Αλφαβητικός κατάλογος επιθέτων

Α, Β, Γ&G, Δ & D, Ε, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ &C&Q, Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο, Π, Ρ, Σ, Τ, Υ, Φ, Χ, Ψ, Ω

*Η ορθογραφία που είναι από αποσπάσματα παλιών εγγράφων παραμένει όπως είναι στο πρωτότυπο.

Ονοματολογία και οικοσημολογία περί Πάρου

Την εποχή της παγκοσμιοποίησης και της ισοπέδωσης γεγονότων και ιδεών, κρατών και λαών, η γενεαλογική έρευνα σαν ιστορική και κοινωνιολογική επιστήμη παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη δημοτικότητα σε πολλές χώρες του κόσμου. Οι άνθρωποι δείχνουν ενδιαφέρον για την φυλετική τους καταγωγή, την εθνική του καταγωγή, τις οικογενειακές τους ρίζες και γενικά για τους προγόνους τους. Στην αναζωπύρωση αυτού του ενδιαφέροντος συντέλεσε και η δημιουργία πολυεθνικών κρατών (ΗΠΑ, Αυστραλία) που εμφανίστηκαν τους τελευταίους δύο αιώνες και τα ισχυρά μεταναστευτικά ρεύματα που ακολούθησαν αυτούς τους αιώνες.

Η ενασχόληση και η έρευνα για την γενεαλογία και τα οικόσημα είναι μια ευγενής πολιτιστική πράξη. Οι πηγές για την καταγωγή των οικογενειών μας επιθέτων είναι τα ιστορικά αρχεία των δημοσίων αρχών και ιδιωτικές συλλογές. Μέσα στις δημοτικές βιβλιοθήκες, ιστορικά αρχεία, εκκλησιαστικά αρχεία μπορούμε να βρούμε έγγραφα, προικοσύμφωνα, νοταριακές πράξεις, μητρώα, τα οποία σηματοδοτούν την καταγωγή μας. Τα εκάστοτε μαρμάρινα οικόσημα, είναι εντοιχισμένα σε οικίες, εκκλησίες, κοιμητήρια, αποτελούν και αυτά μέρος των πηγών αναδεικνύοντας τα σύμβολα των οικογενειακών μας επιθέτων.

Οι πρώτοι και οι πιο σημαντικοί ερευνητές ονοματολογίας στην Ελλάδα υπήρξαν οι Ν. Ανδριώτης και Α. Σιγάλας τον 19ο αιώνα και ο Μ. Τριανταφυλλίδης και Μ. Χατζιδάκης, Χρυς. Τσικριτσή-Κατσιανάκη τον 20ο αιώνα. Έρευνα για τα οικόσημα της Πάρου και αντίστοιχες δημιουργίες έχουν κάνει ο καθηγητής Νίκος Αλιπράντης, ο αρχαιολόγος-αρχιτέκτονας Αναστάσιος Ορλάνδος ο λαογράφος Ζαχαρίας Στέλλας, όπως φυσικά και ο φίλος και πολύτιμος συνεργάτης του blog Ιωάννης Βασιλειόπουλος. Σημειώνουμε ακόμα και τους ξένους Μεσαιωνιστές ιστοριοδίφες όπως ο Γερμανός Κ. Χοπφ, οι Άγγλοι Ο. Μίλλερ και Φ.Ο. Χασλουκ, ο Γάλλος Α. Μπισόν και ο Ολλανδός Β. Σλότ.

Η τοπική ονοματολογία και τα επίθετα της Πάρου χωρίζονται σε ομάδες.

Προέλευση - Καταγωγή

1. Ελληνικά – Παλαιοβυζαντινά βυζαντινά π.χ Αγαλλιανός, Αργυρόπουλος, Αρχολέως, Αλισαφής (πριν το 1204).

2. Φράγκικα - Δυτικά κυρίως Ισπανικά, Ιταλικά και Λοβαρδοβενέτικα π.χ. Κουαρτάνος, Τσιγώνιας, Αλιφιέρης, Αλιπράντης (μετά το 1204). Οι Φράγκοι κατέλαβαν την Πάρο το 1207 και προς ασφάλεια έκτισαν κάστρο στην Παροικιά και αργότερα στη Νάουσα και στα χωριά του Κεφάλου. Οι Παριανοί κατά ένα μεγάλο ποσοστό έχουν Ενετικά-Δυτικά επώνυμα αυτό οφείλεται.

α) στην Βενετοκρατούμενη Πάρο για πάνω απο 3 αιώνες κατα τον μεσαίωνα όπου πολλοί δυτικοί αποίκησαν.

β) μετά τον πόλεμο στην Κρήτη μεταξύ Κρητων, Κρητοβενετών εναντίων των Οθωμανών και νίκη των τελευταίων, πολλοί Κρητοβενετοί κατέφυγαν στις Κυκλάδες

Τα οικογενειακά ονόματα Ενετικής προέλευσης προέρχονται

α) από αναγνωρισμένα και υιοθετημένα νόθα παιδιά των Ενετών,

β) από μικτούς γάμους,

γ) από εξελληνισμένους Βενετούς, που λόγω πτώχευσης έχασαν πρώτα την ευγένειά τους και ύστερα το εθνικό τους φρόνημα,

δ) από βενετικά βαφτιστικά και

ε) πιθανόν και μερικά να προέρχονται από ονόματα Βενετών που επικράτησαν ως παρωνύμια για λόγους σκωπτικούς.

3. Μεταγενέστερα της άλωσης του Μωριά από τους Οθωμανούς και μετά την αποτυχημένη επανάσταση του Ορλόφ. Σε αυτή τη περίοδο κατέφευγαν στις Κυκλάδες πολλές οικογένειες του Μωριά. π.χ. Τριπολιτσιώτης, Δημητρακόπουλος, Μωραΐτης, Αναγνωστόπουλος, Ζησημόπουλος, Γραμματικόπουλος κ.α.

4. Πρόσφυγες. Αρκετοί και οι πρόσφυγες κυρίως από τα Παράλια της Μικράς Ασίας αλλά και απο τα Νησιά του Ανατολικού Αιγαίου μετά τον 19ο αιώνα. Τρία τα μεγάλα κύματα προσφύγων, το 1814 από τα Παράλια, το 1822-24 από Νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και το 1922 πάλι από τα παράλια της Μικράς Ασίας που έμελε να είναι και το τελειωτικό χτύπημα για τον Ελληνισμό της περιοχής.

Κατηγορίες

Εθνικά ή Πατριδωνυμικά-Toπωνυμιακά. Οικογενειακά ονόματα εννοούμε τα ονόματα εκείνα που φανερώνουν τον τόπο όπου ξενοδούλεψε και έζησε ο παρονομασμένος: Πολίτης από την Πόλη, ή πολύ συχνότερα τον τόπο απ’ όπου ήρθε, το χωριό απ’ όπου μετοίκησε. Οι καταλήξεις των πατριδωνυμικών που ακούμε στην Πάρο είναι οι: -αίος, ήτης, -ίτης, -ιος, -ιώτης. Μεταγενέστερες και νεότερες: -αϊτης, -ιάτης, -άνος, -ηνός, -ινός, -(ια)κός.

Επάγγελμα-παρατσούκλι, όπως π.χ. Ράπτης, Μυλωνάς, Χασούρης, Καρποδίνης, Ακάλεστος, Γαλανός, Μαούνης, Μαλαματένιος, κ.α.

Βαπτιστικά, όπως Δημητρίου, Γεωργίου, ή Παυλάκης, Γιαννάκης κ.α.

Αλφαβητικός κατάλογος επιθέτων

Α, Β, Γ, Δ & D, Ε, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ & Q, Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο, Π, Ρ, Σ, Τ, Υ, Φ, Χ, Ψ, Ω


*Η ορθογραφία που είναι από αποσπάσματα σε παλιά έγγραφα παραμένει όπως είναι στο πρωτότυπο.

Παριανά επίθετα Γ και G

Για οικόσημα βλέπε εδώ…

 

Γ

–Γαβαθιώτης ή Γαββαθιώτης: Το επώνυμο Γαβαθιώτης ή Γαββαθιώτης αποτελεί ένα από τα παλαιά επώνυμα της Παροικιάς. Η ετυμολογία του δεν είναι απολύτως βέβαιη. Πιθανόν να έχει κρητική προέλευση και να συνδέεται με τη λέξη γαβάθα, από το ιταλικό gabatha, που δήλωνε το μεγάλο πρόχειρο σκεύος ή λεκάνη. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για επαγγελματικό επώνυμο, όπως συνέβη με πολλά ελληνικά οικογενειακά ονόματα που προήλθαν από την τέχνη ή το επάγγελμα του γενάρχη.

Η παρουσία της οικογένειας στην Πάρο μαρτυρείται ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα και συνδέεται τόσο με την τοπική κοινωνία όσο και με τον έντονο ελληνισμό της Σμύρνης. Σύμφωνα με τις πηγές, ο Νικόλαος Ι. Γαβαθιώτης, καταγόμενος από την Παροικιά, αναχώρησε το 1815, σε ηλικία μόλις δεκαπέντε ετών, για τη Σμύρνη της Μικράς Ασίας, όπου είχε ήδη αναπτυχθεί μια ακμαία παριανή παροικία. Η παρουσία Παριανών εμπόρων, τεχνιτών και επαγγελματιών στη Σμύρνη αποτελούσε τότε συνηθισμένο φαινόμενο, καθώς η πόλη ήταν ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά και εμπορικά κέντρα του ελληνισμού.

Η σχέση της οικογένειας με τη Σμύρνη επιβεβαιώνεται και αργότερα, όταν στις 30 Οκτωβρίου 1832 αναφέρεται εκ νέου η αναχώρηση του Νικολάου Ι. Γαβαθιώτη για τη Μικρά Ασία.

Παράλληλα, η οικογένεια παραμένει ενεργά παρούσα στην Πάρο. Στον κατάλογο των μαθητών της Αλληλοδιδακτικής Σχολής της Παροικιάς το 1829 καταγράφονται ο Κωνσταντίνος Γαβαθιώτης, ηλικίας 12 ετών, και ο Νικόλαος Γαβαθιώτης, ηλικίας 6 ετών. Λίγα χρόνια αργότερα, στις 28 Απριλίου 1833, ο Ν. Γαβαθιώτης εμφανίζεται και στον κατάλογο της Ελληνοδιδακτικής Σχολής της Παροικιάς.

Στον ομαδικό έλεγχο του Δημοτικού Σχολείου Πάρου του 1835 αναφέρονται οι μαθητές Γεώργιος, Ιωάννης και Νικόλαος Π. Γαβαθιώτης, ενώ σημειώνεται ότι ο πατέρας τους ήταν κουρέας. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η οικογένεια είχε ήδη αναπτύξει επαγγελματική δραστηριότητα στην Παροικιά.

Ο κουρέας Κωνσταντίνος Π. Γαβαθιώτης εμφανίζεται και ως μάρτυρας σε συμβολαιογραφική πράξη της 29ης Νοεμβρίου 1846, ενώ στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1847 καταγράφονται ο Κωνσταντίνος Γαβαθιώτης, 30 ετών, κουρέας, και ο Παναγιώτης Γαβαθιώτης, 55 ετών, μυλωνάς. Οι διαφορετικές επαγγελματικές ιδιότητες των μελών της οικογένειας μαρτυρούν την ενεργό συμμετοχή τους στην οικονομική ζωή της Παροικιάς.

Η κινητικότητα της οικογένειας προς τα μεγάλα αστικά κέντρα συνεχίζεται και κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Το 1855 μνημονεύεται στη Σύρο ο Νικόλαος Π. Γαββαθιώτης, μεταπράτης από την Πάρο, ενώ στις 10 Ιουλίου 1864 ο Γεώργιος Γαβαθιώτης, μαραγκός από την Πάρο, παντρεύεται στην Ερμούπολη τη Μαρία Κουρκουμάρη από την Άνδρο. Το 1884 αναφέρεται ακόμη ο Ιωάννης Γαβαθιώτης, με το επάγγελμα του ξυλουργού.

Η οικογένεια εξακολουθεί να εμφανίζεται και στον 20ό αιώνα. Το 1918 γεννιέται ο Παναγιώτης Γαβαθιώτης του Μιχαήλ, ο οποίος εργάστηκε ως ξυλουργός στην Παροικιά. Την ίδια χρονιά συναντούμε το επώνυμο και μέσω συγγένειας, καθώς ο έμπορος Μικές Λεοντής παντρεύεται στην Ερμούπολη την Αλεξάνδρα Θραψιάδη και αναφέρεται ως γιος της Χαϊδώμεν Γαβαθιώτη. Τέλος, το 1949 ο Παναγιώτης Γαβαθιώτης διαγράφεται από τον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς ως ανυπότακτος επιστράτευσης.

Η ιστορία της οικογένειας Γαβαθιώτη αποτυπώνει τη διαδρομή μιας παλαιάς παριανής οικογένειας που συνδύασε την τοπική παρουσία με τη μετανάστευση προς τα μεγάλα εμπορικά κέντρα του ελληνισμού. Μέσα από τεχνίτες, κουρείς, μυλωνάδες, ξυλουργούς, εμπόρους και ναυτικούς, οι Γαβαθιώτηδες συμμετείχαν ενεργά στην οικονομική και κοινωνική ζωή της Πάρου επί περισσότερο από έναν αιώνα.

–1815. Ο Νικόλαος Ι. Γαβαθιώτης από την Παροικιά το 1815 έφυγε από την Πάρο σε ηλικία 15 ετών για την Σμύρνη της Μ. Ασίας

–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της πόλεως Παροικιάς

Γαβαθιώτης Κωνσταντίνος ετών 12 και ο Γαβαθιώτης Νικ. ετών 6.

–1832. Στη Σμύρνη όπου διαβιούσε πλήθος Παριανών. Το 30 Οκτ. 1832 ο Νικόλαος Ι. Γαβαθιώτης απέρχεται εις Μικράν Ασίαν.

–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο Ν. Γαβαθιότης.

–1835. Σε ομαδικό έλεγχο του δημοτικού σχολείου Πάρου του 1835, υπάρχει εγγεγραμμένος ο μαθητής Γεώργιος Π. Γαβαθιώτης, ο Ιωάννης Π. Γαβαθιώτης και ο Νικόλαος Π. Γαβαθιώτης, τέχνη πατρός κουρέας.

–1846. Ενώπιον του Ειρηνοδίκη Παροικιάς Δ. Δελαγραμμάτη που εκτελεί χρέη συμβολαιογράφου και των Παρκιωτών μαρτύρων Θεοδ. Φρ. Κυπραίου, εμποροκτηματίου και Κ.Π. Γαβαθιώτου κουρέα, ο Γεώργιος Ιωάν. Τζιώτης, βαρεολοποιός, κάτοικος Μαρπήσσης, πωλεί στον Σταμάτη Μιχ. Καρυστινό, αγρότη, κάτοικο επίσης Μαρπήσσης, ένα χωράχι στην τοποθεσία «Εις του Λαού» εκτάσεως μιάς ζευγαριάς, για 325 δρχ. Το χωράφι συνορεύει με τα κτήματα του Σταύρου Παπαδόπουλου και του Ιωάννου Πούλιου. Παροικιά στις 29 Νοεμβρίου 1846.

–1847. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 30χρονος κουρεύς Κωνσταντίνος Γαβαθιώτης και ο 55χρονος μυλωνάς Παναγιώτης Γαβαθιώτης.

–1855. Στις 26 Ιανουαρίου 1855 μνημονεύεται σε συμβολαιογραφική πράξη [πληρεξούσιο] στην Σύρο ο μεταπράτης από την Πάρο Γαββαθιώτης Π. Νικόλαος.

–1864. Στις 10 Ιουλίου 1864 ο 28χρονος μαραγκός από την Πάρο Γεώργιος Γαβαθιώτης του Παναγιώτη και της Ελένης Ζουμίδενας (Ζουμή), παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη Ανδριώτισσα Μαρία Κουρκουμάρη, του Απόστολου και της Ειρήνης Βαστάζη;.

–1884. Σε εκχωρητήριο στις 24 Ιανουαρίου 1884 αναφέρεται ο ξυλουργός Ιωάννης Γαβαθιώτης.

–1918. Το 1918 γεννιέται ο Γαβαθιώτης Παναγιώτης του Μιχαήλ ξυλουργός κάτοικος Παροικιάς.

–1918. Στις 27 Φεβρουαρίου 1918 ο 36χρονος έμπορος από την Πάρο Μικές Λεοντής του Δημητρίου [κάτοικος Πάρου] και της Χαϊδώμεν Γαβαθιώτη [κάτοικος Πάρου] παντρεύεται στην Ερμούπολη την 25χρονη από την Πάρο Αλεξάνδρα Θραψιάδη, του Ιωάννη και της Φλώρας Δημ. Κανάλε [κάτοικοι Πάρου].

–1949. Το 1949 ο Γαβαθιώτης Παναγιώτης του Μιχαήλ ξυλουργός κάτοικος Παροικιάς διαγράφετε από τον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς ως ανυπότακτος επιστράτευσης.

 

–Γαβαλάς ή Γαββαλάς ή Γαβαλλάς: Η οικογένεια Γαβαλά ή Γαββαλά συγκαταλέγεται στις αρχαιότερες και ιστορικότερες οικογένειες της Πάρου. Η παράδοση τη συνδέει με τη βυζαντινή οικογένεια των Γαβαλάδων, η οποία είχε πιθανότατα απώτερη καταγωγή από τα Γάβαλα της Συρίας, εγκαταστάθηκε στην Κρήτη επί Αλεξίου Κομνηνού και στη συνέχεια εξαπλώθηκε σε πολλά νησιά του Αιγαίου, μεταξύ των οποίων η Αμοργός και η Πάρος. Οι Γαβαλάδες συγκαταλέγονται στις γνωστές κρητικές αρχοντικές οικογένειες και μέλη τους διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο κατά τη βυζαντινή και τη βενετική περίοδο, ενώ διασώζεται ακόμη και οικόσημο της οικογένειας, σπάνιο για τον ελλαδικό χώρο.

Η παρουσία της οικογένειας στην Πάρο τεκμηριώνεται ήδη από τον 17ο αιώνα. Το 1656 αναφέρεται σε επιγραφή της Μονής Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου (Γυαλιστή) στις Λεύκες ο Μιχαήλ Γαβαλάς μαζί με τη σύζυγό του Ανδριάνα, κόρη του Θάνου Δανπουτουκλή, ως ανακαινιστές της μονής. Η Ανδριάνα αργότερα έγινε μοναχή με το όνομα Αθανασία και υπήρξε κτήτωρ και ιδιοκτήτρια της μονής, αφήνοντας σημαντική πνευματική και περιουσιακή παρακαταθήκη. Η σχέση της οικογένειας με τη μονή συνεχίστηκε και στις αρχές του 18ου αιώνα μέσω των συγγενικών δεσμών με την οικογένεια Καλοπλάστου.

Κατά τον 18ο αιώνα οι Γαβαλάδες ανήκαν στους επιφανείς κατοίκους του νησιού. Ο ιερέας Μιχαήλ Γαβαλάς υπογράφει το 1733 την αναφορά των προκρίτων της Πάρου προς τον δραγουμάνο του οθωμανικού στόλου, ενώ το 1738 μνημονεύεται εκ νέου σε εκκλησιαστικά έγγραφα. Ακόμη σημαντικότερη είναι η παρουσία του παπά Στεφανή Γαβαλά, ο οποίος από το 1743 έως το 1755 εμφανίζεται επανειλημμένα σε Γενικές Συνελεύσεις των κοινοτήτων της Πάρου, συμμετέχοντας στις αποφάσεις για την εκπροσώπηση του νησιού στην Κωνσταντινούπολη και στην υπεράσπιση του δραγουμάνου Νικολάου Μαυρογένη. Η συνεχής συμμετοχή του αποδεικνύει ότι η οικογένεια κατείχε εξέχουσα θέση στην τοπική κοινωνία.

Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα οι Γαβαλάδες εξακολουθούν να εμφανίζονται σε πλήθος συμβολαιογραφικών πράξεων, αγοραπωλησιών και κοινοτικών υποθέσεων. Ο Δημήτριος Γαβαλάς αναφέρεται ως μάρτυρας σε σημαντικές πράξεις των ετών 1784, 1793 και 1804, ενώ το 1812 ο Ιωάννης Γαβαλάς μνημονεύεται ως προεστός της Νάουσας, αξίωμα που αποδεικνύει το κύρος της οικογένειας. Την ίδια εποχή Γαβαλάδες συναντώνται στις Λεύκες, στη Νάουσα, στα Μάρμαρα και στη Μάρπησσα, γεγονός που δείχνει ότι ήδη είχαν διαμορφώσει πολλούς κλάδους σε ολόκληρο το νησί.

Στα χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση η οικογένεια παρουσιάζει εντυπωσιακή δημογραφική ανάπτυξη. Οι εκλογικοί κατάλογοι του 1844, 1847, 1883 και 1885 καταγράφουν μεγάλο αριθμό Γαβαλάδων στη Νάουσα, στις Λεύκες, στα Μάρμαρα, στη Μάρπησσα και στον Δραγουλά, κυρίως γεωργούς, ναυτικούς, εργάτες, ποιμένες και μυλωνάδες. Η πληθώρα των καταγραφών αποδεικνύει ότι οι Γαβαλάδες αποτελούσαν μία από τις πολυπληθέστερες οικογένειες της υπαίθρου της Πάρου.

Ιδιαίτερα έντονη είναι η παρουσία της οικογένειας στις Λεύκες, όπου δεκάδες μέλη είναι εγγεγραμμένα στα μητρώα αρρένων από τα μέσα του 19ου αιώνα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι Εμμανουήλ Γαβαλάς (γεν. 1901) και Ιωάννης Γαβαλάς (γεν. 1905), οι οποίοι έπεσαν υπέρ πατρίδος κατά την εκστρατεία της Μικράς Ασίας (1919–1922), αποτελώντας δύο από τις σημαντικότερες θυσίες της οικογένειας.

Κατά τον 20ό αιώνα οι Γαβαλάδες εξακολουθούν να πρωταγωνιστούν στην κοινωνική και οικονομική ζωή της Πάρου. Μέλη της οικογένειας δραστηριοποιούνται ως έμποροι, ναυτικοί, αλιείς, γεωργοί, ράπτες, υποδηματοποιοί, ξυλουργοί, μηχανουργοί και δημόσιοι υπάλληλοι, ενώ αρκετοί εγκαθίστανται προσωρινά ή μόνιμα στην Ερμούπολη, στην Αθήνα και στον Πειραιά, χωρίς να διακόπτουν τους δεσμούς τους με το νησί. Παράλληλα συμμετέχουν ενεργά σε συλλόγους και σωματεία, όπως ο Σύλλογος των εν Αθήναις Παρίων και Αντιπαρίων, ο Εξωραϊστικός Φιλοδασικός Σύλλογος Λευκών, ο Σύλλογος Μαρπησσαίων και Αρχιλοχιτών, καθώς και ο Αθλητικός Όμιλος Νηρέας Νάουσας.

Η οικογένεια συνδέθηκε επίσης με πολλές άλλες γνωστές παριανές οικογένειες μέσω γάμων, όπως οι Καρποδίνη, Μαυρογένη, Καλοπλάστου, Σάμιου, Μαρινόπουλου, Αλιπράντη, Τριπολιτσιώτη, Αμπάζογλου, Ζαφειροπούλου και άλλες, γεγονός που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη θέση της στην κοινωνική ιστορία της Πάρου.

Η ιστορική διαδρομή των Γαβαλάδων εκτείνεται αδιάλειπτα από τα μέσα του 17ου αιώνα έως σήμερα. Η στενή σχέση τους με τη Μονή της Γυαλιστής, η παρουσία τους στους προκρίτους και στους ιερείς του 18ου αιώνα, η ανάδειξη προεστών της Νάουσας, η μεγάλη πληθυσμιακή τους ανάπτυξη κατά τον 19ο αιώνα, η συμμετοχή τους στους εθνικούς αγώνες και η συνεχής κοινωνική τους δράση καθιστούν την οικογένεια Γαβαλά μία από τις σημαντικότερες και ιστορικότερες οικογένειες της Πάρου, με παρουσία που σφράγισε την πολιτική, εκκλησιαστική και κοινωνική ζωή του νησιού επί περισσότερους από τρεισήμισι αιώνες.

–1656. Σε έγγραφο του υπέρθυρου το 1656 της αυλής της Μονής Αγ. Ιωάννη του Θεολόγου (Γυαλιστή) Λευκών, αναφέρεται ο Μιχαήλ Γαβαλάς σύζυγος της Ανδριάνας Γαβαλά, κόρη του Θάνου Δανπουτουκλή. Στις 31 Μαρτίου 1659 ανακαινίστηκε από τον Μιχαήλ Γαβαλά και τον Καλόπλαστο. 

–1714. Η Μοναχή Αθανασία κατά κόσμον Ανδριανή, σύζυγος Μιχαήλ Γαβαλά. Ιδιοκτήτρια της μονής Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου (Γυαλιστή) Λευκών. Ανίψια της υπήρξαν ο ιερέας Ιωάννης Γεμελιάρης και ο ιερομόναχος Γρηγόριος Καλόπλαστος. Μετά την Αθανασία κτήτωρ της μονής κατέστη ο ιερομόναχος Γρηγόριος Καλόπλαστος ο οποίος εν συνεχεία την κληροδότησε στον αδερφό του Γεώργιο Καλόπλαστο (κατά τη διαθήκη του, 31 Ιανουαρίου 1714). Ο Γεώργιος Καλόπλαστος υπήρξε παππούς του μετέπειτα ιερομόναχου, χωροεπισκόπου και ηγούμενου του Αγίου Ιωάννη Γεωργίου Καλοπλάστου.

–1733. Ο ιερέας Λευκών Μιχαήλ Γαβαλάς υπογράφει αναφορά των προυχόντων της Πάρου προς τον δραγουμάνο του στόλου στις 7 Οκτωβρίου 1733.

–1738. Στις 16 Οκτωβρίου 1738 αναφέρεται ο ιερέας Μιχαήλ Γαβαλάς

–1743. Εκλογή κατά τη Γενική Συνέλευση «επιτρόπου και προβλέπτη» απεσταλμένου από τα κοινά της Πάρου, στις 20 Φεβρουαρίου 1743 αναφέρεται ο παπά Στεφανής Γαβαλάς.

–1744. Κατά τη Γενική Συνέλευση εκπροσώπων όλων των κοινών της Πάρου, της 6 Απριλίου 1744, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους δραγουμάνου Νικολάου Μαυρογένη, εναντίον των εις βάρος του συκοφαντιών μερικών συμπατριωτών τους, προς τις τουρκικές αρχές. υπογράφει και ο παπά Στεφανής Γαβαλάς.

–1747. Σε πρακτικό εκλογής απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό της Παροικιάς σε Γενική Συνέλευση στις 26 Οκτωβρίου 1747 μαρτυρείται ο παπά Στεφανής Γαβαλάς.

–1749. Σε εκλογή απεσταλμένου για την Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 12 Οκτωβρίου 1749, μαρτυρείται ο ιερεύς Στεφανής Γαβαλάς.

–1750. Σε Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου των επτά κοινών της Πάρου (Παροικιάς, Νάουσας, Κεφάλου, Τζιπίδου, Λευκών, Μαρμάρων, Δραγουλάς) στην Κωνσταντινούπολη της 23 Αυγούστου 1750, μαρτυρείται ο ιερέας Νάουσας Στεφανής Γαβαλάς.

–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου 1755 μαρτυρείται ο Στέφανος Ιωαν. Γαβαλάς, κάτοικος Κεφάλου.

–1784. Συμφωνητικό ιερέως Ελευθερίου Τζιώτη και κουνιάδας του για τα σπίτια. Τζιπίδος, 26 Αυγούστου 1784.  «Με το να εζητά η κερα Μαρία γυνή Γεώργη Ληπράντου από τον παπα κύρ Ελευθέριον δούλεψες οπού είχε καμωμένες…» ανταλλάσει ένα αμπέλι με το σπίτι του Δραγάζη σην Μάρπησσα. «ήλθεν εις τον εκλαμπρότατον άρχοντα αυθέντη Δημητράκην Μαυρογένη και εζητά τον κόπον της  όθεν ευρήκεν έβλογον ο άρχοντας με τους ευρισκομένους…». Δημητράκης Μαυρογένης υποβεβαιώ, Ιωάννης Μονόπατος και επίτροπος μαρτυρώ, Δημήτριος Γαβαλάς μάρτις, Αντώνης Τζιγώνιας μάρτης.

–1787. Το 1787 αναφέρεται ο Γεμελιάρης Ιωάννης ανιψιός Ανδριάννας Μιχ. Γαβαλά.

–1793. Στις 23 Ιανουαρίου 1793 ο παπά-Δημήτριος Τζιώτης υπογράφει έγγαφα ανταλλαγής ακινήτων στον Τζιπίδου «με το έτερο μέρος ο κυρ Βαλεντής Τράγαζης (Δράγαζης) εις το κακό Ποτάμι σύμβιος Δημητράκης Γαβαλάς».

–1804. Αγορά χωραφιού. Τζιπίδος 1804, Οκτωβρίου 23. «Ενώπιον των μαρτύρων ιερέων Ρούσσου, πριμικηρύου, και του πρ. σακελλίωνος Δημητρίου Τζιώτη, και του Δημητρίου Γαβαλά, ο Πέτρος Νιώτης πωλεί στον Ιωάννη Βαρούχα στον Τριό ένα κρεμμυδοχώραφο εκτάσεως μίας ζευγαριάς για 100 γρόσια καθώς και ένα χωράφι εις τα Λιβάδια τα Τσιπιδινά για γρόσια 80». Το έγγραφο συνέταξε ο Νικόλαος Μπιάζος.

–1812. Σε έγγραφο της Νάουσας στις 20 Αυγ. 1812 προεστό του χωριού μνημονεύεται ο Ιωάννης Γαβαλάς. Ο οικονόμος εφημέριος Νάουσας Νταμίας Νεόφυτος καταγγέλλει τον Ιωάννη Γαβαλά από τις Λεύκες διότι παρέβη τη συμφωνία κατά την οποία όφειλε να καλλιεργεί  κτήματα του μοναστηριού και να δίδει το δέκατο από την εσοδεία των αγρών. Το έγγραφο βεβαιώνουν ο ζαμπίτης και ταχσιλδάρης Πάρου Ιωάννης Μαυρογένης και ο κοινός επιστάτης Γ. Βιτζαράς, το συντάσσει δε «ο κοινός κανκιλάριος», ιερέας, σακελλάριος Μοστράτος.

–1819. Το 1819 γεννιέται ο Γαβαλάς Θωμάς γεωργός κάτοικος Νάουσας.

–1820. Σε έγγραφο του χωριού Κεφάλου (Μάρμαρα) προς τον υπουργό της θρησκείας σχετικά με τον Άγιο Αντώνιο «Ελάβομεν την διαταγήν του Ιερού Υπουργείου της θρησκείας διορίζουσαν τον Κύριον Στέφανον Μαυρογένην προστάτην του μεγάλου Αντωνίου και τον κύριον Αθανάσιον Ιεροκήρυκα, ηγούμενον τούτου διά να συνάγουσιν όλα τα εισοδήματα και να υποσυρθή εις τα ίδια ο σκευοφύλαξ των χωριών Κεφάλου όστις πρότερον εδιωρίσθη ηγούμενος τούτου παρά του αυτού Ιερού υπουργείου βλέπομεν ότι το υπουργείον της θρησκείας ενασχολούμενον εις αναγκαιοτέρας υποθέσεις δεν δύναται να εξετάση ακριβώς την αλήθειαν. Η Κυρία Μαδώ του Μαυρογένη διά αναφοράς της ηπάτησε το υπουργείον τούτο λέγουσα ότι είναι κτήμα πατρικόν της εις τα συγκίλια τούτου με το από ΄κτήμα πατρικόν της είς της κοινότητος τούτο το μοναστήριον πρό χρόνων το εκαταξουσίαζεν δυναστικώς η Δόμνα του Μαυρογένους, ως εκ τούτου εφαντάζετο η απόγονος της ότι είναι κτήμα πατρικόν των ημείς λοιπόν, σεβασμιώτατε, δεν ημπορούμεν να αποχωρίσωμεν το δίκαιον της κοινότητος αλλά θέλουμεν να δικαιολογηθούμεν προς το Ιερόν τούτο υπουργείον καθώς και ο ίδιος παραστάτης μας θέλει σας πληροφορήσει όλην την αλήθειαν δια να μην απατάται και διατάττει τοιαύτας επιταγάς παρακαλούμεν λοιπόν να μη νομίσητε τούτο μας το φέρσιμον απείθειαν προς την σεβαστήν διοίκησιν μένομεν με όλον το σέβας. Τη 20 Οκτωβρίου 1823 των χωρίων Κεφάλου. Υπογράφει ο κάτοικος Μαρμάρων Στρατής Γαβαλάς κ.α. (Τ.Σ. ΠΑΡΟΣ ΜΑΡΜΑΡΑ 1820) (Γ.Α.Κ.).

–1823. Στην Περιοχή Νάουσας 17 Ιαν. 1823 «ένα χωράφι χέρισον οπού έχει μητρικόν της εις τοποθεσίαν Καλόγερο πλησίον Μανόλης Γαβαλάς, Νικόλαος Μαλατέστας και Βαλέλης Καλογεράς, δια γρόσια εκατόν». Το ίδιο επώνυμο γράφεται και ως Καλόγηρος το 1831.

–1828. Στις 2 Δεκεμβρίου 1828 στη Νάουσα μαρτυρείται ο Γεώργιος Γαβαλάς ως εκτιμητής του Αι Γιώργη στο Μυροβίγλη.

–1841. Το 1841 γεννιέται στις Λεύκες ο Γαβαλάς Απόστολος του Εμμανουήλ. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1843. Σε ονομαστικό κατάλογο των εκλογικών αποτελεσμάτων Νάουσας στις 27 Οκτωβρίου 1843 αναφέρεται ο Μανώλης Π. Γαβαλάς.

–1844. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1844 είναι εγγεγραμμένος ο Γαβαλάς Νικόλαος 32 ετών γεωργός και ο Γαβαλάς Ευστράτιος 45ετών γεωργός.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1844 υπάρχει εγγεγραμμένος ο 32χρονος γεωργός Νικόλαος Γαβαλάς.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Πέτρος Ι. Γαβαλάς 34 ετών εργάτης, ο 54χρονος γεωργός Γαβαλάς Π. Εμμανουήλ, ο 41χρονος γεωργός Εμμανουήλ Ι. Γαβαλάς, ο 64χρονος γεωργός Γαβαλάς Ιωάννης, ο 27χρονος γεωργός Γαβαλάς Ι. Νικόλαος, ο 36χρονος γεωργός Γαβαλάς Ι. Αντώνιος, 59χρονος γεωργός Γαβαλάς Γεώργιος, ο 35χρονος γεωργός Γαβαλάς Ι. Γεώργιος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 26χρονος γεωργός Αντώνιος Δ. Γαβαλάς, ο 50χρονος γεωργός Δημήτριος Α. Γαβαλάς και ο 38χρονος γεωργός Εμμανουήλ Γαβαλάς.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Δραγουλά του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 35χρονος εργάτης Γαβαλάς Ν. Ιωάννης.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 35χρονος γεωργός Νικόλαος Γαβαλάς και ο 48χρονος γεωργός Ευστράτιος Γαβαλάς.

–1847. Δωρητήριο Νάουσα 21 Φεβρ. 1847 «το ιδιόκτητον χωράφιον κείμενον εντός των ορίων του Δήμου Ναούσης της Πάρου κατά την θέσιν επονομαζομένην Μπελόνια και συνεχόμενον με το έτερον χωράφιον του Εμμανουήλ Γαβαλά και μ’ εκείνο του Δημήτριου Π. Δημητρακόπουλου..».

–1853. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Νικόλαος Νικήτα Γαβαλλάς (γεν. 1853), ετών 50, κάτοικος Παροικιάς, εργάτης,  έγγαμος.

–1858. Το 1858 γεννιέται στις Λεύκες ο Γαβαλάς Αντωνίου Γεώργιος και ο Γαβαλάς Αλέξανδρου Ιωάννης. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1860. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Ολυμπία Νικολάου Γαβαλλά (γεν. 1860), ετών 43, κάτοικος Παροικιάς, οικιακά,  έγγαμος.

–1860. Έρανος "υπέρ των εν Συρία παθόντων χριστιανών" και τα ονόματα όσων συνεισέφεραν δημοσιεύονταν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αντ. Δ. Γαβαλάς  από τις Λεύκες.

–1863. Το 1863 γεννιέται στις Λεύκες ο Γαβαλάς Εμμανουήλ του Ιωάννη. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1864. Το 1864 γεννιέται στις Λεύκες ο Γαβαλάς Ιωάννης του Μάρκου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1865. Το 1865 γεννιέται στις Λεύκες ο Γαβαλάς Ιωάννης του Αντωνίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1866. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1866. Γαβαλάς Παντελής του Γεωργίου.

–1867. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1867. Γαβαλάς Στέφανος του Αντωνίου και Γαβαλάς Νικόλαος του Μάρκου.

–1870. Το 1870 γεννιέται ο Γαβαλάς Γεώργιος του Μάρκου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας. Απεβίωσε το 1948.

–1873. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1873 ο Γαβαλάς Κωνσταντίνος του Γεωργίου.

–1874. Ιερέας των Μαρμάρων Κωνσταντίνος Σάμιος που είχε νυμφευθεί το 1874 τη Καλλίτζα Γαβαλά και είχε χειροτονηθεί ιερέας το 1885 από τον Μητροπολίτη Παροναξίας Γρηγόριο Γιακουμή.

–1875. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1875 ο Γαβαλάς Δημήτριος του Ιωάννη.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ύριας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 32χρονος Απόστολος Γαβαλάς του Εμμανουήλ, γεωργός.

–1876. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Αννέζα Νικολάου Γαβαλλάς (γεν. 1876), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 27, οικιακά,  έγγαμος.

–1878. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1878 ο Γαβαλάς Ιωάννης του Γεωργίου.

–1879. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1879 ο Γαβαλάς Φραγκίσκος του Μάρκου.

–1880. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Νικόλαος Δημητρίου Γαβαλλάς (γεν. 1880), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 33, έμπορος,  έγγαμος.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883 είναι εγγεγραμμένος ο Γαβαλάς Αντώνιος του Εμμανουήλ 38 ετών, γεωργός, ο Γαβαλάς Αθανάσιος του Εμμανουήλ, 42 ετών, γεωργός, ο Γαβαλάς Ιωάννης του Εμμανουήλ, 46 ετών, γεωργός, ο Γαβαλάς Ιωάννης του Θωμά, 27 ετών, Μυλωθρός, ο Γαβαλάς Ματθαίος του Πέτρου, 43 ετών, γεωργός, ο Γαβαλάς Μάρκος του Πέτρου, 32 ετών, εργάτης, ο Γαβαλάς Μιχαήλ του Νικολάου, 35 ετών, ναυτικός, ο Γαβαλάς Μιχάλης του Εμμανουήλ, 31 ετών, εργάτης, ο Γαβαλάς Πέτρος του Ιωάννη, 61 ετών, εργάτης, ο Γαβαλάς Φραγκίσκος του Πέτρου, 38 ετών, Ποιμήν και ο Γαβαλάς Ιωάννης του Κωνσταντίνου 28 ετών, γεωργός.

–1883. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1883 ο Γαβαλάς Θεόδωρος του Μάρκου.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας, του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Γαβαλάς Αντώνιος του Εμμανουήλ, 40 ετών, γεωργός από τη Νάουσα, Γαβαλάς Αθανάσιος του Εμμανουήλ, ετών 44, γεωργός από τη Νάουσα, Γαβαλάς Βασίλειος του Αντωνίου, 55 ετών, γεωργός από τη Νάουσα, Γαβαλάς Εμμανουήλ του Ιωάννη, ετών 83, γεωργός από τη Νάουσα, Γαβαλάς Ευάγγελος του Νικολάου, ετών 31, ναύτης από τη Νάουσα, Γαβαλάς Ιωάννης του Εμμανουήλ, 48 ετών, γεωργός από τη Νάουσα, Γαβαλάς Ιωάννης του Θωμά, 29 ετών, μυλωθρός, από τη Νάουσα, Γαβαλάς Ματθαίος του Πέτρου, 45 ετών, γεωργός από τη Νάουσα, Γαβαλάς Μάρκος του Πέτρου, ετών 34, εργάτης από τη Νάουσα, Γαβαλάς Μιχάλης του Νικολάου, 37 ετών, ναύτης από τη Νάουσα, Γαβαλάς Μιχάλης του Εμμανουήλ, ετών 33, εργάτης από τη Νάουσα, Γαβαλάς Πέτρος του Ιωάννη, ετών 63, εργάτης από τη Νάουσα, Γαβαλάς Φραγκίσκος του Πέτρου, 40 ετών, ποιμήν από τη Νάουσα και Γαβαλάς Ιωάννης του Κωνσταντίνου, 30 ετών, γεωργός από τη Νάουσα.

–1888. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Σταύρος Νικολάου Γαβαλλάς (γεν. 1888), ετών 15, κάτοικος Παροικιάς, εργάτης,  άγαμος.

–1892. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Νικήτας Νικολάου Γαβαλλάς (γεν. 1892), ετών 11, κάτοικος Παροικιάς, εργάτης,  άγαμος.

–1893. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1893 στις Λεύκες ο Γαβαλάς Αντώνιος του Ιωάννη.

–1894. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Όλγα Νικολάου Γαβαλλά (γεν. 1894), ετών 9, κάτοικος Παροικιάς, άνευ,  άγαμος.

–1894. Το 1894 γεννιέται στη Νάουσα ο μετέπειτα ράπτης Γαβαλάς Στυλιανός του Μιχαήλ.

–1896. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1896 στις Λεύκες ο Γαβαλάς Γεώργιος του Ιωάννη.

–1898. Πίναξ του Συνδέσμου των εν Λαυρίω, Αθήναις περιχώροις και Πειραιει ΠΑΡΙΩΝ, εμφαίνων ονοματεπώνυμων μελών της Περιόδου 1ης Ιουνίου 1898 ο Γαβαλάς Μ. Πέτρος.

–1899. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Ανάργυρος Νικολάου Γαβαλλάς (γεν. 1899), ετών 4, κάτοικος Παροικιάς, άνευ,  άγαμος.

–1899. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Φλώρα Νικολαου Γαβαλλά (γεν. 1899), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 4.

–1900. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1900 στις Λεύκες ο Γαβαλάς Μάρκος του Ιωάννη.

–1901. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1901 στις Λεύκες ο Γαβαλάς Εμμανουήλ του Ιωάννη. Έπεσε υπερ πατρίδος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-22.

–1901. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Δημήτριος Νικολαου Γαβαλλάς (γεν. 1902), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 1.

–1901. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Λεωνίδας Νικολάου Γαβαλλάς (γεν. 1901), ετών 2, κάτοικος Παροικιάς, άνευ,  άγαμος.

–1902. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1902 στις Λεύκες ο Γαβαλάς Μάρκος του Γεωργίου.

–1903. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1903 στις Λεύκες ο Γαβαλάς Δημήτριος του Γεωργίου.

–1905. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1905 στις Λεύκες ο Γαβαλάς Ιωάννης του Μάρκου. Έπεσε υπερ πατρίδος κατά την περίοδο 1919-22.

–1906. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1906 στις Λεύκες ο Γαβαλάς Μάρκος του Γεωργίου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας.

–1907. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1907 στις Λεύκες ο Γαβαλάς Ηλίας του Ιωάννη.

–1910. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1910 στις Λεύκες ο Γαβαλάς Δαμιανός του Ιωάννη.

–1910. Στις 23 Δεκεμβρίου 1910 ο ανταποκριτής της εφημερίδας «ΑΙΓΑΙΟΝ»  Μαρπησσαίος Κωνσταντίνος Γ. Ναυπλιώτης αναφέρει για την επανίδρυση του Συλλόγου των Εν Αθήναις Παρίων και Αντιπαρίων: «Η ανάμιξις εν τω Συλλόγω του βουλευτού της Επαρχίας μας και καθηγητού του Πανεπιστημίου κ. Σκούφου ως Προέδρου, του κ. Β. Καμπάνη, δημοδιδασκάλου ως Αντιπροέδρου, του ρέκτου και πρακτικωτάτου εις τας ιδέας κ. Αντ. Μαυραγκά ως Ταμίου, των κ.κ. Κ. Γερασίμου, Αντ. Καλακώνα, Αλεξ., Ζησιμοπούλου, Γ. Χανιώτη, Π., Αρκά, Ν. Καλλαναρρχοπούλου, Φρ. Γαϊτανοπούλου, Εμμ. Καντιώτη, Ν. Παυλή, Γ. Στέλλα, Εμμ., Γαβαλά, Μ. Παπαδοπούλου, Γρηγ. Θρεψιάδου ως Συμβούλων, και του φίλου του «Αιγαίον» κ. Κων. Γ. Ναυπλιώτου ως Γεν. Γραμματέως του Συλλόγου».

–1911. Νικόλαος Δ. Γαβαλλάς, από την Μάρπησσα. Έμπορος αποικιακών και υφασμάτων αλλά και πράκτωρ το 1911 στην Ερμούπολη. (Ως βιομηχανική περιοχή η Σύρος εκείνη την εποχή  έλκυσε πολλούς Κυκλαδίτες, είτε για να ασχοληθούν με το Εμπόριο, είτε ως εργάτες αλλά και ως επιστήμονες).

–1911. Μάρκος Ιω. Γαβαλάς, έμπορος στη Νάουσα το 1911.

–1912. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1912 στις Λεύκες ο Γαβαλάς Μιχαήλ του Ιωάννη.

–1918. Σαρρή Αικατερίνη, όνομα συζύγου: Διονύσιος, Κύριο όνομα και επώνυμο πατρός: Ι. Γαβαλλάς. Έτος γέννησης: 1918. Επάγγελμα: οικοκυρά.

–1919. Το 1919 γεννιέται ο Γαβαλάς Μάρκος του Θεόδωρος, μετέπειτα εργάτης, κάτοικος Αγγερίας.

–1922. Το 1922 γεννιέται ο Γαβαλάς Θεόδωρος του Θεόδωρος, μετέπειτα εργάτης, κάτοικος Αγγερίας.

–1922. Το 1911 γεννιέται ο Μαρινόπουλος Παναγιώτης του Σωτήρη Μαρινόπουλου του Παναγιώτη και της Αναστασίας, από τα Καλάβρυτα και της παριανής Μαριγούλας Ζαφειροπούλου το γένος Φωκιανού. Σύζυγός του η Ναουσαία Σωσώ (Μαρουσώ) Γαβαλά (1922) και τέκνα τους ο Σωτήρης (1948), η Μαριγούλα (1950) και η Αικατερίνη (1953).

–1923. Μέλος του Εξωραϊστικού Φιλοδασικού Συλλόγου Λευκών, εν Λεύκαις τη 17 Απριλίου 1923 ο Ιωάννης Γαββαλάς.

–1925. Το 1925 γεννιέται ο Γαβαλλάς Γαληνός του Βασιλείου μηχανουργός κάτοικος κοιν. Νάουσας.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Γαβαλάς Μάρκος του Χαράλαμπου εργάτης κάτοικος κοιν. Κώστου.

–1927. Η Ανδρομάχη Γλέζου το γένος Δελαγραμμάτη Τζωρτζάκη πουλάει το 1927 το αρχοντικό του πατρός της στη Μάρπησσα  στην οικογένεια Γαβαλά.

–1927. Το 1927 γεννιέται ο Γαβαλλάς Νικόλαος του Βασιλείου αλιεύς κάτοικος κοιν. Νάουσας.

–1927. Το 1927 γεννιέται ο Γαβαλλάς Μιχαήλ του Στυλιανού αλιεύς κάτοικος κοιν. Νάουσας.

–1927. Το 1927 γεννιέται ο Γαβαλάς Νικόλαος του Βασίλειου, γεωργός, κάτοικος Νάουσας Πάρου.

–1927. Το 1927 γεννιέται ο Γαβαλάς Κωνσταντίνος του Αθανασίου, γεωργός, κάτοικος Νάουσας Πάρου.

–1928. Το 1928 γεννιέται ο Γαβαλάς Χρήστος του Βασίλειου, ναυτικός, κάτοικος Νάουσας Πάρου.

–1928. Το 1928 γεννιέται ο Γαβαλάς Αντώνιος του Βασίλειου, γεωργός, κάτοικος Νάουσας Πάρου.

–1929. Το 1929 γεννιέται στη Νάουσα ο Γαβαλλάς Δημήτριος του Βασιλείου.

–1931. Το 1931 γεννιέται ο Γαβαλάς Ευάγγελος του Στυλιανού, κάτοικος Νάουσας, μετέπειτα ράπτης και ο Γαβαλάς Δημήτριος του Βασίλειου, κάτοικος Νάουσας μετέπειτα αλιεύς.

–1931. Το 1931 γεννιέται ο Γαβαλάς Εμμανουήλ του Εμμανουήλ, μετέπειτα υποδηματοποιός.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 64χρονος κάτοικος Νάουσας, Γαβαλάς Ιωάννης του Αθανασίου, γεωργός, ο 67χρονος κάτοικος Νάουσας, Γαβαλάς Αθανάσιος του Ιωάννη, γεωργός, ο 65χρονος κάτοικος Νάουσας, Γαβαλάς Δημήτριος του Μιχαήλ, αλιεύς, ο 68χρονος κάτοικος Νάουσας, Γαβαλάς Στέφανος του Μιχαήλ, αλιεύς, ο 54χρονος γεωργός Γαβαλάς Βασίλειος του Ιωάννη, ο 69χρονος γλύπτης Γαβαλάς Ιωάννης του Αντωνίου, ο 60χρονος υποδηματοποιός Γαβαλάς Νικόλαος του Μιχαήλ, ο 53χρονος κτηματίας Γαβαλάς Βασίλειος του Γαληνού, ο 51χρονος καφφεπώλης Γαβαλάς Παναγιώτης του Μιχαήλ, ο 47χρονος αγωγεύς Γαβαλάς Αντώνιος του Γαληνού, ο 52χρονος ράπτης Γαβαλάς Στυλιανός Μιχαήλ, 33χρονος ιδ. Υπάλληλος Εμμανουήλ Γαβαλάς του Αθανασίου, ο 33χρονος μηχανικός Γαβαλάς Αντώνιος του Ιωάννη, ο 23χρονος εργάτης Γαβαλάς Σπυρίδων του Βασιλείου, ο 24χρονος αλιεύς Γαβαλάς Απόστολος του Εμμανουήλ, ο 24χρονος εργάτης Γαβαλάς Νικόλαος του Αθανασίου, ο 33χρονος ναυτικός Γαβαλάς Εμμανουήλ του Αθανασίου, ο 29χρονος καφφεπόλης Γαβαλάς Χρήστος του Στέφανου, ο 47χρονος υποδηματοποιός Γαβαλάς Βασίλειος του Νικολάου, ο 26χρονος εργάτης Γαβαλάς Παναγιώτης του Βασιλείου, ο 28χρονος εργάτης Γαβαλάς Ιωάννης του Βασιλείου, ο 21χρονςο μαραγκός Γαβαλάς Μιχαήλ του Νικολάου, ο 21χρονος γεωργός Γαβαλάς Γεώργιος του Αθανασίου και ο 21χρονος μαθητής Γαβαλάς Γαληνός του Βασιλείου.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Μάρπησσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 74χρονος Γαβαλλάς Νικόλαος του Δημητρίου γεωργός.

–1946. Στην εφημερίδα «Φωνή της Πάρου» στις 31 Μαρτίου 1946 διαβάζουμε το Νέο ΔΣ του Συλλόγου Μαρπησσαίων και Αρχιλοχιτών. Πρόεδρος: Άγγελος Ασπρόπουλος, Αντιπρόεδρος Δημ. Στέλλας, Γεν. Γραμματέας: Επαμ. Γαβαλάς, Ταμίας: Ζαχ. Χανιώτης, Έφορος: Αναστάσιος Μαρμαρινός. Σύμβουλοι οι κ.κ.: Ηλίας Θεοχαρόπουλος, Όθων Καπαρός, Δημ. Μαρινάκης και Αντώνιος Μπάλιος.

–1948. Το 1948 σκοτώθηκε στον εμφύλιο ο Προδρομίτης φαντάρος Γεμελιάρης Νικόλαος του Γεωργίου.

–1950. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 19 Αυγούστου 1950, υπάρχει εγγεγραμμένη η Τσουνάκη Μαρία, όνομα συζύγου Σταύρος, όνομα πατρός Δημητρίου Γαβαλά, η Πετροπούλου Αργυρώ, όνομα συζύγου Σπύρος, όνομα πατρός Ιωάννης Γαβαλλάς, η Γαβαλά Αντωνία του Δημητρίου, η Γαβαλά Αικατερίνη, όνομα συζύγου Στυλιανού, όνομα πατρός Εμμανουήλ Τριπολιτσιώτης, η Γαβαλά Θεοκτίστη, όνομα συζύγου Χρήστος, όνομα πατέρα Αλιπράντης Πέτρος, η Γαβαλά Ευαγγελία του Στυλιανού, η Γαβαλά Μαρία, όνομα συζύγου Εμμανουήλ, όνομα πατέρα Λίζος Απόστολος.

–1950. Στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Παροικιάς στις 17 Μαΐου 1950 είναι εγγεγραμμένη η Σαρρή Αικατερίνη (γεν. 1918), όνομα συζύγου Διονύσιος, όνομα πατρός Ι. Γαβαλάς.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Γαβαλά Μαρία, όνομα συζύγου Νικόλαος, όνομα πατρός Ιωάννης Αναγνωστόπουλος, η Μπαρμπαρήγου Μαρία, όνομα συζύγου Προκόπιος, όνομα πατρός Γαβαλάς Βασίλειος, η Μπατιστάτου Μαρούλη, όνομα συζύγου Σπυρίδων, όνομα πατρός Γαληνός Γαβαλάς, η Γαβαλά Ευαγγελία, όνομα συζύγου Ιωάννης, όνομα πατρός Φραγκίσκος Αμπάζογλου, η Γαβαλά Ειρήνη, όνομα συζύγου Αντώνιος, όνομα πατρός Ευστ. Αλιπράντης, η Γαβαλά Μαργαρίτα, όνομα συζύγου Βασίλειος, όνομα πατρός Εμμανουήλ Καρποδίνης, η Μαργαρίτη Στυλιανή, όνομα συζύγου Νικόλαος, όνομα πατρός Βασίλειος Γαβαλάς, η Γαβαλά Στυλιανή, όνομα συζύγου Δημήτριος, όνομα πατρός Θεόδωρος Μαριάνος, η Σιφναίου Μαργαρίτα, όνομα συζύγου Αντώνιος, όνομα πατρός Γαβαλάς Δημήτριος.

–1954. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1954, υπάρχει εγγεγραμμένη η Γαβαλά Αθηνά, όνομα πατρός Νικόλαος. Έτος γέννησης 1932.

–1960. Στην προσωρινή διοίκηση του ΑΟ Νηρέας Νάουσας Πάρου το 1960 ο Γαβαλάς Ευάγγελος και ο Γαβαλάς Χρήστος.

 

Γαββαθιώτης: Βλέπε Γαβαθιώτης

 

Γαβριήλ ή Γαβρίλης: Η οικογένεια Γαβριήλ ή Γαβρίλης δεν αφήνει πολλές γραπτές μαρτυρίες στην Πάρο, όμως οι λίγες που έχουν διασωθεί αποδεικνύουν την παρουσία της ήδη από τα τέλη του 17ου αιώνα. Η πρώτη γνωστή τεκμηριωμένη αναφορά χρονολογείται το 1681, γεγονός που δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τότε εγκαταστάθηκε στο νησί. Είναι πιθανό η οικογένεια να βρισκόταν στην Πάρο και σε προγενέστερη εποχή, όμως η καταστροφή που προκάλεσε η επιδρομή του Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα το 1537, με την απώλεια μεγάλου μέρους των αρχειακών πηγών του νησιού, δεν μας επιτρέπει να τεκμηριώσουμε παλαιότερη παρουσία.

Το 1681, σε συμβόλαιο αγοραπωλησίας που συντάχθηκε στο Καστέλι της Παροικιάς από τον νοτάριο και ιερέα Πέτρο Βιτζαρά, αναφέρεται ως όμορος ιδιοκτήτης ο Νικολός Γαβρίλης. Το έγγραφο αποτελεί πολύτιμη μαρτυρία της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της εποχής, ενώ αποδεικνύει ότι η οικογένεια ήταν ήδη εγκατεστημένη στην Παροικιά και κατείχε ακίνητη περιουσία.

Η δεύτερη σημαντική αναφορά εντοπίζεται το 1738, όταν ο Γιάννης Γαβριήλ από τη Νάουσα υπογράφει, μαζί με τους προκρίτους και τους εκπροσώπους των κοινοτήτων της Πάρου, τη μαρτυρία υπεράσπισης του ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον Καπουδάν Πασά. Η συμμετοχή του σε μια τόσο σημαντική συλλογική πράξη δείχνει ότι η οικογένεια είχε αποκτήσει ενεργό ρόλο στην τοπική κοινωνία και εκπροσωπούσε τη Νάουσα σε ζητήματα που αφορούσαν ολόκληρο το νησί.

Αν και οι διαθέσιμες πληροφορίες είναι περιορισμένες, οι δύο αυτές μαρτυρίες αποκαλύπτουν ότι η οικογένεια Γαβριήλ ήταν παρούσα τόσο στην Παροικιά όσο και στη Νάουσα, αποτελώντας μέρος της κοινωνίας της Πάρου ήδη από την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Η μελλοντική έρευνα σε ανέκδοτα νοταριακά έγγραφα και εκκλησιαστικά αρχεία είναι πιθανό να φέρει στο φως νέα στοιχεία, τα οποία θα επιτρέψουν την πληρέστερη ανασύσταση της ιστορίας της οικογένειας στο νησί.

–1681 Έγγραφο αγοραπωλησίας που είχε δημοσιευθεί στα «ΠΑΡΙΑΝΑ» 1983 από την συλλογή του Σίμου Συμεωνίδη.

+ Εις δόξαν Χριστού αμήν, 1681 εν μηνί Ιουνίου 12 εις το Καστέλι της Παροικιάς ενέμπροστεν εις εμένα τον νοτάριον Παροικιάς και εις τους υποκάτωθεν αξιοπίστους και παρακαλετούς μάρτυρες, την σήμερον με όλον του το θέλημα και με καλήν του γνώμην ο κυρ Πατίστας Νταλούφος δίνει και ελεύθερα πουλεί του ευλαβεστάτου παπά κύρ Φραντζέσκου Κρίσπου, ένα σπίτι κατώγι όπου έχει εις το Καινούργιο Πηγάδι με την αυλογυρισιά του ο διά ρεάλια δεκάξη ήτοι ρεάλια 16 σύμπλιος ο Νικολός Γαβρίλης και Αντωνίνα Μάρκου Ντουλούφη και από την σήμερον να είναι το αυτό σπίτι του άνωθεν Κρίσπου πουλήσει, χαρίσει, προικοδοτήσει, να το κάμη ως θέλει και βούλεται ώσαν καλά όπου το επλήρωσε και παίρνεται να ντεφεντέρη τον αυτόν αγοραστήν εις κάθε καιρόν που ήθελε τον εναντιωθεί κανείς μην ημπορεώντας ξανείς διά κανένα καιρόν να γυρέψη δικαιώματα και πένα και κοντάνα του κατά καιρό ζαπιτζή ριάλια 8 και πάντα το παρόν να έχη το βέβαιον. Όθεν εις πίστωσιν της αληθείας υπογράφουν και παρακαλετοί μάρτυρες.

-διά μαρτυρίας Αυγουστή Φαρούγη

-διά μαρτυρίας του Φραγκούλη Κονταράτου.

Πέτρος ιερεύς Βητζαράς και νοτάριος Παροικίας έγραψα και μαρτυρώ ως άνωθεν.

(Τ.Σ.) Εμείς ANTONIO SRIRIDO πρόξενος Βενετίας στην Πάρο βεβαιώνουμε την υπογραφή του ανωτέρω παπά Πέτρου Βητζαρά καθώς και την αυθεντικότητα του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.

Πάρος 6 Μαΐου 1684 νέο

ANTONIO SPIRIDO CONSOLE VENETO

Εμμανουήλ Κομητάς Προξενικός καντζιλιέρης.

–1738. Μαρτυρία υπερασπίσεως συμπατριώτη τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά (για αντίδραση στην συγκέντρωση της φορολογίας), κατά τη Γενική Συνέλευση από τα κοινά της Πάρου, της 16 Ιουλίου 1738, υπογράφει ο Γιάννης Γαβριήλ από το κοινό της Νάουσας Πάρου.

 

–Γαϊτάνος: Η οικογένεια Γαϊτάνος (Gaetano – Gaitano) έχει πιθανή δυτική προέλευση και το επώνυμο συνδέεται κατά μία άποψη με την πόλη Gaeta του Λατίου της Ιταλίας, από όπου προήλθε το βαπτιστικό όνομα Gaetano. Κατά άλλη άποψη, το επώνυμο μπορεί να έχει βυζαντινή προέλευση.

Η οικογένεια συναντάται σε διάφορες περιοχές του ελλαδικού και ανατολικού μεσογειακού χώρου. Στα Χανιά, σε έγγραφο στρατευσίμων του 1536, αναφέρεται ο Σερ Nicolo Gaitan, ενώ στην Κρήτη συναντάται ο Κλήμης Γαϊτάνος, ιερομόναχος, σε διαθήκη του 1555 στο Κάστρο. Στα νοταριακά έγγραφα του Χάνδακα εμφανίζονται επίσης μέλη της οικογένειας, όπως ο Πέτρος Γαϊτάνος (Pietro Gaitano), νοτάριος του Χάνδακα κατά την περίοδο 1570-1620, γεγονός που δείχνει την παρουσία της οικογένειας στην κρητική κοινωνία κατά τη βενετική περίοδο.

Ένας κλάδος της οικογένειας στην Κρήτη φαίνεται ότι ακολούθησε διαφορετική πορεία μετά την οθωμανική κατάκτηση, καθώς σε οθωμανικά έγγραφα του 1671 αναφέρεται ο Χαΐμ Γαετάνης, υιός Γιούδα Γαετάνη.

Οι Γαϊτάνοι της Πάρου

Η παριανή οικογένεια Γαϊτάνου φαίνεται να αποτελεί οικογένεια δυτικής προέλευσης, με πιθανές συνδέσεις με τους πληθυσμούς των βενετοκρατούμενων περιοχών της Ανατολής. Σύμφωνα με οικογενειακή παράδοση, γενάρχης του παριανού κλάδου υπήρξε ο Λεονάρδος (Λινάρδος) Γαϊτάνος, ο οποίος ήρθε στην Πάρο από τη Χίο.

Η παράδοση αυτή πιθανόν συνδέεται με τις μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών που ακολούθησαν την καταστροφή της Χίου το 1822, όταν πολλοί Χιώτες εγκαταστάθηκαν σε Κυκλαδικά νησιά, ιδιαίτερα στην Πάρο και τη Σύρο. Προγενέστερα, κοινότητες δυτικής προέλευσης υπήρχαν και στα μικρασιατικά παράλια, όπου είχαν εγκατασταθεί ήδη από τους προηγούμενους αιώνες πληθυσμοί με εμπορικούς και ναυτικούς δεσμούς με τη Δύση.

Παράλληλα, την ίδια περίπου περίοδο εμφανίζεται στην Πάρο και το επώνυμο Γαϊτανόπουλος, κυρίως στην περιοχή των Μαρμάρων, οικογένεια η οποία σύμφωνα με την παράδοση είχε επίσης σχέση με τα μικρασιατικά παράλια. Δεν αποκλείεται οι δύο αυτές οικογένειες να έχουν παλαιότερη κοινή προέλευση.

Παρουσία στην Πάρο

1822. Στα δημοτολόγια των Λευκών Πάρου καταγράφονται οι Γαϊτάνος Γεώργιος και Γαϊτάνος Λαμπρινός.

1827. Στα χρέη του χωριού Μαρμάρων κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης αναφέρεται ο Γεώργιος Γαϊτάνος, ο οποίος όφειλε το σημαντικό ποσό των 1.440 γροσίων, γεγονός που δείχνει την οικονομική του θέση στην τοπική κοινωνία.

1843. Γεννιέται στις Λεύκες ο Λεονάρδος Γαϊτάνος του Λαμπρινού.

1844-1847. Σε εκλογικούς καταλόγους της Μάρπησσας και των Λευκών εμφανίζονται οι Γεώργιος Γαϊτάνος, Λαμπρινός Γαϊτάνος και Θεόδωρος Γαϊτάνος, οι οποίοι αναφέρονται κυρίως ως έμποροι, δείγμα της κοινωνικής και οικονομικής παρουσίας της οικογένειας.

1875. Σε εκλογικούς καταλόγους του Δήμου Υρίας αναφέρονται οι Λαμπρινός Γαϊτάνος του Λεονάρδου, Γεώργιος Γαϊτάνος του Λαμπρινού και Λεονάρδος Γαϊτάνος του Λαμπρινού, όλοι έμποροι.

1878. Γεννιέται ο Ιωάννης Λ. Γαϊτάνος, ο οποίος εξελίχθηκε σε σημαντικό δάσκαλο των Λευκών. Υπηρέτησε την εκπαίδευση για πολλές δεκαετίες και πέθανε το 1982.

1895. Ιδιαίτερη θέση στην πνευματική ιστορία της Πάρου κατέχει ο Φραγκίσκος Λ. Γαϊτάνος, ιδρυτής της εφημερίδας «Η Φωνή της Πάρου», μιας από τις σημαντικές τοπικές εκδόσεις του νησιού.

1910. Ο Αντώνιος Εμμ. Γαϊτάνος από τις Λεύκες αναφέρεται ως σατιρικός ποιητής, με παρουσία στα γράμματα της Πάρου.

1911. Ο Λεονάρδος Λαμ. Γαϊτάνος καταγράφεται ως ιδιοκτήτης καφενείου στον Δήμο Υρίας.

1933. Ο δάσκαλος Ιωάννης Λ. Γαϊτάνος συνεχίζει την εκπαιδευτική του δράση, υπογράφοντας σχολικά ενδεικτικά μαθητών των Λευκών.

Η οικογένεια Γαϊτάνου αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα οικογένειας της Πάρου με πιθανές ρίζες στον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και της βενετικής παρουσίας, η οποία ενσωματώθηκε στην τοπική κοινωνία κυρίως μέσα από το εμπόριο, την εκπαίδευση και την κοινωνική δράση.

Η παρουσία της στις Λεύκες και στα άλλα χωριά της Πάρου κατά τον 19ο και 20ό αιώνα δείχνει μια οικογένεια με σταθερή συμμετοχή στην οικονομική, πνευματική και κοινωνική ζωή του νησιού.

–1822. Στα δημοτολόγια Λευκών του 1822 είναι εγγεγραμμένοι οι Γαϊτάνος Γεώργιος και Λαμπρινός.

–1827. Ποσότης των χρεών του χωριού Μαρμάρων τα οποία χρεωστούνται με ομολογίας εις την Επανάστασην το 1827: Αυγούστου 14.

Εις Πετράκην Μ. Μαυρογένην γρ. 5425.

Μάρκου Μάτσα Μαυρογένους η από της 700: έμηναν 500γρ.

Μακαρίου Αγούρου γρ. 514

Γεωργίου Γαϊτάνου γρ. 1440

Ιωάννου Καντιώτου 67

Κωνσταντίνου Συφάκη 311

Άνευ ομολογίας Ιωάννου Πρωτοκόλου γρ.50

Τα όσα έχει να λάβει ο επίτροπος του ιδίου χωριού Μανουήλ Παπαδόπουλος γρ.250

Το Μερικόν χρέος του Κοινού του χωριού Μαρμάρων γρ. 8600:100

–1843. Το 1843 γεννιέται στις Λεύκες ο Γαϊτάνος Λεονάρδος του Λαμπρινού. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο Δήμου Μάρπησσας στις 5 Μαΐου 1844 υπάρχει εγγεγραμμένος ο Λαμπρινός Γαϊτάνος και ο Γεώργιος Γαϊτάνος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 31χρονος έμπορος Γεώργιος Γαϊτάνος και ο 33χρονος έμπορος Λαμπρινός Γαϊτάνος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 33χρονος έμπορος Γαϊτάνος Θεόδωρος.

–1850. Το 1850 γεννιέται στις Λεύκες ο Γαϊτάνος Γεώργιος του Λαμπρινού. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1865. Το 1865 γεννιέται στην Αθήνα ο Γαϊτάνος Φραγκίσκος του Γεωργίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ύριας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 26χρονος μεταπράτης Γεώργιος Γαϊτάνος του Λαμπριανού, όπως και ο 64χρονος Λαμπρινός Γαϊτάνος του Λεονάρδου αλλά και ο Λεονάρδος Γαϊτάνος του Λαμπρινού, έμποροι.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Γαϊτάνος Νικόλαος του Θεόδωρου 39 ετών χωροφύλαξ. Αλλά και στον κατάλογο των Μαρμάρων του ίδιου έτους ο Αριστ. Γαϊτάνος του Γεωργίου 40 ετών ναυτικός.

–1876. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1876 ο Γαϊτάνος Εμμανουήλ του Λεονάρδου.

–1878. Το 1878 γεννιέται ο μετέπειτα δάσκαλος Λευκών Ιωάννης Γαϊτάνος του Λεονάρδου. Πέθανε το 1982. Απέκτησε τον Λεονάρδο (1920), την Κυριακή, επίσης δασκάλα και την Φλώρα.

–1881. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1881 ο Γαϊτάνος Νικόλαος του Λεονάρδου.

–1882. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1882 ο Γαϊτάνος Αργύριος του Γεωργίου.

–1884. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1884 ο Γαϊτάνος Γεώργιος του Λεονάρδου.

–1888. Γαϊτάνος Δημήτριος του Λεονάρδου και Γαϊτάνος Ιωάννης του Γεωργίου. Έτος γέννησης το 1888 στις Λεύκες. Εγγεγραμμένος στο Μητρώο των Αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1891. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1891 στις Λεύκες ο Γαϊτάνος Φραγκίσκος του Λεονάρδου.

–1895. Ιδρυτής της τοπικής εφημερίδας «Η φωνή της Πάρου» ο Φραγκίσκος Λ. Γαϊτάνος (1895).

–1894. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1894 στις Λεύκες ο Γαϊτάνος Φραγκίσκος του Λεονάρδου.

–1898. Σε Λογοδοσία του 1898, του Συνδέσμου των εν Λαυρίω, Αθήναις περιχώροις και Πειραιει ΠΑΡΙΩΝ, ο Σύμβουλος του Συνδέσμου, Φραγκίσκος Γαϊτάνος.

–1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Ασπασία Αρ? Γαϊτάνου, ετών 70, οικιακά, χήρα.

–1908. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1908 στις Λεύκες ο Γαϊτάνος Λεονάρδος του Εμμανουήλ.

–1910. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1910 στις Λεύκες ο Γαϊτάνος Λεονάρδος του Νικολάου.

–1910. Αντώνιος Εμμ. Γαϊτάνος Σατιρικός ποιητής από τις Λεύκες, 1910-2000.

–1911. Λεονάρδος Λαμ. Γαϊτάνος, ιδιοκτήτης καφενείου στον Δήμο Υρίας το 1911.

–1920. Το 1920 γεννιέται ο Λεονάρδος Γαϊτάνος του Ιωάννη κάτοικος Λευκών.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Γαϊτάνος Νικόλαος του Δημητρίου έμπορος κάτοικος κοιν. Κώστου.

–1933. Ο Δάσκαλος Λευκών Ιωάννης Λ. Γαϊτάνος υπογράφει Ενδεικτικά μαθητών στις 12 Ιουνίου 1933.

–1949. Ο Γαϊτάνος Νικόλαος του Δημητρίου έμπορος είναι εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Κώστου του 1949.

 

–Γαϊτανόπουλος: Το επώνυμο Γαϊτανόπουλος αποτελεί πατρωνυμικό επώνυμο και σημαίνει «ο γιος του Γαϊτάνου». Η κατάληξη -όπουλος είναι χαρακτηριστική και δηλώνει τον απόγονο, το παιδί ή τον γιο κάποιου προσώπου. Πρόκειται για ιδιαίτερα συνηθισμένη κατάληξη στον ελλαδικό χώρο, κυρίως στην Πελοπόννησο αλλά και σε άλλες περιοχές.

Η οικογένεια Γαϊτανόπουλου της Πάρου εμφανίζεται κυρίως στην περιοχή των Μαρμάρων, όπου φαίνεται να εγκαταστάθηκε και να αναπτύχθηκε. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, πρόκειται για οικογένεια που συνδέεται με μετακινήσεις πληθυσμών από τη Χίο και τα παράλια της Μικράς Ασίας, γεγονός που ταιριάζει με το μεγάλο κύμα μετακινήσεων που ακολούθησε τις καταστροφές και τις αναστατώσεις των αρχών του 19ου αιώνα.

Την ίδια περίπου περίοδο που εμφανίζονται οι Γαϊτάνοι στις Λεύκες, καταγράφεται στην Πάρο και η οικογένεια Γαϊτανόπουλου στα Μάρμαρα. Η ομοιότητα των επωνύμων και η παράδοση για κοινή προέλευση από τον χώρο της Χίου ή της Μικράς Ασίας δημιουργούν την πιθανότητα να υπήρχε παλαιότερος συγγενικός δεσμός μεταξύ των δύο οικογενειών, χωρίς όμως να υπάρχει μέχρι σήμερα απόλυτη τεκμηρίωση.

Η οικογένεια Γαϊτανόπουλου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα οικογένειας που πιθανότατα συνδέεται με τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα προς την Πάρο κατά τον 19ο αιώνα. Η αναφορά του Γεωργίου Γαϊτανόπουλου ως Χιώτη το 1827, αλλά και η παρουσία της οικογένειας στα Μάρμαρα ήδη από τις αρχές του αιώνα, δείχνουν μια οικογένεια που ενσωματώθηκε γρήγορα στην παριανή κοινωνία, συμμετέχοντας στη διοίκηση, το εμπόριο, την κτηματική ζωή και τα κοινά του νησιού.

–1816. «Προικοσύμφωνο Γεωργίου Γαϊτανόπουλου και Μαρίας Ι. Μαυρομμάτη (Νάξος, 19 Δεκεμβρίου 1816). Ο Ιωάννης Μαυρομμάτης δίδει εικόνας τρείς…. Λέγει και από το άλλος μέρος ο γαμπρός, τιμιώτατος κυρ Γεώργιος (Μελισσουργός, επιλεγόμενος Γαϊτανόπουλος ότι έχει από πατρικάν του και ίδια του όλα τα κάτωθεν…» (Παριανά Ι’32 1989).

–1820. Το 1820 γεννιέται ο Γαϊτανόπουλος Γεώργιος. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1822. Στα δημοτολόγια Λευκών το 1822 είναι εγγεγραμμένος ο Γαϊτανόπουλος Γεώργιος 6 ετών.

–1827. Στις 24 Νοεμβρίου 1827. Δημογέροντες αναφέρονται στα 1827 στα Μάρμαρα και στον Δραγουλά ο Γεώργ. Γαϊτανόπουλος, από τη Χίο και στον Τσιπίδο ο Αναστάσιος Βιτζαράς.

–1830. Στην 1η Οκτωβρίου 1830 ο Χαρτοφύλαξ Κεφάλου Κονταράτος υπήρξε και Έφορος της Αλληλοδιδακτικής Σχολής Κεφάλου μαζί με δύο άλλους: τον Ιωάννη Βαλσαμή από τον Τζιπίδο και τον Γ. Γαϊτανόπουλο από τα Μάρμαρα. Έγγραφό τους προς τον τοποτηρητή Πάρου Αντιπάρου Δ. Κιοσσέ.

–1844. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών το 1844 είναι εγγεγραμμένος ο 28χρονος έμπορος Γεώργιος Γαϊτανόπουλος.

–1844. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1844 είναι εγγεγραμμένος ο Γαΐτανόπουλος Γεώργιος 60 ετών κτηματίας.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 63χρονος κτηματίας Γαϊτανόπουλος Γεώργιος.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ύριας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 59χρονος κτηματίας Γαϊτανοπουλος Γεώργιος του Λεωνίδα, όπως και ο Λεωνίδας Γαϊτανόπουλος του Γεωργιόυ 30 χρονών ξενοδόχος.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Γαϊτανόπουλος Θεόδωρος του Μιχαήλ 60 ετών έμπορος. Όπως και ο Γαϊτανόπουλος Νικόλαος του Θεόδωρου 40 ετών χωροφύλαξ από τη Νάξο

–1910. Στις 23 Δεκεμβρίου 1910 ο ανταποκριτής της εφημερίδας «ΑΙΓΑΙΟΝ»  Μαρπησσαίος Κωνσταντίνος Γ. Ναυπλιώτης αναφέρει για την επανίδρυση του Συλλόγου των Εν Αθήναις Παρίων και Αντιπαρίων: «Η ανάμιξις εν τω Συλλόγω του βουλευτού της Επαρχίας μας και καθηγητού του Πανεπιστημίου κ. Σκούφου ως Προέδρου, του κ. Β. Καμπάνη, δημοδιδασκάλου ως Αντιπροέδρου, του ρέκτου και πρακτικωτάτου εις τας ιδέας κ. Αντ. Μαυραγκά ως Ταμίου, των κ.κ. Κ. Γερασίμου, Αντ. Καλακώνα, Αλεξ., Ζησιμοπούλου, Γ. Χανιώτη, Π., Αρκά, Ν. Καλλαναρρχοπούλου, Φρ. Γαϊτανοπούλου, Εμμ. Καντιώτη, Ν. Παυλή, Γ. Στέλλα, Εμμ., Γαβαλά, Μ. Παπαδοπούλου, Γρηγ. Θρεψιάδου ως Συμβούλων, και του φίλου του «Αιγαίον» κ. Κων. Γ. Ναυπλιώτου ως Γεν. Γραμματέως του Συλλόγου».


–Γαλαξειδιώτης: Το επώνυμο Γαλαξειδιώτης είναι πατριδωνυμικό, δηλαδή προέρχεται από τον τόπο καταγωγής κάποιου προσώπου και σημαίνει «ο καταγόμενος από το Γαλαξείδι».

Στα πατριδωνυμικά επώνυμα χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, καθώς πολλές φορές δεν δηλώνουν απαραίτητα κοινή καταγωγή όλων όσων φέρουν το ίδιο επώνυμο. Σε αρκετές περιπτώσεις, ένας άνθρωπος που εγκαταστάθηκε σε νέο τόπο έγινε γνωστός με το όνομα της πατρίδας του («ο Γαλαξειδιώτης», «ο Χιώτης», «ο Κρητικός» κ.ά.). Με την πάροδο του χρόνου το προσωνύμιο αυτό μπορούσε να μετατραπεί σε μόνιμο οικογενειακό επώνυμο. Έτσι, διαφορετικές οικογένειες με το ίδιο πατριδωνυμικό επώνυμο δεν είναι απαραίτητο να έχουν κοινό πρόγονο, αλλά κοινό τόπο προέλευσης.

Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο μέχρι σήμερα τεκμηριώνεται από ένα παλαιό εκκλησιαστικό έγγραφο

Η συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί ένα μικρό αλλά ενδιαφέρον παράδειγμα των πολλών ανθρώπων που έφτασαν στην Πάρο από άλλα μέρη της Ελλάδας και άφησαν ως αποτύπωμα στον τόπο όχι μόνο την παρουσία τους, αλλά και την ίδια την πατρίδα προέλευσής τους ως οικογενειακό όνομα.

–1862. Σε έγγραφή του Βιβλίου Εξόδων και Εσόδων της Αγίας Τριάδος Λευκών αναφέρεται «1862 δια συναισφοράν όπου έβαλε εις τον Γαλαξειδιώτην, 5,40 δρχ».

 

–Γαλανάκης: Το επώνυμο Γαλανάκης αποτελεί χαρακτηριστικό κρητικό επώνυμο, με παρουσία κυρίως στην Κρήτη και ιδιαίτερα στην περιοχή των Χανίων. Η οικογένεια που συναντάμε στην Πάρο φαίνεται να εγκαταστάθηκε στο νησί κατά τα πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης.

Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση και τις διαθέσιμες καταγραφές, ένας κλάδος των Γαλανάκηδων ήρθε στην Πάρο περίπου το 1823, μαζί με τον Κρητικό οπλαρχηγό και άρχοντα Καλλέργη, ο οποίος πέρασε από το νησί με ομάδα Κρητών εθελοντών μαχητών που συμμετείχαν στον Αγώνα. Όπως έχει παρατηρηθεί και σε άλλες οικογένειες της Πάρου, αρκετοί από αυτούς τους ανθρώπους δεν επέστρεψαν στην Κρήτη αλλά εγκαταστάθηκαν στο νησί, δημιουργώντας νέες οικογένειες.

Η περίπτωση των Γαλανάκηδων παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς φαίνεται ότι διατήρησαν το αρχικό τους επώνυμο, σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις Κρητών που, για διάφορους λόγους, άλλαξαν ή προσάρμοσαν το επώνυμό τους μετά την εγκατάστασή τους στην Πάρο.

Η οικογένεια ανέδειξε κατά τον 19ο αιώνα αξιόλογους τεχνίτες, ιδιαίτερα στον χώρο της αργυροχρυσοχοΐας, επάγγελμα που είχε σημαντική παρουσία στις Κυκλάδες.

Η οικογένεια Γαλανάκη αποτελεί μία από τις περιπτώσεις εκείνες όπου η εγκατάσταση στην Πάρο φαίνεται να συνδέεται με τις μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών που προκάλεσε η Ελληνική Επανάσταση, και ειδικότερα με την παρουσία Κρητών αγωνιστών στο νησί. Η ιστορική αυτή συγκυρία εξηγεί την εμφάνιση αρκετών κρητικών οικογενειών στην Πάρο κατά τον 19ο αιώνα.

–1823. Ο εκ Κρήτης καταγόμενος Γαλανάκης έρχεται στην Πάρο 1823 με τον άρχοντα Καλλέργη.

–1826. Στα δημοτολόγια Παροικίας του 1826 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 37χρονος Γεώργιος Γαλανάκης.

–1847. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 58χρονος γεωργός Γεώργιος Γαλανάκης.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 25χρονος γεωργός Κωνσταντίνος Μ. Γαλανάκης.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ύριας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 35χρονος Νικόλαος Γαλανάκης του Μιχαήλ, χρυσοχόος.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας, του 1885, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Γαλανάκης Νικόλαος του _____, 45 ετών, χρυσοχόος από τη Νάουσα.

–1890. Στις 25 Ιανουαρίου 1890 ο 32χρονος ξυλουργός από την Πάρο Γεώργιος Γαλανάκης του Εμμανουήλ και της Παρασκευής Φωκιανού, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 30χρονη από τα Ψαρά Ασημίνα Κατακουζινού, του Δημητρίου και της Μαργαρώς Κυπριώτου.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 36χρονος κάτοικος Νάουσας, Γαλανάκης Λεονάρδος του Μιχαήλ, εργάτης και ο 29χρονος εργάτης Γαλανάκης Νικόλαος του Μιχαήλ.

–1985. Ενοικιάσεις αυτοκινήτων στη Νάουσα το 1990 Μιχαήλ Γαλανάκης. Απεβίωσε το 2017.

 

Γαλάνης: Το επώνυμο Γαλάνης εμφανίζεται στην Πάρο μέσα από μία οικογενειακή σύνδεση και όχι από εκτεταμένη παρουσία στο νησί. Η καταγραφή που διαθέτουμε αφορά την Άννα Γαλάνη, μητέρα του Παριανού διδασκάλου Αντωνίου Καμπάνη, γεγονός που δείχνει παρουσία της οικογένειας στην Πάρο κατά τον 19ο αιώνα. Η οικογένεια Γαλάνη φαίνεται να είχε περιορισμένη παρουσία στην Πάρο, όμως καταγράφεται μέσα από τη συγγένειά της με μια από τις σημαντικές κατηγορίες ανθρώπων του νησιού τον 19ο αιώνα, τους διδασκάλους, οι οποίοι είχαν σημαντικό ρόλο στη μόρφωση και την κοινωνική ζωή της παριανής κοινωνίας.

–1886. Στις 26 Μαΐου 1886 ο 35χρονος διδάσκαλος από την Πάρο Αντώνιος Καμπάνης, του Νικολάου και της Άννας Γαλάνη, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 19χρονη από την Σύρο Ζηνοβία Ψωμαδάκη, του Στυλιανού και της Ελένης.


–Γαλανός: Το επώνυμο Γαλανός αποτελεί ένα από τα παλαιότερα καταγεγραμμένα παριανά επώνυμα. Η παρουσία του στην Πάρο τεκμηριώνεται ήδη από τις αρχές του 17ου αιώνα, ενώ είναι πιθανό η οικογένεια να υπήρχε στο νησί ακόμη παλαιότερα, καθώς η καταστροφή και η απώλεια πολλών παλαιών αρχείων δεν επιτρέπουν πάντοτε την ακριβή ανίχνευση της πρώτης εγκατάστασης των οικογενειών.

Σήμερα το επώνυμο συναντάται και στη Σέριφο, όμως στην Πάρο εμφανίζεται ήδη σε σημαντικά έγγραφα της περιόδου της Βενετοκρατίας, συνδεδεμένο με την κοινωνική, οικονομική και εκκλησιαστική ζωή του νησιού.

Η πρώτη γνωστή αναφορά εντοπίζεται στο 1606, σε προικοσύμφωνο που συντάχθηκε στα Μάρμαρα της Πάρου. Στο εκτενές αυτό συμβόλαιο αναφέρεται χωράφι «πλησίον του κυρ Γαλανού», γεγονός που δείχνει ότι η οικογένεια είχε ήδη παρουσία και ακίνητη περιουσία στην περιοχή των Μαρμάρων.

Η οικογένεια εμφανίζεται ιδιαίτερα έντονα στην Παροικιά κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, με μέλη της να συμμετέχουν στα κοινά και στην εκκλησιαστική ζωή.

Το 1658 ο ιερεύς Ιωάννης Γαλανός υπογράφει χρεωστική ομολογία των ιερέων της Παροικιάς, ενώ το 1672 το όνομα του Ιωάννη Γαλανού και του Κωστάκη Γαλανού βρίσκεται ανάμεσα στους Παριανούς που υπέγραψαν αίτημα προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας των Ιησουιτών Jacques Dinet, ζητώντας την παρουσία καθολικών πατέρων στην Πάρο για εκπαιδευτικούς και θρησκευτικούς σκοπούς.

Το 1674, σε σημαντικό έγγραφο της κοινότητας της Παροικιάς για την παραχώρηση οικοπέδου στους Ιησουίτες για την ίδρυση μονής και σχολείου, υπογράφει ο παπα-Ιωάννης Γαλανός, μαζί με τους σημαντικότερους εκπροσώπους της παριανής κοινωνίας της εποχής.

Το 1681, σε συμβολαιογραφική πράξη αγοραπωλησίας στην Παροικιά, εμφανίζεται ο Κωνσταντίνος Γαλανός ως μάρτυρας, γεγονός που επιβεβαιώνει τη συνεχή παρουσία της οικογένειας στο Καστέλι της Παροικιάς.

Κατά τον 18ο αιώνα οι Γαλανοί αποτελούν πλέον αναγνωρισμένο τμήμα της τοπικής κοινωνίας. Ο Νικόλαος Γαλανός αναφέρεται πολλές φορές στα πρακτικά του Κοινού της Παροικιάς:

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της οικογένειας έχει ο παπά-Πέτρος Γαλανός, ο οποίος το 1730 αναφέρεται σε διαθήκη και συνδέεται με την ανακαίνιση του ναού της Ευαγγελίστριας και Αγίου Φανουρίου στην Παροικιά. Η επιγραφή του ναού μαρτυρεί τη συνδρομή του ίδιου και της συζύγου του Ξένης Γαλανού στην ανέγερση του ναού.

Η οικογένεια συνεχίζει να εμφανίζεται και στους επόμενους αιώνες. Το 1788 αναφέρεται ο Νικόλαος Γαλανός, σύζυγος της Μαρίας, ως πατέρας του αρχιμανδρίτη Γρηγορίου Γαλανού, δείγμα της συνέχισης της εκκλησιαστικής παράδοσης της οικογένειας.

Κατά τον 19ο αιώνα οι Γαλανοί εξακολουθούν να καταγράφονται στα δημοτολόγια και στα αρχεία της Πάρου, ενώ μέλη της οικογένειας συμμετέχουν στην οικονομική και κοινωνική ζωή του νησιού.

Το 1940, στον ναό του Αγίου Θωμά στο Κάτω Μαράθι, αναφέρεται αφιέρωμα του Ιωάννη Σ. Γαλανού μαζί με τον Κωνσταντίνο Χ. Μοστράτο, μαρτυρώντας τη συνέχιση της παρουσίας της οικογένειας στη θρησκευτική ζωή της Πάρου.

Η οικογένεια Γαλανός αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα παλιάς παριανής οικογένειας, με τεκμηριωμένη παρουσία τουλάχιστον από τις αρχές του 1600. Μέσα από ιερείς, κοινοτικούς εκπροσώπους, κτηματίες και ενεργά μέλη της τοπικής κοινωνίας, οι Γαλανοί συμμετείχαν για περισσότερους από τρεις αιώνες στην ιστορική πορεία της Πάρου.

–1606. Προικοσύμφωνο Πέτρου Αντ. Κυρίτζη και Καλής Τζ. Μαυροϊωάννη. Κέφαλος, Μάρμαρα 20 Οκτωβρίου 1606.

«+Εν ονόματι του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού αμήν. Έτει από της ενσάρκου του Χριστού οικονομίας, 1606 Οκτωμβρίω 20 εν τη νήσω Πάρω εν Καστελλιώ Κεφάλω εις χωρίον λεγόμενον Μάρμαρα εις τον οίκον του κυρ Τζανή Μαυροϊωάννη συμφωνία υπανδρείας ποιούν αμφότερα τα δύο μέρη το έν μέρος ο κυρ Τζανής Μαυροϊωάννης και το έτερον μέρος ο μαστρ’ Αντώνης Κυρίτζης με γνώμην και βούλησην των συμβίων τους ο μέν διά να πάρη του άνωθεν μαστρ’ Αντώνη ο υιός ονόματι Πέτρος την θυγατέρα του άνωθεν κυρ Τζανή ονόματι Καλή διά γυναίκαν του νόμιμην και ευλογητικήν καθώς ορίζει η αγία του Χριστού Εκκλησία, πρώτον τάζει ο ρηθείς κύρ Τζανής προς την αυτού θυγατέρα, διά χάριν προικός, πρώτον μέν σπίτι να του αφήση πλησίον του μαστρο Ιωάννη Καρπούζη με το να κτίσουν μαζί με τον μαστρ’ Αντώνη ακόμη και το μαγαζέ πλησίον του κυρ Κωνσταντή Σκορδίλη και αυτό εδικόν των, το αμπέλι το μισό πλησίον του κύρ Μιχάλη Νταμιράλια και το μισό πατητήρι, φυλάσσοντας το ποτιστικό στην Βρύση το χωράφι ως καθώς ευρίσκεται πλησίον κύρ Μιχάλης Νταμιράλια και κύρ Νικόλαος Αρμπάς, με ελιές, με ρουδιές με όλα τα δέντρα και αυτό εδικόν της. Εις τον Χοιρόλακον το χωράφι πλησίον του κυρ Μάρκου Νταμιράλια ως καθώς ευρίσκεται εις τον Αντικέφαλον το χωράφι ως καθώς ευρίσκεται πλησίον κύρ Γεώργης Σκορδίλης. Ακόμη εις τον αυτόν τόπον απόξω ως ευρίσκεται εμισό την Βλυχάδα το χωράφι πλησίον του κύρ Χρούση Μουδάτζου. Ακόμη εκεί κοντά το χωράφι όπου έχω απέ τον κύρ Ροδ… πλησίον παπά Μανουήλ Λιπράντος, ακόμη από … στου άνωθεν κύρ Φραγκούλη τον κήπον έτερον κομμάτι και αυτό εδικόν της. Παπλώματα τέσσερα, μαξωτά δύο, ένα κόκκινο και ένα πετζάντο και δύο λινά… άσπρο, σεντόνια ζυγιές πέντε, δύο… τα τρία σκλέτα, μαξιλάρια ζυγιές έξι, κουρτούνες τρείς μια… και ασπροκεντητή και έτερη σκλέτη. Χειροκουρτίνα την ουρανία τηλάρι με μαλλί και … μία σκουτέλια δύο και στανιάδες δύο, ακόμη και στάνια έτερα εννέα, λύχνος της βίδας, … κολωνάτη και … ατζαλένη … ένα χάλκωμα και την άλλη μασαρία κατά την τάξιν να μην της λείπει τίποτες, μαντήλια, μπόλιες, πετζέτες, πήχες 40, ήτοι σαράντα, πάγκον έναν, κασέλες δύο, όποιες θέλει, τραπέζι ένα, καμιζόλα κόκκινη και παγονάτζα τη νέα όπου έχει και έτερη κόκκινη εκείνη που φορεί πουστοπράτζολα φτηλάτα ζύγην μίαν, έτερα βελουδένια ζυγιές δύο, μαργαριτάρι χρυσό, 10 ήτοι δέκα, δακτυλίδια μαλαματένια, τέσσερα και έτερο σουλιτάρι μαλαματένιο, σκολαρίκια ζυγήν μίαν, τις κασέλες της που έχμε και αυτές εδικές της, πουνταρέλα ντουζίνα μισή, αγελάδα μίαν, της γαϊδάρας το πουλάρι και αν κάμη και η φοράδα πουλάρι και αυτό εδικόν της. Βουτζία τρία, ήτοι 3. Το εικονοστάσι τον Θεολόγο ήτοι της μάνας της και τούτο να εορτάζη την μίαν όποιαν θέλει. Ταύτα πάντα και την ευχήν μας. Ακόμη και το χωράφι στα Μάρμαρα πλησίον του μαστρο Γαλανού μετά τον θάνατόν μας και αυτό εδικόν της.

+Από το έτερον μερος τάζει και δίνει ο ρηθείς μαστρ’ Αντώνης προς τον αυτού υιόν διά χάριν προικός το αμπέλι την φυτείαν εις τον Κάμπν πλησίον του κύρ Αλεξανδή Κυρίτζη, του αδελφούν του, εις το χωρίον του Μαρμάρου, το χωράφι του Μπονοφάτζου ως καθώς ευρίσκεται πλησίον του κύρ Ιωάννη Ρούσου φυλάσσοντας να παίρνει ο πατέρας του ένα σπιτότοπο, ακόμη ένα κοντά από κάτω να κατεβάση τον τοίχον από πέρα στη γωνία του καντουνιού του χωραφιού του Αγίου Αντωνίουνα πάγη στη γουνία στο καντούνι του Μιχάλη Σκορδίλη στο Λιβάδι το χωράφι το εμισό ως καθώς ευρίσκεται με ποτιστικά, πλησίον του Νικόλα Θολόγου Λουκή και Νικόλα Γεωργίου Ρούσου φυλάσσοντας να παίρνει ο πατέρας του στο απάνω πηγάδι ήγουν το κτίσμα να έχη ένα ποτιστικό ορδινάριο, και πάλε μετά τον θάνατόν του να είναι το εμισό δικόν του το χωράφι στα Σκημπιά πλησίον κύρ Γεώργιος Γεμελιάρης και κύρ Γεώργιος Πούλιος το χωράφι στα Λακκιά πλησίον παπα Μανουήλ Λιπράντος, ως καθώς ευρίσκεται το αλώνι στον Άγιον Γεώργιον πλησίον κύρ Γεώργιος Λέφας με μαρ… ως καθώς ευρίσκεται ακόμη και ως εκεί κοντά να κατεβάση τον τοίχον και ως το Ξυλοκερατάδι, στο Μαυρολιό την πάρτη μου που έχω απέ τον Ζαχαρία και αυτό εδικόν του, σεντόνια ζυγή μίαν κεντητή, πάπλωμα γερανιό, ένα στρώμα με το μαλλί, μαξελάρια αμπελοφύλλητα, ζυγήν μίαν, στάνια κομμάτια δώδεκα, καντηλέρι ένα, δακτυλίδι μαλαματένιο ένα…, μαντήλια δύο, ρούχα … φίνες τρείς και ένα φερετζέ ήτοι ζυγιές τρείς, δύο που έχει και έτερη να την έχη ράστη ήτοι θοταργόν του και ένα σηπέτο έδωσε ένα ήτοι … βουτζιά τρία διά την ζωστροφήν του να .. .. .. μαγέρεμα να μην του λείπη. Ταύτα πάντα και την ευχήν μας και εάν .. .. .. να τους είναι απέ του άλλου χωρίς κληρονόμον να στρέφουνται τα πράγματα εις τους πρόσιμους εδικούς έτζι είπαν και εσυνιβάστηκαν και οι δύο μερίδες με θέλημα και με καλήν τους γνώμην και όποιος ήθελεν αλληλογήσει απέ τα δυό μέρη να πέφτη εις πένα και κοντάνα της αυθεντιάς ρεάλια 8, ήτοι οκτώ, τα ήμιση της αυθεντίας και τα ήμισυ της … μερίδας, επροσκάλεσαν και παρακαλετούς και αξιοπίστους μάρτυρας τον κύρ Τζανή Σκορδίλη και κύρ Ιωάννη Παδιάτη και κύρ Νικολό Ιωάννου Ρούσσο και κύρ Γεώργη Σκορδίλη. –Πρωτοπαπάς και νοτάριος Κεφάλου με θέλημα των δύο μερίδων έγραψα και εσφάλησα. (ΠΑΡΙΑΝΑ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ ΤΟΜΟΣ Α’ σελ. 164).

–1658. Ο ιερεύς Ιωάννης Γαλανός υπογράφει χρεωστική ομολογία των ιερέων της Παροικιάς (Καστέλλι Παροικιάς), 31 Μαΐου 1658.

–1672. Σε αίτημα των παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας Πατέρα της Καθολικής Εκκλησίας  Jacques Dinet για να ζητήσουν πατέρες της καθολικής εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο. «Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας, ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ ενδόξου συντροφιάς υου Ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον μας πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την επιστήμην δια τους μεταγενέστερους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος άλλο δεν είναι εις όλα τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται…»

Πάρος: εν έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29) εις το παλαιόν: + Ταπεινός Μητροπολίτης Παροναξίας Μελέτιος.

Το πιο πάνω αίτημα υπογράφουν χριστιανοί, καθολικοί και ορθόδοξοι, μεταξύ άλλων και ο Ιερεύς Ιωαν. Γαλανός και Κωστάκης Γαλανός.

–1674. Στις 7 Μαΐου του 1674 η κοινότητα της Παροικιάς δώρισε στους Πατέρες Ιησουίτες εν Νάξο, εκ των κτημάτων του ναού της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής, οικόπεδο για την ανέγερση Μονής. «Εις δόξαν χριστού αμήν 1674 εις τας 7 του μαϊου εν καστέλιω Παροικίας οι αιδεσιμωτάτοι πατέραις εκ της συντροφίας του Ιησού, διά να κτίσουσι μοναστήρι και σκολιό, και μην ευρίσκοντας τόπον αρμόδιον διά την αυτήν υπόθεσιν, διά τούτο θέλωμεν ημείς οι κατωθεν υπογεγραμμένοι, και εις το όνομα της κοινώτητος και δίδωμεν διά έργον χάρις των άνωθε αιδεσιμωτάτων πατέρων ένα κομμάτι χωράφι από της παναγίας μας της Καταπολιανής, εις το μάκρος ποδάρια του μέτρου εκατό δέκα και εις πλάτος άλλον τόσον και εις τούτο ομπληγαρόμαιστα οπώταν εις κανένα καιρόν ήθελε σικοθή τινάς να γυρέψει δικαιώματα εις το άνωθε κομμάτι το χωράφι όπου των χαρίζωμεν να ήμαιστε ημείς ομπληγάδοι να το πληρονωμεν της παναγίας, όθεν διά το βέβαιον απογράφωμεν διά χειρίσμας και εις το όνομα της άνωθε κοινότητος.

Οικονόμος Παροικίας, σακελλάριος Παροικίας, Νικόλαος ιερεύς πρωτοπαπάς Παροικίας, Πέτρος ιερεύς Βιτζαράς, Κώστας Μαίζας, Τεμένιγος ιερεύς, παπα Ιω. Γαλανός, Ελευθέριος ιερεύς Λουρδας, Νικόλαος ιερεύς…, παπα Ιωάννης …, παπα Πέτρος Μπουλαξής, παπα Στέφανος Βυτζαράς, παπα Φραντζέσκος Βιτζαράς, Γιακουμής Πατέλας, παπα Μιχαλής Κοντα΄ρατος, Μάρκος ιερεύς, Χωροεπίσκοπος Παροικιάς, Τζουάνες Σκληρός, Νικολός Κοντίλης, Μανόλης Αλισάφης, Μιχαήλ Βιτζαράς, Νικολός Κοτίλης, Γιώργης …, Μανώλης Αλεξάκης, Φραντζέσκος Μιχαλέτος Γραμματικός, Ιω. Βιτζαράς, Ιω. Σκιάδος, Ιω. Βιτζαράς, Κωστάκης Γαλανός, Τζώρτζης Ρουτες, Ιω. Σκιάδας, Γεώργης Μαυρομάτης, Ιω. Σπυρίδος, Δημήτρης Ταργέτας, Νικολός …, Μιχελής Δημητ…, Ιω. Πατελας, Ιω. Τουτέσκος, Bartolo Rozza, Γιαννούλης Ταργέντας, Αντώνης Αλλησάφης, τζουάνες Γιράρδης, Τζώρτζης Νταμόστος, Ιω. Του μαστρο Γιάκουμου, Γιόνης Μυστράτος, Δημήτρης Μαβρομάτης, Giacomo Zellini, Domenico Ferrari, Γιάννης Ντελαγραμμάτικας, Γεώργης Τακορόνιας.

Εμμανουήλ Κομητας επίτροπος βεβαιώνω ως άνωθεν και δια όνομα όλης της Κοινότητος»

–1681.  Έγγραφο αγοραπωλησίας που είχε δημοσιευθεί στα «ΠΑΡΙΑΝΑ» το 1983 από την συλλογή του Σίμου Συμεωνίδη.

+ Εις δόξαν Χριστού αμήν, 1681 εν μηνί αυγούστου 6 εις το Καστέλι της Παροικιάς, ενέμπροστε εις εμένα το νοτάριο Παροικίας και εις τους υποκάτωθεν αξιοπίστους και παρακαλετούς μάρτυρες:  Την σήμερνον με όλον της το θέλημα και με καλήν της γνώμην η κερά παπαδιά του ποτέ παπά Νικολού Καλάργυρου δίνει και ελεύθερα πουλεί του ευλαβεστάτου πρε Φραντζέσκου Κρίσπου το λιβάδι όπου έχει εις το Καινούργιο Πηγάδι είς τον Άγιον Νικόλαον διά ρεάλια δώδεκα ήτοι ρεάλια 12, ως καθώς το εποκόψασι ο κύρ Ιωάννης Μάρκου Κοντού και Τζανής Γιαννάκη Πουλήτη (σήμ. Πολίτης) και από την σήμερον να είναι το αυτό λιβάδι όλο ως καθώς της το επουρκήσασι οι γονοίς της με όλα του τα δικαιώματα του άνωθε Κρίσπου και πουλήση, χαρίση, προικοδοτήση, να το κάμη ως θέλει και βούλεται ώσαν καλά οπού το επλήρωσε ημπρεζέντντζια (παρουσία) των κάτωθε γεγραμμένων μαρτύρων και παίρνει τα η άνωθε πουλήτρα να μαντηνίρη (διατηρώ, συντηρώ) και να ντεφεντλερη (υπερασπίζει) τον αυτόν, αγοραστήν εις κάθε καιρόν που ήθελε του εναντίωθη κανείς μην ημπορώντας κανείς να γερέψη δεκαιώματα εις πένα και κοντάνα του κατά καιρού ζαπτιτζή ρεάλια 6 και πάντα το παρόν να έχει το βέβαιον όθεν εις πίστωσιν της αληθείας υπογράφουν και παρακαλετοί μάρτυρες – νομενάροντας ότι είς το αυτό λιβάδι έχει μέσα μία πάρτη ο Μαθιός της Μελητίνης ως καθώς φαίνουνται τα σημαδούρια.

-Ιωάννης Βιτζαράς μάρτυρας παρακαλετός.

-Κωνσταντίνος Γαλανός μαρτυρώ τα άνωθε.

-Πέτρος ιερεύς Νητζαράς και νοτάριος Παροικιάς έγραψα.

(Τ.Σ.) Εμείς ANTONIO SPIRIDO πρόξενος της Βενετίας στην Πάρο βεβαιώνουμε την υπογραφή του ανωτέρου παπά Πέτρου Βητζαρά καθώς και την αυθεντικότητα του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.

Πάρος 6 Μαΐου 1684 νέο ANTONIO SRIRIDO COSOLE VENETO

Εμμανουήλ Κομητάς Πρόξενος καντζιλιέρης.

–1710. Χωράφι Παρασπόρο σύμπλιος Φραγκουλάκι Γαλανού και το ίδιο έτος χωράφι στο Παπασπόρο από τον Κωσταντή Γαλανό.

–1710. Χωράφι στην Βερνικιά σύμπλιος Κοτάκης από Φραγγούλη Γαλανού.

–1716. Σε πρακτικό εκλογής νοταρίου – καγκελαρίου από το κοινό της Παροικιάς στη Γενική Συνέλευση της 14 Ιανουαρίου 1716, μαρτυρείται ο Κωνσταντής Γαλανός.

–1723. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 30 Ιανουαρίου 1723 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυράτε ο Νικόλαος Γαλανός.

–1724. Απόφαση του κοινού της Παροικιάς για την διατίμηση των προϊόντων και την απογραφή της κτηματικής περιουσίας όλων των κατοίκων. Κατά τη Γενική Συνέλευση της 13 Δεκεμβρίου 1724, αναφέρεται ο Νικόλαος Γαλανός.

–1724. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 13 Δεκεμβρίου 1724 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο Νικόλαος Γαλανός.

–1730. Χωράφι Σπήλιο σύμπλιος Φρανγγουλάκη Γαλανού.

–1730. Διαθήκη της παπαδιάς παπά-Πέτρου Γαλανού (Παροικιά 14 Ιουνίου 1730) «αφήνει του ευλαβεστάτου παπά-κυρ Τζουάνε Κωβαίου ένα χωράφι έχει εις τον Μπόπονα, συμπλίος το Φραγκουλάκι γυνή ποτέ Κωνσταντή Γαλανού».

Ο παπά Πέτρος Γαλανός μνημονεύεται σε στο υπέρθυρο του ναού Ευαγγελίστρια και ‘Αγιος Φανούριος στην Παροικιά «Χ(ριστός) Χ(ριστιανοίς) Χ(άριν Χ(αρίζεται Τ(ούτον) Τ(ον) Τ(ον Τ(ύπον) Δ(αίμονες Φ(ρίττουσιν) Θ(εού) Θ(θέα) Θ(είον Θ(αύμα) +Ανακαινίσθη εκ βάθρων ούος ο θείος κ(αι) πάντιμος ναός | της Κυρίας Θ(εοτό)κου διά συνδρομής και εξόδου Πέτρου Γαλανού κ(αι) της συμβίας αυτού Ξένης.

–1730. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 12 Νοεμβρίου 1730, εκλέγει ως επίτροπο για ένα χρόνο τον Νικόλαο Γαλανό (Πατέντα).

–1731. Σε δημόσιο πλειστηριασμό του κοινού της Παροικιάς, σε πρακτικό Γενικής Συνέλευσης της 1 Μαρτίου 1731 μαρτυρείται ο επίτροπος Νικολός Γαλανός.

–1731. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 6 Δεκεμβρίου 1731, αναφέρεται ο επίτροπος Νικόλαος Γαλανός.

–1740. Σε προικοσύμφωνο Παροικίας στις 14 Ιουλίου 1740, του Αντώνη Γιακουμή Βιτζαρά με την θυγατέρα Δημητράκη Μαλακη ονόματι Ανούσα, αναφέρει ένα χωράφι στην Βίγλα σιμπλιος Βασίλης Κοβέος, βεβαιώνει ο Νικολός Γαλανός.

–1746. Απόφαση του κοινού της Παροικιάς στις 8 Μαρτίου 1746, για μετάκληση ξένων στο νησί, εξουσιοδοτούν τον καραβοκύρη Ιωάννη Λαγγούση να προσκαλέσει όσους κατοίκους άλλων μερών της Ελλάδας θα ήθελαν να εγκατασταθούν οικογενειακώς στο νησί τους. Σε όσους δέχονταν υποσχόντουσαν μειωμένη φορολογία και άλλες διευκολύνσεις, όπως κατοικίες, χωράφια κ.α., υπογράφει και ο Νικόλαος Γαλανός.

–1752. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Παροικιάς σε Γενική Συνέλευση στις 6 Σεπτεμβρίου 1752 μαρτυρείται ο  εκλεγείς Νικόλαος Γαλανός.

–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου 1755 μαρτυρείται ο Νικόλαος Γαλανός.

–1757.  Στο προικοσύμφωνο Ελευθ. Τζιώτη και Άννας Ιωάν. Τσιγώνια (Τζιπίδος, 27 Ιαν. 1757 «στου Γαλανού το Χωράφι εδικόν τζη σύμπλιον Αντώνης παπά-Γεδεού».
–1788.  Σε έγγραφο Παροικιάς της 6ης Νοεμβρίου 1788, κατά το οποίο ιερομόναχο Γαλανό.

–1788. Γαλανός Νικόλαος συζ. Μαρία, γονείς αρχιμανδρίτη Γρηγορίου Γαλανού (1788) και Γαλανού Ειρήνη αδερφή Αρχιμανδρίτη.

–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο Γ. Γαλανός.

–1940. Στον ναό του Αγίου Θωμά στο Κάτω Μαράθι, στο πέτασμα της Ωραίας Πύλης, εικονίζεται ο Χριστός ως Μέγας Αρχιερεύς. Στο κάτω μέρος έχει τις επιγραφές: «Αφιέρωμα Κωνσταντίνος Χ. Μοστράτου και Ιωάννου Σ. Γαλανού 1940».

 

Γαλανόπουλος: Το επώνυμο Γαλανόπουλος αποτελεί πατρωνυμικό επώνυμο, δηλαδή δηλώνει τον γιο ή απόγονο κάποιου Γαλανού. Ωστόσο, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε απαραίτητα ότι όλες οι οικογένειες Γαλανόπουλου συνδέονται μεταξύ τους, καθώς τέτοια επώνυμα μπορούσαν να δημιουργηθούν ανεξάρτητα σε διαφορετικούς τόπους.

Στην Πάρο η παρουσία του επωνύμου τεκμηριώνεται μέχρι σήμερα μόνο από περιορισμένες αναφορές. Το 1860 καταγράφεται στην Ερμούπολη της Σύρου ο Γεώργιος Γαλανόπουλος του Αντωνίου, 28 ετών, αλιεύς από την Πάρο, ο οποίος παντρεύεται τη Μαριγώ Ιακώβου, καταγόμενη από τη Σύρο.

Η αναφορά αυτή δείχνει την παρουσία μιας οικογένειας Γαλανόπουλου στην Πάρο στα μέσα του 19ου αιώνα, πιθανότατα συνδεδεμένης με τον ναυτικό και αλιευτικό κόσμο του νησιού. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν αρκετά τεκμήρια ώστε να γνωρίζουμε την ακριβή προέλευση ή την έκταση της οικογένειας στην παριανή κοινωνία.

–1860. Στις 17 Μαρτίου 1860 ο 28χρονος αλιεύς από την Πάρο Γεώργιος Γαλανόπουλος του Αντωνίου και της Ευθυμίας, παντρεύεται στην Ερμούπολη την επίσης συριανή Μαριγώ Ιακώβου, του Παναγή και της Σταυρούλας.

 

Γαλάντας: Βλέπε Γαλάντες

 

Γαλάντες: Το επώνυμο Γαλάντες υπάρχει σε ναξιακό έγγραφο του 1687 και ως Γαλάντης στην Άνδρο (Αν. Ορλάνδος).

–1693. Το 1693 αναφέρεται ο κυρ Γεώργιος Γαλάντες.

–1785. Στο υπέρθυρο του ναό του Ευαγγελισμού στη Νάουσα έχει σκαλισμένη επιγραφή: «Χοροεπίσκοπος Γαλάντας 1785 Φαείου».

–1973. Ο Μανώλης Γαλάντες αναφέρεται σε έγγραφο του 1973.

 

Γαλατζούρης: Το επώνυμο Γαλατζούρης εμφανίζεται στην Πάρο κατά την περίοδο μετά την Ελληνική Επανάσταση, όταν το νησί δέχθηκε πληθυσμούς προσφύγων και μετακινούμενων οικογενειών από διάφορες περιοχές του ελληνικού χώρου.

Η αναφορά αυτή αποτελεί μέχρι σήμερα τη μοναδική γνωστή καταγραφή του επωνύμου στην Πάρο και πιθανότατα συνδέεται με τις μετακινήσεις πληθυσμών που ακολούθησαν τα γεγονότα της Επανάστασης του 1821. Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για μόνιμη εγκατάσταση ή για τη συνέχεια της οικογένειας στο νησί.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων της Παροικιάς του 1829 αναφέρεται ο Γεράσιμος Γαλατζούρης 32 ετών ναύτης.

 

Γαλάτης: Το επώνυμο Γαλάτης είναι παλαιό ελληνικό επώνυμο και έχει αναφερθεί ως βυζαντινής προέλευσης, χωρίς όμως να υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την ακριβή δημιουργία ή την αρχική γεωγραφική του κοιτίδα.

Η αναφορά αυτή αποτελεί μέχρι σήμερα τη μοναδική γνωστή σύνδεση του επωνύμου με την Πάρο και δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για να διαπιστωθεί αν η οικογένεια Γαλάτη είχε μόνιμη και πολυπληθή παρουσία στο νησί ή αν επρόκειτο για περιορισμένη εγκατάσταση.

–1870. Το 1870 η Μιμίκα Ζερβουδάκη 30 ετών του πατρός Στέφανος Γαλάτης, έγγαμη από την Πάρο, κάτοικος Τραπέζης, αναφέρεται σε απογραφή της Πόλης Ερμούπολης.

 

Γαλέος ή Γιγλιος: Το επώνυμο Γαλέος ή Γίγλιος εμφανίζεται στην Πάρο ήδη από την περίοδο της Βενετοκρατίας. Η μορφή Γίγλιος πιθανόν αποτελεί παλαιότερη γραφή ή παραλλαγή του επωνύμου, όπως συχνά συναντάται στα παριανά συμβολαιογραφικά και κοινοτικά έγγραφα της εποχής.

Η παλαιότερη γνωστή αναφορά εντοπίζεται το 1680, σε επιστολή του ηγουμένου της Μονής των Ιησουιτών στη Νάξο, πατέρα Gaspard Emmanuel, προς τους Παριανούς. Στην επιστολή γίνεται αναφορά σε χωράφια στην Πάρο που ανήκαν στον Μαρκαντώνιο Γίγλιο, τα οποία παραχωρήθηκαν στους Ιησουίτες από τον τότε Βενετό αξιωματούχο Χρουσάκη Κορονέλο.

Η οικογένεια Γαλέου ή Γίγλιου αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα επωνύμου που εμφανίζεται στην Πάρο ήδη από τους βενετικούς χρόνους, αν και τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν σήμερα την πλήρη ανασύσταση της γενεαλογικής της πορείας. Η παρουσία της από τον 17ο αιώνα δείχνει ότι πιθανότατα είχε βαθύτερες ρίζες στο νησί, οι οποίες ίσως χάνονται λόγω της απώλειας παλαιότερων αρχείων.

–1680. 7 Ιανουαρίου 1680. Ο ηγούμενος της Μονής της Νάξου Πατήρ Gaspard Emmanuel απέστειλε προς τους Παρίους την κατωτέρω επιστολή: «Άρχοντες Παριανοί χερετώ σας εγώ ταπεινός δούλος και παλαιός φίλος.

Σαράντα χρόνους εδουλέψαμεν της χώρας και του νησιού σας όλοι οι πατέρες και εγώ και μίδε διά την πανουκλαν μίδε διά την μάχη μίδε διά την πίναν δεν εφίκαμεν ποτέ τον τόπον σας όσαν καλού χωράφι αδούλευτον και εσείς διά να μας έχετε πάντα έδοκετε μας κομμάτι από το λιβάδι της Καταπολιανής σας οπού να κτίσωμεν μοναστήρι κοντά εις την Εκκλησίαν αλλά εφοτισεν ο Θεός καλύτερα τον αφέντη Κοντίλη και μας έδοκεν την εκκλησία όπου είχε χτισμένη του Αγίου Νικόλα και με το κομμάτι από το χωράφι όπου μας χάρισε ο αφέντης Γιανουλάκης Δαργέντας και το καντούνι όλο που αγοράσαμε και με τον μίλον χαλασμένο εσκάψαμε θεμέλιον μοναστηριού απ’ αυτά φαίνεται φανερά η όρεξις μας ακομα τώρα επαρακαλέσαμεν του εκλαμπρότατου αφέντη Χρουσάκη Κορονέλο και μας έδωκε τα χωράφια όπου ντόνε του ποτέ αφέντη Μαρκαντώνη Γιγλιού εις την Πάρο και από την Σαντορίνη έχει ορισμόν από τον προεστό μας να έλθει ένας πατέρας να σας κάμει τες διδαχές της σαρακοστής εις κοντολογιαν δεν σας εφηκαμες ποτέ.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 31χρονος γεωργός Γεώργιος Χρ. Γαλέος.

 

Γαλιάτζος ή Γαλιάτσος: Το επώνυμο Γαλιάτζος ή Γαλιάτσος έχει βενετική προέλευση και συνδέεται με το ιταλικό Galeazzi – Galeazzo. Η ετυμολογία του πιθανόν σχετίζεται με τη λέξη galia (γαλέρα) και αρχικά μπορούσε να δηλώνει τον άνθρωπο που υπηρετούσε ή ήταν καταδικασμένος να κωπηλατεί σε γαλέρα.

Το επώνυμο απαντάται ήδη στη Βενετία από τον 13ο αιώνα, ενώ στον ελληνικό χώρο εμφανίζεται κυρίως σε περιοχές με έντονη βενετική παρουσία. Στην Κρήτη, κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας, συναντούμε τύπους όπως Galeazo De Molin στα Χανιά το 1536 και Νικόλαο Galeazo στον Χάνδακα το 1513. Παρόμοια αναφορά υπάρχει και στη Ζάκυνθο το 1545 με τον Γαλεάτσο Μαλάκη.

Στην Πάρο το επώνυμο συνδέεται με την Κρήτη, καθώς ο παριανός κλάδος φαίνεται να προέρχεται από κρητοβενετικό περιβάλλον. Η παρουσία του επωνύμου στο νησί είναι παλαιά και καταγράφεται ήδη κατά τον 17ο αιώνα, ενώ χαρακτηριστική είναι και η τοπωνυμική παρουσία του ονόματος στον κόλπο της Νάουσας, όπου συναντώνται οι νησίδες Γαλιάτσος και Γαλάκι.

Η πρώτη γνωστή παριανή αναφορά εντοπίζεται το 1683. Σε έγγραφο της 27ης Δεκεμβρίου 1683, ο ιερομόναχος Κάλλιστος Νταρμάνος δωρίζει στον παπά κυρ Ιωάννη Γαλιάτζο το μοναστήρι του Μεγάλου Ταξιάρχη στην τοποθεσία Κορμός, ορίζοντας ως επιτρόπους τον Ιάκωβο Αλησάφη και τον Μιχελάκη Πρωτόδικο.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1685, σε έγγραφο συμβιβασμού της 23ης Απριλίου, αναφέρεται ο ιερέας Ιερεμίας Γαλιάτζος, ο οποίος αποχωρεί από τη Μονή Ταξιαρχών Παροικιάς, ενώ στη μονή παραμένει η μοναχή Καλλινίκη.

Η οικογένεια Γαλιάτζου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των κρητικών οικογενειών που εγκαταστάθηκαν στην Πάρο κατά τους βενετικούς χρόνους. Η παρουσία της ήδη από το 1683 δείχνει ότι πιθανότατα είχε εγκατασταθεί στο νησί λίγο νωρίτερα, όμως τα διαθέσιμα τεκμήρια δεν επιτρέπουν σήμερα ασφαλέστερη χρονολόγηση της άφιξής της.

–1683. Σε έγγραφο στις 27 Δεκεμβρίου 1683 «ο ιερομόναχος Κάλλιστος Νταρμάνος δωρείται εις τον παπά κυρ Ιωάννη Γαλιάτζον το μοναστήρι το Μέγα Ταξιάρχη εις την τοποθεσία Κορμόν. Καθηστά επίτροπον τον αφέντη Ιάκωβον Αλησάφη και τον Μιχελάκη Πρωτόδικο.

–1685. Σε έγγραφο συμβιβασμού στις 23 Απριλίου 1685 αναφέρεται ο ιερέας Ιερεμίας Γαλιάτζος να απέρχεται από την Μονή Ταξιαρχών Παροικιάς και να παραμένει στη Μονή η μοναχή Καλλινίκη

 

Γαλιατζούρης ή Γιαλιατζούρτης: Το επώνυμο Γαλιατζούρης ή Γιαλιατζούρτης εμφανίζεται στην Πάρο κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Η μορφή του επωνύμου πιθανόν συνδέεται φωνητικά με άλλα βενετικής ή ιταλικής προέλευσης επώνυμα που συναντώνται στις Κυκλάδες, χωρίς όμως να υπάρχουν σήμερα επαρκή στοιχεία για ασφαλή ετυμολογική τεκμηρίωση.

Η αναφορά αυτή αποτελεί μέχρι σήμερα τη μοναδική γνωστή καταγραφή της οικογένειας στην Πάρο και δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για να γνωρίζουμε την καταγωγή, την έκταση ή τη διάρκεια της παρουσίας της στο νησί.

–1824. «Προικοσύμφωνο κυρίου Γερασίμου Γαλιατζούρη και της συζύγου αυτού Τζουανίνας Χριστιανοπούλου» Παροικιά 1 Σεπτεμβρίου 1824. «Ο Γεωργάκης Χριστιανόπουλος δίδει στην κόρη του Τζουανίνα δύο εικόνες … Ο Γιαλιατζούρης δεν δίδει εικόνες» (ΓΑΚ, 215, 104ν -105r)

 

Γαλιάτσος: Βλέπε Γαλιάτζος.

 

Γαλλινός ή Gallino ή Γαλινός:  Το επώνυμο Γαλλινός (Gallino) εμφανίζεται στην Πάρο ήδη από τον 17ο αιώνα, σε μια περίοδο όπου στο νησί συνυπάρχουν ορθόδοξες και καθολικές κοινότητες και υπάρχουν ακόμη έντονες επιρροές από τη βενετική παρουσία στις Κυκλάδες.

Το 1672, σε αίτημα των Παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας της Καθολικής Εκκλησίας Jacques Dinet, για την αποστολή καθολικών ιερέων στην Πάρο, ανάμεσα στους υπογράφοντες αναφέρεται ο Contantino Gallino. Το έγγραφο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς φανερώνει την παρουσία της οικογένειας στην κοινωνία της Πάρου ήδη κατά τον 17ο αιώνα.

Το 1710 συναντάται πιθανή αναφορά σε μέλος της οικογένειας σε κτηματικό έγγραφο: «χωράφι Κασούλη σύμπλιος Φραγκουλάκι Κωσταντή Γραλινού», όπου η γραφή πιθανόν αποτελεί παραφθορά του επωνύμου Γαλινού.

Η οικογένεια δεν φαίνεται να είχε μεγάλη αριθμητική παρουσία στην Πάρο, όμως η πρώιμη εμφάνισή της δείχνει ότι ανήκει στις παλαιότερες οικογένειες που καταγράφονται στο νησί, τουλάχιστον από τα τέλη του 17ου αιώνα.

–1672. Σε αίτημα των παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας Πατέρα της Καθολικής Εκκλησίας  Jacques Dinet για να ζητήσουν πατέρες της καθολικής εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο. «Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας, ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ ενδόξου συντροφιάς υου ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον μας πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την επιστήμην δια τους μεταγενέστερους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος άλλο δεν είναι εις όλα τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται…»

Πάρος: εν έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29) εις το παλαιόν: + Ταπεινός Μητροπολίτης Παροναξίας Μελέτιος.

Το πιο πάνω αίτημα υπογράφουν χριστιανοί, καθολικοί και ορθόδοξοι, μεταξύ άλλων και ο Contantino Gallino.

–1710. Χωράφι Κασούλη σύμπλιος Φραγκουλάκι Κωσταντή Γραλινού; Ίσως παραφθορά του επωνύμου Γαλινού.

 

Γανάτζες ή Γανάτζης: Το επώνυμο Γανάτζης ή Γανάτζες εμφανίζεται στην Πάρο ήδη από τον 17ο αιώνα, σε μια περίοδο κατά την οποία η Νάουσα και η Παροικιά διαθέτουν έντονη κοινοτική οργάνωση και καταγράφονται συχνά οι οικογένειες που συμμετείχαν στα κοινά του νησιού.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία εντοπίζεται το 1663, σε αίτηση των Ναουσαίων προς τον ηγούμενο της Νάξου Γασπάρο Εμμανουήλ, με την οποία ζητούσαν την επιστροφή των πατέρων της Συντροφίας του Ιησού στην Πάρο. Ανάμεσα στους υπογράφοντες βρίσκεται ο παπα Δημήτριος Γανάτζες, γεγονός που δείχνει ότι η οικογένεια ήταν ήδη εγκατεστημένη και είχε παρουσία στην τοπική κοινωνία.

Η αναφορά ενός ιερέα με το επώνυμο Γανάτζες στα μέσα του 17ου αιώνα φανερώνει ότι επρόκειτο για οικογένεια με κοινωνική θέση και συμμετοχή στα θρησκευτικά και κοινοτικά πράγματα της εποχής.

Λόγω της πρώιμης αυτής παρουσίας, δεν αποκλείεται η οικογένεια να ήταν παλαιότερα εγκατεστημένη στην Πάρο από τις αρχές του 17ου αιώνα ή ακόμη νωρίτερα, όμως τα διαθέσιμα τεκμήρια δεν επιτρέπουν ασφαλέστερη χρονολόγηση.

–1663. Αιτήσεις Ναουσαίων στον ηγούμενο Νάξου Γασπάρο Εμμανουήλ α)ARSI Galloa .455

Ευλαβέστατε και αιδεσιμώτατε εν Χω Πάτερ

Η ευχή της αγιωσύνης σου απάνω μας και εις όλον το νησίν τούτο. Έστοντας και από δεκατέσσερες χρόνους οπού λείπουσιν οι ευλαβέστατοι πατέρες της συντροφίας από το νησί μας επαρακαλέσαμεν πολλαίς φοραίς να γυρίσουν εδώ οπού τους είχαμε προτήτερα χρόνους επτά και ακόμη δεν εστραφήκασι αν καλά και πάντα μας ήταξαν καλήν όρεξιν. Τώρα οπού ακούομεν πως ήλθασι εις την Τήνο και εις την Μήλον πρέπον μας εφάνηκεν να δείξωμεν και εμείς την αγάπην και τον πόθον οπού είχαμεν να τους απολαύσωμεν εδώ και να παραλέσωμεν να μας τους επέμψη η αιδεσιμότης σου σαν εκείνος οπού τους ορίζει όλους και δεν γυρεύει άλλο παρά να τους στείλη εκεί οπού εμπορούσι να βοηθήσουν ταις ψυχαίς εις σωτηρίαν παντοτινήν και δόξαν του Θεού και απαντέχοντας τούτην την χάριν φιλούμεν τα χείρας της αιδεσιμότης σου όσοι εδώ κάτω υπογράψαμε.

Από την Πάρον στας 16 του ιουλίου 1663.

Νικόλαος (Ρούσσος) ιερεύς και οικονόμος αγούσης σακελλάριος στέργω τα άνωθεν

Παπα δημήτριος τριαντάφυλος στέργω

Ιωασάφ ιερομόναχος μαλατέστας στέργω

Παπα Τζάνες Καλέργης στέργω

Παπα δημήτρις γανάτζες στέργω

Νικηφόρος γιράρδης στέργω τα άνωθεν

Γεώργις μοσκονάς στέργω

Τζουάνες μοσκονάς δούλος της εντιμότης σας

Τζουάνες κωταρίς δούλος της αιδεσιμότης σας

Μαστρο γληγόρης (Περπινιάνης) δούλος της αιδεσιμότης σας

Ανδρέας καλέργης δούλος της αιδεσιμότης σας

Δημήτρις μαλατέστας δούλος της αιδεσιμότης σας

Νικήτας μεδρινός στέργω

Ανεγνώστης ραγούσης στέργω.

 

Γαρατιάς: ίσως Γρατσίας. Το επώνυμο Γαρατιάς, πιθανότατα παραλλαγή ή παραφθορά του Γρατσίας, εμφανίζεται στην Πάρο ήδη από τον 17ο αιώνα, σε μια περίοδο κατά την οποία η Νάουσα διαθέτει οργανωμένη κοινότητα με έντονη παρουσία ιερέων, προεστών και παλαιών οικογενειών.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία εντοπίζεται το 1663, σε έγγραφο δωρεάς κληροδοτήματος της μοναχής Καλήστρατης προς τους πατέρες Ιησουΐτες. Στο έγγραφο, που υπογράφεται από ιερείς και προκρίτους της κοινότητας της Νάουσας, αναφέρεται:

«Παπα Δημήτρις Γαρατιάς στέργω».

Η παρουσία του παπα Δημητρίου Γαρατιά στην κοινότητα της Νάουσας στα μέσα του 17ου αιώνα δείχνει ότι η οικογένεια ήταν ήδη εγκατεστημένη στο νησί και συμμετείχε στη θρησκευτική και κοινωνική ζωή του τόπου.

Το επώνυμο πιθανόν συνδέεται με το Γρατσίας, καθώς στην ίδια πράξη εμφανίζεται επίσης ο Ιωάννης Γρατσίας, γεγονός που ενισχύει την πιθανότητα να πρόκειται για διαφορετική γραφή του ίδιου οικογενειακού ονόματος.

Λόγω της πρώιμης εμφάνισης της οικογένειας το 1663, δεν αποκλείεται να υπήρχε στην Πάρο ήδη από παλαιότερα χρόνια, όμως δεν διαθέτουμε σήμερα παλαιότερα ασφαλή τεκμήρια.

–1663. Δωρεά κληροδοτήματος μοναχής Καλήστρατης στου πατέρες Ιησουήτες ARSI, Gallia 105, 1 φ. 457.

Εις δόξαν Χριστού αμήν 1663 ιούλιος 11.

Έστοντας και ποτέ λυρά Καλήστρατη μοναχή και να αφήση δια την ψυχήν της στα μοναστήρια του αγίου όρους ήγουν στην λάβραν και στην ασημόπετραν δυο σπιτια κατώγια με το εκλησιαδάκι του μέγαν Ταξιάρχην και με τα δικαιώματά των απόξω από το υγιαλόν και να των αφήση και 12 γρόσια να πλερόνουσι χαράτζι της αφεντίας και νάναι σήμερον 25 χρόνοι και επέκεινα και κανείς από τα μοναστίρια να μην τα γυρέψουν μόνον εχαλασθήκασι και αφτώονται και η εκκλησία να γίνη ωσάν αχούρι και ο κόσμος να πλερόνη τόσους χρόνους τοχαράτζι και να ζημιονούμεθα εις τούτο εμάθαμε πως οι πατέρες οι γεζουίταις (Ιησουήτες) θε να έρθουνε και κτίσουνε εδώ μοναστήρι δια την ψυχήν τως ήγουν ο προεστώς πατέρας γάσπα εμανουήλ (Γασπάρο Εμμανουήλ) από την συντροφίαν του Ιησού και να πάρη και άλλους τόπους εκέι κοντά εις τα άνωθεν χαλάσματα εις τούτο εθελήσαμεν εμείς οι υποκάτωθεν υπογεγραμμένοι παπάδες και γέροντες και η επίλοιπη κομουνιτά (κοινότητα) του καστελίου αγούση (Ναούσης) και δίνομεν του αυτού πατέρα τα άνωθεν σπίτια και τα δικαιώματά τως όλα και δίνομεν τους και το χαράτζι (κεφαλικός φόρος) γρόσια 12  δια να μην τα χάνη η χώρα από την σήμερον να τα κτίση να τα κάμη ως θέλει και βούλεται ωσάν καθολικά πράγματα εδικά του να τ’άχουσιν ως τον αιώνα του αιώνος που να στέκη ο κόσμος και κανείς να μην τους τα πέρνη ποτέ και εμείς όλοι μας να τους μαντινιέρωμεν (ιτ. =συντηρούμε) τους άνωθεν πατέρες σε παντοτινόν και αναπαμένον ποσέσο (ιτ. =αναμφισβήτητη κατοχή).

Δια το αληθές γράφομεν και ιδιοχείρος μας όσοι ξεύρομεν και όσοι δεν ηξεύρομεν βάνομεν άλλους να γράψουσιν δια λόγου μας.

Παπα αντώνις στέργω τα άνωθεν (δεν αναφερεται επωνυμο)

Σκελλάριος αγούσης (Σακελλάριος Ναούσης) στέργω τα άνωθεν και επίτροπος

Παπα δημήτρις τριαντάφυλος (Τριαντάφυλλος, πρώτη μαρτυρία) στέργω και επίτροπος

Παπα νικόλαος κρουτιανός στέργω (Κορτιάνος, πρώτη μαρτυρία)

Παπα δημήτρις γαρατιάς στέργω (ίσως Γρατσίας)

Πρωτόπαπας στέργω

Γαβριήλ ιερομόναχος στέργω

Γεώργις Μοσκωνάς στέργω (Μοσχονάς, γνωστό από το 1639).

Ιωάννης σκουτάριος στέργω και επίτροπος (πρωτη μαρτυρία)

Μαστρο γληγόρις μπηρμπηνιας στέργω και επίτροπος (Πιρπινιάς ή Περπινιάς, μαρτυρείται  από το 1652)

Ανεγνώστης Σκορδήλης στέργω (Σκορδίλης, γνωστό από το 1606 )

Παπα Θεόδωρος στέργω

Κωνσταντής Μοστράτος στέργω (μαρτυρείται από το 1658)

Παπα Τζάνες Καλέργης στέργω (μαρτυρείται από το 1652)

Παπα Χριστόφορος στέργω

Γιαννούλης Μπρούτος στέργω (μαρτυρείται από το 1658)

Νικόλα Μαραπότζο στέργω (πρώτη μαρτυρία, γνωστό ως τον 19ο αι.)

Αποστόλης Ραγούσης στέργω (μαρτυρείται από το 1501)

Ανδρέας Ακριβός στέργω (μαρτυρείται από το 1613 μέχρι τον 18ο αι.)

Βασίλης Σαλονικαίος στέργω (μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 18ο αι.)

Δημήτρης Μαλατέστας στέργω (μαρτυρείται από το 1610)

Μιχέλης Ακριβός στέργω (μαρτυρείται από το 1613 μέχρι τον 18ο αι.)

Γεώργις Πιρπηνιάς στέργω (μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 19ο αι.)

Δομένεγος Μεδρινός στέργω (Μενδρινός, μαρτυρείται από το 1610)

Τζόρτζης Μαρκαδιάντος στέργω (Πρώτη αναφορά, γνωστό μέχρι τον 19ο αι.)

Νικόλας Κουρτιάνος στέργω (πρώτη αναφορά)

Γεώργις Φωκάνας στέργω (ίσως Φωκιανός)

Ανεγνώστης Μπελόνιας στέργω (πρώτη αναφορά, γνωστό μέχρι τον 20ο αι.)

Γεώργις Μαλατέστας στέργω

Τζανίς Μαλατέστας στέργω (γνωστό από το 1610)

Φρατζέσκος Καλέργης στέργω (Καλλέργης, γνωστό από το 1652)

Ιωάννης Ραγούσης στέργω (γνωστό από το 1501)

Ιωάννης Γρατσίας στέργω (πρώτη μαρτυρία)

Γεώργιος Σαλονικαίος (μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 18ο αι.)

 και νοτάριος του καστελίου Άγουσας (Νάουσας) έγραψαμεν με θέλημα της κομουνιτάς και στερεώνω τα άνωθεν και τα όπισθεν.

 

Γαρδίκας: Το επώνυμο Γαρδίκας εμφανίζεται στην Πάρο σε νεότερη περίοδο και δεν φαίνεται, με τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα στοιχεία, να αποτελεί παλαιά παριανή οικογένεια. Η παρουσία του συνδέεται κυρίως με τον Χρήστο Γαρδίκα, καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο οποίος διατηρούσε σχέση τιμής και μνήμης με το νησί.

–1963. Αριστερά της θύρας της Προθέσεως, στο ναό του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Μάρπησσα, είναι αναρτημένη εικόνα της Αγίας Θεοκτίστης της Λεσβίας. Έχει τις παρακάτω επιγραφές: «Δι’ εξόδων και εις μνήμην Χρήστου Γαρδίκα, καθηγητού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 1963» και «Έργον αδερφών Ιωσαφαίων, Αγ. Όρος, Καρυαί, αριθ. 9474»

 

Γαρουφαλής: Το επώνυμο Γαρουφαλής εμφανίζεται στην Πάρο στα τέλη του 19ου αιώνα, χωρίς μέχρι σήμερα να υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες ώστε να τεκμηριωθεί ως παλαιά ή πολυπληθής παριανή οικογένεια.

–1898. Στις 26 Ιουλίου 1898 ο 26χρονος ναυτικός από την Πάρο Σταμάτιος Περαντινός του Οδυσσεύς και της Κανέλλας Τσαντάνη, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Πάρο Μαρία Γαρουφαλή, του Ιωάννη και της Άννας.

 

Γαρούφας: Το επώνυμο Γαρούφας εμφανίζεται στην Πάρο στα τέλη του 18ου αιώνα, με παρουσία μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο, γεγονός που δείχνει ότι η οικογένεια είχε ήδη θέση στην τοπική κοινωνία.

–1796. Ιερέας το 1796 ο Γεώργιος Γαρούφας, αδερφός του παπά Νικολάκη Γαρούφα που αναφέρεται σε έγγραφο στις 14 Αυγούστου 1796.

 

Γατζακόπουλος: Το επώνυμο Γατζακόπουλος φαίνεται να προέρχεται από παρωνύμιο, με την χαρακτηριστική υποκοριστική κατάληξη -όπουλος, η οποία στα ελληνικά επώνυμα δηλώνει αρχικά τον «γιο», το «παιδί» ή τον απόγονο κάποιου προσώπου. Στην περίπτωση αυτή πιθανότατα προέρχεται από το παρωνύμιο Γατζάκος, χωρίς όμως να υπάρχουν μέχρι σήμερα επαρκή στοιχεία για να προσδιοριστεί η αρχική σημασία ή η προέλευσή του.

Η οικογένεια εμφανίζεται στην Πάρο ήδη στις αρχές του 18ου αιώνα, με παρουσία στην Αντίπαρο, γεγονός που την κατατάσσει στις παλαιότερες οικογένειες που μαρτυρούνται στο νησί.

Η μοναδική μέχρι σήμερα γνωστή αναφορά αφορά τον Μάνο Γατζακόπουλο, ο οποίος αναφέρεται σε πρακτικό της εκλογικής επιτροπής του κοινού της Αντιπάρου στις 31 Μαρτίου 1706. Η παρουσία του σε κοινοτικό έγγραφο δείχνει ότι η οικογένεια είχε ήδη ενταχθεί στην κοινωνική και διοικητική ζωή του νησιού.

Παρότι οι διαθέσιμες μαρτυρίες είναι περιορισμένες, η αναφορά του 1706 επιβεβαιώνει την ύπαρξη του επωνύμου στην Αντίπαρο κατά την ύστερη βενετική περίοδο. Πιθανόν η οικογένεια να είχε παλαιότερη παρουσία, καθώς πολλές μικρότερες παριανές οικογένειες εμφανίζονται στις πηγές μόλις όταν εμπλέκονται σε κοινοτικές πράξεις, συμβόλαια ή εκλογικές διαδικασίες.

–1706. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Αντιπάρου στις 31 Μαρτίου 1706, αναφέρεται ο Μάνος Γατζακόπουλος.

 

Γασπαράκης: Το επώνυμο Γασπαράκης αποτελεί πιθανό μεταπλασμό του επωνύμου Γάσπαρης / Γασπάρης, το οποίο προέρχεται από το δυτικό βαπτιστικό Gaspar (Gasparo, Gaspare). Το όνομα συνδέεται με τον έναν από τους τρεις Μάγους προσκυνητές του Χριστού και απαντάται ευρέως στον βενετικό χώρο με τους τύπους Gaspari, Gasparo, Gasperis.

Η παρουσία του ονόματος στον ελλαδικό χώρο είναι παλαιά, ιδιαίτερα σε περιοχές με έντονη βενετική επιρροή. Στην Κρήτη συναντάται ήδη από τον 16ο αιώνα, όπως στα Χανιά το 1520 ο Johannes Paulus De Gasperis, το 1536 ο Anastassi Gaspari και ο Capitano Gasparo da Venetia.

Στην Πάρο το επώνυμο εμφανίζεται στις αρχές του 19ου αιώνα, σε μια περίοδο έντονης οικονομικής και πολιτικής δραστηριότητας πριν και κατά την Ελληνική Επανάσταση.

Το 1820, σε λογαριασμό της κοινότητας Πάρου σχετικά με τις αποστολές στην Κωνσταντινούπολη για την ενοικίαση των σουλτανικών προσόδων και των πολιτικών δικαιωμάτων του νησιού, αναφέρεται ομολογία της Γασπαράκη Τέτα, ύψους 4.000 γροσίων.

Η ίδια οφειλή καταγράφεται ξανά το 1829 στον κατάλογο των κοινών χρεών της νήσου Πάρου προς τους απεσταλμένους της Κωνσταντινούπολης, όπου σημειώνεται η ομολογία Γασπαράκη Τέτα, 4.000 γρόσια.

Η οικογένεια Γασπαράκη, αν και δεν διαθέτει πολλές μέχρι σήμερα γνωστές μαρτυρίες, εμφανίζεται σε μια σημαντική περίοδο της παριανής κοινωνίας, λίγο πριν την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Η συμμετοχή της σε οικονομικές υποχρεώσεις της κοινότητας δείχνει ότι ανήκε στις οικογένειες που είχαν οικονομική παρουσία και δυνατότητα συμμετοχής στις συλλογικές υποθέσεις του νησιού.

–1820. Λογαριασμός των Απεσταλμένων της Κωνσταντινούπολης το 1821 έτος, υπόμεν το μέρος της κοινοτήτος Πάρου ο Μιχαήλ Τσιγώνιας, από δε το μέρος του ποτέ Πέτρου Μάτσα Μαυρογένους, ενοικιάζου των Σουλτανικών προσόδων και πολιτικών δικαιωμάτων της Νήσου μας, ως το συμφωνητικόν, αυτού του Ενοικιου του και Κοινότητος Γεγραμμένον τη 3: Δεκεμβρίου 1820 και καταχωρημένον εις τον Κώδηκα της κοινότητος, τον Ιωάννη Κορτιάνον, οίτινες απεσταλμένοι Τσιγώνιας και Κορτιάνος εξάλθησαν εξή να αγοράσουν αυτάς τας προσόδους, ετεί λογαριασμόν του ρηθατος; Ενοικιαζου.

Ομολογία Γασπαράκη Τέτα Κεφάλαιον γρ. 4000.

–1829. Καταγραφή των κοινών χρεών της Νήσου Πάρου εγείνον εις Κωνσταντινούπολιν εις εκφόρους αποστολάς κατά το τελευτάτον _ καταχωρημένον εις τον κοινόν Κώδημα καθού είς του τελευταίου χρόνου απεσταλμένων. Μ. Τσιγώνια, και Ιω. Κορτιάνου λογαριασμούς, τα οποία μένουν ενεξόφλητα τα κεφάλαια ομολογιών οι δε τόκοι αυτών είναι πληρωμένοι μέχρι του χιλιοστού οκτακοσιοστού έτους.

Ομολογία Γασπαράκη Τέτα γρ. 4000.

 

–Γάσπαρης ή Γασπάρος: Το επώνυμο Γάσπαρης / Γασπάρος προέρχεται από το δυτικό βαπτιστικό Gaspar (Gasparo, Gaspare), το οποίο συνδέεται με τον έναν από τους τρεις Μάγους προσκυνητές του Χριστού. Στον βενετικό χώρο απαντάται σε μορφές όπως Gaspari, Gasparo, Gasperis και αποτέλεσε τη βάση για πολλά επώνυμα στις περιοχές με βενετική παρουσία.

Στην Κρήτη το όνομα είναι γνωστό ήδη από τον 16ο αιώνα. Στα Χανιά αναφέρονται το 1520 ο Johannes Paulus De Gasperis, το 1536 ο Anastassi Gaspari και ο Capitano Gasparo da Venetia.

Στην Πάρο η παρουσία του ονόματος καταγράφεται κυρίως μέσα από την οικογένεια των Παντελαίων, όπου ένας κλάδος στις Λεύκες φέρει το παρωνύμιο Γασπαρίνης, από το όνομα της γιαγιάς τους Σκαραμαγκά Γασπαρίνα. Η περίπτωση αυτή δείχνει πώς ένα βαπτιστικό όνομα μπορούσε να μετατραπεί σε οικογενειακό παρωνύμιο και να παραμείνει ζωντανό μέσα στις γενιές.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρουσία του Εμμανουήλ Γασπάρου (Gaspard Emmanuel), ηγουμένου της μονής των Ιησουιτών στη Νάξο, ο οποίος είχε στενή σχέση με την Πάρο κατά τον 17ο αιώνα. Το 1663 οι Ναουσαίοι και οι Παριανοί απευθύνονται σε αυτόν ζητώντας την επιστροφή των Ιησουιτών στο νησί, αναγνωρίζοντας τη βοήθεια που είχαν προσφέρει παλαιότερα.

Την ίδια χρονιά, το 1663, ο Γάσπαρος Εμμανουήλ εμφανίζεται σε σειρά συμβολαιογραφικών πράξεων στη Νάουσα.

Η περίπτωση του Γάσπαρη στην Πάρο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς συνδέεται αφενός με την παρουσία ενός δυτικού ονόματος στον παριανό χώρο και αφετέρου με την ιστορία των Ιησουιτών και της εκπαίδευσης στη Νάουσα τον 17ο αιώνα. Δεν πρόκειται απαραίτητα για παριανή οικογένεια με μακρά γενεαλογική συνέχεια, αλλά για όνομα που συνδέθηκε έντονα με μια σημαντική ιστορική περίοδο του νησιού.

–1663. Πωλητήριο οικίας Μοσκωνά στο μέσα Κάστρο Ναούσης στον ηγούμενο Ιησουϊτών Νάξου Γάσπαρο Εμμανουήλ. ARSI, Gallia 105, 1φ. 458.

Εις το όνομα του Χριστού αληθινού Θεού αμήν. 1663 ιουλίου 18 στο καστέλι της άγουσας από το ένα μέρος ο αφέντης γεωργάκης μοσκωνάς μαζί με την αρχόντισαν του κυράν μαρκέττα και από το άλλο μέρος ο αιδεσιμώτατος πατέρας γάσπαρ εμανουήλ προεστώς της ρεζιδέντζας (ιτ. =κατοικίας, μονής) της συντροφιάς του Ιησού στη ναξίαν και θεληματικώς του αυτού ανδρόγυνου επούλησαν ένα σπίτι οπού το έχουσιν αγορασμένον από τον αφέντη μιχελάκη πρωτόδικο καθώς φαίνεται από το γράμμα καμωμένον στην Παρκιάν στας 6 ιουνίου 1663 τοποθετημένον στο μέσα κάστρο της άγουσας σύμβιο το μισέρ γεώργη σαλονικαίου το σπίτι και αποκάτωθε του σπιτιού του εμανουήλ ραγούση και όξω από το σπίτι εκείνο και κάμεραν ακόμη επούλησεν και τον αέρα και αυλογυρησίαν οπού είχε μεριά του γυαλού με το πηγάδι και πάσαν κομοδιτά και κάθε δικαίωματα ελεύθερον και πάσαν κράτηξιν εξόχως από το χαράτζι της αφεντιάς γρόσια 8 ήγουν οκτώ. Και την παρούσαν πουλησίαν κάμνουσιν το άνωθεν ανδρόγυνο του άνωθεν πατέρα δια ρεάλια 70 .

Την αυτήν ημέραν έμπρωστεν εμού του ιδίου νοτάριου και μαρτύρων το αυτό ανδόγυνο ήγουν αυθέντης ο γεωργάκης μοσκωνάς με την αρχόντισάν τουεδώκασιν του αυτού πατέρα εμανουήλ από την σήμερον δονατζιόνε ίντερ δίδος (λατ., ιτ.= την δωρεα) εκείνου και των διαδόχων του την κάναβα οπού έχουσι σύμπλιο του άνωθεν πουλημένου σπιτιού και αέρα και αυλογυρισίν του με τα δικαιώματα της αυτής κάναβας και με τον αέρα και ανώγι της πορτιανικής κάμερας τον αέρα και κάθε δικαίωμα δια την ψυχήν των σίνωσι των άνωθεν πατέρων της συντροφίας του Ιησού δια να κάμουν εκεί μοναστίρι με την κονδιτζιω (ιτ. = προϋπόθεση) ετούτην αν ίσως και δεν θέλουσιν οι αυτοί πατέρες να κάμουσι μοναστίρι να στρέψουν το άνωθεν σπίτι αγορασμένον και πηγάδι κάναβαν και πορτινήν και κάμεραν με τα δικαίωματά τως στο άνωθεν ανδρόγυνο και εις τους κληρονόμους των και δια βεβαίωσιν του άνωθεν χαρισμάτου και δονατζιώ εγίνηκε το παρόν γράμα εις το οποίον υπογράφουσιν οι ευεργετάδες τάζοντας να το μαντινιέρουν των πατέρων εναντίον εις καθενίς υποχρέωσιν ως άνωθεν και κοντάννα (ιτ. = ποινή) αφεντίας ρεάλια 20 και όλα ελεύθερα και χωρίς άλλην κράτηξιν παρά γρόσια 8 κράτηξιν της αφεντίας.

Γεώργιος Μοσκωνάς στέργω τα άνωθεν για λόγους μου και για την γυναίκα μου Γάσμαρ Εμανουήλ προεστός και στέργω και ατζετάρω την άνωθεν πουλησίαν.

Γεώργις Μαρκαδιάντος, Μπερτουμίς Μπρούτος, Γεώργις και Κωνσταντή Φωκιανού, Γεώργις Σαλονικαίος και νοτάριος (ιτ. =συμβολαιογράφος) του καστελίου άγουσας (Νάουσας) με θέλημα των δύο μερίδων έγραψα και μαρτυρώ.

Τζουάνες Γεράρδης, Νικηφόρος Γεράρδης, Νικόλας Ραγούσης μαρτυρούμε τα άνωθεν.

–1663. Αιτήσεις Ναουσαίων στον ηγούμενο Νάξου Γασπάρο Εμμανουήλ α)ARSI Galloa .455

Ευλαβέστατε και αιδεσιμώτατε εν Χω Πάτερ

Η ευχή της αγιωσύνης σου απάνω μας και εις όλον το νησίν τούτο. Έστοντας και από δεκατέσσερες χρόνους οπού λείπουσιν οι ευλαβέστατοι πατέρες της συντροφίας από το νησί μας επαρακαλέσαμεν πολλαίς φοραίς να γυρίσουν εδώ οπού τους είχαμε προτήτερα χρόνους επτά και ακόμη δεν εστραφήκασι αν καλά και πάντα μας ήταξαν καλήν όρεξιν. Τώρα οπού ακούομεν πως ήλθασι εις την Τήνο και εις την Μήλον πρέπον μας εφάνηκεν να δείξωμεν και εμείς την αγάπην και τον πόθον οπού είχαμεν να τους απολαύσωμεν εδώ και να παραλέσωμεν να μας τους επέμψη η αιδεσιμότης σου σαν εκείνος οπού τους ορίζει όλους και δεν γυρεύει άλλο παρά να τους στείλη εκεί οπού εμπορούσι να βοηθήσουν ταις ψυχαίς εις σωτηρίαν παντοτινήν και δόξαν του Θεού και απαντέχοντας τούτην την χάριν φιλούμεν τα χείρας της αιδεσιμότης σου όσοι εδώ κάτω υπογράψαμε.

Από την Πάρον στας 16 του ιουλίου 1663.

Νικόλαος (Ρούσσος) ιερεύς και οικονόμος αγούσης σακελλάριος στέργω τα άνωθεν

Παπα δημήτριος τριαντάφυλος στέργω

Ιωασάφ ιερομόναχος μαλατέστας στέργω

Παπα Τζάνες Καλέργης στέργω

Παπα δημήτρις γανάτζες στέργω

Νικηφόρος γιράρδης στέργω τα άνωθεν

Γεώργις μοσκονάς στέργω

Τζουάνες μοσκονάς δούλος της εντιμότης σας

Τζουάνες κωταρίς δούλος της αιδεσιμότης σας

Μαστρο γληγόρης (Περπινιάνης) δούλος της αιδεσιμότης σας

Ανδρέας καλέργης δούλος της αιδεσιμότης σας

Δημήτρις μαλατέστας δούλος της αιδεσιμότης σας

Νικήτας μεδρινός στέργω

Ανεγνώστης ραγούσης στέργω.

–1663. Συμβόλαιο πώλησης οικίας της κυρά Γιαννούλας γυνή του Κωνσταντή Μοστράτου από τη Νάουσα Πάρου στον ηγούμενο Ιησουϊτών της μονής Νάξου π. Εμμανουήλ Γασπάρο. «εις δόξαν Χριστού αμήν 1663 ιουλίου 24 στο καστέλι της άγουσας εις το σπίτι εμένα του υπογράφου γεωργίου σαλονικαίου και νοτάριου της άγουσας… Νικολάκης Αγαλιανός μάρτυρας, Σάββας Βουτζαράς μάρτυρας στα άνωθεν, Γεώργιος Σαλονικαίος και νοτάριος του καστελίου άγουσας με θέλημα των δυο μερίδων έγραψα και μαρτυρώ τα άνωθεν».

–1663. Αίτηση στον Ιησουίτη γούμενο Νάξου Γασπάρο Εμμανουήλ.

Ευλαβέστατε και αιδεσιμώτατε εν Χω Πάτερ.

Η ευχή της αγιωσύνης σου απάνω μας και εις όλον το νησίν τούτο. Εστοντας και από δεκατέσσερες χρόνους οπού λείπουσιν οι ευλαβέστατοι πατέρες της συντροφίας από το νησί μας επαρακαλέσαμεν πολλαίς φοραίς να γυρίσουν εδώ οπού τους είχαμε προτήτερα χρόνους επτά και ακόμη δεν εστραφήκασι αν καλά και πάντα μας ήταξαν καλήν όρεξιν. Τωρα οπού ακούωμεν πως ήλθασι εις την Τήνο και εις την Μήλον πρέπον μας εφάνηκεν να δείξωμεν και εμείς την αγάπην και τον πόθον οπού είχαμεν να του απολαύσωμεν εδώ εις το νησί μας. Το λοιπόν παρακαλούμεν την σην αιδεσιμώτητα να ημπορούμεν να τους έχωμεν ωσάν τους είχαμεν και πρώτον. Παρακαλούμεν να έχωμεν το ζητούμενον.

Πάρος Παροικιά ιουλίου 20, 1663

Μανόλης Αλησάφης και επίτροπος

Νικολός Κοντήλης και επίτροπος.

–1675. 12 Απριλίου 1675. Ιησουίτης μοναχός και διδάσκαλος στη Νάουσα, Εμμανουήλ Γάσπαρις.

 

Γασπαρίνης: Το Γασπαρίνης δεν αποτελεί αυτοτελές επώνυμο, αλλά παρωνύμιο που χρησιμοποιήθηκε σε έναν κλάδο της οικογένειας Παντελαίων στις Λεύκες.

Η ονομασία προέρχεται από τη γιαγιά του κλάδου, τη Σκαραμαγκά Γασπαρίνη, πιθανότατα από το βαπτιστικό όνομα Γασπάρα / Γασπαρίνα, το οποίο προέρχεται από το δυτικό Gaspar (Gasparo).

Η περίπτωση αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο δημιουργούνταν τα παρωνύμια στην Πάρο: ένα μικρό όνομα, ένα χαρακτηριστικό ή ένα πρόσωπο της οικογένειας μπορούσε να δώσει προσδιορισμό σε έναν κλάδο, χωρίς όμως να μετατραπεί απαραίτητα σε επίσημο οικογενειακό επώνυμο.

 

Γασπαρόπουλος: Παρωνυμικό επώνυμο με υποκοριστική κατάληξη «-όπουλος», πιθανότατα δηλώνει αρχικά τον απόγονο ή τον «μικρό» κάποιου που έφερε το παρωνύμιο Γατζάκος ή Γατζάς. Η παρουσία του στην Πάρο είναι περιορισμένη και μέχρι σήμερα δεν έχουν εντοπιστεί στοιχεία για μακρόχρονη οικογενειακή συνέχεια στο νησί.

–1672. Στο υπέρθυρο της μεγάλης θύρας του νάρθηκα της Εκατονταπυλιανής «Μνήστιτι και του δούλου του θεού, Μιχελής Ασπρόπουλος μάστορης 1678». Ίσως το επώνυμο να είναι τελικά Γασπαρόπουλος, όπως αναφέρει ο Αναστάσιος Ορλάνδος.

 

Γάτος: Επώνυμο που απαντάται στην Πάρο κατά τον 19ο αιώνα, χωρίς μέχρι σήμερα να έχουν εντοπιστεί στοιχεία για πολυπληθή ή μακρόχρονη οικογενειακή παρουσία στο νησί. Πιθανότατα ανήκει στα παρωνυμικά επώνυμα, από το χαρακτηριστικό ή το προσωνύμιο «Γάτος», το οποίο με την πάροδο του χρόνου καθιερώθηκε ως οικογενειακό όνομα.

–1821. Καταγραφή των κοινών χρεών της Νήσου Πάρου εγείνον εις Κωνσταντινούπολιν εις εκφόρους αποστολάς κατά το τελευτάτον _ καταχωρημένον εις τον κοινόν Κώδημα καθού είς του τελευταίου χρόνου απεσταλμένων. Μ. Τσιγώνια, και Ιω. Κορτιάνου λογαριασμούς, τα οποία μένουν ενεξόφλητα τα κεφάλαια ομολογιών οι δε τόκοι αυτών είναι πληρωμένοι μέχρι του χιλιοστού οκτακοσιοστού έτους.

Ομολογία Μαργιόρας Ιω. Γάτου γρ. 2500.

–1847. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 55χρονος βαρελοποιός Γάτος Ιωάννης.

 

Γεμελιάρης ή Γιεμελιάρης ή Γιμελιάρης ή Τζιμιλιάρης: Οι Γεμελιάρηδες αποτελούν μία από τις παλαιότερες και πλέον τεκμηριωμένες οικογένειες της Πάρου, με παρουσία που εντοπίζεται ήδη από τις αρχές του 16ου αιώνα. Το επώνυμο απαντάται με διάφορες μορφές, όπως Γεμελιάρης, Γιεμελιάρης, Γιμελιάρης και Τζιμιλιάρης, ενώ η προέλευσή του φαίνεται να συνδέεται με τη βενετική περίοδο του νησιού.

Σύμφωνα με την ετυμολογική προσέγγιση, προέρχεται πιθανότατα από την ιταλική λέξη Gemello (δίδυμος), από την οποία προέρχεται και το ιταλικό επώνυμο Gemelli. Ο Βαγιακάκος αναφέρει τους τύπους Ίμελος – Γέμελος από το λατινικό Gemellus και συσχετίζει τους τύπους Γέμελος – Γεμελιάρης, δείχνοντας ότι το επώνυμο εντάσσεται στο γλωσσικό περιβάλλον της βενετοκρατούμενης Ελλάδας.

Η αρχική κοιτίδα της οικογένειας φαίνεται να ήταν οι Λεύκες, όπου ήδη από τον 16ο αιώνα συναντούμε μέλη της οικογένειας με σημαντική οικονομική και κοινωνική παρουσία.

Οι πρώτες μαρτυρίες – από τις Λεύκες στην Αμοργό

Η αρχαιότερη γνωστή αναφορά χρονολογείται στο 1504, όταν οι Λευκιανοί Ιωάννης Γεωργίου Γεμελιάρης και Μένεγος Γεμελιάρης αφιερώνουν κτήματα τους στη Μονή Παναγίας Χοζοβιώτισσας της Αμοργού. Η πράξη αυτή φανερώνει όχι μόνο την οικονομική δυνατότητα της οικογένειας, αλλά και τους στενούς δεσμούς που υπήρχαν μεταξύ των νησιών των Κυκλάδων μέσω των μοναστηριακών δικτύων.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η περίπτωση του Φιλόθεου Γεμελιάρη, ο οποίος το 1556 αφιέρωσε την ιδιόκτητη μονή της Αγίας Αικατερίνης, που ο ίδιος είχε κτίσει στο Άσπρο Χωριό, στη Μονή Χοζοβιώτισσας. Στο έγγραφο της αφιέρωσης περιγράφεται ένα σημαντικό συγκρότημα με εκκλησία, πύργο, χωράφια, σπίτια και φούρνο, γεγονός που δείχνει την επιφάνεια και την ευμάρεια του κτήτορα.

Η οικογένεια συνεχίζει να εμφανίζεται σε πλήθος συμβολαιογραφικών πράξεων του 17ου αιώνα. Το 1616 αναφέρεται αγορά αγρού της Αννούλας Γεμελιάρη, το 1636 αγορά αμπελιού του Φραγκίσκου Γεμελιάρη, ενώ το 1637 μνημονεύεται ο Φραγκιάς Γεμελιάρης σε έγγραφο του Αγίου Αντωνίου Κεφάλου. Το 1649 ο ιερομόναχος Ιάκωβος Γεμελιάρης από τις Λεύκες αφιερώνει χωράφι στη Μονή Χοζοβιώτισσας.

Η παρουσία στον Κέφαλο και η εκκλησιαστική ακμή

Κατά τον 17ο και 18ο αιώνα οι Γεμελιάρηδες εμφανίζονται ιδιαίτερα συνδεδεμένοι με την περιοχή του Κεφάλου (σημερινά Μάρμαρα), αλλά και με την εκκλησιαστική ζωή της Πάρου.

Στις αρχές του 18ου αιώνα ξεχωρίζει η μορφή του Ιωάννη Γεμελιάρη, χωροεπισκόπου Κεφάλου. Το όνομά του εμφανίζεται σε πλήθος εγγράφων μεταξύ 1695 και 1760, γεγονός που δείχνει την ιδιαίτερη θέση που κατείχε στην κοινωνία της εποχής.

Ο Ιωάννης Γεμελιάρης συμμετείχε στις συνελεύσεις των κοινοτήτων της Πάρου, υπέγραφε σημαντικά διοικητικά έγγραφα και είχε ρόλο εκπροσώπου των Λευκών και του Κεφάλου. Το 1734 συμμετείχε στην εκλογή εκπροσώπων των κοινών της Πάρου για τη διαχείριση σοβαρών θεμάτων, ενώ το 1744 υπέγραψε μαζί με άλλους προκρίτους επιστολή υπεράσπισης του συμπατριώτη τους δραγουμάνου Νικολάου Μαυρογένη προς τις οθωμανικές αρχές.

Η οικογένεια συνδέθηκε επίσης με μοναστηριακά ιδρύματα. Το 1774 ο χωροεπίσκοπος Ιωάννης Γεμελιάρης, μαζί με τον αδελφό του Πετράκη Γεμελιάρη, αφιέρωσαν το ιδιόκτητο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου (Γυαλιστή) στις Λεύκες. Το γεγονός αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της σχέσης των παλαιών παριανών οικογενειών με την εκκλησία και τα μοναστήρια του νησιού.

Οι Γεμελιάρηδες στον 19ο αιώνα

Κατά τον 19ο αιώνα η οικογένεια συνεχίζει να έχει έντονη παρουσία στην κοινωνική και θρησκευτική ζωή της Πάρου.

Ξεχωρίζει ο ιερέας Κωνσταντίνος Γεμελιάρης, εφημέριος Μαρμάρων, ο οποίος εμφανίζεται σε πολλά έγγραφα της περιόδου 1819-1829. Υπογράφει κοινοτικά έγγραφα, συμμετέχει σε διοικητικές διαδικασίες και το 1825 ορίζεται μέλος της επιτροπής που θα φρόντιζε τον Άγιο Αντώνιο Κεφάλου μαζί με τον Ιωάννη Βαλσαμή και τον Γεώργιο Βιτζαρά.

Η παρουσία του δείχνει ότι οι Γεμελιάρηδες δεν ήταν μόνο μια οικογένεια γεωργών και ιδιοκτητών γης, αλλά συμμετείχαν ενεργά στη διοίκηση και στα κοινά του τόπου.

Τα προικοσύμφωνα της εποχής αποκαλύπτουν επίσης την οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Σε προικοσύμφωνο του 1820 μεταξύ Νικολάου Μωραΐτη και Κατερινάκι Κονταράτου, ο παπά-Κωνσταντίνος Γεμελιάρης εμφανίζεται να προσφέρει σημαντική προίκα με σπίτια, χωράφια, αμπέλια, ζώα και κινητά αγαθά, αποτυπώνοντας τον τρόπο ζωής και την περιουσιακή κατάσταση των παριανών οικογενειών της εποχής.

Η συνέχεια της οικογένειας στην Πάρο

Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους οι Γεμελιάρηδες εξακολουθούν να εμφανίζονται σε όλες σχεδόν τις περιοχές της κεντρικής και ανατολικής Πάρου. Καταγράφονται στις Λεύκες, στα Μάρμαρα, στη Μάρπησσα, στον Κώστο, στη Νάουσα και στην Παροικιά.

Οι εκλογικοί κατάλογοι, τα δημοτολόγια και τα μητρώα αρρένων του 19ου και 20ού αιώνα μαρτυρούν μια πολυπληθή οικογένεια, κυρίως με αγροτική δραστηριότητα, που παρέμεινε δεμένη με τη γη και τις τοπικές κοινότητες.

Στις αρχές του 20ού αιώνα μέλη της οικογένειας συμμετείχαν στους εθνικούς αγώνες. Ανάμεσα στους καταγεγραμμένους Γεμελιάρηδες υπάρχουν νέοι που κατατάχθηκαν στον ελληνικό στρατό και έπεσαν κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία της περιόδου 1919-1922.

Μια οικογένεια με πέντε αιώνες παρουσίας

Η ιστορία των Γεμελιάρηδων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα παλιάς παριανής οικογένειας που διατήρησε την παρουσία της στον χρόνο. Από τους Λευκιανούς του 1504, τους κτήτορες μοναστηριών και τους εκκλησιαστικούς παράγοντες του 18ου αιώνα, μέχρι τους γεωργούς και οικογενειάρχες του νεότερου ελληνικού κράτους, οι Γεμελιάρηδες αποτελούν μέρος της ιστορικής συνέχειας της Πάρου.

Η πορεία τους αποτυπώνει την ιστορία πολλών παλαιών οικογενειών του νησιού: ανθρώπων που μέσα από την ιδιοκτησία γης, την πίστη, την κοινωνική συμμετοχή και την παρουσία τους στα κοινά συνέβαλαν στη διαμόρφωση της παριανής κοινωνίας επί περισσότερους από πέντε αιώνες.

–1504. Το έτος 1504 ο Λευκιανοί Ιωάννης Γεωργ. Γεμελιάρης και ο Μένεγος Γεμελιάρης αφιερώνουν κτήματα τους στη μονή Παναγίας Χοζοβιώτισσας της Αμοργού.

–1556. Στις 9 Απριλίου του 1556 αναφέρεται ο Φιλόθεος Γεμελιάρης κτήρωρ της μονής Αγίας Αικατερίνης νοτιοδυτικά του Τσιπίδου, αφιερώνει την ιδιόκτητη μονή στην Μονή Χοζοβιώτισσας Αμοργού, την οποία γίνεται μετόχιο. «Εις, αφνς ‘ απριλιώ θ’ . Εγώ Φιλόθεος Γεμελιάρης, εις την Πάρο εις τον Κέφαλο. Επιδίδω και παραδωνω δια την ψυχήν μου και των γονέων μου, το μοναστήρι , ήγουν την εκκλησίαν, όπου έκτισα ατός μου την επονομαζόμενην Αγία Αικατερίνη, εις το Άσπρον Χωριόν απανωθίον εις την Αγίαν Μονήν με πύργον και με γυρισμένον χωράφιν (…) και φούρνον και σπίτια…» 

–1606. Προικοσύμφωνο Πέτρου Αντ. Κυρίτζη και Καλής Τζ. Μαυροϊωάννη. Κέφαλος, Μάρμαρα 20 Οκτωβρίου 1606.

«+Εν ονόματι του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού αμήν. Έτει από της ενσάρκου του Χριστού οικονομίας, 1606 Οκτωμβρίω 20 εν τη νήσω Πάρω εν Καστελλιώ Κεφάλω εις χωρίον λεγόμενον Μάρμαρα εις τον οίκον του κυρ Τζανή Μαυροϊωάννη συμφωνία υπανδρείας ποιούν αμφότερα τα δύο μέρη το έν μέρος ο κυρ Τζανής Μαυροϊωάννης και το έτερον μέρος ο μαστρ’ Αντώνης Κυρίτζης με γνώμην και βούλησην των συμβίων τους ο μέν διά να πάρη του άνωθεν μαστρ’ Αντώνη ο υιός ονόματι Πέτρος την θυγατέρα του άνωθεν κυρ Τζανή ονόματι Καλή διά γυναίκαν του νόμιμην και ευλογητικήν καθώς ορίζει η αγία του Χριστού Εκκλησία, πρώτον τάζει ο ρηθείς κύρ Τζανής προς την αυτού θυγατέρα, διά χάριν προικός, πρώτον μέν σπίτι να του αφήση πλησίον του μαστρο Ιωάννη Καρπούζη με το να κτίσουν μαζί με τον μαστρ’ Αντώνη ακόμη και το μαγαζέ πλησίον του κυρ Κωνσταντή Σκορδίλη και αυτό εδικόν των, το αμπέλι το μισό πλησίον του κύρ Μιχάλη Νταμιράλια και το μισό πατητήρι, φυλάσσοντας το ποτιστικό στην Βρύση το χωράφι ως καθώς ευρίσκεται πλησίον κύρ Μιχάλης Νταμιράλια και κύρ Νικόλαος Αρμπάς, με ελιές, με ρουδιές με όλα τα δέντρα και αυτό εδικόν της. Εις τον Χοιρόλακον το χωράφι πλησίον του κυρ Μάρκου Νταμιράλια ως καθώς ευρίσκεται εις τον Αντικέφαλον το χωράφι ως καθώς ευρίσκεται πλησίον κύρ Γεώργης Σκορδίλης. Ακόμη εις τον αυτόν τόπον απόξω ως ευρίσκεται εμισό την Βλυχάδα το χωράφι πλησίον του κύρ Χρούση Μουδάτζου. Ακόμη εκεί κοντά το χωράφι όπου έχω απέ τον κύρ Ροδ… πλησίον παπά Μανουήλ Λιπράντος, ακόμη από … στου άνωθεν κύρ Φραγκούλη τον κήπον έτερον κομμάτι και αυτό εδικόν της. Παπλώματα τέσσερα, μαξωτά δύο, ένα κόκκινο και ένα πετζάντο και δύο λινά… άσπρο, σεντόνια ζυγιές πέντε, δύο… τα τρία σκλέτα, μαξιλάρια ζυγιές έξι, κουρτούνες τρείς μια… και ασπροκεντητή και έτερη σκλέτη. Χειροκουρτίνα την ουρανία τηλάρι με μαλλί και … μία σκουτέλια δύο και στανιάδες δύο, ακόμη και στάνια έτερα εννέα, λύχνος της βίδας, … κολωνάτη και … ατζαλένη … ένα χάλκωμα και την άλλη μασαρία κατά την τάξιν να μην της λείπει τίποτες, μαντήλια, μπόλιες, πετζέτες, πήχες 40, ήτοι σαράντα, πάγκον έναν, κασέλες δύο, όποιες θέλει, τραπέζι ένα, καμιζόλα κόκκινη και παγονάτζα τη νέα όπου έχει και έτερη κόκκινη εκείνη που φορεί πουστοπράτζολα φτηλάτα ζύγην μίαν, έτερα βελουδένια ζυγιές δύο, μαργαριτάρι χρυσό, 10 ήτοι δέκα, δακτυλίδια μαλαματένια, τέσσερα και έτερο σουλιτάρι μαλαματένιο, σκολαρίκια ζυγήν μίαν, τις κασέλες της που έχμε και αυτές εδικές της, πουνταρέλα ντουζίνα μισή, αγελάδα μίαν, της γαϊδάρας το πουλάρι και αν κάμη και η φοράδα πουλάρι και αυτό εδικόν της. Βουτζία τρία, ήτοι 3. Το εικονοστάσι τον Θεολόγο ήτοι της μάνας της και τούτο να εορτάζη την μίαν όποιαν θέλει. Ταύτα πάντα και την ευχήν μας. Ακόμη και το χωράφι στα Μάρμαρα πλησίον του μαστρο γαλανού μετά τον θάνατόν μας και αυτό εδικόν της.

+Από το έτερον μερος τάζει και δίνει ο ρηθείς μαστρ’ Αντώνης προς τον αυτού υιόν διά χάριν προικός το αμπέλι την φυτείαν εις τον Κάμπν πλησίον του κύρ Αλεξανδή Κυρίτζη, του αδελφούν του, εις το χωρίον του Μαρμάρου, το χωράφι του Μπονοφάτζου ως καθώς ευρίσκεται πλησίον του κύρ Ιωάννη Ρούσου φυλάσσοντας να παίρνει ο πατέρας του ένα σπιτότοπο, ακόμη ένα κοντά από κάτω να κατεβάση τον τοίχον από πέρα στη γωνία του καντουνιού του χωραφιού του Αγίου Αντωνίουνα πάγη στη γουνία στο καντούνι του Μιχάλη Σκορδίλη στο Λιβάδι το χωράφι το εμισό ως καθώς ευρίσκεται με ποτιστικά, πλησίον του Νικόλα Θολόγου Λουκή και Νικόλα Γεωργίου Ρούσου φυλάσσοντας να παίρνει ο πατέρας του στο απάνω πηγάδι ήγουν το κτίσμα να έχη ένα ποτιστικό ορδινάριο, και πάλε μετά τον θάνατόν του να είναι το εμισό δικόν του το χωράφι στα Σκημπιά πλησίον κύρ Γεώργιος Γεμελιάρης και κύρ Γεώργιος Πούλιος το χωράφι στα Λακκιά πλησίον παπα Μανουήλ Λιπράντος, ως καθώς ευρίσκεται το αλώνι στον Άγιον Γεώργιον πλησίον κύρ Γεώργιος Λέφας με μαρ… ως καθώς ευρίσκεται ακόμη και ως εκεί κοντά να κατεβάση τον τοίχον και ως το Ξυλοκερατάδι, στο Μαυρολιό την πάρτη μου που έχω απέ τον Ζαχαρία και αυτό εδικόν του, σεντόνια ζυγή μίαν κεντητή, πάπλωμα γερανιό, ένα στρώμα με το μαλλί, μαξελάρια αμπελοφύλλητα, ζυγήν μίαν, στάνια κομμάτια δώδεκα, καντηλέρι ένα, δακτυλίδι μαλαματένιο ένα…, μαντήλια δύο, ρούχα … φίνες τρείς και ένα φερετζέ ήτοι ζυγιές τρείς, δύο που έχει και έτερη να την έχη ράστη ήτοι θοταργόν του και ένα σηπέτο έδωσε ένα ήτοι … βουτζιά τρία διά την ζωστροφήν του να .. .. .. μαγέρεμα να μην του λείπη. Ταύτα πάντα και την ευχήν μας και εάν .. .. .. να τους είναι απέ του άλλου χωρίς κληρονόμον να στρέφουνται τα πράγματα εις τους πρόσιμους εδικούς έτζι είπαν και εσυνιβάστηκαν και οι δύο μερίδες με θέλημα και με καλήν τους γνώμην και όποιος ήθελεν αλληλογήσει απέ τα δυό μέρη να πέφτη εις πένα και κοντάνα της αυθεντιάς ρεάλια 8, ήτοι οκτώ, τα ήμιση της αυθεντίας και τα ήμισυ της … μερίδας, επροσκάλεσαν και παρακαλετούς και αξιοπίστους μάρτυρας τον κύρ Τζανή Σκορδίλη και κύρ Ιωάννη Παδιάτη και κύρ Νικολό Ιωάννου Ρούσσο και κύρ Γεώργη Σκορδίλη. –Πρωτοπαπάς και νοτάριος Κεφάλου με θέλημα των δύο μερίδων έγραψα και εσφάλησα. (ΓΑΚ, Κ 8ζ, Συλλ. Ζερλέντη).

–1616. 23 Αυγούστου 1616. Αγορά του αγρού της Αννούλας Γεμελιάρη.

–1636. 27 Δεκεμβρίου 1636. Ομοία του αμπελίου του Φραγκίσκου Γεμελιάρη.

–1637. Σε έγγραφο του Αγίου Αντωνίου Κεφάλου αναφέρεται ο Φραγκιάς Γεμελιάρης το 1637.

–1649. Το 1649 ο Ιερομόναχος Ιάκωβος Γεμελιάρης από τις Λεύκες είναι αφιερωτής ενός χωραφιού στη Μονή Χοζοβιώτισσας Αμοργού.

–1655. Έγγραφο 24 Φεβρουαρίου 1655 αναφέρει: «Ομοία [αγορά] αμπελίου του μαστρο Γεώργη Γεμελιάρη».

–1656. Σε πωλητήριο Τζιπίδου 18 Δεκ. 1656 Ενώπιον του ιερέα Γεώργη Λιπράντου που συνέταξε το έγγραφο, ο ιερέας Κωνσταντίνος Παπδόπουλος γιός του παπα Ιωάννη Παπαδόπουλου, μαζί με την πρεσβυτέρα του και ο Περούλης Ρούσσος με τη γυναίκα του τη Γλέτα ανταλλάσουν κτήματα βρισκόμενα το μεν του πρώτου στο Ρουδά (νότια της Μάρπησσας), το δε του δεύτερου στο Παλαιοκάμινο Λευκών.«να έχει ο παπα-κυρ Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος ένα κομμάτι πράμα στις Λεύκες, στο Παλαιοκάμινο, από του κύρ Περούλη των γονέων του ο παπα Μανογέλης Γεμελιάρης αγορά και να έχει και ο κύρ Περούλης…». Υπογράφουν και οι Μαρής Τριβυζάς και Ιωάννης … .

–1695. Χωροεπίσκοπος Κεφάλου και επίτροπος Λευκών ο Γεμελιάρης Ιωάννης αναφέρεται σε έγγραφο στις 15 Δεκεμβρίου 1695.

–1712. Σε έγγραφο της 2ας Μαΐου 1712, στο οποίο ο Τζώρτζης Τζιμιλιάρης πωλεί του Τζανή Χανιώτη «σπίτι, αμπέλι, χωράφια και ει τι άλλο τίποτες ευρίσκεται διά 40 ρεάλια»

–1714. Η Μοναχή Αθανασία κατά κόσμον Ανδριανή, σύζυγος Μιχαήλ Γαβαλά. Ιδιοκτήτρια της μονής Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου (Γυαλιστή) Λευκών. Ανίψια της υπήρξαν ο ιερέας Ιωάννης Γεμελιάρης και ο ιερομόναχος Γρηγόριος Καλόπλαστος. Μετά την Αθανασία κτήτωρ της μονής κατέστη ο ιερομόναχος Γρηγόριος Καλόπλαστος ο οποίος εν συνεχεία την κληροδότησε στον αδερφό του Γεώργιο Καλόπλαστο (κατά τη διαθήκη του, 31 Ιανουαρίου 1714). Ο Γεώργιος Καλόπλαστος υπήρξε παππούς του μετέπειτα ιερομόναχου, χωροεπισκόπου και ηγούμενου του Αγίου Ιωάννη Γεωργίου Καλοπλάστου.

–1721. Ο ιερέας Ιωάννης Γεμελιάρης μνημονεύεται στο προικοσύμφωνο της Μαρούσας Τζ. Ραγκούση με τον Γεωργίου Ι. Γεμελιάρη. Λεύκες 20 Δεκεμβρίου 1721. όπου η Λαρέντζα Ραγκούση προικίζει την κόρη της Μαρούσα για να παντρευτεί τον γιο του αφέντη χωροεπισκόπου Κεφάλου Γεμελιάρη.

–1731. Στα 1731 «η περιουσία του μακαρίτη χωροεπισκόπου Γεμελιάρη διαμοιράζεται στους δανειστές του, παρόντος του καδή Παροναξίας Ομέρ εφέντη και των κληρονόμων του μακαρίτη, αφού ο ίδιος ο ιδιοκτήτης της έχει πεθάνει χρεωμένος ως το λαιμό»

–1734. Εκλογή εκπροσώπων των  κοινών της Πάρου για να διευθετήσει σοβαρό θέμα με «Επιδρομή πειρατών». Σε έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης στις 6 Αυγούστου 1734 αναφέρεται ο επίτροπος Λευκών χωροπίσκοπος Γεμελιάρης.

–1734. Χωροεπίσκοπος Κεφάλου Γεμελιάρης μαρτυρά σε έγγραφο των Λευκών στις 18 Νοεμβρίου 1734.

–1734. Στις 6 Αυγούστου 1734 ο χωρεπίσκοπος Κεφάλου Ιωάννης Γεμελιάρης υπογράφει το πρακτικό εκλογής εκπροσώπων των Κοινών της Πάρου: Βικέντζου Ντεφραγκέσκη, Γεωργίου Ανδρουσιάνου και Νικολάου Σπανόπουλου.

–1734. Σε έγγραφο Λευκών στις 18 Νοεμβρίου 1734 αναφέρεται ως μάρτυς ο Χωρεπίσκοπος Ιωάννης Γεμελιάρης σε πωλητήριο στον ηγούμενο της Αγ. Κυριακής «έμα ψαρόγι».

–1738. Σε έγγραφο της Παροικιάς 16 Οκτωβρίου 1738 υπογράφει ο χωροεπίσκοπος Κεφάλου Γεμελιάρης.

–1743. Στις Λεύκες στις 5 Νοεμβρίου 1743 ο χωροεπίσκοπος Κεφάλου Γεμελιάρης συντάσσει το προικοσύμφωνο της Ανδριανάκης Ιωάν. Ραγκούση και του Πέρρου Βαρσαμή. 

–1744. Κατά τη Γενική Συνέλευση εκπροσώπων όλων των κοινών της Πάρου, της 6 Απριλίου 1744, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους δραγουμάνου Νικολάου Μαυρογένη, εναντίον των εις βάρος του συκοφαντιών μερικών συμπατριωτών τους, προς τις τουρκικές αρχές. υπογράφει και ο χωροεπίσκοπος Λευκών Γεμελιάρης.

–1750. Σε Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου των επτά κοινών της Πάρου (Παροικιάς, Νάουσας, Κεφάλου, Τζιπίδου, Λευκών, Μαρμάρων, Δραγουλάς) στην Κωνσταντινούπολη της 23 Αυγούστου 1750, μαρτυρείται ο χωροπίσκοπος Κεφάλου Γεμελιάρης.

–1753. Σε προικοσύμφωνο Παροικιάς στις 26 Σεπτεμβρίου 1753 «το χωράφι στές Απήγανες στην Ετζερίαν σύμπλιος χωροπίσκοπος [Κεφάλου] Ιωάννης Γεμελιάρης»

–1757. Σε προικοσύμφωνο του Μαν. Αρκά και Λαρέντζας Γεμελιάρης (Λεύκες, 7 Νοεμ. 1757) αναφέρεται «το περιβόλι του Αρχολόγου με δύο πάρτες νερό της στέρνας.

–1760. Ο χωρεπίσκοπος Κεφάλου Ιωάννης Γεμελιάρης συντάσσει δωρητήριο έγγραφο Λευκών στις 20 Δεκεμβρίου 1760.

–1774. Στα 1774, Νοεμβρίου 23, «εν χορίω της Πάρου Λευχόν», «ο άγιος χωροπίσκοπος γεμελιάρης Ιωάννης, μαζί και ο αδερφός του Πετράκης Γεμελιάρης», «προσηλώνουν» το ιδιόκτητο μοναστήρι τους του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (Γυαλιστή) Λευκών. Το έγγραφο υπογράφουν: ο χωροπίσκοπος Γεμελιάρης, ο ιεροδιάκονος Δημήτριος Ραγκούσης, ο Παντελής Κονταράτος, ο παπά-Τζώρτζης Ραγκούσης, ο Πέτρος Γεμελιάρης και ο ιεροδιάκονος Αντώνιος Παρούσης.

–1777. Στον εκλογικό κατάλογο Κώστου του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 70χρονος γεωργός Νικόλαος Ανδ. Γεμελιάρης (γεν. 1777).

–1779. Στον εκλογικό κατάλογο Κώστου του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 68χρονος γεωργός Νικόλαος Γεμελιάρης (γεν. 1779).

–1784. Στον εκλογικό κατάλογο Κώστου του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 63χρονος γεωργός Ιωάννης Ανδρ. Γεμελιάρης (γεν. 1784).

–1787. Το 1787 αναφέρεται ο Γεμελιάρης Ιωάννης ανιψιός Ανδριάννας Μιχ. Γαβαλά.

–18ος αι. Στη περιοχή του Μαραθίου σε έγγραφο του 18ου αιώνα «σύμπλιος Γ. Κονταράτος με αγρόν καλούμενον Ευαγγελίστριας με Ζαννήν Γεμελιάρην».

–1790. Συμφωνία για την τιμή κτήματος. Τζιπίδος, 1 Σεπτεμβρίου 1790. Ο μαστρο Νικήτας Άγουρος και ο Λιανός Γεμελιάρης συμφώνησαν η τιμή του να γίνει 11 ρεάλια για ένα κτήμα στην Ψαρόγα. Εκτιμητής (αποκοπτής) ήταν ο Νικόλας Θωμά Ραγκούσης. Υπογράφουν ο Σακελλάριος Ραγκούσης, που υπογράφει στο όνομα του Λιανού και της συζύγου του, και ο Τζώρτζης Ραγκούσης.

–1794. Στον εκλογικό κατάλογο Κώστου του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 53χρονος γεωργός Ιωάννης Λ. Γεμελιάρης (γεν. 1794).

–1794. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (συμπεριλαμβάνεται και ο Κώστος), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 50χρονος γεωργός Ιωάννης Μ. Γεμελιάρης (γεν. 1794).

–1797. Στον εκλογικό κατάλογο Κώστου του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 50χρονος γεωργός Ιωάννης Μ. Γεμελιάρης (γεν. 1797).

–1797. Στον εκλογικό κατάλογο Κώστου του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 50χρονος γεωργός Μιχαήλ Π. Γεμελιάρης (γεν. 1797).

–1799. Στον εκλογικό κατάλογο Κώστου του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 48χρονος γεωργός Ανδρέας Γεμελιάρης (γεν. 1799).

–1805. Σε εκλογικό κατάλογο Δήμου Μάρπησσας του 1844 υπάρχει εγγεγραμμένος ο Νικόλαος Γεμελιάρης (γεν. 1805) 39 ετών. 

–1805. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 42χρονος γεωργός Γεμελιάρης Μανόλης (γεν. 1805).

–1806. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι εγγεγραμμένος), ο 31χρονος εργάτης Γεώργιος Γεμελιάρης (γεν. 1806).

 –1807. Στον εκλογικό κατάλογο Κώστου του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 30χρονος γεωργός Ιωάννης Γ. Γεμελιάρης (γεν. 1807).

–1809. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (συμπεριλαμβάνεται και ο Κώστος), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 35χρονος εργάτης Αντώνιος Γεμελιάρης (γεν. 1809).  

–1811. Στον εκλογικό κατάλογο Κώστου του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 36χρονος γεωργός Λιανός Ν. Γεμελιάρης (γεν. 1811).

–1812. Πρωτόδικος ιερέας Γεμελιάρης στην Παροικιά το 1812.

–1813. Στον κατάλογοομολογιών της μονής Ευαγγελίστριας Παροικιάς στις 10 Ιουνίου 1813 αναφέρεται ο Πρωτέκδικος Γεμελιάρης.

–1814. Στον εκλογικό κατάλογο Κώστου του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 33χρονος γεωργός Λιανός Ι. Γεμελιάρης (γεν. 1814).

–1816. Στον εκλογικό κατάλογο Κώστου του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 31χρονος γεωργός Τζανής Γεμελιάρης (γεν. 1816).

–1816. Σακελλάριος Παροικιάς Γεμελιάρης υπογράφει έγγραφο στις 30 Σεπτεμβρίου 1816.
–1816. Στις 6 Νοεμβρίου 1816 ο οικονόμος Λευκών και Κώστου Κωνσταντίνος Ρωμανός υπογράφει έγγραφο Νάουσας εις το όνομα του Ιωάννη Γαβαλά.

–1818. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 29χρονος γεωργός Νικόλαος Γεμελιάρης (γεν. 1818).

–1819. Ο ιερέας Κωνσταντίνος Γεμελιάρης Εφημέριος Μαρμάρων το 1819 και η Στάμενα Μαρία πρεσβυτέρα του ιερέα η οποία πέθανε το ίδιο έτος. «1819 Ιανουαρίου 15 αποκοιμήθη / η κόρη μου η παπαδιά Μαρία πρεσβυτέρα παπά Κωνσταντή Γεμελιάρη και ο θεός αναπαύση / αυτήν μετά τους δικαίους: παπά Στρατής Στάμενας».

–1820. Το 1820 γεννιέται ο Γεμελιάρης Γεώργιος. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1820. Σε έγγραφο του χωριού Κεφάλου (Μάρμαρα) προς τον υπουργό της θρησκείας σχετικά με τον Άγιο Αντώνιο «Ελάβομεν την διαταγήν του Ιερού Υπουργείου της θρησκείας διορίζουσαν τον Κύριον Στέφανον Μαυρογένην προστάτην του μεγάλου Αντωνίου και τον κύριον Αθανάσιον Ιεροκήρυκα, ηγούμενον τούτου διά να συνάγουσιν όλα τα εισοδήματα και να υποσυρθή εις τα ίδια ο σκευοφύλαξ των χωριών Κεφάλου όστις πρότερον εδιωρίσθη ηγούμενος τούτου παρά του αυτού Ιερού υπουργείου βλέπομεν ότι το υπουργείον της θρησκείας ενασχολούμενον εις αναγκαιοτέρας υποθέσεις δεν δύναται να εξετάση ακριβώς την αλήθειαν. Η Κυρία Μαδώ του Μαυρογένη διά αναφοράς της ηπάτησε το υπουργείον τούτο λέγουσα ότι είναι κτήμα πατρικόν της εις τα συγκίλια τούτου με το από ΄κτήμα πατρικόν της είς της κοινότητος τούτο το μοναστήριον πρό χρόνων το εκαταξουσίαζεν δυναστικώς η Δόμνα του Μαυρογένους, ως εκ τούτου εφαντάζετο η απόγονος της ότι είναι κτήμα πατρικόν των ημείς λοιπόν, σεβασμιώτατε, δεν ημπορούμεν να αποχωρίσωμεν το δίκαιον της κοινότητος αλλά θέλουμεν να δικαιολογηθούμεν προς το Ιερόν τούτο υπουργείον καθώς και ο ίδιος παραστάτης μας θέλει σας πληροφορήσει όλην την αλήθειαν δια να μην απατάται και διατάττει τοιαύτας επιταγάς παρακαλούμεν λοιπόν να μη νομίσητε τούτο μας το φέρσιμον απείθειαν προς την σεβαστήν διοίκησιν μένομεν με όλον το σέβας. Τη 20 Οκτωβρίου 1823 των χωρίων Κεφάλου. Υπογράφει ο κάτοικος Μαρμάρων Κωνσταντίνος Ιερέας Γεμελιάρης κ.α. (Τ.Σ. ΠΑΡΟΣ ΜΑΡΜΑΡΑ 1820) (Γ.Α.Κ.).

–1820. Προικοσύμφωνο Νικολάου Μωραΐτη και Κατερινακίου Κονταράτου (Μάρμαρα, 3 Νοεμβρίου 1820).

«εις δόξαν Χριστού αμήν του αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος Προκοπίου.

+ Έθος παλαιόν επεκράτησεν και νόμος εδόθη παρά Θεού Παντοκράτορος, έφησε Παύλος το της Εκκλησίας εδρέωμα, εθέσπισαν οι θεοφόροι πατέρες συμφωνίας υπανδείας και καθαρόν συνοικέσιον, καθώς ορίζει η αγία καθολική εκκλησία. Ούτω σύν Θεώ αγίω ερχόμενα τα δύο μέρη, το ένα μέρος ο παπα –κύρ Κωνσταντίνος Γεμελιάρης και το έτερον μέρος ο κύρ Δημήτριος Μωραΐτης, διά να λάβη ο υιός του Νικολάκης την ανεψιάν του παπά ονόματι Κατερινάκη διά γυναίκαν του νόμιμον και ευλογητικήν του, και διό γράφει ο παπά –κύρ Κωνσταντίνος την εικόνα του Τιμίου Σταυρού, τα εισόδια της Θεοτόκου και τα επίλοιπα τα όσα της ευρέθησαν τα γονικά της, τα οσπίτια της καθώς ευρίσκονται τα γονικά της με τους αέρηδες τους και με ταις τοποθεσίαις τους, από συρμή του οσπιτίου τρείς κασέλαις, ένα τραπέζι, δύο καρέγλαις μακριαίς και μικραίς, τέσσερα δακτυλίδια μαλαγματένια, ένα κορδόνι μαλαγματένιο με κορφή, ένα λαιμόν ποτόνια με ένα σταυρόν, μίαν φορεσιάν ρούχα ατλαζένια, άλλην φορεσιά παρακατιανή, τέσσερα ζευγάρια σεντόνια με πλεκτά και δύο σκλέτα, και πέντε κουρτούναις, ένα στρώμα γεμάτον με μαλλί και ένα ψιδί και παννί πήχες: 53: πετζέταις: 12: ένα ταβλομάντηλον, τέσσεις νιφτόμπολαις, μίαν τουζίνα  πιάτα εγγλέζικα και άλλην μίαν χοντρά, ένα καντηλιέρι πρού ζινον από δε τα υποστατικά, το χωράφι εις τον Τίμιον Σταυρόν σύμλιος ο άνωθεν παπάς, έτερον χωράφι εις το ομοίον μέρος πλησίον Μαργαριταράκη Μπιάζενα (Βιάζη), ένα λιβαδάκι πλησίον Αντωνάκης Ραγκούσης, ένα εξαμπέλισμα στην Κολυβού πλησίον Κωνσταντίνος Σιφάκης, το χωράφι εις την Σκαμνιάν πλησίον η κυρά – Μαργαριταράκη Μπιάζη, το χωράφι εις τον Πλακωτόν πλησίον Μανολιός Άγουρος, το χωράφι εις τον Άγιον Βασίλειον πλησίον ο αυτός τις μάνδραις με το αλώνι, ένα χωράφι εις τον Άγιον Βασίλειον πλησίον ο παπάς, το χωράφι εις τους Μαγιαλούπους πλησίον Δημήτρης Στέλλας ένα αμπέλι όπου είναι εις την Γλυφάδα (Γλυφάδες) πλησίον Μαρουσάκη Μπελέγρα χωράφι εις ταις Αγκαθιαίς πλησίον Γεώργης Φιλίνης μίαν ελαίαν εις τον Άγιον Ιωάννης της κερά Αντριάνας τέσσερα χαρανιά μικρά και μεγάλα δύο τηγάνια, έξε τζάραις, ένα ξυλοβούτζι, δύο βουτζά του κρασιού μίαν κρεβαταριάν, τέσσερεις απλάδεναις μεγάλες.

Από δε το έτερο μέρος ο κυρ Δημήτριος δίδει του υιού του Νιολάκη την εικόνα του Αγίου Βασιλείου, τα οσπίτια της μητρός του καθώς ευρίσκονται, το χαρανί της ρακής: 8 τζάραις, ένα βουτζί, δύο ζευγάρια σεντόνια με τα πλεκτά, τρία ζευγάρια σκλέτα, τρείς κουρτούναις, δύο μοναίς και η άλλη μεταξωτή, ένα στρώμα γεμάτον και μίαν μαξελάραν, ένα πάπλωμα καινούριον, δώδεκα πετζέταις φίναις, ένα τραπεζομάντιλον φίνον και έτερον χοντρό ένα ζευγάρι σκολαρίκια μαλαματένια, δύο δακτυλίδια μαλαματένια, ένα ζευγάρι σκολαρίκια μαλαματένια, δύο δακτυλίδια μαλαματένια, ένα ζευγάρι φιούμπες ασημένιαις: 14 κουμπιά ασημένια, δύο ασημένια πιρούνια, μίαν τουζίνα μαχαιροπίρουνα, μίαν πιάτα και πέντε αλάδεναις, δύο καντηλιέρια, μία κασέλα καρυδένη από δε τα υποστατικά, το χωράφι εις τον Σχίνον, πλησίον Μανολιός Άγουρος, το εξαμπέλισμα εις την Ευαγγελίστρα, πλησίον καπετάν Δημητρακης, το λιβάδι εις τον Βρόντα πλησίον ο αυτός αποθανόντας του, ένα χωράφι εις τα Φυρόγια πλησίον Μανολιός Άγουρος, άλλο χωράφι εις τον Κάψαλον πλησίον Άγιος Αντώνιος δέκα κεφάλια πρόβατα, ένα βόδι, και μίαν αγελάδα, την μάνδρα την αξεστέαστην πλησίον Αννάκη του Μανολιού. Ταύτα πάντα και την ευχήν των γονέων τους έτι του δίδει και μετρητά γρόσια: 500: δίδει της και ο πάρπα της ο παπά κύρ Κωνσταντίνος: 1000.

Κωνσταντίνος ιερεύς Κομπαδάκης

Έγραψα το παρον και πιστώς μαρτυρώ.

–1823. Στις 20 Οκτωβρίου 1823 ο ιερέας Τσιπίδου Γεμελιάρης Κωνσταντίνος υπογράφει σε έγγραφο.

–1824. Στις 21 Σεπτεμβρίου 1824 ο εφημέριος Μαρμάρων Κωνσταντίνος Γεμελιάρης υπογράφει το πρακτικό εκλογής «εκλεκτών» των Μαρμάρων.

–1825. Στις 18 Αυγούστου 1825 ο ιερέας Τσιπίδου Γεμελιάρης Κωνσταντίνος υπογράφει σε έγγραφο.

– 1825. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1825, το εκτελεστικό Σώμα της Προσωρινής Κυβέρνησης της Ελλάδος δια τον πρόεδρο του Γεωργ. Κουντουριώτη ειδοποιεί το Υπουργείο Λατρείας (Θρησκείας), ότι ενέκρινε τον διορισμό Επιτροπής διά να επιστατεί τον Άγιο Αντώνιο. Μέλη αυτής ορίσθηκαν ο Ιωάννης Βαλσαμής, ο Γεώργιος Βιτζαράς και ο ιερέας Κωνσταντίνος Γεμελιάρης.

–1826. Σε διαθήκη στις 6 Ιανουαρίου 1826 αναφέρεται ο Ιωάννης Γεμελιάρης.

–1827. Ποσότης των χρεών του χωριού Μαρμάρων τα οποία χρεωστούνται με ομολογίας εις την Επανάστασην το 1827: Αυγούστου 14.

Εις Πετράκην Μ. Μαυρογένην γρ. 5425.

Μάρκου Μάτσα Μαυρογένους η από της 700: έμηναν 500γρ.

Κωνσταντή Γεμελιάρη γρ. 500

Μακαρίου Αγούρου γρ. 514

Γεωργίου Γαϊτάνου γρ. 1440

Ιωάννου Καντιώτου 67

Κωνσταντίνου Συφάκη 311

Άνευ ομολογίας Ιωάννου Πρωτοκόλου γρ.50

Τα όσα έχει να λάβγ ο επίτροπος του ιδίου χωριού Μανουήλ Παπαδόπουλος γρ.250

Το Μερικόν χρέος του Κοινού του χωριού Μαρμάρων γρ. 8600:100

–1829. Στις 5 Δεκεμβρίου 1829 σε έγγραφο Παροικιάς αναφέρεται ο εφημέριος Μαρμάρων Κωνσταντίνος Γεμελιάρης στον Κατάλογο συνδρομητών του εν τη κωμοπόλει Λευκών της Πάρου συστηθησομένου Αλληλοδιδακτικού σχολείου. Φέρεται να προσφέρει ανάμεσα στους κατοίκους των Μαρμάρων γρόσια 5.

–1833. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένος ο Κωνσταντίνος Εμμανουήλ Γεμελιάρης (γεν. 1833), ετών 70, γεωργός, χήρος.

–1833. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Ιωάννης Εμμανουήλ Γεμελιάρης (γεν. 1833), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 70, γεωργός, έγγαμος.

–1843. Σε εκλογικό κατάλογο του 1843, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Μανώλης Γεμελιάρης.

–1844. Το 1844 γεννιέται στις Λεύκες ο Γεμελιάρης Μιχαήλ του Γεωργίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1846. Γεμελιάρη Αννέζα θυγατέρα παπά Κωνσταντίνου Γεμελιάρη (γεν. 1846) και σύζυγος Νικήτα Άγουρου.

–1846. Πιστοποιητικό που συνέταξαν οι κάτοικοι του Δήμου Μαρπήσσης για να βεβαιώσουν τη συμμετοχή του συγχωριανού τους Γεωργίου Φωκιανού στον αγώνα του 1821 όπου το 1826 χρημάτισε κατά του Ιμπραΐμ στην πολιορκία της Τριπολιτσάς υπο τις οδηγίες του Δημητρίου Σάλα. Ένας από τους υπογράφοντες συγχωριανούς του στις 20 Μαΐου 1846 στην Μάρπησσα ήταν και ο Γεμελιάρης Μανός.

–1848. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Ζαμπέτα Ιωάννη Γεμελιάρη (γεν. 1848), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 55, οικιακά, έγγαμος.

–1852. Το 1852 γεννιέται στις Λεύκες ο Γεμελιάρης Νικόλαος του Ιωάννη. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1854. Το 1854 γεννιέται στις Λεύκες ο Γεμελιάρης Γεώργιος του Παρασκευά. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1859. Το 1859 γεννιέται στις Λεύκες ο Γεμελιάρης Μιχαήλ του Παρασκευά. Ήταν εγγεγραμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινώτητας Λευκών.

–1861. Το 1861 γεννιέται στις Λεύκες ο Γεμελιάρης Εμμανουήλ του Ζαννή. Ήταν εγγεγραμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινώτητας Λευκών.

–1861. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένος ο Εμμανουήλ Ιωάννη Γεμελιάρης (γεν. 1861), ετών 42, γεωργός, έγγαμος.

–1865. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένος ο Μιχαήλ Εμμανουήλ Γεμελιάρης (γεν. 1865), ετών 38, γεωργός, έγγαμος.

–1866. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος 1866. Γεμελιάρης Νικόλαος του Γεωργίου και Γεμελιάρης Μιχαήλ του Νικολάου.

–1867. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος 1867. Γεμελιάρης Ευστράτιος του Γεωργίου και Γεμελιάρης Ανδρέας του Παρασκευά.

–1872. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1872 ο Γεμελιάρης Νικόλαος του Παρασκευά, ο Γεμελιάρης Φώτιος του Ιωάννη και ο Γεμελιάρης Ιωάννης του Γεωργίου.

–1868. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένη η Ελένη? Εμμανουήλ Γεμελιάρη (γεν. 1868), ετών 35, οικιακά, έγγαμος.

–1868. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένος ο Νικόλαος Ιωάννη Γεμελιάρης (γεν. 1868), ετών 35, γεωργός, έγγαμος.

–1873. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1873 ο Γεμελιάρης Λουκάς του Γεωργίου.

–1873. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένος ο Δημήτριος Κωνσταντίνου Γεμελιάρης (γεν. 1873), ετών 30, εργάτης, έγγαμος.

–1873. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένος ο Εμμανουήλ Κωνσταντίνου Γεμελιάρης (γεν. 1873), ετών 30, γεωργός, άγαμος.

–1873. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένη η Μαρία σύζ. Νικολάου Γεμελιάρη (γεν. 1873), ετών 30, οικιακά, έγγαμος.

–1875. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1875 ο Γεμελιάρης Ιωάννης του Παρασκευά.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Υρίας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 71χρονος γεωργός, Ανδρέας Γεμελιάρης του Παρασκευά, αλλά και ο Γεμελιάρης Γεώργιος του Ευστράτιου 39 χρονών γεωργός.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Γεμελιάρης Ιωάννης του Εμμανουήλ, εργάτης 45 ετών.

–1875. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένος ο Ιωάννης Κωνσταντίνου Γεμελιάρης (γεν. 1875), ετών 28, γεωργός, άγαμος.

–1876. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένος ο Μαρία σύζ. Μιχαήλ Γεμελιάρη (γεν. 1876), ετών 27, οικιακά, έγγαμος.

–1879. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Κωνσταντίνος Ιωάννης Γεμελιάρης(γεν. 1879), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 24, γεωργός, άγαμος.

–1879. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1879 ο Γεμελιάρης Ιωάννης του Νικολάου και ο Γεμελιάρης Δημήτριος του Νικολάου.

–1879. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 70χρονος γεωργός Νικόλαος Ι. Γεμελιάρης, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 28 Απριλίου 1879.

–1880. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένος ο Κοσμάς Κωνσταντίνου Γεμελιάρης (γεν. 1880), ετών 23, στρατιώτης, άγαμος.

–1881. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1881 ο Γεμελιάρης Ιωάννης του Νικολάου και ο Γεμελιάρης Παναγιώτης του Γεωργίου.

–1881. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Δημήτριος Ιωάννης Γεμελιάρης (γεν. 1881), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 22, γεωργός, άγαμος.

–1882. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Όλγα Ιωάννης Γεμελιάρη(γεν. 1882), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 21, οικιακά, άγαμος.

–1882. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1882 ο Γεμελιάρης Μιχαήλ του Νικολάου.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883 είναι εγγεγραμμένος ο Γεμελιάρης Αντώνιος του Ιωάννη, ετών 68, εργάτης.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο του Κώστου του 1883 είναι εγγεγραμμένος ο Γεμελιάρης Μιχάλης του Ιωάννη, 58 ετών, εργάτης, απεβίωσε.

–1883. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1883 ο Γεμελιάρης Σταμάτιος του Γεωργίου.

–1884. Στις 21 Απριλίου 1884 ο 27χρονος επιπλοποιός από την Πάρο Ιωάννης Γεμελιάρης, του Νικολάου και της Δέσποινας, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 18χρονη από την Αμοργό Χαρίστω Γιωργάνου, του Δημητρίου και της Σοφίας.

–1885. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Θεόδωρος Ιωάννης Γεμελιάρης (γεν. 1885), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 18, γεωργός, άγαμος.

–1885 Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Γεμελιάρης Αντώνιος του Ιωάννη, 70 ετών, εργάτης από τη Νάουσα και Γεμελιάρης Ανδρέας του Αντωνίου, 37 ετών από τη Νάουσα, εργάτης.

–1885. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1885 ο Γεμελιάρης Ανδρέας του Γεωργίου.

–1888. Γεμελιάρης Παρασκευάς του Γεωργίου. Έτος γέννησης το 1888 στις Λεύκες. Εγγεγραμμένος στο Μητρώο των Αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1890. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1890 στις Λεύκες ο Γεμελιάρης Ζαννής του Εμμανουήλ και ο Γεμελιάρης Αντώνιος  του Νικολάου.

–1891. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένος ο Εμμανουήλ Μιχαήλ Γεμελιάρης (γεν. 1891), ετών 12, ποιμήν, άγαμος.

–1891. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1891 στις Λεύκες ο Γεμελιάρης Κωνσταντίνος του Γεωργίου.

–1893. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1893 στις Λεύκες ο Γεμελιάρης Παρασκευάς του Μιχαήλ και ο Γεμελιάρης Νικόλαος του Εμμανουήλ.

–1893. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένος ο Φραγκίσκος Μιχαήλ Γεμελιάρης (γεν. 1893), ετών 10, ποιμήν, άγαμος.

–1894. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένη η Θεολογίτη Μιχαήλ Γεμελιάρη (γεν. 1894), ετών 9, άνευ, άγαμος.

–1894. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1894 στις Λεύκες ο Γεμελιάρης Γεώργιος του Νικολάου και ο Γεμελιάρης Νικόλαος του Ιωάννη.

–1894. Στις 13 Οκτωβρίου 1894 ο 25χρονος υποδηματοποιός από την Πάρο Ιωάννης Ρουμελιώτης του Θεόδωρου και της Αικατερίνης Βεντουρή, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 18χρονη από την Πάρο Ειρήνη Νταβαρία, του Γεωργίου και της Ελένης Γεμελιάρη.

–1895. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1895 στις Λεύκες ο Γεμελιάρης Παρασκευάς του Γεωργίου και ο Γεμελιάρης Ιωάννης του Μιχαήλ.

–1896. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένος ο Ιωάννης Εμμανουήλ Γεμελιάρης (γεν. 1896), ετών 7, μαθητής, άγαμος.

–1897. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένος ο Ιωάννης Νικολάου Γεμελιάρης (γεν. 1897), ετών 6, μαθητής, άγαμος.

–1897. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένος ο Σπύρος Εμμανουήλ Γεμελιάρης (γεν. 1897), ετών 6μηνών, άνευ, άγαμος.

–1897. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1897 στις Λεύκες ο Γεμελιάρης Σταμάτιος του Νικολάου και ο Γεμελιάρης Ανδρέας του Γεωργίου.

–1898. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1898 στις Λεύκες ο Γεμελιάρης Αντώνιος του Γεωργίου ο οποίος έπεσε υπέρ της πατρίδος κατά την περίοδο 1919-22. Ο Γεμελιάρης Γεώργιος του Ιωάννη και ο Γεμελιάρης Εμμανουήλ του Μιχαήλ.

–1898. Πίναξ του Συνδέσμου των εν Λαυρίω, Αθήναις περιχώροις και Πειραιει ΠΑΡΙΩΝ, εμφαίνων ονοματεπώνυμων μελών της Περιόδου 1ης Ιουνίου 1898 o Γεμελιάρης Ν. Ιωάννης και ο Γεμελιάρης Γεώργ. Νικόλαος.

–1898. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένος ο Γεώργιος Νικολάου Γεμελιάρης (γεν. 1898), ετών 5, άνευ, άγαμος.

–1898. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένη η Αννέζα Μιχαήλ Γεμελιάρη (γεν. 1898), ετών 5, άνευ, άγαμος.

–1899. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένος ο Νικόλαος Εμμανουήλ Γεμελιάρης (γεν. 1899), ετών 4, άνευ, άγαμος.

–1900. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένη η Ειρήνη Μιχαήλ Γεμελιάρη (γεν. 1900), ετών 3, άνευ, άγαμος.

–1900. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένη η Άννα Εμμανουήλ Γεμελιάρη (γεν. 1900), ετών 3, άνευ, άγαμος.

–1900. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1900 στις Λεύκες ο Γεμελιάρης Νικόλαος του Γεωργίου και ο Γεμελιάρης Γεώργιος του Ιωάννη. Και οι δυο είχαν καταταχτεί στον ελληνικό στρατό ως εθελοντές. Έπεσαν υπερ πατρίδος στον Μικρασιατικό πόλεμο κατά την περίοδο 1919-22.

–1901. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1901 στις Λεύκες ο Γεμελιάρης Φραγκίσκος του Μιχαήλ.

–1902. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1902 στις Λεύκες ο Γεμελιάρης Ιωάννης του Εμμανουήλ.

–1904. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1904 στις Λεύκες ο Γεμελιάρης Γεώργιος του Ιωάννη.

–1905. Το 1905 γεννιέται ο γεωργός Γεμελιάρης Γεώργιος του Εμμανουήλ. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μαρπήσσης στις 4 Φεβρουαρίου 1950 διαγράφεται ως εγγραφέντας σε άλλο εκλογικό κατάλογο άλλων Κοινοτήτων.

–1906. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1906 στις Λεύκες ο Γεμελιάρης Γεώργιος του Μιχαήλ.

–1908. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1908 στις Λεύκες ο Γεμελιάρης Μνηγός του Μιχαήλ και ο Γεμελιάρης Νικόλαος του Ιωάννη.

–1910. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1910 στις Λεύκες ο Γεμελιάρης Ιάκωβος του Ιωάννη.

–1923. Μέλος του Εξωραϊστικού Φιλοδασικού Συλλόγου Λευκών, εν Λεύκαις τη 17 Απριλίου 1923 ο Γεώργιος Γιεμελιάρης, ο Ιωάννης και ο Παναγιώτης Γιεμελιάρης.

–1924. Το 1924 γεννιέται ο Γεμελιάρης Νικόλαος του Γεωργίου γεωργός, κάτοικος κοιν. Αρχιλόχου.

–1925. Το 1925 γεννιέται ο Γεμελιάρης Νικόλαος του Κωνσταντίνου.

–1927. Το 1927 γεννιέται ο Γεμελιάρης Σταύρος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος κοιν. Μάρπησσας.

–1928. Το 1928 γεννιέται ο Γεμελιάρης Νικόλαος του Γεωργίου γεωργός κάτοικος κοιν. Μάρπησσας.

–1928. Το 1928 γεννιέται ο Γεμελιάρης Ιωάννης του Θεόδωρου γεωργός κάτοικος κοιν. Μάρπησσας.

–1929. Το 1929 γεννιέται ο Γεμελιάρης Εμμανουήλ του Ιωάννη και ο Γεμελιάρης Νικόλαος του Ιωάννη.

–1931. Το 1931 γεννιέται ο Γεμελιάρης Εμμανουήλ του Ιωάννη.

–1932. Το 1932 γεννιέται ο Γεμελιάρης Νικήτας του Θεόδωρου.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Μάρπησσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 62χρονος Γεμελιάρης Δημήτριος του Ιωάννη γεωργός, ο 61χρονος Γεμελιάρης Θεόδωρος του Ιωάννη γεωργός, ο 38χρονος γεωργός Γεμελιάρης Μιχαήλ του Εμμανουήλ, ο 48χρονος γεωργός Γεμελιάρης Ιωάννης του Εμμανουήλ, ο 45χρονος γεωργός Γεμελιάρης Νικήτας του Εμμανουήλ, ο 40χρονος γεωργός Γεμελιάρης Γεώργιος του Εμμανουήλ και ο 49χρονος γεωργός Γεμελιάρης Γεώργιος του Νικολάου.

 

Γεναδόπουλος: Βλέπε Γενναδόπουλος


Γενάρης ή Γεννάρης: Οι Γενάρηδες ή Γεννάρηδες αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα παριανού επωνύμου που φαίνεται να προήλθε από παρωνύμιο, δηλαδή από ένα παρατσούκλι που με την πάροδο του χρόνου καθιερώθηκε ως οικογενειακό όνομα.

Σύμφωνα με οικογενειακή παράδοση, ο παλαιότερος κλάδος της οικογένειας συνδεόταν με το επώνυμο Ζουμής, το οποίο ανήκει σε παλαιότερη οικογένεια της Πάρου. Σε κάποιον από τους προγόνους δόθηκε το παρωνύμιο «Γενάρης», το οποίο τελικά αντικατέστησε το αρχικό επώνυμο και πέρασε στους απογόνους του.

Η παράδοση αναφέρει ότι ο άνθρωπος αυτός είχε τη συνήθεια να αναρωτιέται συνεχώς και να ζητά εξηγήσεις για διάφορα πράγματα. Ιδιαίτερα τον απασχολούσε το γεγονός ότι οι γάτες γεννούσαν και τον μήνα Ιανουάριο, κάτι που επαναλάμβανε συχνά. Για τον λόγο αυτό οι συγχωριανοί του τον αποκάλεσαν «Γενάρη», ένα παρωνύμιο που τελικά έγινε το νέο οικογενειακό όνομα.

Η ιστορία αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του τρόπου με τον οποίο δημιουργήθηκαν πολλά ελληνικά επώνυμα μέσα από καθημερινές συνήθειες, χαρακτηριστικά ανθρώπων ή περιστατικά που έμειναν στη μνήμη της κοινότητας.

Η παρουσία της οικογένειας στην Πάρο

Η οικογένεια Γενάρη εμφανίζεται στην Πάρο τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα. Σε στοιχείο της Μονής Θαψανών του 1834 καταγράφεται το επώνυμο Γενάρης, γεγονός που αποτελεί μία από τις πρώτες γνωστές γραπτές μαρτυρίες της παρουσίας της οικογένειας στο νησί.

Το 1847, σε εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς, στον οποίο συμπεριλαμβανόταν και η Αντίπαρος, αναφέρεται ο 58χρονος γεωργός Ιάκωβος Γενάρης. Η καταγραφή αυτή δείχνει ότι η οικογένεια είχε ήδη εγκατασταθεί στην περιοχή της Παροικιάς και συμμετείχε στον κοινωνικό ιστό της εποχής.

Η συνέχεια της οικογένειας καταγράφεται κυρίως στην Παροικιά. Το 1888, στην Ερμούπολη της Σύρου, τελείται ο γάμος της Μαρίας Γενάρη, κόρης του Ιωάννη Γενάρη και της Μαρουλιώς Μεταξά, με τον Παριανό Ιωάννη Ραγκούση. Η καταγραφή αυτή επιβεβαιώνει τη σύνδεση της οικογένειας με την Πάρο και τις οικογενειακές σχέσεις που αναπτύσσονταν μεταξύ των νησιών των Κυκλάδων.

Το 1894 γεννιέται ο Δημήτριος Γεννάρης του Ανδρέα, κάτοικος Παροικιάς, ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα καταγράφεται η Χρυσώ Γενάρη, γεννημένη το 1901, σύζυγος Δημητρίου και κόρη του Κωνσταντίνου Αποστολόπουλου.

Η οικογένεια στον 20ό αιώνα

Κατά τον 20ό αιώνα οι Γενάρηδες συνεχίζουν να αποτελούν μέρος της κοινωνικής ζωής της Παροικιάς.

Σε φωτογραφικό υλικό του 1945 εμφανίζεται στην Παροικιά ο Κώστας Γενάρης, μαρτυρία που συνδέει την οικογένεια με την καθημερινή ζωή της πρωτεύουσας της Πάρου κατά τη μεταπολεμική περίοδο.

Στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1946 καταγράφεται ο Δημήτριος Γεννάρης του Ανδρέα, γεννημένος το 1894, συνταξιούχος και κάτοικος Παροικιάς. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1950, εμφανίζεται ξανά η Χρυσώ Γενάρη στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Παροικιάς, ενώ το 1952 καταγράφεται ο Ανδρέας Γεννάρης του Δημητρίου, ιδιωτικός υπάλληλος.

Σήμερα το επώνυμο συνεχίζει να υπάρχει στην Πάρο, αν και ο βασικός κλάδος διατηρήθηκε μέσω θηλυγονίας. Παράλληλα, υπάρχει κλάδος της οικογένειας που εγκαταστάθηκε στο Βέλγιο και εξακολουθεί να διατηρεί περιουσιακούς δεσμούς με την περιοχή του Μώλου.

Ένα επώνυμο με ζωντανή μνήμη

Η ιστορία των Γενάρηδων είναι ένα μικρό αλλά ενδιαφέρον κομμάτι της παριανής ανθρωπογεωγραφίας. Δεν πρόκειται για μία από τις πολυπληθέστερες οικογένειες του νησιού, όμως η προφορική παράδοση για τη δημιουργία του επωνύμου, η σύνδεσή του με την παλαιότερη οικογένεια Ζουμή και οι γραπτές μαρτυρίες από τον 19ο αιώνα δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες των Κυκλάδων διαμόρφωσαν και διατήρησαν την οικογενειακή τους μνήμη.

Οι Γενάρηδες αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός επωνύμου που γεννήθηκε από την καθημερινότητα ενός ανθρώπου και παρέμεινε ζωντανό μέσα στον χρόνο, συνδεδεμένο με την ιστορία της Παροικιάς και της Πάρου.

–1834. Στοιχείο της μονής Θαψανών, στα 1834. Το επώνυμο Γενάρης υπάρχει και σήμερα στην Πάρο.

–1847. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 58χρονος γεωργός Ιάκωβος Γενάρης.

–1888. Στις 29 Απριλίου 1888 ο 35χρονος εργατικός; από την Πάρο Ιωάννης Ραγκούσης του Ιωάννη και της Μαρίας Ι. Σφακιανού, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 16χρονη από την Σύρο Μαρία Γενάρη, του Ιωάννη Γενάρη και της Μαρουλιώς Μεταξά.

–1894. Το 1894 γεννιέται ο Γεννάρης Δημήτριος του Ανδρέα  κάτοικος Παροικιάς.

–1901. Γενάρη Χρυσώ, όνομα συζύγου: Δημήτριος, Κύριο όνομα και επώνυμο πατρός: Κ. Αποστολόπουλος. Έτος γέννησης: 1901. Επάγγελμα: οικοκυρά.

–1930. Το 1930 γεννιέται ο Γεννάρης Ανδρέας του Δημητρίου ιδ. υπάλληλος κάτοικος της Κοιν. Παροικιάς.

–1945. Σε φωτογραφεία του 1945 απεικονίζεται στην Παροικιά ο Κώστας Γενάρης.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο Γεννάρης Δημήτριος του Ανδρέα (γεν. 1894) συνταξιούχος, κάτοικος Παροικιάς.

–1950. Στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Παροικιάς στις 17 Μαΐου 1950 είναι εγγεγραμμένη η Γενάρη Χρυσώ (γεν. 1901), όνομα συζύγου Δημήτριος, όνομα πατρός Κ. Αποστολόπουλος.

–1952. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς το 1952 είναι εγγεγραμμένος ο Γεννάρης Ανδρέας του Δημητρίου ιδ. υπάλληλος κάτοικος της Κοιν. Παροικιάς.

 

Γενεράλες: Βλέπε Γενεράλης

 

–Γενεράλης ή Γενεράλες: Οι Γενεράληδες ή Γενεράλες αποτελούν μία ακόμη οικογένεια της Πάρου με επώνυμο που φανερώνει τις παλαιότερες επιδράσεις της βενετικής παρουσίας στις Κυκλάδες και στο Αιγαίο.

Το επώνυμο ανήκει στην κατηγορία των ονομάτων που προέρχονται από βενετικά αξιώματα, τίτλους ή επαγγελματικές ιδιότητες. Η προέλευσή του συνδέεται πιθανότατα με την ιταλική λέξη Generale (γενικός, ανώτατος), έναν τίτλο που χρησιμοποιούνταν κατά τη βενετική περίοδο και ο οποίος σε ορισμένες περιπτώσεις πέρασε ως οικογενειακό όνομα.

Η οικογένεια φαίνεται να έχει κρητοβενετική καταγωγή. Στην Κρήτη το επώνυμο συναντάται με τους τύπους Γενεράλης και Γενεράλες, ιδιαίτερα στην περιοχή του Αμαρίου και στο Γερακάρι, ενώ εμφανίζεται επίσης στην Κύθνο. Η παρουσία του στην Πάρο εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο μετακινήσεων οικογενειών μεταξύ των νησιών του Αιγαίου, ιδιαίτερα κατά τους νεότερους χρόνους.

Η παρουσία των Γενεράληδων στην Πάρο

Οι πρώτες γνωστές καταγραφές της οικογένειας στην Πάρο εντοπίζονται τον 19ο αιώνα, κυρίως στην περιοχή της Μάρπησσας.

Στα δημοτολόγια του Δήμου Μάρπησσας, τα οποία συντάχθηκαν το 1903, καταγράφονται μέλη της οικογένειας που είχαν γεννηθεί στα μέσα του 19ου αιώνα και διατηρούσαν δεσμούς με την Πάρο, αν και ορισμένοι είχαν μετακινηθεί στην Αθήνα.

Συγκεκριμένα, αναφέρεται ο Ιωάννης Γεωργίου Γενεράλης, γεννημένος το 1853, κάτοικος Αθηνών, επαγγελματίας σανδαλοποιός και έγγαμος. Την ίδια περίοδο καταγράφεται ο Αντώνιος Γεωργίου Γενεράλης, γεννημένος το 1858, κάτοικος Αθηνών, επαγγελματίας κηπουρός, καθώς και η Δέσποινα Ιωάννη Γενεράλη, γεννημένη το 1858, οικιακά.

Οι εγγραφές αυτές δείχνουν ένα χαρακτηριστικό φαινόμενο των παριανών οικογενειών του 19ου αιώνα: τη διατήρηση της καταγωγής από το νησί, ενώ παράλληλα αναπτύσσονταν νέοι κλάδοι σε αστικά κέντρα, κυρίως στην Αθήνα.

Οι Γενεράληδες και η ναυτική παράδοση

Ιδιαίτερη σημασία έχει η παρουσία του Γεωργίου Γενεράλη, κατοίκου Πάρου και ναυτικού, ο οποίος αναφέρεται σε συμβολαιογραφικές πράξεις της Σύρου το 1860.

Στις 16 Ιανουαρίου 1860 εμφανίζεται σε πράξη ναυτοδανείου, ενώ λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 26 Φεβρουαρίου και στις 27 Μαρτίου 1860, συνάπτει συμφωνητικά σε ναυπηγείο της Ερμούπολης. Οι καταγραφές αυτές αποτελούν σημαντική μαρτυρία για τη συμμετοχή των Γενεράληδων στη ναυτική δραστηριότητα των Κυκλάδων, σε μια εποχή όπου η Σύρος αποτελούσε το σημαντικότερο ναυπηγικό και εμπορικό κέντρο του Αιγαίου.

Η οικογένεια στη Μάρπησσα

Το 1875, σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας, αναφέρεται ο Ιωάννης Γενεράλης του Γεωργίου, ηλικίας 21 ετών, επαγγελματίας σκυτοτόμος (υποδηματοποιός). Η αναφορά αυτή επιβεβαιώνει τη συνέχιση της οικογένειας στη Μάρπησσα και την παρουσία της στην τοπική κοινωνία.

Η οικογένεια συνδέθηκε επίσης με την ιστορική μνήμη της Μάρπησσας. Στο Ηρώο της Μάρπησσας, που ανεγέρθηκε το 1929 από τον Σύνδεσμο Μαρπησσέων Πάρου προς τιμήν των συμπατριωτών που έπεσαν στους πολέμους της περιόδου 1912-1922, αναγράφεται το όνομα:

ΓΕΝΕΡΑΛΗΣ Σ. Ι.

Η αναφορά αυτή αποτελεί την τελευταία μέχρι σήμερα γνωστή ιστορική μαρτυρία για μέλος της οικογένειας που τίμησε την πατρίδα μέσα από τη συμμετοχή του στους εθνικούς αγώνες.

Ένα επώνυμο με ρίζες στη βενετική Ανατολή

Η ιστορία των Γενεράληδων στην Πάρο είναι ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολυπολιτισμικής ιστορίας των Κυκλάδων. Ένα επώνυμο με ρίζες σε βενετικό τίτλο, που πέρασε πιθανότατα μέσα από την Κρήτη και την νησιωτική Ελλάδα, εμφανίζεται στη

–1853. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Ιωάννης Γεωργίου Γενεράλης (γεν. 1853), κάτοικος Αθήνας, ετών 50, σανδαλοποιός, έγγαμος.

–1858. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Δέσποινα Ιωάννη Γενεράλη (γεν. 1858), κάτοικος Αθήνας, ετών 45, οικιακά, έγγαμος.

–1858. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Αντώνιος Γεωργίου Γενεράλης (γεν. 1858), κάτοικος Αθήνας, ετών 45, κηπουρός, έγγαμος.

–1860. Στις 16 Ιανουαρίου 1860 σε συμβολαιογραφική πράξη [ναυτοδάνειο] στην Σύρου αναφέρεται ότι ο κάτοικος Πάρου ναυτικός Γενεράλης Γεώργιος.

–1860. Στις 26 Φεβρουαρίου 1860 και στις  27 Μαρτίου 1860 σε συμβολαιογραφική πράξη [Συμφωνητικό] στην Σύρου αναφέρεται ο κάτοικος Πάρου Γεώργιος Γενεράλης ναυτικός να συνάπτει συμφωνητικό σε ναυπηγείο της Ερμούπολης.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Γενεράλες Ιωάννης του Γεωργίου, 21 ετών σκυτοτόμος.

–1912-1922. Ηρώο Μάρπησσας «Εν έτει 1929 ο Σύνδεσμος Μαρπησσέων Πάρου. Τοις Ενδοξως εν Πολέμοις πεσούσι 1912-1922 Μαρπησσέοις Αρχιλοχιταις» ΓΕΝΕΡΑΛΗΣ Σ. Ι.


–Γενιάτος ή Γενάτος: Το επώνυμο Γενιάτος ή Γενάτος ανήκει στην κατηγορία των παρωνυμικών επωνύμων, δηλαδή εκείνων που δημιουργήθηκαν από κάποιο χαρακτηριστικό, ιδιότητα, συνήθεια ή προσωνύμιο ενός προγόνου και με την πάροδο του χρόνου μετατράπηκαν σε οικογενειακό όνομα.

Η ακριβής προέλευση του παρωνυμίου δεν έχει μέχρι σήμερα τεκμηριωθεί, όμως η μορφή του επωνύμου παραπέμπει στον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκαν πολλά ελληνικά οικογενειακά ονόματα μέσα στις μικρές νησιωτικές κοινωνίες, όπου ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα ενός προσώπου μπορούσε να αποτελέσει το διακριτικό όνομα ολόκληρης της οικογένειας.

Η παρουσία του επωνύμου στη Νάουσα

Οι γνωστές μέχρι σήμερα μαρτυρίες για την οικογένεια Γενιάτου στην Πάρο εντοπίζονται στη Νάουσα κατά τον 19ο αιώνα.

Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883 αναφέρεται ο Εμμανουήλ Γενιάτος του Χαράλαμπου, ηλικίας 52 ετών, επαγγελματίας παπουτσής, ο οποίος αν και καταγόταν από τη Νάουσα, εμφανίζεται ως κάτοικος Αθηνών. Η αναφορά αυτή δείχνει τη μετακίνηση μελών της παριανής κοινωνίας προς την πρωτεύουσα, ένα φαινόμενο ιδιαίτερα συνηθισμένο κατά τον 19ο αιώνα, όταν πολλοί Κυκλαδίτες αναζητούσαν νέες επαγγελματικές ευκαιρίες στα αστικά κέντρα.

Δύο χρόνια αργότερα, στον εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, επαναλαμβάνεται η καταγραφή του ίδιου προσώπου ως Γεν(ι)άτος Εμμανουήλ του Χαράλαμπου, ηλικίας 54 ετών, υποδηματοποιός από τη Νάουσα και κάτοικος Αθηνών.

Η διπλή αυτή αναφορά επιβεβαιώνει την παρουσία της οικογένειας στη Νάουσα και παράλληλα φανερώνει την επαγγελματική δραστηριότητα του συγκεκριμένου κλάδου στην Αθήνα.

Ένα μικρό αλλά ενδιαφέρον ίχνος της παριανής ιστορίας

Παρότι οι διαθέσιμες ιστορικές μαρτυρίες για τους Γενιάτους είναι περιορισμένες, το επώνυμο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της δημιουργίας και εξέλιξης των παριανών οικογενειακών ονομάτων.

Μέσα από μια μόνο καταγεγραμμένη οικογενειακή γραμμή, αυτή του Εμμανουήλ Γενιάτου, διακρίνεται η σχέση της Νάουσας με την ευρύτερη κοινωνική και οικονομική ζωή του 19ου αιώνα, καθώς και η κινητικότητα των κατοίκων της Πάρου προς την Αθήνα.

Οι Γενιάτοι αποτελούν ένα ακόμη μικρό κομμάτι του μωσαϊκού των οικογενειών της Πάρου, όπου τα παρωνύμια, τα επαγγέλματα και οι ανθρώπινες ιστορίες συνέβαλαν στη δημιουργία των επωνύμων που διατηρήθηκαν μέσα στον χρόνο.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883 είναι εγγεγραμμένος ο Γενιάτος Εμμανουήλ του Χαράλαμπου, 52 ετών, παπουτσής, κάτοικος Αθήνας.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχει εγγεγραμμένος ο, Γεν(ι)άτος Εμμανουήλ του Χαράλαμπου, ετών 54, υποδηματοποιός από τη Νάουσα, κάτοικος Αθήνας.

Γενναδόπουλος ή Γεναδόπουλος: Το επώνυμο Γενναδόπουλος ή Γεναδόπουλος εμφανίζεται στην Πάρο κατά τον 20ό αιώνα και συνδέεται κυρίως με την κοινωνική ζωή της Παροικιάς. Αν και τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν ασφαλή προσδιορισμό της αρχικής προέλευσης του επωνύμου, η παρουσία του στην πρωτεύουσα του νησιού καταγράφεται ήδη από τις αρχές του 1900.

–1900. Το 1900 γεννιέται ο Γενναδόπουλος Μιχαήλ του Αντωνίου ράπτης κάτοικος Παροικιάς.

–1908. Το 1908 γεννιέται η Γεναδοπούλου Αικατερίνη του Αντωνίου κάτοικος κοιν. Παροικιάς.

–1909. Το 1909 γεννιέται ο Γενναδόπουλος Γρηγόριος του Αντωνίου ράπτης κάτοικος Παροικιάς. Απεβίωσε το 1949 στην Παροικιά.

–1912. Το 1912 γεννιέται ο Γενναδόπουλος Ιωάννης του Αντωνίου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1913. Το 1913 γεννιέται η Γεναδοπούλου Σμαράγδα του Μιχαήλ κάτοικος κοιν. Παροικιάς.

–1946. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1946 υπάρχουν εγγεγραμμένα τα αδέρφια Γενναδόπουλος Μιχαήλ, Γρηγόριος και Ιωάννης του Αντωνίου κάτοικοι Παροικιάς.

 

Γεννάρης: Βλέπε Γενάρης

 

Γεντίκογλου: Το επώνυμο Γεντίκογλου είναι μικρασιατικής προέλευσης. Η κατάληξη -όγλου (τουρκικά oğlu, «γιος του») αποτελεί χαρακτηριστικό πολλών επωνύμων που δημιουργήθηκαν στη Μικρά Ασία κατά την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και διατηρήθηκαν από μικρασιατικές οικογένειες μετά τη μετανάστευσή τους.

–1938. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος η παριανή [Αντίπαρο] 25 ετών Ευαγγελία Βασ. Γεντίκογλου άγαμος. Έδωσαν όρκο στις 30 Απριλίου 1938.


–Γεραλής: Το επώνυμο Γεραλής είναι παρωνυμικό, δηλαδή προέρχεται πιθανότατα από κάποιο χαρακτηριστικό, ιδιότητα ή προσωνύμιο παλαιότερου προγόνου. Η οικογένεια έγινε γνωστή στην Ελλάδα κυρίως μέσα από τον σπουδαίο ζωγράφο Λουκά Γεραλή, ο οποίος συνδέθηκε ιδιαίτερα με την Πάρο.

Ο Λουκάς Γεραλής (1875-1958) γεννήθηκε στη Γέρα της Λέσβου και θεωρείται ένας από τους σημαντικούς Έλληνες ζωγράφους των αρχών του 20ού αιώνα. Υπήρξε από τους πρώτους μεγάλους Έλληνες καλλιτέχνες που αποτύπωσαν στον καμβά τους την Πάρο, μεταφέροντας την ατμόσφαιρα και την καθημερινή ζωή του νησιού.

Το 1905 ζωγράφισε το γνωστό έργο «Στο καφενεδάκι της αποβάθρας», ένα από τα πρώτα έργα μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας που έχουν ως θέμα την Πάρο και την κοινωνική ζωή των κατοίκων της.

Η σχέση του με το νησί δεν ήταν μόνο καλλιτεχνική. Ο Λουκάς Γεραλής είχε παντρευτεί την Άννα Γ. Δεσύλλα, καταγόμενη από τις Λεύκες Πάρου, γεγονός που δημιούργησε έναν ισχυρό οικογενειακό δεσμό με το νησί.

Η παρουσία του στην Πάρο καταγράφεται και μέσα από θρησκευτικό έργο:

1923. Στην εικόνα της Αγίας Βαρβάρας στον παλαιό ενοριακό ναό του Αγίου Γεωργίου Αγκαιριάς υπάρχει η επιγραφή:

«Αφιέρωμα Αντωνίου Ιωάννου Ραγκούση και της συζύγου αυτού Μαρίας»
«Λ. Γεραλής 1923»

Η υπογραφή του Λουκά Γεραλή στην εικόνα αυτή αποτελεί ένα ακόμη τεκμήριο της παρουσίας και της καλλιτεχνικής του δραστηριότητας στην Πάρο.

Η οικογένεια Γεραλή συνδέθηκε έτσι με την ιστορία του νησιού όχι μέσα από πολυπληθή εγκατάσταση, αλλά μέσα από την τέχνη, την οικογενειακή σχέση και τη μοναδική συμβολή ενός ζωγράφου που διέσωσε στον καμβά του εικόνες της παλιάς Πάρου.

–1875 Ο ζωγράφος Λουκάς Γεραλής (1875 - 1958) είχε Λευκιανή σύζυγο, την Άννα Γ. Δεσύλλα.

–1923. Σε εικόνα της Αγίας Βαρβάρας στον παλαιό ενοριακό ναό του Αγίου Γεωργίου της Αγκαιριάς έχει την επιγραφή: «Αφιέρωμα Αντωνίου Ιωάννου Ραγκούση και της συζύγου αυτού Μαρίας» - «Λ. Γεραλής 1923».

 

Γεράκης: Το επώνυμο Γεράκης είναι κρητικής προέλευσης και συνδέεται με την περιοχή των Αρχανών Ηρακλείου. Προέρχεται πιθανότατα από το ουσιαστικό «γεράκι», ένα παρωνυμικό επώνυμο που μπορεί να δόθηκε σε πρόγονο λόγω χαρακτηριστικού, συμπεριφοράς ή συμβολικής σύνδεσης με το αρπακτικό πτηνό.

Η παριανή οικογένεια Γεράκη δεν φαίνεται να προέρχεται απευθείας από την Κρήτη, καθώς σύμφωνα με οικογενειακή παράδοση ο γενάρχης του παριανού κλάδου καταγόταν από την Αμοργό, πριν εγκατασταθεί στην Πάρο.

Η παρουσία του επωνύμου καταγράφεται κυρίως μέσα από την παροικιακή ζωή των Παριανών στην Αθήνα

–1946. Στην εφημερίδα Φωνή της Πάρου συνήθιζαν οι παριανοί της Αθήνας και του Πειραιά, να βάζουν διαφήμιση για να προσελκύσουν τους συμπατριώτες τους στα μαγαζιά τους, ένα από αυτά τα μαγαζιά το 1946 ήταν το «Πρατήριον Αγροκτήματος και πτηνοτροφείον Ε. Βλαβιανού και Γ. Γεράκη, Αδριανού 120 Τηλ. 26114.

 

–Γεράρδης ή Γεράρδος ή Γιράρδης ή Γηράρδης: Η οικογένεια Γεράρδη αποτελεί μία από τις σημαντικότερες παλαιές οικογένειες της Πάρου, με σαφή δυτική προέλευση και παρουσία ήδη από τους χρόνους της Βενετοκρατίας. Το επώνυμο προέρχεται από το λατινικό Gerardi – Girardi, ενώ η απώτερη ετυμολογική του ρίζα ανάγεται στο γερμανικό όνομα Gerhard, από τις λέξεις gēr (δόρυ) και harti (ισχυρός), δηλαδή περίπου «ο δυνατός με το δόρυ».

Οι Γεράρδηδες ανήκαν στις παλιές λατινικές αρχοντικές οικογένειες του Αιγαίου, οι οποίες μετά την παρακμή της φεουδαρχικής εξουσίας των Βενετών ενσωματώθηκαν σταδιακά στις τοπικές κοινωνίες των νησιών. Η οικογένεια συνδέθηκε ιδιαίτερα με τη Νάουσα, όπου για πολλούς αιώνες κατείχε σημαντική θέση ανάμεσα στους προκρίτους, στους εμπόρους, στους κτηματίες και στους εκπροσώπους της καθολικής κοινότητας.

Στις αρχές του 17ου αιώνα υπάρχουν ενδείξεις ότι ένας κλάδος των Γεράρδηδων μετακινήθηκε στην Πάρο από την Άνδρο. Στο περιοδικό Φλέα αναφέρεται ότι το 1624, μετά τις πιέσεις που δέχθηκαν οι καθολικοί άρχοντες της Άνδρου, οικογένειες όπως οι Τζεραρντίν (Γεράρδηδες) και οι Ντα Ραγκούσα εγκαταστάθηκαν στην Πάρο.

Η παρουσία τους όμως στην Πάρο φαίνεται ήδη από νωρίτερα. Το 1619–1624 αναφέρεται ο Ιωάννης Γεράρδης, καθολικός επίσκοπος Σύρου, με καταγωγή από τη Νάουσα. Το 1626 μνημονεύεται ο Μανώλης Γηράρδης σε έγγραφο του Αγίου Αντωνίου Κεφάλου.

Κατά τον 17ο αιώνα οι Γεράρδηδες αποτελούσαν μία από τις σημαντικότερες οικογένειες της καθολικής κοινότητας της Νάουσας. Το 1652, όταν ο Καπουκίνος μοναχός πατήρ Βερνάρδος επισκέφθηκε την Πάρο, αναφέρει ως επικεφαλής των καθολικών της Νάουσας τους προκρίτους Νικηφόρο και Ιωάννη Γιράρδη, με τον τελευταίο να φέρεται ως πρόξενος της Γαλλίας.

Η οικογένεια συνδέθηκε στενά με την εγκατάσταση των Καπουκίνων και των Ιησουιτών στην Πάρο. Το 1674, σε έγγραφο για την ίδρυση καθολικής μονής στην Παροικιά, υπογράφει ο Τζουάνες Γιράρδης, ενώ το ίδιο έτος ο Νικηφόρος Γεράρδης εμφανίζεται ανάμεσα στους προκρίτους της Νάουσας που ζητούν την εγκατάσταση Καπουκίνων μοναχών.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η δράση του Νικηφόρου Γεράρδη, ο οποίος φιλοξένησε τους πρώτους Καπουκίνους μοναχούς στη Νάουσα και συμμετείχε ενεργά στην ίδρυση της μονής του Αγίου Αθανασίου. Το 1676, ο θεμέλιος λίθος της νέας μονής τέθηκε παρουσία του Γιαννάκη Γεράρδη, υποπροξένου των Γάλλων στην Πάρο.

Παράλληλα, η οικογένεια ανέδειξε σημαντικούς καλλιτέχνες. Ο μοναχός Νικόδημος Γεράρδης υπήρξε ένας από τους σημαντικούς παριανούς αγιογράφους του 17ου αιώνα. Έργα του σώζονται σε ναούς της Πάρου, όπως στον Άγιο Αθανάσιο Νάουσας (1695, μαζί με τον Ανδρέα Μοστράτο), στον Ευαγγελισμό της Μάρπησσας (1698) και στον Άγιο Γεώργιο Νάουσας (1699).

Τον 18ο αιώνα η οικογένεια εξακολουθεί να εμφανίζεται σε συμβολαιογραφικά έγγραφα της Νάουσας, ενώ μέλη της κατείχαν θρησκευτικά και κοινωνικά αξιώματα. Το 1710 ο Τζιοβάνι Μπατίστα Γιράρδι αναφέρεται ως εφημέριος του Καστελιού της Νάουσας και εκπρόσωπος της καθολικής κοινότητας.

Κατά τον 19ο αιώνα η οικογένεια συνέχισε να έχει παρουσία στην Πάρο και ιδιαίτερα στη Νάουσα και την Αντίπαρο. Το 1826 ο Φραγκίσκος Γιράρδης αναφέρεται ως πρόξενος της Αυστροουγγαρίας στη Νάουσα.

Όπως συνέβη και με άλλες παλιές οικογένειες δυτικής καταγωγής της Πάρου, η οικογένεια Γεράρδη πέρασε σταδιακά στην ορθόδοξη κοινωνία του νησιού, χωρίς βίαιη αλλαγή αλλά μέσα από τη φυσική κοινωνική ενσωμάτωση και τις οικογενειακές σχέσεις με τον τοπικό πληθυσμό.

Σήμερα ο παριανός κλάδος των Γεράρδηδων συνεχίζεται κυρίως στη Φολέγανδρο και την Αθήνα, διατηρώντας τη μνήμη μιας οικογένειας που για περισσότερους από τέσσερις αιώνες συνδέθηκε με την ιστορία της Νάουσας, την καθολική κοινότητα του Αιγαίου, την τέχνη και την κοινωνική ζωή της Πάρου.

–1619-1624, Καθολικός επίσκοπος Σύρου ο Ναουσαίος Ιωάννης Γεράρδης.

–1624. Στο περιοδικό Φλέα τ 61 στην σελίδα 18 γράφει για τους άρχοντες της Άνδρου το 1624. «Οι Λατίνοι άρχοντες που ήθελαν να παραμείνουν καθολικοί είχαν εγκαταλείψει (υπό εκβιαστική πίεση) την Άνδρο προς ασφαλέστερα γι’ αυτούς νησιά (όπως οι Γκριμάλντι και ορισμένοι Σομμαρίπα για Νάξο και Πάρο, οι Τζεραρντίν (Γεράρδης) και Ντα Ραγκούσα για Πάρο». Όπως διαφαίνεται, υπήρξε κι άλλος κλάδος της οικ. Γεράρδη, που ήρθε αργότερα από την Άνδρο.

–1626. Σε έγγραφο του Αγίου Αντωνίου Κεφάλου στις 2 Φεβρουαρίου 1626. Αγορά του χωραφιού του Μανώλη Γηράρδη.

–1641, Γιαννουλάκης Γιράρδης, πρώτος νοικοκύρης του νησιού από τη Νάουσα.

–1652. Στις 31 Ιουλίου 1652 επισκέφτηκε την Πάρο ο Καπουκίνος π. Βερνάρδος Παρισηνός, απεσταλμένος στα νησιά του Αιγαίου από τον πάπα Ιννοκέντιο Ι. Βρήκε στην Παροικιά 50 και στη Νάουσα 25 Καθολικούς με επικεφαλής τους πρόκριτους Νικηφόρο και Ιωάννη Γιράρδη, πρόξενο της Γαλλίας. Και οι δυο ήταν υπέρμαχοι ίδρυσης μονής Καπουκίνων στη Νάουσα. Αλλά και οι ομόθρησκοί τους στην Παροικιά «επιθυμούσαν διακαώς», κατά τον π. Βερνάρδο, να έρθουν οι Καπουκίνοι στην πόλη τους για να τους προστατεύσουν από τους πειρατές και να μάθουν στα παιδιά τους γράμματα. Επειδή δεν ήταν δυνατόν να ικανοποιηθεί το διπλό αίτημα των Παριανών ελλείψει μοναχών ο π. Βερνάρδος συνέστησε στους συναδέρφους τους της Νάξου να επισκέπτονται συχνότερα το γειτονικό νησί.

–1655. Έγγραφο του μητροπολίτη Παροναξίας Νικοδήμου στις 29 Αυγούστου 1655 μας πληροφορεί ότι ο «κυρ Παρθένης Γεράρδης αγόρασε ένα χωράφι στο μέρος της Άγουσας και στην τοποθεσία Καψαμπέλο εντός του οποίου υπήρχε ένα μικρό εξωκκλήσι τιμώμενο στο όνομα του Αγίου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου».

–1663. Πωλητήριο οικίας Μοσκωνά στο μέσα Κάστρο Ναούσης στον ηγούμενο Ιησουϊτών Νάξου Γάσπαρο Εμμανουήλ. ARSI, Gallia 105, 1φ. 458.

Εις το όνομα του Χριστού αληθινού Θεού αμήν. 1663 ιουλίου 18 στο καστέλι της άγουσας από το ένα μέρος ο αφέντης γεωργάκης μοσκωνάς μαζί με την αρχόντισαν του κυράν μαρκέττα και από το άλλο μέρος ο αιδεσιμώτατος πατέρας γάσπαρ εμανουήλ προεστώς της ρεζιδέντζας (ιτ. =κατοικίας, μονής) της συντροφιάς του Ιησού στη ναξίαν και θεληματικώς του αυτού ανδρόγυνου επούλησαν ένα σπίτι οπού το έχουσιν αγορασμένον από τον αφέντη μιχελάκη πρωτόδικο καθώς φαίνεται από το γράμμα καμωμένον στην Παρκιάν στας 6 ιουνίου 1663 τοποθετημένον στο μέσα κάστρο της άγουσας σύμβιο το μισέρ γεώργη σαλονικαίου το σπίτι και αποκάτωθε του σπιτιού του εμανουήλ ραγούση και όξω από το σπίτι εκείνο και κάμεραν ακόμη επούλησεν και τον αέρα και αυλογυρησίαν οπού είχε μεριά του γυαλού με το πηγάδι και πάσαν κομοδιτά και κάθε δικαίωματα ελεύθερον και πάσαν κράτηξιν εξόχως από το χαράτζι της αφεντιάς γρόσια 8 ήγουν οκτώ. Και την παρούσαν πουλησίαν κάμνουσιν το άνωθεν ανδρόγυνο του άνωθεν πατέρα δια ρεάλια 70 .

Την αυτήν ημέραν έμπρωστεν εμού του ιδίου νοτάριου και μαρτύρων το αυτό ανδόγυνο ήγουν αυθέντης ο γεωργάκης μοσκωνάς με την αρχόντισάν τουεδώκασιν του αυτού πατέρα εμανουήλ από την σήμερον δονατζιόνε ίντερ δίδος (λατ., ιτ.= την δωρεα) εκείνου και των διαδόχων του την κάναβα οπού έχουσι σύμπλιο του άνωθεν πουλημένου σπιτιού και αέρα και αυλογυρισίν του με τα δικαιώματα της αυτής κάναβας και με τον αέρα και ανώγι της πορτιανικής κάμερας τον αέρα και κάθε δικαίωμα δια την ψυχήν των σίνωσι των άνωθεν πατέρων της συντροφίας του Ιησού δια να κάμουν εκεί μοναστίρι με την κονδιτζιω (ιτ. = προϋπόθεση) ετούτην αν ίσως και δεν θέλουσιν οι αυτοί πατέρες να κάμουσι μοναστίρι να στρέψουν το άνωθεν σπίτι αγορασμένον και πηγάδι κάναβαν και πορτινήν και κάμεραν με τα δικαίωματά τως στο άνωθεν ανδρόγυνο και εις τους κληρονόμους των και δια βεβαίωσιν του άνωθεν χαρισμάτου και δονατζιώ εγίνηκε το παρόν γράμα εις το οποίον υπογράφουσιν οι ευεργετάδες τάζοντας να το μαντινιέρουν των πατέρων εναντίον εις καθενίς υποχρέωσιν ως άνωθεν και κοντάννα (ιτ. = ποινή) αφεντίας ρεάλια 20 και όλα ελεύθερα και χωρίς άλλην κράτηξιν παρά γρόσια 8 κράτηξιν της αφεντίας.

Γεώργιος Μοσκωνάς στέργω τα άνωθεν για λόγους μου και για την γυναίκα μου Γάσμαρ Εμανουήλ προεστός και στέργω και ατζετάρω την άνωθεν πουλησίαν.

Γεώργις Μαρκαδιάντος, Μπερτουμίς Μπρούτος, Γεώργις και Κωνσταντή Φωκιανού, Γεώργις Σαλονικαίος και νοτάριος (ιτ. =συμβολαιογράφος) του καστελίου άγουσας (Νάουσας) με θέλημα των δύο μερίδων έγραψα και μαρτυρώ.

Τζουάνες Γεράρδης, Νικηφόρος Γεράρδης, Νικόλας Ραγούσης μαρτυρούμε τα άνωθεν.

–1663. Αιτήσεις Ναουσαίων στον ηγούμενο Νάξου Γασπάρο Εμμανουήλ α)ARSI Galloa .455

Ευλαβέστατε και αιδεσιμώτατε εν Χω Πάτερ

Η ευχή της αγιωσύνης σου απάνω μας και εις όλον το νησίν τούτο. Έστοντας και από δεκατέσσερες χρόνους οπού λείπουσιν οι ευλαβέστατοι πατέρες της συντροφίας από το νησί μας επαρακαλέσαμεν πολλαίς φοραίς να γυρίσουν εδώ οπού τους είχαμε προτήτερα χρόνους επτά και ακόμη δεν εστραφήκασι αν καλά και πάντα μας ήταξαν καλήν όρεξιν. Τώρα οπού ακούομεν πως ήλθασι εις την Τήνο και εις την Μήλον πρέπον μας εφάνηκεν να δείξωμεν και εμείς την αγάπην και τον πόθον οπού είχαμεν να τους απολαύσωμεν εδώ και να παραλέσωμεν να μας τους επέμψη η αιδεσιμότης σου σαν εκείνος οπού τους ορίζει όλους και δεν γυρεύει άλλο παρά να τους στείλη εκεί οπού εμπορούσι να βοηθήσουν ταις ψυχαίς εις σωτηρίαν παντοτινήν και δόξαν του Θεού και απαντέχοντας τούτην την χάριν φιλούμεν τα χείρας της αιδεσιμότης σου όσοι εδώ κάτω υπογράψαμε.

Από την Πάρον στας 16 του ιουλίου 1663.

Νικόλαος (Ρούσσος) ιερεύς και οικονόμος αγούσης σακελλάριος στέργω τα άνωθεν

Παπα δημήτριος τριαντάφυλος στέργω

Ιωασάφ ιερομόναχος μαλατέστας στέργω

Παπα Τζάνες Καλέργης στέργω

Παπα δημήτρις γανάτζες στέργω

Νικηφόρος γιράρδης στέργω τα άνωθεν

Γεώργις μοσκονάς στέργω

Τζουάνες μοσκονάς δούλος της εντιμότης σας

Τζουάνες κωταρίς δούλος της αιδεσιμότης σας

Μαστρο γληγόρης (Περπινιάνης) δούλος της αιδεσιμότης σας

Ανδρέας καλέργης δούλος της αιδεσιμότης σας

Δημήτρις μαλατέστας δούλος της αιδεσιμότης σας

Νικήτας μεδρινός στέργω

Ανεγνώστης ραγούσης στέργω.

–1669. Στον Άγιο Γεώργιο στο Μεροβίγλι Νάουσας, δεξιά της Ωραίας Πύλης σε εικόνα του Χριστού, είναι γραμμένο με κόκκινα γράμματα η επιγραφή: «Βασιλεύς βασιλέων και Μέγας Αρχιερεύς». Στο κάτω μέρος: «Δέησις του δούλου του Θ(εο)ύ Τιμοθέλου ιερομονάχου Ακριβού χοροεπισκόπου Αγούσις κτιτόρου αχ7θ’ (=1669) – Χείρ Νικοδήμου Γεράρδου».

–1672. Σε αίτημα των παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας Πατέρα της Καθολικής Εκκλησίας  Jacques Dinet για να ζητήσουν πατέρες της καθολικής εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο. «Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας, ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ ενδόξου συντροφιάς υου Ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον μας πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την επιστήμην δια τους μεταγενέστερους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος άλλο δεν είναι εις όλα τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται…»

Πάρος: εν έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29) εις το παλαιόν: + Ταπεινός Μητροπολίτης Παροναξίας Μελέτιος.

Το πιο πάνω αίτημα υπογράφουν χριστιανοί, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατοίκων της Νάουσας μεταξύ άλλων και ο Niceforo Girardo και Battista Girardi.

–1674. Σε έγγραφο για την ανέγερση της Καθολικής Μονής στην Παροικιά του 1674 αναγράφεται ο Τζουάνες Γιράρδης. Η κοινότητα της Παροικιάς δώρισε στους Πατέρες Ιησουίτες εν Νάξο, εκ των κτημάτων του ναού της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής, οικόπεδο για την ανέγερση Μονής. «Εις δόξαν χριστού αμήν 1674 εις τας 7 του μαϊου εν καστέλιω Παροικίας οι αιδεσιμωτάτοι πατέραις εκ της συντροφίας του Ιησού, διά να κτίσουσι μοναστήρι και σκολιό, και μην ευρίσκοντας τόπον αρμόδιον διά την αυτήν υπόθεσιν, διά τούτο θέλωμεν ημείς οι κατωθεν υπογεγραμμένοι, και εις το όνομα της κοινώτητος και δίδωμεν διά έργον χάρις των άνωθε αιδεσιμωτάτων πατέρων ένα κομμάτι χωράφι από της παναγίας μας της Καταπολιανής, εις το μάκρος ποδάρια του μέτρου εκατό δέκα και εις πλάτος άλλον τόσον και εις τούτο ομπληγαρόμαιστα οπώταν εις κανένα καιρόν ήθελε σικοθή τινάς να γυρέψει δικαιώματα εις το άνωθε κομμάτι το χωράφι όπου των χαρίζωμεν να ήμαιστε ημείς ομπληγάδοι να το πληρονωμεν της παναγίας, όθεν διά το βέβαιον απογράφωμεν διά χειρίσμας και εις το όνομα της άνωθε κοινότητος.

Οικονόμος Παροικίας, σακελλάριος Παροικίας, Νικόλαος ιερεύς πρωτοπαπάς Παροικίας, Πέτρος ιερεύς Βιτζαράς, Κώστας Μαίζας, Τεμένιγος ιερεύς, παπα Ιω. Γαλανός, Ελευθέριος ιερεύς Λουρδας, Νικόλαος ιερεύς…, παπα Ιωάννης …, παπα Πέτρος Μπουλαξής, παπα Στέφανος Βυτζαράς, παπα Φραντζέσκος Βιτζαράς, Γιακουμής Πατέλας, παπα Μιχαλής Κονταράτος, Μάρκος ιερεύς, Χωροεπίσκοπος Παροικιάς, Τζουάνες Σκληρός, Νικολός Κοντίλης, Μανόλης Αλισάφης, Μιχαήλ Βιτζαράς, Νικολός Κοτίλης, Γιώργης …, Μανώλης Αλεξάκης, Φραντζέσκος Μιχαλέτος Γραμματικός, Ιω. Βιτζαράς, Ιω. Σκιάδος, Ιω. Βιτζαράς, Κωστάκης Γαλανός, Τζώρτζης Ρουτες, Ιω. Σκιάδας, Γεώργης Μαυρομάτης, Ιω. Σπυρίδος, Δημήτρης Ταργέτας, Νικολός …, Μιχελής Δημητ…, Ιω. Πατελας, Ιω. Τουτέσκος, Bartolo Rozza, Γιαννούλης Ταργέντας, Αντώνης Αλλησάφης, τζουάνες Γιράρδης, Τζώρτζης Νταμόστος, Ιω. Του μαστρο Γιάκουμου, Γιόνης Μυστράτος, Δημήτρης Μαβρομάτης, Giacomo Zellini, Domenico Ferrari, Γιάννης Ντελαγραμμάτικας, Γεώργης Τακορόνιας.

–1674. Γράφει ο ιστορικός της καθολικής κοινότητας Νάξου Ι. Μαρκόπολις, «Δια την χαρμόσυνον είδησιν εγκαταστάσεως των Καπουκίνων στην Νάουσαν, οι κάτοικοι της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατασυγκινηθέντες από τα επαγωγά διδάγματα των πατέρων Καπουκίνων, προέβησαν εις επανειλημμένας ενεργείας παρά τοις αρμοδίοις δια την μονίν εγκατάστασιν των πτωχών της Ασσίζης εις την πόλιν των. Επί μακράν σειράν ετών εξακολουθούν να απευθύνουν εγγράφους αιτήσεις προς τας προϊσταμένας αρχάς του τάγματος δια την εκπλήρωσιν του κοινού πόθου των. Επί τέλους το 1674 η αίτησις των εγένετο αποδεκτή. Απερίγραπτος υπήρξε η χαρά και πρωτοφανής ο ενθουσιασμός των κατοίκων της Ναούσης δια την χαρμόσυνον είδησιν περί οριστικής εγκαταστάσεως των Καπουκίνων εις την κωμόπολιν των. Επ’ ευκαιρία του ευφροσύνου αγγέλματος προσύλθον διάφοροι ορθόδοξοι ιερείς και οι προύχοντες της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, ενώπιον του Γάλλου υποπρόξενου , και υπέγραψαν το έγγραφον. Εις δόξαν Χριστού αμήν. Εν έτει 1674 Δεκεμβρίου 25, εν κάστρω Νάουσας, όλοι ομόγνωμα και ομονιασμένοι προσμένουμε τους αιδεσιμοτάτους πατέρες να έρθουν εδώ να κτίσουν ένα μοναστήρι και δια σημάδι και βεβαίωσιν πως τους δεχόμαστε με κάθε μας καρδίαν και πολλά μετά χαράς υπογράφομε το παρόν γράμμα οι υποκάτωθεν υπογεγραμμένοι…» (υπογράφουν 12 ορθόδοξοι ιερείς και δυο καθολικοί, ο π. Λεονάρδος Φρέρης εφημέριος του Αγίου Γεωργίου Νάουσας και ο π. Δομένιος Κρίσπης. Και 40 πρόκριτοι εκ των οποίων οι αδερφοί Γιράρδοι κ.α.). Ο Σακελλάριος Ναούσης, ο Σκευοφύλαξ Ναούσης παπά Νικόλαος Κορτιάνος, Πρωτόπαπας, Ηλίας ιερεύς και Σακελλάριος Ναούσης, Πρωτοσύγκελος Νικόδημος ιερομόναχος, παπα Νικόλαος Ρούσης (ίσως Ρούσσος), Παπα Δημητρης, Παπα Θεόδωρος Πατελάς (ίσως Πατέλης), Παπα Τζάνες Καλούργης (Καλλέργης), παπα Χριστόφορος, Παπα Γιώργης Πουλός, Θεόδωρος …, παπα Νικολός Μαρκαντάτος, Ανεγνώστης Ρινιέρης (Ρενιέρης), Ανδρέας Καλούργης (Καλλέργης), Ιωάννης Κορτιάνος, Ιωάννης Ντελαγραμμάτικας, Γιωάννης Νταμουλής, Γιάκουμος Ρούσος (Ρούσσος), Γεώργης Καλλέργης,  PRE Domenico Crispo, Νικηφόρος Γεράρδης, Μιχελέτος Σπυρίδος, Αντώνης Μαλαξός, Ανδρέας Σμυρνιός, Φρατζέσκος Γρίσπος, Γεώργης Σαλονικιός, Τζάνες Καζανόβας, Ιωάννης Λευκαρός, Μιχέλης Σαλονικιός, Marco Foscolo, Ιωάννης Μοσκονάς, Αντώνης Γρυπάρης, Ιωάννης Σκούταρης, Φρατζέσκος Καλέργης, Ανεγνώστης Καρτιάνος, Γεώργης…, Ντεμενεγος Μεντρινός (Μενδρινός), Δημήτρης Στοφιλάς, Αντώνης Γρυπάρης, Γεώργης …, Δημήτρης …, Γεώργης …, Γεώργης Αλαβάνος, Δημήτρης Βασταζής, Νικολής Μπάρμπερης, Δημήτρης …, Μπατίστας Γεράρδης, Νικόλαος Γεράρδης.

–1675. Στις 15 Μαΐου 1675. Σε επιστολή Ναουσαίων προς τον πρεσβευτή των Γάλλων, αιτώντας Καπουκίνους πατέρες  υπογράφει ο Niceforo de Gerardi.

–1675. Στις 27 Μαΐου 1675, Σεραφείμ ο εκ Ριόν παρεγένετο εις Άγουσα (Νάουσα) προς βοήθεια των ψυχών και την εορτή της Πεντηκοστής και να διδάξει στο σχολείο εν τη οικία του Νικηφόρου Γιράρδη και μετά της ημέρας μετοίκησε εις την θυγατέρα του μακαρίτου Γεωργίου Μοσκονά, συζύγου του Δομένικου Κρίσπου, ως αυτής θανούσας χειροτονήθηκε ιερεύς (καθολικός).

–1675. Στις 18 Ιουνίου του 1675, παρουσία του ηγούμενου Νάξου π. Φραγκίσκου από το Αρράς, αποφασίστηκε η αγορά του ορθόδοξου ναϊδρίου Αγίου Αθανασίου αντί 25 σκούδων. Εγκαινιάστηκε με τη συμμετοχή όλων των κατοίκων στις 2? του ίδιου μήνα. Έως την ανοικοδόμηση κατοικίας στον περίβολο του ναού (σήμερα τον βυζαντινό μουσείο Νάουσας), οι δυο μοναχοί φιλοξενήθηκαν από τον Νικηφόρο Γιράρδη και τον Γεώργιο Μοσχονά. Τότε άρχισε να λειτουργεί το πρώτο οργανωμένο σχολείο στη Νάουσα με προϊστάμενο τον π. Σεραφείμ. Ο π. Ιλαρίων επισκέπτονταν το νησί περιθάλποντας τους αρρώστους. Το τρίπτυχο της αποστολής τους συμπληρώνονταν με το κήρυγμα.

–1675. Στις 24 Ιουνίου 1675. Σε έγγραφο των Καθολικών Μοναχών αναφέρει ότι: «τη πρωία ενεπήχθη ο σταυρός του μοναστηριού ημών (Αγίου Αθανασίου Νάουσας) παρά του πατρός Σεραφείμ του εκ Ριόν και Ιλαρίωνος του εκ Βιττέλης, εν τω μέσω του κήπου ον εδώρισεν ημίν ο Γιαννάκης Κουρτιάνος παρουσία του ιερέως Λεονάρδου Φρέρη τοποτηρητού εν Πάρω, του ιερέως Δομίνικου Κρίσπου και Νικηφόρου Γιράρδη.

–1676. Στις 29 Ιουνίου 1676. Ο πρώτος θεμέλιος λίθος ετέθη υπό του Γιαννάκη Γεράρδη υποπρόξενου των Γάλλων στην Πάρο παρουσία του καθολικού εφημέριου Λεονάρδου Φρέρη και του ιερέως Δομίνικου Κρίσπη, πλείστων ελλήνων παπάδων, των δοκίμων της πόλεως και των πλειστών κατοίκων, ο ηγούμενος Ιωάννης Φραγκίσκος από το Αρράς (DArras) εποίησε μικρό λογίδιον. (πρόκειται για την ανακατασκευή της Μονής του Αγίου Αθανασίου στη Νάουσα από τους καθολικούς Μοναχούς).

–1677. Ο αρχηγός της ιεραποστολής των Καπουτσίνων στη Νάουσα Σεραφείμ De Riom έστειλε έκθεση με τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στη Νάουσα στις 20 Ιουλίου 1677 στον ηγούμενο της μονής Καπουτσίνων στη Νάξο «Εν ονόματι του Κυρίου ημών ποιούμαι έναρξιν πιστής εκθέσεως των κατά την εν Ναούση άφιξιν του πασά Σαρδάρ συμβάντων. Εμάθατε βεβαίως, αιδεσιμότατε μοι πάτερ, ότι ο Σαρδάρ κατέπλευσεν εις Νάουσαν τη 20 Ιουλίου συνοδευόμενος υπό 25 γαλέρων. Μαθών ούτος ότι επι της νήσου ταύτης ευρίσκοντο εκατόν περίπου λεβέντες εκ Δύσεως, διαμοίρασε το στράτευμα του, αφήκε δύο γαλέρας εδώ εις Νάουσαν, απέστειλεν ετέρας δύο εις το στενόν της Αντιπάρου, τρείς εις Κέφαλον και το επίλοιπον του στόλου του εις Παροικία, προς τον σκοπόν να παρακωλύση την γαλιόταν και τους λεβέντες του καπιτάν Αντώνη από του να διαφύγωσιν. Την γαλιόταν ταύτην εύρον πλησίον της Παροικιάς έν τινι κολπίσκω εφωδιασμένην δια παντός είδους πολεμοφοδίων και ζωοστροφών, καθόσον οι λεβέντες ατής δεν έσχον το θάρρος ούτε τα όπλα των να παραλάβωσι μεθ’ εαυτών εις τα όρη όπου επί ματαίω προσεπάθουν να κρύπτωνται εν τοις σπηλαίοις και τοις βαράθροις. Ο Σαρδάρ, θέλων επιμόνως να συλλάβη αυτούς, ηνάγκασε τους χωριανούς της νήσου ταύτης, δια ραβδισμών πιπτόντων επί των ράχεων αυτών ως χάλαζα, να εξέλθωσι και, δια δέκα κυνών, ερευνήσωσι και εκβάλωσι ους λεβέντας από τα κρυσφύγετα αυτών και τους φέρωσιν ενώπιόν του εν τη γαλέρα. Εν τούτου δεν κατώρθωσαν να εύρωσι τον αρχηγόν των πειρατών, ον ο Σαρδάρ επιμόνως ήθελε ζώντα ή νεκρόν. Ούτος εφρόντισε να κρυβή τόσον ασφαλώς ώστε ν’ αποφύγη την ορμήν των Ναουσαίων, οίτινες πολλούς κόπους κατέβαλον προς ανεύρεσιν και σύλληψιν αυτού.

Η ορμή του λαού τούτου, συνοδευομένου μακρόθεν εις τα όρη υπό τινών γενιτσάρων, έφθασε και περειτέρω. Ηθέλησε να ερευνήση εν απάσαις ταις οικίας της Ναούσης άνευ εξαιρέσεως, ηνέωξε και αυτούς τάφους προς έρευναν. Εννοείται ότι και ο ημέτερος οίκος δεν εξηρέθη, αλλ’ εξηρευνήθη υπό δέκα Τούρκων και των κατοίκων της Κωμοπόλεως. Κατά πρώτον ήλθον μόνοι πέντε Τούρκοι αίτινες παρεβίασαν την θύραν μας. Εις εξ αυτών, ον εξελαβον ως ερχόμενον να με χαιρετίση, μοι κατέφερεν ισχυρότατον γρονθοκόπημα κατά πρόσωπον, ώστε με απώθησεν εις απόστασιν δύο βημάτων. Οι λοιποί τέσσερες παρετήρουν εν τω οίκω μήπως ευρίσκετό τις εν αυτώ κεκρυμμένος προσεπάθησαν δε ν’ ανοίξωσι δι αντίκλειδος τα κιβώτια, εν οις είχομεν προπεφυλαγμένα διάφορα ημών εφόδια αλλά μη δυνηθέντες και μη έχοντες διαταγήν να καταστρέψωσι τι, αφήκαν αυτά ανέπαφα. Δέσαντές με, τότε, με έφερον ενώπιον του Αγά του Σαρδάρ διαμένοντος εν τη οικία του Μιχελέτου, γαμβρού του κ. Νικηφόρου (Γεράρδη), όστις ανηλεώς και με τρόπον φρικώδη έδερε κατ’ εκείνην την ώραν άνδρας τε και γυναίκας δια ροπάλου.

Ο ρηθείς Αγάς, επί παρουσία ενός άλλου, ου τον βαθμόν αγνοώ, με ρώτησε ποιος είμαι. Κατόπιν με ηρώτησε αν είμαι Γάλλος και τω απήντησα καταφατικώς. Συνεπεία δε της απαντήσεως μου ταύτης, με απέλυσε παρευθύς, και επανήλθον εις τον ημέτερον οίκον, τον οποίον εύρον εν ακαταστασία μεγίστη, άνευ όμως μεγάλων ζημιών.

Αλλ’ εν τη απερισκεψία μου και τω συνεχόντι με φόβω, είχον προηγουμένως μεταφέρει εις γειτονικήν τινα οικίαν διάφορα εκκλησιαστικά πράγματα προς διαφύλαξιν ήσαν δε ταύτα παραπετάσματα των ιερών βημάτων και διάφορα άλλα μικρά τεμάχια, ων πάντων η αξία δεν υπερέβαινε τα 6 γρόσια. Οι Τούρκοι, ανακαλύψαντες την κρύπτην, παρέλαβον πάντα ταύτα και απήλθον.

Η τραγωδία αυτή δεν έληξεν εν μια ημέρα. Ο Σαρδάρ βλέπων συντελεσθείσαν την σύλληψιν πάντων των λεβεντών της γαλιότας πλην του αρχηγού αυτών, ωρκίσθη, καθ’ α ελέχθη, ότι εάν δεν τω φέρωσι τον αρχηγόν, θα αιχμαλωτίση πάντας τους άνδρας και θα κατασφάξη τας γυναίκας και τα τέκνα των. Ταύτα ακούσαντες οι ατυχείς κάτοικοι προέβησαν πάλιν, τρις ή τετράκις, εις την εν ταις οικίας έρευναν.

Ο ημέτερος οίκος δεν εξηρέθη της ερεύνης ταύτης. Ο γυναικάδερφος του κ. Γαβριήλ και εις άλλος χωρικός, ενέπνευσαν τι θάρρος εις δέκα Τούρκους να έλθωσι να ανασκαλεύσωσι πάλιν τον οίκον μας.

Οι Τούρκοι ούτοι, ρίψαντες το βλέμμα επί των αντικειμένων τα οποία είχομεν, μοι είπον «βρε παπά, δε μας λές, πώς γίνεται και λες πως είσαι φτωχός αφού έχεις τόσα ρούχας;»  Εις ταύτα απήντησα ότι τα κιβώτια ήσαν κενά. «Αχ μωρέ κιντή!...» μοι απήντησεν ο εις, δάκνων πεισματωδώς τον δάκτυλόν του. Τότε παρατηρήσαντες κάτοπτρον τι, ανήκον εις τον βοεβόδαν Παροικιάς Δημήτριον Μανιάτην, με ηρώτησεν εις εξ αυτών. «Τι πράγμα είν αυτό;» «Εικών», τω ειπον. Τότε βλέπων ότι δεν τω έλεγα την αλήθειαν, έσυρε κατά το ήμισυ το γιαταγάνι του, προσποιούμενος ότι δοκιμάζει αν είναι αρκετά κοπτερόν, αλλά περιωρίσθη έως εδώ διέταξε μόνον ένα εκ των συντρόφων του να καταβιβάση το κάτοπτρον και μεταφέρη αυτό εν τη γαλέρα. Υπέστην και τούτο μεθ’ υπομονής, αν και η αξία του κατόπτρου ήτο 15 έως 20 σκούδων.

Τέλος, ο Σαρδάρ, βαρυθυμών ένεκα της μακράς του διαμονής εν Ναούση διότι έμεινεν επί 8 ημέρας, έδωκε το σημείον της αναχωρήδεως. Μηξ δυνηθείς να συλλάβη τον αρχηγόν των πειρατών, παρέλαβε μεθ’ εαυτού 35 λεβέντες, μεταξύ των οποίων και τον ατυχή γυναικάδερφον του Δημητρίου Τζαν Λούκα, και ένα ιερέα. Οι Τούρκοι, ολίγον προ της αναχωρήσεως των, εισήλθον εν τη ημετέρα εκκλησία, κατέστρεψαν το άγιο βήμα, αφήρεσαν το κανδήλιο και το ωόν στρουθοκαμήλου, όπερ εκρέματο άνωθεν αυτού.

Εκ των κατοίκων της κωμοπόλεως ταύτης ολίγοι μεν εκακοποιήθησαν, αλλά και ολίγοι ήσαν οι μη υποστάντες ζημίας, διότι οι Τούρκοι μάλλον προς λαφυραγωγίαν εξήλθον ή σύλληψιν του πειρατού και των λεβεντών αυτού. Ο στόλος απέπλευσε την Παρασκευήν προς το εσπέρας, 27 Ιουλίου κατά το παλαιόν, και διηυθύνθη προς την Σίφνον. Εάν δεν επανέλθη, δυνάμεθα να είπωμεν ότι αι συμφοραί ημών έληξαν…

Της υμετέρας αιδεσιμότατος δούλος

Σεραφείμ

Νάουσα 5 Αυγούστου 1677.

–1687. Ο μοναχός αγιογράφος Νικόδημος Γεράρδης μαρτυρείται το 1687.

–1691. Έργο του μοναχού Νικόδημου Γεράρδη το 1691.

–1695. Ξυλόγλυπτο τέμπλο και δεσποτικές εικόνες Κρητηκοβενέτικης τέχνης του Αγίου Αθανασίου Νάουσας (μοναστηριού διαδοχικά σε ορθοδόξους και καθολικούς) φέρουν την υπογραφή "δια χειρός των μοναχών Νικοδήμου Γεράρδη και Ανδρέα Μοστράτου" έτος 1695.

–1698. Εικόνα του αγιογράφου Νικόδημου Γεράρδη στον Ναό Ευαγγελισμού και Αγίου Μοδέστου στη Μάρπησσα, στη μονή του Αγ. Ιωάννη Προδρόμου Τσιπίδου (1698).

–1699, Αγιογραφίες του Αγίου Γεωργίου Ναούσης (Μεροβίγλι) ο Νικόδημος Γεράρδης.

–1700. Έγγραφο Τσιπίδου στις 1 Οκτωβρίου 1700 αναφέρει τον αγιογράφο Νικόδημο Γεράρδη. Υπογράφει ως μάρτυρας σε πωλητήριο έγγραφο Τσιπίδου (1700 εν μηνί Οκτωβρίου1, εν Κεφάλω χωρίω Τζιπίδο) – νικόδημ(ος) μοναχ(ός) γεράρδος αγιογράφ(ος) μαρτιρας-. Η υπογραφή του σε έγγραφο Τσιπίδου μας οδηγεί στη σκέψη πως ίσως να ήταν Τσιπιδιανός ή να εγκαταβίωνε σε ένα από τα μοναστήρια της περιοχής.

–1702. Ο ιερέας Μιχαήλ Τζανιάς ανταλλάσει κτήμα με τον Μανώλη Γεράρδη στις 22 Νοεμβρίου 1702.

–1710. Στις 22 Σεπτεμβρίου 1710 εμφανίστηκαν στον εκλαμπρότατων και πανοσιώτατον Καστέλλι, Αποστολικό Επισκέπτη, ο σινιόρ Τζιοβάνι Μπατίστα Γιράρδι, εφημέριος του καστελίου της Νάουσας, ο σινιόρ Γρηγόριος Καστέλλι, ο σινιόρ Μπατίστα Τικαρόλι, ο σινιόρ Σάντι Τζουλιάνι, επικεφαλής όλων των χριστιανών Λατίνων, στο όνομα των οποίων παρεκάλεσαν την Εκλαμπρότατη Πανοσιώτατη αφεντιά του, να παρουσιάσει στην Αγία Αποστολική Έδρα, τα βασανιστήρια και τις ζημιές που γίνονται από τους περαστικούς κουρσάρους, κυρίως χριστιανούς, γι’ αυτό με δάκρια ζητούν τη βοήθεια και προστασία της Αγίας Έδρας, με την επίκληση της μεσολαβήσεως της, με το να γράψει και απαγορέψει σε όλους του Καθολικούς Χριστιανούς με τιμωρία και αφορισμό και άλλες εκκλησιαστικές τιμωρίες, να μη τολμήσει κανείς να πειράξει, ούτε τη ζωή, ούτε την περιουσία αυτών των Καθολικών Χριστιανών, αφού δεν μπορούν με άλλο να βάλλουν φραγμό στην απληστία και αυθάδεια με την οποία οι πειρατές κακομεταχειρίζονται αυτούς τους πιστούς του νησιού.

–1711. Εφημέριος στη Σκόπελο ο Παχώμιος Γεράρδης το 1711. Με έξοδα του κτίσθηκε ο ναός της Παναγίας Φανερωμένης στη Χώρα Σκοπέλου. Επιγραφή επάνω από την δυτική θύρα εισόδου: «Ο ναός ούτος (…) διά συνδρομής και κόπων τε και μόχθων Παχωμίου θύτου όντος Διονυσιάτη εκ νήσου Πάρου εκ Γεραρδέων δια δαπάνης πάντων των ευσεβών χριστιανών των εν Σκοπέλω έτη από Θεού, αψια [1711]».

–1718. Στη Νάουσα προικοσύμφωνο Δημ. Περδικάκη και Αναστασίας Λιπράντου (Καστέλλι Νάουσας, 19 Απρ. 1718) Από δε τα ξωτικά το χωράφι όπου έχει εις του Ζγουράφου τα δύο λιβαδάκια συμπλησιαζόμενα Σακελλάριου Ρούσσου και του χωραφιού βικάριος Γεράρδης. –1720. Παριανός αγιογράφος Νικόδημος Γεράρδος 1720.

–1724. Προικοσύμφωνο Ιωάννη Βασάλου και Αννέζας (Νάουσα 27 Σεπτ. 1724) «έτερον χωράφι εις τον Ξηροπόταμο πλησίον βικαρίου Γεράρδη, έτερον χωράφι εις την Κατηφόρα πλησίον Ιωάννης Τριαντάφυλλους».

–1826. Πρόξενος Αυστροουγγαρία στη Νάουσα το 1826 ο Φραγκίσκος Γιράρδης. Υπογράφει σε έγγραφο του στις 21 Φεβρουαρίου 1826. 

–1851. Σε έγγραφο του 1851 αναφέρεται ο Β’ Γραμματέας ο Γ.Φ. Γεράρδης.

–1887. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1887 κάτοικος Αντιπάρου Γεράρδης Δημήτριος του Νικολάου, εργάτης.

–1907. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 24 ετών λαχανοπώλης Λάζαρος Νικ. Γεράρδης άγαμος. Έδωσε όρκο στις 17 Ιανουαρίου 1907.

–1913. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1913 κάτοικος Αντιπάρου Γεράρδης Νικόλαος του Δημητρίου ναυτικός.

–1937. Δημήτριος Γεράρδης από την Αντίπαρο. Επιτύμβια πλάκα στο δημοτικό της Αντιπάρου αναγράφει ως "Φροντίδι Δ. Γεράρδη 1937".   

–1933-1939. Δάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Νάουσας, Ιωάννης Γεράρδης από την Αντίπαρο.

–1945. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός [Αντίπαρος] 34 ετών Ιωάννης Δημ. Γεράρδης έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 12 Ιουνίου 1945.

–1946. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1887 κάτοικος Αντιπάρου Γεράρδης Δημήτριος του Νικολάου, εργάτης.

–1950. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 19 Αυγούστου 1950, υπάρχει εγγεγραμμένη η Λεβέντη Μαριγούλα, όνομα συζύγου Γεώργιος, όνομα πατέρα Δημήτριος Γεράρδης.

–1954. Σε εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 26 Νοεμβρίου 1954 υπάρχει εγγεγραμμένη η Γεράρδη Μαρουσώ όνομα συζύγου Δημήτριος, όνομα πατρός Γ. Τριαντάφυλλος, κάτοικος Αντιπάρου.


–Γεράρδος: Βλέπε Γεράρδης.

 

Γεραρούτης: Το επώνυμο Γεραρούτης ανήκει στην κατηγορία των παρωνυμικών επωνύμων, δηλαδή προέρχεται πιθανότατα από χαρακτηρισμό ή προσωνύμιο κάποιου προγόνου, το οποίο με τον χρόνο καθιερώθηκε ως οικογενειακό όνομα.

Η οικογένεια εμφανίζεται στην Πάρο ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα, σε μια περίοδο όπου η Παροικιά αποτελούσε σημαντικό διοικητικό και οικονομικό κέντρο του νησιού, με έντονη παρουσία παλαιών παριανών οικογενειών, ορθοδόξων αλλά και οικογενειών με παλαιότερες δυτικές επιρροές.

–1716. Σε πρακτικό εκλογής νοταρίου – καγκελαρίου από το κοινό της Παροικιάς στη Γενική Συνέλευση της 14 Ιανουαρίου 1716, μαρτυρείται ο Τζουάνες Γεραρούτης.


Γερασιμάκης: Το επώνυμο Γερασιμάκης είναι κρητικής καταγωγής και ανήκει στα επώνυμα που προέρχονται από το βαφτιστικό όνομα Γεράσιμος, με την κατάληξη -άκης, χαρακτηριστική σε πολλές κρητικές οικογένειες και δηλωτική παλαιότερα συγγένειας ή καταγωγής.

Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο συνδέεται με πρόσωπα που συμμετείχαν στους αγώνες του νεότερου ελληνικού κράτους.

–1846. Ο Γεώργιος Γερασιμάκης αιτείται αποζημίωσης από την Επιτροπή του Αγώνος για τις υπηρεσίες που πρόσφερε κατά την Επανάσταση και καταθέτει τα σχετικά δικαιολογητικά: 1 αίτηση και 14 συνημμένα έγγραφα (μεταξύ αυτών πιστοποιητικά, διαταγές, διπλώματα απονομής βαθμών, βεβαιώσεις χρέους, διορισμούς κλπ.) (περιλαμβάνεται συνοδευτικό δίφυλλο) Γερασιμάκης Γεώργιος: Η αίτησή του εξετάστηκε κατά την υπ΄αριθμόν 479/6 συνεδρίαση του στρατιωτικού τμήματος και κατά τις υπ΄αριθμόν 4/12 και 17/6 χρηματικές συνεδριάσεις της Επιτροπής Αγώνος.

 

Γερασίμου: Το επώνυμο Γερασίμου είναι πατρωνυμικό, δηλαδή προέρχεται από το βαφτιστικό όνομα του προγόνου Γεράσιμος και αρχικά δήλωνε «ο γιος ή ο απόγονος του Γερασίμου».

Η οικογένεια καταγράφεται στην Πάρο ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, ενώ τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν παρουσία προσώπων που συνδέθηκαν με την εκπαίδευση, την κοινωνική ζωή και την επαγγελματική δραστηριότητα του νησιού.

–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο Α. Γερασίμου.

–1835. Σε ομαδικό έλεγχο του δημοτικού σχολείου Πάρου του 1835, υπάρχει εγγεγραμμένος ο μαθητής Ανδρέας Γερασίμου με καταγωγή από την Κρήτη, τέχνη πατρός, μάγειρας.

–1901. Τον Αύγουστο του 1901  η Χαρίκλεια Ι. Μάτσα, κόρη του ιατρού και δημάρχου Πάρου Ιωάννη Κ. Μάτσα (1849-1923) αρραβωνιάζεται τον εξα Αθηνών φαρμακοποιό Κωνσταντίνο Γερασίμου.

–1903. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 38 ετών μηχανικός Αντώνιος Ανδρ. Γερασίμου έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 24 Ιανουαρίου 1903.

–1910. Στις 23 Δεκεμβρίου 1910 ο ανταποκριτής της εφημερίδας «ΑΙΓΑΙΟΝ»  Μαρπησσαίος Κωνσταντίνος Γ. Ναυπλιώτης αναφέρει για την επανίδρυση του Συλλόγου των Εν Αθήναις Παρίων και Αντιπαρίων: «Η ανάμιξις εν τω Συλλόγω του βουλευτού της Επαρχίας μας και καθηγητού του Πανεπιστημίου κ. Σκούφου ως Προέδρου, του κ. Β. Καμπάνη, δημοδιδασκάλου ως Αντιπροέδρου, του ρέκτου και πρακτικωτάτου εις τας ιδέας κ. Αντ. Μαυραγκά ως Ταμίου, των κ.κ. Κ. Γερασίμου, Αντ. Καλακώνα, Αλεξ., Ζησιμοπούλου, Γ. Χανιώτη, Π., Αρκά, Ν. Καλλαναρρχοπούλου, Φρ. Γαϊτανοπούλου, Εμμ. Καντιώτη, Ν. Παυλή, Γ. Στέλλα, Εμμ., Γαβαλά, Μ. Παπαδοπούλου, Γρηγ. Θρεψιάδου ως Συμβούλων, και του φίλου του «Αιγαίον» κ. Κων. Γ. Ναυπλιώτου ως Γεν. Γραμματέως του Συλλόγου».


–Γερμανάκος: Το επώνυμο Γερμανάκος είναι πατρωνυμικό ή πατριδωνυμικό. Πιθανότατα προέρχεται από το βαφτιστικό όνομα Γερμανός με την κατάληξη -άκος, χαρακτηριστική σε πολλές οικογένειες της Μάνης, ή μπορεί να δηλώνει καταγωγή από πρόγονο που έφερε το όνομα αυτό. Η οικογένεια συνδέεται με το χωριό Βαχός της Μάνης.

Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο καταγράφεται στη Νάουσα κατά τον 19ο αιώνα, σε μια περίοδο όπου στο νησί εγκαταστάθηκαν οικογένειες από διάφορες περιοχές της Ελλάδας, ιδιαίτερα από τη Μάνη, την Κρήτη και άλλα νησιωτικά ή ηπειρωτικά κέντρα.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883 είναι εγγεγραμμένος ο Γερμανάκος Κωνσταντίνος του Παναγιώτη, 68 ετών, εργάτης και ο Γερμανάκος Παναγιώτης του Κωνσταντίνου 41 ετών, φούρναρης.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Γερμανάκος Κωνσταντίνος του Παναγιώτη, 70 ετών, εργάτη από τη Νάουσα και Γερμανάκος Παναγιώτης του Κωνσταντίνου, ετών 43, φούρναρης από τη Νάουσα.

 

–Γερμανής ή Γιερμάνης ή Γερμενής: Το επώνυμο Γερμανής (συναντάται και ως Γιερμάνης ή Γερμενής) είναι εθνικό, πατριδωνυμικό αλλά πιθανώς και παρωνυμικό. Μπορεί να δηλώνει καταγωγή ή σχέση με τη Γερμανία, όμως σε πολλές περιπτώσεις τα παρωνύμια προέρχονταν από τόπους όπου κάποιος είχε ζήσει, ταξιδέψει ή συνδεθεί, χωρίς απαραίτητα να ήταν η πραγματική καταγωγή του.

Ο παριανός κλάδος των Γερμανήδων διατηρήθηκε έως τις ημέρες μας στη Νάουσα, με οικογενειακή παράδοση που αναφέρει καταγωγή από την Κεφαλονιά. Η οικογένεια εμφανίζεται στα παλαιότερα έγγραφα της Νάουσας ήδη από τον 17ο αιώνα και αποτελεί μία από τις παλιές οικογένειες της κοινότητας.

Η οικογένεια Γερμανή αποτελεί μία από τις παλαιές οικογένειες της Νάουσας, με παρουσία τεκμηριωμένη ήδη από τον 17ο αιώνα. Μέσα από τα προικοσύμφωνα, τα εκκλησιαστικά έγγραφα, τους εκλογικούς καταλόγους και τη συμμετοχή στα κοινά, φαίνεται η σταθερή παρουσία της στην κοινωνική ζωή της βόρειας Πάρου για περισσότερους από τρεις αιώνες.

–1675. Στις 15 Μαΐου 1675. Σε επιστολή Ναουσαίων προς τον πρεσβευτή των Γάλλων, αιτώντας Καπουκίνους πατέρες  υπογράφει ο Τζουάνης Γιερμάνης.

–1719. Στις 12 Ιανουαρίου 1719 μνημονεύεται σε προικοσύμφωνο Νάουσας ο Σιφναίος Ιωάννης και η Αντωνίνα. «Πάρος, Καστέλλιω, Νάουσα 12 Ιανουαρίου 1719. Η κυρά Μάτθα γυνή του ποτέ Μανοέλη Γερμάνη», στην κόρη της Αντωνίνα «διά χάριν προικός» «έπειτα της δώνει δύο εικόνας της Παναγίας των Εισοδίων και η άλλη η ποκαλοθήλωσις».

1722. προικοσύμφωνο Φραντζέσκου Γερμανή και Ανθούσας Κ. Αγαλλιανού (Νάουσα 9 Νοεμ 1722) «και ένα χωράφι εις την Ψαρομπούταύτα».

–1727. Στέφανος Ιωάννη Γερμανής, σύζυγος της Μαρίας Μανοέλη Ντελέντα (Νάουσα 13 Νοεμβρίου 1727). «Προικοσύμφωνο του Στεφανή Γερμανή». «Η Μαργαρίτα σύζυγος του αποθανόντος Μανοέλη Ντελέντα δώνει την εικόνα των Χριστουγέννων και του Αγίου Νικολάου να ταις εορτάζουν» στην κόρη της Μαρία.

Ο Ιωάννης Γερμανής και η ομόζυγός του Κατερίνα δίδουν στον γιό τους Στεφανή την εικόνα της Αναστάσεως».

–1732. Η Ανθούλα και ο Φραντζέσκος Γερμανής δίδουν στην κόρη τους Ειρήνη δύο εικόνες της Παναγίας Ζωοδ. Πηγής και του Τιμίου Προδρόμου (προικοσύμφωνο Νικ. Μπελώνια και Ειρήνης, Νάουσα 2 Νοεμ. 1732) και β ο Ι. Μαυρομμάτης ανάμεσα στις εικόνες δίδει στην κόρη του Μαρία «έτερη της Ζωοδόχου Πηγής να την δεκαπεντίζει εν όσω ζή».

–1821. Οι υπογεγραμμένοι στρατιώτες υπόσχονται να ακολουθήσουν τον Φιλικό Παναγιώτη Δ. Δημητρακόπουλο και να απέλθωσιν εις Πελοπόννησο για να ενωθούν υπό τις οδηγίες του εκ λαμπρότατου Πρίγκηπος Δημήτριο Υψηλάντη ελληνικών στρατευμάτων. Εις βεβαίωση υπογράφονται Νάουσα Πάρου τη 20 Αυγούστου 1821, δια χειρός Αλέξανδρου Μπαρότζη βεβαίουσι το παρόν και μαρτυρώ. Γεώργιος Γερμανής.

–1829. Ο ονομαστικός κατάλογος των μαθητών του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου της Νάουσας του σχολικού έτους 1829.

«Οι μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της κομοπόλεως Ναούσης»

Αντώνιος Γερμανός ετών 10 (ίσως Γερμανής).

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 34χρονος σανδαλοποιός Στέφανος Γερμανής, ο 30χρονος σανδαλοποιός Γερμανής Ι. Αντώνιος, ο 44χρονος φούρναρης Ιωάννης Γερμανής.

–1878. Στις 17 Νοεμβρίου 1878 ο παριανός Γερμανής Ζαννής 30 ετών Κρεοπώλης κάτοικος Σύρου δηλώνει τον θάνατο της φίλης του Ραγκούση Μαρουλία 14 ετών κάτοικος Ερμούπολης του Χρούση και της Μαρίας. Ασθένεια: Περιτονίτις;.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883 είναι εγγεγραμμένος ο Γερμανής Γεώργιος (νόθος), 39 ετών, ναυτικός, ο Γερμανής Ζαννής του Στέφανου, 39 ετών, κρεοπώλης. Κάτοικος Σύρου, μετέφερε τα δικαιώματα του στην Πάρο.  Ο Γερμανής Κωνσταντίνος του Στέφανου, 48 ετών, παπουτσής, ο Γερμανής Λογγίνος του Ιωάννη45 ετών, εργάτης, ο Γερμανής Μηνάς του Στέφανου, 39 ετών, εργάτης, ο Γερμανής Νικόλαος του Ιωάννη, 53 ετών, γεωργός και  ο Γερμανής Παναγιώτης του Στέφανου, 22 ετών, Σανδαλοποιός.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Γερμανής Γεώργιος, νόθος, ετών 41, ναύτης από τη Νάουσα, κάτοικος Βρασ(ζ)ιλίας, Γερμανής Κωνσταντίνος του Στέφανου, 50 ετών, υποδηματοποιός από τη Νάουσα, Γερμανής Λογγίνος του Ιωάννη, 47 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, Γερμανής Μηνάς του Στέφανου, ετών 41, εργάτης από τη Νάουσα και Γερμανής Νικόλαος του Ιωάννη, 55 ετών, γεωργός από τη Νάουσα.

–1914. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 37χρονος εργάτης Ιωάννης Λ. Γερμανής, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 10 Ιανουαρίου 1914.

–1920. Ιδρυτικό μέλος του «Εν Πειραίει Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου» ο Στυλιανός Γερμανής.

–1937. Σε καταστατικό του «Εν Πειραίει Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου» αναγράφετε στο Διοικητικό Συμβούλιο ως Αντιπρόεδρος ο Στυλιανός Γερμανής με ημερομηνία Εν Πειραίει τη 20 Ιανουαρίου 1937.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Τσουνάκη Ελένη, όνομα συζύγου Αργύριος, όνομα πατρός Γερμανής Μηνάς και  η Κουζούμη Καλλίτσα, όνομα συζύγου Γεώργιος, όνομα πατρός Μηνάς Γερμανής.


–Γερμανός: Το επώνυμο Γερμανός είναι εθνικό, πατριδωνυμικό αλλά πιθανώς και παρωνυμικό. Μπορεί να συνδέεται με καταγωγή ή σχέση με τη Γερμανία, όμως, όπως συμβαίνει συχνά στα παλαιότερα επώνυμα, μπορεί να προήλθε και από παρωνύμιο που δόθηκε σε κάποιον λόγω τόπου διαμονής, ταξιδιού ή άλλης σχέσης με μια περιοχή, χωρίς να δηλώνει απαραίτητα πραγματική καταγωγή.

Η παρουσία του ονόματος στην Πάρο είναι παλαιότερη, ενώ κατά τον 19ο αιώνα εμφανίζεται πιθανή σύνδεση με την οικογένεια Γερμανή της Νάουσας, καθώς σε ορισμένες καταγραφές τα δύο επώνυμα φαίνεται να συγχέονται.

–1622. Στις 26 Δεκεμβρίου 1622 ο ιερομόναχος Γερμανός υπογράφει έγγραφο αφιερώσεως της Ξεχωριανής στη Μονή Πάτμου.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Γερμανός Παναγιώτης του Στέφανου, ετών 24, σανδαλοποιός από τη Νάουσα. (ίσως παραφθορά του επώνυμου Γερμανής).

 

Γερόντης: Το επώνυμο Γερόντης είναι παρωνυμικό και πιθανότατα προέρχεται από χαρακτηρισμό προσώπου (ο «γέροντας», ο σεβάσμιος ή ο ηλικιωμένος), όπως συμβαίνει με πολλά ελληνικά επώνυμα που δημιουργήθηκαν από προσωνύμια. Σήμερα απαντάται κυρίως στη Σίφνο, ενώ η παρουσία του στην Πάρο κατά τον 19ο αιώνα δείχνει τις στενές σχέσεις και μετακινήσεις πληθυσμών μεταξύ των Κυκλάδων.

Η οικογένεια μαρτυρείται στη Νάουσα Πάρου στις αρχές του 19ου αιώνα. Το 1820 ο ιερέας Αντώνιος Γερόντης εμφανίζεται σε δύο προικοσύμφωνα της Νάουσας, στις 11 και 16 Ιανουαρίου 1820, γεγονός που δείχνει ότι αποτελούσε αναγνωρισμένο μέλος της τοπικής κοινωνίας και συμμετείχε στις οικογενειακές και συμβολαιογραφικές πράξεις της εποχής.

–1820. Ο ιερέας Αντώνιος Γερόντης αναφέρεται σε δυο προικοσύμφωνα της Νάουσας στις 11 Ιανουαρίου 1820 και στις 16 Ιανουαρίου 1820.

–1828. Στις 9 Δεκεμβρίου 1828 ο ιερέας Αντώνιος Γερόντης έχει ήδη πεθάνει και αναφέρεται η πρεσβυτέρα του Μαρούσα.

 

Γεωργακόπουλος: Το επώνυμο Γεωργακόπουλος είναι πατρωνυμικό και προέρχεται από το βαπτιστικό όνομα Γεώργιος, με την κατάληξη -όπουλος, η οποία δηλώνει κυρίως πελοποννησιακή προέλευση ή παλαιότερη σύνδεση με οικογένειες της Πελοποννήσου.

Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο καταγράφεται τον 20ό αιώνα. Το 1904 γεννήθηκε ο Σωτήριος Γεωργακόπουλος του Γεωργίου, ο οποίος αναφέρεται ως δημόσιος υπάλληλος και κάτοικος της Κοινότητας Παροικιάς.

Η ίδια οικογενειακή παρουσία επιβεβαιώνεται και μεταγενέστερα, καθώς στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1950 είναι εγγεγραμμένος ο Σωτήριος Γεωργακόπουλος του Γεωργίου, δημόσιος υπάλληλος και κάτοικος της κοινότητας.

Παρότι τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν τη σύνδεση της οικογένειας με παλαιότερη παριανή γενιά, η καταγραφή της στη μεταπολεμική Παροικιά αποτελεί μαρτυρία της παρουσίας νέων οικογενειών που εντάχθηκαν στην κοινωνική και διοικητική ζωή της πρωτεύουσας της Πάρου.

–1904. Το 1904 γεννιέται ο Γεωργακόπουλος Σωτήριος του Γεωργίου δημ. υπάλληλος κάτοικος κοιν. Παροικιάς.

–1950. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1950 είναι εγγεγραμμένος ο Γεωργακόπουλος Σωτήριος του Γεωργίου δημ. υπάλληλος κάτοικος κοιν. Παροικιάς.


–Γεωργιάδης: Το επώνυμο Γεωργιάδης είναι πατρωνυμικό και προέρχεται από το βαπτιστικό όνομα Γεώργιος. Απαντάται ιδιαίτερα στον Πόντο, αλλά και σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Η οικογένεια Γεωργιάδη που συναντάται σήμερα στην Πάρο κατάγεται από τον Νομό Τρικάλων.

Η παλαιότερη γνωστή παρουσία της οικογένειας στο νησί συνδέεται με τον μοναχισμό και τη μεγάλη πνευματική παράδοση των παριανών μονών.

Στις αρχές του 19ου αιώνα εμφανίζεται ο Ηλίας Γεωργιάδης, ιερομόναχος στη Μονή Χριστού του Δάσους. Γεννήθηκε το 1790 στους Φραγκάδες Ηπείρου και αφιέρωσε τη ζωή του στην Εκκλησία. Αργότερα εξελίχθηκε σε σημαντική εκκλησιαστική μορφή της Πάρου, καθώς διετέλεσε ηγούμενος της Μονής Αγίου Γεωργίου Λαγκάδας.

Το 1830, ο Αρχιμανδρίτης Ηλίας Γεωργιάδης αναφέρεται στον κατάλογο του Μητροπολίτη Παροναξίας Ιερόθεου, στις 8 Φεβρουαρίου 1830, ως ηγούμενος της Μονής Αγίου Γεωργίου Λαγκάδας, γεγονός που επιβεβαιώνει τη σημαντική θέση του στην εκκλησιαστική ζωή της εποχής.

Παράλληλα, η οικογένεια συνδέθηκε και με τη Μονή Λογγοβάρδας. Το 1832 εισήλθε ως δόκιμος μοναχός ο Νικόλαος Γεωργιάδης, σε ηλικία 17 ετών, ενώ το 1854 αναφέρεται πλέον ως μοναχός της μονής.

Ο Ηλίας Γεωργιάδης παρέμεινε μία από τις σημαντικές εκκλησιαστικές προσωπικότητες της Πάρου κατά τον 19ο αιώνα. Απεβίωσε στις 19 Σεπτεμβρίου 1860 στην Πάρο, αφήνοντας πίσω του τη μνήμη ενός κληρικού που συνέδεσε την καταγωγή του από την Ήπειρο με τη θρησκευτική ιστορία του νησιού.

Η οικογένεια Γεωργιάδη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα οικογένειας που εγκαταστάθηκε στην Πάρο μέσω της Εκκλησίας και των μοναστηριακών θεσμών, εντασσόμενη σταδιακά στην τοπική κοινωνία. Η παρουσία της μαρτυρεί τις συνεχείς μετακινήσεις ανθρώπων από την ηπειρωτική Ελλάδα προς τις Κυκλάδες, ιδιαίτερα κατά τον 18ο και 19ο αιώνα.

–1805. Ηλίας Γεωργιάδης Ιερομόναχος στη Μονό Χριστό του Δάσους 1805. Γεννήθηκε το 1790 στους Φραγκάδες Ηπείρου και απεβίωσε το 1860 στην Πάρο.

–1830. Ο Αρχιμανδρίτης, Ηλίας Γεωργιάδης ηγούμενος της μονής Αγίου Γεωργίου Λαγκάδας αναφέρεται στον κατάλογο του μητροπολίτη Παροναξίας Ιερόθεου στις  8 Φεβρουαρίου 1830.

–1832. Δόκιμος Μοναχός στην Λογγοβάρδα ο Νικόλαος Γεωργιάδης. Εποχή εισόδου στη μονή το 1832 σε ηλικία 17 ετών.

–1854. Μοναχός Λογγοβάρδας ο Νικόλαος Γεωργιάδης το έτος 1854.

–1860 απεβίωσε ο Αρχιμανδρίτης, ηγούμενος του Αγίου Γεωργίου Λαγκάδας Ηλίας Γεωργιάδης στις 19 Σεπτεμβρίου 1860. 


Γεωργίου: Το επώνυμο Γεωργίου είναι ένα από τα πιο κοινά πατρωνυμικά ελληνικά επώνυμα και προέρχεται από το βαπτιστικό όνομα Γεώργιος. Στην Πάρο απαντάται ήδη από τον 19ο αιώνα και συνδέεται με οικογένειες που κατάγονταν κυρίως από τη Ρούμελη, ενώ ένας κλάδος της οικογένειας είχε καταγωγή από την Ήπειρο. Παράλληλα, σημαντική υπήρξε και η παρουσία προσώπων με το επώνυμο Γεωργίου στον μοναχισμό της Πάρου, ιδιαίτερα στη Μονή Λογγοβάρδας.

Μία από τις πρώτες μαρτυρίες αφορά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης. Στις 20 Αυγούστου 1821, στη Νάουσα Πάρου, οι στρατιώτες που υποσχέθηκαν να ακολουθήσουν τον Φιλικό Παναγιώτη Δ. Δημητρακόπουλο στην Πελοπόννησο, ώστε να ενωθούν με τα στρατεύματα του Δημητρίου Υψηλάντη, υπογράφουν μεταξύ άλλων ο Πέτρος Γεωργίου και ο Παναγιώτης Γεωργίου, οι οποίοι δηλώνονται ως Ρουμελιώτες.

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της Πάρου κατέχει ο Φιλόθεος Α΄ Γεωργίου, καταγόμενος από την Πελοπόννησο. Κατά τη διάρκεια των διωγμών της Επανάστασης εγκατέλειψε την πατρίδα του και μαζί με τον Ιερόθεο Ιωάννου Βοσυνιώτη, μετέπειτα ηγούμενο της Λογγοβάρδας, κατέφυγε στην Πάρο το 1825. Ο Φιλόθεος εξελίχθηκε σε σημαντική εκκλησιαστική μορφή και στις 8 Φεβρουαρίου 1830 αναφέρεται στον κατάλογο του Μητροπολίτη Παροναξίας ως ηγούμενος της Μονής Λογγοβάρδας.

Η σχέση της οικογένειας με τον μοναχισμό συνεχίστηκε. Το 1832 αναφέρεται ο Ιωασάφ Γεώργιος, καταγόμενος από τα Ιωάννινα, ως μοναχός στον Άγιο Ιωάννη Δέτη. Στη Μονή Λογγοβάρδας εισήλθε το 1834 ο μοναχός Βασίλειος Γεωργίου από τη Νάξο, ο οποίος καταγράφεται το 1854 στον κατάλογο της μονής ως δόκιμος μοναχός, ηλικίας 25 ετών.

Παράλληλα, η οικογένεια εμφανίζεται και στην κοινωνική ζωή των παριανών κοινοτήτων. Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας το 1829 αναφέρονται ο Δημήτριος Γεωργίου, 36 ετών, αλιεύς, ο αδελφός του Αθανάσιος Γεωργίου, 27 ετών, μεταξάς, καθώς και η μητέρα τους Γαρουφαλιά Γεωργίου.

Στην εκπαίδευση και στη νέα κοινωνική πραγματικότητα του 19ου αιώνα συναντάμε επίσης μέλη της οικογένειας. Το 1833 στην Ελληνοδιδακτική Σχολή Παροικιάς αναφέρεται η Μαρία Γεωργίου, ενώ το 1835 στον έλεγχο του δημοτικού σχολείου Πάρου καταγράφονται η μαθήτρια Καλυψώ Γεωργίου και ο Ανδρέας Γεωργίου, του οποίου ο πατέρας αναφέρεται ως ναυτικός.

Η παρουσία της οικογένειας συνεχίζεται στις κοινότητες της Πάρου. Το 1844 στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας αναφέρεται ο Γ. Γεωργίου, 54 ετών, αλιεύς, ενώ από τα μέσα του 19ου αιώνα μέλη της οικογένειας εμφανίζονται και στα δημοτολόγια της περιοχής.

Οι Γεωργίου αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα οικογένειας που εγκαταστάθηκε στην Πάρο μέσα από διαφορετικά ρεύματα μετακίνησης: Ρουμελιώτες πρόσφυγες της Επανάστασης, Ηπειρώτες μοναχοί, αλλά και οικογένειες από γειτονικά νησιά. Η παρουσία τους συνδέθηκε ιδιαίτερα με τη Μονή Λογγοβάρδας, αλλά και με τις ναυτικές και κοινωνικές κοινότητες της Πάρου κατά τον 19ο αιώνα.

–1821. Οι υπογεγραμμένοι στρατιώτες υπόσχονται να ακολουθήσουν τον Φιλικό Παναγιώτη Δ. Δημητρακόπουλο και να απέλθωσιν εις Πελοπόννησο για να ενωθούν υπό τις οδηγίες του εκ λαμπρότατου Πρίγκηπος Δημήτριο Υψηλάντη ελληνικών στρατευμάτων. Εις βεβαίωση υπογράφονται Νάουσα Πάρου τη 20 Αυγούστου 1821, Πέτρος Γεωργίου και Παναγιώτης Γεωργίου Ρουμελιώτες.

–1825. Ο Φιλόθεος Α’ Γεωργίου από την Πελοπόννησο φεύγοντας την μανία των Τούρκων μαζί με τον Ιερόθεο Ιωάννου Βοσυνιώτη, μετέπειτα ηγούμενο της Λογγοβάρδας (1825-1860), ήλθε στην Πάρο στα 1825.

–1829. Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Δημήτριος Γεωργίου 36 ετών αλιεύς, ο αδερφός του Αθανάσιος Γεωργίου 27 ετών μεταξάς και η μητέρα τους Γαρουφαλιά Γεωργίου.

–1830. Στις 8 Φεβρουαρίου 1830 αναφέρεται στον κατάλογο του μητροπολίτη Παροναξίας ο ιερομόναχος, ηγούμενος της μονής Λογγοβάρδας Φιλόθεος Α’ Γεωργίου.

–1832. Ιωασάφ Γεώργιος, εξ Ιωαννίνων, μοναχός το 1832 στον Άγιο Ιωάννη Δέτη.

–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται η Μαρία Γεωργίου

–1834. Εισήλθε στη μονή της Λογγοβάρδας ο μοναχός Βασίλειος Γεωργίου από τη Νάξο το 1834.

–1835. Σε ομαδικό έλεγχο του δημοτικού σχολείου Πάρου του 1835, υπάρχει εγγεγραμμένη η μαθήτρια Καλυψώ Γεωργίου και ο Ανδρέας Γεωργίου, τέχνη πατρός ναύτης.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο Δήμου Μάρπησσας του 1844 υπάρχει εγγεγραμμένος ο Γ. Γεωργίου 54 ετών αλιεύς.

–1845. Στα δημοτολόγια του Δήμου Μάρπησσας, πρώτη εγγραφή ο αλιεύς Γεωργίου …

–1854. Μοναχός Λογγοβάρδας ο Βασίλειος Γεωργίου στον κατάλογο της Μονής του 1854, φέρεται να έχει πατρίδα τη Νάξο, ηλικία 25 ετών. Κατέχει τον βαθμό του δοκίμου.

–1859. Στις 18 Ιανουαρίου 1859 η παριανή Αικατερίνη Σάλα 22 ετών του Δημητρίου και της Αρχοντώ Γεωργίου παντρεύεται στην Σύρο τον Εμμανουήλ Μαυρομμάτη 33 ετών ναυτικό του Παναγιώτη και της Άννας Ζαγλανίκου από την Σμύρνη.

–1866. Στις 2 Ιανουαρίου 1866 ο 22χρονος βυρσοδέψης από την Πάρο Δημήτριος Ρούσσος του Πέτρου και της Βουλοτίνης Γεωργίου, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 18χρονη από την Ίο Καλλιόπη Σκόκου, του Νικολάου και της Μαρίας.

–1870. Το 1870 ο Πέτρος Γεωργίου 23 ετών άγαμος, υπάλληλος από την Πάρο, αναφέρεται σε απογραφή της Πόλης Ερμούπολης.


–Γεωργούσης: Το επώνυμο Γεωργούσης είναι πατρωνυμικό και προέρχεται από το βαπτιστικό όνομα Γεώργιος. Ο παριανός κλάδος που συναντάται σήμερα στις Λεύκες έχει καταγωγή από τη Μονοκαρυά της Ιστιαίας Ευβοίας, γεγονός που αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα της εγκατάστασης οικογενειών από άλλες περιοχές της Ελλάδας στην Πάρο κατά τον 20ό αιώνα.

Γενάρχης της οικογένειας στην Πάρο θεωρείται ο Ιωάννης Δ. Γεωργούσης (1908-1984), ο οποίος εγκαταστάθηκε στις Λεύκες και αποτέλεσε την αρχή της παριανής παρουσίας της οικογένειας. Η εγγραφή της οικογένειας στα δημοτολόγια Λευκών πραγματοποιήθηκε το 1941.

Σημαντική θέση στη νεότερη πνευματική ιστορία της Πάρου κατέχει ο Χρήστος Ι. Γεωργούσης, ο οποίος γεννήθηκε στις Λεύκες το 1945. Από τη δεκαετία του 1970 και εξής αποτελεί μία από τις πιο αναγνωρίσιμες πνευματικές παρουσίες του νησιού, με έντονη δραστηριότητα στον χώρο των γραμμάτων, της εκπαίδευσης και του πολιτισμού, παραμένοντας μόνιμος κάτοικος Πάρου.

Η παρουσία της οικογένειας καταγράφεται και σε στιγμές της κοινωνικής ζωής του νησιού. Σε φωτογραφικό υλικό από την Εκατονταπυλιανή στις 15 Αυγούστου 1959 διακρίνεται η μαθήτρια Μαριάννα Γεωργούση, ενώ σε φωτογραφίες της ίδιας χρονιάς από την Παροικιά εμφανίζεται ως μαθητής ο Χρήστος Γεωργούσης.

Το 1990 ο Χρήστος Ι. Γεωργούσης ανέλαβε καθήκοντα γυμνασιάρχη Πάρου, συνεχίζοντας την προσφορά του στην εκπαίδευση του νησιού.

Η οικογένεια Γεωργούση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα νεότερης παριανής οικογένειας με εξωκυκλαδική καταγωγή, η οποία μέσα σε λίγες γενιές ενσωματώθηκε πλήρως στην κοινωνική και πνευματική ζωή της Πάρου, ιδιαίτερα μέσω της κοινότητας των Λευκών.

–1908. Γενάρχης της οικογένειας της Πάρου ο Ιωάννης Δ. Γεωργούσης (1908-1984) 

–1941. Το έτος εγγραφής στα δημοτολόγια Λευκών το 1941.

–1945. Το 1945 γεννιέται στις Λεύκες ο καθηγητής Χρίστος Γεωργούσης που μετά το 1970 μέχρι και σήμερα κυριαρχεί στον πνευματικό χώρο της Πάρου, όπου κατοικεί μόνιμα.

1959. Σε άγημα της Εκατονταπυλιανής στις 15 Αυγούστου του 1959 διακρίνεται η μαθήτρια Μαριάννα Γεωργούση.

–1959. Σε φωτογραφεία του 1959 στην Παροικιά διακρίνεται ο μαθητής Χρήστος Γεωργούσης.

–1990. Γυμνασιάρχης Πάρου το 1990 ο Χρήστος Ι. Γεωργούσης από τις Λεύκες.

 

Γιαβάσης: Μικρασιάτης, κάτοικος Νάουσας

 

Γιακαλής: Το επώνυμο Γιακαλής είναι ένα από τα παλαιότερα επώνυμα που εμφανίζονται στη Νάουσα Πάρου κατά τον 19ο αιώνα. Η ετυμολογική του προέλευση δεν είναι βέβαιη, όμως πιθανότατα συνδέεται με παρωνυμικό ή υποκοριστικό σχηματισμό από προσωπικό όνομα.

Η οικογένεια καταγράφεται στην Πάρο κατά την περίοδο μετά την Ελληνική Επανάσταση. Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας το 1829 αναφέρεται ο Αθανάσιος Γιακαλής, ηλικίας 39 ετών, επαγγελματικά έμπορος, μαζί με τον γιο του Γεώργιο Γιακαλή, ηλικίας 10 ετών.

Η αναφορά αυτή είναι σημαντική, καθώς τοποθετεί την οικογένεια στη Νάουσα κατά τα πρώτα χρόνια του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και δείχνει την παρουσία εμπόρων στην τοπική κοινωνία, η οποία εκείνη την εποχή άρχιζε να αναπτύσσεται μετά τις αναστατώσεις της Επανάστασης.

Παρότι τα διαθέσιμα στοιχεία για την οικογένεια Γιακαλή στην Πάρο είναι περιορισμένα, η καταγραφή του Αθανασίου και του γιου του αποτελεί μία ακόμη μαρτυρία της σύνθεσης του πληθυσμού της Νάουσας στις αρχές του 19ου αιώνα, όπου συνυπήρχαν παλιές παριανές οικογένειες και νέοι κάτοικοι που εγκαταστάθηκαν στο νησί κατά την επαναστατική και μεταεπαναστατική περίοδο.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Αθανάσιος Γιακαλής 39 ετών έμπορος, και ο γιός του Γεώργιος Γιακαλής 10 ετών.

 

Γιακουμής: Το επώνυμο Γιακουμής είναι πιθανότατα πατρωνυμικό και προέρχεται από το βαπτιστικό όνομα Γιακουμής (Ιάκωβος), το οποίο ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο στις Κυκλάδες και στα νησιά του Αιγαίου.

Η παρουσία της οικογένειας στην Πάρο καταγράφεται στα τέλη του 19ου αιώνα. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός Νικόλαος Σταμ. Γιακουμής, ηλικίας 32 ετών, επαγγελματικά βυρσοδέψης και έγγαμος. Η εγγραφή του έγινε στις 22 Ιανουαρίου 1891, όταν έδωσε τον σχετικό όρκο.

Η αναφορά του επαγγέλματος του βυρσοδέψη δείχνει τη σύνδεση της οικογένειας με τα παραδοσιακά επαγγέλματα της εποχής, καθώς η Ερμούπολη της Σύρου αποτελούσε τότε σημαντικό εμπορικό και βιοτεχνικό κέντρο των Κυκλάδων, προσελκύοντας εργαζομένους και τεχνίτες από τα γύρω νησιά.

Η μαρτυρία του Νικολάου Γιακουμή αποτελεί μέχρι σήμερα την παλαιότερη γνωστή καταγραφή της οικογένειας στην Πάρο.

–1891. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 32 ετών βυρσοδέψης Νικόλαος Σταμ. Γιακουμής έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 22 Ιανουαρίου 1891.

 

Γιαλάκης: Το επώνυμο Γιαλάκης εμφανίζεται στην Πάρο μέσα από την παρουσία προσφυγικής οικογένειας που εγκαταστάθηκε στη Νάουσα κατά τα δύσκολα χρόνια των αρχών του 19ου αιώνα.

Η πρώτη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία εντοπίζεται το 1829, στην απογραφή των προσφύγων της Νάουσας. Αναφέρεται ο Ιωάννης Γιαλάκης, ηλικίας 45 ετών, έμπορος στο επάγγελμα, μαζί με την οικογένειά του: τη σύζυγό του Κατερίνα Γιαλάκη, την κόρη τους Ειρήνη, τον γιο τους Γεώργιο, ηλικίας 9 ετών, τον μικρότερο γιο τους Ματθαίο, μόλις ενός έτους, καθώς και την αδελφή του Άννα Γιαλάκη.

Η καταγραφή αυτή αποτελεί σημαντική ένδειξη για την παρουσία προσφυγικών πληθυσμών στη Νάουσα μετά τις αναστατώσεις της Ελληνικής Επανάστασης. Η οικογένεια, με αρχηγό έναν έμπορο, εντάχθηκε στην τοπική κοινωνία της Πάρου, η οποία εκείνη την περίοδο αποτέλεσε καταφύγιο για πολλές οικογένειες από διάφορες περιοχές του ελληνικού χώρου.

–1829. Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Ιωάννης Γιαλάκης 45 ετών έμπορος, η σύζυγός του Κατερίνα Γιαλάκη, η κόρη του Ειρήνη Γιαλάκη, ο γιός του Γεώργιος Γιαλάκης 9 ετών, ο γιός του Ματθαίος Γιαλάκης ενός έτους και η αδερφή του Άννα Γιαλάκη.

 

Γιαλιατζούρης: Βλέπε Γαλιατζούρης


–Γιαννάκης: Πατρωνυμικό επώνυμο, προερχόμενο από το βαπτιστικό όνομα Γιάννης / Ιωάννης. Στην Πάρο απαντώνται δύο νεότεροι κλάδοι της οικογένειας Γιαννάκη, με διαφορετικές καταγωγικές ρίζες.

Ο παλαιότερα εγκατεστημένος κλάδος στην Πάρο κατάγεται από την Καλαμπάκα του Νομού Τρικάλων. Η παρουσία του καταγράφεται στη Μάρπησσα, όπου ο Δημήτρης Γιαννάκης δραστηριοποιήθηκε ως μηχανικός αυτοκινήτων. Το 1980 μαρτυρείται η επαγγελματική του παρουσία στο χωριό, ενώ η ίδια δραστηριότητα αναφέρεται και το 2010, αποτελώντας μέρος της νεότερης ιστορίας της Μάρπησσας.

Ένας δεύτερος κλάδος εγκαταστάθηκε στην Πάρο από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και προέρχεται από το Πωγώνι της Ηπείρου. Γενάρχης του παριανού αυτού κλάδου θεωρείται ο Λεωνίδας Γιαννάκης, ο οποίος με την εγκατάστασή του στο νησί συνέβαλε στη συνέχεια της παρουσίας του επωνύμου στη σύγχρονη κοινωνία της Πάρου.

Οι δύο αυτοί κλάδοι αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα των νεότερων μετακινήσεων πληθυσμών προς την Πάρο, όπου οικογένειες από τη Θεσσαλία και την Ήπειρο εντάχθηκαν σταδιακά στον κοινωνικό και επαγγελματικό ιστό του νησιού.

–1980. Μηχανικός αυτοκινήτων «Δημήτρης Γιαννάκης» το 1980 στην Μάρπησσα.

–2010. Το 2010 μαρτυρείται ο μηχανικός αυτοκινήτων στη Μάρπησσα.

 

Γιαννακίδης: Βαπτιστικό – πατρωνυμικό επώνυμο, προερχόμενο από το όνομα Γιάννης / Ιωάννης, με την κατάληξη -ίδης, χαρακτηριστική πολλών επωνύμων της ποντιακής παράδοσης.

Η παρουσία της οικογένειας Γιαννακίδη στην Πάρο καταγράφεται κατά τον 20ό αιώνα.

–1950. Φωτογράφος Παροικιάς ο Γιαννακίδη …

 

Γιαννακός: Πατρωνυμικό επώνυμο, προερχόμενο πιθανότατα από το βαπτιστικό όνομα Γιάννης / Ιωάννης. Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο μαρτυρείται κυρίως στη Μάρπησσα και αργότερα στην Παροικιά.

1846. Στις 20 Μαΐου 1846, σε πιστοποιητικό που συνέταξαν οι κάτοικοι του Δήμου Μαρπήσσης για να βεβαιώσουν τη συμμετοχή του συγχωριανού τους Γεωργίου Φωκιανού στον Αγώνα του 1821, αναφέρεται μεταξύ των υπογραφόντων ο Γεώργιος Γιαννακός. Το έγγραφο πιστοποιούσε τη δράση του Φωκιανού, ο οποίος το 1826 είχε πολεμήσει εναντίον του Ιμπραήμ στην πολιορκία της Τριπολιτσάς υπό τις οδηγίες του παριανού αγωνιστή Δημητρίου Σάλα.

1895. Γεννιέται η Ελένη Γιαννακού, σύζυγος Γεωργίου, με πατρικό επώνυμο Αποστολόπουλος.

1950. Στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Παροικιάς της 17ης Μαΐου 1950 είναι εγγεγραμμένη η Ελένη Γιαννακού (γεννηθείσα το 1895), σύζυγος Γεωργίου και θυγατέρα του Π. Αποστολόπουλου.

Η οικογένεια Γιαννακού αποτελεί μία ακόμη από τις παλιές παριανές οικογένειες που καταγράφονται μέσα από δημοτικά έγγραφα, εκλογικούς καταλόγους και μαρτυρίες της κοινωνικής ζωής του νησιού.

–1846. Πιστοποιητικό που συνέταξαν οι κάτοικοι του Δήμου Μαρπήσσης για να βεβαιώσουν τη συμμετοχή του συγχωριανού τους Γεωργίου Φωκιανού στον αγώνα του 1821 όπου το 1826 χρημάτισε κατά του Ιμπραΐμ στην πολιορκία της Τριπολιτσάς υπο τις οδηγίες του Δημητρίου Σάλα. Ένας από τους υπογράφοντες συγχωριανούς του στις 20 Μαΐου 1846 στην Μάρπησσα ήταν και ο Γεώργιος Γιαννακός.

–1895. Γιαννακού Ελένη, όνομα συζύγου: Γεώργιος, Κύριο όνομα και επώνυμο πατρός: Π. Απαστολόπουλος. Έτος γέννησης: 1895. Επάγγελμα: οικοκυρά.

–1950. Στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Παροικιάς στις 17 Μαΐου 1950 είναι εγγεγραμμένη η Γιαννακού Ελένη (γεν. 1895), όνομα συζύγου Γεώργιος, όνομα πατρός Π. Αποστολόπουλος.

 

Γιαννακούρος: Πατρωνυμικό επώνυμο, πιθανότατα προερχόμενο από το βαπτιστικό όνομα Γιάννης / Ιωάννης με την κατάληξη -ούρος, χαρακτηριστική σε ορισμένα ελληνικά επώνυμα.

Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο συνδέεται με κρατικό λειτουργό που υπηρέτησε στο νησί κατά τον Μεσοπόλεμο.

–1936-39. Διοικητής του Σταθμού Χωροφυλακής της Κοινότητας των Λευκών Πάρου από το 1936-39 ο Δημήτριος Γιαννακούρος από τον Ν. Κορινθίας.

 

–Γιανναράκης: Πατρωνυμικό επώνυμο, προερχόμενο από το βαπτιστικό όνομα Γιάννης / Ιωάννης.

Η οικογένεια Γιανναράκη καταγράφεται στην Πάρο κατά τον 19ο αιώνα, με παρουσία κυρίως στην περιοχή της Μάρπησσας.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Γιανναράκης Νικόλαος του Ιωάννη 50 ετών μυλωνάς.

–1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Μαρούσα Νικολάου Γιανναράκη, ετών 75, οικιακά, χήρα.

 

Γιάνναρης: Πατρωνυμικό επώνυμο, προερχόμενο από το βαπτιστικό όνομα Γιάννης / Ιωάννης.

Η παρουσία της οικογένειας Γιάνναρη στην Πάρο καταγράφεται μέσα από τα εκκλησιαστικά και δημοτολογικά αρχεία του 19ου αιώνα.

 

–1862. Στις 10 Φεβρουαρίου 1862 ο 22χρονος αλιεύς από την Πάρο Μάρκος Γιάνναρης του Εμμανουήλ και της Χρυσής Διακογιώργη, παντρεύεται στην Ερμούπολη την συριανή 15χρονη Αικατερίνη Ιακώβου, του Παναγή και της Σταυρούλας Χριστοφή.

 

Γιάνναρος: Βλέπε Τζάναρος


Γιαννίτσης: Πατρωνυμικό επώνυμο, πιθανώς προερχόμενο από το βαπτιστικό Γιάννης / Ιωάννης.

Η οικογένεια μαρτυρείται στην Πάρο στις αρχές του 20ού αιώνα, μέσα από οικογενειακές και δημοτολογικές καταγραφές.

–1903. Στις 14 Νοεμβρίου 1903 ο 33χρονος αρτοποιός από την Πάρο Ιάκωβος Χαμηλοθώρης του Νικολάου και της Αικατερίνης Βελέντζα [κάτοικοι Πάρου], παντρεύεται στην Ερμούπολη την 18χρονη από την Πάρο Ελπίς Γιαννίτση, του Κωνσταντίνου και της Κυριακής Διαλινού [κάτοικοι Πάρου].

 

–Γιαννουλάκης: Πατρωνυμικό επώνυμο, πιθανώς κρητικής προέλευσης. Η οικογένεια εμφανίζεται στην Πάρο ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα και συνδέεται κυρίως με τα Μάρμαρα, όπου διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην τοπική κοινωνία.

1803–1804. Στους εκλογικούς καταλόγους των Μαρμάρων του Δήμου Νάουσας καταγράφεται ο Ιωάννης Γιαννουλάκης, γεννημένος περίπου το 1803–1804, ηλικίας 40–43 ετών, επαγγέλματος εμπόρου.

1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σε επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο του Αιγαίου Πελάγους, σχετικά με τις εντάσεις που είχαν δημιουργηθεί μεταξύ Κρητών νεοαποίκων και ντόπιων κατοίκων, υπογράφει ο Ιωάννης Γιαννουλάκης από τα χωριά του Κεφάλου. Η αναφορά αυτή αποτελεί σημαντική ένδειξη για την παρουσία κρητικής καταγωγής οικογενειών στην περιοχή.

1843. Ο Ιωάννης Γιαννουλάκης συμμετέχει ως εκλογέας από τα Μάρμαρα στη συνέλευση της αντιπολίτευσης για την ανάδειξη πληρεξουσίων της Πάρου. Η παρουσία του ανάμεσα στους εκλεγείς αντιπροσώπους των χωριών δείχνει την κοινωνική του θέση και την αναγνώρισή του στην τοπική κοινότητα.

1849. Στον ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στα Μάρμαρα, σε εικόνα της Παναγίας, διασώζεται επιγραφή που μαρτυρεί τη σημαντική συμβολή του:

«Ανακαινίσθη η παρούσα εικών και πάσα η επισκευή η εντός της διμαρτύρου ταύτης εκκλησίας της Κοιμήσεως της Θ(εοτό)κ(ου) και του τέμπλου Προδρόμου διά συνδρομής και συνεργείας του επιτροπεύοντος εν αυτή Κυρίου Ιω(άννου) Γιαννουλάκη, δαπάνη δε αυτού και των κατοικούντων εν τη κώμη ταύτη, τη 28 Ιουνίου 1849».

Η επιγραφή αυτή αποδεικνύει ότι ο Ιωάννης Γιαννουλάκης υπήρξε επιφανές μέλος των Μαρμάρων, με ενεργό συμμετοχή στη συντήρηση και ανακαίνιση του σημαντικού αυτού ναού.

Η οικογένεια Γιαννουλάκη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα οικογένειας πιθανής κρητικής προέλευσης που εγκαταστάθηκε στην Πάρο τον 19ο αιώνα και ενσωματώθηκε πλήρως στην τοπική κοινωνία, αφήνοντας το αποτύπωμά της τόσο στη δημόσια ζωή όσο και στη θρησκευτική παράδοση του νησιού.

–1804. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1844 είναι εγγεγραμμένος ο Γιαννουλάκης Ιωάννης (γεν. 1804) 40ετών έμπορος.

–1803. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 43χρονος έμπορος Γιαννουλάκης Ιωάννης (γεν. 1803).

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Ιωάννης Γιαννουλάκης από τα χωριά του Κεφάλου.

–1843. Στις 17  Οκτωβρίου 1843 η συνέλευση της αντιπολίτευσης επαναλαμβάνεται, αλλά πάλι χωρίς τον Δήμαρχο Θ. Καμπάνη ο οποίος κατηγορείται από τους παρευρισκομένους ότι «αισθάνεται ανώτερος του νόμου και προβάλει ανύπαρκτες προφάσεις». Η συνέλευση αποφασίζει να προχωρήσει στην εκλογή χωρίς τον Δήμαρχο! Πρόεδρος ανέλαβε ο Δ. Χαμάρτος και προσυπέγραψαν τα 5 γεροντότερα μέλη Ν. Πούλιος, Ιωάννης Καπαρός, Λεονάρδος Κονδύλης, Ηλίας Σαράντος, Νικόλαος Ρούσσος. Οι εκλογείς ήταν οι εξής:
Πόλις Παροικίας (Δήμαρχος Θ. Καμπάνης): Ζώρζης Μ Μαυρογένης, Δημήτριος Χαμάρτος, Πέτρος Μαυρομμάτης, Ν Α Ψαράκης, Αντ Ελ Χαμάρτος, Λεονάρδος Κονδύλης.
Κωμόπολις Λευκών (Πάρεδρος Κωνσταντίνος Χανιώτης): Εμμανουήλ Ν Αρκάς, Νικόλαος Γ Ρούσσος, Νικόλαος Γ Παντελαίος, Ιωάννης Α Δεσύλλας.

Κωμόπολις Ναούσης (Δήμαρχος Ν. Μαλατέστας): Δημήτριος Π Δημητρακόπουλος, Ηλίας Σαράντος, Ιωάννης Μεταξάς, Αντώνιος Κορτιάνος (δεν παρευρέθη λόγω ασθενείας).
Χωρίον Κώστου(Πάρεδρος Ιωάννης Α. Καπαρός): Ιωάννης Α Καπαρός, Αναστάσιος Ρούσσος
Χωρίον Δραγουλά (Πάρεδρος Νικήτας Ν. Άγουρος): Γεώργιος Κληρονόμος
Χωρίον Μαρμάρων (Πάρεδρος Νικήτας Ν. Άγουρος): Ιωάννης Γιαννουλάκης, Νικήτας Άγουρος (δεν παρευρέθη λόγω ασθενείας).

Χωρίον Τσιπίδου (Δήμαρχος Μαρπήσσης ΓΣ Δελαγραμμάτης): Νικόλαος Βατιμπέλας, Νικόλας Πόυλιος, Γεώργιος Σ Δελαγραμμάτης (απών).

Χωρίον Ωλιάρου (Πάρεδρος Δ. Βιάζης): Παναγής Καλάργυρος, Ματθαίος Μαούνης.
Τα αποτελέσματα ανέδειξαν πληρεξουσίους Πάρου τους Δ. Π. Δημητρακόπουλο (21 ψήφοι) και Ζ. Μάτσα Μαυρογένη (21). Συμμετείχαν και οι Νικόλαος Ψαράκης (Παροικιά, 11 ψήφοι), Ν. Βατιμπέλας (Τσιπίδος, 7), Λεονάρδος Κονδύλης (Παροικία, 7), Νικόλαος Μαλατέστας (Νάουσα, 6 ψήφοι), Κωνσταντίνος Δαμίας (Παροικία, 6), Π. Μαυρομάτης (Παροικία, 6).

Ο Δήμαρχος Πάρου αρνήθηκε να επικυρώσει τις υπογραφές και συνεπώς την εκλογή.

–1849. Στο Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στα Μάρμαρα, σε εικόνα της Παναγίας η επιγραφή: «Ανακαινίσθη η παρούσα εικών και πάσα η επισκευή η εντός της διμαρτύρου ταύτης εκκλησίας της Κοιμήσεως της Θ(εοτό)κ(ου) και του τέμπλου Προδρόμου διά συνδρομής και συνεργείας του επιτροπεύοντος εν αυτή Κυρίου Ιω(άννου) Γιαννουλάκη δαπάνη δε αυτού και των κατοικούντων εν τη κώμη ταύτη, τη 28 Ιουνίου 1849».

 

Γιαρδάνης: Βλέπε Ιορδάνης.

 

–Γιαρμής: Πατρωνυμικό ή παρωνυμικό επώνυμο, πιθανώς συνδεόμενο με προσωπικό όνομα ή παλαιότερο προσωνύμιο. Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο καταγράφεται κατά τον 19ο αιώνα.

–1880. Έγγραφο στο κατάστιχο Λεβαντή «εις τας 28 Ιαν. 1880 εμβήκαν του Κων. Σιφάκη οι γαιδαροι εις το Τζιμπούκη και το απόκοψε ο αποκοπτής εν πινάκι. Το έλαβα. Μάρτυρες Νικόλαος Παυλάκης, Αντώνιος Γιαρμής, Απόστολος Κεφάλας και Μάρκος Δελέντας».


–Γιατροπούλης ή Γιατρόπουλος ή Ιατροπούλης: Η οικογένεια Ιατροπούλη ή Γιατροπούλη αποτελεί μία από τις παλαιότερες και πιο ενδιαφέρουσες οικογένειες της Πάρου, με παρουσία που καταγράφεται κυρίως στην Παροικιά και στις Λεύκες. Η ιστορία της συνδέεται με παλαιές παραδόσεις, δυτικές επιρροές και τις μετακινήσεις οικογενειών που χαρακτήρισαν τον χώρο του Αιγαίου και της Μάνης κατά τους νεότερους χρόνους.

Σύμφωνα με τον ιατρό και ερευνητή της παριανής ιστορίας Γεώργιο Καπαρό, το επώνυμο πιθανόν σχετίζεται με την οικογένεια Ιατρού, η οποία με τη σειρά της ενδέχεται να έχει παλαιότερη σύνδεση με τη λατινική οικογένεια Medico. Η άποψη αυτή ενισχύεται από την ύπαρξη παλαιού οικόσημου στην Παροικιά, το οποίο αποδίδεται σε λατινική οικογένεια και αποτελεί σημαντικό στοιχείο της τοπικής παράδοσης.

Η πιθανή αυτή διαδρομή συνδέει την οικογένεια με τις παλαιές δυτικές παρουσίες στον ελληνικό χώρο. Κατά τους βενετικούς χρόνους, οικογένειες ιταλικής ή λατινικής προέλευσης εγκαταστάθηκαν σε διάφορες περιοχές του Αιγαίου, της Κρήτης, των Επτανήσων και της Πελοποννήσου. Με την πάροδο των αιώνων πολλές από αυτές ενσωματώθηκαν στις τοπικές κοινωνίες και πέρασαν σταδιακά στην ορθόδοξη παράδοση.

Μία πιθανή διαδρομή της οικογένειας συνδέεται με τη Μάνη και τους Γιατριάνους, οικογένεια που αναφέρεται στην περιοχή του Οιτύλου ήδη από τους πρώτους νεότερους αιώνες. Οι Γιατριάνοι έχουν συσχετισθεί από ορισμένους ερευνητές με δυτική καταγωγή και με την οικογένεια Medico. Οι πολιτικές αναταραχές, οι τοπικές συγκρούσεις και οι μετακινήσεις μανιάτικων οικογενειών οδήγησαν αρκετούς κλάδους τους σε νέες πατρίδες.

Πιθανόν σε αυτή την περίοδο να εγκαταστάθηκε στην Πάρο ένας κλάδος της οικογένειας, με αρχική παρουσία στην Παροικιά. Η ύπαρξη του οικόσημου σε παλαιό σπίτι της Παροικιάς αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που διατηρεί η τοπική μνήμη για την παλαιότερη προέλευση της οικογένειας.

Οι πρώτες σαφείς καταγραφές της οικογένειας στην Πάρο εμφανίζονται στον 19ο αιώνα. Το 1844 στις Λεύκες καταγράφεται ο Δεμένεγος Προκοπίου Ιατροπούλης, έμπορος, ενώ το 1847 αναφέρονται ο Προκόπης, ο Μάρκος και ο Γεώργιος Ιατροπούλης στην περιοχή της Παροικιάς.

Στα μέσα του 19ου αιώνα αρκετά μέλη της οικογένειας εμφανίζονται και στη Σύρο, γεγονός που φανερώνει τη στενή σχέση της Πάρου με την ακμάζουσα Ερμούπολη. Αναφέρονται οι Αντώνιος, Πέτρος, Μάρκος και Μιχαήλ Γιατροπούλης, κυρίως ως κηπουροί και εργαζόμενοι, διατηρώντας όμως την παριανή τους καταγωγή.

Στις Λεύκες η οικογένεια απέκτησε ιδιαίτερη παρουσία. Ο Γιάννης Ιατροπούλης αναφέρεται ήδη το 1849, ενώ τις επόμενες δεκαετίες η οικογένεια συμμετείχε ενεργά στη ζωή του χωριού.

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της οικογένειας κατέχει ο Μάριος Ιωάννου Γιατροπούλης, από τις Λεύκες, ο οποίος έπεσε στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913. Το όνομά του αναγράφεται στο Ηρώο των Λευκών, ως ένας από τους κατοίκους του χωριού που θυσιάστηκαν για την πατρίδα.

Η ιστορία της οικογένειας στις αρχές του 20ού αιώνα αντικατοπτρίζει και τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν πολλές παριανές οικογένειες. Μετά τον θάνατο του Μάριου, η οικογένειά του δοκιμάστηκε σκληρά, όπως συνέβη σε πολλές οικογένειες των Λευκών κατά την περίοδο των πολέμων και της Κατοχής.

Στη νεότερη εποχή ξεχωρίζει ο Μάριος (Μαρής) Ιατροπούλης, γεννημένος στις Λεύκες το 1935, ο οποίος έγινε γνωστός για την προσφορά του στην ανάδειξη της Αγίας Τριάδας Λευκών και για τη συμβολή του στη διατήρηση της τοπικής μνήμης.

Η οικογένεια Ιατροπούλη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολυσύνθετης ιστορίας της Πάρου: μια οικογένεια με πιθανές δυτικές και λατινικές καταβολές, που πέρασε μέσα από τη Μάνη και εγκαταστάθηκε στο νησί, αφομοιώθηκε πλήρως στην παριανή κοινωνία και άφησε το δικό της αποτύπωμα στην ιστορία των Λευκών και της Παροικιάς.

Η πορεία της, από τις πιθανές ρίζες της οικογένειας Medico μέχρι τους σύγχρονους απογόνους της στην Πάρο, αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο διαφορετικοί πολιτισμοί και πληθυσμοί συνδιαμόρφωσαν την ιστορική ταυτότητα του νησιού.

–1797. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 50χρονος γεωργός Προκόπης Ιατροπούλης (γεν. 1797).

–1798. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 49χρονος έμπορος Ιατροπούλης Δεμένεγος (γεν. 1798).

–1799. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών το 1844 είναι εγγεγραμμένος ο 45χρονος γεωργός Δεμένεγος Ιατροπούλης (γεν. 1799).

–1800. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 47χρονος γεωργός Μάρκος Ιατροπούλης (γεν. 1800).

–1808. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 39χρονος γεωργός Γεώργιος Ιατροπούλης (γεν. 1808).

–1812. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 32χρονος εργάτης Ιωάννης Ιατροπούλης (γεν. 1812).

–1841. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ύριας, του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 34χρονος αγρότης, Ιατροπούλης Ιωάννης (γεν. 1841) του Δομένεγου.

–1846. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ύριας, του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 29χρονος γεωργός Προκόπης Ιατροπούλης (γεν. 1846) του Δομένεγου.

–1849. Το 1849 αναφέρεται στις Λεύκες ο Γιάννης Ιατροπούλης. Ίσως ο Γενάρχης της οικογένειας. 

–1861. Στις 3 Δεκεμβρίου 1861 ο 35χρονος λαχανοπώλης από την Πάρο Περάκης Ευάγγελος του Νικολάου και της Ζαφείρας, παντρεύεται στην Ερμούπολη την επίσης παριανή 27χρονη Πιπίνα Ιατροπούλη, του Δομένικου Γιατρόπουλου και της Ανέζας.

–1864. Στις 20 Απριλίου 1864 ο 25χρονος κηπουρός από την Πάρο Νικόλαος Γιατρόπουλος του Ιωάννη, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 18χρονη συριανή Ζαμπελού Γιαννακού, του Δημητρίου και της Καλής Μωραΐτη.

–1866. Στις 23 Ιανουαρίου 1866 ο 22χρονος κηπουρός από την Πάρο Πέτρος Γιατρόπουλος του Ιωάννη και της Παρασκευής Παΐδα, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Χίο Θ. Γιαλούρη, του Νικολάου και της Αργυρώς.

–1876. Εγγραφή στα δημοτολόγια Λευκών το 1876 ο Γιάννης Ιατροπούλης.

–1876. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1876 ο Ιατροπούλης Στυλιανός του Ιωάννη.

–1876. Στις 25 Οκτωβρίου 1876 ο παριανή Γιατρόπουλος [Γιατροπούλης] Πέτρος 30 ετών και η σύζυγος του Μαρουσώ Γρυπιώτη; Ευρυπιώτη; κάτοικοι Σύρου δηλώνουν τον θάνατο του γιού τους Γεώργιο 8 μηνών κάτοικο Ερμούπολης. Ασθένεια: οδόντες.

–1877. Το 1877 γεννιέται ο Γιατροπούλης Γεώργιος του Αντωνίου αγωγεύς κάτοικος Παροικιάς.

–1878. Στις 11 Νοεμβρίου 1878 ο παριανή Ιατρόπουλος Πέτρος 30 ετών Κηπουρός και η σύζυγός του Μαρούσα Γεωργοπουλάκη κάτοικοι Σύρου δηλώνουν τον θάνατο της κόρης τους Ειρήνης 9 μηνών κάτοικο Ερμούπολης. Ασθένεια: Δόντια.

–1879. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1879 ο Ιατροπούλης Δομένεγος του Ιωάννη.

–1879. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένα τα παριανά αδέρφια του Ι. Γιατροπούλη:  ο 27χρονος άγαμος Δημήτριος Ι. Γιατροπούλης, κηπουρός ο 29χρονος Κηπουρός Μιχαήλ Ι. Γιατρόπουλος [Γιατροπούλης], άγαμος, ο αδερφός του Μάρκος Ι. Γιατροπούλης 31 ετών έγγαμος, ο 37χρονος κηπουρός Αντώνιος Ι. Γιατροπούλης και ο 38χρονος έγγαμος κηπουρός Πέτρος Ι. Γιατροπούλης. Έδωσαν όρκο στις 28 Απριλίου 1879.

–1881. Στις 16 Αυγούστου 1881 ο 36χρονος κηπουρός από την Πάρο Αντώνιος Ιατρόπουλος [Ιατροπούλης], του Ιωάννη και της Παρασκευής Παγίδα, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 23χρονη από την Σύρο Αικατερίνη Ρούσσου, του Λεονάρδου και της Μαρίας Κολιόδενας.

–1882. Το 1882 γεννιέται ο Γιατροπούλης Κωνσταντίνος του Αντωνίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883 είναι εγγεγραμμένος ο Γιατρόπουλος Πέτρος του Ιωάννη, 43 ετών, κηπουρός, κάτοικος Σύρου.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Γιατροπούλης Πέτρος του Ιωάννη, 45 ετών, κηπουρός από τη Νάουσα, κάτοικος Σύρου.

–1888. Ιατροπούλης Γεώργιος του Ιωάννη. Έτος γέννησης το 1888 στις Λεύκες. Εγγεγραμμένος στο Μητρώο των Αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1890. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1890 στις Λεύκες ο Ιατροπούλης Αντώνιος του Ιωάννη.

–1891. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1891 στις Λεύκες ο Ιατροπούλης Δημήτριος του Ιωάννη.

–1892. Το 1892 γεννιέται ο Γιατροπούλης Κωνσταντίνος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1893. Το 1893 γεννιέται ο Γιατροπούλης Μάρκος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1898. Πίναξ του Συνδέσμου των εν Λαυρίω, Αθήναις περιχώροις και Πειραιει ΠΑΡΙΩΝ, εμφαίνων ονοματεπώνυμων μελών της Περιόδου 1ης Ιουνίου 1898 ο Γιατρόπουλος Ι. Μάρκος.

–1899. Το 1899 γεννιέται ο Γιατροπούλης Γεώργιος του Δημητρίου έμπορος κάτοικος Παροικιάς.

–1904. Κυριαζάνου Αρχοντούλα, όνομα συζύγου: Φραγκίσκος, Κύριο όνομα και επώνυμο πατρός: Δ. Γιατροπούλης. Έτος γέννησης: 1904. Επάγγελμα: οικοκυρά.

–1905. Στις 10 Φεβρουαρίου 1905 ο 22χρονος ζυθοπώλης από την Πάρο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος του Φραγκίσκου και της Άννα Πατέλη, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 21χρονη από την Σύρο [καταγωγή Πάρος] Αργυρώ Ιατροπούλου [Ιατροπούλη], του Πέτρου, και της Μαρουσώς.

–1911. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1911 κάτοικος Αντιπάρου Γιατρόπουλος Δημήτριος του Γεωργίου ναυτικός.

–1912. Στο μνημείο πεσόντων στο Δημοτικό Σχολείο Αντιπάρου αναγράφεται ο πεσόντας κατά την περίοδο 1912-13, ο Δημ. Π. Γιατροπούλης, ο Ιατροπούλης Μάριος από τις Λεύκες, σκοτώθηκε στον πόλεμο του 1912-13. Στο Ηρώο Λευκών αναφέρεται ως "Γιατροπούλης". Πιθανόν να πρόκειται για "Γιατροπούλη" που έγινε "Ιατροπούλης", αλλά θα μπορούσε και το αντίθετο δηλαδή να ήταν πράγματι "Ιατροπούλης" και επειδή στην Πάρο υπήρχε το "Γιατροπούλης" να γράφτηκε έτσι.

–1916. Το 1916 γεννιέται ο Γιατροπούλης Δημήτριος του Κωνσταντίνου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1918. Το 1918 γεννιέται ο Γιατροπούλης Αντώνιος του Γεωργίου ξυλουργός κάτοικος Παροικιάς.

–1922. Το 1922 γεννιέται ο Γιατροπούλης Ιωάννης του Κωνσταντίνου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1925. Το 1925 γεννιέται ο Γιατροπούλης Δημήτριος του Μάρκου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1950. Σε εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 11 Ιανουαρίου 1950 υπάρχει εγγεγραμμένη η Άννα Γιατροπούλη, όνομα συζύγου Δημήτριος, όνομα πατρός Π. Κασαλιάς.

–1950. Στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Παροικιάς στις 17 Μαΐου 1950 είναι εγγεγραμμένη η Κυριαζάνου Αρχοντούλα (γεν. 1904), όνομα συζύγου Φραγκίσκος, όνομα πατρός Δ. Γιατροπούλης.

–1970. Το 1970 αναφέρεται ο Αντώνης Ιατροπούλης στην Παροικιά.

  

Γιατρόπουλος ή Ιατροπούλης: Βλέπε Γιατροπούλης

 

Γιεμελιάρης: Βλέπε Γεμελιάρης

 

Γιερμάνης: Βλέπε Γερμανής

 

–Γιόκαρης: Το επώνυμο Γιόκαρης αποτελεί παλαιό παριανό επώνυμο, με παρουσία κυρίως στη Νάουσα. Η ετυμολογία του πιθανόν συνδέεται με βαπτιστικό όνομα ή παρωνυμικό σχηματισμό, όπως συμβαίνει σε πολλά κυκλαδίτικα επώνυμα. Η οικογένεια εμφανίζεται ήδη από τον 18ο αιώνα στα κοινοτικά έγγραφα της Πάρου και συνεχίζει να καταγράφεται κατά τον 19ο αιώνα, ιδιαίτερα στη Νάουσα.

Η πρώτη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία εντοπίζεται το 1755, όταν σε Γενική Συνέλευση του κοινού της Πάρου, στις 23 Αυγούστου, για την εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη, αναφέρεται ο Γεώργιος Γιόκαρης. Η παρουσία του σε μια τέτοια κοινοτική διαδικασία φανερώνει συμμετοχή στα κοινά και αναγνώριση μέσα στην παριανή κοινωνία της εποχής.

Κατά τον 19ο αιώνα η οικογένεια απαντάται στη Νάουσα. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Νάουσας του 1844 καταγράφονται ο Αθανάσιος Γιόκαρης, 49 ετών, εργάτης, και ο Νικόλαος Γιόκαρης, 33 ετών, σανδαλοποιός. Οι αναφορές αυτές δείχνουν τη συνέχιση της οικογένειας στη ναυτική και εμπορική κοινωνία της βόρειας Πάρου.

Στα τέλη του 19ου αιώνα μέλη της οικογένειας βρίσκονται και στη Σύρο, όπως συνέβη με πολλές παριανές οικογένειες που αναζήτησαν επαγγελματικές ευκαιρίες στο σημαντικό εμπορικό και ναυτικό κέντρο των Κυκλάδων. Το 1883 αναφέρεται στον εκλογικό κατάλογο της Νάουσας ο Γιώργος Γιόκαρης του Νικολάου, 38 ετών, κηπουρός, κάτοικος Σύρου. Αντίστοιχα, στον εκλογικό κατάλογο του 1885 καταγράφεται ο ίδιος, ηλικίας 40 ετών, κηπουρός από τη Νάουσα και κάτοικος Σύρου.

Η οικογένεια Γιόκαρη αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα παριανού γένους που, από τον 18ο αιώνα, συμμετείχε στη ζωή της κοινότητας και ακολούθησε την πορεία πολλών Κυκλαδιτών, με μετακινήσεις προς τη Σύρο κατά τον 19ο αιώνα, χωρίς να χάνει τη σύνδεσή του με την ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Νάουσα της Πάρου.

–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου 1755 μαρτυρείται ο Γεώργιος Γιόκαρης.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 49χρονος εργάτης Γιόκαρης Αθανάσιος, ο 33χρονος σανδαλοποιός Γιόκαρης Νικόλαος.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883 είναι εγγεγραμμένος ο Γιόκαρης Γιώργος του Νικολάου, 38 ετών, κηπουρός, κάτοικος Σύρου.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχει εγγεγραμμένος ο, Γιόκαρης Γεώργιος του Νικολάου, 40 ετών, κηπουρός από τη Νάουσα, κάτοικος Σύρου.

 

Γιόλας: Το επώνυμο Γιόλας αποτελεί παλαιό παριανό επώνυμο, το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει δώσει πολλές καταγεγραμμένες μαρτυρίες στις διαθέσιμες πηγές. Πιθανόν πρόκειται για επώνυμο που προέρχεται από βαπτιστικό όνομα ή παρωνυμικό σχηματισμό, όπως συμβαίνει με αρκετά επώνυμα των Κυκλάδων.

–1827. Σε προικοσύμφωνο της 8 Οκτωβρίου 1827 αναφέρεται το παιδί του ποτέ Μάρκος Γιόλας.


–Γιουρτζίδης: Το επώνυμο Γιουρτζίδης είναι πατριδωνυμικό επώνυμο τουρκικής προέλευσης και συνδέεται με την καταγωγή από συγκεκριμένο τόπο. Σύμφωνα με την παράδοση της οικογένειας, οι παλαιότερες ρίζες της βρίσκονται στα παράλια του Ευξείνου Πόντου και σε μικρασιατικές προσφυγικές κοινότητες.

Η ονομασία πιθανόν προέρχεται από το τουρκικό Gürcistan (Γκιουρτζιστάν), δηλαδή τη Γεωργία, και δηλώνει τον άνθρωπο που προερχόταν από την περιοχή αυτή ή είχε σχέση με αυτήν.

Ο παριανός κλάδος της οικογένειας ξεκινά από τον Χάρη Γιουρτζίδη, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Πάρο προερχόμενος από τον Πειραιά. Η οικογένεια ανήκει στις νεότερες εγκαταστάσεις του νησιού, καθώς πριν από την εγκατάσταση στην Ελλάδα είχε ακολουθήσει την πορεία πολλών προσφυγικών οικογενειών της Μικράς Ασίας και του Πόντου.

Το 1985 καταγράφεται η παρουσία του Χάρη Γιουρτζίδη στην Πάρο, αποτελώντας τον γενάρχη του παριανού κλάδου της οικογένειας.

Η ιστορία των Γιουρτζίδηδων εντάσσεται στο ευρύτερο μωσαϊκό των νεότερων οικογενειών της Πάρου, οι οποίες προστέθηκαν στον παραδοσιακό πληθυσμό του νησιού μεταφέροντας μαζί τους μνήμες, καταγωγές και πολιτιστικά στοιχεία από τις χαμένες πατρίδες του Ελληνισμού.

–1985. Το 1985 φέρει στην Πάρο το επώνυμο ο γενάρχης της Πάρου Χάρης Γιουρτζίδης.

 

–Γιράρδης: Βλέπε Γεράρδης.

 

Γισιλάκης: Το επώνυμο Γισιλάκης αποτελεί σπάνιο παριανό επώνυμο, για το οποίο μέχρι σήμερα έχουν εντοπιστεί περιορισμένες μαρτυρίες στις διαθέσιμες πηγές.

–1909. Το 1909 γεννιέται η Γισιλάκη Άννα του Στέφανου, μετέπειτα σύζυγος του Ανουσάκη Δημητρίου, κάτοικος Μάρπησσας.

 

Γκάτσος: Το επώνυμο Γκάτσος αποτελεί παλαιό ελληνικό επώνυμο, για το οποίο η μέχρι σήμερα γνωστή παριανή παρουσία του περιορίζεται σε μία μαρτυρία του 20ού αιώνα.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Μάρπησσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 65χρονος αλιεύς Γκάτσος Κοσμάς του Γεωργίου.

 

Γκετζουλής: Το επώνυμο Γκετζουλής καταγράφεται στην Πάρο ως επώνυμο προσφυγικής οικογένειας, η οποία εγκαταστάθηκε στο νησί κατά τον 19ο αιώνα, μέσα στο ευρύτερο κύμα μετακινήσεων πληθυσμών μετά την Ελληνική Επανάσταση.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Θεόδωρος Γκετζουλής 42 ετών έμπορος, η (σύζ?) Ασημίνα Γκετζουλή, η (σύζ?) Μαλαματένια Γκετζουλή, η κόρη του Ζαχαρούλα Γκετζουλή, η κόρη του Τριανταφυλλιά Γκετζουλή, ο γιός του Ιωάννης Γκετζουλής 1 έτους και η μητέρα του Βασιλική Γκετζουλή.


–Γκίκας ή Γκίγας: Το επώνυμο Γκίκας ή Γκίγας αποτελεί ένα από τα παλαιότερα και πιο ενδιαφέροντα παριανά επώνυμα, καθώς συνδέεται με οικογενειακές παραδόσεις μετακινήσεων, αλλαγών επωνύμου και εγκατάστασης πληθυσμών στον ελλαδικό χώρο.

Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, αλλά και την έρευνα του Φραγκίσκου Περράκη, η οικογένεια Γκίκα της Πάρου κατάγεται από τη Βόρεια Ήπειρο. Κατά την περίοδο των διωγμών και των αναστατώσεων της Τουρκοκρατίας, ένας κλάδος της οικογένειας φέρεται να εγκαταστάθηκε αρχικά στη Δημητσάνα της Πελοποννήσου, όπου για λόγους προστασίας χρησιμοποίησε το επώνυμο Παπαδόπουλος. Όταν αργότερα μέλη της οικογένειας εγκαταστάθηκαν στην Πάρο, επανέφεραν το παλαιότερο οικογενειακό τους επώνυμο, το Γκίκας.

Η ίδια παράδοση αναφέρει ότι δύο αδέλφια, με το επώνυμο Παπαδόπουλος, έφτασαν στην Πάρο διωγμένοι από τους Τούρκους. Για να μην αναγνωριστούν, άλλαξαν το όνομά τους: ο ένας κράτησε το επώνυμο Γκίκας και ο άλλος το Νίκας, δημιουργώντας δύο διαφορετικούς οικογενειακούς κλάδους. Αν και η διήγηση αυτή ανήκει στη σφαίρα της προφορικής μνήμης, παρουσιάζει ενδιαφέρον γιατί συμφωνεί με την παράδοση που θέλει την οικογένεια να έχει μετακινηθεί από τη Βόρεια Ήπειρο προς την Πελοπόννησο και στη συνέχεια προς τις Κυκλάδες.

Μία ακόμη παράδοση συνδέει την οικογένεια με τον Θεόδωρο Γκίκα, καραβοκύρη από την Ύδρα, ο οποίος συμμετείχε στα γεγονότα της Επανάστασης του 1821. Ο Θεόδωρος Γκίκας, μετά τη διαφωνία του με ισχυρούς παράγοντες της Ύδρας, πέρασε στην Πελοπόννησο και εντάχθηκε στο στρατόπεδο του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Κατά την άλωση της Τριπολιτσάς αναφέρεται ότι συμμετείχε και ότι ο Κολοκοτρώνης τού ανέθεσε να προστατεύσει και να φυγαδεύσει Αρβανίτες κατοίκους της πόλης. Η σύνδεση αυτή πιθανόν αφορά ευρύτερο κλάδο του ονόματος Γκίκας και όχι απαραίτητα τον παριανό κλάδο.

Η πρώτη τεκμηριωμένη παρουσία της οικογένειας Γκίκα στην Πάρο εμφανίζεται τον 19ο αιώνα. Στις Λεύκες καταγράφεται ήδη το 1831 ο Νικόλαος Γκίκας του Μάρκου, εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών. Το 1847 στον εκλογικό κατάλογο Λευκών αναφέρεται ο Νικόλαος Γκίκας, ηλικίας 25 ετών, γεωργός.

Παράλληλα, άλλος κλάδος εμφανίζεται στα Μάρμαρα και στη Μάρπησσα. Το 1844, στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μαρμάρων, καταγράφεται ο Γεώργιος Χρ. Γκίκας, 28 ετών, γεωργός. Στα δημοτολόγια του Δήμου Μαρπήσσης καταγράφονται αργότερα αρκετά μέλη της οικογένειας, μεταξύ των οποίων ο Χρήστος Γεωργίου Γκίκας (γεν. 1853), κουρέας, ο Δημήτριος Γεωργίου Γκίκας (γεν. 1853), κτίστης, καθώς και οι οικογένειές τους.

Η οικογένεια Γκίκα ανέπτυξε έντονη παρουσία στην κοινωνική ζωή των Λευκών. Από τα τέλη του 19ου αιώνα εμφανίζονται πολλά μέλη της σε επαγγέλματα όπως γεωργοί, τεχνίτες, ιερείς και δημόσιοι λειτουργοί. Ιδιαίτερη θέση κατέχει ο ιερέας Δημήτριος Γκίκας, ο οποίος το 1911 αναφέρεται ως ιερέας στον Δήμο Υρίας και το 1923 συμμετείχε ως μέλος του Εξωραϊστικού Φιλοδασικού Συλλόγου Λευκών.

Σημαντική μορφή υπήρξε και ο Αναστάσιος Ι. Γκίκας, του οποίου το όνομα συνδέεται με τη θρησκευτική ζωή των Λευκών. Το 1940, σε εικόνα της Αναστάσεως του Χριστού στον ναό της Αγίας Βαρβάρας Λευκών, υπάρχει αφιερωματική επιγραφή:
«Δωρεά Αναστάσιου Ι. Γκίκα, εν έτει 1940».

Η οικογένεια είχε επίσης τη δική της παρουσία στους αγώνες του έθνους. Μεταξύ των μελών της καταγράφονται πεσόντες υπέρ πατρίδος, όπως ο Νικόλαος Ι. Γκίκας, ο οποίος έπεσε κατά την περίοδο 1919-1922, καθώς και ο Νικόλαος Ι. Γκίκας, θύμα του πολέμου του 1940.

Στην Αντίπαρο καταγράφεται επίσης παρουσία της οικογένειας. Το 1897 αναφέρεται η Ευαγγελία Μ. Γκίκα, ενώ κατά τον 20ό αιώνα συναντώνται μέλη της οικογένειας στα δημοτολόγια και στους εκλογικούς καταλόγους του νησιού.

Στη Μάρπησσα, η οικογένεια Γκίκα διατήρησε ισχυρή παρουσία μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Το 1946 καταγράφονται στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Μάρπησσας ο Αντώνιος Γκίκας του Εμμανουήλ, γεωργός, και ο Γεώργιος Γκίκας του Εμμανουήλ, επίσης γεωργός.

Κατά τον 20ό αιώνα μέλη της οικογένειας συμμετείχαν ενεργά στα κοινά. Στις κοινοτικές εκλογές των Λευκών το 1959, ο Προμηθεύς Γκίκας εξελέγη στο Κοινοτικό Συμβούλιο Λευκών, ενώ στην Παροικιά την ίδια περίοδο ο Αναστάσιος Ι. Γκίκας συμμετείχε στις δημοτικές εκλογές.

Οι οικογένειες Γκίκα της Πάρου φαίνεται ότι αναπτύχθηκαν σε διαφορετικούς κλάδους, κυρίως στις Λεύκες, τη Μάρπησσα, τα Μάρμαρα, την Παροικιά και την Αντίπαρο. Παρότι δεν μπορεί να αποδειχθεί με απόλυτη βεβαιότητα ότι όλοι οι κλάδοι έχουν κοινή καταγωγή, η μακρά παρουσία τους στο νησί, η συμμετοχή τους στην αγροτική, κοινωνική και θρησκευτική ζωή και η διατήρηση της οικογενειακής μνήμης καθιστούν το επώνυμο Γκίκας ένα σημαντικό κομμάτι της νεότερης ιστορίας της Πάρου.

–1831. Το 1831 γεννιέται στις Λεύκες ο Γκίκας Νικόλαος του Μάρκου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μαρμάρων το 1844 υπάρχει εγγεγραμμένος ο 28χρονος γεωργός Γεώργιος Χρ. Γκίκας.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 25χρονος γεωργός Γκίκας Νικόλαος.

–1853. Το 1853 γεννιέται στις Λεύκες ο Γκίκας Μάρκος του Νικολάου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1853. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Χρήστος Γεωργίου Γκίκας (γεν. 1853), ετών 50, κουρεύς, έγγαμος.

–1853. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Δημήτριος Γεωργίου Γκίκας (γεν. 1853), ετών 50, κτίστης, έγγαμος.

–1855. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Μαρία Δημητρίου Γκίκα (γεν. 1855), ετών 48, οικιακά, έγγαμος.

–1855. Το 1855 γεννιέται στις Λεύκες ο Γκίκας Στέφανος του Νικολάου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1859. Το 1859 γεννιέται στις Λεύκες ο Γκίκας Ιωάννη του Νικολάου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1868. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Ευδοξία Χρήστου Γκίκα (γεν. 1868), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 35, οικιακά, έγγαμος.

–1868. Στις 4 Φεβρουαρίου 1868 ο 34χρονος υπάλληλος από την Πάρο Κωνσταντίνος Γκίκας του Νικολάου και της Αικατερίνης, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 32χρονη από την Ύδρα Μαρία Βάμβα, του Δημητρίου και της Ειρήνης.

–1871. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Εμμανουήλ Γεωργίου Γκίκας (γεν. 1871), ετών 32, γεωργός, έγγαμος.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ύριας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 47χρονος Νικόλαος Γκίγκας του Μάρκου, σκυτοτόμος.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Γκίκας Γεώργιος του Χρυσή 63 ετών εργάτης κάτοικος Τσιπίδου αλλά και ο Γκίκας Δημήτρης του Γεωργίου 26 ετών κτίτης, και ο Γκίκας Χρυσής του Γεωργίου 25 ετών στρατιώτης.

–1876. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1876 ο Γκίκας Δημήτριος του Νικολάου.

–1877. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Μαρούσα Εμμανουήλ Γκίκα (γεν. 1877), ετών 26, οικιακά, έγγαμος.

–1883. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Ανθίππη Δημητρίου Γκίκα (γεν. 1883), ετών 20, οικιακά, άγαμος.

–1887. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Μιχαήλ Δημητρίου Γκίκας (γεν. 1887), ετών 16, σανδαλοποιός, άγαμος.

–1891. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Φλώρα Δημητρίου Γκίκα (γεν. 1891), ετών 12, οικιακά, άγαμος.

–1892. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1892 στις Λεύκες ο Γκίκας Βασίλειος του Στέφανου.

–1893. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Αντώνιος Δημητρίου Γκίκας (γεν. 1893), ετών 10, μαθητής, άγαμος.

–1894. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Αννέζα Χρήστου Γκίκα (γεν. 1894), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 9, οικιακά, άγαμος.

–1894. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1894 στις Λεύκες ο Γκίκας Γεώργιος του Στέφανου.

–1895. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1895 στις Λεύκες ο Γκίκας Νικόλαος του Ιωάννη ο οποίος έπεσε υπέρ πατρίδος την περίοδο 1919-22.

–1897. Το 1897 γεννιέται η κάτοικος Αντιπάρου Ευαγγελία Μ. Γκίκα, μετέπειτα σύζυγος του Μαρινάτου Κωνσταντίνου.

–1897. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1897 στις Λεύκες ο Γκίκας Ηλίας του Ιωάννη.

–1889. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Μαριγώ Χρήστου Γκίκα (γεν. 1889), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 14, οικιακά, άγαμος.

–1897. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Ζαμπέλα Χρήστου Γκίκα (γεν. 1897), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 6, οικιακά, άγαμος.

–1898. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Νικολέτα Δημητρίου Γκίκα (γεν. 1898), ετών 5, άνευ, άγαμος.

–1898. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Εμμανουήλ Γκίκας (γεν. 1898), ετών 5, άνευ, άγαμος.

–1899. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Φλώρα Χρήστου Γκίκα (γεν. 1899), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 4, άνευ, άγαμος.

–1901. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1901 στις Λεύκες ο Γκίκας Σωτήριος του Ιωάννη.

–1901. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Ζαμπέτα Εμμανουήλ Γκίκα (γεν. 1901), ετών 2, άνευ, άγαμος.

–1903. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1903 στις Λεύκες ο Γκίκας Νικόλαος του Δημητρίου.

–1906. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1906 στις Λεύκες ο Γκίκας Αναστάσιος του Ιωάννη συνταγματάρχης κάτοικος Παροικιάς.

–1911. Βασίλειος Στεφ. Ν. Γκίκας από την Υρία, απόφοιτος από την Γαλλική Εμπορική Σχολή της Νάξου, διορίσθηκε υπολογιστής στα γραφεία των Σιδηροδρόμων Πειραιώς Αθηνών Πελοποννήσου το 1911.

–1911. Δημήτριος Ν. Γκίκας, ιερέας στον Δήμο Υρίας το 1911.

–1912. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1912 στις Λεύκες ο Γκίκας Δημήτριος του Ιωάννη και ο Γκίκας Αλέξανδρος του Νικολάου.

–1922. Θύματα υπέρ της πατρίδος οι Γεώργιος Στ. Γκίκας και Νικόλαος Ι. Γκίκας το 1922.

–1923. Μέλος του Εξωραϊστικού Φιλοδασικού Συλλόγου Λευκών, εν Λεύκαις τη 17 Απριλίου 1923 ο ιερέας Δημήτριος Γκίκας.

–1925. Το 1925 γεννιέται ο Εμμανουήλ Γκίκας του Γεωργίου, εργάτης, κάτοικος του Δήμου Μαρπήσσης.

1927 Σε φωτογραφείο του 1927 διακρίνεται ο Αναστάσιος Γκίκας.

–1927. Το 1927 γεννιέται η Αικατερίνη Γ. Γκίκα.

1929, Καλοκαίρι. Ο Αναστάσιος Γκίκας φωτογραφήθηκε στο λιμάνι, ανάμεσα στην προκυμαία και το βίντζι. Φόντο το ακρωτήρι του Κριού, και το Α/Π Νικόλαος Τόγιας.

–1940 Σε εικόνα της Ανάστασης του Χριστού στο ναό της Αγίας Βαρβάρας στις Λεύκες, η αφιεροματική επιγραφή αναφέρει: «Δωρεά Αναστάσιου Ι. Γκίκα, εν έτει 1940 – Έργον Ι. Κάππα Ιερέως, Σύρος»

–1940. Θύμα υπέρ της πατρίδας το 1940 ο Νικόλαος Ι. Γκίκας.

–1940 Ο παραπληγικός Αντώνης Γκίκας με το παρωνύμιο Κουτσαντώνης, από τα Μάρμαρα, είχε τα *κτήματα του στον Άρυακα. Σε μια γωνιά του χωραφιού υπήρχε μια μικρή κατοικιά στην οποία έμενε μερικά βράδια, κυρίως τους θερινούς μήνες.

Μια νύχτα ο φίλος του Μιχάλης (ίσως Χανιώτης) με το παρωνύμιο Λουμπαρδίτης από τις Λεύκες, πήγε ως τον Άρυακα και την κατοικιά του Κουτσαντώνη και άρχισε να του χτυπά την πόρτα. Ο Κουτσανώνης κατατρομαγμένος και σαστισμένος σηκώνετε από το κρεβάτι του και με μια τσεκουριά στο κεφάλι τον έριξε καταγής, στην συνέχεια τον τράβηξε από τα πόδια και τον έριξε στον γκρεμό, ο Λουμπαρδίτης δεν είχε ξεψυχήσει, η δεύτερη τσεκουριά του Κουτσαντώνη ήταν και η χαριστική.

Ο Κουσταντώνης φυλακίστηκε στα Λαζαρέτα, στην Σύρα, όμως η ποινή του δεν κράτησε για πολύ αφού μετά από μερικές μέρες κηρύχτηκε ο πόλεμος. Πολλοί φυλακισμένοι αφέθηκαν *ελεύθεροι όπως και ο Κουτσαντώνης.

Όλοι απορούσαν πώς ο Κουτσαντώνης ο οποίος είχε μισοπαράλυτο πόδι και χέρι μπόρεσε και έσυρε στον γκρεμό τον Λουμπαρδίτη. Οι μαρτυρίες των παλιών Μαρμαριανών μιλούν για έναν σκληρό και περίεργο άνθρωπο.

Ο Λουμπαρδίτης είχε ένα κτήμα στο Γαλιό το οποίο πούλησε σε Τζανακόπουλους από τον Δραγουλά. Σήμερα μας είναι γνωστή η περιοχή ως «Του Λουμπαρδίτη»

Υπάρχει μία μαρτυρία η οποία αναφέρει ότι ο Κουτσαντώνης έθαψε το ίδιο βράδυ τον Λουμπαρδίτη, στο διπλανό χωράφι. Παραθέτω φωτο το χωράφι αυτό.

*Το κτήμα με την κατοικιά του ο Κουτσαντώνης το πούλησε την 10ετία του 70 στον γνωστό ζωγράφο και μόνιμο πλέον κάτοικο, Άλκη Γκίνη.

*Με την κήρυξη του πολέμου, πολλοί φυλακισμένοι ελευθερώθηκαν αφού το κράτος αδυνατούσε οικονομικά να τους συντηρεί. Τους περνούσαν από μια ψευτοδίκη όπου τους είχαν δασκαλέψει τι να πουν και στην συνέχεια αθωώνονταν με συνοπτικές διαδικασίες.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Μάρπησσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 42χρονος Γκίκας Αντώνιος του Εμμανουήλ γεωργός και ο 46χρονος Γκίκας Γεώργιος του Εμμανουήλ γεωργός.

–1947. Στις 20 Ιουνίου 1947, το στο Κοινοτικό Συμβούλιο Λευκών συμμετέχει και ο Προμ. Σ. Γκίκας.

–1954. Στις κοινοτικές εκλογές του 1954 υποψήφιος με τον συνδιασμό Παροικιάς Πάρου «ΠΡΟΟΔΟΣ – ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ» ο Α. Γκίκας.

–1959. 5 Απριλίου 1959 ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΠΑΡΟΙΚΙΑ: Εγγεγραμμένοι 2.614 εψήφισαν 1.392, άκυρα και λευκά 3.

Ο Συνδυασμός κ. Ανδρέα Μαρινόπουλου έλαβεν 764 ο δε Συνδυασμός του κ. Μιχ. Κρίσπη 628.
Παραθέτομεν εν λεπτομερεία τους σταυρούς προτιμήσεως τους οποίους έλαβεν έκαστος.

1) Μαρινόπουλος Αθαν. Ανδρέας 626, Δενέγρης Στυλιανός 110, Μονδάνος Ανδ. Αντ. 105, Κατρής Ν. Αγαπητός 103, Βενιζέλος Π. Ραγκούσης 94, Μπάος Π. Αντ. 66, Μαύρης Γ. Αντ. 66, Καπούτσος Γ. Δημ. 60, Σιλβέστρος Π. Κωνστ. 55, Καλακώνας Μενέγου Σάββας 44, Μαλατέστας Μιχ. Κωνστ. 41 κλπ.

2) Κρίσπης Ν. Μιχαήλ 380, Φραγκούλης Νικολ. Ιωάννης 158, Σαρρής Μιχ. Νικόλαος 111, Τσαντάνης Φ. Παναγ. 82, Κυριαζάνος Ι. Μάρκος 66, Αργυρόπουλος Δημ. Ιωάννης 63, Μουρλάς Σπ. Γεώργιος 61, Φωκιανός Δημ. Βασίλειος 53, Κρητικός Γ. Παναγ. 49, Γκίκας Ι. Αναστ. 45, Σπανός Εμμαν. Αντ. 41 κλπ οι οποίοι παραλείπονται ελλείψει χώρου.

Σύμβουλοι εξελέγησαν οι 5 πρώτοι εκ του πρώτου Συν/σμού και οι 4 εκ του δευτέρου.

–1959. 5 Απριλίου 1959 ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΑΙ ΕΚΛΟΓΑΙ ΣΤΙΣ ΛΕΥΚΕΣ. - Εις τον μόνον κατελθόντα Συνδυασμόν εξελέγησαν κατά σειρά επιτυχίας οι εξής:

Προμηθεύς Γκίκας με 214 ψήφους, Ανδρέας Ι. Κονταράτος με 209, Χρ. Στέλλας 90, Χρ. Παντελαίος 76, Εμμαν. Παντελαίος 60, Εμμ. Ραγκούσης 47 και η κ. Αννέζα Αρκουλή 35, οι οποίοι θα αποτελέσουν και το Κοινοτ. Συμβούλιον. Αναπληρωματικοί: Νικ. Θεολ. Αλιπράντης 32, Δημ. Ραγκούσης 30, Νικ. Καντιώτης 28, Ιωάν. Π. Καστανιάς 27 και Φραγκ. Ραγκούσης 26.

1963, μαθητής γυμνασίου Πάρου Γιάννης Γκίκας.

 

–Γκίνης: Ίσως προσφυγικής καταγωγής οικογένεια. Στην Πάρο το επώνυμο συνεχίζεται μέχρι σήμερα μέσω θηλυγονίας, με χαρακτηριστική παρουσία της οικογένειας Αρβανίτη στη Νάουσα.

Η παλαιότερη γνωστή αναφορά που συνδέεται με το επώνυμο εκτός Πάρου αφορά τρεις Παριανούς, τον Γκίνη, τον Δενέγρη και τον Αστριδάκη ή Σπυριδάκη, οι οποίοι περίπου το 1850 μετέβησαν στα Γιάλτρα της Βόρειας Εύβοιας για εργασία. Εκεί εγκαταστάθηκαν μόνιμα, δημιούργησαν οικογένειες και αποτέλεσαν μέρος της τοπικής κοινωνίας.

Στην Πάρο, ιδιαίτερη θέση κατέχει ο ζωγράφος Άλκης Γκίνης (Αλκυβιάδης Γκίνης), ο οποίος εγκαταστάθηκε στο νησί στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και έζησε μέχρι τον θάνατό του το 2026 στην περιοχή Πλακωτός του Κώστου. Με την παρουσία του συνδέθηκε έντονα με την καλλιτεχνική ζωή της Πάρου, ενώ το έργο και η προσωπικότητά του αποτέλεσαν μέρος της σύγχρονης πολιτιστικής ιστορίας του νησιού.

Η περίπτωση της οικογένειας Γκίνης παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς συνδέει παλαιότερες μετακινήσεις Παριανών προς άλλες περιοχές της Ελλάδας με τη νεότερη καλλιτεχνική παρουσία στην Πάρο, όπου το επώνυμο απέκτησε ξανά ισχυρή τοπική αναφορά.

–1850. Περίπου το 1850 τρεις Παριανοί: Γκίνης, Δενέγρης και Αστριδάκης ή Σπυριδάκης πήγαν στα Γιάλτρα Βορείου Ευβοίας να εργαστούν, παντρεύτηκαν και εγκαταστάθηκαν μόνιμα.

 

Γκιόρσος: Επώνυμο που εμφανίζεται στην Πάρο ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, με παρουσία κυρίως στην περιοχή της Παροικιάς.

Η παλαιότερη γνωστή καταγραφή εντοπίζεται στα δημοτολόγια Παροικίας του 1818, όπου (μαζί με την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο Γκιόργος Άγγελος, ηλικίας 34 ετών, γεγονός που δείχνει ότι η οικογένεια υπήρχε ήδη εγκατεστημένη στο νησί από τα τέλη του 18ου αιώνα ή τις αρχές του 19ου.

Λίγες δεκαετίες αργότερα, στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1847, καταγράφεται ο Άγγελος Γκιόργος, ηλικίας 65 ετών, ως κτηματίας. Η αναφορά αυτή μαρτυρεί την οικονομική σταθερότητα και την κοινωνική παρουσία της οικογένειας στην παριανή κοινωνία των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων.

–1818. Στα δημοτολόγια Παροικίας του 1818 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 34χρονος Γκιόργος Άγγελος.

–1847. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 65χρονος κτηματίας Άγγελος Γκιόργος.

 

Γκιώνης: Το επώνυμο Γκιώνης ανήκει στα παρωνυμικά επώνυμα και πιθανότατα προέρχεται από το γνωστό νυκτόβιο πουλί γκιώνη. Όπως συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις στα κυκλαδίτικα επώνυμα, ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα, μια συμπεριφορά ή ένα παρατσούκλι κάποιου προγόνου μπορούσε με τον χρόνο να μετατραπεί σε οικογενειακό επώνυμο.

–1835. Π. Γκιώνης κάτοικος Νάουσας Πάρου. Αναφαίρετε ως συνδρομητής σε βιβλίο του 1838 «Η Βοσκοπούλα του Αιγαίου Πελάγους» του Ιωαννη Γρυπάρη από την Μύκονο.


Γκοζαδίνος: Βλέπε Γοζαδίνος

 

Γκόκας: Το επώνυμο Γκόκας θεωρείται αρβανίτικης προέλευσης και απαντάται σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, ιδιαίτερα στην Ήπειρο και στη Στερεά Ελλάδα. Ο παριανός κλάδος της οικογένειας φαίνεται να έχει καταγωγή από τον Αμμότοπο Άρτας, από όπου μετακινήθηκε στο νησί κατά τον 20ό αιώνα.

Η παρουσία της οικογένειας Γκόκα στην Πάρο καταγράφεται από τον Σπύρο Αλ. Γκόκα, ο οποίος θεωρείται γενάρχης του παριανού κλάδου. Το 1929 αναφέρεται η εγκατάστασή του στην Πάρο, εντασσόμενος στη νεότερη ιστορία του νησιού, σε μια περίοδο όπου αρκετές οικογένειες από την ηπειρωτική Ελλάδα μετακινούνταν προς τις Κυκλάδες αναζητώντας νέες επαγγελματικές και κοινωνικές ευκαιρίες.

Η οικογένεια Γκόκα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των νεότερων μετακινήσεων πληθυσμών προς την Πάρο, που εμπλούτισαν το κοινωνικό μωσαϊκό του νησιού, προσθέτοντας νέα επώνυμα και νέες καταγωγικές γραμμές.

–1929. Γενάρχης του παριανού κλάδου ο Σπύρος Αλ. Γκόκας το 1929.


–Γκούμας: Το επώνυμο Γκούμας θεωρείται βαπτιστικό επώνυμο αρβανίτικης προέλευσης και πιθανότατα προέρχεται από το όνομα Ιάκωβος, μέσω της λαϊκής μορφής Γιακουμής – Γκούμας. Παρόμοιες μετατροπές χριστιανικών ονομάτων σε οικογενειακά επώνυμα είναι συχνές στην ελληνική ονοματολογία.

Η παρουσία της οικογένειας Γκούμα στην Πάρο μαρτυρείται ήδη από τον 19ο αιώνα. Η παλαιότερη γνωστή καταγραφή αφορά τον Ιωάννη Α. Γκούμα, παριανό βυρσοδέψη, ο οποίος βρέθηκε εγκατεστημένος στην Ερμούπολη, γεγονός που δείχνει τη συμμετοχή Παριανών τεχνιτών στη μεγάλη εμπορική και βιοτεχνική ανάπτυξη της Σύρου.

Ο νεότερος κλάδος που καταγράφεται στη Νάουσα φαίνεται ότι συνεχίζει μέσω θηλυγονίας από την παλαιότερη παριανή οικογένεια Αντιπαριώτη των Μαρμάρων, γεγονός που συνδέει το επώνυμο Γκούμας με μία από τις παλαιές οικογένειες της Πάρου.

–1874. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 47χρονος βυρσοδέψης Ιωάννης Α. Γκούμας. Έδωσε όρκο στις 15 Απριλίου 1874.

–1980. Στέφανος Γκούμας, (γεν. 1980) μηχανικός Αυτοκινήτων στη Νάουσα.

–2000. Δομένικος Γκούμας του Στέφανου, το 2010 μηχανικός Αυτοκινήτων στη Νάουσα.

 

–Γκουρογιάννης: Κατάγονται από την Ήπειρο.

 

–Γκούφας: Το επώνυμο Γκούφας δεν είναι γνωστό στην Πάρο σήμερα και δεν φαίνεται να έχει διατηρήσει μόνιμη παρουσία στο νησί. Ωστόσο, μία παλαιότερη αναφορά από τον 18ο αιώνα αποδεικνύει την ύπαρξή του στη Νάουσα κατά την περίοδο της βενετικής κυριαρχίας.

–1738. Προικοσύμφωνο ο Νικόλας Γκούφας και Αικατερίνης (Νάουσα 6 Δεκ. 1738). «Η Εργινάκη Πενιζέλου δίδει στην κόρη της Αικατερίνα «έτερον χωράφι εις το Μανδράκι»

–Γλέζος ή Γλέσος: Το επώνυμο Γλέζος (στην Πάρο απαντάται και ως Γλέσος) θεωρείται πατριδωνυμικό – εθνικό επώνυμο, καθώς πιθανότατα δηλώνει τον προερχόμενο από την Αγγλία: Εγγλέζος → Γκλέζος → Γλέζος.

Στα πατριδωνυμικά επώνυμα όμως δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλοι οι φορείς έχουν κοινή καταγωγή ή συγγένεια. Σε πολλές περιπτώσεις ο τόπος προέλευσης μετατράπηκε αρχικά σε παρωνύμιο και στη συνέχεια σε οικογενειακό επώνυμο, όπως συνέβη με επώνυμα τύπου Κρητικός, Χανιώτης, Σιφναίος, Φράγκος κ.ά. Παράλληλα, υπήρχε και η περίπτωση ένα τέτοιο όνομα να δημιουργηθεί από παρωνύμιο που σχετιζόταν με εξωτερικά χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή γραπτή αναφορά του επωνύμου στην Πάρο εντοπίζεται στις αρχές του 18ου αιώνα. Σε έγγραφο της Παροικιάς του 1710 αναφέρεται «περιβόλι του Γλέζου σύμπλιος Λουκάκης Καρδίτζης», καθώς και «Αμπέλι Μεταξωτού σύμπλιος Γεωργάκης Καρδίτζης». Η αναφορά αυτή μαρτυρεί την παρουσία της οικογένειας στην περιοχή της Παροικιάς κατά τα χρόνια της βενετικής κυριαρχίας.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1730, συναντάται νέα αναφορά σε ακίνητη περιουσία: «Χωράφι Πισκοπιανά συμπλίος Κοντύλης από τον Νικολό Γλέσο». Η καταγραφή αυτή δείχνει ότι η οικογένεια διέθετε ήδη γη και συμμετείχε στην αγροτική ζωή της παριανής κοινωνίας.

Ο νεότερος κλάδος της οικογένειας συνδέθηκε ιδιαίτερα με τη Μάρπησσα. Ο Νικόλαος Γλέζος, καταγόμενος από τη Νάξο, παντρεύτηκε το 1910 τη Μαρπησσαία Μάχη Γ. Ναυπλιώτη. Από τον γάμο αυτό γεννήθηκαν ο Μανώλης Γλέζος και ο Νίκος Γλέζος. Ο Μανώλης Γλέζος έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές της νεότερης ελληνικής ιστορίας, γνωστός για την πράξη της υποστολής της ναζιστικής σημαίας από την Ακρόπολη το 1941 και αργότερα ως πολιτικός και ευρωβουλευτής.

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της οικογένειας έχει και το γνωστό αρχοντικό της Μάρπησσας, που σήμερα είναι γνωστό ως «Γαβαλά». Το κτίσμα ανήκε στην οικογένεια Γλέζου και το 1927 η Ανδρομάχη Γλέζου, το γένος Δελαγραμμάτη Τζωρτζάκη, πούλησε το αρχοντικό του πατέρα της στην οικογένεια Γαβαλά.

Η οικογένεια Γλέζου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα παριανού επωνύμου με μακρά παρουσία, που ξεκινά από τις αρχές του 18ου αιώνα και συνδέεται τόσο με την αγροτική κοινωνία της παλιάς Πάρου όσο και με σημαντικές μορφές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

–1710. Σε έγγραφο Παροικιάς, στην περιοχή της οποίας βρίσκεται αναφέρεται «περιβόλι του Γλέζου σύμπλιος Λουκάκης Καρδίτζης» και «Αμπέλι Μεταξωτού σύμπλιος Γεωργάκης Καρδίτζης»..

–1730. Χωράφι Πισκοπιανά συμπλίος Κοντύλης από τον Νικολό Γλέσο.

–1910. Νίκος Γλέζος, ήταν ο 1ος σύζυγος της Μάχης Γ. Ναυπλιώτη, με την οποίο απέκτησε τον βουλευτή της Αριστεράς Μανώλη Γλέζο και τον Νίκο Γλέζο.

–1927. Η Ανδρομάχη Γλέζου το γένος Δελαγραμμάτη Τζωρτζάκη πουλάει το 1927 το αρχοντικό του πατρός της στη Μάρπησσα  στην οικογένεια Γαβαλά.

–1927. Σε φωτογραφεία του 1927 διακρίνεται στην οικία Ανδρομανάκου ο Νίκος Γλέζος και ο Μανώλης (Νώλης) Γλέζος (ο εθνικός ήρωας της κατοχής με την υποστολή της ναζιστικής σημαίας από την Ακρόπολη).

–2009. Δημοτικός Σύμβουλος Πάρου το 2009 ο Γλέζος Μανώλης.

 

Γλέντης: Το επώνυμο Γλέντης αποτελεί ένα από τα παλαιότερα καταγεγραμμένα επώνυμα της Πάρου, με παρουσία ήδη κατά τον 18ο αιώνα. Η μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία εντοπίζεται σε έγγραφο του 1730, κατά την περίοδο της βενετικής κυριαρχίας, και συνδέεται με ακίνητη περιουσία στην περιοχή των Δύο Σωτήρων.

–1730. Χωράφι δύο Σωτήρες σύμπλιος Χριστός το μοναστήρι είναι στο κεσίμι … δοσμένα της Παρασκευής Γλέντης δουλευ…

 

Γλέσος: Βλέπε Γλέζος


–Γληγορόπουλος:  Βλέπε Γρηγορόπουλος. Το συγκεκριμένο επίθετο μοιάζει να είναι από γραφικό-ορθογραφικό λάθος.

 

Γλινόπουλος: Βλέπε Γλυκόπουλος

 

Γλυκόπουλος ή Γλινόπουλος ή Γλυνόπουλος: Το επώνυμο Γλυκόπουλος (με παραλλαγές Γλινόπουλος και Γλυνόπουλος) ανήκει στα παλαιά παριανά επώνυμα που εμφανίζονται σε έγγραφα της περιόδου της βενετικής κυριαρχίας. Η διαφορετική γραφή του επωνύμου στα παλαιά χειρόγραφα είναι συνηθισμένη, καθώς η ορθογραφία δεν ήταν σταθερή και συχνά καταγραφόταν σύμφωνα με την προφορά.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή αναφορά του επωνύμου εντοπίζεται σε έγγραφο του 1710, όπου αναφέρεται «Λιβάδι στο Απάτι σύμπλιος Στελάκης Γλινόπουλος». Η καταγραφή αυτή μαρτυρεί την παρουσία της οικογένειας στην αγροτική ζωή της Πάρου, με κατοχή ή εκμετάλλευση γης.

Λίγα χρόνια αργότερα, σε έγγραφο του 1730, συναντάται νέα αναφορά: «Χωράφι Κορμό σύμπλιος Στέλιος Γλυκόπουλος». Η επανάληψη του μικρού ονόματος Στέλιος πιθανόν αφορά το ίδιο οικογενειακό γένος ή κοντινό συγγενικό κλάδο.

Οι αναφορές αυτές δείχνουν ότι η οικογένεια Γλυκόπουλου υπήρχε στην Πάρο ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα, συμμετέχοντας στην αγροτική και κοινωνική ζωή του νησιού.

–1710. Λιβάδι στο Απάτι σύμπλιος Στελάκης Γλινόπουλος.

–1730. Χωράφι Κορμό σύμπλιος Στέλιος Γλυκόπουλος.

 

Γλυνόπουλος: Βλέπε Γλυκόπουλος

 

–Γλυνός: Το επώνυμο Γλυνός ανήκει στα παλαιά ελληνικά επώνυμα με πιθανές βυζαντινές ρίζες. Η ετυμολογία του δεν είναι απολύτως βέβαιη και έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις.

Μία πιθανή προέλευση συνδέεται με τη λέξη γλύνα, ένα καφέ χώμα που υπήρχε στη Νάξο και χρησιμοποιούνταν στην κατασκευή κεραμιδιών. Από αυτή τη σημασία, πιθανόν ο τεχνίτης που εργαζόταν με το υλικό αυτό, δηλαδή ο κεραμιδάς, να έλαβε το προσωνύμιο Γλυνός.

Άλλη εκδοχή συνδέει το επώνυμο με τη γλύνα, δηλαδή το ζωικό λίπος (κυρίως του χοίρου), ενώ έχουν προταθεί και αρχαιότερες γλωσσικές συνδέσεις. Ο τύπος Γληνός με «η» απαντά ήδη στην αρχαιότητα, καθώς αναφέρεται και ως όνομα ενός από τους γιους του Ηρακλή και της Δηιάνειρας. Επίσης έχει συσχετιστεί με τις λέξεις γλήνη – γλήνεα, που στην αρχαϊκή γλώσσα συνδέονται με κοσμήματα, αλλά και με τη λέξη γλίνα, που σε αρχαίες διαλέκτους δηλώνει την κόρη του ματιού.

Η γραφή με υ (Γλυνός) συναντάται σε οικογένειες της Πάρου, της Θήρας, της Σύρου, της Ρόδου και της Άνδρου, ενώ ο τύπος με η (Γληνός) απαντά και στη Σμύρνη. Στη Νάξο είναι γνωστή η οικογένεια Γλινού, από την οποία πιθανόν προέρχεται και η ονομασία του χωριού Γλινάδος.

Στην Πάρο η οικογένεια Γλυνού εμφανίζεται κυρίως στην περιοχή των Μαρμάρων και της Μάρπησσας, με τα πρώτα μέχρι σήμερα γνωστά στοιχεία να χρονολογούνται στα μέσα του 19ου αιώνα. Οι πρώτες καταγραφές αφορούν κυρίως ανθρώπους εργατικής και αγροτικής τάξης, γεγονός που δείχνει τη συμμετοχή της οικογένειας στην καθημερινή οικονομική ζωή των παριανών κοινοτήτων.

Το επώνυμο συνεχίζει να απαντά στην Πάρο και κατά τον 20ό αιώνα, με χαρακτηριστική αναφορά τον Βαγγέλη Γλυνό, ο οποίος εμφανίζεται σε φωτογραφία στον Πρόδρομο το 1955.

Η οικογένεια Γλυνός αποτελεί ένα ακόμη παλιό παριανό γένος, το οποίο αν και δεν ανήκει στις πολυπληθέστερες οικογένειες του νησιού, έχει παρουσία καταγεγραμμένη τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα και συνδέεται με την αγροτική ιστορία των Μαρμάρων και της Μάρπησσας.

–1844. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μαρμάρων το 1844 είναι εγγεγραμμένος ο 32χρονος εργάτης Ανδρέας Χρ. Γλυνός και ο 40χρονος εργάτης Χρύσης Γλυνός.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 35χρονος εργάτης Ανδρέας Σπύρου Γλυνός.

–1843 – Σπυρίδων Ιωάννη Γλυνός, γεωργός, έγγαμος. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μαρπήσσης, 28 Νοεμβρίου 1903 (αναφέρεται ηλικία 60 ετών).

–1853 – Μαρούσα Σπυρίδων Γλυνού, οικιακά, έγγαμη. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μαρπήσσης, 28 Νοεμβρίου 1903 (αναφέρεται ηλικία 50 ετών).

–1873 – Χρυσής (Χρουσής) Ιωάννη Γλυνός, εργάτης, έγγαμος. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μαρπήσσης, 28 Νοεμβρίου 1903 (αναφέρεται ηλικία 30 ετών).

–1875 – Μαρία Χρυσή Γλυνού, οικιακά, έγγαμη. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μαρπήσσης, 28 Νοεμβρίου 1903 (αναφέρεται ηλικία 28 ετών).

–1882 – Ιωάννης Σπυρίδων Γλυνός, γεωργός, άγαμος. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μαρπήσσης, 28 Νοεμβρίου 1903 (αναφέρεται ηλικία 21 ετών).

–1898 – Ευαγγελία Χρυσή Γλυνού, ανήλικη. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μαρπήσσης, 28 Νοεμβρίου 1903 (αναφέρεται ηλικία 5 ετών).

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Χρουσή Γλυνός, ετών 3, άνευ, άγαμος.

–1955. Σε φωτογραφεία στον Πρόδρομο απεικονίζεται ο Βαγγέλης Γλυνός.

 

–Γοζαδίνος ή Γκοζαδίνος ή Gozzadino: Ιταλική οικογένεια με καταγωγή από τη Μπολώνια (Bologna) της Ιταλίας. Οι Gozzadino υπήρξαν μία από τις σημαντικές λατινικές οικογένειες του Αιγαίου κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας και της Βενετοκρατίας. Αναφέρονται ως βαρόνοι της Ανάφης και απέκτησαν κυριαρχικά δικαιώματα ή επιρροή σε αρκετά νησιά των Κυκλάδων, όπως η Σίφνος, η Μήλος, η Κέα και η Νάξος. Το επώνυμο απαντάται μέχρι σήμερα κυρίως στη Σίφνο, ενώ στη Σαντορίνη μαρτυρείται ήδη από τον 14ο αιώνα.

Η παρουσία της οικογένειας Γοζαδίνου στην Πάρο συνδέεται με τη λατινική κοινότητα του νησιού και με τα μέλη της που συμμετείχαν στη διοίκηση και στη θρησκευτική ζωή της Παροικιάς. Σημαντική μαρτυρία αποτελεί η υπογραφή του Chiriaco Gozzadino (Γκοζαδίνος) στο αίτημα των κατοίκων της Πάρου προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας των Ιησουιτών, πατέρα Jacques Dinet, το έτος 1672, με το οποίο ζητούσαν την εγκατάσταση πατέρων της Καθολικής Εκκλησίας στο νησί. Το έγγραφο αυτό υπογράφεται από ορθόδοξους και καθολικούς κατοίκους της Παροικιάς και της Νάουσας και αποτελεί σημαντική μαρτυρία της συνύπαρξης των δύο κοινοτήτων στην Πάρο τον 17ο αιώνα.

Η οικογένεια φαίνεται ότι διατήρησε παρουσία στην Παροικιά και τον 18ο αιώνα, με κυριότερο εκπρόσωπο τον ιερέα Αντώνιο Γοζαδίνο, ο οποίος εμφανίζεται σε διοικητικά έγγραφα του Κοινού της Παροικιάς.

–1672. Σε αίτημα των παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας Πατέρα της Καθολικής Εκκλησίας  Jacques Dinet για να ζητήσουν πατέρες της καθολικής εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο.

«Αιδεσιμώτατε λογιώτατε σοφώτατε κύριε κύριε δε και πανοσιώτατε εν χριστώ πάτερ.

Βλέπωντας με καθαρα έργα τα άξια και άγια κατωρθώματα οπού ενεργούσιν οι αιδεσιμώτατοι πατέρες εκ της συντροφίας του Ιησού εις όλα τα μέρη του κόσμου και μερικά εις τα σύνορα μας νησιά του αρχιπελάγους, όπου όσαν τους άλλους τόπους και μέρη της οικουμένης όπου κατοικούσαν, όλοι οι χριστιανοί φωτίζουντε, ορθώνουστε και θεόπνευστα θρέφονται με τον θεϊκό λόγο και εις πάσα τρόπο βοηθήζοντας σωματικά σε και πνευματικά και ξεχωριστά λαμβάνουσιν βοήθεια και διαφέντευσιν εις κάθατους χρειάν και ανάγκη όπου τους θέλει συνέβη κατά καιρόν δι’ αυτός συλλογιζόμενοι και σιμβαστικός εις μιαν γνώμη μερικά εις αυτό ενωμένοι, ημείς οι απογεγραμμένοι ιερείς προεστοί πολίτες και κατοικούμενοι εν τη νήσω Πάρος θεωρώντας ταις χρείαις και καθημερινές ανάγκες όπου μας συμβαίνουν, χρειάζοντας την βοήθεια δια φεντευσιν και μεσύτιαν των αιδεσιμωτάτων αυτών πατέρων.

Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας, ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ ενδόξου συντροφιάς υου ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον μας πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την επιστήμην δια τους μεταγεναστέρους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος αλλο δεν είναι εις όλα τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται ούος παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας δια τους οικτιρμούς του θεού και σωτήρος ημών ιησού χριστού να μην εστερηθούμεν από την χάριν όπου της ζητούμεν μάλιστα ως θαρρετά την ελπίζωμεν έτσι να την απολαύσωμεν κατά την ευλάβειά μας εις δόξαν κυρίου απομήνοντας κρατημένοι να παρακαλέσωμεν τον πανελεόν μας θεό να στερεώσει την πανοσιώτη σας πάσαν λογίς χάριν και αγιωσύνην ώστε να ευρεθεί εις το στερέωμα της παντοτινής δόξης του παραδ΄σου όθεν διά βέβαιον απογράφομεν εκ χειρός μας και βάνωμεν και την βούλαν της κυρίας θεοτόκου και μεσήτριας, ονοματισμένη παναγία καταπολιανή κατά το παλαιόν σνήθη και όλοι η κοινώτης με ταπεινήν προσκύνησιν φιλούμεν την αγίαν της δεξιάν»

Πάρος: εν έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29) εις το παλαιόν: + Ταπεινός Μητροπολίτης Παροναξίας Μελέτιος.

Το πιο πάνω αίτημα υπογράφουν χριστιανοί, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατοίκων της Νάουσας και της Παροικιάς μεταξύ άλλων ο Mario Dhiomatero (Ντοματαίος), ο Bartolo Rozza (Ρόζας) ο Ιωάννης Νταμουλής, ο παπά Μάρκος Νταμίας (Δαμίας), ο Ιερεύς Ελευθέριος Λουρδάς (Λορεντάνο), Ιάκωβος Ρούσσος και ο Cortanti Davitdi.

Ο Χρύσανθος Σακελλάριος Παροικιάς, Νικόλαος ιερεύς πρωτοπαπάς Παροικιάς, ο ιερέας Χρύσανθος Βυτζαράς, ο ιερέας Πέτρος Μπουλαξής, ο παπα Φρατζέσκος Βητζαράς, ο ιερεύς Μιχαήλ Αλισάγης, ο ιερέας Μένεγος Κανάκης, ο παπα Ιωάννης Γαλανός, ο Γεώργης Σπιρίδος, ο παπα Δημήτριος Μαλατέστας, ο παπα Μιχαήλ Κονταράτος, ο Νικολός Πρωτόδικος, ο Τζουάνες Σκληρός, ο Νικολός Κοντίλης, ο Μιχαήλ Βιτζαράς, ο Μανώλης Αλησάφης, ο Νικολός Κοτίλης (Κονδύλης), ο Αντώνης Αλλησάφης, ο Γεώργης Μαυρομάτης, ο Zuanne Girardi (Τζουάνες Γεράρδης), ο Zuanne Vicerano, ο Γεώργης Τακορώνιας (Δακορώνιας), ο Benetto Strari, o Γεώργης Βυτζαράς, ο Νικολός …, ο Pietro D., Chiriaco Gozzadino (Γκοζαδίνος) κλπ

–1744. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 28 Μαρτίου του 1744 αναφέρεται ο παπά Αντώνιος Γοζαδίνος.

–1748. Πρακτικό πωλήσεως των φόρων του κοινού της Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, τη 1 Μαρτίου 1748, μαρτυρείται ο παπά Αντώνης Γοζαδίνος.

–1752. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Παροικιάς σε Γενική Συνέλευση στις 6 Σεπτεμβρίου 1752 μαρτυρείται ο παπά Αντώνης Γοζαδίνος.

 

Γοράντας: Βλέπε Γοράντζας

 

–Γοράντζας ή Γορατζάς ή Γοράντας: Παλαιό παριανό επώνυμο, το οποίο εμφανίζεται ήδη από τον 17ο αιώνα στη Νάουσα. Η οικογένεια συνδέεται με την εκκλησιαστική και κοινωνική ζωή της περιοχής, καθώς ένα από τα πρώτα γνωστά μέλη της ήταν ιερέας και μέλος θρησκευτικού αδελφάτου.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα καταγεγραμμένη αναφορά αφορά τον ιερέα Δημήτριο Γοράντζα, ο οποίος στις 11 Απριλίου 1652 αναφέρεται μαζί με τη σύζυγό του Φραντζεσκίνα ως μέλος του Αδερφάτου του Παναγίου Τάφου στη Νάουσα. Η παρουσία του σε ένα σημαντικό θρησκευτικό αδελφάτο φανερώνει την κοινωνική θέση και την ενεργή συμμετοχή της οικογένειας στα κοινά της εποχής.

Τον 18ο αιώνα το επώνυμο συνεχίζει να εμφανίζεται στη Νάουσα. Σε προικοσύμφωνο της 17ης Δεκεμβρίου 1721, μεταξύ της Κυρ. Καλλέργη και της Φραγκεσκίνας Γοράντα, αναφέρεται ακίνητη περιουσία της οικογένειας, συγκεκριμένα «ένα χωράφι εις την Καντηνελιά πλησίον Ιωάννης Πουλάκης και της Κουκουναριάς».

Οι διαφορετικές μορφές γραφής του επωνύμου (Γοράντζας, Γορατζάς, Γοράντας) είναι συνηθισμένες στα παλαιά παριανά έγγραφα, όπου η ορθογραφία των επωνύμων δεν ήταν ακόμη σταθερή.

–1652. Στις 11 Απριλίου 1652 αναφέρεται ο ιερέας Δημήτριος Γοράντζας και η γυνή του Φραντζεσκίνα. Μέλος του Αδερφάτου του Παναγίου Τάφου στη Νάουσα.

–1721. Προικοσύμφωνο Κυρ. Καλλέργη και Φραγκεσκίνας Γοράντα Νάουσα 17 Δεκ. 1721 «ένα χωράφι εις την Καντηνελιά πλησίον Ιωάννης Πουλάκης και της Κουκουναριάς».

 

Γοργοστάρης:

–18ος αιω. Αγιογράφος Πέτρος Γοργοστάρης. Εικόνες του, μέτριας τέχνης, υπάρχουν στο παρεκκλήσι των Αγίων Αναργύρων της Εκατονταπυλιανής.


–Γορδιανός: Πατριδωνυμικό επώνυμο, το οποίο πιθανότατα δηλώνει καταγωγή από το Γόρδιο της Μικράς Ασίας. Η οικογένεια Γορδιανού εμφανίζεται στην Πάρο ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα και συνδέεται ιδιαίτερα με τη Μονή Αγίου Μηνά, καθώς μέλη της υπηρέτησαν ως ηγούμενοι και ιερομόναχοι της μονής.

Η σημαντικότερη μορφή της οικογένειας είναι ο Νεόφυτος Γορδιανός, ιερομόναχος και ηγούμενος της Μονής Αγίου Μηνά. Η παρουσία του μαρτυρείται από επιγραφή στο υπέρθυρο της εισόδου του ναού της Παναγίας Μυρτιδιώτισσας, νότια του Αγίου Μηνά, στον δρόμο προς τη Μονή Θαψανών:

«ΔΕΗΣΙΣ ΕΜΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΤΟ ΕΠΙΚΛΗ(Ν) ΓΟΡΔΙΑΝΟΥ 1701 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 28».

Ο Νεόφυτος Γορδιανός διετέλεσε ηγούμενος της Μονής Αγίου Μηνά κατά την περίοδο 1708-1732 και φαίνεται ότι είχε σημαντική θέση στη θρησκευτική ζωή της Πάρου.

Η οικογένεια συνεχίζει να εμφανίζεται στα έγγραφα της εποχής. Το 1730 ο Νεόφυτος Γορδιανός αναφέρεται σε συμβολαιογραφική πράξη της Παροικιάς, όπου ο Αλέξανδρος Πηλάτος του παραχωρεί και πωλεί ελεύθερα ένα σπίτι:

«ο κύρ Αλέξανδρος Πηλάτος δώνει και χαρτώνει και πάντι ελεύθερα πουλεί του πανοσιωτάτου καθηγουμένου του Αγίου Μηνά κύρ Νεοφύτου Γορδιανού ένα σπίτι…».

Μετά τον Νεόφυτο, η οικογένεια συνεχίζει την εκκλησιαστική της παρουσία μέσω του παπακυρ-Γρηγορίου Γορδιανού, ο οποίος διετέλεσε ηγούμενος και ιερομόναχος της Μονής Αγίου Μηνά.

Στον 19ο αιώνα το όνομα Γορδιανός συναντάται και σε καλλιτεχνικές και εκκλησιαστικές αναφορές. Χαρακτηριστική είναι η επιγραφή στην εκκλησία του Ταξιάρχη Παροικιάς, όπου αναφέρεται ο Φιλόθεος Γορδιανός, ο οποίος φιλοτέχνησε τη δέηση:

«Μνήσθητι Κύριε του δούλου σου Γεωργίου Αθ. Μαύρου αωξζ΄ | δια χειρός Φιλοθέου Γορδιανού».

Η επιγραφή χρονολογείται το 1867 και συνδέεται με την οικογένεια Μαύρου, μία από τις σημαντικές οικογένειες της Παροικιάς.

–1701. Ο Νεόφυτος Γορδιανός είχε διατελέσει ηγούμενος της Μονής Αγίου Μηνά το 1708-1732. Μας είναι γνωστός από επιγραφή στο υπέρθυρο της εισόδου στον ναό της Παναγίας Μυρτιδιώτισσας, νότια του Αγίου Μηνά, στον δρόμο που οδηγεί στη μονή Θαψανών: «ΔΕΗΣΙΣ  ΕΜΟΥ  ΝΕΟΦΥΤΟΥ  ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΤΟ ΕΠΙΚΛΗ(Ν) ΓΟΡΔΙΑΝΟΥ 1701 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 28».

–1730. Στις 6 Απριλίου 1730 στην Παροικιά «ο κύρ Αλέξανδρος Πηλάτος δώνει και χαρτώνει και πάντι ελεύθερα πουλεί του πανοσιωτάτου καθηγούμενου του Αγίου Μηνά κύρ Νεοφύτου Γορδιανού ένα σπίτι…».

–1733. Ηγούμενος της μονής Αγίου Μηνά το 1733 «ο παπακυρ- Γρηγόριος Γορδιανός»
–1747. Ιερομόναχος στη Μονή του Αγίου Μηνά ο παπά Γρηγόριος Γορδιανός από το 1733 έως το 1747.

–1867. Το αρχοντικό του Γεωργίου Αθ. Μαύρου

Το αρχοντικό αυτό τελευταία το είχε η οικογένεια του Απόστολου Νικηφόρου ο οποίος ήταν κρεοπώλης. Ο Απόστολος Νικηφόρος ήταν παππούς του δικαστικού Ιωάννη Γράβαρη.

Το σπίτι όμως αυτό άνηκε σε αυτόν που όταν μπεις στον ταξιάρχη και δεις πάνω από την Ωραία Πύλη που είναι ο σταυρός, στο κάτω μέρος του σταυρού υπάρχει η επιγραφή: «Μνήσθητι Κύριε του Δούλου σου Γεωργίου Αθ. Μαύρου αωξζ’ | δια χειρός Φιλοθέου Γορδιανού». Η δέηση αυτή στην εκκλησία η οποία θεωρείτο και ιδιόκτητή του, έχει την χρονολογία 1867 (αωξζ’). Ο Γεώργιος Αθ. Μαύρος ήταν ανιψιός του Αλέξανδρου Μαύρου, του Ταμία της Φιλικής Εταιρίας, γιός του Αθανασίου Μαύρου που ήταν ο μόνος αδερφός που είχε μείνει στην Πάρο και ο οποίος είχε πολλές αδερφές οι οποίες απετέλεσαν τις κοινωνικές “κουνέλες” της Παροικίας. Όλο το αρχοντολόι και η αστική τάξη έχει DNA Μαύρων.

Ένας από αυτούς ο Ιωάννης Κρίσπης. Η πρώτη του γυναίκα λεγόταν Καλλίτζα Μαύρου όπου είχαν κάνει τον σιορ Μιχέλη ο οποίος είναι ενταφιασμένος μπροστά στην Εκατονταπυλιανή, τον Σπύρο, τον Φραγκίσκο, η δεύτερη σύζυγός του λεγόταν Ελένη Κονδύλη όπου έκανε τον Κωνσταντίνος Κρίσπη ή τενεκέ γιατί δεν είχε μεγάλη περιουσία, τον Νικολάκη Κρίσπη ή Σαρακινιώτη, που είχε το σπίτι κάτω από το κόκκινο σπίτι στο Σαρακίνικο. Ο Νικολάκης Κρίσπης ήταν πολύ μορφωμένος και υπήρξε ιδιοκτήτης ή διευθυντής των Ορυχείων της Αντιπάρου.

Το αρχοντικό αυτό ανήκε στην οικογένεια Μαύρου από το 1820.

 

Γουλάκος: Μανιάτικο επώνυμο, με καταγωγή από τη Λακωνική Μάνη και πιθανότερα από την περιοχή των Λουκαδίκων ή το Κάστρο της Κολοκυθιάς. Η ονομασία πιθανόν συνδέεται με το «γουλά», λέξη που στη μανιάτικη παράδοση σχετίζεται με τον πύργο ή οχυρό, εξ ου και το επώνυμο Γουλάκος, δηλαδή ο προερχόμενος από τον Γουλά (Πύργο).

Η παρουσία της οικογένειας στην Πάρο καταγράφεται ήδη από τον 18ο αιώνα, γεγονός που δείχνει ότι μέλη της είχαν ενταχθεί στην κοινωνία του νησιού κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή αναφορά αφορά τον Αντώνη Γουλάκο, ο οποίος συμμετείχε στα κοινά της Πάρου και εκπροσωπήθηκε σε σημαντική πολιτική αποστολή του νησιού.

–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου 1755 μαρτυρείται ο Αντώνης Γουλάκος.

 

Γουλιανός: Το επώνυμο Γουλιανός εμφανίζεται στην Πάρο ήδη από τον 18ο αιώνα, με παρουσία κυρίως στη Νάουσα. Η οικογένεια συμμετείχε στα κοινά του νησιού, γεγονός που μαρτυρεί την κοινωνική της ένταξη και τη συμμετοχή της στις συλλογικές αποφάσεις της παριανής κοινότητας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή αναφορά αφορά τον Αντώνη Γουλιανό, ο οποίος εμφανίζεται ως εκπρόσωπος του κοινού της Νάουσας σε σημαντική υπόθεση που αφορούσε την υπεράσπιση συμπατριώτη του ιερέα.

–1738. Μαρτυρία υπερασπίσεως συμπατριώτη τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά (για αντίδραση στην συγκέντρωση της φορολογίας), κατά τη Γενική Συνέλευση από τα κοινά της Πάρου, της 16 Ιουλίου 1738, υπογράφει ο Αντώνης Γουλιανός από το κοινό της Νάουσας Πάρου.

–1751. Σε έγγραφο στις 4 Νοεμβρίου 1751 αναφέρεται ο Αντωνάκης Γουλιανός.


–Γούναρης: Η οικογένεια Γούναρη συγκαταλέγεται στις παλαιές οικογένειες της Νάουσας Πάρου, με αδιάλειπτη παρουσία που τεκμηριώνεται στα αρχειακά έγγραφα για περισσότερους από δύο αιώνες. Αν και μέχρι σήμερα δεν έχουν εντοπιστεί στοιχεία που να αποκαλύπτουν την αρχική καταγωγή της, οι διαθέσιμες πηγές δείχνουν ότι η οικογένεια είχε ταυτίσει την ιστορία της με τη Νάουσα ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του ελληνικού κράτους.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή αναφορά εντοπίζεται στα δημοτολόγια του Δήμου Νάουσας το 1822, όπου καταγράφεται ο Γούναρης Γεώργιος Θεοχάρης. Λίγα χρόνια αργότερα, στον εκλογικό κατάλογο της 18ης Μαρτίου 1844, εμφανίζεται ο ίδιος ως 34χρονος ναυτικός, στοιχείο που φανερώνει τη στενή σχέση της οικογένειας με τη θάλασσα.

Η ναυτική παράδοση συνεχίζεται και κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Στους εκλογικούς καταλόγους του 1883 και του 1885 καταγράφονται ο Θεοχάρης Γούναρης, ηλικιωμένος πλέον ναυτικός, καθώς και οι γιοι του, Γεώργιος και Αντώνιος, οι οποίοι επίσης ασκούσαν το ναυτικό επάγγελμα. Η διαδοχή τριών γενεών ναυτικών αποτυπώνει τον σημαντικό ρόλο που είχε η ναυτιλία στην οικονομική και κοινωνική ζωή της οικογένειας αλλά και της Νάουσας.

Στα τέλη του 19ου αιώνα γεννιέται ο Δημήτριος Γούναρης, γιος του Γεωργίου, ο οποίος ακολούθησε επίσης το ναυτικό επάγγελμα. Παράλληλα, το 1911 συναντούμε τον Αντώνιο Θεοχάρη Γούναρη ως έμπορο στη Νάουσα, γεγονός που δείχνει ότι μέλη της οικογένειας είχαν ήδη επεκτείνει τη δραστηριότητά τους και στο εμπόριο.

Οι μεταγενέστεροι εκλογικοί κατάλογοι αποδεικνύουν τη συνέχεια της οικογένειας στον τόπο. Το 1946 καταγράφονται ο 91χρονος ναυτικός Γεώργιος Γούναρης του Θεοχάρη και ο Πέτρος Γούναρης του Γεωργίου, επίσης ναυτικός, ενώ λίγα χρόνια αργότερα εμφανίζονται η Θεοφίλη Ξανθή, κόρη του Γεωργίου Γούναρη, και ο Δημήτριος Γούναρης του Γεωργίου, συνεχίζοντας την παρουσία της οικογένειας στα αρχεία της Νάουσας.

Η ιστορία της οικογένειας δεν περιορίζεται όμως μόνο στη ναυτική της παράδοση. Στη σύγχρονη εποχή εξέχουσα θέση κατέχει ο αείμνηστος Αλέξανδρος Γούναρης, ο οποίος διακρίθηκε για τη φιλανθρωπική και ευεργετική του δράση προς τη Νάουσα. Η προσφορά του αναγνωρίστηκε πρόσφατα σε ειδική τιμητική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην Αίθουσα Τέχνης του Αγίου Αθανασίου, παρουσία της οικογένειάς του. Κατά την εκδήλωση απονεμήθηκε τιμητική πλακέτα στους οικείους του, ενώ τα ενήλικα μέλη της οικογένειας ανακηρύχθηκαν επίτιμα μέλη του ΝΑΙΑΣ, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για την προσφορά του.

Η οικογένεια Γούναρη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας παριανής οικογένειας που συνέδεσε την πορεία της με τη ναυτοσύνη, το εμπόριο και την κοινωνική προσφορά. Από τους ναυτικούς του 19ου αιώνα έως τον ευεργέτη Αλέξανδρο Γούναρη, η παρουσία της παραμένει άρρηκτα δεμένη με την ιστορία και την κοινωνική ζωή της Νάουσας.

–1822. Στα δημοτολόγια του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου) το 1822, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Γούναρης Γ. Θεοχάρης.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 34χρονος ναυτικό Γούναρης Γ. Θεοχάρης.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883 είναι εγγεγραμμένος ο Γούναρης Θεοχάρης του Γεωργίου, 73 ετών, ναυτικός, ο Γούναρης Γιώργος του Θεοχάρη, 28 ετών, ναυτικός και ο Γούναρης Αντώνης του Θεοχάρη, 23 ετών, ναυτικός,

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Γούναρης Θεοχάρης του Γεώργιου, 75 ετών, ναύτης από τη Νάουσα, Γούναρης Γεώργιος του Θεοχάρη, 30 ετών, ναύτης από τη Νάουσα και Γούναρης Αντώνιος του Θεοχάρη, 25 ετών, ναύτης από τη Νάουσα.

–1893. Το 1893 γεννιέται ο μετέπειτα ναυτικός Γούναρης Δημήτριος του Γεωργίου.

–1911. Αντώνιος Θεοχ. Γούναρης, έμπορος στη Νάουσα το 1911.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 91χρονος κάτοικος Νάουσας, Γούναρης Γεώργιος του Θεοχάρη, ναυτικός και ο 55χρονος ναυτικός Πέτρος Γούναρης του Γεωργίου.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Θεοφίλη Ξανθή, όνομα συζύγου Λύσανδρος, όνομα πατρός Γεώργιος Γούναρης.

–1953. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1953, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Ναυτικός Γούναρης Δημήτριος του Γεωργίου.


–Γράβαρης: Η οικογένεια Γράβαρη αποτελεί μία από τις νεότερες αλλά ιδιαίτερα σημαντικές οικογένειες της Παροικιάς, η οποία συνδέθηκε με την οικονομική, κοινωνική και πνευματική ζωή της Πάρου από τον 19ο αιώνα και μετά.

Το επώνυμο Γράβαρης (Gravari) θεωρείται δυτικής προέλευσης και πιθανόν συνδέεται με την ιταλική λέξη gravare, που σχετίζεται με φόρο ή φορολόγηση. Η οικογένεια φαίνεται να προέρχεται από την Κεφαλονιά και εγκαταστάθηκε στην Πάρο στις αρχές του 19ου αιώνα, πιθανότατα γύρω στο 1820–1821.

Γενάρχης του παριανού κλάδου θεωρείται ο Γεράσιμος Γεωργίου Γράβαρης, πλοίαρχος και μεγαλοκτηματίας, ο οποίος παντρεύτηκε το 1838 την Παριανή Ευδοκία Ζησιμοπούλου. Από τον γάμο αυτό δημιουργήθηκε ένας κλάδος που έμελλε να αποκτήσει σημαντική θέση στην κοινωνία της Παροικιάς.

Στα δημοτολόγια Παροικιάς του 1822 εμφανίζεται ήδη ο 11χρονος Γεώργιος Γράβαρης, ενώ λίγα χρόνια αργότερα η οικογένεια εγκαθίσταται οριστικά στο νησί. Ο Γεράσιμος και η Ευδοκία απέκτησαν τρεις γιους:

·        Βασίλειο Γράβαρη (1843), ο οποίος ακολούθησε τον δρόμο των γραμμάτων και έγινε γυμνασιάρχης.

·        Ιωάννη Γράβαρη (1846), έμπορο και κτηματία.

·        Γρηγόριο Γράβαρη (1850), τον σπουδαίο γιατρό και ευεργέτη της Θεσσαλονίκης.

Ο Βασίλειος Γεωργίου Γράβαρης υπήρξε μία από τις σημαντικές εκπαιδευτικές προσωπικότητες της εποχής του. Γεννήθηκε στην Πάρο το 1843, σπούδασε φιλολογία και διετέλεσε γυμνασιάρχης σε πολλές πόλεις της Ελλάδας. Πέθανε το 1905 στη Σύρο, αφήνοντας σημαντική προσφορά στην εκπαίδευση.

Ο αδελφός του Γρηγόριος Γράβαρης, γεννημένος στην Παροικιά στις 30 Ιανουαρίου 1850, σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι. Εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους γιατρούς της εποχής. Συμμετείχε στον Μακεδονικό Αγώνα, υπήρξε πρόεδρος φιλανθρωπικών οργανώσεων και σημαντικός ευεργέτης της πόλης. Η αγάπη του για την ιδιαίτερη πατρίδα του φαίνεται και από το γεγονός ότι για την κατοικία του στη Θεσσαλονίκη έφερε Παριανούς τεχνίτες.

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της οικογένειας κατέχει ο Γεώργιος Βασιλείου Γράβαρης (1876–1913), αξιωματικός του Μηχανικού, καθηγητής της Σχολής Ευελπίδων και συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Παροικιά στις 8 Φεβρουαρίου 1876 και υπήρξε μία από τις σημαντικότερες στρατιωτικές μορφές με παριανή καταγωγή.

Αποφοίτησε πρώτος από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και συνέχισε σπουδές στο Παρίσι ως πολιτικός μηχανικός. Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους υπηρέτησε ως διοικητής λόχου Μηχανικού. Στις 13 Ιουλίου 1913 έπεσε ηρωικά στη μάχη του Πετσόβου, σε ηλικία μόλις 37 ετών, αφήνοντας πίσω τη σύζυγό του Φλώρα Κρίσπη και τα δύο παιδιά τους, τον μετέπειτα αρχηγό του Λιμενικού Σώματος Βασίλειο Γράβαρη και την Αικατερίνη.

Η οικογένεια συνδέθηκε επίσης με σημαντικά παριανά αρχοντικά. Το μεγάλο αρχοντικό απέναντι από τη Σεπτεμβριανή Παροικιά, με τα χαρακτηριστικά μαρμάρινα παράθυρα και την υστεροαναγεννησιακή αρχιτεκτονική, πέρασε στην οικογένεια Γράβαρη το 1913 μέσω θηλυγονικής κληρονομιάς, μετά από διαδοχικές μεταβιβάσεις από τις οικογένειες Αλισάφη, Κρίσπη και Μαυρογένη.

Τον 20ό αιώνα η οικογένεια συνέχισε την παρουσία της στην Πάρο. Ο Βασίλειος Γρηγορίου Γράβαρης (1911–1993), γιος του ήρωα Γεωργίου Γράβαρη, υπηρέτησε ως αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος και έφθασε μέχρι τη θέση του Αρχηγού του Λιμενικού Σώματος και Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας. Παράλληλα ανέπτυξε σημαντικό συγγραφικό έργο στο Ναυτικό Δίκαιο.

Η οικογένεια Γράβαρη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα οικογένειας που, αν και εγκαταστάθηκε στην Πάρο σχετικά πρόσφατα, μέσα σε λίγες γενιές ενσωματώθηκε πλήρως στην παριανή κοινωνία και άφησε έντονο αποτύπωμα στην εκπαίδευση, την επιστήμη, τη διοίκηση και την εθνική ζωή της Ελλάδας.

Σήμερα το όνομα Γράβαρης παραμένει συνδεδεμένο με την ιστορία της Παροικιάς, τα αρχοντικά της και τη μνήμη ανθρώπων που υπηρέτησαν την Πάρο και την Ελλάδα.

–1808. Το 1808 γεννιέται ο Γεώργιος Γράβαρης, σύζυγός του η Ευδοκία Ζησιμοπούλου γεννημένοι το ίδιο έτος. Παιδιά τους ο Βασίλειος (1843) συζ. Αικ. Δημητρακοπούλου, ο Ιωάννης (1846) συζ. Ελένη Καλουτά, και ο Γρηγόριος (1850).

–1822. Το μεγάλο και επιβλητικό αρχοντικό του Σιόρ Μιχελή Κρίσπη, Δημογέροντα και πληρεξουσίου, με τα υστεροαναγεννησιακά μαρμάρινα παράθυρα, δίπλα στην εκκλησία Σεπτεμβριανή, προικοδοτήθηκε στη Σύζυγό του Κατίγκω Ν. Μάτσα το 1822 από τη Μητέρα της Ραμπελιώ Ν. Μάτσα, γένος Νικολάου Ιωάν. Δελαγραμμάτη, καθώς και άλλα υποστατικά. Γόνοι του σιόρ Μιχελή Κρίσπη και της Κατίγκως Μάτσα-Δελαγραμμάτη είναι οι οικογένειες: Γιάννη Βασ. Γράβαρη, Συμβούλου Επικρατείας, Φλωρίτσας Ψαλτάκη-Βλάχου, Νικολάου και Μιχαήλ Κρίσπη, Ρένας Κρίσπη-Λάζαρη (σημερινή ιδιοκτήτρια), Γιάννη Μαρινάκη, Ειρήνη Ρούσσου, η οικογένεια Τώλη Δημητρακόπουλου, αντιναυάρχου, Αγνής Δημητρακοπούλου-Βάγια, Γιάννη Βάγια, καθηγητή Εθν. Μετσοβίου Πολυτεχνείου, Βασίλη Κατσουρού, Ρενέ Ζάννου, Ολυμπιάδος Βενιέρη, Αγγελοπούλου κ.α.

–1822. Στα δημοτολόγια Παροικίας του 1822 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 11χρονος Γράβαρης Γεώργιος.

–1838. Το 1838 η Ευδοκία Ζησιμοπούλου παντρεύτηκε τον Γεράσιμο Γεωρ. Γράβαρη, καταγόμενο από την Κεφαλληνία, πλοίαρχο και μεγαλοκτηματία την εποχή εκείνη. Γενάρχη της οικογένειας Γράβαρη της Πάρου.

–1843. Το 1843 γεννιέται στην Πάρο ο Γυμνασιάρχης Βασίλειος Γράβαρης του Γερασίμου και της Ευδοκίας Ζησιμοπούλου. Παντρεύτηκε την Αικατερίνη Δ. Δημητρακοπούλου (1845-1927) και απέκτησαν τρία παιδιά, τον Γεώργιο (1876), την Ευδοκία (1878) και τον Δημήτριο (1879). Απεβίωσε στην Σύρο το 1905.

–1846. Το 1846 γεννιέται στην Πάρο ο κτηματίας και έμπορος Ιωάννης Γράβαρης του Γερασίμου και της Ευδοκίας Ζησιμοπούλου. Παντρεύτηκε την Ελένη Καλουτά και απέκτησαν τρία παιδιά, το Γεώργιο, τον Κωνσταντίνο και την Ευγενία. Απεβίωσε στην Πάρο το 1916.

–1847. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο μεταπράτης Γεώργιος Γράβαρης 36 ετών.

–1850. Γεννήθηκε στην Παροικιά στις 30 Ιανουαρίου 1850 ο Γρηγόριος Γράβαρης. Ο πατέρας του Γεράσιμος ήταν ναυτικός, κτηματίας και είχε γεννηθεί στη Κεφαλληνία (1810). Ο Γρηγόριος σπούδασε ιατρική στο πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια ως γιατρός  παθολόγος στα Γιαννιτσά, όπου διατηρούσε και φαρμακείο. Μετεκπαιδεύτηκε στο Παρίσι και όταν επανήλθε εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, όπου και νυμφεύτηκε την Ελένη Χατζηδημητρίου ή Χατζηδήμα. Σαν επιστήμονας είχε αναγνωρισθεί ως ένας από τους διαπρεπέστερους ιατρούς της εποχής του και ως άνθρωπος στην κοινωνία της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας, θεωρήθηκε εθνικός αγωνιστής, φιλάνθρωπος και ευεργέτης της πόλης της Θεσσαλονίκης. Τιμήθηκε με πολλά παράσημα και μετάλλια για την πολυσχιδή δράση του στη Μακεδονία. Συμμετείχε στον Μακεδονικό Αγώνα και ήταν ιδρυτής και πρόεδρος της «Ελληνικής Φιλοπτώχου Αδελφότητος των Κυρίων» και έφορος των «Ελληνικών Καταστημάτων και Ελληνικών Σχολείων», της Θεσσαλονίκης κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Άφησε χειρόγραφα πολυσέλιδα έργα και μια πλουσιότατη βιβλιοθήκη, την οποία πρόσφερε με τη διαθήκη του, στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Το σπίτι του, νεοκλασικού ρυθμού κοντά στην Καμάρα του Γαλερίου, είχαν κτίσει παριανοί τεχνίτες και μαστόροι, που είχε φέρει από το νησί ο αείμνηστος ευπατρίδης, ως δείγμα αγάπης και νοσταλγίας προς τη γενέτειρα του. Πέθανε στην Θεσσαλονίκη στις 11 Μαρτίου 1929 τιμημένος από το κράτος.

–1855. Παροικιά, 4 Μάιου 1855, Εμποροκτηματίας Γεώργιος Γράβαρης, παππούς του λοχαγού και σοφού καθηγητού της Σχολής Ευελπίδων, εθνικού ήρωα Γεωργίου Βασ. Γράβαρη.

–1860. Στις 16 Μαΐου 1860 σε συμβολαιογραφική πράξη [Συμβιβασμό] στην Σύρου αναφέρεται ο κάτοικος Πάρου Γεώργιος Γράβαρης έμπορος να έρχεται σε συμβιβασμό με τον επίσης κάτοικο Πάρου Γεώργιο Λιβαθυνόπουλος ναυτικό.

–1873. Σε έγγραφα που αφορούν δοσοληψίες στις 26 Ιανουαρίου 1873 αναφέρεται ο μάρτυς Νικόλαος Φ. Καμπάνης πρώην ειρηνοδίκης, ο υποδηματοποιός Εμμανουήλ Ρίτζος και η δημοδιδάσκαλος Μαρουσώ Περαντινού. Ο Γεώργιος Μουρλάς και ο Γεώργιος Σκούφος με κτήματα στην Πούντα (Αντιπάρου), ο Σπυρίδων Μαύρος, Θεόδωρος Καμπάνης και Γεώργιος Γράβαρης με κτήματα στην περιοχή Βολάδα ή Κάτω Κήπος. Ο Μιχαήλ Πρωτόδικος, η Παρασκευή Πέτρου Λάζαρη, ο Κωνσταντίνος Πατέλης και ο Αντώνιος Καλακώνας με κτήματα στην θέση Καβάκι. Οι κληρονόμοι Αριστοτέλη Κυπριανού και η Καλίτζα Μιχαήλ Ζησιμοπούλου.

–1876. Το 1876 γεννιέται στην Παροικιά ο μετέπειτα καθηγητή της Σχολής Ευελπίδων, συγγραφέα και εθνικό ήρωα των Βαλκανικών Πολέμων Γεώργιος Βασ. Γράβαρης.

Γεννήθηκε στη Παροικιά στις 8 Φεβρουαρίου 1876. Ήταν πρωτότοκος γιος του φιλολόγου γυμνασιάρχου Βασιλείου Γράβαρη και της Αικατερίνης κόρη του βουλευτή, Δημητρίου Παν. Δημητρακόπουλου. Αδέλφια του ήταν ο Δημήτρης και η Ευδοκία.

Ο Γεώργιος σε ηλικία 15 ετών εισέρχεται αριστούχος στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε στις 31-6-1896 ως Ανθυπολοχαγός του Μηχανικού και συνέχισε τις σπουδές του στο πολυτεχνείο των Παρισίων. Εκεί έλαβε το δίπλωμα του πολιτικού μηχανικού με άριστα και διορίσθηκε καθηγητής της Εφαρμοσμένης Μηχανικής στη Σχολή Ευελπίδων, όπου δίδαξε για αρκετά έτη, συγγράφοντας παράλληλα και μελέτες.

Ως ανθυπολοχαγός μετείχε στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 όπου διακρίθηκε και στις 29-11-1906 προάγεται στο βαθμό του υπολοχαγού. Το 1910 νυμφεύεται τη Φλώρα Κρίσπη, κόρη του βουλευτή Νικολάου Κρίσπη και απέκτησαν τον Βασίλειο και την Καίτη Π. Ψαλτάκη.

Το πάθος του να υπηρετήσει εκ νέου την πατρίδα, έκαναν τον γενναίο Γεώργιο Γράβαρη να επιστρατευτεί εθελοντικά και να μετάσχει στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο το 1913 ως διοικητής του λόχου Μηχανικού που ανήκε στην 3η Μεραρχία. Ξημερώματα στις 15 Ιουλίου 1913 στο Πέτσοβο, κοντά στα βουλγαρικά σύνορα, στο λόφο 1450 και ενώ οι στρατιώτες του Γράβαρη που ήταν μόλις 180 έπαιρναν το πρωινό τους ρόφημα, δέχτηκαν επίθεση από τους Βούλγαρους που είχαν περικυκλώσει το λόφο. Ώρες ολόκληρες απόκρουαν τις επιθέσεις των πολυάριθμων Βουλγάρων. (πηγή Χρ. Μαούνης).

Σύζυγός του η Φλώρα Ν. Κρίσπη και τέκνα τους η Αικατερίνη συζ. Παναγιώτης Ψαλτάκης, και ο Βασίλης συζ. (1) Μαρία Λορεντζιάδη, (2) Μαρία Νικηφόρου.

–1842. Το 1842 γεννιέται ο Γυμνασιάρχης Βασίλειος Γ. Γράβαρης. Απεβίωσε το 1905. Ο οικογενειακός τάφος βρίσκεται στο ναό των Εισοδίων στην Παροικιά.

–1854. Το 1854 γεννιέται η Αικατερίνη Β. Γράβαρη. Απεβίωσε το 1927. Ο οικογενειακός τάφος βρίσκεται στο ναό των Εισοδίων στην Παροικιά.

–1878. Στις 8 Ιανουαρίου 1878 ο 30χρονος έμπορος από την Πάρο Ιωάννης Γράβαρης, του Γεωργίου και της Ευδοκίας, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 22χρονη από την Σύρο Ελένη Καλουτά, του Φραγκούλη και της Αγγερούς.

–1878. Το 1878 γεννιέται στην Σύρο η Ευδοκία Γράβαρη του Βασιλείου και της Αικατερίνης. Παντρεύτηκε τον γιατρό Εμμανουήλ Περιφανάκη και απέκτησαν τον Κωνσταντίνο Περιφανάκη, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους. Απεβίωσε το 1956 στην Αθήνα.

–1879. Το 1879 γεννιέται στην Ζάκυνθο ο ιατρός Δημήτριος Γράβαρης του Βασιλείου και της Αικατερίνης.  Απεβίωσε στην Αθήνα το 1943.

–1879. Γεννιέται ο Γεώργιος Γράβαρης του Ιωάννη (1846) και της Ελένης Καλουτά, απεβίωσε στις 14 Φεβρουαρίου 1945 σε ηλικία 66 ετων. Ο οικογενειακός τάφος βρίσκεται στο ναό των Εισοδίων στην Παροικιά.

–1880. Το 1880 γεννιέται ο Γράβαρης Κωνσταντίνος του Ιωάννη συμβολαιογράφος κάτοικος Παροικιάς. Απεβίωσε το 1954.

–1880. Το 1880 γεννήθηκε στην Πάρο ο έμπορος και κτηματίας Ιωάννης Γράβαρης. Απεβίωσε στην Πάρο το 1945. Σύζυγός του η Αικατερίνη Χαμάρτου (1888) και τέκνα τους ο Ιωάννης (1907), ο Γρηγόριος (1912) και η Ελένη.

–1883. Γεννιέται στην Πάρο ο συμβολαιογράφος Κωνσταντίνος Γράβαρης του Ιωάννη και της Ελένης Καλουτά. Παντρεύτηκε την Καλυψώ Μ. Μαυρογένη και απέκτησαν τον Ιωάννη Γράβαρη συμβολαιογράφο, και την Ευγενία σύζυγος Σπ. Καραχάλιου. Απεβίωσε στην Πάρο το 1950.

–1885. Το 1885 γεννήθηκε στην Πάρο η Ευγενία Γράβαρη του Ιωάννη και της Ελένης Καλουτά. Απεβίωσε σε ηλικία 25 ετών το 1910 στην Πάρο.

–1886. Το 1886 γεννιέται η Αικατερίνη Γ. Γράβαρη, απεβίωσε στις 15 Μαρτίου 1958. Ο οικογενειακός τάφος βρίσκεται στο ναό των Εισοδίων στην Παροικιά.

–1887. Γεννιέται στην Παροικιά η Φλώρα Γ. Γράβαρη. Απεβίωσε το 1983. Ο τάφος της είναι στο οικογενειακό κοιμητήριο των Κρίσποι, στα Λιβάδια Παροικιάς.

–1893. Το 1893 αναφέρεται ο Γράβαρης Γερ. Ιωάννης επίτροπος Εκατονταπυλιανής.

–1901. Έγγραφο Παροικιάς του 1901 «Το καλικαίρι του 1901 φθάνουν εις την ημετέραν πόλιν οι κ.κ. Βασίλειος Γράβαρης, καθηγητής [ύστερα γυμνασιάρχης, παππούς του ναυάρχου του Λ.Σ. Βασίλειου Γ. Γράβαρη], ο κ. Ευάγγελος Σ. Μαλαγαρδής [αδερφός του Ν. Μαλαγαρδή] και Ελευθέριος Αυλήτης (sic) συμπολίται μας».

–1903. Το Ιούλιο του 1903 αναφέρεται ο Γυμνασιάρχης σε σχολείο της Αθήνας Β. Γράβαρης.

–1903. Τον Σεπτέμβριο του 1903 έχουμε την παραίτηση του ιατρού Δημητρίου Β. Γράβαρη από τη θέση του δημοϊατρού Πάρου και την αναχώρησή του για την Αθήνα.

–1905. Ο Βασίλειος Γεωρ. Γράβαρης καθηγητής, διατέλεσε Γυμνασιάρχης  σε πολλές Πόλεις. Υιός του Παρίου κτηματία και εκ Κεφαλληνίας έλκοντος το γένος Γεωργίου Γράβαρη. Πέθανε στην Σύρο στις 15 Αυγούστου 1905 σε ηλικία 62 ετών. Γέννησης Πάρος 1843, έτος θανάτου 1905.

–1907. Ιωάννης Γράβαρης (1907-1926) του Γεωργίου και της Αικατερίνης Χαμάρτου. Παππούς του ο έμπορος και κτηματίας Πάρου Ιωάννης Γράβαρης (1880-1945). Απεβίωσε τστις 13 Νοεμβρίου 1926. Ο οικογενειακός τάφος βρίσκεται στο ναό των Εισοδίων στην Παροικιά.

–1907. Το 1907 η Φλώρα Ν. Κρίσπη θα παντρευτεί τον λοχαγό και καθηγητή της Σχολής Ευελπίδων, συγγραφέα και εθνικό ήρωα των Βαλκανικών Πολέμων Γεώργιο Βασ. Γράβαρη. Ο ανταποκριτής της εφημερίδας Αιγαίον (φ243, 29 Ιαν. 1907) γράφει: «Η περικαλλής κόρη της Πάρου, η θυγάτηρ του βουλευτού μας κ. Νικολάου Κρίσπη, Φλώρα, αντήλλαξε δακτύλιον αρραβώνα μετά του εγκρίτου αξιωματικού του Μηχανικού και καθηγητή της Στρατιωτικής Σχολής των Ευελπίδων κ. Γεώργιο Β. Γράβαρη υπό την ανυπόκριτον χαράν φίλων και συγγενών». Ο γάμος τους έγινε στις 19 Οκτωβρίου 1907, όταν ακόμα δεν είχαν συμπληρωθεί 40 μέρες από τον θάνατο της γιαγιάς της νύφης Ναταλίας Κων. Κρίσπη (24 Σεπτεμβρίου 1907), συζύγου του βουλευτού και κτηματία Κωνσταντίνου Κρίσπη (1826-1886). Μόλις έξι χρόνια διήρκεσε. Το 1913 ο Γεώργιος Βασ. Γράβαρης έπεφτε ηρωικά μαχόμενος για την πατρίδα στη μάχη του Πέτσόβου (νοτιοανατολικά της Γιουγκοσλαβίας, κοντά στα σύνορα της Βουλγαρίας) στις 13 Ιουλίου 1913 αφήνοντας ορφανά δύο παιδιά τον Βασίλη, μετέπειτα υποναύαρχο και αρχηγό του Λιμενικού Σώματος και την Αικατερίνη (σημ. Ψαλτάκη) και τη σύζυγό του, που δεν ξαναπαντρεύτηκε, αλλά αφοσιώθηκε στην ανατροφή και στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών της. Ο Γεώργιος Β. Γράβαρης έφυγε σε ηλικία 37 ετών. Γεννημένος στην Παροικιά το 1876.

–1907. Η εφημερίδα «Αιγαίον» στο φ. 260, 14 Ιουλίου 1907 ανακοινώνει: «Όπως πάντοτε εν πλήρει ησυχία και τάξει διεξήχθησαν την προπαρελθούσαν Κυριακήν αι δημοτικαί εκλογαί, εκλεχθέντων δημάρχων του μεν δήμου Πάρου του κ. Πέτρου Μπάου, επί οκταετίαν ήδη τοιούτου, Υρίας του κ. Φραγκ. Χανιώτου, Ναούσης του κ. Σπυρίδωνος Κονταρίνη και Μαρπίσσης κ. Σταματίου Μαλαματένιου. Δημοτικοί Σύμβουλοι εκ του Δήμου Πάρου εξελέγησαν κατά σειράν επιτυχίας οι κάτωθι: 1)Ηρακλής Φωκιανός 2) Ιωάν. Νικηφόρος 3) Γεώργιος Πελοποννήσιος 4) Ιωάν. Βιάζης 5) Δημ. Μαύρος 6) Νικόλαος Φραγκούλης 7) Αθανάσιος Μαρινόπουλος 8) Γ. Γράβαρης 9) Δημ. Καλλίερος 10) Χρ. Πανταζόπουλος 11) Αθαν. Μαύρος».

–1911. Βασίλειος Γρηγ. Γράβαρης,  Γεννήθηκε στη Παροικιά στις 31 Ιουλίου 1911. Ήταν δύο χρονών όταν έχασε τον πατέρα του Λοχαγό Γεώργιο Γράβαρη, που έπεσε στη μάχη του Πετσόβου στις 15-7-1913. Στο Δημοτικό Σχολείο Παροικιάς, φοίτησε για δύο χρόνια και στη συνέχεια μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ακολούθως στα 1936 κατετάγη στη Σχολή Λιμενικών Δοκίμων. Χάρη στην εντιμότητα του, τις γνώσεις του, την υπηρεσιακή ευσυνειδησία του και το ήθος του, έφθασε στα ανώτατα αξιώματα του Σώματος και του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας καταλαμβάνοντας τη θέση του Γενικού Διευθυντού του ΥΕΝ και του Αρχηγού του Λιμενικού Σώματος.

Παράλληλα με τα υψηλότατα καθήκοντα του, καλλιέργησε με ιδιαίτερη επιτυχία το συγγραφικό έργο του στον τομέα του Ναυτικού Δικαίου, που υπήρξε πολύτιμο στους σπουδαστές των Ναυτικών Σχολών, στις οποίες και δίδασκε.

Στην περίοδο της κατοχής μετείχε ενεργά, με τη διοχέτευση πληροφοριών στους συμμάχους, την κυκλοφορία του παράνομου τύπου, την οργάνωση διαφυγών στη Μέση Ανατολή, καθώς και τη δικιά του διαφυγή στην Αίγυπτο το Νοέμβριο του 1943 όπου συνεχίζει τον αγώνα.

Η Πολιτεία τον τίμησε με πολλές ανώτατες διακρίσεις, κορυφαία των οποίων είναι η σπάνια τιμητική διάκριση του χρυσού ναυτικού μεταλλίου Α΄ τάξεως «δι’ όλως εξαιρέτους υπηρεσίας προς την Ναυτιλίαν».

Πέθανε στις 11 Ιουνίου 1993 σε ηλικία 82 ετών και την ημέρα αυτή το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Πάρου με ψήφισμα του, ονοματοθέτησε μια οδό για να τιμήσει τη μνήμη του. (Πηγή Χρ. Μαούνης). Ο τάφος του βρίσκεται στο οικογενειακό κοιμητήριο των Κρίσπη στα Λιβάδια Παροικιάς.

–1912. Το 1912 γεννιέται ο Γράβαρης Γρηγόριος του Γεωργίου και της Αικατερίνης Χαμάρτου, κτηματίας κάτοικος Παροικιάς.

–1913. Λοχαγός του Μηχανικού Γεώργιος Β. Γράβαρης (1876-1913). Το 1913 βρήκε ηρωικό θάνατο στη μάχη του Πετσόβου. Το 1913 ο Γεώργιος Βασ. Γράβαρης έπεφτε ηρωικά μαχόμενος για την πατρίδα στη μάχη του Πέτσόβου (νοτιοανατολικά της Γιουγκοσλαβίας, κοντά στα σύνορα της Βουλγαρίας) στις 13 Ιουλίου 1913 αφήνοντας ορφανά δύο παιδιά τον Βασίλη, μετέπειτα υποναύαρχο και αρχηγό του Λιμενικού Σώματος και την Αικατερίνη (σημ. Ψαλτάκη) και τη σύζυγό του, που δεν ξαναπαντρεύτηκε, αλλά αφοσιώθηκε στην ανατροφή και στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών της. Ο Γεώργιος Β. Γράβαρης έφυγε σε ηλικία 37 ετών. Γεννημένος στην Παροικιά το 1876.

–1915. Το 1915 γεννιέται ο Γράβαρης Ιωάννης του Κωνσταντίνου δικηγόρος κάτοικος Παροικιάς.

–1919. Γεννιέται στην Παροικιά η Μαρία Β. Γράβαρη. Απεβίωσε το 2014. Ο τάφος της είναι στο οικογενειακό κοιμητήριο των Κρίσποι, στα Λιβάδια Παροικιάς.

–1950. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1950 είναι εγγεγραμμένη η Γράβαρη Αικατερίνη όνομα συζύγου Γεώργιος, όνομα πατρός Ιωάννης Χαμάρτος κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.

–1950. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1950 είναι εγγεγραμμένη η Γράβαρη Ελένη του Γεωργίου κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.

–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Γράβαρη Μαρία, όνομα συζύγου Ιωάννης όνομα πατρός Ζέππος Χανιώτης.

–1954. 21 Νοεμβρίου 1954 ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ. ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΠΑΡΟΙΚΙΑ: Εψήφισαν εν όλω έγκυρα ψηφοδέλτια 1152 Έλαβον:

ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ «ΛΑΟΣ – ΕΡΓΑ» 625.

Σταυρούς κατά σειράν προτιμήσεως: Αντ. Οικονόμου 586, Ιωαν. Φραγκούλης 584, Παν. Γ. Κρητικός 375, Ιωάν. Μεν. Μαύρης 229, Γεώργιος Σπ. Δαφερέρας 222, Μιχ. Γ. Κανδεράκης 173, Ιωάννης Α. Μπουρέλης 168, Β. Μεσολογγίτης 139, Χρυς. Σαρρής 136 και Δημ. Ν. Μαύρης 119.

ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ «ΠΡΟΟΔΟΣ – ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ» 526.

Σταυρούς κατά σειράν προτιμήσεως: Ανδρέας Αυλήτης 387, Βαπτιστής Μάτσας 377, Μιχ. Δ. Πρωτόδικος 274, Γρ. Γ. Γράβαρης 272, Βας. Δ. Φωκιανός 237, Κ. Χαρατσάρης 189, Μιχ. Π. Ραγκούσης 162 κλπ.

Οι δύο πρώτοι έρχονται εκ της μειοψηφίας επειδή όμως δεν αποδέχονται, θα εισέλθουν οι δύο επόμενοι, ήτοι ο Μιχ. Πρωτόδικος και ο Γρηγόριος Γράβαρης.

–1970. Σε φωτογραφεία του 1970 στο ηρώο της Παροικιάς, διακρίνονται ο μαθητής Κώστας Γράβαρης.

 

Γραλινός: Ίσως Γαλινός. Βλέπε Γαλλινός

 

–Γραμματικόπουλος: Το επώνυμο Γραμματικόπουλος ή Γραμματοκόπουλος είναι πατρωνυμικό και σημαίνει «ο γιος του Γραμματικού». Η κατάληξη -όπουλος αποτελεί χαρακτηριστικό σχηματισμό που δηλώνει τον γιο ή το παιδί κάποιου προσώπου. Πρόκειται για κοινό επώνυμο στον ελληνικό χώρο και η αρχική προέλευση της οικογένειας δεν έχει τεκμηριωθεί με βεβαιότητα. Κατά ορισμένους ερευνητές πιθανόν συνδέεται με τον Μωριά, ενώ άλλες απόψεις αναφέρουν καταγωγή από τη Μικρά Ασία.

Στην Πάρο η οικογένεια Γραμματικόπουλου εμφανίζεται ιδιαίτερα στη Νάουσα ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα και διατηρεί έντονη παρουσία έως τα μέσα του 20ού αιώνα. Τα μέλη της συνδέθηκαν κυρίως με τη ναυτική ζωή του χωριού, καθώς πολλοί καταγράφονται ως ναυτικοί και ναύτες, γεγονός που αντανακλά τον σημαντικό ρόλο της θάλασσας στην οικονομική ζωή της Νάουσας.

Η παλαιότερη γνωστή αναφορά μέχρι σήμερα εντοπίζεται το 1806, όταν στα δημοτολόγια του Δήμου Νάουσας της επαρχίας Νάξου καταγράφεται ο Απόστολος Γραμματικόπουλος.

Ο ίδιος Απόστολος φαίνεται να ήταν πρόσωπο με ενεργή παρουσία στην κοινωνία της Νάουσας, καθώς το 1821, μέσα στις πρώτες ημέρες της Ελληνικής Επανάστασης, το όνομά του αναφέρεται μεταξύ των πρώτων Παριανών που προσήλθαν για να συμμετάσχουν στον αγώνα της ανεξαρτησίας. Στην προκήρυξη της 24ης Απριλίου 1821 προς τους κατοίκους της Νάουσας αναφέρεται ο Απόστολος Γραμματικόπουλος, μαζί με άλλους συμπατριώτες του.

Από την οικογένεια αυτή προέρχονται αρκετοί ναυτικοί της Νάουσας:

·        Ο Ιωάννης Γραμματικόπουλος, γεννημένος περίπου το 1820, καταγράφεται το 1829 ως μαθητής στο Αλληλοδιδακτικό Σχολείο της Νάουσας, σε ηλικία 9 ετών.

·        Ο Εμμανουήλ Γραμματικόπουλος του Αποστόλου, γεννημένος το 1829, αναφέρεται ως ναύτης από τη Νάουσα.

·        Ο Βασίλειος Γραμματικόπουλος του Αποστόλου, γεννημένος το 1830, επίσης καταγράφεται ως ναυτικός.

Η οικογένεια συνεχίζει να εμφανίζεται στους εκλογικούς καταλόγους του 19ου αιώνα. Το 1844 αναφέρεται ο 60χρονος Απόστολος Γραμματικόπουλος, ενώ το 1883 στον εκλογικό κατάλογο Νάουσας καταγράφονται οι:

·        Βασίλειος Γραμματικόπουλος του Αποστόλου, 53 ετών, ναυτικός,

·        Εμμανουήλ Γραμματικόπουλος του Αποστόλου, 54 ετών, ναυτικός,

·        Ιωάννης Γραμματικόπουλος του Εμμανουήλ, 24 ετών, ναυτικός,

·        Ιωάννης Γραμματικόπουλος του Βασιλείου, 24 ετών, ναυτικός.

Αντίστοιχα, το 1885 συνεχίζεται η καταγραφή πολλών μελών της οικογένειας ως ναυτικών, μεταξύ των οποίων ο Βασίλειος, ο Εμμανουήλ, ο Απόστολος και οι νεότεροι Ιωάννης και Κωνσταντίνος.

Η οικογένεια παρέμεινε ενεργή στη Νάουσα και τον 20ό αιώνα. Το 1920 ο Εμμανουήλ Γραμματικόπουλος συγκαταλέγεται στους ιδρυτές του «Εν Πειραιεί Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου», ενός συλλόγου που δημιουργήθηκε από Ναουσαίους της διασποράς για τη διατήρηση των δεσμών με την ιδιαίτερη πατρίδα τους.

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της οικογένειας έχει ο Αχιλλέας Γραμματικόπουλος, ο οποίος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες τερματοφύλακες της προπολεμικής εποχής και συνδέθηκε με τον Ολυμπιακός Σ.Φ.Π., όπου αποτέλεσε εμβληματική μορφή της ομάδας.

Στη νεότερη περίοδο η οικογένεια συνεχίζεται στη Νάουσα μέσω θηλυγονίας από την οικογένεια Κορτιάνου, διατηρώντας τη σύνδεσή της με το χωριό.

Η ιστορία των Γραμματικόπουλων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ναυτικής οικογένειας της Νάουσας, η οποία για περισσότερα από διακόσια χρόνια συνδέθηκε με τη θάλασσα, την κοινωνική ζωή του χωριού και τη συλλογική μνήμη της Πάρου.

–1806. Το 1806 στα δημοτολόγια του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Απόστολος Γραμματικόπουλος.

–1821. Εν της Πάρου τη 24 Απριλίου 1821 ο συμπατριώτης σας Παναγιώτης Δ. Δημητρακόπουλος Κάτωθεν της προκηρύξεως της απευθυνθείσης εις Νάουσα σημειώνονται τα ονόματα των πρώτων προσελθόντων για να συμμετέχουν εις τον ιερό υπέρ της ελευθερίας αγώνα: Απόστολος Γραμματικόπουλος κ.α.

–1820. Γεννιέται το 1820 ο Ιωάννης Γραμματικόπουλος.

–1829. Ο ονομαστικός κατάλογος των μαθητών του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου της Νάουσας του σχολικού έτους 1829.

«Οι μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της κομοπόλεως Ναούσης»

Ιωάννης Γραμματικόπουλος ετών 9.

–1829. Γραμματικόπουλος Εμμανουήλ του Αποστόλου, ναύτης από τη Νάουσα Πάρου.
(Εκλογικός κατάλογος Νάουσας 1885, ετών 56)

–1830. Γραμματικόπουλος Βασίλειος του Αποστόλου, ναυτικός από τη Νάουσα Πάρου.
(Εκλογικός κατάλογος Νάουσας 1885, ετών 55).

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 60χρονος Απόστολος Γραμματικόπουλος.

–1859. Γεννιέται το 1859 ο Γραμματικόπουλος Ιωάννης του Εμμανουήλ, ναύτης από τη Νάουσα

–1859. Γεννιέται το 1859 ο Γραμματικόπουλος Ιωάννης του Βασιλείου, ναύτης από τη Νάουσα.

–1862. Γεννιέται το 1862 ο Γραμματικόπουλος Απόστολος του Βασιλείου, ναύτης από τη Νάουσα.

–1862. Γεννιέται το 1862 ο Γραμματικόπουλος Κωνσταντίνος του Εμμανουήλ, ναύτης από τη Νάουσα

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883 είναι εγγεγραμμένος ο Γραμματικόπουλος Βασίλειος του Απόστολου, 53 ετών, ναυτικός, ο Γραμματικόπουλος Εμμανουήλ του Απόστολου, 54 ετών, ναυτικός, ο Γραμματικόπουλος Ιωάννης του Εμμανουήλ, 24 ετών, ναυτικός, και ο Γραμματικόπουλος Ιωάννης του Βασιλείου, 24 ετών, ναυτικός.  

–1898. Γεννιέται το 1898 ο Δημήτριος Αλιφιέρης. Σύζυγός του η Πολυξένη Γραμματικοπούλου του Ιωάννη (1898) και τέκνα τους η Μαρουσώ (1926), ο Λευτέρης (1928), ο Νικόλαος, ο Γιάννης και η Σταματούλα.

–1907. Το 1907 γεννιέται η Γραμματικοπούλου Καλλιόπη του Κωνσταντίνου, μετέπειτα σύζυγος του Κυριάκου Μπαρούμα, κάτοικος Νάουσας Πάρου.

–1907. Το 1907 γεννιέται η Γραμματικοπούλου Κωνστάντζα του Κωνσταντίνου, μετέπειτα σύζυγος του Νικολάου Κορτιάνου, κάτοικος Νάουσας Πάρου.

–1920 από τους ιδρυτές, όπως προκύπτουν από το βιβλίο πρακτικών του Συνδέσμου «Εν Πειραίει Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου» είναι ο Γραμματικόπουλος Εμμανουήλ.

–1926. Το 1926 γεννιέται στη Νάουσα ο Γραμματικόπουλος Ιωάννης του Παναγιώτη.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Γραμματικόπουλος Ιωάννης του Παναγιώτη υποδηματοποιός κάτοικος κοιν. Νάουσας.

–1933. Μέλος του Ναυτικού Ομίλου Νάουσας Ναϊάς η Κωστάτζα Γραμματικοπούλου.

–1939. Το 1939 γεννιέται στη Νάουσα ο Γραμματικόπουλος Σταμάτης του Παναγιώτη.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 87χρονος κάτοικος Νάουσας, Γραμματικόπουλος Ιωάννης του Βασιλείου, ναυτικός και ο 22χρονος εργάτης Γραμματικόπουλος Ευάγγελος του Παναγιώτη.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Σκιαδά Μαρουσώ, όνομα συζύγου Δημοσθένης, όνομα πατρός Π. Γραμματικόπουλος και η Γραμματικοπούλου Μαργαρίτα, όνομα συζύγου Παναγιώτης, όνομα πατρός Σταμάτης Βαρβαρήγος.

 

Γραμματικός: Το επώνυμο Γραμματικός ανήκει στα επαγγελματικά επώνυμα και πιθανότατα συνδέεται με το αξίωμα του γραμματικού, δηλαδή του μορφωμένου ανθρώπου που γνώριζε γράμματα, συνέτασσε έγγραφα ή ασκούσε χρέη γραφέα και συμβούλου στις κοινότητες. Στις Κυκλάδες τέτοια πρόσωπα είχαν συχνά σημαντικό ρόλο στη διοίκηση των κοινοτήτων, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της Οθωμανικής διοίκησης.

Στην Πάρο η οικογένεια Γραμματικού εμφανίζεται στις αρχές του 19ου αιώνα μέσα από τα κοινοτικά έγγραφα, σε μια εποχή κατά την οποία οι εύποροι κάτοικοι του νησιού συμμετείχαν ενεργά στη διαχείριση των οικονομικών υποθέσεων της κοινότητας.

–1820. Λογαριασμός των Απεσταλμένων της Κωνσταντινούπολης το 1821 έτος, υπόμεν το μέρος της κοινοτήτος Πάρου ο Μιχαήλ Τσιγώνιας, από δε το μέρος του ποτέ Πέτρου Μάτσα Μαυρογένους, ενοικιάζου των Σουλτανικών προσόδων και πολιτικών δικαιωμάτων της Νήσου μας, ως το συμφωνητικόν, αυτού του Ενοικιου του και Κοινότητος Γεγραμμένον τη 3: Δεκεμβρίου 1820 και καταχωρημένον εις τον Κώδηκα της κοινότητος, τον Ιωάννη Κορτιάνον, οίτινες απεσταλμένοι Τσιγώνιας και Κορτιάνος εξάλθησαν εξή να αγοράσουν αυτάς τας προσόδους, ετεί λογαριασμόν του ρηθατος; Ενοικιαζου.

Ομολογία Εμμανουήλ Γραμματικού Κεφάλαιον γρ. 360.

–1821. Καταγραφή των κοινών χρεών της Νήσου Πάρου εγείνον εις Κωνσταντινούπολιν εις εκφόρους αποστολάς κατά το τελευτάτον _ καταχωρημένον εις τον κοινόν Κώδημα καθού είς του τελευταίου χρόνου απεσταλμένων. Μ. Τσιγώνια, και Ιω. Κορτιάνου λογαριασμούς, τα οποία μένουν ενεξόφλητα τα κεφάλαια ομολογιών οι δε τόκοι αυτών είναι πληρωμένοι μέχρι του χιλιοστού οκτακοσιοστού έτους.

Ομολογία Εμμανουήλ Γραμματικός γρ. 3000.

 

–Γράσος ή Γράσσος: Το επώνυμο Γράσος ή Γράσσος προέρχεται από το ιταλικό Grasso, από το παρωνύμιο grasso που σημαίνει «παχύς». Ανήκει στις δυτικής προέλευσης οικογένειες που εμφανίζονται στον χώρο του Αιγαίου και της Κρήτης, με πιθανή σύνδεση με τις ιταλικές οικογένειες Grassi, Grasso, Grasselli. Στην Κρήτη συναντάται ιδιαίτερα στην περιοχή της Ιεράπετρας και της Σητείας, ενώ η παρουσία του στην Πάρο μαρτυρείται ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα.

Η οικογένεια Γράσου στην Πάρο φαίνεται ότι εγκαταστάθηκε κυρίως στην Παροικιά, όπου μέλη της συμμετείχαν ενεργά στη διοίκηση και στις υποθέσεις του κοινού της πόλης. Ιδιαίτερα σημαντική προσωπικότητα υπήρξε ο παπά Γεώργιος Γράσος, ιερέας και ενεργό μέλος της παριανής κοινότητας.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή αναφορά του επωνύμου στην Πάρο χρονολογείται στο 1710, όπου σε έγγραφα αναφέρονται:

·        «χωράφι Ανεραντζά σύμπλιος Νικόλας Γράσος»

·        «χωράφι στα Λειβαδερά σύμπλιος παπά Γεώργης Γράσος».

Από το 1716 και για περισσότερο από δύο δεκαετίες, ο παπά Γεώργιος Γράσος εμφανίζεται επανειλημμένα στα πρακτικά της Κοινότητας Παροικιάς. Το 1716 μαρτυρείται ως μάρτυρας σε κληρονομικό δικαίωμα συζύγων, ενώ την ίδια χρονιά συμμετέχει στην εκλογή νοταρίου – καγκελαρίου του κοινού.

Κατά τις επόμενες δεκαετίες, η παρουσία του γίνεται ακόμη πιο έντονη. Αναφέρεται:

·        το 1723 και 1724 σε εκλογές εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς,

·        το 1730 στην εκλογή απεσταλμένου της Κοινότητας στην Κωνσταντινούπολη,

·        το 1730 στην πώληση του φόρου της δεκάτης,

·        το 1732 σε εξουσιοδότηση απεσταλμένου του κοινού.

Παράλληλα, η οικογένεια φαίνεται να διαθέτει ακίνητη περιουσία. Το 1737 σε προικοσύμφωνο αναφέρεται χωράφι στην περιοχή Καλάμι, με σύμπλιο τον παπά κυρ Γεώργιο Γράσο.

Ο παπά Γεώργιος Γράσος συμμετείχε επίσης στις σημαντικές πολιτικές και κοινωνικές αποφάσεις της εποχής. Το 1738 υπογράφει τη μαρτυρία υπεράσπισης του ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά σχετικά με τις φορολογικές επιβαρύνσεις. Το 1741 υπογράφει αποφάσεις της Κοινότητας για υγειονομικά μέτρα, αλλά και την υπεράσπιση του παριανού άρχοντα Νικολάου Μαυρογένη απέναντι σε κατηγορίες κατοίκων της Νάξου.

Την ίδια χρονιά συμμετέχει και σε απόφαση της Κοινότητας για την αντιμετώπιση εσωτερικών κοινωνικών προβλημάτων του νησιού, γεγονός που δείχνει τον θεσμικό ρόλο που είχε αποκτήσει.

Η τελευταία γνωστή αναφορά του παπά Γεωργίου Γράσου βρίσκεται το 1742, όταν αναφέρεται σε πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς.

Η οικογένεια Γράσου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας δυτικής οικογένειας που ενσωματώθηκε στην παριανή κοινωνία του 18ου αιώνα. Μέσα από την παρουσία του παπά Γεωργίου Γράσου στα κοινοτικά έγγραφα βλέπουμε έναν άνθρωπο της Εκκλησίας, αλλά ταυτόχρονα ενεργό πολίτη, που συμμετείχε στις οικονομικές, διοικητικές και κοινωνικές υποθέσεις της Πάρου σε μια εποχή όπου οι κοινότητες των νησιών είχαν σημαντικό ρόλο στη διαχείριση της καθημερινής ζωής.

–1710. Χωράφι Ανεραντζά σύμπλιος Νικόλας Γράσος.

–1710. Χωράφι στα Λειβαδερά σύμπλιος παπά Γιεώργης Γράσος.

–1716. Σε πρακτικό εκλογής νοταρίου – καγκελαρίου από το κοινό της Παροικιάς στη Γενική Συνέλευση της 14 Ιανουαρίου 1716, μαρτυρείται ο Παπά Γεώργιος Γράσος.

–1716. Στις 26 Ιανουαρίου 1716 «παπά Γεώργιος Γράσος μάρτυρας», σε κληρονομικό δικαίωμα των συζύγων.

–1723. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 30 Ιανουαρίου 1723 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο παπά Γιώργης Γράσος.

–1724. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 13 Δεκεμβρίου 1724 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο παπά Γεώργιος Γράσος.

–1730. Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου του κοινού της Παροικιάς στην Κωνσταντινούπολης στις 28 Ιανουαρίου 1730 μαρτυρείται ο παπά Γεώργιος Γράσος.

–1730. Σε πρακτικό πωλήσεως του φόρου της δεκάτης του κοινού Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, της 26 Ιουλίου 1730 μαρτυρείται ο παπά Γεώργιος Γράσος.

–1732. Πρακτικό εξουσιοδοτήσεως απεσταλμένου του κοινού Παροικιάς, κατά τη Γενική Συνέλευση στις 17 Ιανουαρίου 1732 αναφέρεται ο παπά Γεώργης Γράσος.

–1737. Σε προικοσύμφωνο στις 27 Ιανουαρίου 1737 «ένα χωράφι εις το Καλάμι σύμπλιος παπά κυρ Γεώργης Γράσος».

–1737. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς την 1η Μαρτίου 1737 αναφέρεται ο παπά Γεώργιος Γράσος.

–1738. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς τον Μάρτιο του 1738 αναφέρεται ο παπά Γεώργιος Γράσος.

–1738. Μαρτυρία υπερασπίσεως συμπατριώτη τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά (για αντίδραση στην συγκέντρωση της φορολογίας), κατά τη Γενική Συνέλευση από τα κοινά της Πάρου, της 16 Ιουλίου 1738, υπογράφει ο παπά Γιώργης Γράσος.

–1739. Πρακτικό εκλογής κοινοτικών επιστατών του ναού της Εκατονταπυλιανής σε Γενική Συνέλευση του κοινού της Παροικιάς στις 10 Μαρτίου 1739 αναγράφεται ο παπά Γεώργιος Γράσος.

–1741. Εκλογή προβλεπτών υγειονομικών μέτρων από το κοινό Παροικιάς Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της 2 Μαΐου 1741, υπογράφει και ο παπά Γεώργιος Γράσος.

–1741. Τα κοινά της Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της 20 Ιουλίου 1741, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους άρχοντα Νικόλαου Μαυρογένη, εναντίων των συκοφαντών κατοίκων της Νάξου, οι οποίοι τον κατηγορούν για συνεργασία με τους πειρατές, υπογράφει και ο παπά Γεώργης Γράσος.

–1741. Κατά τη Γενική Συνέλευση, της 18 Νοεμβρίου 1741, οι προεστοί και κοινοτικοί εκπρόσωποι της Παροικιάς Πάρου, αποφάσισαν να συλλάβουν, να φυλακίσουν και τέλος να εκτοπίσουν από το νησί τους τον συντοπίτη τους Ιωάννης Βασιλάκης, λόγω του σκανδαλώδους τρόπου της ζωής του και άλλων ανάρμοστων πράξεων. Υπογράφει ο παπά Γεώργης Γράσος.

–1742. Τον Φεβρουάριο του 1742 αναφέρεται ο παπά Γεώργης Γράσος.

–1742. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 1η Μαρτίου του 1742 αναφέρεται ο παπά Γεώργιος Γράσος.

 

Γρατζάς ή Γρατσάς: Το επώνυμο Γρατζάς ή Γρατσάς θεωρείται οικογένεια δυτικής προέλευσης, με πιθανή καταγωγή από την περιοχή της Εμιλίας-Ρωμανίας της Ιταλίας. Η παρουσία της οικογένειας στην Πάρο μαρτυρείται ήδη από τον 17ο αιώνα, ενώ η διατήρηση της τοπωνυμίας «Βουνά του Γρατσά» στην περιοχή Πλακωτού Μαρμάρων φανερώνει ότι μέλη της οικογένειας είχαν σημαντική ακίνητη περιουσία στην περιοχή.

Η πρώτη γνωστή αναφορά του ονόματος στην Πάρο εντοπίζεται το 1652, κατά την ίδρυση αγιοταφίτικου μετοχίου στο νησί. Στα αρχεία του αδελφάτου της Πάρου «Χώρα Άγουσα» αναφέρεται ο:

Φραντζέσκος Γρατζάς, γονείς του οποίου ήταν ο Μιχαήλ και η Ελένη.

Η οικογένεια εμφανίζεται αργότερα και στη Νάουσα. Το 1728, σε προικοσύμφωνο της Νάουσας με ημερομηνία 30 Νοεμβρίου 1728, αναφέρεται ο:

Κωνσταντής Γρατζάς, ο οποίος συνδέεται με την Άννα Νομικού. Στο ίδιο έγγραφο καταγράφεται η προίκα της Άννας από τους γονείς της, Στεφανή Νομικό και Αγγελέτα.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1734, ο ίδιος Κωνσταντής Γρατζάς αναφέρεται σε έγγραφο της Νάουσας, όπου σημειώνεται θέση ιδιοκτησίας του:
«…και αυτά της Άννας πλησίον Κωνσταντής Γρατζάς».

Κατά τον 19ο αιώνα η οικογένεια απαντάται κυρίως στην περιοχή των Μαρμάρων. Το 1831, σε επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους σχετικά με τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την εγκατάσταση Κρητών εποίκων.  

–1652. Ίδρυση στην Πάρο αγιοταφίτικου μετοχίου κατά το έτος 1652.

Της Πάρου αδελφάτα «Χώρα Άγουσα»

+Φραντζέσκος Γρατζάς, γονοί Μιχαήλ, Ελένη.

–1728. «Προικοσύμφωνο Κωνσταντή Γρατζά και Άννας Νομικού, Νάουσα, 30 Νοεμβρίου 1728. Ο Στεφανής Νομικός και η γυναίκα του Αγγελέτα δίδουν στην κόρη τους Άννα τις εικόνες του Αγ. Αθανασίου και του Αγ. Αντωνίου. Ο Γρατζάς δεν δίνει εικόνες». (ΕΒΕ, Ξ. 659).

–1734. Ο Κωνσταντής Γρατζάς αναφέρεται σε έγγραφο Ναούσης στις 7 Μαρτίου 1734 «και αυτά της Άννας πλησίον Κωνσταντής Γρατζάς»

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Γεώργιος Γρατζάς από τα χωριά του Κεφάλου.

–1844. Στον εκλογικό κατάλογο των Μαρμάρων το 1844 είναι εγγεγραμμένος ο 35χρονος γεωργός Σταμάτης Γρατσάς.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 38χρονος μυλωνάς Σταμάτης Γρατζάς και ο 26χρονος γεωργός Εμμανουήλ Γρατζάς.

 

Γρατζία: Βλέπε Γρατσία.

 

Γρατούρας: Το επώνυμο Γρατούρας εμφανίζεται στην Πάρο στις αρχές του 19ου αιώνα, σε μια περίοδο κατά την οποία πολλά παριανά έγγραφα καταγράφουν αγοραπωλησίες γης, κτημάτων και περιουσιακών δικαιωμάτων. Η οικογένεια φαίνεται να συνδέεται με την περιοχή της Παροικιάς και ειδικότερα με το Σαρακίνικο, όπου εντοπίζεται ιδιοκτησία μέλους της.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή αναφορά του επωνύμου εντοπίζεται το 1824 σε συμβολαιογραφικό έγγραφο της Πάρου.

–1824. Φραντζέσκος Μαυρομάτης ζητηθείς έγραψα και μαρτυρώ. 1824: Φεβρουαρίου 3: Την σήμερον φανερώνομεν ότι η όπισσθεν αγορά του Νικολού Καλδόρου επέρασε εις τον σιόρ Λευτεράκη Χαμάρτο και επληρώθη τα γρόσια του με τα διάφορά τους και ο … μένει ακαταζήτητος από αυτό το … … και εις πίστωσιν υπογράφει από αξιόπιστοι μάρτυρες. Διά τον Νικόλαον Γρατούραν υπογράφω το όνομά του ότι βεβαιοί τ’άνωθεν και ούτως κ’έγω μάρτυς. Ιωάννης Σ(ταματέλου) Καμπάνης υποφαίνομαι. Τζανής Σ(ταμ.) Καμπάνης ζητηθείς έγραψα το παρόνκαι μαρτυρώ. VERSO: «1824 Φεβρουαρίου 3: Η παρόν αγορά του Νικολού Γραντούρα διά το αλόνι στο Σαρακίνικο τις … … … απέρασεν … καθώς φαίνεται γεγραμμένη όπως … ο Νικολός επληρώθη».

 

Γρατσάς: Βλέπε Γρατζάς


–Γρατσίας ή Γρατζία:  Το επώνυμο Γρατσίας ή Γρατζίας πιθανόν συνδέεται με την ιταλική λέξη grazie (= ευχαριστώ, ευχάριστος), ενώ η οικογένεια φαίνεται να έχει παλαιές ρίζες στον χώρο των Κυκλάδων και ειδικότερα στη Νάξο. Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο καταγράφεται ήδη από τον 17ο αιώνα, μέσα από κοινοτικά και εκκλησιαστικά έγγραφα της Νάουσας.

Η πρώτη γνωστή μαρτυρία εντοπίζεται το 1663, σε δωρεά κληροδοτήματος της μοναχής Καλήστρατης προς τους πατέρες Ιησουΐτες, έγγραφο που αφορά την περιοχή του Καστελίου Άγουσας (Νάουσας). Στο έγγραφο αυτό υπογράφει:

«Παπά Δημήτρις Γαρατιάς στέργω», πιθανότατα ο πρώτος γνωστός εκπρόσωπος της οικογένειας Γρατσία στην Πάρο.

Η πράξη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς καταγράφει τον παπά Δημήτριο Γρατζία ανάμεσα στους ιερείς, επιτρόπους και προεστούς της Νάουσας, μαζί με παλαιές παριανές οικογένειες όπως οι Καλλέργηδες, οι Ραγούσηδες, οι Μοσχονάδες, οι Πιρπινιάδες, οι Κορτιάνοι και οι Μαλατέστες.

Στο ίδιο έγγραφο του 1663 εμφανίζεται επίσης:

·        Ιωάννης Γρατσίας, ο οποίος υπογράφει ως μέλος της κοινότητας της Νάουσας. Πρόκειται για την πρώτη γνωστή αναφορά του επωνύμου σε κοινοτικό έγγραφο.

Η οικογένεια συνεχίζει να εμφανίζεται στους νεότερους χρόνους:

1870. Σε απογραφή της Ερμούπολης Σύρου αναφέρεται η:

Φλωρέντζα Γρατζία, ηλικίας 43 ετών, θυγατέρα Σταματίου, χήρα από την Πάρο, κάτοικος της περιοχής Τραπέζης.

1903. Στα Δημοτολόγια του Δήμου Μαρπήσσης, στις 28 Νοεμβρίου 1903, καταγράφεται ο:

Γεώργιος Αντωνίου Γρατσίας, κάτοικος Βρουλά Μικράς Ασίας, ηλικίας 45 ετών, εργάτης, έγγαμος.

Η καταγραφή αυτή δείχνει ότι κλάδος της οικογένειας είχε μετακινηθεί στη Μικρά Ασία, πιθανότατα στην περιοχή των Κυκλαδίτικων παροικιών της Ιωνίας.

1957–1960. Στη Νάουσα της Πάρου υπηρετεί ως δάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο ο:

Εμμανουήλ Γρατσίας, συνεχίζοντας την παρουσία του επωνύμου στην εκπαιδευτική και κοινωνική ζωή του χωριού.

1960. Στην προσωρινή διοίκηση του Αθλητικού Ομίλου Νηρέας Νάουσας Πάρου αναφέρεται ο:

Εμμανουήλ Γρατσίας.

Η οικογένεια Γρατσία αποτελεί μία από τις παλαιότερες οικογένειες που καταγράφονται στη Νάουσα, με παρουσία ήδη από τα μέσα του 17ου αιώνα. Η συμμετοχή του παπά Δημητρίου Γρατσία στην κοινότητα του Καστελίου Άγουσας το 1663 αποδεικνύει την ένταξή της στο κοινωνικό και εκκλησιαστικό σώμα της παλιάς Νάουσας, ενώ οι μεταγενέστερες μαρτυρίες δείχνουν τη συνέχεια της οικογένειας μέχρι τον 20ό αιώνα.

–1663. Δωρεά κληροδοτήματος μοναχής Καλήστρατης στου πατέρες Ιησουήτες ARSI, Gallia 105, 1 φ. 457.

Εις δόξαν Χριστού αμήν 1663 ιούλιος 11.

Έστοντας και ποτέ λυρά Καλήστρατη μοναχή και να αφήση δια την ψυχήν της στα μοναστήρια του αγίου όρους ήγουν στην λάβραν και στην ασημόπετραν δυο σπιτια κατώγια με το εκλησιαδάκι του μέγαν Ταξιάρχην και με τα δικαιώματά των απόξω από το υγιαλόν και να των αφήση και 12 γρόσια να πλερόνουσι χαράτζι της αφεντίας και νάναι σήμερον 25 χρόνοι και επέκεινα και κανείς από τα μοναστίρια να μην τα γυρέψουν μόνον εχαλασθήκασι και αφτώονται και η εκκλησία να γίνη ωσάν αχούρι και ο κόσμος να πλερόνη τόσους χρόνους τοχαράτζι και να ζημιονούμεθα εις τούτο εμάθαμε πως οι πατέρες οι γεζουίταις (Ιησουήτες) θε να έρθουνε και κτίσουνε εδώ μοναστήρι δια την ψυχήν τως ήγουν ο προεστώς πατέρας γάσπα εμανουήλ (Γασπάρο Εμμανουήλ) από την συντροφίαν του Ιησού και να πάρη και άλλους τόπους εκέι κοντά εις τα άνωθεν χαλάσματα εις τούτο εθελήσαμεν εμείς οι υποκάτωθεν υπογεγραμμένοι παπάδες και γέροντες και η επίλοιπη κομουνιτά (κοινότητα) του καστελίου αγούση (Ναούσης) και δίνομεν του αυτού πατέρα τα άνωθεν σπίτια και τα δικαιώματά τως όλα και δίνομεν τους και το χαράτζι (κεφαλικός φόρος) γρόσια 12  δια να μην τα χάνη η χώρα από την σήμερον να τα κτίση να τα κάμη ως θέλει και βούλεται ωσάν καθολικά πράγματα εδικά του να τ’άχουσιν ως τον αιώνα του αιώνος που να στέκη ο κόσμος και κανείς να μην τους τα πέρνη ποτέ και εμείς όλοι μας να τους μαντινιέρωμεν (ιτ. =συντηρούμε) τους άνωθεν πατέρες σε παντοτινόν και αναπαμένον ποσέσο (ιτ. =αναμφισβήτητη κατοχή).

Δια το αληθές γράφομεν και ιδιοχείρος μας όσοι ξεύρομεν και όσοι δεν ηξεύρομεν βάνομεν άλλους να γράψουσιν δια λόγου μας.

Παπα αντώνις στέργω τα άνωθεν (δεν αναφερεται επωνυμο)

Σκελλάριος αγούσης (Σακελλάριος Ναούσης) στέργω τα άνωθεν και επίτροπος

Παπα δημήτρις τριαντάφυλος (Τριαντάφυλλος, πρώτη μαρτυρία) στέργω και επίτροπος

Παπα νικόλαος κρουτιανός στέργω (Κορτιάνος, πρώτη μαρτυρία)

Παπα δημήτρις γαρατιάς στέργω (ίσως Γρατσίας)

Πρωτόπαπας στέργω

Γαβριήλ ιερομόναχος στέργω

Γεώργις Μοσκωνάς στέργω (Μοσχονάς, γνωστό από το 1639).

Ιωάννης σκουτάριος στέργω και επίτροπος (πρωτη μαρτυρία)

Μαστρο γληγόρις μπηρμπηνιας στέργω και επίτροπος (Πιρπινιάς ή Περπινιάς, μαρτυρείται  από το 1652)

Ανεγνώστης Σκορδήλης στέργω (Σκορδίλης, γνωστό από το 1606 )

Παπα Θεόδωρος στέργω

Κωνσταντής Μοστράτος στέργω (μαρτυρείται από το 1658)

Παπα Τζάνες Καλέργης στέργω (μαρτυρείται από το 1652)

Παπα Χριστόφορος στέργω

Γιαννούλης Μπρούτος στέργω (μαρτυρείται από το 1658)

Νικόλα Μαραπότζο στέργω (πρώτη μαρτυρία, γνωστό ως τον 19ο αι.)

Αποστόλης Ραγούσης στέργω (μαρτυρείται από το 1501)

Ανδρέας Ακριβός στέργω (μαρτυρείται από το 1613 μέχρι τον 18ο αι.)

Βασίλης Σαλονικαίος στέργω (μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 18ο αι.)

Δημήτρης Μαλατέστας στέργω (μαρτυρείται από το 1610)

Μιχέλης Ακριβός στέργω (μαρτυρείται από το 1613 μέχρι τον 18ο αι.)

Γεώργις Πιρπηνιάς στέργω (μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 19ο αι.)

Δομένεγος Μεδρινός στέργω (Μενδρινός, μαρτυρείται από το 1610)

Τζόρτζης Μαρκαδιάντος στέργω (Πρώτη αναφορά, γνωστό μέχρι τον 19ο αι.)

Νικόλας Κουρτιάνος στέργω (πρώτη αναφορά)

Γεώργις Φωκάνας στέργω (ίσως Φωκιανός)

Ανεγνώστης Μπελόνιας στέργω (πρώτη αναφορά, γνωστό μέχρι τον 20ο αι.)

Γεώργις Μαλατέστας στέργω

Τζανίς Μαλατέστας στέργω (γνωστό από το 1610)

Φρατζέσκος Καλέργης στέργω (Καλλέργης, γνωστό από το 1652)

Ιωάννης Ραγούσης στέργω (γνωστό από το 1501)

Ιωάννης Γρατσίας στέργω (πρώτη μαρτυρία)

Γεώργιος Σαλονικαίος (μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 18ο αι.)

 και νοτάριος του καστελίου Άγουσας (Νάουσας) έγραψαμεν με θέλημα της κομουνιτάς και στερεώνω τα άνωθεν και τα όπισθεν.

–1870. Το 1870 η Φλωρέντζα Γρατζία 43 ετών του πατρός Σταματίου, χήρα από την Πάρο, κάτοικος Τραπέζης, αναφέρεται σε απογραφή της Πόλης Ερμούπολης.

–1960. Στην προσωρινή διοίκηση του ΑΟ Νηρέας Νάουσας Πάρου το 1960 ο Γρατσίας Εμμανουήλ.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Αντωνίου Γρατσίας, κάτοικος Βρουλά Μικράς Ασίας, ετών 45, εργάτης, έγγαμος.

–1957-1960 Δάσκαλος στο Δημοτικό σχολείο Νάουσας, Εμμανουήλ Γρατσίας.


Γρέζος: Το επώνυμο Γρέζος συνδέεται πιθανότατα με δυτική προέλευση και εμφανίζεται στην ιστορία της Πάρου κυρίως μέσα από τις αναφορές στους Ευρωπαίους κουρσάρους που έδρασαν στο Αιγαίο κατά τον 18ο αιώνα. Η παρουσία του ονόματος συνδέεται με τον Χριστόφορο Ντε Ζουάνε Γρέζο (Christoforo de Zuane Grezo), έναν από τους κουρσάρους που χρησιμοποίησαν τα στενά της Πάρου και της Αντιπάρου ως βάση των επιχειρήσεών τους.

Κατά την τέταρτη δεκαετία του 18ου αιώνα, η Πάρος και η Αντίπαρος, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, αποτέλεσαν καταφύγιο και ορμητήριο Ευρωπαίων κουρσάρων. Μαζί με τον Φραγκίσκο Ντενετάλη, ο Χριστόφορος Ντε Ζουάνε Γρέζος αναφέρεται ως ένας από τους ανθρώπους που προκάλεσαν σημαντικά προβλήματα στη ναυσιπλοΐα και στο εμπόριο της περιοχής.

–1734. Τις τελευταίες μέρες του Ιουλίου του 1734 κούρσαροι που αποβιβάστηκαν στην Πάρο αιχμαλώτισαν δύο Τούρκους, που είχε στείλει εκεί ο Βοεβόδας του νησιού, για να του μαζέψουν τη «δεκαετια» της χρονιάς. Οι Παριανοί υποχρεώθηκαν από τον βοεβόδα να καταβάλουν τα απαιτούμενα για την απελευθέρωση των ανθρώπων του λύτρα. Κατά της 4η δεκαετία του 18ου αιώνα η Πάρος και η Αντίπαρος ήταν ορμητήρια δύο Ευρωπαίων κουρσάρων, του Φραγκίσκου Ντενετάλη και του Χριστοφίλου Ντε Ζουάνε Γρέζου. Η παρουσία και η επιζήμια για την διακίνηση του εμπορείου δράση τους βεβαιώνεται από μαρτυρικές καταθέσεις καραβοκύρηδων που για να γλυτώσουν και τα πλοία τους και το εμπόρευμα τους, αναγκάστηκαν να πληρώσουν σ’αυτούς τους δύο ληστές υπέρογκα χρηματικά ποσά».

–18ος αι. Στις Λεύκες από τον 18ο αιώνα αναφέρεται ο Γρέζος … .

 

Γρηγοράκης: Το επώνυμο Γρηγοράκης αποτελεί πατρωνυμικό επώνυμο, προερχόμενο από το βαφτιστικό όνομα Γρηγόριος με την υποκοριστική κατάληξη -άκης, που δηλώνει τον απόγονο ή τον γιο του Γρηγορίου. Η κατάληξη αυτή είναι ιδιαίτερα συνηθισμένη στον ελληνικό χώρο και απαντάται έντονα στην Κρήτη και στη νότια Ελλάδα.

Η παρουσία της οικογένειας Γρηγοράκη στην Πάρο καταγράφεται στις αρχές του 19ου αιώνα, μέσα από κοινοτικά έγγραφα της περιόδου της Ελληνικής Επανάστασης.

1827. Στις 15 Απριλίου 1827, σε έγγραφο της Παροικιάς Πάρου, μαρτυρείται ο:

Μιχελέτος Γρηγοράκης, κάτοικος της Παροικιάς.

Λίγες ημέρες αργότερα, στις 17 Απριλίου 1827, στην καταγραφή των χρεών των κοινοτήτων της Πάρου προς την Κωνσταντινούπολη, αναφέρεται ο ίδιος:

«Ομολογία Μιχελέτου Γρηγοράκη – κεφάλαιον γρόσια 100».

Η καταγραφή αυτή δείχνει τη συμμετοχή του Μιχελέτου Γρηγοράκη στις οικονομικές υποχρεώσεις της παριανής κοινότητας κατά τη δύσκολη μεταβατική περίοδο των τελευταίων χρόνων της Τουρκοκρατίας και των πρώτων ετών της ανεξαρτησίας.

Η οικογένεια Γρηγοράκη, αν και δεν εμφανίζεται συχνά στις διαθέσιμες ιστορικές πηγές, αποτελεί μία από τις οικογένειες που καταγράφονται στην κοινωνική ζωή της Παροικιάς κατά τον 19ο αιώνα.

–1827. Σε έγγραφο της 15 Απριλίου 1827 της Παροικιάς Πάρου μαρτυράτε ο Μιχελέτος Γρηγορακης.

–1827. Καταγραφή των (μερικών) χρεών των κοινοτήτων του κάθε Μέρους κοινού της Πάρου εις την Κωνσταντινούπολιν. 17 Απριλίου 1827.

Ομολογία Μιχελέτου Γρηγοράκη Κεφάλαιον γρ. 100.

 

Γρηγοράσκος: Το επώνυμο Γρηγοράσκος αποτελεί πιθανότατα πατρωνυμικό επώνυμο, προερχόμενο από το βαφτιστικό όνομα Γρηγόριος, με την κατάληξη -άσκος, η οποία απαντάται σε διάφορες περιοχές του ελληνικού χώρου και δηλώνει συγγένεια ή καταγωγή από πρόγονο με το συγκεκριμένο όνομα.

Η παρουσία της οικογένειας Γρηγοράσκου στην Πάρο καταγράφεται κατά τον 20ό αιώνα στην περιοχή της Παροικιάς.

–Το 1923 γεννιέται ο Γρηγοράσκος Ευστράτιος του Ιωάννη κτηματίας κάτοικος Παροικιάς.

–Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1947 είναι εγγεγραμμένος ο Γρηγοράσκος Ευστράτιος του Ιωάννη κτηματίας κάτοικος Παροικιάς.

 

Γρηγοριάδης: Το επώνυμο Γρηγοριάδης είναι πατρωνυμικό, προερχόμενο από το βαφτιστικό όνομα Γρηγόριος. Η κατάληξη -ιάδης δηλώνει καταγωγή ή σχέση με πρόγονο, με τη σημασία «ο γιος ή ο απόγονος του Γρηγορίου». Η κατάληξη αυτή είναι ιδιαίτερα συνηθισμένη στον Πόντο και στη Μικρά Ασία, γεγονός που πιθανόν να συνδέεται με την προέλευση ορισμένων κλάδων της οικογένειας.

Η παρουσία της οικογένειας Γρηγοριάδη στην Πάρο καταγράφεται στις αρχές του 20ού αιώνα.

–1907. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 11 Μαρτίου 1907, είναι εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Γρηγορίου Γρηγοριάδης, ετών 18, εργάτης, άγαμος.

 

–Γρηγορόπουλος ή Καραμπραΐμης ή Γληγορόπουλος: Το επώνυμο Γρηγορόπουλος προέρχεται από το βαπτιστικό όνομα Γρηγόριος και σημαίνει «ο γιος του Γρηγόρη». Η κατάληξη -όπουλος είναι χαρακτηριστική κυρίως της Πελοποννήσου και δηλώνει καταγωγή από οικογένεια με πατρωνυμική προέλευση. Η οικογένεια φαίνεται να έχει ρίζες στον Μωριά, ενώ ένας κλάδος της εγκαταστάθηκε στην Πάρο ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο Δημήτριος Μιχελέτου Γρηγορόπουλος, ο οποίος σε έγγραφα του 1825 αναφέρεται και ως Καραμπραΐμης, επώνυμο που πιθανόν συνδέεται με τον τόπο καταγωγής του ή με παλαιότερη οικογενειακή ονομασία.

Η παρουσία της οικογένειας στην Πάρο καταγράφεται ήδη κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης. Ο Δημήτριος Γρηγορόπουλος αναφέρεται ως Παριανός αγωνιστής του 1821, στρατιώτης, συμμετέχοντας στον αγώνα για την ανεξαρτησία.

Το 1830 συναντάμε τον Νικόλαο Μιχ. Γληγορόπουλο στη Σμύρνη, όπου υπήρχε σημαντική παροικία Παριανών. Η παρουσία Παριανών στη Σμύρνη μαρτυρεί τις μετακινήσεις των νησιωτών προς τα μεγάλα εμπορικά κέντρα της Ανατολικής Μεσογείου.

Το 1831, σε επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο του Αιγαίου Πελάγους σχετικά με τα προβλήματα που προκάλεσε η εγκατάσταση Κρητών νεοαποίκων στο νησί, υπογράφει ο Δημήτριος Γρηγορόπουλος, γεγονός που δείχνει την ενεργή συμμετοχή της οικογένειας στα κοινά του τόπου.

Στα μέσα του 19ου αιώνα η οικογένεια συνεχίζει να εμφανίζεται στην Παροικιά. Το 1835, σε έλεγχο του δημοτικού σχολείου Πάρου, καταγράφονται οι μαθητές Εμμανουήλ Δ. Γρηγορόπουλος και Αθανάσιος Δ. Γρηγορόπουλος, με πατέρα ναυτικό. Το 1847 στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς αναφέρεται ο Δημήτριος Γρηγορόπουλος, 39 ετών, ναύτης.

Κατά τον 20ό αιώνα μέλη της οικογένειας μετακινούνται και προς την Ερμούπολη της Σύρου, ακολουθώντας τη συνηθισμένη πορεία πολλών Παριανών προς τα αναπτυσσόμενα εμπορικά και ναυτικά κέντρα των Κυκλάδων.

Το 1900 ο Ιωάννης Γρηγορόπουλος του Γεωργίου και της Αργυρώς Σταθερού, εργάτης από την Πάρο, παντρεύεται στην Ερμούπολη την Αικατερίνη Κανέλλη. Το 1902 και 1903 καταγράφονται στην Ερμούπολη οι Παριανοί Ιωάννης Γρηγορόπουλος και Φραγκίσκος Γ. Γρηγορόπουλος, εργάτες.

Το 1905 εμφανίζεται ο Αλέξανδρος Φ. Γρηγορόπουλος, ζυθοπώλης από την Πάρο, ο οποίος παντρεύεται στην Ερμούπολη την Αργυρώ Ιατροπούλου. Ο ίδιος αναφέρεται αργότερα, το 1936, στο Πέραμα, συνεχίζοντας την πορεία των Παριανών που αναζητούσαν εργασία στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Η οικογένεια Γρηγορόπουλου αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα οικογένειας με καταγωγή από τη δυτική Πελοπόννησο, η οποία εντάχθηκε στην κοινωνία της Πάρου, ιδιαίτερα στην Παροικιά, με μέλη που ασχολήθηκαν κυρίως με τη ναυτοσύνη, την εργασία και το εμπόριο, αφήνοντας το αποτύπωμά της στην ιστορία του νησιού από τον 19ο αιώνα έως τον 20ό αιώνα.

–1821. Παριανός αγωνιστής του 1821 ο Γρηγορόπουλος Δημήτριος (Μ.Υ.13050) Στρατιώτης.

–1825. Στα 1825 ο Δημήτριος Μιχελέτου Γρηγορόπουλος γράφεται και ως Καραμπραΐμης, που δηλώνει, όπως και το πραγματικό του επώνυμο, τον τόπο της καταγωγής του.

–1830. Στη Σμύρνη όπου διαβιούσε πλήθος Παριανών (ως και Σύλλογο είχαν ιδρύσει), ο Νικόλαος Μιχ. Γληγορόπουλος «δι ιδιαιτέρας του ανάγκας» (4 Δεκ. 1830)

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Δημήτριος Γρηγορόπουλος.

–1835. Σε ομαδικό έλεγχο του δημοτικού σχολείου Πάρου του 1835, υπάρχει εγγεγραμμένος ο μαθητής Εμμανουήλ Δ. Γρηγορόπουλος και ο Αθανάσιος Δ. Γρηγορόπουλος, τέχνη πατρός ναύτης.

–1847. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 39χρονος ναύτης Γρηγορόπουλος Δημήτριος.

–1900. Στις 9 Ιουλίου 1900 ο 26χρονος εργάτης από την Πάρο Ιωάννης Γρηγορόπουλος  του Γεωργίου και της Αργυρώς Σταθερού, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Σύρο Αικατερίνη Κανέλλη, του Σταύρου και της Σεβαστής Μεσίτη.

–1902. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 29 ετών εργάτης Ιωάννης Γρηγορόπουλος άγαμος. Έδωσε όρκο στις 24 Ιανουαρίου 1902.

–1903. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 49 ετών εργάτης φραγκίσκος Γ. Γρηγορόπουλος έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 28 Ιανουαρίου 1903.

–1905. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 22 ετών ζυθοπώλης Αλέξανδρος Φ. Γρηγορόπουλος άγαμος και ο πατέρας του Φραγκίσκος Γ. Γρηγορόπουλος 51 ετών έγγαμος εργατικός. Έδωσαν όρκο στις 13 Ιανουαρίου 1905.

–1905. Στις 10 Φεβρουαρίου 1905 ο 22χρονος ζυθοπώλης από την Πάρο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος του Φραγκίσκου και της Άννα Πατέλη, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 21χρονη από την Σύρο [καταγωγή Πάρος] Αργυρώ Ιατροπούλου [Ιατροπούλη], του Πέτρου, και της Μαρουσώς.

–1913. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 22χρονος υπάλληλος Κωνσταντίνος  Γρ. Γρηγορόπουλος, άγαμος. Έδωσε όρκο στις 29 Ιανουαρίου 1913.

–1936. Το 1936 ο παριανός Αλέξανδρος Φ. Γρηγορόπουλος  αναφέρεται στο Πέραμα. Προγενέστερα στην Ερμούπολη.

 

–Γριπάρης: Βλέπε Γρυπάρης.

 

–Γρίσπος : (Βλέπε και Κρίσπος-Κρίσπης)  Το επώνυμο Γρίσπος συνδέεται με την παλαιά οικογένεια Κρίσπος – Κρίσπης (Crispo), μία από τις σημαντικές δυτικής προέλευσης οικογένειες που εμφανίζονται στις Κυκλάδες κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας και της βενετικής κυριαρχίας. Το όνομα απαντάται και με διαφορετικές γραφές στα παλαιά έγγραφα, όπως συχνά συμβαίνει στα κυκλαδίτικα χειρόγραφα, λόγω της εναλλαγής ελληνικής και ιταλικής γραφής.

–1674. Γράφει ο ιστορικός της καθολικής κοινότητας Νάξου Ι. Μαρκόπολις, «Δια την χαρμόσυνον είδησιν εγκαταστάσεως των Καπουκίνων στην Νάουσαν, οι κάτοικοι της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατασυγκινηθέντες από τα επαγωγά διδάγματα των πατέρων Καπουκίνων, προέβησαν εις επανειλημμένας ενεργείας παρά τοις αρμοδίοις δια την μονίν εγκατάστασιν των πτωχών της Ασσίζης εις την πόλιν των. Επί μακράν σειράν ετών εξακολουθούν να απευθύνουν εγγράφους αιτήσεις προς τας προϊσταμένας αρχάς του τάγματος δια την εκπλήρωσιν του κοινού πόθου των. Επί τέλους το 1674 η αίτησις των εγένετο αποδεκτή. Απερίγραπτος υπήρξε η χαρά και πρωτοφανής ο ενθουσιασμός των κατοίκων της Ναούσης δια την χαρμόσυνον είδησιν περί οριστικής εγκαταστάσεως των Καπουκίνων εις την κωμόπολιν των. Επ’ ευκαιρία του ευφροσύνου αγγέλματος προσύλθον διάφοροι ορθόδοξοι ιερείς και οι προύχοντες της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, ενώπιον του Γάλλου υποπρόξενου , και υπέγραψαν το έγγραφον. Εις δόξαν Χριστού αμήν. Εν έτει 1674 Δεκεμβρίου 25, εν κάστρω Νάουσας, όλοι ομόγνωμα και ομονιασμένοι προσμένουμε τους αιδεσιμοτάτους πατέρες να έρθουν εδώ να κτίσουν ένα μοναστήρι και δια σημάδι και βεβαίωσιν πως τους δεχόμαστε με κάθε μας καρδίαν και πολλά μετά χαράς υπογράφομε το παρόν γράμμα οι υποκάτωθεν υπογεγραμμένοι…» (υπογράφουν 12 ορθόδοξοι ιερείς και δυο καθολικοί, ο π. Λεονάρδος Φρέρης εφημέριος του Αγίου Γεωργίου Νάουσας και ο π. Δομένιος Κρίσπης. Και 40 πρόκριτοι εκ των οποίων οι αδερφοί Γιράρδοι κ.α.). Ο Σακελλάριος Ναούσης, ο Σκευοφύλαξ Ναούσης παπά Νικόλαος Κορτιάνος, Πρωτόπαπας, Ηλίας ιερεύς και Σακελλάριος Ναούσης, Πρωτοσύγκελος Νικόδημος ιερομόναχος, παπα Νικόλαος Ρούσης (ίσως Ρούσσος), Παπα Δημητρης, Παπα Θεόδωρος Πατελάς (ίσως Πατέλης), Παπα Τζάνες Καλούργης (Καλλέργης), παπα Χριστόφορος, Παπα Γιώργης Πουλός, Θεόδωρος …, παπα Νικολός Μαρκαντάτος, Ανεγνώστης Ρινιέρης (Ρενιέρης), Ανδρέας Καλούργης (Καλλέργης), Ιωάννης Κορτιάνος, Ιωάννης Ντελαγραμμάτικας, Γιωάννης Νταμουλής, Γιάκουμος Ρούσος (Ρούσσος), Γεώργης Καλλέργης,  PRE Domenico Crispo, Νικηφόρος Γεράρδης, Μιχελέτος Σπυρίδος, Αντώνης Μαλαξός, Ανδρέας Σμυρνιός, Φρατζέσκος Γρίσπος, Γεώργης Σαλονικιός, Τζάνες Καζανόβας, Ιωάννης Λευκαρός, Μιχέλης Σαλονικιός, Marco Foscolo, Ιωάννης Μοσκονάς, Αντώνης Γρυπάρης, Ιωάννης Σκούταρης, Φρατζέσκος Καλέργης, Ανεγνώστης Καρτιάνος, Γεώργης…, Ντεμενεγος Μεντρινός (Μενδρινός), Δημήτρης Στοφιλάς, Αντώνης Γρυπάρης, Γεώργης …, Δημήτρης …, Γεώργης …, Γεώργης Αλαβάνος, Δημήτρης Βασταζής, Νικολής Μπάρμπερης, Δημήτρης …, Μπατίστας Γεράρδης, Νικόλαος Γεράρδης.

 

Γρυλλάκης: Το επώνυμο Γρυλλάκης είναι χαρακτηριστικό της ελληνικής ονοματολογίας με την κατάληξη -άκης, η οποία συναντάται ιδιαίτερα στην Κρήτη αλλά και σε άλλες περιοχές του ελληνικού χώρου. Η κατάληξη αυτή αποτελεί υποκοριστικό τύπο και αρχικά δήλωνε τον «μικρό» ή τον «γιο» κάποιου προσώπου.

Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο καταγράφεται τον 20ό αιώνα, μέσα από την εκπαιδευτική ζωή του νησιού.

–1960. Διδάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Παροικιάς, Σωτήρες και Μαρμρων κατά την περίοδο 1960 η Μαρία Γρυλλάκη.

 

–Γρύλλης: Το επώνυμο Γρύλλης ανήκει στα ελληνικά οικογενειακά ονόματα που πιθανότατα προέρχονται από παρωνύμιο ή προσωπικό όνομα, τα οποία με την πάροδο του χρόνου καθιερώθηκαν ως οικογενειακά επώνυμα.

Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο καταγράφεται κατά τον 20ό αιώνα, μέσα από μαρτυρίες που συνδέονται με τη μαθητική ζωή του νησιού.

–1970. Σε φωτογραφεία του 1970 Διακρίνονται ο μαθητής Στέφανος Γρύλλης

 

–Γρύλ


–Γρυπάρης ή Γριπάρης ή Γρηπάρης: Το επώνυμο Γρυπάρης (ή Γριπάρης, Γρηπάρης) προέρχεται από το επάγγελμα του γρυπάρη, δηλαδή του τρατάρη, του ανθρώπου που ασχολούνταν με τη γρύπο ή τράτα, ένα από τα σημαντικότερα αλιευτικά εργαλεία των Κυκλάδων. Αν και σήμερα το επώνυμο διατηρείται κυρίως στη Σύρο, τη Μύκονο και τη Σίφνο, στην Πάρο αποτελεί μία από τις παλαιότερες καταγεγραμμένες οικογένειες του νησιού.

Η πρώτη γνωστή μαρτυρία ανάγεται στο 1626, όταν ο ιερέας Γεώργιος Γρυπάρης μνημονεύεται σε επιγραφή πάνω από την είσοδο του ναού της Αγίας Τριάδας στην Παροικιά. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1630, ο Φραγκίσκος Γρυπάρης άφησε ένα από τα σημαντικότερα επιγραφικά τεκμήρια της εποχής στο παρεκκλήσι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και της Αγίας Άννας στη Μάρπησσα. Στην επιτύμβια επιγραφή του δηλώνει ότι κατασκεύασε το μνημείο όσο ακόμη ζούσε, ζητώντας να παραμείνει για πάντα στην οικογένειά του, μια σπάνια και ιδιαίτερα ανθρώπινη μαρτυρία του 17ου αιώνα.

Κατά τον ίδιο αιώνα, η οικογένεια εμφανίζεται έντονα στη Νάουσα. Το 1674, όταν οι κάτοικοι της κωμόπολης –ορθόδοξοι και καθολικοί– υπέγραψαν το περίφημο έγγραφο με το οποίο ζητούσαν τη μόνιμη εγκατάσταση των Καπουκίνων μοναχών, ανάμεσα στους προκρίτους που συνυπέγραψαν βρίσκεται και ο Αντώνης Γρυπάρης, ο οποίος επανεμφανίζεται και στην αντίστοιχη επιστολή προς τον Γάλλο πρεσβευτή το 1675. Η παρουσία του ανάμεσα στους προύχοντες αποδεικνύει ότι η οικογένεια κατείχε ήδη σημαντική θέση στην κοινωνική ζωή της Νάουσας.

Στις αρχές του 18ου αιώνα συναντούμε τον μαστρο-Αντώνη Γρυπάρη, ο οποίος το 1720 νυμφεύεται την Τζανετενάκη Ραμπαδιού. Το προικοσύμφωνο του γάμου τους αποτελεί πολύτιμη πηγή για την καθημερινή ζωή της εποχής, ενώ ένα δεύτερο έγγραφο του 1729 πληροφορεί ότι η σύζυγός του είχε ήδη μείνει χήρα και συμμετείχε στην προίκιση της αδελφής της, αποκαλύπτοντας οικογενειακές σχέσεις και κοινωνικά έθιμα της Νάουσας.

Το όνομα της οικογένειας συνδέεται επίσης με μία από τις γνωστότερες παραδόσεις της Αντιπάρου. Γύρω στο 1770, η Φοινικώ Γρυπάρη, καταγόμενη από οικογένεια της Σίφνου, σύζυγος του προύχοντα Τζαννάκη Μάτσα Βιάζη, πρωταγωνιστεί στην αφήγηση για τον μικρό Αλή, το τουρκόπουλο που περιέθαλψε η οικογένεια και ο οποίος αργότερα αναδείχθηκε σε Καπουδάν Πασά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με την παράδοση, ο άλλοτε προστατευόμενος ανταπέδωσε την ευεργεσία βοηθώντας τον Μάτσα να αναζητήσει την αιχμάλωτη σύζυγό του. Παρότι η ιστορία αυτή κινείται στα όρια της λαϊκής παράδοσης, αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά αφηγήματα της ιστορίας της Αντιπάρου.

Την ίδια περίπου περίοδο συναντούμε τον Καλλίνικο Γρυπάρη, ο οποίος αναφέρεται ως χρονικογράφος της περιόδου της ρωσικής παρουσίας στην Πάρο (1770–1774), αφήνοντας πολύτιμες πληροφορίες για μια από τις σημαντικότερες ιστορικές στιγμές του νησιού.

Η οικογένεια εξακολουθεί να εμφανίζεται στα έγγραφα και κατά τον 19ο αιώνα. Το 1806 καταγράφεται ο Γρυπάρης ως γραφέας σε επίσημο συμβόλαιο της Καγκελαρίας της Πάρου, γεγονός που φανερώνει συμμετοχή σε διοικητικά καθήκοντα. Το 1819 αναφέρεται ο Νικόλαος Γρυπάρης ως δανειστής της κοινότητας της Αντιπάρου, ενώ το 1824 και το 1829 το όνομα απαντά σε διοικητικά έγγραφα και στους καταλόγους της Αλληλοδιδακτικής Σχολής της Παροικιάς, όπου φοιτούσαν παιδιά της οικογένειας. Το 1847 ο Πέτρος Ν. Γρυπάρης καταγράφεται ως κτηματίας στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς.

Η διαδρομή των Γρυπάρηδων στην Πάρο εκτείνεται για περισσότερους από δύο αιώνες και αποτυπώνεται σε επιγραφές, προικοσύμφωνα, διοικητικά έγγραφα, σχολικούς καταλόγους και ιστορικές αφηγήσεις. Παρότι το επώνυμο δεν διατηρήθηκε μέχρι τις μέρες μας στο νησί, η παρουσία του υπήρξε διαρκής και ουσιαστική, αφήνοντας ένα ευδιάκριτο αποτύπωμα στην κοινωνική, εκκλησιαστική και διοικητική ιστορία της Πάρου.

–1626 ιερεύς Γεώργιος Γρηπάρης. Σε επιγραφή στο υπέρθυρο εισόδου στον Ναό της Αγίας Τριάδας Παροικιάς: «Δέησης του δούλου του Θε(ο)ύ Γεωργηου ιερέος Γρηπάρη».  

–1630. Στο δίκλιτο παρεκκλήσιο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και Αγίας Άννας στη Μάρπησσα στο δυτικό τμήμα του, υπάρχει η επιτύμβια πλάκα του Φραγκίσκου Γρυπάρη έτους 1630. Φέρει την επιγραφή: «+Φρατζέσκω[ς] (sic) Γρηπάρις / ήκαμε το παρόν μνημείον / επί ζόσις μου και να μη/ν τον αποξενώσει ο ιερεύς / του ναού από τη γε/νεολογία αυτού. Έτος 1630.

–1674. Γράφει ο ιστορικός της καθολικής κοινότητας Νάξου Ι. Μαρκόπολις, «Δια την χαρμόσυνον είδησιν εγκαταστάσεως των Καπουκίνων στην Νάουσαν, οι κάτοικοι της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατασυγκινηθέντες από τα επαγωγά διδάγματα των πατέρων Καπουκίνων, προέβησαν εις επανειλημμένας ενεργείας παρά τοις αρμοδίοις δια την μονίν εγκατάστασιν των πτωχών της Ασσίζης εις την πόλιν των. Επί μακράν σειράν ετών εξακολουθούν να απευθύνουν εγγράφους αιτήσεις προς τας προϊσταμένας αρχάς του τάγματος δια την εκπλήρωσιν του κοινού πόθου των. Επί τέλους το 1674 η αίτησις των εγένετο αποδεκτή. Απερίγραπτος υπήρξε η χαρά και πρωτοφανής ο ενθουσιασμός των κατοίκων της Ναούσης δια την χαρμόσυνον είδησιν περί οριστικής εγκαταστάσεως των Καπουκίνων εις την κωμόπολιν των. Επ’ ευκαιρία του ευφροσύνου αγγέλματος προσύλθον διάφοροι ορθόδοξοι ιερείς και οι προύχοντες της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, ενώπιον του Γάλλου υποπρόξενου , και υπέγραψαν το έγγραφον. Εις δόξαν Χριστού αμήν. Εν έτει 1674 Δεκεμβρίου 25, εν κάστρω Νάουσας, όλοι ομόγνωμα και ομονιασμένοι προσμένουμε τους αιδεσιμοτάτους πατέρες να έρθουν εδώ να κτίσουν ένα μοναστήρι και δια σημάδι και βεβαίωσιν πως τους δεχόμαστε με κάθε μας καρδίαν και πολλά μετά χαράς υπογράφομε το παρόν γράμμα οι υποκάτωθεν υπογεγραμμένοι…» (υπογράφουν 12 ορθόδοξοι ιερείς και δυο καθολικοί, ο π. Λεονάρδος Φρέρης εφημέριος του Αγίου Γεωργίου Νάουσας και ο π. Δομένιος Κρίσπης. Και 40 πρόκριτοι εκ των οποίων οι αδερφοί Γιράρδοι κ.α.). Ο Σακελλάριος Ναούσης, ο Σκευοφύλαξ Ναούσης παπά Νικόλαος Κορτιάνος, Πρωτόπαπας, Ηλίας ιερεύς και Σακελλάριος Ναούσης, Πρωτοσύγκελος Νικόδημος ιερομόναχος, παπα Νικόλαος Ρούσης (ίσως Ρούσσος), Παπα Δημητρης, Παπα Θεόδωρος Πατελάς (ίσως Πατέλης), Παπα Τζάνες Καλούργης (Καλλέργης), παπα Χριστόφορος, Παπα Γιώργης Πουλός, Θεόδωρος …, παπα Νικολός Μαρκαντάτος, Ανεγνώστης Ρινιέρης (Ρενιέρης), Ανδρέας Καλούργης (Καλλέργης), Ιωάννης Κορτιάνος, Ιωάννης Ντελαγραμμάτικας, Γιωάννης Νταμουλής, Γιάκουμος Ρούσος (Ρούσσος), Γεώργης Καλλέργης,  PRE Domenico Crispo, Νικηφόρος Γεράρδης, Μιχελέτος Σπυρίδος, Αντώνης Μαλαξός, Ανδρέας Σμυρνιός, Φρατζέσκος Γρίσπος, Γεώργης Σαλονικιός, Τζάνες Καζανόβας, Ιωάννης Λευκαρός, Μιχέλης Σαλονικιός, Marco Foscolo, Ιωάννης Μοσκονάς, Αντώνης Γρυπάρης, Ιωάννης Σκούταρης, Φρατζέσκος Καλέργης, Ανεγνώστης Καρτιάνος, Γεώργης…, Ντεμενεγος Μεντρινός (Μενδρινός), Δημήτρης Στοφιλάς, Αντώνης Γρυπάρης, Γεώργης …, Δημήτρης …, Γεώργης …, Γεώργης Αλαβάνος, Δημήτρης Βασταζής, Νικολής Μπάρμπερης, Δημήτρης …, Μπατίστας Γεράρδης, Νικόλαος Γεράρδης.

–1675. Στις 15 Μαΐου 1675. Σε επιστολή Ναουσαίων προς τον πρεσβευτή των Γάλλων, αιτώντας Καπουκίνους πατέρες  υπογράφει ο Αντώνης Γριπάρης.

–1720. Στη Νάουσα την 1 Δεκεμβρίου 1720, αναφέρεται σε προικοσύμφωνο ο μαστρο Αντώνης Γρυπάρης να παίρνει γυναίκα του την Τζανετενάκη κόρη του Μαστρο Θεόδωρο Ραμπαδιού. «Ο μαστρο Θεοδωρής Ραμπαδίος και η σύζυγός του Κατερινάκη δίδουν στην κόρη τους Τζανετενάκη δύο εικόνες …».

Η Τζανετενάκη υπήρξε άτυχη στο γάμο της. Στο προικοσύμφωνο της 1ης Δεκεμβρίου 1720 βλέπουμε ότι θα παντρευόταν τον μαστρο Αντώνη Γρυπάρη, όπως και έγινε. Μετά από συμβίωση οκτώ χρόνων η Τζανετενάκη χάνει τον άνδρα της και παρουσιάζεται ως χήρα να προικίζει την αδελφή της.

–1729. «Προικοσύμφωνο Ιωάννη Φωκιανού και Μαρούσας» Νάουσα, 30 Οκτωβρίου 1729. «Η Τζανετενάκη χήρα του μαστρο Αντώνη Γρυπάρη δίδει στην αδελφή της Μαρούσα την εικόνα των Εισοδίων της Θεοτόκου. Και η Τζενεβρένα, σύζυγος του Μιχάλη Καστελλάνου, προσφέρει στο γιό της Ιωάννη Φωκιανό, που είχε αποκτήσει από τον πρώτο άνδρα της δύο εικόνες (…). ΕΒΕ, Ξ 659.

–1770. Βρισκόμαστε γύρω στα 1770. Συχνές ήταν τότε οι επιδρομές στα νησιά. Γνωστό δε είναι ότι τα παράλια της Αντιπάρου και του Δεσποτικού ήταν φωλιές πειρατών. Τη χρονιά, λοιπόν αυτή, κάποιο από τα οθωμανικά πειρατικά καράβια που η παρουσία τους πάντοτε προξενούσε φόβο και πανικό στους νησιώτες, φάνηκε στα ανατολικά παράλια της Αντιπάρου, κοντά στο Κάστρο. Η άφιξη του εδώ δικαιολογήθηκε ότι ήθελε τάχα να επανορθώσει κάποιες ζημιές που έγιναν κατά την διάρκεια του ταξιδιού του. Και πράγματι. Μετά από λίγες μέρες παραμονής στο νησί, αναχώρησε το καραβι αφού εγκατέλειψε, άγνωστο γιατι, ένα τουρκόπουλο, ηλικίας 8-10 ετών. Βλέποντάς το ο προύχοντας του χωριού και ένας από τους ευπορότερους κατοίκους της Αντιπάρου, που δεν ήταν τότε πάνω από διακόσιοι, ο Τζαννάκης Μάτσας Βιάζης, από οίκτο και ευσπλαχνία το περιμάζεψε και το περιέθαλψε σαν να ήταν πατέρας του.

Καταγόμενος από τη γνωστή οικογένεια της Σίφνου, ο Μάτσας, που είχε προσθέσει, δεν ξέρουμε για ποιο λόγο, το γνωστό επώνυμο της Αντιπάρου Βιάζης είχε νυμφευθή την ωραιοτάτη Φοινικώ, κόρη κάποιου Γρυπάρη, ευπατρίδη από την Σίφνο.

Το τουρκόπαιδο λεγόταν Αλής. Προσλήφθηκε στην ιδιαίτερη οικιακή και κτηματική υπηρεσία του Μάτσα και αποτέλεσε, τρόπον τινά, μέλος της οικογένειάς του, μια και η γυναίκα του δεν ευτύχησε να αποκτήσει παιδιά. Σιγά – σιγά έμαθε τα ελληνικά, τα ήθη και τα έθιμα του χωριού σαν να ήταν γνήσιος Έλληνας και έτσι μπορούσε πια να αντιλαμβάνεται και να ακούει συνέχεια τη Φοινικώ που έλεγε στον άντρα της: «-Τούρκο θρέξεις? Σκύλο θρέψεις». Και τον Μάτσα με ηρεμία και ψυχική πραότητα να απαντά: «Κάμε το καλό και ρίξ’ το στο γυαλό!».

Μετά από δέκα χρόνια περίπου ο Αλής, επωφελούμενος της ευκαιρίας από τη διέλευση τουρκικού πλοίου από την Αντίπαρο, έφυγε για την Κωνσταντινούπολη, αφού με ευγνωμοσύνη και συγκίνηση αποχαιρετισε τους προστάτες του. Δεν πέρασαν, όμως πολλά χρόνια από την αναχωρηση του Αλή όταν ένα απόγευμα συνελαμβάνετο αιχμάλωτη ενός τουρκοαλγερινού πειρατικού σκάφους η σύζυγος του Μάτσα, η Φοινικώ, αφού δεν βρήακν τον ίδιο που είχε δραπετεύσει στα βουνά όταν αντιλήφθηκε την είσοδο στο στενό της Αντιπάρου του εν λόγω πλοίου. Μαζί με την σύζυγο του Μάτσα οι πειρατές πήραν και κάποια όμορφη Αντιπαριώτισσα ονόματι Σουλτάνα, και κατευθύνθηκαν προς την Μπαρμπαριά (βόρεια Αφρική), όπου «ετελείτο πανηγυρικώς το μεγάλο παζάρι της ελληνικής λευκής σαρκός». Όταν απομακρύνθηκε από την Αντίπαρο το πειρατικό σκάφος, ο Μάτσας επέστρεψε στο σπίτι του. Το βρήκε έρημο και λεηλατημένο. Και σε λίγο μάθαινε περιλυπος και με δάκρυα στα μάτια από τους δικούς του και τους συμπολίτες του τα διατραξαντα. Την άλλη μέρα, χωρίς να χάνει καιρό, διαπεραιώθηκε με βάρκα στην Παροικιά, επισκέφθηκε τους δημογέροντες της πόλης και, αφού ζήτησε τη γνώμη τους για το συμβαν που τους το εξέθεσε λεπτομερώς, αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη με τον πόθο και την ελπίδα ότι θα βρει τη σύζυγό του, ενώ για τη Σουλτάνα δεν ενδιαφερόταν. Μετά από πολυμηνο, περιπετειώδες και κουραστικό ταξίδι έφθασε στην Πόλη ο Μάτσας. Εκεί συνάντησε τους προύχοντες Παριανούς ομογενείς και ιδιαίτερα τους Μαύρους. Μετά από συστάσεις και εισηγήσεις τους παρουσιάσθηκε στον Καπουδάν Πασά, στον οποίο ανέφερε το ατύχημα του. Οποία, όμως, υπήρξε η έκπληξη και η απορία του προύχοντα Αντιπαριώτη όταν άκουσε τον «Υψηλότατο» Καπουδάν Πασά, να του λέει με γλυκύτητα και με προσήνεια μόλις τον αντίκρυσε και τον αναγνώρισε: - Καλώς εκοπιάσατε κύριε Μάτσα. Πώς ήλθατε έως εδώ?. Τι σας συμβαίνει?. Ο Μάτσας χωρίς να αναγνωρίσει ότι αυτός ήταν ο άλλοτε υποτακτικός του, που σαν παιδί τον είχε, του εξέθεσε, με πολύ πόνο ψυχής και δάκρυα, τα γεγονότα της Αντιπάρου. Τότε ο πασάς αφού σηκώθηκε, θέλησε, γονατιζοντας, να εκδηλώσει στον Μάτσα τη βαθιά του ευγνωμοσύνη φιλώντας το χέρι του, αφού προηγουμένως του υπενθύμισε τις συνηθισμένς φράσεις που αντηλασσε με τη γυναίκα του και απλώς του έδωσε να καταλάβει ότι ήταν ο Αλής! Διέταξε να του προσφέρουν καφέ και τον καθησύχασε λέγοντάς του ότι σε λίγο σκάφος στο οποίο θα επέβαινε και ο ίδιος ο Πασάς, θα τεθή στη διάθεσή του προς ανεύρεση του πειρατικού που είχε αιχμαλωτίσει τη σύζυγό του. Το πλοιο αυτό, λόγω αντιθετων ισχυρών ανέμων προσορμίσθηκε στη Μύκονο και εκέι το βρήκε ο Μάτσας. Η χαρά του ήταν ανέκφραστηκαθώς αντίκρυσε τη σύζυγό του και το μικρό του παιδί που είχε γεννηθεί μέσα στο πειρατικό κατά την περίοδο της αιχμαλωσίας της. Αλλά, μοίρα κακή, σε λίγο η Φοινικώ πέθανε από τις κακουχίες που είχε περάσει και από τον τραυματισμό της με κουπί από κάποιον φανατικό Αλγερινό κατά την απόβαση της στη Μύκονο. Ο Τζαννάκης Μάτσας απαρηγόρητος και ταλαιπωρημένος από τις περιπέτειές του αυτές, επέστρεψε στην Αντίπαρο φέρνοντας μαζί του πλούσια δώρα του Πασά, την έγγραφη ευνοιά του προς αυτόν καθώς και το ατομικό προνόμιο ιδιοκτησίας των αλυκών του νησιού. (ΜΝΗΜΩΝ, Νικηφόρος Γ. Κυπραίος)

–1770. Καλλίνικος Γρυπάρης ο χρονικογράφος της εποχής τον Ρώσων στην Πάρο το 1770.

–1806 Στις 29 Οκτωβρίου 1806, Δια της παρούσης Καγγελιερικής πωλήσεως φανερώνεται ότι ο σιόρ Ζεπάκης Δελεγραμμάτικας πωλεί και αιωνίως αποξενώνει προς τον σιόρ Ελευθέριον Χαμάρτον με ιδίαν του βουλήν και απαραβίαστον θέλησιν τά πατρογονικά του χωράφια τά κείμενα είς την βολήν, Σαρακίνικου όλα από πάνω έως κάτω καθώς τα είχεν ο καθ’ αυτό οικοκύρης ομού και το χωράφι Φραγκιάδενας είς το Αλωνάκι, οπού έχει από πάνω από το νερόν σύμπλιος Ιωάννης Λάζαρης εις όλα επί τιμή γροσίων χιλίων τετρακοσίων καθώς τα είχε κρεσέρη εις το κοινόν και ιμπούπλικον ινκάντο το φυλαττόμενον εν τη κοινή Καγγελαρία. Όθεν εις το εξής είναι εις την κυριότητα και αυτοδεσποτείαν του διαλειφθέντος κυρίου Χαμάρτου να τα κάμνη ως θέλει και βούλεται ως ιδιόκτητά του μούλκια και κτήματα, ως καλώς πωλημένα και καλώς αγορασμένα. Και έλαβεν ο πωλητής την, να διαφεντέψη εις πάσαν τυχούσαν εναντίαν αυτών περίστασιν. Διό και εις ενδειξιν των ανωτέρω εγένετο η παρούσα ενυπόγραφος πώλησις βεβαιωμένην παρά του πωλητού τη ιδία αυτού υπογραφή και εδόθη εις χείρας του αγοραστού προς πιστωσιν και διηνεκή ασφάλειαν: 1806: 29 Οκτωβρίου, Παρκιά. Ζέπος Δελαγραμμάτικας στέργω και βεβαιώνω το παρόν. Ο Κ: Κ: Πάρου Γρυπάρης γράψας μαρτυρώ.

–1819. Κατάλογος του κοινού χρεών της νήσου Αντιπάρου προς τους Παρίους.

Προς τον κύριον Νικόλαον Γρυπάρην από 1819 Οκτωβρίου προς 12% γρ. 1168.

–1824. Νικόλαος Γρυπάρης σε έγγραφο Ναούσης στις 31 Σεπτεμβρίου 1824.

–1829. Έγγραφο Παροικιάς στις 5 Δεκεμβρίου 1829 αναφέρονται τα ονόματα του Πέτρου Γ. Γρυπάρη και της Αντωνίας Γρυπαροπούλας, ως μαθητές της Αλληλοδιδακτικής Σχολής Παροικιάς.

–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της πόλεως Παροικιάς

Γρυπαροπούλα Αντωνία ετών 8 (σωστό Γρυπάρη).

–1829. Νικολάου Π. Γρυπάρη (Σχολής Παροικίας 1829)

–1847. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο κτηματίας Πέτρος Ν. Γρυπάρης 38 ετών.

 

 

G

Gerardi ή Girardi: Βλέμε Γεράρδης ή Γιράρδης

 

Grespo: Η οικογένεια Grespo αποτελεί κλάδο της γνωστής δυτικής οικογένειας Κρίσπο (Crispo ή Κρίσπη), η οποία διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ιστορία του Αιγαίου και των Κυκλάδων κατά τους μεσαιωνικούς και νεότερους χρόνους. Η γραφή Grespo φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε παράλληλα με τη μορφή Crespo/Crispo, γεγονός που εξηγεί γιατί στα ίδια ή σε μεταγενέστερα έγγραφα το ίδιο πρόσωπο απαντά και ως Κρίσπο.

Η μοναδική μέχρι σήμερα γνωστή παρουσία της οικογένειας στην Πάρο εντοπίζεται το 1675. Στις 15 Μαΐου 1675, σε επιστολή των κατοίκων της Νάουσας προς τον πρεσβευτή της Γαλλίας, με την οποία ζητούσαν την αποστολή Καπουκίνων μοναχών στην κωμόπολη, συγκαταλέγεται μεταξύ των υπογραφόντων ο Francesco Grespo. Η συμμετοχή του σε ένα τόσο σημαντικό έγγραφο μαρτυρεί ότι ανήκε στους επιφανείς κατοίκους της Νάουσας και είχε ενεργό ρόλο στις τοπικές υποθέσεις. Σε άλλα έγγραφα της ίδιας περιόδου το ίδιο πρόσωπο αναφέρεται ως Κρίσπο, επιβεβαιώνοντας ότι το επώνυμο Grespo δεν αποτελεί ξεχωριστή οικογένεια αλλά διαφορετική γραφή του γνωστού ονόματος Κρίσπο.

–1675. Στις 15 Μαΐου 1675. Σε επιστολή Ναουσαίων προς τον πρεσβευτή των Γάλλων, αιτώντας Καπουκίνους πατέρες  υπογράφει ο Francesco Grespo. Σε άλλα έγγραφα τον συναντάμε και ως Κρίσπο.

 

Gozzadino: Βλέπε Γοζαδίνος

 

Για οικόσημα βλέπε εδώ…

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αλφαβητικός κατάλογος επιθέτων