιάς. Το 1892 καταγράφεται ο Παντελής Βιώνης του
Στεφάνου, ναυτικός από την Παροικιά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζει ο κλάδος της οικογένειας που συνδέθηκε με τη Νάουσα. Ο Ανδρέας
Κ. Βιώνης, γεννημένος περίπου το 1889, υπήρξε ναυτικός στα νεανικά του
χρόνια και αργότερα δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά στη Νάουσα, όπου από τα
μέσα της δεκαετίας του 1920 διατηρούσε καφενείο ή παντοπωλείο. Παράλληλα
συμμετείχε στα κοινά και διετέλεσε κοινοτικός σύμβουλος Νάουσας, ενώ αναφέρεται
ως κοινοτάρχης κατά την περίοδο περίπου 1949–1951.
Ο Ανδρέας Βιώνης ήταν γιος του
Κωνσταντίνου Βιώνη και της Δάφνης Αριανούτσου από τη Νάουσα.
Παντρεύτηκε μεταξύ 1926 και 1927 την Ευαγγελία Ρούσσου, κόρη του
Αναστασίου Ρούσσου από το Μαράθι και της Δέσποινας Τριπολιτσιώτη από τη Νάουσα.
Η οικογένεια του Ανδρέα και
της Ευαγγελίας απέκτησε δέκα παιδιά. Η μεταπολεμική περίοδος όμως οδήγησε πολλά
από αυτά εκτός Πάρου. Τέσσερα παιδιά μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο
Χιούστον του Τέξας, ενώ τα υπόλοιπα εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Από τα εγγόνια
τους, μόνο ο Ανδρέας Ραυτόπουλος επέστρεψε και εγκαταστάθηκε ξανά στο
νησί.
Ένα από τα παιδιά τους, η Δέσποινα
Βιώνη, γεννημένη το 1928, παντρεύτηκε το 1956 στην Αθήνα τον Γεώργιο
Ραυτόπουλο, με καταγωγή από την Κόρινθο.
Η οικογένεια συνέχισε να
εμφανίζεται στα κοινοτικά αρχεία της Νάουσας και τον 20ό αιώνα. Στον εκλογικό
κατάλογο του 1946 αναφέρονται ο Ανδρέας Βιώνης του Κωνσταντίνου,
καφεπώλης, ο Γεώργιος Βιώνης του Κωνσταντίνου, ο Σπύρος Βιώνης του
Κωνσταντίνου και ο Παντελής Κωνσταντίνος Βιώνης, όλοι κάτοικοι
Νάουσας.
Στις 20 Ιουνίου 1947 ο Ανδρέας
Βιώνης συμμετείχε στο Κοινοτικό Συμβούλιο Ναούσης, επιβεβαιώνοντας τη θέση της
οικογένειας στη δημόσια ζωή της περιοχής. Το 1952 καταγράφεται επίσης η Ευανθία
Βιώνη, σύζυγος Σπυρίδων, κόρη του Ξενοφώντα Μπαφίτη.
Η ιστορία των Βιώνη στην Πάρο
είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας οικογένειας με πιθανές βενετικές ρίζες, η
οποία ενσωματώθηκε πλήρως στην κοινωνία του νησιού. Από τους γεωργούς και
τεχνίτες του 19ου αιώνα μέχρι τους ναυτικούς, τους επαγγελματίες και τους
ανθρώπους της τοπικής αυτοδιοίκησης του 20ού αιώνα, οι Βιώνη αποτελούν μέρος
της πολυσύνθετης κοινωνικής ιστορίας της Πάρου.
–1835. Σε ομαδικό έλεγχο του δημοτικού σχολείου Πάρου του 1835, υπάρχει
εγγεγραμμένος ο μαθητής Νικ. Χ. Βιώνης.
–1847. Σε εκλογικό κατάλογο
Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο
40χρονος γεωργός Αναστάσιος Βιώνης, ο 48χρονος γεωργός Νικόλαος Βιώνης, ο
38χρονος σανδαλοποιός Χριστόδουλος Βιώνης και ο 26χρονος γεωργός Κωνσταντίνος
Βιώνης.
–1872. Το 1872
γεννιέται ο Βιώνης Νικόλαος του Παντελή γεωργός κάτοικος Παροικιάς. Απεβίωσε το
1954.
–1882. Το 1882
γεννιέται ο Βιώνης Μιχαήλ του Παντελή γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1889. Ο Ανδρέας Κ. Βιώνης,
κοινοτάρχης στη Νάουσα μάλλον μεταξύ του 1949 και 1951. Γεννηθείς ήταν μάλλον
το 1889. Γονείς του ήταν ο Κωνσταντίνος Βιώνης του Παντελή και η Δάφνη
Αριανούτσου από τη Νάουσα. Για τον Κωνσταντίνο Βιώνη δεν είμαστε σίγουροι αν ήταν
από Νάουσα ή από Παροικιά. Ίσως και να ήταν από κάπου ενδιάμεσα, λογικά εκείνος
είχε αγοράσει κάποια κτήματα/οικόπεδα στις Κολυμπήθρες (ίσως και να ήταν
προίκα, αλλά μάλλον το αποκλείουμε). Ενδέχεται βέβαια και να τα κληρονόμησε από
τον πατέρα του Παντελή Βιώνη.
Ο Ανδρέα Βιώνη, ήταν ναυτικός παλιότερα, ενώ από τα μέσα της δεκαετίας του
1920 άνοιξε καφενείο η παντοπωλείο στη Νάουσα.
Γυναίκα του Ανδρέα Βιώνη
(1889) ήταν η Ευαγγελία Ρούσσου, γεννηθείς μάλλον το 1906. Πατέρας της ήταν ο
Αναστάσιος Ρούσσος του Ιωάννη από Μαράθι, ενώ μητέρα της ήταν η Δέσποινα
Τριπολιτσιώτη του Νικολάου από Νάουσα.
Ο γάμος μεταξύ Ανδρέα Βιώνη
και Ευαγγελίας Ρούσσου έγινε μεταξύ 1926 και 1927. Από τα 10 παιδιά τους δεν
έμεινε κάποιο στο νησί, τέσσερα πήγαν Αμερική και συγκεκριμένα στο Χιούστον,
Τέξας, ενώ τα υπόλοιπα στην Αθήνα. Από τα εγγόνια τους, επέστρεψε μόνο ο
Ανδρέας Ραυτόπουλος στο νησί.
Ένα από τα παιδιά τους, η
Δέσποινας Βιώνη (γεννηθείς 1928) το 1956 παντρεύτηκε στην Αθήνα τον Γεώργιο
Ραυτόπουλο με καταγωγή από την Κόρινθο.
–1892. Το 1892
γεννιέται ο Βιώνης Παντελής του Στέφανου ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.
–1906. Το 1906
γεννιέται η Ρούσσου Ευαγγελία του Αναστασίου, κάτοικος Νάουσας Πάρου μετέπειτα
σύζυγος του Ανδρέα Κ. Βιώνη.
–1918. Στις 4 Ιανουαρίου 1918 ο 26χρονος
θερμαστής από την Πάρο Χαράλαμπος Βιώτης του Κωνσταντίνου και της Δάφνης
Αριανούτσου [κάτοικοι Πάρου] παντρεύεται στην Ερμούπολη την 19χρονη από την
Σύρο Ευαγγελία Καραντινού, του Δημητρίου και της Αγγελικής.
–1923. Το 1923 γεννιέται ο Βιώνης Ηλίας
του παντελή εργάτης κάτοικος Παροικιάς.
–1928. Το 1928 γεννιέται ο Βιώνης Στέφανος
του Παντελή κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–1930. Το 1930 γεννιέται ο Βιώνης Κωνσταντίνος του Ανδρέα, κάτοικος
Νάουσας, μετέπειτα ναυτικός.
–1931. Το 1931 γεννιέται ο
μετέπειτα γεωργός Βιώνης Κωνσταντίνος του Σπύρου.
–1946. Σε
εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει
εγγεγραμμένος ο 56χρονος κάτοικος Νάουσας, Βιώνης Ανδρέας του Κωνσταντίνου,
καφφεπώλης, ο 50χρονος γεωργός Βιώνης Γεώργιος του Κωνσταντίνου, ο 42χρονος
γεωργός Βιώνης Σπύρος του Κωνσταντίνου και ο 42χρονος γεωργός Βιώνης Παντελής
Κωνσταντίνος.
–1947. Στις 20 Ιουνίου 1947, το στο
Κοινοτικό Συμβούλιο Ναούσης συμμετέχει και ο Ανδρέας Βιώνης.
–1952. Σε
εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Βιώνη
Ευανθία, όνομα συζύγου Σπυρίδων, όνομα πατρός Ξενοφών Μπαφίτης.
–Βλαβιανός: Ίσως καταγωγή από την Σαντορίνη.
–1867. Εν Πάρω σήμερον, την
εικοστήν εβδόμην Μαΐου του χιλιοστού οκτακοσιοστού εξηκοσού εβδόμου έτους,
ημέραν Σάββατο προ μεσημβρίας, εν τω ειρηνοδικιακώ καταστήματι Πάρου, ενώπιον
ημών του Ειρηνοδίκου Νικήτα Ν. Βλαβιανού, δημοσία και εκτάκτως συνεδριάζοντος
εν τω ακροτηρίω παρόντος και του Γραμματέως Ιωάννου Ν. Βιτσαρά ενεφανίσθη ο
Λεωνίδας Βενιέρης, ιατρός, κάτοικος του Δήμου Πάρου όστις ητήσατο να ορκισθή
ενώπιον ημών, συμφώνως με την από 23 Μαΐου ε.ε. και υπ’ αριθ. 4141 παραγγελίαν
προς ημάς του κυρίου Εισαγγελέως των εν Σύρω Πρωτοδικών, εκδοθείσαν δυνάμει της
υπ’ αριθ. 18 Μαΐου ε.ε. αιτήσεως του αυτού ιατρού και την από την αυτήν
ημερομηνίαν και υπ αριθ. 165 ημετέρου προς τον κύριον Εισαγγελέα εγγράφου, τον
οποίον και ωρκίσαμεν εις το Ιερόν Ευαγγέλιον ως εξής: «Ομνύω, συνειδώς τας
επικειμένας εις την ψευδομαρτυρίαν ποινάς, ότι θέλω δίδει την γνώμην μου και
θέλω κάμνει σωστήν έκθεσιν εν συνειδότι και τιμή διά παραγγελίας ανακριτικών
αρχών, ούτως ειη μοι ο Θεός βοηθός και το Ιερόν αυτού Ευαγγέλιον». Προς τούτο
συνετάχθη η παρούσα έκθεσις, ήτις αναγνωσθείσα ευκρινώς εις επήκοον του
ορκισθέντος υπεγράφη υπ’ αυτού, ημών και του Γραμματέως. Ο ορκισθείς Λ.
Βενιέρης, ο Ειρηνοδίκης Ν.Ν. Βλαβιανός, ο Γραμματεύς Ιωαν. Ν. Βιτσαράς.
–1873. Συμβολαιογράφος Πάρου
το 1873 ο Νικήτας Ν. Βλαβιανός.
–1946. Στην εφημερίδα Φωνή της
Πάρου συνήθιζαν οι παριανοί της Αθήνας και του Πειραιά, να βάζουν διαφήμιση για
να προσελκύσουν τους συμπατριώτες τους στα μαγαζιά τους, ένα από αυτά τα
μαγαζιά το 1946 ήταν το «Πρατήριον Αγροκτήματος και πτηνοτροφείον Ε. Βλαβιανού
και Γ. Γεράκη, Αδριανού 120 Τηλ. 26114.
–Βλάσης ή Βλάσσης: Πατρωνυμικό επώνυμο. Καταγωγή από την Μικρά
Ασία.
Το επώνυμο σήμερα άγνωστο στην Πάρο. Συνεχίζει από θηλυγονία από την οικ.
Σαγκριώτη.
–1822. Πώληση χωραφιού.
Επαρησιάσθη εις την Αστυνομίαν ο Γ. Φώτης Πανάς και λέγει ότι με ιδίαν του
βουλή και γνώμη πουλεί ελευθέρως το χωράφι εις την Καρδιώτισσαν (Ναώνυμο
τοπωνύμιο Ναούσης), εις τον Μάρκον Βλάσση, πλησίον: Χρίστος Αρματάς και Μανώλης
Ρεκέρης (;) δια γρόσια τετρακόσια πενήντα πέντε, Νο455, ως εσυμφώνησαν εν τω
αναμεταξύ τους, τα οποία γρόσια τα έλαβεν ο πουλητής σωστά και καλά και
απαραιτεί το αυτό χωράφιον εις την παντελή εξουσίαν και κυριότητα του αγοραστού
να το κάμνη ως θέλει και βούλεται ως ιδικόν του απόκτημα καλά πουλημένον και
καλά αγορασμένον, ο συγχύσας την παρόν να υπόκειται εις τιμήν (;) και κουντάμα
(;) της ευρισκομένης εξουσίας γρόσια διακόσια Ν: 200: διό και εις ένδειξιν
έγινεν η παρούσα πούλησις υπογεγραμμένη τη ιδία του χειρί και παρά αξιοπίστων
μαρτύρων εις ασφάλειαν. Νάουσα της Πάρου τη 7 Ιουλίου 1822. Φώτης Πανάς βεβαιώ
το παρόν. Χρυσουλιώ γυνή Φώτη Πανά βεβεώνει την παρόν διά χειρός καμού
σακελλαρίου Ναούσης και μαρτυρώ. Νικόλαος Μαλατέστας μάρτυς. Αντώνιος Κορτιάνος
γέγραφα με θέλησιν του άνωθεν και μαρτυρώ.
–1822. Προικοσύμφωνο Μανόλη Σαγκριώτη και Μαθουλιάς
Βλάση (Νάουσα, 22 Οκτωβρίου 1822). «Ο Μάρκος Βλάσσης δίδει στην κόρη του
Μαθουλιά τρείς εικόναις τον Άγιον Νικόλαον, τον Μέγαν Ταξιάρχη και την Αγίαν
Αικατερίναν». «Ο Μανώλης Σαγκριώτης δεν προσφέρει εικόνες». (ΓΑΚ. Κωδ.213, 3v).
–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο
Βλάσης Αντώνιος του Μάρκου, 56 ετών, ναυτικός, ο Βλάσης Μάρκος του Ζαννή, 48
ετών, εργάτης, Βλάσης Μάρκος του Αντωνίου, 28 ετών, ναυτικός.
–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι
οι, Βλάσης Αντώνιος του Μάρκου, 58 ετών, ναυτικός από τη Νάουσα, Βλάσης Μάρκος
του Ζαννή, 50 ετών, εργάτης από τη Νάουσα και ο Βλάσης Μάρκος του Αντωνίου, 30
ετών, ναυτικός από τη Νάουσα.
–Βλασόπουλος: Η οικογένεια
Βλασοπούλου (στα Ιταλικά: Vlasopulo) είναι μια απο τις
παλαιότερες αρχοντικές δυναστείες της Κέρκυρας και της Ελλάδος.
Η οικογένεια έλκει την
καταγωγή της από την Βυζαντινή αυτοκρατορία με παρουσία αιώνων στην
περιοχή της Πελοποννήσου καθώς σε αυτήν της Ιθάκης και
της Κέρκυρας. Στην Κέρκυρα εγκαταστάθηκαν
στα 1555 μετά την φυγή κάποιων μελών της από την Ιθάκη λόγω της κατάστασης που επικρατούσε εκείνη την εποχή
στον Ελλαδικό χώρο. Σύντομα αρκετά από τα μέλη της οικογένειας Βλασοπούλου
διακρίθηκαν σε διάφορους τομείς της πάλαι ποτέ βενετοκρατούμενης κοινωνίας
της Κέρκυρας όπως στην πολιτική, τα γράμματα και τις τέχνες. Το 1642 η οικογένεια Βλασοπούλου γράφτηκε
στην Χρυσή Βίβλο των ευγενών της Κέρκυρας (Libro d'Oro). Ατύπως η
οικογένεια διατηρούσε τον τίτλο του κόμη. Ο συγκεκριμένος τίτλος δεν αποδόθηκε
ποτέ με επίσημο τρόπο από το συμβούλιο των ευγενών
της Κέρκυρας (παρόλο που συμμετείχε στο συμβούλιο των ευγενών του
νησιού) αλλά των διεκδικούσε η οικογένεια βάση των δεσμών αίματος η οποία είχε
με άλλες μεγάλες οικογένειες της Κέρκυρας όπως με την αρχοντική
οικογένεια Μαρκορά και την επίσης πριγκιπική
οικογένεια Βούλγαρι(η)[2],
οι οποίες κατείχαν τον τίτλο.
Η οικογένεια μέχρι και τις
αρχές του 20ου αιώνα προσφωνούνταν με τον τίτλο του κόμη και ήταν κληρονομικός
τόσο για τα άρρενα όσο και για τα θηλυκά μέλη. Η οικογένεια διατηρούσε δεσμούς
αίματος και με την αρχοντική οικογένεια Καποδίστρια απο γαμήλια ένωση
των δύο οικογενειών.[3] Μέλος
της ίδιας οικογένειας είναι και ο Γεράσιμος Μαρκοράς.
Το 1967 κάποια από
τα μέλη της οικογένειας είχαν εκφράσει την επιθυμία να κινηθούν δικαστικώς
εναντίον του ελληνικού δημοσίου ώστε να επιτύχουν να αποσπάσουν μια de
facto αναγνώριση του τίτλου ευγενείας σαν τίτλο τιμής αλλά δεν το έπραξαν
λόγω του πραξικοπήματος υπό τη σκέψη ότι θα προκαλούσαν το δημόσιο αίσθημα.
Σύμφωνα με έγγραφα και
παπύρους οι οποίοι φυλάσσονται στο ιστορικό αρχείο
της Κέρκυρας φαίνεται πως η οικογένεια είχε έντονη σχέση και με τον
κλήρο καθώς πολλά από τα μέλη της φέρουν διάφορα εκκλησιαστικά αξιώματα. Σήμερα
η οικογένεια Βλασοπούλου έχει
απογόνους στην Κέρκυρα, την Λήμνο, την Χίο και
την Αθήνα καθώς και σε χώρες του εξωτερικού όπως
τις Η.Π.Α., Καναδά και την Γερμανία.
Κλάδος της οικογένειας και στην Πάρο από το 1980.
–Βλάσσης: Βλέπε Βλάσης
–Βλαστός: Κρητικής αρχοντικής οικογένειας μια των 12 οικογενειών των
αναφερομένων ως Αρχοντόπουλων. Πιθανόν κωνσταντινουπολιτικής καταγωγής.
Με γενάρχη τον Δημήτριο
Βλαστό, εγκαταστάθηκαν εκεί επί Αλεξίου Κομνηνού. Με βάση
τις κτήσεις τους στο Ρέθυμνο,
αντιστάθηκαν στην βενετική κατοχή. Ένα από τα τελευταία κρητικά απελευθερωτικά
κινήματα ήταν εκείνο του Σήφη Βλαστού (1453). Η έναρξη της Τουρκοκρατίας, τους
ανάγκασε να μεταναστεύσουν στη Ζάκυνθο, τη Χίο και τη Δαλματία. Υπάρχουν πολλοί
θυρεοί των Βλαστών με το λογότυπο «βλαστάνω». Ο παρών θυρεός είναι ο
αρχαϊκότερος.
Το οικόσημο των Βλαστών βρίσκεται στη Μονή του Πρ. Ηλία Κρήτης και
συνδέεται με τον ανακαινιστή της ιερομονάχου Μητροφάνη Βλαστού.
–1650. Ο Γεώργιος Βλαστός, επιδέξιος ζωγράφος και μάλιστα προσωπογράφος,
έχει εκτελέσει αρκετά έργα στην Πάρο, από το 1650 εως το 1655.
–1901. Στην εφημερίδα «Αιγαίο» στις 16 Σεπτεμβρίου 1901 αναφέρει: «Βρέφος
αρτιγένητον εκ κλειψιγαμίας ευρέθη έξωθι του Ναού της Αγίας Τριάδος εν Υρία
νεκρόν. Ο Ειρηνοδίκης μας κ. Βλαστός μετέβη επί τόπου προς ενέργειαν των
δεόντων».
–Βλαστάρης: Παρωνυμικό επώνυμο, βυζαντινής καταγωγής. Σήμερα γνωστό
στην Κύθνο.
–1723. Πωλητήριο χωραφιού στις
11 Σεπτεμβρίου 1723 υπογράφει ο μάρτυρας ιερομόναχος Γεράσιμος Βλαστάρης.
–1734. Προικοσύμφωνο του
Νικολού υιού του κυρ Μιχάλη Καμπούρη με την θυγατέρα του Γιώργη Βλασταρη ονόματι
Μαρία στην Παροικιά στις 13 Νοεμβρίου 1734. Γονικό σπίτι εις τοποθεσίαν Χάλαρα
σιμπλιον Μόσκου Αντώνη Λεκατη.
–Βλαχάκης: Εθνική ή παρωνυμικό με υποκοριστική κατάληξη. Ουσιαστικό
του βλάχου με υποκοριστική κατάληξη. Ίσως υποδηλώνει την αρχική καταγωγή της
οικογένειας. Στην Πάρο συναντάμε δυο οικογένειες οι οποίες δεν έχουν συγγενικό
δεσμό μεταξύ τους. Η μια με καταγωγή από Πειραιά και η άλλη από τη Μήλινα
Μαγνησίας.
–1899. Σε καταστατικό της Εν Αθήναις Αδελφότητος «Η Εκατονταπυλιανή» στις
11 Νοεμβρίου 1899 εν Αθήναις υπογράφει ως [Η επί της αναθεωρήσεως Επιτροπή] ο
Δημήτριος Ν. Βλαχάκης.
–1962-64. Διοικητής του
Σταθμού Χωροφυλακής της Κοινότητας των Λευκών Πάρου από το 1962-64 ο Βλαχάκης
Νικόλαος από το Δυρράχιο Ν. Αρκαδίας.
–1985. Ταχυδρομικός υπάλληλος Παροικιάς ο Βλαχάκης Ιωάννης.
–Βλαχογιάννης: Το επώνυμο Βλαχογιάννης είναι σύνθετο ελληνικό
επώνυμο, αποτελούμενο από το «Βλάχος» και το βαφτιστικό όνομα «Γιάννης». Τα
επώνυμα αυτού του τύπου συχνά δημιουργήθηκαν για να δηλώσουν την καταγωγή ή την
ιδιότητα ενός προσώπου, στην προκειμένη περίπτωση πιθανότατα τον Γιάννη με
καταγωγή ή σχέση με Βλάχους.
Ο παριανός κλάδος της οικογένειας Βλαχογιάννη δεν ανήκει στις
παλαιές οικογένειες που καταγράφονται από τους βενετικούς ή οθωμανικούς χρόνους
στο νησί, αλλά αποτελεί νεότερη εγκατάσταση. Γενάρχης του παριανού κλάδου
θεωρείται ο Χρήστος Βλαχογιάννης, με καταγωγή από τη Διάβα Καλαμπάκας
του Νομού Τρικάλων, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Πάρο και συνδέθηκε
ιδιαίτερα με την εκπαιδευτική και κοινωνική ζωή του νησιού.
Η παρουσία του Χρήστου Βλαχογιάννη στην Πάρο συνδέθηκε αρχικά με την
εκπαίδευση. Υπηρέτησε ως δάσκαλος στη Μάρπησσα, όπου άφησε το αποτύπωμά
του στη σχολική και τοπική ζωή της κοινότητας. Η δράση του στον χώρο της
παιδείας τον ανέδειξε ως ένα πρόσωπο με σημαντική προσφορά στην τοπική
κοινωνία.
Η οικογένεια απέκτησε ιδιαίτερη θέση στην πολιτική ζωή της Πάρου με την
εκλογή του Χρήστου Βλαχογιάννη στη θέση του Δημάρχου Πάρου.
Διετέλεσε δήμαρχος κατά την περίοδο 2007–2014 (μετά τη διοικητική
μεταρρύθμιση του «Καλλικράτη» ως Δήμος Πάρου), σε μια περίοδο σημαντικών
αλλαγών για το νησί.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο Χρήστος Βλαχογιάννης συμμετείχε στη
διαχείριση θεμάτων που αφορούσαν την ανάπτυξη του νησιού, τις υποδομές και την
καθημερινότητα των κατοίκων. Η παρουσία του στην τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί
το σημαντικότερο κεφάλαιο της οικογένειας Βλαχογιάννη στη σύγχρονη ιστορία της
Πάρου.
Η ιστορία των Βλαχογιάννη δείχνει πως η κοινωνία της Πάρου, πέρα από τις
παλαιές οικογένειες με αιώνια παρουσία στο νησί, διαμορφώθηκε και από νεότερες
οικογένειες που εγκαταστάθηκαν σε διαφορετικές εποχές και συνέβαλαν στην
εξέλιξη της τοπικής κοινωνίας μέσα από την εκπαίδευση, την εργασία και τη
δημόσια προσφορά.
–1986. Το έτος 1986 Δάσκαλος Μάρπησσας ο Βλαχογιάννης Χρήστος.
–2007. Δήμαρχος Παρίων 2007-2014 ο Βλαχογιάννης Χρήστος.
–Βλάχος: Το επώνυμο Βλάχος είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα
ελληνικά επώνυμα. Προέρχεται από την παλαιά ονομασία «Βλάχος», η οποία
συνδέεται με τους Βλαχόφωνους πληθυσμούς, ενώ ως επώνυμο μπορεί να έχει
πατριδωνυμικό χαρακτήρα, δηλαδή να δηλώνει καταγωγή, αλλά και να προέρχεται από
παρωνύμιο που δόθηκε σε κάποιο πρόγονο. Η λέξη συνδέεται με τη σλαβική μορφή Vlah,
που χρησιμοποιήθηκε για την ονομασία των Βλάχων.
Η οικογένεια Βλάχου του Κώστου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα
οικογένειας που εγκαταστάθηκε στην Πάρο κατά τη νεότερη περίοδο, μεταφέροντας
στο νησί την καταγωγή και τις μνήμες της από τη Σαντορίνη.
Γενάρχης του παριανού κλάδου θεωρείται ο Νικόλος Βλάχος, καταγόμενος
από το Μεγαλοχώρι της Σαντορίνης. Σε νεαρή ηλικία, μετά τον θάνατο της
συζύγου του, εγκατέλειψε οριστικά τη γενέτειρά του και εγκαταστάθηκε στον Κώστο
της Πάρου, έχοντας μαζί του τα τρία ανήλικα παιδιά του: τον Πέτρο,
τον Μιχάλη και την Ειρήνη.
Τα παιδιά του μεγάλωσαν στον Κώστο και δημιούργησαν τη νέα ζωή της
οικογένειας στο νησί. Από τους τρεις απογόνους μόνο ο Μιχάλης Βλάχος
απέκτησε παιδιά, ενώ ο Πέτρος και η Ειρήνη δεν άφησαν απογόνους. Για τον λόγο
αυτό η σημερινή οικογένεια Βλάχου στον Κώστο προέρχεται από τον κλάδο του
Μιχάλη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μετέπειτα πορεία του Νικολού Βλάχου.
Αφού μεγάλωσαν τα παιδιά του και δημιούργησαν τις δικές τους οικογένειες,
ακολούθησε τον μοναχικό βίο. Έλαβε το μοναχικό όνομα Νικόδημος και
αρχικά εγκαταστάθηκε στη Μονή Λογγοβάρδας, κατά την εποχή του γέροντος
Φιλόθεου. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη Μονή Αγίου Γεωργίου, όπου
παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Τα οστά του βρίσκονται σήμερα στη Μονή
Αγίου Γεωργίου, αποτελώντας ένα ιδιαίτερο θρησκευτικό σημείο αναφοράς για την
οικογένεια.
Η ιστορία της οικογένειας Βλάχου της Σαντορίνης έχει καταγραφεί και από τον
καθηγητή Νίκο Αλιπράντη στα έργα του «Γενεαλογικά της Σαντορίνης», όπου
παρουσιάζονται στοιχεία για τις παλαιότερες ρίζες και τις οικογένειες του
νησιού.
Παράλληλα, το επώνυμο Βλάχος εμφανίζεται ήδη από τον 19ο αιώνα στα
διοικητικά αρχεία της Πάρου. Σε εκλογικό κατάλογο της 18ης Μαρτίου 1844
του Δήμου Νάουσας καταγράφονται ο Δημήτριος Βλάχος, 35 ετών, εργάτης,
και ο Εμμανουήλ Βλάχος, 49 ετών, γεωργός. Η παρουσία τους δείχνει ότι το
επώνυμο υπήρχε στην περιοχή της Νάουσας ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα.
Λίγες δεκαετίες αργότερα, στον εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883,
αναφέρεται ο Ιωάννης Βλάχος του Εμμανουήλ, 50 ετών, γεωργός, ενώ το 1885
εμφανίζεται ξανά ως κάτοικος Νάουσας, ηλικίας 52 ετών.
Ο κλάδος όμως που συνδέθηκε περισσότερο με τη σύγχρονη ιστορία της Πάρου
είναι αυτός του Κώστου, όπου η οικογένεια μαρτυρείται και κατά τον 20ό αιώνα.
Το 1985 καταγράφεται η παρουσία της οικογένειας Βλάχου στον Κώστο,
συνεχίζοντας την πορεία που ξεκίνησε ο Νικόλος Βλάχος από το Μεγαλοχώρι της
Σαντορίνης.
Η ιστορία των Βλάχου αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα της συνεχούς ανανέωσης
του παριανού πληθυσμού. Οικογένειες που ήρθαν από γειτονικά νησιά, όπως η
Σαντορίνη, ενσωματώθηκαν στην κοινωνία της Πάρου, δημιούργησαν νέες ρίζες και
έγιναν μέρος της ιστορικής και κοινωνικής ταυτότητας του νησιού.
–1822. Το μεγάλο και επιβλητικό αρχοντικό του Σιόρ Μιχελή Κρίσπη,
Δημογέροντα και πληρεξουσίου, με τα υστεροαναγεννησιακά μαρμάρινα παράθυρα,
δίπλα στην εκκλησία Σεπτεμβριανή, προικοδοτήθηκε στη Σύζυγό του Κατίγκω Ν.
Μάτσα το 1822 από τη Μητέρα της Ραμπελιώ Ν. Μάτσα, γένος Νικολάου Ιωάν.
Δελαγραμμάτη, καθώς και άλλα υποστατικά. Γόνοι του σιόρ Μιχελή Κρίσπη και της
Κατίγκως Μάτσα-Δελαγραμμάτη είναι οι οικογένειες: Γιάννη Βας. Γράβαρη,
Συμβούλου Επικρατείας, Φλωρίτσας Ψαλτάκη-Βλάχου, Νικολάου και Μιχαήλ Κρίσπη,
Ρένας Κρίσπη-Λάζαρη (σημερινή ιδιοκτήτρια), Γιάννη Μαρινάκη, Ειρήνη Ρούσσου, η
οικογένεια Τώλη Δημητρακόπουλου, αντιναυάρχου, Αγνής Δημητρακοπούλου-Βάγια,
Γιάννη Βάγια, καθηγητή Εθν. Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Βασίλη Κατσουρού, Ρενέ
Ζάννου, Ολυμπιάδος Βενιέρη – Αγγελοπούλου κ.α.
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο
στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει
εγγεγραμμένος ο 35χρονος εργάτης Δημήτριος Βλάχος, ο 49χρονος γεωργός Εμμανουήλ
Βλάχος.
–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο
Βλάχος Ιωάννης του Εμμανουήλ, 50 ετών, γεωργός.
–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας, του 1885, υπάρχει εγγεγραμμένος ο
Βλάχος Ιωάννης του Εμμανουήλ, 52 ετών, γεωργός από τη Νάουσα.
–1985. Στον Κώστο της Πάρου μαρτυρείται η οικογένεια Βλάχου.
–Βογιατζής: κλάδος της οικογένειας Μπογιαντζή από τον Κώστο. Λόγω
ορθογραφικών λαθών παρουσιάζονται συχνά τέτοια φαινόμενα. Βλέπε Μπογιατζής.
–Βόϊκος: Το επώνυμο Βόϊκος αποτελεί ένα από τα παλαιότερα επώνυμα
που καταγράφονται στη νεότερη ιστορία της Νάουσας. Αν και η ακριβής προέλευση
του ονόματος δεν έχει μέχρι σήμερα τεκμηριωθεί, η παρουσία της οικογένειας στο
νησί μαρτυρείται ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα μέσα από διοικητικά και
εκλογικά αρχεία.
Η πρώτη γνωστή αναφορά του επωνύμου στην Πάρο εντοπίζεται στον εκλογικό
κατάλογο της 18ης Μαρτίου 1844 του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου),
όπου καταγράφεται ο Νικόλαος Βόϊκος, ηλικίας 36 ετών, με επάγγελμα μεταπράτης.
Η αναφορά αυτή δείχνει ότι η οικογένεια ήταν ήδη εγκατεστημένη στη Νάουσα και
δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο, καθώς ο μεταπράτης αποτελούσε σημαντικό
επαγγελματικό τύπο της εποχής, συνδέοντας την παραγωγή με την αγορά.
Η οικογένεια φαίνεται ότι συνέχισε την πορεία της και κατά το δεύτερο μισό
του 19ου αιώνα. Στις 7 Απριλίου 1871, ο Παντολέον Βόϊκος του Νικολάου,
22 ετών, επαγγελματίας ράπτης από την Πάρο, παντρεύτηκε στην Ερμούπολη
της Σύρου τη Μαριγώ Λουλούδη, 18 ετών, με καταγωγή από την Άνδρο. Η
μετακίνηση αυτή προς τη Σύρο, σημαντικό εμπορικό και ναυτικό κέντρο των
Κυκλάδων, φανερώνει τις ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις των
παριανών οικογενειών εκείνη την περίοδο.
Στους εκλογικούς καταλόγους της Νάουσας του 1883 εμφανίζονται ξανά
μέλη της οικογένειας. Καταγράφεται ο Νικόλαος Βόϊκος του Αναστάση, 73
ετών, μεταπράτης, κάτοικος Σύρου, καθώς και ο Παντελής Βόϊκος του Νικολάου,
34 ετών, ράπτης, κάτοικος Σύρου. Οι καταγραφές αυτές δείχνουν ότι μέλη της
οικογένειας είχαν αναπτύξει δεσμούς με τη Σύρο, χωρίς όμως να αποκοπούν από την
πατρική τους καταγωγή στη Νάουσα.
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζει και ο εκλογικός κατάλογος του 1885, όπου
αναφέρονται ο Νικόλαος Βόϊκος του Αναστασίου, 75 ετών, μεταπράτης από τη
Νάουσα, κάτοικος Σύρου, και ο Παντελής Βόϊκος του Νικολάου, 36 ετών,
ράπτης από τη Νάουσα.
Η οικογένεια Βόϊκου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα παριανής οικογένειας
του 19ου αιώνα που συνδύασε την τοπική παρουσία με την κινητικότητα προς τα
μεγάλα κυκλαδίτικα εμπορικά κέντρα. Μέσα από το εμπόριο και την τέχνη της
ραπτικής, τα μέλη της συμμετείχαν στην οικονομική ζωή της εποχής, διατηρώντας
παράλληλα τη σύνδεσή τους με τη Νάουσα της Πάρου.
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο
στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει
εγγεγραμμένος ο 36ρονος μεταπράτης Βόϊκος Νικόλαος.
–1871. Στις 7 Απριλίου 1871 ο 22χρονος
ράπτης από την Πάρο Παντολέον Βόϊκος του Νικολάου και της Αικατερίνης,
παντρεύεται στην Ερμούπολη την 18χρονη από την Άνδρο Μαριγώ Λουλούδη, του
Κωνσταντίνου και της Καλής.
–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο
Βόϊκος Νικόλαος του Αναστάση, 73 ετών, μεταπράτης κάτοικος Σύρου και ο Βόϊκος
Παντελής του Νικολάου, 34 ετών, Ράπτης, κάτοικος Σύρου.
–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι
οι, Βόϊκος Νικόλαος του Αναστάσιου, 75 ετών, μεταπράτης από τη Νάουσα, κάτοικος
Σύρου και Βόϊκος Παντελής του Νικολάου, 36 ετών, ράπτης από τη Νάουσα, κάτοικος
Νάουσας.
–Βολιανός: Το επώνυμο Βολιανός εμφανίζεται στην Πάρο μέσα από
τις καταγραφές των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στο νησί μετά την Ελληνική
Επανάσταση του 1821.
Κατά τη διάρκεια της
επαναστατικής περιόδου και των χρόνων που ακολούθησαν, αρκετοί πληθυσμοί από
περιοχές που επλήγησαν από τις πολεμικές συγκρούσεις κατέφυγαν στις Κυκλάδες,
μεταξύ αυτών και στην Πάρο. Οι πρόσφυγες αυτοί εγκαταστάθηκαν προσωρινά ή μόνιμα
σε διάφορες περιοχές του νησιού και εντάχθηκαν σταδιακά στην τοπική κοινωνία.
Στην απογραφή προσφύγων του
1829, στον Τσιπίδο της Μάρπησσας, αναφέρεται ο Γεώργιος Βολιανός,
ηλικίας 20 ετών, με επάγγελμα αλιεύς. Η καταγραφή αυτή αποτελεί την
παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία για την παρουσία του επωνύμου Βολιανού
στην Πάρο.
Η αναφορά του ως πρόσφυγα και
αλιέα δείχνει έναν άνθρωπο συνδεδεμένο με τη θάλασσα, ένα επάγγελμα ιδιαίτερα
σημαντικό για τις παράκτιες κοινότητες της Πάρου. Παρότι δεν έχουν εντοπιστεί
περισσότερα στοιχεία για την καταγωγή και την εξέλιξη της οικογένειας στο νησί,
η παρουσία του Γεωργίου Βολιανού αποτελεί μέρος της ιστορίας των προσφυγικών
εγκαταστάσεων που διαμόρφωσαν τη νεότερη κοινωνία της Πάρου.
–1829. Σε απογραφή
προσφύγων το 1829 στον Τσιπίδο
(Μάρπησσας) αναφέρεται ο Γεώργιος Βολιανός 20 ετών αλιεύς.
–Βολιάρης:
Το επώνυμο Βολιάρης εμφανίζεται στην ιστορική καταγραφή της Πάρου μέσα
από τους εκλογικούς καταλόγους του 19ου αιώνα. Δεν διαθέτουμε μέχρι σήμερα
περισσότερα στοιχεία για την προέλευση ή την εξέλιξη της οικογένειας στο νησί,
όμως η παρουσία του ονόματος σε επίσημο διοικητικό έγγραφο μαρτυρεί την ένταξή
του στην τοπική κοινωνία.
Στον εκλογικό κατάλογο των Μαρμάρων του
1847 αναφέρονται δύο μέλη της οικογένειας: ο Μανώλης Ν. Βολιάρης,
ηλικίας 27 ετών, και ο Ιωάννης Ν. Βολιάρης, επίσης 27 ετών, με επάγγελμα
και οι δύο εργάτες.
Η ταυτόχρονη καταγραφή δύο μελών της ίδιας
οικογένειας, με κοινό πατρώνυμο, δείχνει ότι οι Βολιάρηδες είχαν ήδη παρουσία
στην περιοχή των Μαρμάρων στα μέσα του 19ου αιώνα. Η αναφορά τους ως εργάτες
αντικατοπτρίζει την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής, όπου μεγάλο μέρος του
πληθυσμού της Πάρου ασχολούνταν με αγροτικές και χειρωνακτικές εργασίες.
Παρότι δεν έχουν εντοπιστεί μέχρι σήμερα
περισσότερες πληροφορίες για την καταγωγή και την πορεία της οικογένειας
Βολιάρη στην Πάρο, η καταγραφή του 1847 αποτελεί σημαντικό τεκμήριο για την
παρουσία της στο νησί κατά τα πρώτα χρόνια του νεότερου ελληνικού κράτους.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του
1847 είναι εγγεγραμμένος ο 27χρονος εργάτης Μανώλης Ν. Βολιάρης και ο 27χρονος
εργάτης Ιωάννης Ν. Βολιάρης.
–Βολονέλος: Το επώνυμο Βολονέλος αποτελεί ένα από τα λιγότερο
συνηθισμένα επώνυμα που συναντώνται στην ιστορική διαδρομή της Πάρου. Η
προέλευσή του δεν είναι απολύτως τεκμηριωμένη, όμως η μορφή του παραπέμπει
πιθανώς σε γενοβέζικη ή γενικότερα δυτική ιταλική προέλευση.
Η παρουσία δυτικών επωνύμων
στην Πάρο δεν είναι ασυνήθιστη, καθώς το νησί, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της
Φραγκοκρατίας και της βενετικής επιρροής στις Κυκλάδες, δέχθηκε πληθυσμούς,
οικογένειες και διοικητικούς παράγοντες από τη Δύση.
Η μοναδική μέχρι σήμερα γνωστή
αναφορά του επωνύμου στην Πάρο εντοπίζεται στο 1664, όταν ο Βολονέλος
Βλάσιος αναφέρεται σε έγγραφο της εποχής. Η καταγραφή αυτή αποτελεί
σημαντική μαρτυρία για την παρουσία της οικογένειας στο νησί κατά τον 17ο
αιώνα.
Παρότι δεν υπάρχουν
περισσότερα στοιχεία για την κοινωνική θέση, την καταγωγή ή την πορεία της
οικογένειας Βολονέλου στην Πάρο, η αναφορά του ονόματος σε έγγραφο του 1664
προσθέτει ένα ακόμη μικρό κομμάτι στο μωσαϊκό των οικογενειών που πέρασαν από
το νησί κατά τη μεταβατική περίοδο μεταξύ βενετικής και οθωμανικής κυριαρχίας.
–1664. Ο Βολονέλος Βλάσιος
αναφέρεται σε έγγραφο του 1664.
–Βοσυνάκης: Το προηγούμενο
επώνυμο της οικογένειας ήταν αρχικά Μποσνάκης και μετά Μποσινάκης. Ανήκει στα
πατριδωνυμιακά, από την Μπόσνα σήμερα Νέα Βρύσσα στον Έβρο. Γενάρχης της
Παριανής οικογένειας ο καθηγητής Θεόφιλος Βοσυνάκης.
–Βοσυνιώτης: Το επώνυμο Βοσυνιώτης συνδέεται στην Πάρο κυρίως
με την ιστορία της Ιεράς Μονής Λογγοβάρδας, καθώς μέλη της οικογένειας
διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην πνευματική και μοναστική ζωή του νησιού κατά
τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα.
Η παλαιότερη γνωστή αναφορά
του επωνύμου στην Πάρο εντοπίζεται στα μέσα του 19ου αιώνα. Στις 26
Ιανουαρίου 1850, η πρεσβυτέρα Τάρισα (ή Τάρσα) Κοντού, το γένος
Νικόδημου Κοντού, μαζί με τον σύζυγό της Εφραίμ ιερέα, προχώρησαν σε
«αφιερωτικό συμφωνητικό» με τον ηγούμενο της Μονής Λογγοβάρδας Ιερόθεο Α΄
Βοσυνιώτη. Το γεγονός αυτό αποτελεί μία από τις πρώτες καταγεγραμμένες
μαρτυρίες για την παρουσία του επωνύμου στην παριανή εκκλησιαστική ζωή.
Ο Ιερόθεος Α΄ Βοσυνιώτης
υπήρξε μία από τις σημαντικές μορφές της Μονής Λογγοβάρδας. Από το 1860 έως
το 1887 υπηρέτησε ως αρχιμανδρίτης ιερομόναχος και ηγούμενος της μονής,
συμβάλλοντας στη συνέχιση της μοναστικής παράδοσης και στην πνευματική
ακτινοβολία της Λογγοβάρδας.
Μετά την περίοδο του Ιεροθέου
Α΄, τη σκυτάλη της ηγουμενίας ανέλαβε ο Φιλόθεος Β΄ Βοσυνιώτης, ο οποίος
μαρτυρείται ως αρχιμανδρίτης ιερομόναχος της Μονής Λογγοβάρδας από το 1887
έως το 1905. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η καλλιτεχνική του
δραστηριότητα, καθώς έργα του σώζονται στην εκκλησιαστική παράδοση της Πάρου.
Μεταξύ αυτών αναφέρονται οι εικόνες «Η Ανάληψις του Κυρίου» και «Τα
Εισόδια της Θεοτόκου» στον ναό της Αγίας Τριάδας Λευκών, με
χρονολογία 1884.
Στις 13 Ιουλίου 1902 ο
Φιλόθεος Βοσυνιώτης αναφέρεται ως αρχιμανδρίτης και ηγούμενος της Μονής
Λογγοβάρδας, επιβεβαιώνοντας τη σημαντική θέση του στην εκκλησιαστική ζωή της
Πάρου.
Την ηγουμενία συνέχισε ο Ιερόθεος
Β΄ Βοσυνιώτης, ο οποίος υπηρέτησε ως αρχιμανδρίτης ιερομόναχος της
Λογγοβάρδας από το 1905 έως το 1930. Η παρουσία διαδοχικών ηγουμένων με
το ίδιο επώνυμο δείχνει τη στενή σύνδεση της οικογένειας Βοσυνιώτη με τη
μοναστική παράδοση της μονής.
Η ιστορία των Βοσυνιωτών στην
Πάρο δεν συνδέεται τόσο με την οικονομική ή κοινωνική ζωή των παριανών
κοινοτήτων, όσο με τον πνευματικό χαρακτήρα του νησιού. Μέσα από την υπηρεσία
τους στη Μονή Λογγοβάρδας, οι Ιερόθεος και Φιλόθεος Βοσυνιώτες άφησαν το αποτύπωμά
τους στη θρησκευτική ιστορία της Πάρου, σε μία περίοδο κατά την οποία οι μονές
αποτελούσαν σημαντικά κέντρα παιδείας, τέχνης και κοινωνικής συνοχής.
–1850. Η πρεσβυτέρα του Τάρισα (ή Τάρσα) Κοντού, το γένος Νικόδημου
Κοντού, και ο ηγούμενος της μονής Λογγοβάρδας Ιερόθεος Α’ Βοσυνιώτης, είχαν
προβεί σε «αφιερωτικό συμφωνητικό», «… και του συζύγου της Εφραίμ ιερέως…» στις
26 Ιανουαρίου 1850.
–1860. Αρχιμ. Ιερομόναχος
Λογγοβάρδας από το 1860 έως το 1887 ο Ιερόθεος Α΄ Βοσυνιώτης.
–1884. Έργα του ιερομονάχου
Φιλοθέου Βοσυνιώτη, η Ανάληψις του Κυρίου και Τα Εισόδια της Θεοτόκου στην Αγία
Τριάδα Λευκών, αωπδ’ (=1884).
–1887. Ο Φιλόθεος Β’
Βοσυνιώτης μαρτυρείται Αρχιμ.
Ιερομόναχος στην Λογγοβάρδα από το 1887 έως το 1905.
–1902. Στις 13 Ιουλίου 1902
αρχιμανδρίτης και ηγούμενος της Μονής Λογγοβάρδας ο Φιλόθεος Βοσυνιώτης.
–1905. Αρχιμ. Ιερομόναχος
Λογγοβάρδας από το 1905 έως το 1930 ο Ιερόθεος Β΄ Βοσυνιώτης.
–Βουαλόπουλος: Το επώνυμο Βουαλόπουλος
εμφανίζεται στην Πάρο μέσα από μία καταγραφή του 20ού αιώνα, χωρίς μέχρι σήμερα
να έχουν εντοπιστεί περισσότερα στοιχεία για την προέλευση ή την ιστορική
πορεία της οικογένειας στο νησί.
Στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς
του 1949 αναφέρεται η Δέσποινα Επιτροπάκη του Δημητρίου, ως σύζυγος
του Κ. Βουαλόπουλου, κάτοικος της Κοινότητας Παροικιάς.
Η συγκεκριμένη καταγραφή αποτελεί την
παλαιότερη γνωστή μαρτυρία του επωνύμου Βουαλόπουλος στην Πάρο και δείχνει την
παρουσία της οικογένειας στην πρωτεύουσα του νησιού κατά τη μεταπολεμική
περίοδο.
Παρότι δεν διαθέτουμε περισσότερες
πληροφορίες για την καταγωγή, την επαγγελματική δραστηριότητα ή την εξέλιξη της
οικογένειας, η αναφορά αυτή προστίθεται στο σύνολο των επωνύμων που
καταγράφονται στην κοινωνική ιστορία της νεότερης Παροικιάς.
–1949. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
του 1949 είναι εγγεγραμμένη η Επιτροπάκη Δέσποινα του Δημητρίου, όνομα συζύγου
Κ. Βουαλόπουλος κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–Βουγιούκας: Το επώνυμο Βουγιούκας
ανήκει στις οικογένειες προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην Πάρο μετά τη
Μικρασιατική Καταστροφή. Η οικογένεια κατάγεται από την Αλικαρνασσό της
Μικράς Ασίας και αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα των μικρασιατικών
οικογενειών που ενσωματώθηκαν στη νεότερη κοινωνία του νησιού.
Το 1922,
μετά τα γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής και την ανταλλαγή πληθυσμών που
ακολούθησε, η οικογένεια Βουγιούκα έφτασε στη Νάουσα της Πάρου ως
πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Όπως συνέβη με πολλές προσφυγικές οικογένειες που
εγκαταστάθηκαν στις Κυκλάδες, οι Βουγιούκες μετέφεραν μαζί τους τις μνήμες, τα
ήθη και τις παραδόσεις της χαμένης πατρίδας τους, συμβάλλοντας στον εμπλουτισμό
της τοπικής κοινωνίας.
Η παρουσία της
οικογένειας στη Νάουσα συνεχίστηκε κατά τις επόμενες δεκαετίες, αν και ο κλάδος
της οικογένειας στην Πάρο διατηρήθηκε κυρίως μέσω θηλυγονίας. Σήμερα η συνέχεια
της οικογένειας συνδέεται με τις οικογένειες Καρποδίνη και Γαβαλά,
ενώ κλάδος των απογόνων βρίσκεται και στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.
Μία από τις
καταγεγραμμένες μαρτυρίες της οικογένειας στην Πάρο εντοπίζεται στον εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 19 Αυγούστου 1950, όπου αναφέρεται
η Βουγιούκα Μαριγάκη, σύζυγος Θεοδώρου, με πατρώνυμο Μάρκος
Καρποδίνης.
Η καταγραφή αυτή
επιβεβαιώνει τη συνέχιση της παρουσίας του επωνύμου στη Νάουσα κατά τη
μεταπολεμική περίοδο και παράλληλα φανερώνει τη σύνδεση της οικογένειας
Βουγιούκα με παριανές οικογένειες μέσω γάμων και συγγενικών σχέσεων.
Η ιστορία των
Βουγιούκα αποτελεί μέρος της ευρύτερης ιστορίας των μικρασιατών προσφύγων της
Πάρου. Άνθρωποι που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες
δημιούργησαν νέα ζωή στο νησί, εντάχθηκαν στην τοπική κοινωνία και άφησαν το
δικό τους αποτύπωμα στη σύγχρονη ιστορική μνήμη της Πάρου.
–1922. Φτάνει
στη Νάουσα της Πάρου η οικογένεια Βουγιούνα πρόσφυγες από την Μικρά Ασία.
–1950. Σε
εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 19 Αυγούστου 1950, υπάρχει εγγεγραμμένη
η Βουγιούκα Μαριγάκη, όνομα συζύγου Θεόδωρου, όνομα πατρός Μάρκος Καρποδίνης.
–Βουζουράκης: Το επώνυμο Βουζουράκης εμφανίζεται στην Πάρο
κατά τον 20ό αιώνα, με παρουσία κυρίως στην Παροικιά. Από τα διαθέσιμα
στοιχεία προκύπτει ότι η οικογένεια ήταν εγκατεστημένη στην πρωτεύουσα του
νησιού και τα μέλη της ανήκαν στην εργατική τάξη της εποχής.
Οι πρώτες γνωστές καταγραφές της οικογένειας
εντοπίζονται στις αρχές του 20ού αιώνα. Το 1901 γεννήθηκε ο Στυλιανός
Βουζουράκης του Γεωργίου, εργάτης και κάτοικος Παροικιάς. Την επόμενη
χρονιά, το 1902, γεννήθηκε ο αδελφός του Ευάγγελος Βουζουράκης του
Γεωργίου, επίσης εργάτης και κάτοικος Παροικιάς. Το 1913 γεννήθηκε ο
τρίτος αδελφός Φώτιος Βουζουράκης του Γεωργίου, ο οποίος ακολούθησε
επίσης το επάγγελμα του εργάτη.
Η παρουσία των τριών αδελφών καταγράφεται
ξανά στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1946, όπου αναφέρονται ο Στυλιανός
Βουζουράκης του Γεωργίου, ο Ευάγγελος Βουζουράκης του Γεωργίου και ο
Φώτιος Βουζουράκης του Γεωργίου, όλοι εργάτες και κάτοικοι Παροικιάς.
Οι καταγραφές αυτές αποτελούν τις μέχρι
σήμερα γνωστές μαρτυρίες για την οικογένεια Βουζουράκη στην Πάρο και δείχνουν
μια οικογένεια που ήταν ενταγμένη στον κοινωνικό ιστό της Παροικιάς κατά την
πρώτη και τη μεταπολεμική περίοδο του 20ού αιώνα. Μέσα από την καθημερινή
εργασία και την παρουσία τους στην κοινότητα, οι Βουζουράκηδες αποτελούν μέρος
της νεότερης κοινωνικής ιστορίας της πρωτεύουσας του νησιού.
–1901. Το 1901
γεννιέται ο Βουζουράκης Στυλιανός του Γεωργίου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.
–1902. Το 1902
γεννιέται ο Βουζουράκης Ευάγγελος του Γεωργίου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.
–1913. Το 1913
γεννιέται ο Βουζουράκης Φώτιος του Γεωργίου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.
–1946. Σε εκλογικό
κατάλογο Παροικιάς του 1946 υπάρχουν εγγεγραμμένα τα αδέρφια Βουζουράκης
Στυλιανός του Γεωργίου εργάτης, Βουζουράκης Ευάγγελος του Γεωργίου εργάτης και
Βουζουράκης Φώτιος του Γεωργίου εργάτης κάτοικοι Παροικιάς.
–Βουλαξής: βλέπε Μπουλαξής
–Βουλιατούζης: Το επώνυμο Βουλιατούζης εμφανίζεται στην Πάρο
μέσα από τις καταγραφές των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στο νησί μετά την
Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Κατά την περίοδο των
επαναστατικών αγώνων και των ανακατατάξεων που ακολούθησαν, η Πάρος αποτέλεσε
τόπο υποδοχής πληθυσμών που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους. Η
Νάουσα, ως σημαντικό λιμάνι και ναυτική κοινότητα, φιλοξένησε αρκετές προσφυγικές
οικογένειες, οι οποίες εντάχθηκαν σταδιακά στην τοπική κοινωνία.
Στην απογραφή προσφύγων της
Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Αναστάσιος Βουλιατούζης, ηλικίας 33
ετών, επάγγελμα ναύτης, μαζί με τη σύζυγό του Μαριγώ Βουλιατούζη
και την κόρη τους Δέσποινα Βουλιατούζη.
Η καταγραφή αυτή αποτελεί την
παλαιότερη γνωστή μαρτυρία για την παρουσία της οικογένειας Βουλιατούζη στην
Πάρο. Η αναφορά του Αναστασίου ως ναύτη είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική, καθώς η
ναυτική δραστηριότητα αποτελούσε βασικό στοιχείο της οικονομικής και κοινωνικής
ζωής της Νάουσας.
Παρότι δεν έχουν εντοπιστεί
μέχρι σήμερα περισσότερα στοιχεία για την καταγωγή και την εξέλιξη της
οικογένειας στο νησί, η παρουσία της στην απογραφή του 1829 την εντάσσει στις
πρώτες προσφυγικές οικογένειες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της νεότερης κοινωνίας
της Νάουσας και της Πάρου.
–1829: Σε απογραφή προσφύγων
της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Αναστάσιος Βουλιατούζης 33 ετών ναύτης, η
σύζυγός του Μαριγώ Βουλιατούζη και η κόρη του Δέσποινα Βουλιατούζη.
–Βούλγαρης:
Το επώνυμο Βούλγαρης είναι ένα από τα παλαιότερα ελληνικά επώνυμα και
συναντάται σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Η προέλευσή του πιθανότατα συνδέεται
με παρωνύμιο που δήλωνε καταγωγή ή σχέση με τη Βουλγαρία ή με βουλγαρικούς
πληθυσμούς, όπως συνέβη με αρκετά πατριδωνυμικά επώνυμα.
Η παρουσία της οικογένειας Βούλγαρη στην
Πάρο καταγράφεται ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του νεότερου ελληνικού κράτους
και συνδέεται με την εγκατάσταση προσφύγων στο νησί μετά την Ελληνική
Επανάσταση.
Στην απογραφή προσφύγων της Παροικιάς του
1829 αναφέρεται ο Στρατής Βούλγαρης, ηλικίας 60 ετών, με επάγγελμα αλιεύς,
μαζί με την οικογένειά του: τη σύζυγό του Τζουτζούλα (ή Τουζούλα) Βούλγαρη,
την κόρη του Τάσα Βούλγαρη, τους γιους του Κυριατζή Βούλγαρη, 10
ετών, και Αντώνιο Βούλγαρη, 2 ετών, καθώς και τον αδελφό του Παναγιώτη
Βούλγαρη, 18 ετών.
Η καταγραφή αυτή αποτελεί την παλαιότερη
γνωστή μαρτυρία για την παρουσία της οικογένειας Βούλγαρη στην Πάρο. Η αναφορά
του Στρατή ως αλιέα φανερώνει τη σύνδεση της οικογένειας με τη θάλασσα και την
παραδοσιακή ναυτική και αλιευτική δραστηριότητα της Παροικιάς.
Η οικογένεια φαίνεται ότι εντάχθηκε στην
κοινωνική ζωή του νησιού, καθώς τα μέλη της δημιούργησαν συγγενικούς δεσμούς με
άλλες παριανές οικογένειες. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του 1909,
όταν ο Ευάγγελος Μοστράτος του Πέτρου και της Καλλιόπης Βούλγαρη,
δικολάβος από την Πάρο, παντρεύτηκε στην Ερμούπολη της Σύρου τη Δέσποινα
Οικονόμου.
Η παρουσία των Βούλγαρη στην Πάρο αποτελεί
ένα ακόμη παράδειγμα οικογένειας που καταγράφεται μέσα από τις προσφυγικές
εγκαταστάσεις του 19ου αιώνα και ενσωματώνεται σταδιακά στον κοινωνικό ιστό του
νησιού. Μέσα από την εργασία, τη θάλασσα και τις οικογενειακές σχέσεις,
συμμετείχαν στη διαμόρφωση της νεότερης ιστορίας της Παροικιάς.
–1829: Σε απογραφή προσφύγων
της Παροικιάς του 1829 αναφέρεται ο Στρατής Βούλγαρης 60 ετών αλιεύς, ο σύγυγός
του Τζουτζούλα ή Τουζούλα Βούλγαρη, ο κόρη του Τάσα Βούλγαρη, ο γιός του
Κυριατζής Βούλγαρης 10 ετών, ο γιός του Αντώνιος Βούλγαρης 2 ετών και ο αδερφός
του Παναγιώτης Βούλγαρης 18 ετών.
–1909. Στις 25 Ιανουαρίου 1909 ο 30χρονος
δικολάβος από την Πάρο Ευάγγελος Μοστράτος του Πέτρου και της Καλλιόπης
Βούλγαρη [κάτοικοι Πάρου] παντρεύεται στην Ερμούπολη την 25χρονη από την Σύρο
Δέσποινα Οικονόμου, του Παναγιώτη και της Μαρίας Ροδίτη.
–Βουράκης: Το επώνυμο Βουράκης συνδέεται στην Πάρο με μία από
τις μικρασιατικές οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στο νησί κατά τις πρώτες
δεκαετίες του 20ού αιώνα. Η οικογένεια είχε καταγωγή από το Βαϊντήριο της
Μικράς Ασίας και αποτελεί μέρος του προσφυγικού ρεύματος που έφερε στην
Πάρο ανθρώπους από τις ελληνικές κοινότητες της Ανατολής.
Στα δημοτολόγια της Νάουσας
Πάρου, το 1920, καταγράφεται ο Μιχαήλ Βουράκης του Γρηγορίου,
ηλικίας 34 ετών, με επάγγελμα υπάλληλος καπνών, προερχόμενος από το Βαϊντήριο.
Μαζί του καταγράφεται η σύζυγός του Άννα Βουράκη, ηλικίας 28 ετών,
επίσης από το Βαϊντήριο, καθώς και τα παιδιά τους Ασπασία, ηλικίας 3
ετών, και Γρηγόριος.
Η εγγραφή αυτή παρουσιάζει
ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς προηγείται της μεγάλης προσφυγικής εγκατάστασης που
ακολούθησε τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Δείχνει ότι ήδη πριν από τα
γεγονότα της ανταλλαγής πληθυσμών υπήρχαν οικογένειες από τη Μικρά Ασία που
είχαν μετακινηθεί προς τις Κυκλάδες και είχαν ενταχθεί στις τοπικές κοινωνίες.
Ο Μιχαήλ Βουράκης, ως
υπάλληλος καπνών, ανήκε σε έναν επαγγελματικό χώρο ιδιαίτερα αναπτυγμένο στις
μικρασιατικές περιοχές, όπου η καλλιέργεια, η επεξεργασία και το εμπόριο του
καπνού αποτελούσαν σημαντικό οικονομικό κλάδο.
Η παρουσία της οικογένειας
Βουράκη στη Νάουσα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της συμβολής των
μικρασιατών εποίκων στη νεότερη κοινωνική ιστορία της Πάρου. Άνθρωποι που
έφεραν μαζί τους την καταγωγή, τις μνήμες και τις επαγγελματικές τους γνώσεις
δημιούργησαν νέα ζωή στο νησί και ενσωματώθηκαν στην τοπική κοινωνία.
–1920. Βουράκης Μιχαήλ του
Γρηγορίου, ετών 34, υπάλληλος καπνών, Από το Βαϊντήριο
Βουράκη Άννα, σύζυγος Μιχαήλ,
ετών 28 από το Βαϊντήριο. Βουράκη Ασπασία, 3 και 11. Βουράκης Γρηγόριος, τα 2 παιδιά του ζεύγους.
Έτος εγγραφής στα δημοτολόγια Ναούσης 1920.
–Βούρτσης: Το επώνυμο Βούρτσης εμφανίζεται στην Πάρο κατά τις
πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, μέσα από μία καταγραφή που συνδέεται με τη
μετακίνηση πληθυσμών μεταξύ των Κυκλάδων.
Η οικογένεια φαίνεται να έχει
καταγωγή από τη Νάξο, καθώς στην παλαιότερη γνωστή αναφορά του επωνύμου
στην Πάρο ο αναφερόμενος χαρακτηρίζεται ως Αξιώτης, δηλαδή καταγόμενος
από τη Νάξο.
Στις 8 Φεβρουαρίου 1830
αναφέρεται ως πάροικος της Πάρου ο ιερεύς Γεώργιος Βούρτσης Αξιώτης.
Ο όρος «πάροικος» την εποχή εκείνη δηλώνει τον προσωρινό ή μη μόνιμα
εγκατεστημένο κάτοικο ενός τόπου, γεγονός που δείχνει ότι ο Γεώργιος Βούρτσης
βρισκόταν στην Πάρο χωρίς να έχει ακόμη πλήρως ενσωματωθεί ως μόνιμος δημότης.
Η παρουσία ενός ιερέα από τη
Νάξο στην Πάρο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των συχνών μετακινήσεων
ανθρώπων ανάμεσα στα κυκλαδίτικα νησιά. Οι σχέσεις μεταξύ Πάρου και Νάξου
υπήρξαν διαχρονικά στενές, με μετακινήσεις κληρικών, εμπόρων, τεχνιτών και οικογενειών.
Η αναφορά του Γεωργίου Βούρτση
το 1830 αποτελεί μέχρι σήμερα την παλαιότερη γνωστή μαρτυρία του επωνύμου στην
Πάρο και προσθέτει ένα ακόμη μικρό αλλά σημαντικό στοιχείο στην ιστορία των
κυκλαδίτικων μετακινήσεων κατά τον 19ο αιώνα.
–1830. Στις 8 Φεβρουαρίου 1830 αναφέρεται ως πάροικος (προσωρινός
κάτοικος Πάρου) ο ιερεύς Βούρτσης Γεώργιος Αξιώτης (καταγωγή)
–Βούσουλας:
Το επώνυμο Βούσουλας αποτελεί ένα από τα παλαιότερα επώνυμα που
καταγράφονται στην Αντίπαρο. Η παρουσία της οικογένειας στο νησί μαρτυρείται
ήδη από τον 19ο αιώνα και συνεχίζεται μέχρι τη νεότερη περίοδο, με μέλη της να
συμμετέχουν στην κοινωνική και θρησκευτική ζωή της Αντιπάρου.
Η παλαιότερη
γνωστή αναφορά της οικογένειας εντοπίζεται το 1870, όταν ο Αναστάσιος
Βούσουλας του Μιχαήλ, ηλικίας 14 ετών, άγαμος, καταγράφεται σε απογραφή της
πόλης της Ερμούπολης Σύρου ως μαθητευόμενος σανδαλοποιός από την
Αντίπαρο.
Η καταγραφή αυτή
είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθώς φανερώνει την επαγγελματική κινητικότητα
των νέων της Αντιπάρου κατά τον 19ο αιώνα. Πολλοί νέοι από τα μικρά Κυκλαδίτικα
νησιά μετακινούνταν προς τα μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα, όπως η Ερμούπολη,
προκειμένου να μαθητεύσουν σε τεχνικά επαγγέλματα και να αποκτήσουν οικονομική
ανεξαρτησία.
Η οικογένεια
συνέχισε να εμφανίζεται στην Αντίπαρο κατά τον 20ό αιώνα. Το 1920
γεννήθηκε ο Αναστάσιος Βούσουλας του Μιχαήλ, κάτοικος Αντιπάρου, ο
οποίος ακολούθησε εκκλησιαστική πορεία και υπηρέτησε ως ιεροψάλτης. Η
παρουσία του στην εκκλησιαστική ζωή του νησιού αποτελεί σημαντικό στοιχείο της
κοινωνικής προσφοράς της οικογένειας.
Ο ίδιος
καταγράφεται στον εκλογικό κατάλογο της Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946,
ως κάτοικος Αντιπάρου και επάγγελμα ιεροψάλτης, επιβεβαιώνοντας τη θέση
του στην τοπική κοινωνία.
Το 1922
γεννήθηκε η Ειρήνη Μ. Βούσουλα, κάτοικος Αντιπάρου, η οποία αργότερα
παντρεύτηκε τον Σταύρο Ρούσσο, ενώ το 1954, στον εκλογικό
κατάλογο της Αντιπάρου, αναφέρεται η Βούσουλα Κατίνα του Μιχαήλ,
κάτοικος Αντιπάρου.
Η ιστορία της
οικογένειας Βούσουλα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα οικογένειας μικρού
κυκλαδίτικου νησιού, η οποία διατήρησε τη συνέχεια της παρουσίας της μέσα στον
χρόνο. Από τους τεχνίτες και τους νέους που αναζητούσαν επαγγελματικές
ευκαιρίες στα μεγαλύτερα κέντρα των Κυκλάδων, μέχρι τα μέλη που συμμετείχαν
στην καθημερινή ζωή της Αντιπάρου, οι Βούσουλα αποτελούν μέρος της κοινωνικής
ιστορίας του νησιού.
–1870. Το 1870 ο Αναστάσιος Βούσουλας του
Μιχαήλ 14 ετών άγαμος μαθητευόμενος σανδαλοποιός από την Αντίπαρο, αναφέρεται
σε απογραφή της Πόλης Ερμούπολης.
–1920. Γεννιέται
το 1920 ο κάτοικος Αντιπάρου Βούσουλας Αναστάσιος του Μιχαήλ ιεροψάλτης.
–1922. Το 1922
γεννιέται η κάτοικος Αντιπάρου Ειρήνη Μ. Βούσουλα, μετέπειτα σύζυγος Σταύρου
Ρούσσου.
–1946. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου
1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1920 κάτοικος Αντιπάρου Βούσουλας
Αναστάσιος του Μιχαήλ ιεροψάλτης.
–1954. Σε εκλογικό κατάλογο
Αντιπάρου στις 26 Νοεμβρίου 1954 υπάρχει εγγεγραμμένη η Βούσουλα Κατίνα του
Μιχαήλ, κάτοικος Αντιπάρου.
–Βουτζαδάκης ή Βουτσαδάκης: Βλέπε Βιτσαδάκης.
–Βουτζαράς ή Βουτσαράς: Παραφθορά του Βιτζαράς, Βιτσαράς.
–1682. Καθολικός ιερέας το 1682 Βλέπει, Βιτζαράς, Βιτσαράς, Βιτζορέος.
–Βουτζάς:
Βλέπετε Βουτσάς
–Βουτσάς ή Βουτζάς: Το επώνυμο Βουτσάς ή Βουτζάς αποτελεί
χαρακτηριστικό παράδειγμα επωνύμου που προέρχεται από επαγγελματικό παρωνύμιο.
Συνδέεται με τη λέξη βούτσα, δηλαδή το ξύλινο δοχείο ή βαρέλι, και
πιθανότατα δήλωνε τον βαρελά ή καδοποιό, τον τεχνίτη που
κατασκεύαζε ξύλινα δοχεία.
Η παρουσία της οικογένειας Βουτσά στην Πάρο καταγράφεται ήδη από τις πρώτες
δεκαετίες του 19ου αιώνα, μέσα από τα εκπαιδευτικά αρχεία του νησιού, τα οποία
αποτελούν σημαντικές πηγές για την κοινωνική ιστορία της εποχής.
Στον ονομαστικό κατάλογο των μαθητών του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου
Νάουσας για το σχολικό έτος 1829, με τίτλο «Οι μαθητευόμενοι εις την
Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της κομοπόλεως Ναούσης», αναφέρεται ο Ηλίας Βουτζάς,
ηλικίας 9 ετών.
Λίγα χρόνια αργότερα, στις 28 Απριλίου 1833, σε κατάλογο των
μαθητευόμενων παιδιών της Ελληνοδιδακτικής Σχολής Παροικιάς,
καταγράφεται ο Ι. Βουτσάς. Η παρουσία του επωνύμου τόσο στη Νάουσα όσο
και στην Παροικιά δείχνει ότι η οικογένεια ήταν ήδη εγκατεστημένη σε σημαντικές
κοινότητες του νησιού.
Το 1835, σε ομαδικό έλεγχο του Δημοτικού Σχολείου Πάρου,
αναφέρεται ο μαθητής Νικ. Α. Βουτσάς, με σημειωμένο ως επάγγελμα του
πατέρα του το «καδοποιός». Η συγκεκριμένη αναφορά επιβεβαιώνει την
επαγγελματική σύνδεση του επωνύμου με την τέχνη της κατασκευής ξύλινων δοχείων
και ενισχύει την άποψη ότι προέρχεται από επαγγελματικό παρωνύμιο.
Οι πρώτες αυτές καταγραφές δείχνουν μια οικογένεια που ήταν παρούσα στην
Πάρο ήδη κατά τα πρώτα χρόνια μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Μέσα από
τα σχολικά αρχεία διακρίνεται η ένταξή της στην τοπική κοινωνία και η συμμετοχή
της στην καθημερινή ζωή των παριανών κοινοτήτων.
Η οικογένεια Βουτσά αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των παριανών
επωνύμων που γεννήθηκαν από τα επαγγέλματα των προγόνων και διατηρήθηκαν μέσα
στον χρόνο, αφήνοντας το ίχνος τους στα ιστορικά αρχεία του νησιού.
–1829. Ο ονομαστικός κατάλογος των μαθητών του
Αλληλοδιδακτικού Σχολείου της Νάουσας του σχολικού έτους 1829.
«Οι μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της
κομοπόλεως Ναούσης»
Ηλίας Βουτζάς ετών 9.
–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια
Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο
Ι. Βουτσάς.
–1835. Σε ομαδικό έλεγχο του δημοτικού σχολείου Πάρου του 1835, υπάρχει
εγγεγραμμένος ο μαθητής Νικ. Α. Βουτσάς, τέχνη πατέρα καδοποιός.
–Βρανάς: Το επώνυμο Βρανάς θεωρείται ένα από τα παλαιά ελληνικά
επώνυμα με βυζαντινή παρουσία. Η οικογένεια απαντάται ιστορικά σε διάφορες
περιοχές του ελληνικού χώρου, ενώ ο παριανός κλάδος συνδέεται με καταγωγή από
τη Χίο. Σήμερα γνωρίζουμε την ύπαρξη κλάδου της οικογένειας στην Αθήνα.
Η παρουσία της οικογένειας Βρανά στην Πάρο καταγράφεται ήδη από τον 19ο
αιώνα και εντοπίζεται κυρίως στην περιοχή της Νάουσας, η οποία εκείνη
την περίοδο αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες κοινότητες του νησιού.
Η παλαιότερη γνωστή αναφορά του επωνύμου στην Πάρο βρίσκεται στον εκλογικό
κατάλογο της 18ης Μαρτίου 1844 του Δήμου Νάουσας (στον οποίο
συμπεριλαμβανόταν και ο Κώστος), όπου αναφέρεται ο Πέτρος Βρανάς,
ηλικίας 55 ετών, με επάγγελμα γεωργός.
Η οικογένεια συνεχίζει να εμφανίζεται στα αρχεία της Νάουσας κατά το
δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Στον εκλογικό κατάλογο του 1883
καταγράφονται ο Γουλιέλμος Βρανάς του Πέτρου, ηλικίας 58 ετών, εργάτης,
και ο Πέτρος Βρανάς του Γουλιέλμου, ηλικίας 30 ετών, επίσης εργάτης.
Ανάλογες καταγραφές συναντούμε και το 1885, όπου αναφέρονται ο Γουλιέλμος
Βρανάς του Πέτρου, 60 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, ο Πέτρος Βρανάς του
Γουλιέλμου, 32 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, καθώς και ο Λεωνίδας Βρανάς,
34 ετών, εργάτης από τη Νάουσα.
Οι καταγραφές αυτές δείχνουν τη συνέχεια μιας οικογένειας που ήταν
ενταγμένη στην κοινωνική ζωή της Νάουσας για πολλές δεκαετίες. Από τον γεωργό
Πέτρο Βρανά του 1844 μέχρι τους εργάτες της επόμενης γενιάς, διακρίνεται η
παρουσία μιας οικογένειας που συμμετείχε στην καθημερινή οικονομική ζωή της
κοινότητας.
Η συνέχεια του επωνύμου καταγράφεται και στον 20ό αιώνα. Στον εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952 αναφέρεται η Βεντουρή Μαργαρίτα,
σύζυγος Νικολάου, με πατρώνυμο Πέτρος Βρανάς, γεγονός που δείχνει ότι η
οικογένεια συνέχισε να αποτελεί μέρος του κοινωνικού ιστού της Νάουσας.
Η ιστορία των Βρανά στην Πάρο αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα οικογένειας με
παλαιότερες ρίζες στον ελληνικό χώρο, η οποία εγκαταστάθηκε στο νησί και
ενσωματώθηκε στην τοπική κοινωνία, αφήνοντας το αποτύπωμά της στη νεότερη
ιστορία της Νάουσας.
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο
στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (συμπεριλαμβάνεται και ο Κώστος),
υπάρχει εγγεγραμμένος ο 55χρονος γεωργός Βρανάς Πέτρος.
–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο
Βρανάς Γουλιέλμος του Πέτρου 58 ετών, εργάτης και ο Βρανάς Πέτρος του
Γουλιέλμου 30 ετών, εργάτης.
–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν οι, Βρανάς
Γουλιέλμος του Πέτρου, 60 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, Βρανάς Πέτρος του
Γουλιέλμου, 32 ετών, εργάτης από τη Νάουσα και Βρανάς Λεωνίδας του ----, ετών
34, εργάτης από τη Νάουσα.
–1952. Σε
εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η
Βεντουρή Μαργαρίτα, όνομα συζύγου Νικόλαος, όνομα πατρός Πέτρος Βρανάς.
–Βρενάκης: Το επώνυμο Βρενάκης εμφανίζεται στην ιστορική
καταγραφή της Πάρου ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα, μέσα από ένα έγγραφο που
φωτίζει τις οικογενειακές, κοινωνικές και θρησκευτικές σχέσεις της εποχής.
Η σημαντικότερη μέχρι σήμερα
γνωστή αναφορά εντοπίζεται στο προικοσύμφωνο του Αντωνάκη Βρενάκη προς τη
Μονή Αγίου Ανδρέα, με ημερομηνία 10 Νοεμβρίου 1723. Το έγγραφο
αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των συμφωνιών που συνόδευαν τις
οικογενειακές σχέσεις και τις μεταβιβάσεις περιουσιακών ή θρησκευτικών
κειμηλίων κατά την περίοδο εκείνη.
Στο προικοσύμφωνο αναφέρεται η
κυρία Τζάνε Βρενάκη, η οποία παραχωρεί στον γιο της Αντωνάκη
εικόνες που κατείχε η οικογένεια, με την υποχρέωση να τις τιμά και να τις
εορτάζει κάθε χρόνο. Παράλληλα, στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ο Ανδρεαδάκης
Μπάφος με τη σύζυγό του Λαρέντζα, οι οποίοι προικοδοτούν την κόρη
τους με τρεις εικόνες: μία του Ευαγγελισμού, μία του Αγίου Ευθυμίου
και μία του Τιμίου Προδρόμου, ώστε να εορτάζονται κάθε χρόνο.
Η αναφορά αυτή παρουσιάζει
ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς δείχνει τον σημαντικό ρόλο που είχαν οι
οικογενειακές εικόνες και οι θρησκευτικές παραδόσεις στην κοινωνία της Πάρου
κατά τον 18ο αιώνα. Οι εικόνες δεν αποτελούσαν μόνο αντικείμενα λατρείας, αλλά
και οικογενειακά κειμήλια που μεταβιβάζονταν από γενιά σε γενιά και συνδέονταν
με την ταυτότητα και τη μνήμη των οικογενειών.
Η παρουσία του επωνύμου
Βρενάκη σε ένα τέτοιο έγγραφο του 1723 κατατάσσει την οικογένεια στις
παλαιότερα καταγεγραμμένες οικογένειες της Πάρου. Αν και δεν διαθέτουμε μέχρι
σήμερα περισσότερα στοιχεία για την καταγωγή και την εξέλιξή της στο νησί, το
προικοσύμφωνο του Αντωνάκη Βρενάκη αποτελεί σημαντικό τεκμήριο για την
κοινωνική ζωή και τις οικογενειακές δομές της παλιάς παριανής κοινωνίας.
–1723. «Προικοσύμφωνο του
Αντωνάκη Βρενάκη εις το μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα», 10 Νοεμβρίου 1723.
«Τάζει ο Ανδρεαδάκης Μπάφος
μετά της συζύγου αυτού Λαρέντζας» στην κόρη τους «τρείς εικόνες η μια του
Ευαγγελισμού, η άλλη του Αγίου Ευθυμίου και του Τιμίου Προδρόμου να τους
εορτάζουν τον κάθε χρόνον».
«Από δε το έτερον μέρος η
κυρία Τζάνε Βρενάκη τάζει του υιού της Αντωνάκη όλαις ταις εικόνες όπου έχει να
ταις εορτάζει τον κάθε χρόνον».
–Βρήβας: Το επώνυμο Βρήβας
αποτελεί ένα από τα παλαιότερα επώνυμα που καταγράφονται στη Νάουσα της Πάρου,
αν και μέχρι σήμερα δεν έχουν εντοπιστεί περισσότερα στοιχεία για την καταγωγή
ή την εξέλιξη της οικογένειας στο νησί.
Η παλαιότερη γνωστή αναφορά του επωνύμου εντοπίζεται στις 7 Μαρτίου 1715,
σε πωλητήριο έγγραφο της Νάουσας, όπου αναφέρεται ο μοναχός Μελέτιος
Βρήβας.
Η παρουσία ενός μοναχού σε συμβολαιογραφικό έγγραφο της εποχής δείχνει τη
σύνδεση του επωνύμου με την εκκλησιαστική ζωή της Πάρου κατά τον 18ο αιώνα. Τα
μοναστήρια και οι μοναχοί εκείνη την περίοδο αποτελούσαν σημαντικούς
κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες, καθώς συμμετείχαν σε αγοραπωλησίες,
παραχωρήσεις και άλλες δικαιοπραξίες.
Η αναφορά του Μελετίου Βρήβα το 1715 αποτελεί μέχρι σήμερα την παλαιότερη
γνωστή μαρτυρία για το επώνυμο στην Πάρο και προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο στην
ιστορία των οικογενειών που καταγράφονται στη Νάουσα κατά την περίοδο της
οθωμανικής κυριαρχίας.
–1715. Μοναχός Μελέτιος Βρήβας απαντά σε πωλητήριο έγγραφο Νάουσας στις 7
Μαρτίου 1715.
–Βρότας: Το επώνυμο Βρότας αποτελεί ένα από τα παλαιότερα
επώνυμα που καταγράφονται στην Πάρο, με παρουσία ήδη από τον 17ο αιώνα.
Η παλαιότερη γνωστή αναφορά
του επωνύμου εντοπίζεται στο έτος 1625, σε κατάλογο εγγράφων που
σχετίζονται με τον Όσιο Αντώνιο. Συγκεκριμένα, σε έγγραφο με ημερομηνία 26
Αυγούστου 1625 αναφέρεται η «υποθήκη των κτημάτων της παπαδιάς του παπά
Νικόλα Βρότα».
Η αναφορά αφορά τον ιερέα
Νικόλαο Βρότα, γεγονός που δείχνει ότι μέλος της οικογένειας είχε ήδη κατά
τον 17ο αιώνα παρουσία στην εκκλησιαστική ζωή της Πάρου. Παράλληλα, η αναφορά
σε ακίνητα και περιουσιακά στοιχεία αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο οι
οικογένειες της εποχής διαχειρίζονταν την περιουσία τους μέσα από επίσημες
δικαιοπραξίες.
Παρότι δεν διαθέτουμε
περισσότερα στοιχεία για την καταγωγή, την κοινωνική θέση ή την εξέλιξη της
οικογένειας Βρότα στο νησί, η μαρτυρία του 1625 αποτελεί σημαντικό τεκμήριο για
την παρουσία του επωνύμου στην Πάρο κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας.
Η αναφορά του παπά Νικόλα
Βρότα προσθέτει ένα ακόμη κομμάτι στην ιστορία των παλαιών παριανών
οικογενειών, των οποίων τα ίχνη διασώζονται μέσα από εκκλησιαστικά και
συμβολαιογραφικά έγγραφα.
–1625. Ο ιερέας Βρότας
Νικόλαος αναφέρεται σε κατάλογο των εγγράφων του οσίου Αντωνίου «26 Αυγούστου
1625 υποθήκη των κτημάτων της παπαδιάς του παπά Νικόλα Βρότα»
–Βρυόνης:
Ίσως παραφθορά του Βιώνη.
–1865. Στις 14 Ιανουαρίου 1865 ο 20χρονος
βυρσοδέψης από την Πάρο Πέτρος Μοσχονησιώτης του Ιωάννη και της Μαρίας Πατέλη,
παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Πάρο Μαριγώ Βρυόνη, του
Αναστάσιου.
–Βυτζιμάνος: Το επώνυμο Βυτζιμάνος αποτελεί ένα από τα
παλαιότερα επώνυμα που καταγράφονται στην Πάρο, αν και μέχρι σήμερα δεν έχουν
εντοπιστεί περισσότερα στοιχεία για την καταγωγή ή την πορεία της οικογένειας
στο νησί.
Η παλαιότερη γνωστή αναφορά του επωνύμου εντοπίζεται στο έτος 1672
και συνδέεται με την περιοχή της Μάρπησσας. Συγκεκριμένα, σε προικοσύμφωνο
του Γεωργίου Άσου και της Περτουμίας Σκορδίλη, με ημερομηνία 21
Οκτωβρίου 1672 στον Τσιπίδο (σημερινή περιοχή Μάρπησσας), αναφέρεται μεταξύ
των ορίων αγροτεμαχίου «το χωράφι στην Κερά, σύμπλιο Φραγία Βυτζιμάνου».
Η αναφορά αυτή, παρότι δεν μας δίνει περισσότερες πληροφορίες για το
πρόσωπο ή την οικογένεια Βυτζιμάνου, αποτελεί σημαντική μαρτυρία παρουσίας του
επωνύμου στην ανατολική Πάρο κατά τον 17ο αιώνα. Η αναφορά ως γειτονικό κτήμα
(«σύμπλιο») δείχνει ότι ο Βυτζιμάνος ήταν ιδιοκτήτης ή κάτοχος γης στην περιοχή
της Κεράς.
Τα προικοσύμφωνα της εποχής αποτελούν πολύτιμες πηγές για την κοινωνική και
οικονομική ιστορία της Πάρου, καθώς μέσα από τις περιγραφές των ορίων των
κτημάτων διασώζονται ονόματα οικογενειών, ιδιοκτητών και τοπωνυμίων που
διαφορετικά θα είχαν χαθεί.
Η καταγραφή του Φραγία Βυτζιμάνου το 1672 αποτελεί μέχρι σήμερα την
παλαιότερη γνωστή μαρτυρία για το επώνυμο στην Πάρο και προσθέτει ένα ακόμη
στοιχείο στο μωσαϊκό των οικογενειών που κατοικούσαν και δραστηριοποιούνταν στη
Μάρπησσα κατά τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου.
–1672. Στην περιοχή Μάρπησσας. Προικοσύμφωνο Γ. Άσου και Περτουμίας
Σκορδίλη (Τζιπίδος 21 Οκτ. 1672) «ακόμη και το χωράφι στην Κερά, σύμπλιο Φραγία
Βυτζιμάνου
V
–Vicerano: Το επώνυμο Vicerano αποτελεί μία από
τις παλαιότερες καταγεγραμμένες παρουσίες ξενόγλωσσου επωνύμου στην Πάρο κατά
την περίοδο της βενετικής και οθωμανικής κυριαρχίας. Η μορφή του επωνύμου
παραπέμπει σε δυτική, πιθανότατα ιταλική ή βενετική προέλευση, γεγονός που
συνδέεται με την παρουσία λατινοκαθολικών οικογενειών και βενετικών επιρροών
στις Κυκλάδες.
Η παλαιότερη γνωστή αναφορά του επωνύμου
εντοπίζεται το 1672, σε ένα σημαντικό έγγραφο της παριανής κοινωνίας.
Πρόκειται για αίτημα των κατοίκων της Πάρου προς τον Jacques Dinet,
προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας της Καθολικής Εκκλησίας, με το οποίο
ζητούσαν την αποστολή πατέρων της Εταιρείας του Ιησού (Ιησουιτών) στο
νησί, ώστε να προσφέρουν πνευματική και κοινωνική βοήθεια στους κατοίκους.
Το έγγραφο υπογράφεται από σημαντικούς
εκπροσώπους της παριανής κοινωνίας, τόσο ορθοδόξους όσο και καθολικούς, γεγονός
που αποκαλύπτει τη σύνθετη θρησκευτική και πολιτισμική πραγματικότητα της Πάρου
τον 17ο αιώνα.
Μεταξύ των υπογραφόντων αναφέρεται ο Zuanne
Vicerano (Ιωάννης Vicerano), μαζί με άλλους κατοίκους και εκπροσώπους
οικογενειών της Πάρου, όπως οι Ρόζας, Ντοματαίοι, Ρούσσοι, Βιτζαράδες,
Λορεντάνοι και άλλες παλαιές παριανές οικογένειες.
Η παρουσία του Zuanne Vicerano στο έγγραφο αυτό
δείχνει ότι η οικογένεια είχε ήδη θέση μέσα στην κοινωνία της Πάρου το 1672 και
συμμετείχε σε ζητήματα που αφορούσαν την οργάνωση της θρησκευτικής και
κοινωνικής ζωής του νησιού.
Το συγκεκριμένο τεκμήριο αποτελεί μέχρι σήμερα
την παλαιότερη γνωστή μαρτυρία για το επώνυμο Vicerano στην Πάρο και παράλληλα
ένα σημαντικό δείγμα της πολυπολιτισμικής σύνθεσης του νησιού, όπου ελληνικά,
βενετικά και καθολικά στοιχεία συνυπήρχαν για πολλούς αιώνες.
–1672. Σε αίτημα των παριανών προς τον
προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας Πατέρα της Καθολικής Εκκλησίας Jacques Dinet για να ζητήσουν
πατέρες της καθολικής εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο.
«Αιδεσιμώτατε λογιώτατε σοφώτατε κύριε κύριε δε
και πανοσιώτατε εν χριστώ πάτερ.
Βλέπωντας με καθαρα έργα τα άξια και άγια
κατωρθώματα οπού ενεργούσιν οι αιδεσιμώτατοι πατέρες εκ της συντροφίας του
Ιησού εις όλα τα μέρη του κόσμου και μερικά εις τα σύνορα μας νησιά του
αρχιπελάγους, όπου όσαν τους άλλους τόπους και μέρη της οικουμένης όπου
κατοικούσαν, όλοι οι χριστιανοί φωτίζουντε, ορθώνουστε και θεόπνευστα θρέφονται
με τον θεϊκό λόγο και εις πάσα τρόπο βοηθήζοντας σωματικά σε και πνευματικά και
ξεχωριστά λαμβάνουσιν βοήθεια και διαφέντευσιν εις κάθατους χρειάν και ανάγκη
όπου τους θέλει συνέβη κατά καιρόν δι’ αυτός συλλογιζόμενοι και σιμβαστικός εις
μιαν γνώμη μερικά εις αυτό ενωμένοι, ημείς οι απογεγραμμένοι ιερείς προεστοί
πολίτες και κατοικούμενοι εν τη νήσω Πάρος θεωρώντας ταις χρείαις και
καθημερινές ανάγκες όπου μας συμβαίνουν, χρειάζοντας την βοήθεια δια φεντευσιν
και μεσύτιαν των αιδεσιμωτάτων αυτών πατέρων.
Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας,
ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ ενδόξου
συντροφιάς υου ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον μας
πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και
ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την
επιστήμην δια τους μεταγεναστέρους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η
πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος αλλο δεν είναι εις όλα
τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των
ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται ούος παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας δια
τους οικτιρμούς του θεού και σωτήρος ημών ιησού χριστού να μην εστερηθούμεν από
την χάριν όπου της ζητούμεν μάλιστα ως θαρρετά την ελπίζωμεν έτσι να την
απολαύσωμεν κατά την ευλάβειά μας εις δόξαν κυρίου απομήνοντας κρατημένοι να
παρακαλέσωμεν τον πανελεόν μας θεό να στερεώσει την πανοσιώτη σας πάσαν λογίς
χάριν και αγιωσύνην ώστε να ευρεθεί εις το στερέωμα της παντοτινής δόξης του
παραδ΄σου όθεν διά βέβαιον απογράφομεν εκ χειρός μας και βάνωμεν και την βούλαν
της κυρίας θεοτόκου και μεσήτριας, ονοματισμένη παναγία καταπολιανή κατά το
παλαιόν σνήθη και όλοι η κοινώτης με ταπεινήν προσκύνησιν φιλούμεν την αγίαν
της δεξιάν»
Πάρος: εν έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29)
εις το παλαιόν: + Ταπεινός Μητροπολίτης Παροναξίας Μελέτιος.
Το πιο πάνω αίτημα υπογράφουν χριστιανοί,
καθολικοί και ορθόδοξοι, κατοίκων της Νάουσας και της Παροικιάς μεταξύ άλλων ο Mario Dhiomatero (Ντοματαίος), ο Bartolo Rozza (Ρόζας) ο Ιωάννης Νταμουλής,
ο παπά Μάρκος Νταμίας (Δαμίας), ο Ιερεύς Ελευθέριος Λουρδάς (Λορεντάνο),
Ιάκωβος Ρούσσος και ο Cortanti Davitdi.
Ο Χρύσανθος Σακελλάριος Παροικιάς, Νικόλαος ιερεύς πρωτοπαπάς
Παροικιάς, ο ιερέας Χρύσανθος Βυτζαράς, ο ιερέας Πέτρος Μπουλαξής, ο παπα
Φρατζέσκος Βητζαράς, ο ιερεύς Μιχαήλ Αλισάγης, ο ιερέας Μένεγος Κανάκης, ο παπα
Ιωάννης Γαλανός, ο Γεώργης Σπιρίδος, ο παπα Δημήτριος Μαλατέστας, ο παπα Μιχαήλ
Κονταράτος, ο Νικολός Πρωτόδικος, ο Τζουάνες Σκληρός, ο Νικολός Κοντίλης, ο
Μιχαήλ Βιτζαράς, ο Μανώλης Αλησάφης, ο Νικολός Κοτίλης (Κονδύλης), ο Αντώνης
Αλλησάφης, ο Γεώργης Μαυρομάτης, ο Zuanne Girardi (Τζουάνες
Γεράρδης), ο Zuanne Vicerano, ο Γεώργης
Τακορώνιας (Δακορώνιας), ο Benetto Strari
Για τα οικόσημα βλέπε εδώ…
Η οικογένεια Βλάχου του Κώστου έχει καταγωγή από το χωριό Μεγαλοχώρι (ή αλλιώς Μεγάλο Χωριό) της Σαντορίνης. Ο πρόγονος πάππους τους ήταν Μεγαλοχωριανός, ο οποίος εγκαταστάθηκε μόνιμα στον Κώστο όταν έφυγε οριστικά από την γενέτειρα του Σαντορίνη σε νεαρή ηλικία στα τέλη του 19ου αιώνα για προσωπικούς του λόγους.
ΑπάντησηΔιαγραφήΟ καθηγητής Νίκος Αλιπράντης, είχε γράψει 2 βιβλία με τίτλο "Γενεαλογικά της Σαντορίνης" τα οποία είχε εκδόσει η εφημερίδα "Θηραϊκά Νέα". Στον Α τόμο, αναφέρεται όλο το ιστορικό της οικογενείας Βλάχου της Σαντορίνης, ρίζα και καταγωγή.
Αν κάνετε μια επίσκεψη στο Κώστο και συναντήσετε τα εγγόνια του, θα σας δώσουν περισσότερες πληροφορίες.
Σας ευχαριστώ πολύ για τις πληροφορίες σας
ΑπάντησηΔιαγραφήΟ πρόγονος παππούς της οικογένειας Βλάχου του Κωστου λεγόταν Νικολός Βλάχος. Ήταν απο το Μεγαλοχώρι της Σαντορίνης. Οταν χήρεψε σε νεαρή ηλικία, εγκατέλειψε το νησί του παίρνοντας μαζί του τα 3 ανήλικα τέκνα του κι εγκαταστάθηκε μονιμα στον Κωστο της Πάρου. Τα 3 ανηλικα παιδιά του λέγονταν Πέτρος, Μιχαλιος κι Ειρήνη τα οποια μεγάλωσαν κι έζησαν στον Κωστο. Οταν τα παιδια του παντρευτηκαν κι εκαναν τις δικες τους οικογενειες, ο Νικολος Βλαχος εγινε μοναχος. Η οικογένεια Βλάχου του Κωστου σήμερα, αποτελειται απο τα παιδιά κι τα εγγόνια του Μιχαλιου.
ΑπάντησηΔιαγραφήΟ Νικολός Βλάχος όταν έγινε μοναχός πήρε το όνομα Νικόδημος. Αρχικά ηταν στο μοναστήρι της Λογγοβάρδας, επι εποχής γέροντος Φιλόθεου, κι εν συνέχεια πήγε στο μοναστήρι του Αγ.Γεωργίου μέχρι το τέλος της ζωής του. Τα οστά του βρίσκονται στο μοναστήρι του Αγ.Γεωργιου. Απο τα 3 παιδιά του, μονο ο Μιχαλιος απέκτησε παιδιά. Ο Πέτρος κι η Ειρήνη δεν απέκτησαν παιδιά. Για αυτο και η οικογένεια Βλάχου σήμερα στον Κωστο είναι τα παιδιά κι τα εγγόνια του Μιχαλιου.
ΔιαγραφήΟ Μιχαλιός Βλάχος (ο γιός του Νικολού από το Μεγαλοχώρι) παντρεύτηκε την Παρασκευή Γαβαλά. Έκαναν τη Μαρία,το Γιώργο,την Καλλιόπη,τον Νίκο,την Ιωάννα,το Θανάση,την Κατίνα κι την Αναστασία. Παριανούς παντρεύτηκαν μόνο ο Γιώργος, η Καλλιόπη κι η Κατίνα. Τα άλλα παιδιά του Μιχαλιού παντρεύτηκαν στην Αθήνα μη Παριανούς.
ΑπάντησηΔιαγραφή