Αλφαβητικός κατάλογος επιθέτων

Α, Β, Γ&G, Δ & D, Ε, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ &C&Q, Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο, Π, Ρ, Σ, Τ, Υ, Φ, Χ, Ψ, Ω

*Η ορθογραφία που είναι από αποσπάσματα παλιών εγγράφων παραμένει όπως είναι στο πρωτότυπο.

Ονοματολογία και οικοσημολογία περί Πάρου

Την εποχή της παγκοσμιοποίησης και της ισοπέδωσης γεγονότων και ιδεών, κρατών και λαών, η γενεαλογική έρευνα σαν ιστορική και κοινωνιολογική επιστήμη παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη δημοτικότητα σε πολλές χώρες του κόσμου. Οι άνθρωποι δείχνουν ενδιαφέρον για την φυλετική τους καταγωγή, την εθνική του καταγωγή, τις οικογενειακές τους ρίζες και γενικά για τους προγόνους τους. Στην αναζωπύρωση αυτού του ενδιαφέροντος συντέλεσε και η δημιουργία πολυεθνικών κρατών (ΗΠΑ, Αυστραλία) που εμφανίστηκαν τους τελευταίους δύο αιώνες και τα ισχυρά μεταναστευτικά ρεύματα που ακολούθησαν αυτούς τους αιώνες.

Η ενασχόληση και η έρευνα για την γενεαλογία και τα οικόσημα είναι μια ευγενής πολιτιστική πράξη. Οι πηγές για την καταγωγή των οικογενειών μας επιθέτων είναι τα ιστορικά αρχεία των δημοσίων αρχών και ιδιωτικές συλλογές. Μέσα στις δημοτικές βιβλιοθήκες, ιστορικά αρχεία, εκκλησιαστικά αρχεία μπορούμε να βρούμε έγγραφα, προικοσύμφωνα, νοταριακές πράξεις, μητρώα, τα οποία σηματοδοτούν την καταγωγή μας. Τα εκάστοτε μαρμάρινα οικόσημα, είναι εντοιχισμένα σε οικίες, εκκλησίες, κοιμητήρια, αποτελούν και αυτά μέρος των πηγών αναδεικνύοντας τα σύμβολα των οικογενειακών μας επιθέτων.

Οι πρώτοι και οι πιο σημαντικοί ερευνητές ονοματολογίας στην Ελλάδα υπήρξαν οι Ν. Ανδριώτης και Α. Σιγάλας τον 19ο αιώνα και ο Μ. Τριανταφυλλίδης και Μ. Χατζιδάκης, Χρυς. Τσικριτσή-Κατσιανάκη τον 20ο αιώνα. Έρευνα για τα οικόσημα της Πάρου και αντίστοιχες δημιουργίες έχουν κάνει ο καθηγητής Νίκος Αλιπράντης, ο αρχαιολόγος-αρχιτέκτονας Αναστάσιος Ορλάνδος ο λαογράφος Ζαχαρίας Στέλλας, όπως φυσικά και ο φίλος και πολύτιμος συνεργάτης του blog Ιωάννης Βασιλειόπουλος. Σημειώνουμε ακόμα και τους ξένους Μεσαιωνιστές ιστοριοδίφες όπως ο Γερμανός Κ. Χοπφ, οι Άγγλοι Ο. Μίλλερ και Φ.Ο. Χασλουκ, ο Γάλλος Α. Μπισόν και ο Ολλανδός Β. Σλότ.

Η τοπική ονοματολογία και τα επίθετα της Πάρου χωρίζονται σε ομάδες.

Προέλευση - Καταγωγή

1. Ελληνικά – Παλαιοβυζαντινά βυζαντινά π.χ Αγαλλιανός, Αργυρόπουλος, Αρχολέως, Αλισαφής (πριν το 1204).

2. Φράγκικα - Δυτικά κυρίως Ισπανικά, Ιταλικά και Λοβαρδοβενέτικα π.χ. Κουαρτάνος, Τσιγώνιας, Αλιφιέρης, Αλιπράντης (μετά το 1204). Οι Φράγκοι κατέλαβαν την Πάρο το 1207 και προς ασφάλεια έκτισαν κάστρο στην Παροικιά και αργότερα στη Νάουσα και στα χωριά του Κεφάλου. Οι Παριανοί κατά ένα μεγάλο ποσοστό έχουν Ενετικά-Δυτικά επώνυμα αυτό οφείλεται.

α) στην Βενετοκρατούμενη Πάρο για πάνω απο 3 αιώνες κατα τον μεσαίωνα όπου πολλοί δυτικοί αποίκησαν.

β) μετά τον πόλεμο στην Κρήτη μεταξύ Κρητων, Κρητοβενετών εναντίων των Οθωμανών και νίκη των τελευταίων, πολλοί Κρητοβενετοί κατέφυγαν στις Κυκλάδες

Τα οικογενειακά ονόματα Ενετικής προέλευσης προέρχονται

α) από αναγνωρισμένα και υιοθετημένα νόθα παιδιά των Ενετών,

β) από μικτούς γάμους,

γ) από εξελληνισμένους Βενετούς, που λόγω πτώχευσης έχασαν πρώτα την ευγένειά τους και ύστερα το εθνικό τους φρόνημα,

δ) από βενετικά βαφτιστικά και

ε) πιθανόν και μερικά να προέρχονται από ονόματα Βενετών που επικράτησαν ως παρωνύμια για λόγους σκωπτικούς.

3. Μεταγενέστερα της άλωσης του Μωριά από τους Οθωμανούς και μετά την αποτυχημένη επανάσταση του Ορλόφ. Σε αυτή τη περίοδο κατέφευγαν στις Κυκλάδες πολλές οικογένειες του Μωριά. π.χ. Τριπολιτσιώτης, Δημητρακόπουλος, Μωραΐτης, Αναγνωστόπουλος, Ζησημόπουλος, Γραμματικόπουλος κ.α.

4. Πρόσφυγες. Αρκετοί και οι πρόσφυγες κυρίως από τα Παράλια της Μικράς Ασίας αλλά και απο τα Νησιά του Ανατολικού Αιγαίου μετά τον 19ο αιώνα. Τρία τα μεγάλα κύματα προσφύγων, το 1814 από τα Παράλια, το 1822-24 από Νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και το 1922 πάλι από τα παράλια της Μικράς Ασίας που έμελε να είναι και το τελειωτικό χτύπημα για τον Ελληνισμό της περιοχής.

Κατηγορίες

Εθνικά ή Πατριδωνυμικά-Toπωνυμιακά. Οικογενειακά ονόματα εννοούμε τα ονόματα εκείνα που φανερώνουν τον τόπο όπου ξενοδούλεψε και έζησε ο παρονομασμένος: Πολίτης από την Πόλη, ή πολύ συχνότερα τον τόπο απ’ όπου ήρθε, το χωριό απ’ όπου μετοίκησε. Οι καταλήξεις των πατριδωνυμικών που ακούμε στην Πάρο είναι οι: -αίος, ήτης, -ίτης, -ιος, -ιώτης. Μεταγενέστερες και νεότερες: -αϊτης, -ιάτης, -άνος, -ηνός, -ινός, -(ια)κός.

Επάγγελμα-παρατσούκλι, όπως π.χ. Ράπτης, Μυλωνάς, Χασούρης, Καρποδίνης, Ακάλεστος, Γαλανός, Μαούνης, Μαλαματένιος, κ.α.

Βαπτιστικά, όπως Δημητρίου, Γεωργίου, ή Παυλάκης, Γιαννάκης κ.α.

Αλφαβητικός κατάλογος επιθέτων

Α, Β, Γ, Δ & D, Ε, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ & Q, Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο, Π, Ρ, Σ, Τ, Υ, Φ, Χ, Ψ, Ω


*Η ορθογραφία που είναι από αποσπάσματα σε παλιά έγγραφα παραμένει όπως είναι στο πρωτότυπο.

Παριανά επίθετα Κ και C και Q Απο Κι.... Έως Κω....

 Συνέχεια των επωνύμων που αρχίζουν από Κ, από την προηγούμενη σελίδα.

Κλαδάκης: Επώνυμο παρωνύμιο, πιθανότατα από το «κλαδί». Στην Πάρο συνδέεται με οικογένεια μικρασιατικής καταγωγής, η οποία εγκαταστάθηκε στην Παροικιά μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο παριανός κλάδος φαίνεται ότι δεν απέκτησε μεγάλη συνέχεια, καθώς τα μέλη του συνδέθηκαν με ατεκνία και θηλυγονία.

Το 1922 γεννήθηκε η Δήμητρα Κλαδάκη, κόρη του Μιχαήλ, ενώ λίγα χρόνια αργότερα η οικογένεια εγκαταστάθηκε στον προσφυγικό συνοικισμό της Παροικιάς. Στο δεύτερο σπίτι του συνοικισμού κατοικούσε ο Κωνσταντίνος Κλαδάκης, με τη σύζυγό του Ελένη. Ο συνοικισμός δημιουργήθηκε για την εγκατάσταση των Μικρασιατών προσφύγων και συγκέντρωσε οικογένειες προερχόμενες από διάφορες περιοχές της Μικράς Ασίας, ανάμεσά τους την Έφεσο και την Αλικαρνασσό.

Η παρουσία της οικογένειας στην Παροικιά επιβεβαιώνεται και μεταγενέστερα. Το 1913 καταγράφεται ο Νικήτας Κλαδάκης του Κωνσταντίνου, εργατικός, ενώ το 1915 ο Μιχαήλ Κλαδάκης του Κωνσταντίνου, ναυτικός. Ο τελευταίος εμφανίζεται και στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1946. Το 1953 καταγράφεται επίσης η Ελένη Κλαδάκη, το γένος Θεοδώρου Σαμπουτζόγλου, σύζυγος του Κωνσταντίνου.

Οι Κλαδάκηδες αποτελούν έτσι μία από τις μικρασιατικές οικογένειες που συνδέθηκαν με την προσφυγική εγκατάσταση της Παροικιάς μετά το 1922, αφήνοντας το δικό τους αποτύπωμα στη νεότερη ιστορία της παριανής κοινωνίας.

–1913. Το 1913 γεννιέται ο Κλαδάκης Νικήτας του Κωνσταντίνου εργατικός κάτοικος Παροικιάς.

–1915. Το 1915 γεννιέται ο Κλαδάκης Μιχαήλ του Κωνσταντίνου ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.

–1922. Τα προσφυγικά στην Παροικιά

Προτού να γίνει το Κέντρο Υγείας και προτού ανοιχτεί ο δρόμος προς Νάουσα το 1937, υπήρχε μια μεγάλη χωράφα από το σημερινό Κ.Υ. και  έφτανε μέχρι το ποτάμι στην διασταύρωση του περιφερειακού όπου είχε τότε μέσα του ρωμαϊκούς τάφους που έχουμε τώρα στο μουσείο μπροστά.

Το 1926 ο Δελαγραμμάτη Ναυπλιώτης ο οποίος ήταν ενεργό στοιχείο της Παροικίας περνούσε κάποτε με το μπαστούνι του κάτω από την κοινότητα, η κοινότητα τότε ήταν απέναντι από το σπίτι του Βάλληνδρα, πίσω από το ΚΑΠΗ, και ήταν μαζεμένοι οι πρόσφυγες. Οι Παριανοί δεν τους είχαν δει με καλό μάτι, ήταν λοιπόν μαζεμένοι εκεί, σταμάτησε ο αείμνηστος Ναυπλιώτης και τους λέει, «τι κάνετε ρε παιδιά εδώ?» και του λένε «Κύριε Ντελαγραμμάτη, είμαστε εδώ μια βδομάδα και ο πρόεδρος μαζί με τα μέλη σκέπτονται να δούνε που να κάνουνε τον προσφυγικό συνοικισμό, στα Κακάπετρα ή στα Λιβάδια» τότε ο Ναυπλιώτης πήρε τρείς από τους πρόσφυγες, ένας εξ αυτών ο Κουτσουράκης ο οποίος αναφέρει το γεγονός, μπαίνουν στην κοινότητα όπου πρόεδρος της κοινότητας τότε ήταν ο καπετάνιος Μιχάλης Ζησιμόπουλος και ρωτάει τον Ναυπλιώτη… «Καλώς τον Ντελαγραμμάτη, ποιος καλός καιρός σε έφερε κατά δω?» και του απαντάει ο Ναυπλιώτης «Δεν με έφερε καπτάν Μιχάλη κανένας καλός καιρός, με έφερε η αγανάκτηση να βλέπω τους πρόσφυγες τα αδέρφια μας, τους κατατρεγμένους από τη Μικρά Ασία να περιμένουν από κάτω πότε θα αποφασίσετε εσείς που θα κτιστεί ο προσφυγικός συνοικισμός». Εσύ που μας λες Ντελαγραμμάτη? στα Κακάπετρα ή στα Λιβάδια?, ρώτησε ο καπτάν Μιχάλης. Ούτε στο ένα ούτε στο άλλο, να τους βάλετε στην χωράφα της Εκατονταπυλιανής να τους έχω και γείτονες, του απάντησε ο Ναυπλιώτης.

Ο Δελλαγραμμάτης Ναυπλιώτης φιλάνθρωπος και ελεήμων και παρότι είχε μεγάλη οικογένεια πάντα προσπαθούσε να βοηθήσει τους πρόσφυγες. Όταν πέθανε το 1939 σε ηλικία 49 ετών οι πρόσφυγες ήρθαν πρώτοι για να σταθούν δίπλα στην χήρα Ναυπλιώτενα.

Τα σπίτια ήταν δίδυμα. Αν ήταν από τρία άτομα και πάνω παίρνανε ένα σπίτι που είχε χολ, κουζίνα και σάλα.

Τα τρία πρώτα ήταν για πολυμελή οικογένεια και υπόλοιπα τρία για μονομελη οικογένεια, μονόχωρο με το τζάκι κάτω στο δάπεδο και όχι όπως τα παριανά που ήταν στον τοίχο και εκεί μαγείρευαν. Και, 7ο και 8ο πολυμελές. Σύνολο 16 οικογένειες.

Οι οικογένειες ήταν: στο 1ο σπίτι ο Χατζής (γιατί είχε πάει στα Ιεροσόλυμα) Πανάς Βεργούλης (το όνομα) σύζυγος Δέσποινα. Στο 2ο σπίτι διέμενε ο Κωνσταντίνος Κλαδάκης, σύζυγος Ελένη. Το 3ο σπίτι ήταν η οικογένεια του Απόστολου Λαγού, σύζυγος Κλεονίκη. Η μία κόρη του η Μαριώ παντρεύτηκε κι έμεινε στη Νάουσα. Το 4ο σπίτι του Ιωάννη Λαγού σύζυγος Δέσποινα, το επόμενο ήταν του Καπλάνη γνωστό ως σπίτι της Καπλάνενας και δίπλα του ο Κωνσταντίνος Καραντζάς. Στο επόμενο ο Ναουσαίος Βαγγέλης Αιγινήτης, σύζυγός του η Μικρασιάτισσα Ευθυμία, το από δίπλα ήτανε του Δημητρίου Κυπραίου σύζυγος Διαμαντώ Βαζουράκη* και οι δύο Μικρασιάτες, απέναντι διέμεναν ο Γιαννακός Επιτροπάκης σύζυγος  Ουρανία και πίσω ήταν το σπίτι του Νικόλαου Κουτσουράκη σύζυγος Ρηνιώ. Πάρα δίπλα ήταν ένα άλλο το οποίο ήταν του Στυλιανού Κρητικού σύζυγος Δέσποινα και δίπλα τους ένα σπίτι χωρισμένο στα δύο από δυο αδέρφια. Στο πρώτο διέμενε ο Φώτης Βαζουράκης* με την σύζυγό του Φώτω το γένος Ι. Κουτσομήτρου και στο δίπλα ο Στέλιος ο Βαζουράκης με την σύζυγό του Ελένη το γένος Νικ. Κατζαμπά. Στα πιο κάτω σπίτια ήταν οι οικογένειες του Μανώλη Χαραλάμπους σύζυγος Δέσποινα Βαζουράκη και στο άλλο ήτανε ο Σεραφείμ Ταλόγλου σύζυγος Βασιλεία το γένος Μουτάφη η οποία έχει μείνει στην ιστορία για την φράση της «φύγαμε και αφήσαμε την λάμπα αναμμένη…». Από κάτω ήταν τα σπίτια της χήρας Βασιλικώς Καλαϊντζή και δίπλα από πίσω ήταν η χήρα Τριανταφυλλιώ η οποία έκανε και μάγια. Πέθανε στο κρεβάτι σκουληκιασμένη. Και τέλος, άλλα δύο μονόχωρα σπίτια, στο ένα έμενε ο Δημητρώς Καλαϊντζής με την σύζυγό μου Αγγελικώ και στο από πίσω ο Κωνσταντίνος Κουτσουράκης  σύζυγος Μακρίνα.

Όλοι σκεπαστήκανε εκεί κι έτσι έμεινε γνωστό σήμερα ως ο προσφυγικός συνοικισμός.

Πολλοί από τους παραπάνω πήγαν πρώτα στη Νάουσα και στην συνέχεια έμειναν στον συνοικισμό.

Ήταν από όλη την Μικρά Ασία. Η Δέσποινα Ιωάννου Λαγού ήταν από την Έφεσο όπως και η Φώτω Βαζουράκη. Από το Μπουντρούμ, την αρχαία Αλικαρνασσό ήταν τα αδέρφια Λαγού.

*Το πραγματικό επώνυμο των Βαζουράκη ήταν Μπαζιουρούκη. Η οικογένεια άλλαξε το επώνυμό της στην Πάρο για απλούστευση, δεδομένου ότι οι Παριανοί το μπέρδευαν και το πρόφεραν λάθος.

–1922. Το 1922 γεννιέται η Κλαδάκη Δήμητρα του Μιχαήλ κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.

–1946. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1946 είναι εγγεγραμμένος ο Κλαδάκης Μιχαήλ του Κωνσταντίνου ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.

–1953. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Κλαδάκη Ελένη το γένος Θεόδ. Σαμπουτζόγλου, όνομα συζύγου Κωνσταντίνος κάτοικος Παροικιάς.

 

Κλάουνας: Παλαιό παριανό επώνυμο, το οποίο απαντά ήδη από τον 18ο αιώνα και συνδέεται με τοπωνυμία της Πάρου.

Το 1730 αναφέρεται ο Νικόλαος Κλάουνας, ως ιδιοκτήτης χωραφιού έκτασης δύο «Πισκοπιανών». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το επώνυμο έχει αφήσει το αποτύπωμά του και στη σημερινή τοπωνυμία της Πάρου, καθώς εξακολουθεί να υπάρχει τοπωνύμιο «Κλάουνας». Η παρουσία τόσο του οικογενειακού ονόματος όσο και του τοπωνυμίου αποτελεί ένδειξη της παλαιότερης εγκατάστασης και ιδιοκτησίας της οικογένειας στην περιοχή.

–1730. Χωράφι δύο Πισκοπιανά από τον Νικόλα Κλάουνα.

 

–Κλεάνθης: Το επώνυμο συνδέθηκε στην Πάρο με τον γνωστό αρχιτέκτονα και πολεοδόμο της Αθήνας Σταμάτη Κλεάνθη, δημιουργό μαζί με τον Eduard Schaubert του πρώτου πολεοδομικού σχεδίου των Αθηνών. Τα παριανά λατομεία κατά τον 19ο αιώνα συχνά προσδιορίζονταν από τα επώνυμα των ιδιοκτητών ή εκμεταλλευτών τους, όπως τα λατομεία του Κλεάνθη, του Μαύρου και του Κονταράτου.

Το 1847 ο Σταμάτης Κλεάνθης αγόρασε τα λατομεία του Μαραθίου και ανέλαβε για περίπου μία δεκαετία, έως το 1857, την εκμετάλλευση των περίφημων παριανών μαρμάρων, επεκτείνοντας παράλληλα τη δραστηριότητά του και σε άλλες περιοχές του νησιού. Η παρουσία του συνδέθηκε έτσι με μία σημαντική περίοδο αναζωογόνησης της μαρμαροβιομηχανίας της Πάρου.

Η σχέση του Κλεάνθη με το νησί δεν περιορίστηκε στα λατομεία. Το 1858, τα αδέλφια Νικόλαος και Γιάννης Καλόπλαστος, ο πρώτος ιερέας, αντάλλαξαν οικόπεδο στην Αθήνα με έκταση περίπου 1.000 στρεμμάτων στη θέση Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στις Λεύκες, η οποία ανήκε στον Σταμάτη Κλεάνθη. Η μαρτυρία αυτή αποτυπώνει την αξιοσημείωτη ακίνητη περιουσία που είχε αποκτήσει ο αρχιτέκτονας στην Πάρο και τη στενή σύνδεσή του με το νησί.

–1847. Ο μεγάλος πολεοδόμος και αρχιτέκτων της Αθήνας Σταμάτης Κλεάνθης, δημιουργός του σχεδίου της πόλης των Αθηνών θα εκμεταλλευτεί για δέκα χρόνια (1847-1857) τα μάρμαρα του νησιού αφού είχε αγοράσει τα λατομεία του Μαραθίου και άνοιγε και σε άλλα μέρη λατομεία.

–1858. Το 1858 τα δύο αδέρφια Νικόλαος (ιερέας) και Γιάννης Καλόπλαστος αντάλλαξαν ένα οικόπεδο, που ήταν στην Αθήνα, με μια έκταση περίπου 1000 στρεμμάτων στη θέση «Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος» στις Λεύκες,  ιδιοκτησίας του αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη.

 

–Κλήμης: Πρόσφυγες από την Αλικαρνασσό (Bodrum) της Μικράς Ασίας, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στη Νάουσα της Πάρου μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Οι ντόπιοι τούς αποκαλούσαν «Μπουντρουμιανούς», από τον τόπο της καταγωγής τους.

Το 1922 φέρεται να εγκαταστάθηκε στη Νάουσα η οικογένεια Κλήμη, προερχόμενη από την Αλικαρνασσό. Η παραμονή της στην Πάρο δεν φαίνεται να υπήρξε μακρά, καθώς μέχρι το 1930 η οικογένεια είχε ήδη μετοικήσει στον Πειραιά. Εκεί δημιούργησε τη γνωστή βιοτεχνία μπισκότων «Γκλάρις», στην οποία εργάστηκαν και αρκετοί Ναουσαίοι.

Η παρουσία των Κλήμηδων στη Νάουσα αποτελεί μία ακόμη μικρή αλλά χαρακτηριστική μαρτυρία της εγκατάστασης Μικρασιατών προσφύγων στην Πάρο μετά το 1922 και των στενών δεσμών που διατήρησαν με την παριανή κοινωνία ακόμη και μετά τη μετεγκατάστασή τους στον Πειραιά.

–1922. Φέρεται να ήρθε στη Νάουσα Πάρου η οικογένεια Κλήμη από την Αλικαρνασσό της Μικράς Ασία.

–1930. Η οικογένεια Κλήμη το 1930 είχε ήδη μετοικίσαν στον Πειραιά και δημιούργησαν την βιοτεχνία μπισκότων «ΓΚΛΑΡΙΣ» όπου εργαζόντουσαν αρκετοί Ναουσαίοι.


–Κληρονόμος: Επώνυμο παρωνύμιο, από το ουσιαστικό «κληρονόμος», δηλαδή εκείνον που κληρονομεί την περιουσία και τα δικαιώματα της οικογένειας. Στην Πάρο απαντά ήδη από τον 18ο αιώνα και συνδέεται με τις κρητικές οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στα χωριά του Κεφάλου, δηλαδή στα σημερινά Μάρμαρα, τον Πρόδρομο (παλαιό Δραγουλά) και τη Μάρπησσα.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα μαρτυρία εντοπίζεται το 1755, όταν ο κάτοικος Δραγουλά Μάρκος Κληρονόμος αναφέρεται σε Γενική Συνέλευση του κοινού της Πάρου ως απεσταλμένος στην Κωνσταντινούπολη. Η παρουσία της οικογένειας συνεχίζεται αδιάλειπτα στον Κέφαλο και κατά τον 19ο αιώνα. Το 1815, κατά την επιδημία πανώλης στον Δραγουλά, ο Γεώργιος Κληρονόμος άφησε συγκλονιστική ενθύμηση σε λειτουργικό βιβλίο των Μαρμάρων για την ερήμωση του χωριού. Το 1822 μαρτυρούνται ο Ανεγνώστης Κληρονόμος στα δημοτολόγια του Δήμου Μάρπησσας, ο Ιωάννης Κληρονόμος ως κάτοικος Δραγουλά και ο δημογέροντας Μαρμάρων Τζαννής Κληρονόμος. Το 1831, ο Νικόλαος Κληρονόμος, μαζί με τον Γεώργιο και τον Δημήτριο Κληρονόμο από τον Κέφαλο, υπέγραψαν επιστολή των Παριανών για τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί μεταξύ ντόπιων και Κρητών νεοαποίκων.

Κατά τον 19ο αιώνα το επώνυμο είναι πλέον ιδιαίτερα διαδεδομένο στον Δήμο Μάρπησσας. Οι Κληρονόμοι καταγράφονται στον Δραγουλά, στα Μάρμαρα και στη Μάρπησσα ως γεωργοί, μυλωνάδες, ναυτικοί και εργάτες, ενώ μέλη της οικογένειας συμμετέχουν και στα κοινά. Το 1843 ο Γεώργιος Κληρονόμος από τον Δραγουλά συμμετείχε ως εκλέκτορας σε σημαντική πολιτική συνέλευση της Πάρου. Από τα δημοτολόγια και τους εκλογικούς καταλόγους του 19ου αιώνα προκύπτει η ύπαρξη πολυάριθμων κλάδων της οικογένειας, με χαρακτηριστικά ονόματα τον Ιωάννη, Γεώργιο, Δημήτριο, Αντώνιο, Χριστόδουλο και Αναγνώστη Κληρονόμο.

Η οικογένεια συνέχισε να έχει παρουσία και στον 20ό αιώνα. Το 1903 καταγράφονται πολλές οικογένειες Κληρονόμων στον Δήμο Μάρπησσας, ενώ ιδιαίτερη μνεία αξίζει στη Χαρίκλεια Ιωάννη Κληρονόμου, η οποία ήταν μαία, επάγγελμα που ασκούσε και το 1911. Το 1947 ο Ιωάννης Κληρονόμος συμμετείχε στο Κοινοτικό Συμβούλιο Αρχιλόχου, ενώ το 1954 εξελέγη και πάλι κοινοτικός σύμβουλος.

Οι μέχρι σήμερα μαρτυρίες δείχνουν ότι οι Κληρονόμοι αποτελούν μία από τις παλαιές κρητικής καταγωγής οικογένειες του Κεφάλου, με παρουσία στην Πάρο τουλάχιστον από τα μέσα του 18ου αιώνα και ισχυρή εγκατάσταση κυρίως στον Δραγουλά, τα Μάρμαρα και τη Μάρπησσα. Η μακρά και συνεχής παρουσία τους στους κοινοτικούς θεσμούς, στα δημοτολόγια και στην κοινωνική ζωή της περιοχής καταδεικνύει ότι η οικογένεια ενσωματώθηκε πλήρως στην παριανή κοινωνία, διατηρώντας όμως την παράδοση της κρητικής της προέλευσης.

–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου 1755 μαρτυρείται ο κάτοικος Δραγουλά Μάρκος Κληρονόμος.

–1815. 25 Μαρτίου, 1 και 3 Απριλίου. Επιδημία πανώλης στον Δραγουλά. «Έφυγε όλο το χωριό και δεν επόμεινε κανείς ομοίως το χωριό ημάρτησε μοναχό και ο Θεός να βοηθήσει. Γεώργιος Κληρονόμος» Ενθύμηση σε λειτουργικό βιβλίο ναού των Μαρμάρων.

–1822. Στα δημοτολόγια του Δήμου Μάρπησσας το 1822 αναφέρεται ο Ανεγνώστης Κληρονόμος.

–1822. Σε έγγραφο των Παριανών στους Υδραίους στις 13 Απριλίου 1822 αναφέρεται ο Ιωάννης Κληρονόμος κάτοικος Δραγουλά.

–1822. Ο Δημογέροντας Μαρμάρων Τζαννής Κληρονόμος υπογράφει κείμενο στις 23 Μαίου του 1822.

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Νικόλαος Κληρονόμος και ο Γεώργιος και Δημήτρης Κληρονόμος από το χωρίων Κεφάλου.

1833. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Ιωάννης Αυγουστή Κληρονόμος (1833), ετών 70, ναυτικός, έγγαμος.

1838. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Δημητρίου Κληρονόμος (1838), ετών 65, γεωργός, έγγαμος.

–1843. Στις 17  Οκτωβρίου 1843 η συνέλευση της αντιπολίτευσης επαναλαμβάνεται, αλλά πάλι χωρίς τον Δήμαρχο Θ. Καμπάνη ο οποίος κατηγορείται από τους παρευρισκομένους ότι «αισθάνεται ανώτερος του νόμου και προβάλει ανύπαρκτες προφάσεις». Η συνέλευση αποφασίζει να προχωρήσει στην εκλογή χωρίς τον Δήμαρχο! Πρόεδρος ανέλαβε ο Δ. Χαμάρτος και προσυπέγραψαν τα 5 γεροντότερα μέλη Ν. Πούλιος, Ιωάννης Καπαρός, Λεονάρδος Κονδύλης, Ηλίας Σαράντος, Νικόλαος Ρούσσος. Οι εκλογείς ήταν οι εξής:

Πόλις Παροικίας (Δήμαρχος Θ. Καμπάνης): Ζώρζης Μ Μαυρογένης, Δημήτριος Χαμάρτος, Πέτρος Μαυρομμάτης, Ν Α Ψαράκης, Αντ Ελ Χαμάρτος, Λεονάρδος Κονδύλης.

Κωμόπολις Λευκών (Πάρεδρος Κωνσταντίνος Χανιώτης): Εμμανουήλ Ν Αρκάς, Νικόλαος Γ Ρούσσος, Νικόλαος Γ Παντελαίος, Ιωάννης Α Δεσύλλας.

Κωμόπολις Ναούσης (Δήμαρχος Ν. Μαλατέστας): Δημήτριος Π Δημητρακόπουλος, Ηλίας Σαράντος, Ιωάννης Μεταξάς, Αντώνιος Κορτιάνος (δεν παρευρέθη λόγω ασθενείας).

Χωρίον Κώστου(Πάρεδρος Ιωάννης Α. Καπαρός): Ιωάννης Α Καπαρός, Αναστάσιος Ρούσσος

Χωρίον Δραγουλά (Πάρεδρος Νικήτας Ν. Άγουρος): Γεώργιος Κληρονόμος

Χωρίον Μαρμάρων (Πάρεδρος Νικήτας Ν. Άγουρος): Ιωάννης Γιαννουλάκης, Νικήτας Άγουρος (δεν παρευρέθη λόγω ασθενείας).

Χωρίον Τσιπίδου (Δήμαρχος Μαρπήσσης ΓΣ Δελαγραμμάτης): Νικόλαος Βατιμπέλας, Νικόλας Πόυλιος, Γεώργιος Σ Δελαγραμμάτης (απών).

Χωρίον Ωλιάρου (Πάρεδρος Δ. Βιάζης): Παναγής Καλάργυρος, Ματθαίος Μαούνης.

Τα αποτελέσματα ανέδειξαν πληρεξουσίους Πάρου τους Δ. Π. Δημητρακόπουλο (21 ψήφοι) και Ζ. Μάτσα Μαυρογένη (21). Συμμετείχαν και οι Νικόλαος Ψαράκης (Παροικιά, 11 ψήφοι), Ν. Βατιμπέλας (Τσιπίδος, 7), Λεονάρδος Κονδύλης (Παροικία, 7), Νικόλαος Μαλατέστας (Νάουσα, 6 ψήφοι), Κωνσταντίνος Δαμίας (Παροικία, 6), Π. Μαυρομάτης (Παροικία, 6).

Ο Δήμαρχος Πάρου αρνήθηκε να επικυρώσει τις υπογραφές και συνεπώς την εκλογή.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1844 υπάρχει εγγεγραμμένος ο Ανεγνώστης Κληρονόμος 50 ετών.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 53χρονος έμπορος Νικόλαος Κληρονόμος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Δραγουλά του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 40χρονος γεωργός Δημήτριος Κληρονόμος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 31χρονος γεωργός Αυγουστλης Κληρονόμος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1847 είναι εγγεγραμμένος ο Κληρονόμος Αναγνώστης 53 ετών μυλωνάς.

1848. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Ιωάννης Δημητρίου Κληρονόμος (1848), ετών 55, μυλοθρός, έγγαμος.

1858. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Αντώνιος Δημητρίου Κληρονόμος (1858), ετών 45, μυλοθρός, έγγαμος.

1873. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Ιωάννης Γεωργίου Κληρονόμος (1873), ετών 30, γεωργός, έγγαμος.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Κληρονόμος Χριστόδουλος του Δημήτρη 36 ετών γεωργός από τον Δραγουλά. Αλλά και ο Κληρονόμος Ιωάννης του Αυγουστή 36 ετών ναυτικός από τα Μάρμαρα.

1877. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Ειρήνη Ιωάννη Κληρονόμου (1877), ετών 26, οικιακά, άγαμος.

1880. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Χριστίνα Γεωργίου Κληρονόμου (1880), ετών 23, οικιακά, άγαμος.

–1880. Σε έγγραφο στις 20 Φεβρουαρίου 1880 «εμβήκαν του Φ. Χανιώτη οι γάιδαροι εις του Τζιμπούκη, Αποκοπτής Ιωάννης Κληρονόμος, πινάκια δυο, μάρτυρες Ν. Ζομπόνης, Μάρκος Δελέντας, Ιωαν. Λαχταρίδης. Εις τας 4 Μαρτίου εμβήκεν ο γάιδαρος του Σπανόπουλου εις το Τζιμπούκη, το απόκοχε ο αποκοφτής Ι. Κληρονόμος, πινάκια τρία. Νικόλαος Παυλάκης, Πέτρος Καβάλης».

1881. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Μαργαρίτα Ιωάννη Κληρονόμου (1881), ετών 22, οικιακά, άγαμος.

1882. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Δημητρίος Γεωργίου Κληρονόμος (1882), ετών 21, εργάτης, άγαμος.

1884. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Αικατερίνη Γεωργίου Κληρονόμου (1884), ετών 19, οικιακά, άγαμος.

1884. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Αννέζα Ιωάννη Κληρονόμου (1884), ετών 19, οικιακά, άγαμος.

–1884. Υποθηκοδάνειο. Ερμούπολις Σύρου 1884, Οκτωβρίου 18. Αναφέρεται ο Σταύρος Ανδρέα Θαλασσινός, πλοίαρχος, κάτοικος του χωριού Τσιπίδου, του Δήμου Μαρπήσσης Πάρου. Αναφέρονται επίσης οι ιδιοκτήτες κτημάτων στην Μεσάδα των Ιακώβου Αντωνόπουλου, Αντωνίου Κληρονόμου, Δημητρίου Ανουσάκη. Στο Αυκουλάκι τα κτήματα του Ιωάννη Αλιπράντη και Βίτου Τσαντουλή και του Αντωνίου Μελανίτη.

1885. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Άννα Αντωνίου Κληρονόμου (1885), ετών 18, οικιακά, άγαμος.

1887. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Κωνσταντίνος Γεωργίου Κληρονόμος (1887), ετών 16, εργάτης, άγαμος.

1888. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Ειρήνη Αντωνίου Κληρονόμου (1888), ετών 15, οικιακά, άγαμος.

1889. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Ανδριάνα Ιωάννη Κληρονόμου (1889), ετών 14, οικιακά, άγαμος.

1890. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Αρχοντική Γεωργίου Κληρονόμου (1890), ετών 13, οικιακά, άγαμος.

1893. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Καλλιόπη Ιωάννη Κληρονόμου (1893), ετών 10, οικιακά, άγαμος.

1893. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Δημήτριος Αντωνίου Κληρονόμος (1893), ετών 10, μαθητής, άγαμος.

1900. Αντιπαριώτου Μόσχω, όνομα συζύγου: Ιωάννης, Κύριο όνομα και επώνυμο πατρός: Ι. Κληρονόμος. Έτος γέννησης: 1900. Επάγγελμα: οικοκυρά.

1900. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Μοσχούλα Ιωάννη Γ. Κληρονόμου (1900), ετών 3, άνευ, άγαμος.

1901. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Βαρβάρα Ιωάννη Γ. Κληρονόμου (1901), ετών 2, άνευ, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Χαρίκλεια χήρα Ιωάννη Κληρονόμου, κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 60, μαία.

1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Φλωρέτζα Αντωνίου Κληρονόμου, ετών 40, οικιακά, έγγαμος.

1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Χαρίκλεια Ιωάννη Κληρονόμου, ετών 60, οικιακά, έγγαμος.

1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Βαρβάρα Γεωργίου Κληρονόμου, ετών 50, οικιακά, έγγαμος.

1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Βασιλική Ιωάννη Γ. Κληρονόμου, ετών 25, οικιακά, έγγαμος.

1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Ζαμπέτα Ιωάννη Κληρονόμου, ετών 45, οικιακά, έγγαμος.

–1911. Χαρίκλεια Ιωάν. Κληρονόμου, Μαία στον Δήμο Μάρπησσας το 1911.

–1947. Στις 20 Ιουνίου 1947, το στο Κοινοτικό Συμβούλιο Αρχιλόχου συμμετέχει και ο Ιωάννης Κληρονόμος.

–1950. Στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Παροικιάς στις 17 Μαΐου 1950 είναι εγγεγραμμένη η Αντιπαριώτη Μόσχω (γεν. 1900), όνομα συζύγου Ιωάννης, όνομα πατρός Ι. Κληρονόμος.

–1954. 21 Νοεμβρίου 1954 ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ. ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΑΡΧΙΛΟΧΟΥ: Εξελέγησαν οι κ.κ. Κωνστ. Φ. Ραγκούσης, Λυκούργος Σάμιος, Ιωσήφ Βαζαίος, Ιωάν. Κληρονόμος και Αντ. Γ. Δελένδας.

 

Κοδαρίνης: Βλέπε Κονταρίνης


Κοζίρης: Το επώνυμο Κοζίρης μαρτυρείται στην Πάρο κατά τις αρχές του 18ου αιώνα. Η ετυμολογική του προέλευση δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα από τη συγκεκριμένη μαρτυρία και δεν είναι ασφαλές να χαρακτηριστεί ως πατρωνυμικό, παρωνυμικό ή πατριδωνυμικό χωρίς πρόσθετα στοιχεία.

Το 1716, σε πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης του κοινού της Παροικιάς, στις 14 Ιανουαρίου, κατά την εκλογή νοταρίου και καγκελαρίου, αναφέρεται ο παπά Γεώργιος Κοζίρης. Η μαρτυρία δείχνει ότι η οικογένεια ήταν ήδη εγκατεστημένη στην Παροικιά και ότι ο Γεώργιος Κοζίρης ανήκε στον τοπικό κλήρο και συμμετείχε στα κοινοτικά πράγματα του νησιού.

Πρόκειται, μέχρι σήμερα, για περιορισμένη αλλά σαφή παρουσία του επωνύμου στην Πάρο στις αρχές του 18ου αιώνα.

–1716. Σε πρακτικό εκλογής νοταρίου – καγκελαρίου από το κοινό της Παροικιάς στη Γενική Συνέλευση της 14 Ιανουαρίου 1716, μαρτυρείται ο παπά Γεώργιος Κοζίρης.

 

–Κοκαρίδας: Το επώνυμο Κοκαρίδας εμφανίζεται στην Πάρο σε νεότερη εποχή και, σύμφωνα με καταγραφή του 1989, συνδέεται με οικογένεια καταγόμενη από τη Μονεμβασία Λακωνίας. Πρόκειται, επομένως, για πατριδωνυμικό επώνυμο, εφόσον η οικογενειακή προέλευση από τη Μονεμβασία αποτελεί τη βάση της παρουσίας της οικογένειας στην Πάρο.

Η συγκεκριμένη μαρτυρία είναι αρκετά όψιμη και δεν διαθέτουμε προς το παρόν παλαιότερες αναφορές που να δείχνουν εγκατάσταση των Κοκαρίδων στην Πάρο. Ως εκ τούτου, πρόκειται για νεότερη οικογένεια με καταγωγή από τη Μονεμβασία, χωρίς μέχρι σήμερα να τεκμηριώνεται παλαιότερος παριανός κλάδος.

–1989. Το έτος 1989 καταγωγή από την Μονεμβασία Λακωνίας.

 

Κόκκινος: Το επώνυμο Κόκκινος είναι παρωνυμικό, προερχόμενο από το επίθετο «κόκκινος», πιθανότατα ως προσωνύμιο που χαρακτήριζε κάποιο πρόσωπο.

Η παρουσία του στην Πάρο μαρτυρείται ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα. Το 1709 αναφέρεται ο Αθανάσιος Κόκκινος, χωρίς περισσότερα στοιχεία για την οικογένειά του.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεταγενέστερη παρουσία του επωνύμου στη Νάουσα. Στην απογραφή προσφύγων του 1829 καταγράφεται ο Μιχαήλος Κόκκινος, 51 ετών, βαστάζος, μαζί με τη σύζυγό του Τριανταφυλλιά Κοκκίνου και τα παιδιά τους Γεώργιο, 18 ετών, Ιωάννη, 8 ετών, και Γιακουμίνα. Η οικογένεια αυτή ανήκε στους προσφυγικούς πληθυσμούς που εγκαταστάθηκαν στη Νάουσα μετά τις αναστατώσεις των προηγούμενων δεκαετιών.

Οι δύο μαρτυρίες δείχνουν ότι το επώνυμο Κόκκινος υπήρχε στην Πάρο ήδη από το 1709, ενώ στις αρχές του 19ου αιώνα απαντά και στη Νάουσα. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι η οικογένεια του Μιχαήλου Κόκκινου συνδεόταν άμεσα με τον Αθανάσιο Κόκκινο του 1709.

–1709. Το 1709 αναφέρεται ο Κόκκινος Αθανάσιος.

–1829. Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Μιχαήλος Κόκκινος 51 ετών βαστάζος, η σύζυγός του Τριανταφυλλιά Κοκκίνου, ο γιός του Γεώργιος Κόκκινος 18 ετών, ο γιός του Ιωάννης Κόκκινος 8 ετών και η κόρη του Γιακουμίνα Κοκκίνου.

 

Κόκκος: Το επώνυμο Κόκκος μαρτυρείται στην Πάρο ήδη από τις αρχές του 17ου αιώνα. Πρόκειται πιθανότατα για παρωνυμικό επώνυμο, από τη λέξη «κόκκος», χωρίς όμως να μπορεί να αποκλειστεί κάποια άλλη τοπική ή οικογενειακή προέλευση.

Το 1632, σε έγγραφο της 14ης Φεβρουαρίου, αναφέρεται ο Φραντζεσκάκης Κόκκος, του οποίου μνημονεύεται το λιβάδι: «ομοία του λειβαδίου του Φραντζεσκάκη Κόκκου». Η μαρτυρία αυτή δείχνει ότι η οικογένεια ήταν ήδη εγκατεστημένη στην Πάρο κατά την πρώιμη οθωμανική περίοδο και διέθετε ακίνητη περιουσία στο νησί.

Η αναφορά του 1632 αποτελεί, μέχρι στιγμής, μία από τις παλαιότερες γνωστές μαρτυρίες του επωνύμου Κόκκος στην Πάρο.

–1632. Σε έγγραφο στις 14 Φεβρουαρίου 1632: «ομοία του λειβαδίου του Φραντζεσκάκη Κόκκου.

 

Κοκκώνης: Το επώνυμο Κοκκώνης παρουσιάζει στην Πάρο μία σύντομη και αρκετά όψιμη παρουσία, για την οποία δεν διαθέτουμε ακόμη στοιχεία που να επιτρέπουν ασφαλή σύνδεση με παλαιότερη παριανή οικογένεια. Η μορφή του δεν επιτρέπει ασφαλή χαρακτηρισμό ως πατρωνυμικού, μητρωνυμικού, παρωνυμικού ή πατριδωνυμικού χωρίς πρόσθετες μαρτυρίες.

Το 1906, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Αιγαίο» της 8ης Ιουλίου, έφθασε στην Πάρο ο Κοκκώνης, ιδιοκτήτης των μεταλλείων της Αντιπάρου, για υποθέσεις που αφορούσαν τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες. Η αναφορά αυτή αποτελεί μέχρι σήμερα την παλαιότερη γνωστή μαρτυρία του επωνύμου στον παριανό χώρο και συνδέει τον Κοκκώνη περισσότερο με την οικονομική ζωή της Αντιπάρου και των Κυκλάδων παρά με έναν παλαιό παριανό οικογενειακό κλάδο.

Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο φαίνεται, επομένως, περιορισμένη και περιστασιακή, ενώ η καταγωγή του Κοκκώνη παραμένει προς το παρόν άγνωστη και χρειάζεται περαιτέρω έρευνα.

–1906. (εφ. «Αιγαίο» 8 Ιουλ. 1906). Το καλοκαίρι του ίδιου έτους έφθασε στην Πάρο ο ιδιοκτήτης των μεταλλείων της Αντιπάρου Κοκκώνης για υποθέσεις του.

Κολαλής: Επώνυμο που απαντάται στη Νάουσα της Πάρου και συνδέεται με οικογένεια μικρασιατικής καταγωγής, η οποία εγκαταστάθηκε στο νησί κατά το προσφυγικό ρεύμα που ακολούθησε τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922.

Η οικογένεια Κολαλή αποτελεί έτσι μία από τις νεότερες προσφυγικές οικογένειες της Νάουσας, ενταγμένη στη μικρασιατική παρουσία που διαμόρφωσε σημαντικά την κοινωνία του χωριού κατά τον 20ό αιώνα. Δεν υπάρχουν μέχρι σήμερα στοιχεία που να δείχνουν παλαιότερη παρουσία του επωνύμου στην Πάρο.

 

Κολαράς: Επώνυμο που συνδέεται με οικογένεια μικρασιατικής καταγωγής, η οποία εγκαταστάθηκε στη Νάουσα της Πάρου μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η παρουσία της εντάσσεται στο ευρύτερο κύμα των Μικρασιατών προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στη Νάουσα και συνέβαλαν στη διαμόρφωση της κοινωνίας της κατά τον 20ό αιώνα.

Η οικογένεια Κολαρά αποτελεί επομένως νεότερη προσφυγική παρουσία στην Πάρο, χωρίς μέχρι σήμερα να προκύπτουν στοιχεία που να τη συνδέουν με παλαιότερο παριανό επώνυμο.

 

Κολαρατούλης: Μαρτυρείται ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα. Από τη μορφή του φαίνεται πιθανότερα να πρόκειται για πατρωνυμικό ή υποκοριστικό σχηματισμό, χωρίς όμως να μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα η αρχική ρίζα του επωνύμου.

Το 1730, σε πωλητήριο έγγραφο της 7ης Ιουλίου, που συντάχθηκε στον Τσιπίδο, αναφέρεται ως μάρτυρας ο παπά Ιωάννης Κολαρατούλης. Στο ίδιο έγγραφο ο Δημήτριος Σκορδίλης πωλεί γονικό του χωράφι στην Περιβόλα, ενώ την πράξη συνέταξε ο ίδιος και την υπέγραψαν ως μάρτυρες ο παπά Θόδωρος Μελέχας και ο Ιωάννης Κολαρατούλης.

Η αναφορά αυτή αποτελεί μέχρι σήμερα μία από τις παλαιότερες γνωστές μαρτυρίες του επωνύμου στην Πάρο και δείχνει την παρουσία των Κολαρατούληδων στην περιοχή του Τσιπίδου κατά τον 18ο αιώνα.

–1730. Πώληση χωραφιού στον Τζιπίδο, 7 Ιουλίου 1730, Ενώπιον των μαρτύρων Δημητρίου Σκορδίλη που συνέταξε και το έγγραφο, και των παπα Θόδωρου Μελέχα και Ιωάννη Κολαρατούλη, ο ανωτέρο=ω Σκορδίλης πωλεί ένα γονικό του χωράφι στην Περιβόλα.

 

Κοληδάς ή Κολυδάς: Είναι επώνυμο που μαρτυρείται στην Πάρο ήδη από τα μέσα του 18ου αιώνα. Η μορφή του δεν επιτρέπει ασφαλή προσδιορισμό της ετυμολογίας του, χωρίς παλαιότερα στοιχεία που να δείχνουν αν πρόκειται για παρωνυμικό, πατρωνυμικό ή άλλη κατηγορία επωνύμου.

Το 1751, σε έγγραφο της 4ης Νοεμβρίου, αναφέρεται ο Κωνσταντής Κοληδάς, ιδιοκτήτης χωραφιού με αλώνι και πηγάδι, που συνόρευε με περιουσία του Κορτιάνου. Πρόκειται για την παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο.

Το επώνυμο Κολυδάς εξακολουθεί να απαντάται σήμερα στη Νάουσα, γεγονός που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη γενεαλογική συνέχεια της οικογένειας. Ωστόσο, με τα σημερινά διαθέσιμα στοιχεία δεν μπορεί ακόμη να αποδειχθεί ότι η σύγχρονη οικογένεια συνδέεται άμεσα με τον Κωνσταντή Κοληδά του 1751. Η πιθανή συνέχεια αποτελεί ενδιαφέρον πεδίο για περαιτέρω έρευνα στα δημοτολόγια, μητρώα αρρένων, εκλογικούς καταλόγους και εκκλησιαστικά αρχεία της Νάουσας.

–1751. Σε έγγραφο στις 4 Νοεμβρίου 1751 αναφέρεται ο Κωνσταντής Κοληδάς με χωράφι συμπνιος Κορτιάνου με αλώνι και πηγάδι.

 

Κόλιας: Βλέπε Κόλλιας

 

–Κολίβος ή Κοληβός ή Κολυβός ή Κόλυβος: είναι ένα παλαιό παριανό επώνυμο, που πιθανότατα είναι παρωνυμικό, προερχόμενο από παλαιότερο παρωνύμιο ή προσωνύμιο. Η οικογένεια μαρτυρείται ήδη από τις αρχές του 17ου αιώνα στα χωριά του Κεφάλου, όπου συνδέεται και με το τοπωνύμιο «στην Κολυβού».

Η παλαιότερη γνωστή αναφορά χρονολογείται από το 1630, όταν σε πωλητήριο έγγραφο του Κεφάλου αναφέρεται ο Νικολός Αντώνης Κόλυβος, ως σύμπλιος σε χωράφι στον Τσιπίδο. Αργότερα, το 1715, αναφέρεται αμπέλι στο Χωριδάκι, σύμπλιο του παπά Κολυβού.

Κατά τον 18ο αιώνα η οικογένεια εμφανίζεται πλέον και στην Παροικιά, με σημαντικότερο εκπρόσωπο τον ιερέα Αντώνιο Κολυβό ή Κοληβό, ο οποίος από το 1723 έως το 1752 μαρτυρείται επανειλημμένα στις Γενικές Συνελεύσεις και στις κοινοτικές πράξεις της Παροικιάς. Συμμετείχε σε εκλογές κοινοτικών οργάνων, φορολογικές διαδικασίες και άλλες σημαντικές υποθέσεις του κοινού της Πάρου.

Οι μαρτυρίες αυτές δείχνουν ότι οι Κολίβοι ήταν παλιά παριανή οικογένεια με ρίζες στον Κέφαλο και παρουσία στην Παροικιά, η οποία κατά τον 18ο αιώνα είχε αποκτήσει και εκκλησιαστικό και κοινοτικό ρόλο.

–1630. Πώληση χωραφιού. Καστέλλι Κεφάλου, 6 Φεβρουαρίου 1630. «Ενώπιον του ιερέα Δημητρίου Λουκή και οικονόμου Κεφάλου που συνέταξε το πωλητήριο αυτό έγγραφο στο καστέλλι του Κεφάλου, στον Τζιπίδο, ο Ιωάννης Γουλιαρμή Λουκής πωλεί στον εγγονό του ιερέα Ιωάννη Παπαδόπουλο το χωράφι οπού έχει οπίσω εις το Πελιγάρδιν τους (περιβόλι), για 25 ρεάλια, πλησίον του κυρ Νικολού Αντώνη Κόλυβου..

Το έγγραφο υπογράφουν ο Ιωάννης Παιδιάτης (ή Πεδιάτης), ο Σάββας Βουτζαράς, ο Γιάκωβος Συρίγος, ο Μιχέλης Βιτζαράς και ο Γεώργιος Μνηγού Σκορδίλης.

–1715. Αμπέλι στο Χωριδάκι σύμπλιος παπα Κολυβός.

–1723. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 30 Ιανουαρίου 1723 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο παπά Αντώνης Κοληβός.

–1724. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 13 Δεκεμβρίου 1724 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο παπά Αντώνης Κοληβός.

–1730. Σε πρακτικό πωλήσεως του φόρου της δεκάτης του κοινού Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, της 26 Ιουλίου 1730 μαρτυρείται ο παπά Αντώνης Κοληβός.

–1734. Προικοσύμφωνο του Νικολού ιού του κυρ Μιχάλη Καμπούρη με την θυγατέρα του Γιώργη Βλασταρη ονόματι Μαρία στην Παροικιά στις 13 Νοεμβρίου 1734. Γονικό σπίτι εις τοποθεσίαν Χάλαρα σιμπλιον Μόσκου Αντώνη Λεκατη, μαρτυρά ο παπά Αντώνης Κολιβός

–1734. Ιερέας Παροικιάς Αντώνιος Κολυβός υπογράφει προικοσύμφωνο στις 13 Νοεμβρίου 1734.

–1736. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 22 Ιανουαρίου 1736, αναφέρεται ο παπά Αντώνης Κολίβος.

–1738. Στις 1η Μαρτίου 1738 αναφέρεται ο ιερέας Κολυβός Αντώνιος.

–1738. Μαρτυρία υπερασπίσεως συμπατριώτη τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά (για αντίδραση στην συγκέντρωση της φορολογίας), κατά τη Γενική Συνέλευση από τα κοινά της Πάρου, της 16 Ιουλίου 1738, υπογράφει ο παπά Αντώνης Κολιβός.

–1739. Πρακτικό εκλογής κοινοτικών επιστατών του ναού της Εκατονταπυλιανής σε Γενική Συνέλευση του κοινού της Παροικιάς στις 10 Μαρτίου 1739 αναγράφεται ο παπά Αντώνης Κολίβος.

–1739. Πρακτικό εκλογών κατά την Γεν. Συνέλευση στις 30 Αυγούστου 1739 απεσταλμένου των κοινών της Πάρου στην Κωνσταντινούπολη, εκλέγουν τον Νικόλαο Μαυρογένη, προκειμένου να διαπραγματευθεί τα οικονομικά θέματα του νησιού. Αναφέρεται ο παπά Αντώνης Κοληβός.

–1740. Σε πρακτικό εκλογής «καταστιχογράφων» των φόρων του κοινού Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση της 23 Απριλίου 1740, μαρτυρείται ο παπά Αντώνης Κοληβός.

–1741. Κατά τη Γενική Συνέλευση, της 18 Νοεμβρίου 1741, οι προεστοί και κοινοτικοί εκπρόσωποι της Παροικιάς Πάρου, αποφάσισαν να συλλάβουν, να φυλακίσουν και τέλος να εκτοπίσουν από το νησί τους τον συντοπίτη τους Ιωάννης Βασιλάκης, λόγω του σκανδαλώδους τρόπου της ζωής του και άλλων ανάρμοστων πράξεων. Υπογράφει ο παπά Αντώνης Κοληβός.

–1743. Εκλογή κατά τη Γενική Συνέλευση «επιτρόπου και προβλέπτη» απεσταλμένου από τα κοινά της Πάρου, στις 20 Φεβρουαρίου 1743 αναφέρεται ο παπά Αντώνης Κολιβός.

–1752. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Παροικιάς σε Γενική Συνέλευση στις 6 Σεπτεμβρίου 1752 μαρτυρείται ο ιερέας Παροικιάς Αντώνιος Κολιβός.

 

Κολιαδήμας: Το επώνυμο Κολιαδήμας είναι πιθανότατα πατρωνυμικό, σχηματισμένο από προσωπικό όνομα ή προσωνύμιο Κολιάς/Κόλλιας, με την κατάληξη -ήμας. Δεν προκύπτει από τη διαθέσιμη μαρτυρία κάποια συγκεκριμένη γεωγραφική καταγωγή του επωνύμου, επομένως δεν θα ήταν ασφαλές να αποδοθεί σε συγκεκριμένο τόπο.

–1951. Σε εκλογικό κατάγολο Αντιπάρου στις 5 Ιουλίου 1951 υπάρχει εγγεγραμμένη η Κολιαδήμα Μαρία, όνομα συζύγου Χαρίλαος, όνομα πατρός Νικόλαος Πατέλης.

 

Κόλλιας ή Κόλιας: Το επώνυμο Κόλλιας ή Κόλιας είναι οικογενειακό επώνυμο μικρασιατικής προέλευσης. Η συγκεκριμένη οικογένεια προερχόταν από τον Γέροντα της Επαρχίας Μιλήτου στη Μικρά Ασία και εγκαταστάθηκε στη Νάουσα της Πάρου μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, στο πλαίσιο της εγκατάστασης προσφύγων στα νησιά του Αιγαίου. Πρόκειται επομένως για τοπωνυμικής/πατριδωνυμικής προέλευσης οικογενειακή γραμμή, της οποίας η παρουσία στην Πάρο είναι νεότερη και προσφυγική.

Στη Νάουσα εγκαταστάθηκαν τα μέλη της οικογένειας, όμως, εκτός από την Μαρία Κόλλια, τα υπόλοιπα αδέλφια μετακινήθηκαν αργότερα στον Πειραιά, στην περιοχή του Καραβά.

Η Μαρία Κόλλια παντρεύτηκε, πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Παναγιώτη Χαμηλοθώρη του Γιαννακού, φούρναρη από τη Νάουσα. Το ζευγάρι απέκτησε τέσσερα παιδιά, δύο αγόρια, τον Γιαννακό και τον Θανάση, και δύο κόρες, τη Μύρισα και την Όλγα.

Η οικογενειακή αυτή μαρτυρία καταγράφει μία από τις νεότερες προσφυγικές οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στη Νάουσα της Πάρου μετά το 1922, εμπλουτίζοντας τον πληθυσμό του χωριού με ανθρώπους που έφεραν μαζί τους τη μνήμη και την καταγωγή της μικρασιατικής τους πατρίδας.

 

–Κολομπαρίτζης: Το επώνυμο Κολομπαρίτζης είναι πατριδωνυμικό, καθώς η μορφή «Κεφαλληνιεύς» που συνοδεύει τον πρώτο γνωστό φορέα του στην Πάρο δηλώνει σαφώς καταγωγή από την Κεφαλλονιά. Πρόκειται, επομένως, για οικογένεια που εγκαταστάθηκε στην Πάρο, χωρίς μέχρι σήμερα να προκύπτουν παλαιότερες μαρτυρίες για παρουσία της στο νησί.

–1826. Σε προικοσύμφωνο Παροικιάς της 27ης Ιουλίου 1826 μνημονεύεται ο Κωνσταντής Κεφαλληνιέως Κολομπαρίτζης, ο οποίος παίρνει για γυναίκα του την Αικατερίνη κόρη της Θεοδωρουλάκης Αντ. Χριστοφόρου. (ΓΑΚ, 215, 123ν)

 

Κολονέλος: Το επώνυμο Κολονέλος παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς την προέλευσή του. Η μορφή του πιθανότατα συνδέεται με τίτλο ή προσωνύμιο τιμητικού χαρακτήρα, ενώ δεν μπορεί να αποκλειστεί κάποια σχέση με κρητοβενετικές οικογένειες, ιδίως λόγω της παρουσίας του επωνύμου στην Πάρο κατά τον 17ο αιώνα. Η μέχρι σήμερα μαρτυρία είναι περιορισμένη και δεν επιτρέπει ασφαλέστερη σύνδεση με συγκεκριμένη οικογένεια.

–1664. Ανακαινίζεται το καθολικό της μονής του Αγίου Γεωργίου Λαγκάδας Μάρπησσας: «Ανεκαινίστι εκ βόθρου (…) διά σιδρομίς κ(αι) εξόδου (…) Βλασήου Κολονέλου κε της συβίας αυτού Μαρκέτας 1664 μηνί Μα(ΐω ή-ρτίω).

 

Κολούρης: Το επώνυμο Κολούρης απαντά στην Πάρο ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να διαθέτουμε αρκετές μαρτυρίες ώστε να παρακολουθήσουμε με ασφάλεια την πορεία μιας πολυπληθούς οικογένειας στο νησί. Ως προς την ονοματολογία του, το επώνυμο φαίνεται πιθανότερο να είναι παρωνυμικό, σχηματισμένο από κάποιο προσωπικό προσωνύμιο ή χαρακτηρισμό, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί και άλλη τοπική ή οικογενειακή προέλευση.

–1821. Καταγραφή των κοινών χρεών της Νήσου Πάρου εγείνον εις Κωνσταντινούπολιν εις εκφόρους αποστολάς κατά το τελευτάτον _ καταχωρημένον εις τον κοινόν Κώδημα καθού είς του τελευταίου χρόνου απεσταλμένων. Μ. Τσιγώνια, και Ιω. Κορτιάνου λογαριασμούς, τα οποία μένουν ενεξόφλητα τα κεφάλαια ομολογιών οι δε τόκοι αυτών είναι πληρωμένοι μέχρι του χιλιοστού οκτακοσιοστού έτους.

Ομολογία Αποστόλη Κολούρη γρ. 4000 και η Ροδούσα Κολούρη με 1000 γρ.

 

Κολυδάς: Βλέπε Κοληδάς


–Κομητάς ή Κομίτο: Πιθανότατα επαγγελματικό ή κοινωνικό επώνυμο, συνδεόμενο με τον λόγιο τύπο «κόμητας» και ευρύτερα με το λατινικό comes, δηλαδή τον κόμη και τον αξιωματούχο. Η παράλληλη γραφή Κομίτο φανερώνει πιθανή βενετική ή ιταλική γλωσσική επίδραση, ιδιαίτερα ταιριαστή με το παριανό περιβάλλον του 17ου αιώνα, όπου συνυπήρχαν ορθόδοξοι και καθολικοί πληθυσμοί και υπήρχαν στενές σχέσεις με τη Βενετία. Δεν υπάρχουν, από τα στοιχεία που έχουμε, ασφαλείς ενδείξεις ότι πρόκειται για πατρωνυμικό ή πατριδωνυμικό επώνυμο.

Η οικογένεια εμφανίζεται στην Πάρο ήδη από το 1672, και μάλιστα σε ιδιαίτερα σημαντικό έγγραφο που φανερώνει τη θέση της στην κοινωνία της εποχής. Στις 29 Μαΐου 1672, σε αίτημα των κατοίκων της Πάρου προς τον Γάλλο προϊστάμενο της Καθολικής Εκκλησίας Jacques Dinet, με το οποίο ζητούσαν την εγκατάσταση πατέρων της Καθολικής Εκκλησίας στο νησί, υπογράφουν μεταξύ άλλων κατοίκων της Νάουσας ο Εμμανουήλ Κομητάς και ο Τζώρτζης Κομίτο. Η διπλή αυτή μορφή του επωνύμου, Κομητάς και Κομίτο, αποτελεί ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο για την ιστορία της οικογένειας.

Μόλις δύο χρόνια αργότερα, το 1674, ο Εμμανουήλ Κομητάς κατέχει ήδη εξέχουσα θέση στην Παροικιά. Υπογράφει ως επίτροπος του Κοινού της Παροικιάς, «διά το όνομα όλης της Κοινότητος», σε πράξη παραχώρησης οικοπέδου στους Ιησουίτες για την ανέγερση μονής και σχολείου. Η παρουσία του ανάμεσα στους εκπροσώπους της κοινότητας δείχνει ότι δεν επρόκειτο για πρόσωπο περιθωριακής κοινωνικής θέσης, αλλά για μέλος με ενεργό ρόλο στα κοινά.

Ο ίδιος Εμμανουήλ Κομητάς εμφανίζεται και στα έγγραφα της δεκαετίας του 1680, όπου συνδέεται με το προξενικό περιβάλλον της Βενετίας στην Πάρο. Σε πράξεις της περιόδου αναφέρεται ως προξενικός καντζιλιέρης, γεγονός που ενισχύει την εικόνα μιας οικογένειας ενταγμένης στο διοικητικό και εμπορικό περιβάλλον της Παροικιάς του 17ου αιώνα.

Οι μαρτυρίες αυτές τοποθετούν τους Κομητάδες στην Πάρο ήδη από το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα και, ειδικότερα, στη Νάουσα και την Παροικιά, σε μια εποχή κατά την οποία το νησί αποτελούσε χώρο συνάντησης ορθόδοξων και δυτικών καθολικών κοινοτήτων. Η χρήση των δύο μορφών Κομητάς – Κομίτο πιθανότατα αντανακλά ακριβώς αυτό το πολυγλωσσικό και βενετοκρατούμενο περιβάλλον.

Έτσι, οι Κομητάδες καταγράφονται ως μία από τις παλαιότερες οικογένειες που μαρτυρούνται στην Πάρο κατά τον 17ο αιώνα, με ιδιαίτερη παρουσία στα κοινοτικά και προξενικά πράγματα της Παροικιάς.

–1672. Σε αίτημα των παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας Πατέρα της Καθολικής Εκκλησίας  Jacques Dinet για να ζητήσουν πατέρες της καθολικής εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο. «Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας, ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ ενδόξου συντροφιάς υου ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον μας πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την επιστήμην δια τους μεταγεναστέρους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος άλλο δεν είναι εις όλα τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται…»

Πάρος: εν έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29) εις το παλαιόν: +Ταπεινός Μητροπολίτης Παροναξίας Μελέτιος.

Το πιο πάνω αίτημα υπογράφουν χριστιανοί, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατοίκων της Νάουσας μεταξύ άλλων και ο Εμμανουήλ Κομητάς και ο Τζορτζης Κομίτο.

–1674. Σε έγγραφο Παροικιάς στις 7 Μαΐου 1674 που αφορά σε παραχώρηση οικοπέδου εκ μέρους του νησιού προς τους μοναχούς Ιησουΐτες υπογράφει ως επίτροπος «διά το όνομα όλης της Κοινότητος» και ο Εμμανουήλ Κομητάς, επίτροπος του Κοινού της Παροικιάς. Η κοινότητα της Παροικιάς δώρισε στους Πατέρες Ιησουίτες εν Νάξο, εκ των κτημάτων του ναού της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής, οικόπεδο για την ανέγερση Μονής. «Εις δόξαν χριστού αμήν 1674 εις τας 7 του μαϊου εν καστέλιω Παροικίας οι αιδεσιμωτάτοι πατέραις εκ της συντροφίας του Ιησού, διά να κτίσουσι μοναστήρι και σκολιό, και μην ευρίσκοντας τόπον αρμόδιον διά την αυτήν υπόθεσιν, διά τούτο θέλωμεν ημείς οι κατωθεν υπογεγραμμένοι, και εις το όνομα της κοινώτητος και δίδωμεν διά έργον χάρις των άνωθε αιδεσιμωτάτων πατέρων ένα κομμάτι χωράφι από της παναγίας μας της Καταπολιανής, εις το μάκρος ποδάρια του μέτρου εκατό δέκα και εις πλάτος άλλον τόσον και εις τούτο ομπληγαρόμαιστα οπώταν εις κανένα καιρόν ήθελε σικοθή τινάς να γυρέψει δικαιώματα εις το άνωθε κομμάτι το χωράφι όπου των χαρίζωμεν να ήμαιστε ημείς ομπληγάδοι να το πληρονωμεν της παναγίας, όθεν διά το βέβαιον απογράφωμεν διά χειρίσμας και εις το όνομα της άνωθε κοινότητος.

Οικονόμος Παροικίας, σακελλάριος Παροικίας, Νικόλαος ιερεύς πρωτοπαπάς Παροικίας, Πέτρος ιερεύς Βιτζαράς, Κώστας Μαίζας, Τεμένιγος ιερεύς, παπα Ιω. Γαλανός, Ελευθέριος ιερεύς Λουρδας, Νικόλαος ιερεύς…, παπα Ιωάννης …, παπα Πέτρος Μπουλαξής, παπα Στέφανος Βυτζαράς, παπα Φραντζέσκος Βιτζαράς, Γιακουμής Πατέλας, παπα Μιχαλής Κονταράτος, Μάρκος ιερεύς, Χωροεπίσκοπος Παροικιάς, Τζουάνες Σκληρός, Νικολός Κοντίλης, Μανόλης Αλισάφης, Μιχαήλ Βιτζαράς, Νικολός Κοτίλης, Γιώργης …, Μανώλης Αλεξάκης, Φραντζέσκος Μιχαλέτος Γραμματικός, Ιω. Βιτζαράς, Ιω. Σκιάδος, Ιω. Βιτζαράς, Κωστάκης Γαλανός, Τζώρτζης Ρουτες, Ιω. Σκιάδας, Γεώργης Μαυρομάτης, Ιω. Σπυρίδος, Δημήτρης Ταργέτας, Νικολός …, Μιχελής Δημητ…, Ιω. Πατελας, Ιω. Τουτέσκος, Bartolo Rozza, Γιαννούλης Ταργέντας, Αντώνης Αλλησάφης, τζουάνες Γιράρδης, Τζώρτζης Νταμόστος, Ιω. Του μαστρο Γιάκουμου, Γιόνης Μυστράτος, Δημήτρης Μαβρομάτης, Giacomo Zellini, Domenico Ferrari, Γιάννης Ντελαγραμμάτικας, Γεώργης Τακορόνιας.

–1681 Έγγραφο αγοραπωλησίας που είχε δημοσιευθεί στα «ΠΑΡΙΑΝΑ» 1983 από την συλλογή του Σίμου Συμεωνίδη.

+ Εις δόξαν Χριστού αμήν, 1681 εν μηνί Ιουνίου 12 εις το Καστέλι της Παροικιάς ενέμπροστεν εις εμένα τον νοτάριον Παροικιάς και εις τους υποκάτωθεν αξιοπίστους και παρακαλετούς μάρτυρες, την σήμερον με όλον του το θέλημα και με καλήν του γνώμην ο κυρ Πατίστας Νταλούφος δίνει και ελεύθερα πουλεί του ευλαβεστάτου παπά κύρ Φραντζέσκου Κρίσπου, ένα σπίτι κατώγι όπου έχει εις το Καινούργιο Πηγάδι με την αυλογυρισιά του ο διά ρεάλια δεκάξη ήτοι ρεάλια 16 σύμπλιος ο Νικολός Γαβρίλης και Αντωνίνα Μάρκου Ντουλούφη και από την σήμερον να είναι το αυτό σπίτι του άνωθεν Κρίσπου πουλήσει, χαρίσει, προικοδοτήσει, να το κάμη ως θέλει και βούλεται ώσαν καλά όπου το επλήρωσε και παίρνεται να ντεφεντέρη τον αυτόν αγοραστήν εις κάθε καιρόν που ήθελε τον εναντιωθεί κανείς μην ημπορεώντας ξανείς διά κανένα καιρόν να γυρέψη δικαιώματα και πένα και κοντάνα του κατά καιρό ζαπιτζή ριάλια 8 και πάντα το παρόν να έχη το βέβαιον. Όθεν εις πίστωσιν της αληθείας υπογράφουν και παρακαλετοί μάρτυρες.

-διά μαρτυρίας Αυγουστή Φαρούγη

-διά μαρτυρίας του Φραγκούλη Κονταράτου.

Πέτρος ιερεύς Βητζαράς και νοτάριος Παροικίας έγραψα και μαρτυρώ ως άνωθεν.

(Τ.Σ.) Εμείς ANTONIO SRIRIDO πρόξενος Βενετίας στην Πάρο βεβαιώνουμε την υπογραφή του ανωτέρω παπά Πέτρου Βητζαρά καθώς και την αυθεντικότητα του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.

Πάρος 6 Μαΐου 1684 νέο

ANTONIO SPIRIDO CONSOLE VENETO

Εμμανουήλ Κομητάς Προξενικός καντζιλιέρης.

–1682. Έγγραφο αγοραπωλησίας που είχε δημοσιευθεί στα «ΠΑΡΙΑΝΑ» το 1983 από την συλλογή του Σίμου Συμεωνίδη σχετικά με την Καθολική Συνοικία στην Παροικία.

+ Εις δόξαν Χριστού αμήν, 1682 εν μηνί μαρτίου 30 κατά το παλαιό. Προσκαλεσμένος εγώ ο νοτάριος υπογεγραμμένος Παροικίας από ένσταση της κερ’ Αντριάνας θυγάτηρ του ποτέ Ιωάννη Καλαβρέ, γυνή του πατρόν Φραντζέσκου Ρόσι ομάδι με την αδελφήν της την κερά Μαρία οι οποίες λέγουσι πως τους ευρίσκεται κληρονομική της άνωθεν Αντριάνας από την Άννα θυγάτηρ του ποτέ μαστο Γιάκουμου Αρτήμη μία εκκλησία καλούμενη Άγιος Νικόλαος ο Αρρανός εν τη τοποθεσία Καινούργιο Πηγάδι καθώς παρών την σήμερον εμαρτύρησαν η κεράτζα της και η αδελφή της μάνας της αυτής Αντριάνας πως είναι η εκκλησία ιδική των ονομαζόμενες Ειρήνη και Μαργαρίτα, σύμπλιος της αυτής εκκλησίας Τζώρτζης Χριστιανόπουλος και Μιχάλης Κατζαούνης και Πατίστας Ντουλόνος και Μαρκάκης Καλλέργης, η οποία κέρ Αντριάνα προβλέποντας και καταλεπτώς γνωρίζοντας ότι εφοβέριζε κίνδυνος κατά κράτος χαλασμού, διά τούτο πρίν χαλάσει εβουλήθηκε να προμηθέψη να την ανακαινίση και να την αναστήση διά ψυχινήν της σωτηρίαν και παντοτεινόν μνημόσυνον αυτηνής και των γονέων της και των κληρονόμων της με το να των τηνε αφιερώσουν δορυφόρων διά πάντοτε – λοιπόν βουλόμενοι συνγνωμικώς το άνω αντρόγυνο, ήγουν ο πατρόν Φραντζέσκος Ρόσι και η συμβία του Αντριάνα έχοντας παντοία γνώμη ως άνωθεν μαρτυρούσι οι άνωθεν Ειρήνη και Μαργαρίτα η κεράτζαν της πώς είναι καθολική νοικοκυρά και κληρονόμησα γνωρίζοντας το συμφέρον της ψυχής της και διά καλόν επιτηρητήν τον ευλαβέστατον εν ιερεύσι προ Φραντζέσκο Κρίσπο καπελάνο του αλτάριου του λατίνου εις την κερία την Καταπολιανή τον οποίο στερκτοί αποφασιστικά θέλουν και ελεύθερα χωρίς κανενός παρακίνηση προσηλώνουν, δόνουν, χαρίζουν και απαρατούν από την σήμερον τουν αυτόν ναόν με πάσαν του δικαίωμα που τον αγκίζει να ημπορή να κτίση, να αναστήση και να αυξήση και ως ορέγεται διά καλύτερον εις αυτόν να πράξη ως πράγμα ιδικόν του:

-ξεκαθαρίζοντας ότι όποτε θεού θέλημα είχε γενεί ο Μπατίστας ο υιός της άνωθεν Αντριάνας άξιος ιερεύς και επιτήδειος διά την υπηρεσίαν ταύτης της Εκκλησίας να προτιμάται υπέρ άλλου μετά τον θάνατον του ειρημένου Κρίσπου καθολικού εφημέριου να έχη την χάριν να εφημερεύει την αυτήν εκκλησίαν. Έστον τας ακόμη και τούτο, να έχουν μέσα εις τον αυτόν ναόν την μπαντοτεινή τως κατοικίαν, να θάβουνται και να μνημονέβουνται αιωνίως αυτοί και οι γονοί των και οι κληρονόμοι των και αν κανείς από τους κληρονόμους τονε κληρονόμος είχε αμφιβάλει εναντίον της θεαρέστου κανά πληρή κοντάνα της κατά καιρούς αφεντίας ριάλια 20 και να κληρονομά και την κατάρα του αγίου και των γονέων τως, μάλιστα να διαφεντέρουν και να ξεμηστεύουν από πάσαν κακότροπον άνθρωπον τον αυτόν υπηρέτην λεγόμενον Κρίσπον ως καθολικό οικοκύρη και κληρονόμο τους και ειρηνικού και παντοτεινό Ποσέσο διά το οποίον εις βεβαίωσιν τοιαύτης μισταποδόσεως προσκαλούμεν και μάρτυρες παρακαλετοί εις ασφάλειαν:

-διά μαρτυρίας του Τζώρτζη Λαζανιά

-δια μαρτυρίας του Ιωάννη Καλόπλαστου

Διά μαρτυρίας του Μανθέου Μπαρπέρη Κρητικού

Πέτρος ιερεύς Βιτζαράς νοτάριος Παροικίας έγραψα

(Τ.Σ.) Εμείς ANTONIO SPIRIDO Πρόξενος Βενετίας στην Πάρο βεβαιώνουμε την υπογραφή του ανωτέρω παπά Πέτρου Βητζαρά καθώς και την αυθεντικότητα του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.

Πάρος 18 Απριλίου 1684 νέο ANTONIO SPIRIDO CONSOLE VENETO

Εμμανουήλ Κομητάς Προξενικός Καντζιλιέρης.

–1684  Σε έγγραφο Παροικιάς του 1680, αναφέρονται μερικές καθολικές οικογένειες της Πάρου που ζούσαν στην  συνοικία Νιό (Καινούργιο) Πηγάδι Παροικιάς. Η συνοικία αυτή γνωστή μέχρι πρόσφατα ως Καθολική συνοικία.

+Εις δόξαν Χριστού αμήν. 1680 εν μηνί Φλεβαρίου 2 εις το Καστέλι της Παροικίας και εις εμένα το νοτάριο Παροικίας και εις τους κάτωθεν αξιοπίστους με όλον της το θέλημα και με καλήν της γνώμην η κερά Μαρία Τζανή Μπαρμπαρή μαζί με την θυγατέραν της την Κατερίνα δόνουν και ελεύθερα πουλούσι του ευλαβεστάτου πρέ Φραντζέσκου Κρίσπου ένα σπίτι κατόγι οπού έχουσι εις το Καινούριον Πηγάδι σιμά εις τον Άγιον Νικόλαον (πρόκειται για τον Άγιο Νικόλαο τον Αρρανό που ήταν η καθολική ενορία) με όλαν του τα δικαιώματα διά ριάλια δώδεκα ήτοι 12 ως καθώς το εποκόψασι ο κύρ Νικολός Φώσκολος και ο κυρ Φραγκούλης Ιωάννου Κονταράτου σύμπλιος εις το αυτό σπίτι Γεώργης Νικολού Ντουλόνος και ο Άγιος Νικόλαος, τα οποία ριάλια 12 τα μετρά την σήμερα των άνωθεν πουλητάδων ημπρεζέντζια των κάτωθε μαρτύρων και από την σήμερον να είναι το αυτό σπίτι του άνωθεν πρε Φραντζέσκου και των αυτού διαδόχων, πουλήση, χαρίση, προικοδοτήση, να το κάμη ως θέλει και βούλεται ωσάν καλά οπού το επλήρωσε να παίρνοντες οι άνωθεν πουλήτρες να μαντηνίρουν και να ντεφεντέρουν τον αυτόν αγοραστήν εις κάθε καιρόν που ήθελε τον εναντιωθή τινάς, μην ημπορώντας κανείς δια κανένα καιρόν να … δικαιώματα εις πένα και κοντά… του κατά καιρού ζαπτιτζή ριάλια 6 και πάντα το παρόν να έχει το βέβαιον.

… εις πίστωσιν του παρόντος βάνοντε και παρακαλετοί μάρτυρες.

Δια μαρτυρίας του Ιωάννη Γεωργίου Μαούνη

Πέτρος ιερεύς Βητζαράς νοτάριος Παροικιάς έγραψα

ATONIO SPIRIDO PER LA GERENISSIMO REPUBLICA DI VENEZIA CONSOLE DI PAROS

Πιστοποιώ το βέβαιον της υπογραφής του νοτάριου παπα Πέτρου Βητζαρά και του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.

Πάρος 6 Μαΐου 1684 νέο ANTONIO SPIRIDO CONSOLE VENETO

Εμμανουήλ Κομητάς πρόξενος καντζιλιέρης.  

ΠΗΓΗ: Νικ. Χ. Αλιπράντη - Σίμου Συμεωνίδη, Το Καινούργιο Πηγάδι Παροικίας, συνοικία Καθολικών τον 17ο αι., Παριανά Δʹ, τ. 13, 1983, σελ. 126 - 132). 4. ΦΕΚ 209/Β/17-3-1989 και 426/Β/3-7-1992

–1681.  Έγγραφο αγοραπωλησίας που είχε δημοσιευθεί στα «ΠΑΡΙΑΝΑ» το 1983 από την συλλογή του Σίμου Συμεωνίδη.

+ Εις δόξαν Χριστού αμήν, 1681 εν μηνί αυγούστου 6 εις το Καστέλι της Παροικιάς, ενέμπροστε εις εμένα το νοτάριο Παροικίας και εις τους υποκάτωθεν αξιοπίστους και παρακαλετούς μάρτυρες:  Την σήμερνον με όλον της το θέλημα και με καλήν της γνώμην η κερά παπαδιά του ποτέ παπά Νικολού Καλάργυρου δίνει και ελεύθερα πουλεί του ευλαβεστάτου πρε Φραντζέσκου Κρίσπου το λιβάδι όπου έχει εις το Καινούργιο Πηγάδι είς τον Άγιον Νικόλαον διά ρεάλια δώδεκα ήτοι ρεάλια 12, ως καθώς το εποκόψασι ο κύρ Ιωάννης Μάρκου Κοντού και Τζανής Γιαννάκη Πουλήτη (σήμ. Πολίτης) και από την σήμερον να είναι το αυτό λιβάδι όλο ως καθώς της το επουρκήσασι οι γονοίς της με όλα του τα δικαιώματα του άνωθε Κρίσπου και πουλήση, χαρίση, προικοδοτήση, να το κάμη ως θέλει και βούλεται ώσαν καλά οπού το επλήρωσε ημπρεζέντντζια (παρουσία) των κάτωθε γεγραμμένων μαρτύρων και παίρνει τα η άνωθε πουλήτρα να μαντηνίρη (διατηρώ, συντηρώ) και να ντεφεντλερη (υπερασπίζει) τον αυτόν, αγοραστήν εις κάθε καιρόν που ήθελε του εναντίωθη κανείς μην ημπορώντας κανείς να γερέψη δεκαιώματα εις πένα και κοντάνα του κατά καιρού ζαπτιτζή ρεάλια 6 και πάντα το παρόν να έχει το βέβαιον όθεν εις πίστωσιν της αληθείας υπογράφουν και παρακαλετοί μάρτυρες – νομενάροντας ότι είς το αυτό λιβάδι έχει μέσα μία πάρτη ο Μαθιός της Μελητίνης ως καθώς φαίνουνται τα σημαδούρια.

-Ιωάννης Βιτζαράς μάρτυρας παρακαλετός.

-Κωνσταντίνος Γαλανός μαρτυρώ τα άνωθε.

-Πέτρος ιερεύς Νητζαράς και νοτάριος Παροικιάς έγραψα.

(Τ.Σ.) Εμείς ANTONIO SPIRIDO πρόξενος της Βενετίας στην Πάρο βεβαιώνουμε την υπογραφή του ανωτέρου παπά Πέτρου Βητζαρά καθώς και την αυθεντικότητα του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.

Πάρος 6 Μαΐου 1684 νέο ANTONIO SRIRIDO COSOLE VENETO

Εμμανουήλ Κομητάς Πρόξενος καντζιλιέρης.

 

Κομιανός: Βλέπε Κομνηνός.

 

–Κομνενός ή Κουμνενός ή Κομνιανός ή Κομνηνός ή Κομιανός: Πρόκειται για επώνυμο πατριδωνυμικού ή τοπωνυμικού χαρακτήρα, συνδεόμενο ονοματολογικά με το Κομνηνός, όνομα που έγινε γνωστό από τον βυζαντινό οίκο των Κομνηνών. Η σύνδεση του παριανού επωνύμου με τη βυζαντινή αυτοκρατορική οικογένεια δεν μπορεί, βεβαίως, να θεωρηθεί αποδεδειγμένη μόνο από την ομοιότητα του ονόματος. Οι διαφορετικές μορφές του επωνύμου που συναντούμε στις παριανές πηγές —Κουμνενός, Κομνενός, Κομνηνός, Κομνιανός και Κομιανός— αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα της ρευστότητας της γραφής των επωνύμων κατά τους παλαιότερους αιώνες.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα παριανή μαρτυρία είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα: στις 5 Οκτωβρίου 1648 το όνομα Κουμνενός απαντά στην Πάρο ως βαπτιστικό. Αργότερα, το 1730, σε αναφορά για χωράφι στις Κουκουμαύλες, συναντούμε τον Γιάκουμο Κουμνενό. Έτσι, η παρουσία του ονόματος στο νησί τεκμηριώνεται ήδη από τον 17ο και τις αρχές του 18ου αιώνα.

Κατά τον 19ο αιώνα οι μαρτυρίες πληθαίνουν και αποκαλύπτουν μια οικογένεια με έντονη παρουσία στην Παροικιά, τα Μάρμαρα και τα χωριά του Κεφάλου. Το 1816 υπογράφει έγγραφο ο Αρχιμανδρίτης Κουμνενός, ενώ το 1823 και το 1824 ο αρχιμανδρίτης Κομνηνός εμφανίζεται σε αγοραπωλησίες ακινήτων. Στις 6 Ιανουαρίου 1826, ο Αρχιμανδρίτης και Πνευματικός Κουμνενός υπογράφει διαθήκη στην Παροικιά, ενώ το 1827 μαρτυρείται ο Δημήτριος Κουμνενός. Την ίδια χρονιά, σε προικοσύμφωνο της 21ης Αυγούστου, αναφέρεται ο Μιχάλης Νικολέτος Κουμνενός.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρουσία του Αρχιμανδρίτη Σαμουήλ Κουμνενού, ο οποίος στις 15 Μαΐου 1829 συνυπογράφει αναφορά των κατοίκων της Παροικιάς προς τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, σχετικά με την ιεροσυλία στην Εκατονταπυλιανή. Το 1830, στον κατάλογο του Επισκόπου Παροναξίας Ιερόθεου, καταγράφεται και πάλι ως Αρχιμανδρίτης Σαμουήλ Κομνηνός, επιβεβαιώνοντας την εναλλαγή των δύο μορφών του επωνύμου.

Οι γραφές αυτές συνεχίζονται και στις επόμενες δεκαετίες. Σε προικοσύμφωνο της Παροικιάς, την 1η Νοεμβρίου 1830, αναφέρεται η Φλωρέντζα Σπυρίδου Κουμνενού, μητέρα του Ιωάννη Κομνηνού. Το 1831, σε επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον Επίτροπο Αιγαίου Πελάγους για τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί μεταξύ των Κρητών νεοαποίκων και των ντόπιων, υπογράφουν μεταξύ άλλων ο Α. Κομνηνός και οι Μιχάλης και Κωνσταντής Κομνενός από τα χωριά του Κεφάλου. Η συγκεκριμένη αναφορά έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς δείχνει την παρουσία της οικογένειας στα παριανά χωριά κατά μια περίοδο έντονων κοινωνικών μεταβολών.

Το 1833 σε κατάλογο μαθητών της Ελληνοδιδακτικής Σχολής της Παροικιάς αναφέρεται ο Σ. Κομνιανός, ενώ την ίδια χρονιά, σε προικοσύμφωνο, απαντά ο Δημήτριος Κουμνενός. Το 1834 ο Νικόλαος Κομνηνός Μυτιληναίος αγοράζει στη Νάουσα το πλοίο «Πρόδρομος», γεγονός που δείχνει ότι το όνομα είχε παρουσία και σε εμπορικές και ναυτικές δραστηριότητες. Το 1838 αναφέρεται σε διαθήκη της Παροικιάς ο Ιωάννης Κουμνενός.

Η οικογένεια εμφανίζεται πλέον πολυάριθμη στα μέσα του 19ου αιώνα. Στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1847, στον οποίο περιλαμβάνεται και η Αντίπαρος, καταγράφονται ο Δημήτριος, ο Ιωάννης, ο Κωνσταντίνος, ο Φραγκίσκος Δ. και ο Φραγκίσκος Κουμνενός, όλοι γεωργοί. Η καταγραφή αυτή φανερώνει ότι το επώνυμο είχε πλέον εδραιωθεί στην παριανή κοινωνία.

Παράλληλα, από τα μέσα του 19ου αιώνα εμφανίζεται με τις μορφές Κομνιανός και Κομιανός και στην Ερμούπολη, όπου εγκαθίστανται Παριανοί. Το 1854 αναφέρονται στη Σύρο οι αδελφοί Σταύρος Κομνιανός, υποδηματοποιός, και Παναγιώτης Κομνιανός, μεταπράτης, από την Πάρο. Το 1856 στα δημοτολόγια της Ερμούπολης καταγράφεται ο παριανός σκυτοτόμος Σταύρος Δ. Κομιανός, ενώ το 1859 αναφέρεται ο Παναγιώτης Δ. Κομνηνός, κτηματίας στην Πάρο.

Οι διαφορετικές μορφές του επωνύμου συνεχίζουν να συνυπάρχουν και στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Το 1870 ο παριανός σανδαλοποιός Σταύρος Κουμνινός [Κομνηνός] παντρεύεται στην Ερμούπολη, ενώ το 1872 η Ελένη Κομιανού [Κομνηνού] αναφέρεται ως μητέρα του Ζαννή Σιφναίου. Το 1875 καταγράφεται στην Ερμούπολη ο παριανός βυρσοδέψης Ιωάννης Φ. Κομνηνός. Ακολουθούν οι μαρτυρίες των Γρηγόρη Κομιανού, της οικογένειάς του και του Κωνσταντίνου Γρ. Κομιανού κατά τα έτη 1876–1877, καθώς και της Άννας Κομιανού το 1878.

Στις επόμενες δεκαετίες η παρουσία των Παριανών Κομνηνών και Κομιανών στη Σύρο εξακολουθεί να είναι έντονη. Το 1885 ο παριανός κτίστης Κωνσταντίνος Κομιανός, γιος του Μιχαήλ και της Αικατερίνης Ακάλεστου, παντρεύεται στην Ερμούπολη, ενώ το 1888 ακολουθεί ο αδελφός του Ιωάννης Κομιανός. Την ίδια χρονιά καταγράφεται στα δημοτολόγια της Ερμούπολης ο παριανός κτίστης Κωνσταντίνος Μ. Κομνηνός. Το 1901 συναντούμε τον υποδηματοποιό Παναγιώτη Εμμ. Κομνηνό, ενώ το 1903 τον σοβατζή Σταύρο Εμμ. Κομιανό. Ακόμη και στις αρχές του 20ού αιώνα η παριανή καταγωγή των φορέων του επωνύμου εξακολουθεί να δηλώνεται.

Η μακρά αυτή ακολουθία μαρτυριών δείχνει ότι οι Κομνηνοί, Κουμνενοί, Κομνενoί, Κομνιανοί και Κομιανοί αποτελούν ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα παριανού επωνύμου με πολλές γραφικές παραλλαγές, που επιβίωσε στην Πάρο τουλάχιστον από τον 17ο αιώνα έως τον 20ό. Η ισχυρότερη και σταθερότερη μορφή του στη νεότερη εποχή είναι το Κομνηνός, ενώ οι τύποι Κουμνενός, Κομνενός, Κομνιανός και Κομιανός αποτυπώνουν τις παλαιότερες προφορικές και γραπτές παραλλαγές του.

Ως προς την καταγωγή, το επώνυμο πρέπει να διαχωριστεί από την απλή ιστορική συνωνυμία με τον αυτοκρατορικό οίκο των Κομνηνών. Η παριανή οικογένεια μπορεί να διατηρούσε παλαιό οικογενειακό όνομα που ανάγεται στον ευρύτερο ονοματολογικό τύπο Κομνηνός, όμως οι πηγές που διαθέτουμε δεν αρκούν για να αποδείξουν άμεση καταγωγή από τους βυζαντινούς Κομνηνούς. Η παλαιά μορφή του ονόματος και η παρουσία του στην Πάρο ήδη από το 1648, ωστόσο, καθιστούν το επώνυμο ιδιαίτερα ενδιαφέρον για περαιτέρω γενεαλογική έρευνα.

–1600. Γνωστή η βυζαντινή δυναστεία των Κομνηνών. Κομνηνοί υπήρχαν στην Νάουσα το 1600. Αναφέρεται σε έγγραφο για την Μονή Λoγγοβάρδας ως ιδιοκτησία τους.

–1648. Στις 5 Οκτωβρίου 1648 σε έγγραφο Πάρου το βλέπουμε ως βαπτιστικό όνομα Κουμνενός.

–1730. Χωράφι Κουκουμαύλες σύμπλιος Γιάκουμος Κουμνενός.

–1816. Αρχιμανδρίτης Κουμνενός υπογράφει έγγραφο 30ης Σεπτεμβρίου 1816.

–1823. Αγορά του Αρχιμανδρίτη Κομνηνού από Μαρία Δειαφοκέρη το 1823.

–1824. Αγορά του αρχιμανδρίτη Κομνηνού ενός χωραφιού από τον Ιωάννη Ιορδάνη τη 29 Σεπτ. 1824.

–1826. Αρχιμανδρίτης και Πνευματικός Κουμνενός υπογράφει διαθήκη Παροικιάς στις 6 Ιανουαρίου 1826

–1827. Σε έγγραφο της 15 Απριλίου 1827 της Παροικιάς Πάρου μαρτυρείται ο Δημήτριος Κουμνενός.

–1827. Σε προικοσύμφωνο Καλίτζας θετής θυγαττρός Ζωρζάκη Χαμάρτου και γνησίας του ποτέ Περούλη Πούλιου και Μιχάλη Νικολέτου Κουμνενού (21 Αυγ. 1827).

–1829. Σε πληρεξούσιο του 1829 αναφέρεται ο Δημήτριος Κομνηνός.

–1829. Ο Αρχιμανδρίτης Σαμουήλ Κουμνενός υπογράφει αναφορά των κατοίκων της Παροικιάς προς τον Καποδίστρια, 15 Μαΐου 1829, που αφορά στην ιεροσυλία της Εκατονταπυλιανής.

–1830. Από κατάλογο που είχε στείλει στο Υπουργείο Θρησκείας ο Επίσκοπος Παροναξίας Ιερόθεος στις 8 Φεβρουαρίου 1830, πληροφορούμαστε ότι η Πάρος διέθετε 52 ιερείς.

Κατωτέρω παραθέτουμε ονοματεπώνυμά με τα ανάλογα οφίκια που είχαν: Αρχιμ. Σαμουήλ Κομνηνός.

–1830. Προικοσύμφωνο Ιωάννη Κομνηνού και Ειρήνης Μαύρη (Παροικιά, 1 Νοεμβρίου 1830). Η μητέρα του Ιωάννη Κομνυνού γράφεται στο προικοσύμφωνο «Φλωρέντζα Σπυρίδου Κουμνενού δεν δίδει εικόνα ενώ ο Γεώργης Δημ. Ζέπου Μαύρης και η γυναίκα του Φλωρέτζα δίδουν στην κόρη τους δύο εικόνες την Αγίαν Τριάδα και την Κοίνησιν της Παναγίας¨(ΓΑΚ, 219, 105r).».

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Α. Κομνηνός και ο Μιχάλης και Κωνσταντής Κομνενός από τα χωριά του Κεφάλου.

–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο Σ. Κομνιανός.

–1833. Σε προικοσύμφωνο Παροικιάς την 22 Οκτωβρίου 1833: «…τα σπίτια ανώγεια και κατώγεια κείμενα εις τοποθεσίαν Ζωοδόχον Πηγήν, πλησίον ο κυρ Δημήτριος Κουμνενός…».

–1834. Σε έγγραφο Νάουσας της 26ης Νοεμ. 1834, κατά το οποίο ο Ιωάννης Ορφανός Κυδωνιεύς «κάτοικος [της Νάουσας] πρό χρόνων ενταύθα» πώλησε το πλοίο του «Πρόδρομος» στον Νικόλαο Κομνηνό Μυτηληναίο για 186 δίστηλα τάλιρα της Ισπανίας.

–1838. Σε διαθήκη Παροικιάς την 1η Μαίου 1838, αναφέρεται ο Ιωάννης Κουμνενός.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 61χρονος γεωργός Δημήτριος Κουμνενός, ο 43χρονος γεωργός Ιωάννης Κουμνενός, ο 43χρονος γεωργός Κωνσταντίνος Κουμνενός, ο 43χρονος γεωργός Φραγκίσκος Δ. Κουμνενός και ο 29χρονος γεωργός Φραγκίσκος Κουμνενός.

–1854. Στις 15 Ιουνίου 1854 αναφέρονται σε συμβολαιογραφική πράξη στην Σύρο τα δύο αδέρφια από την Πάρο Σταύρος Κομνιανός υποδηματοποιός και Παναγιώτης Κομνιανός μεταπράτης. 

–1856. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 41χρονος σκυτοτόμος Σταύρος Δ. Κομιανός, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 12 Μαΐου 1856.

–1859. Στις 5 Δεκεμβρίου 1859 σε συμβολαιογραφική πράξη [Επιτροπικό] στην Σύρου αναφέρεται ότι ο κάτοικος Πάρου Παναγιώτης Δ. Κομνηνός κτηματίας.

–1870. Στις 22 Ιανουαρίου 1870 ο 65χρονος σανδαλοποιός από την Πάρο Σταύρος Κουμνινός [Κομνηνός] του Δ., παντρεύεται στην Ερμούπολη την 48χρονη από την Σίφνο Ειρήνη Βάου.

–1872. Στις 9 Ιανουαρίου 1872 ο 25χρονος βυρσοδέψη από την Πάρο Ζαννή Σιφουνέο [Σιφναίο] του Νικολάου και της Ελένης Κομιανού [Κομνηνού], παντρεύεται στην Ερμούπολη την 25χρονη από την Χίο Ασπασία Καλουτά, του Απόστολου και της Ειρήνης.

–1875. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 28χρονος βυρσοδέψης Ιωάννης Φ. Κομνηνός, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 13 Ιανουαρίου 1875.

–1876. Το 1876 το επώνυμο ήταν γνωστό στην Παροικιά.

–1876. Στις 5 Ιουλίου 1876 ο παριανή Γρηγόρης Κομιανός 40 ετών βυρσοδέψης και η γυναίκα του Μαργαρίτα Ζάννε κάτοικοι Σύρου δηλώνουν τον θάνατο του γιού τους Εμμανουήλ 2 ετών και 6 ημερών κάτοικο Ερμούπολης. Ασθένεια: δράκος.

–1877. Στις 28 Μαρτίου 1877 ο παριανός βυρσοδέψης Κομιανός Γρηγόρης 40 ετών και η γυναίκα του Μαργαρίτα Ζάννε κάτοικοι Σύρου δηλώνουν τον θάνατο του γιού τους Εμμανουήλ 6  μηνών κάτοικος Ερμούπολης. Ασθένεια: Νόσος οξ..

–1877. Στις 9 Νοεμβρίου 1877 ο παριανός βυρσοδέψης Κωνσταντίνος Γρ. Κομιανός 18 ετών Υιός κάτοικος Σύρου δηλώνει τον θάνατο της μητέρας τους Κομιανού Μαργαρίτα 45 ετών του πατρός Γεωργίου Ζάννε και της Άννας κάτοικος Ερμούπολης. Ασθένεια: Φθίσις.

–1878. Στις 20 Μαρτίου 1878 ο παριανή Αρκουλής Δημήτριος 30 ετών βυρσοδέψης και η σύζυγός του Άννα Κομιανού κάτοικοι Σύρου δηλώνουν τον θάνατο του γιού τους Νικολάου 18 μηνών κάτοικο Ερμούπολης. Ασθένεια: Διφθερίτις.

–1885. Στις 6 Οκτωβρίου 1885 ο 21χρονος κτίστης από την Πάρο Κωνσταντίνος Κομιανός, του Μιχαήλ και της Αικατερίνης Ακάλεστου, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 21χρονη από την Θήρα Μαρία Καφούρου, του Αθανασίου και της Νικολέττας.

–1888. Στις 3 Ιανουαρίου 1888 ο 24χρονος κτίστης από την Πάρο Ιωάννης Κομιανός, του Μιχαή και της Αικατερίνης Ακάλεστου, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 24χρονη από την Σύρο Μαριγώ Χιωτάκη, του Ιωάννη και της Μαριγώς.

–1888. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 22 ετών κτίστης Κωνσταντίνος Μ. Κομνηνός άγαμος. Έδωσε όρκο στις 25 Νοεμβρίου 1888.

–1901. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 26 ετών υποδηματοποιός Παναγιώτης Εμμ. Κομνηνός άγαμος. Έδωσε όρκο στις 25 Ιανουαρίου 1901.

–1903. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 33 ετών σοβατζής Σταύρος Εμμ. Κομιανός άγαμος. Έδωσε όρκο στις 29 Ιανουαρίου 1903.

–1921. Στις 10 Οκτωβρίου 1921 ο 35χρονος υπάλληλος από την Πάρο Σπύρος Μαλαγαρδής του Φραγκίσκου και της Μαρίας Κομνηνού παντρεύεται στην Ερμούπολη την 24χρονη από την Πάρο Ελένη Στάβαρη του Δημοσθένη και της Αθηνάς Κορκοδείλου.

–1935. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 23χρονος Ανδρέας Στ. Κομνηνός. Έδωσε όρκο στις 20 Ιανουαρίου 1935.

 

Κομπαδάκης: Το επώνυμο είναι χαρακτηριστικό κρητικής ονοματολογικής προέλευσης, καθώς η κατάληξη -άκης είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στα κρητικά επώνυμα. Η παρουσία του στην Πάρο ήδη από το 1820, όμως, αφήνει ανοικτό και το ενδεχόμενο η οικογένεια να ανήκει σε μετακινούμενο ή προσφυγικό πληθυσμό από την Κρήτη, ιδίως αν αναζητηθούν παλαιότερες μαρτυρίες που θα τεκμηριώσουν την άφιξή της στο νησί. Η χρονολογία είναι πράγματι ενδιαφέρουσα, καθώς τα χρόνια πριν και μετά την Επανάσταση του 1821 χαρακτηρίζονται από σημαντικές μετακινήσεις Κρητών προς τις Κυκλάδες.

Η πρώτη γνωστή μέχρι σήμερα παριανή μαρτυρία εντοπίζεται στα Μάρμαρα το 1820, όπου σε προικοσύμφωνο της 3ης Νοεμβρίου, μεταξύ του Νικολάου Μωραΐτη και της Κατερινακίου Κονταράτου, υπογράφει ως συντάκτης και μάρτυρας ο Κωνσταντίνος ιερεύς Κομπαδάκης. Η παρουσία του ως ιερέα, και μάλιστα σε οικογενειακή πράξη σημαντική για την τοπική κοινωνία, δείχνει ότι η οικογένεια είχε ήδη ενταχθεί στην κοινωνία των Μαρμάρων.

Ο ίδιος ιερέας Κωνσταντίνος Κομπαδάκης εμφανίζεται επανειλημμένα σε έγγραφα του 1823, στις 8, 20 και 23 Οκτωβρίου, ενώ στις 21 Νοεμβρίου 1823 αναφέρεται ρητά ως ιερέας των Μαρμάρων. Η παρουσία του συνεχίζεται και το 1825, όταν στις 18 Αυγούστου μνημονεύεται και πάλι ως ιερέας Μαρμάρων. Τέλος, το 1830, στον Κατάλογο του Παροναξίας Ιερόθεου, καταγράφεται εκ νέου ως ιερέας Μαρμάρων Κωνσταντίνος Κομπαδάκης.

Οι μαρτυρίες αυτές παρουσιάζουν έναν Κομπαδάκη εγκατεστημένο στα Μάρμαρα ήδη από τις παραμονές της Επανάστασης, με σταθερή παρουσία στην τοπική εκκλησιαστική και κοινωνική ζωή κατά τις πρώτες δεκαετίες του ελληνικού κράτους. Η πιθανή κρητική καταγωγή του επωνύμου αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την περαιτέρω έρευνα, χωρίς όμως να μπορεί ακόμη να αποδειχθεί από τις συγκεκριμένες παριανές πηγές ότι ο ίδιος ο Κωνσταντίνος ή οι πρόγονοί του είχαν έλθει από την Κρήτη.

–1820. Προικοσύμφωνο Νικολάου Μωραΐτη και Κατερινακίου Κονταράτου (Μάρμαρα, 3 Νοεμβρίου 1820).

«εις δόξαν Χριστού αμήν του αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος Προκοπίου.

+ Έθος παλαιόν επεκράτησεν και νόμος εδόθη παρά Θεού Παντοκράτορος, έφησε Παύλος το της Εκκλησίας εδρέωμα, εθέσπισαν οι θεοφόροι πατέρες συμφωνίας υπανδείας και καθαρόν συνοικέσιον, καθώς ορίζει η αγία καθολική εκκλησία. Ούτω σύν Θεώ αγίω ερχόμενα τα δύο μέρη, το ένα μέρος ο παπα –κύρ Κωνσταντίνος Γεμελιάρης και το έτερον μέρος ο κύρ Δημήτριος Μωραΐτης, διά να λάβη ο υιός του Νικολάκης την ανεψιάν του παπά ονόματι Κατερινάκη διά γυναίκαν του νόμιμον και ευλογητικήν του, και διό γράφει ο παπά –κύρ Κωνσταντίνος την εικόνα του Τιμίου Σταυρού, τα εισόδια της Θεοτόκου και τα επίλοιπα τα όσα της ευρέθησαν τα γονικά της, τα οσπίτια της καθώς ευρίσκονται τα γονικά της με τους αέρηδες τους και με ταις τοποθεσίαις τους, από συρμή του οσπιτίου τρείς κασέλαις, ένα τραπέζι, δύο καρέγλαις μακριαίς και μικραίς, τέσσερα δακτυλίδια μαλαγματένια, ένα κορδόνι μαλαγματένιο με κορφή, ένα λαιμόν ποτόνια με ένα σταυρόν, μίαν φορεσιάν ρούχα ατλαζένια, άλλην φορεσιά παρακατιανή, τέσσερα ζευγάρια σεντόνια με πλεκτά και δύο σκλέτα, και πέντε κουρτούναις, ένα στρώμα γεμάτον με μαλλί και ένα ψιδί και παννί πήχες: 53: πετζέταις: 12: ένα ταβλομάντηλον, τέσσεις νιφτόμπολαις, μίαν τουζίνα  πιάτα εγγλέζικα και άλλην μίαν χοντρά, ένα καντηλιέρι πρού ζινον από δε τα υποστατικά, το χωράφι εις τον Τίμιον Σταυρόν σύμλιος ο άνωθεν παπάς, έτερον χωράφι εις το ομοίον μέρος πλησίον Μαργαριταράκη Μπιάζενα (Βιάζη), ένα λιβαδάκι πλησίον Αντωνάκης Ραγκούσης, ένα εξαμπέλισμα στην Κολυβού πλησίον Κωνσταντίνος Σιφάκης, το χωράφι εις την Σκαμνιάν πλησίον η κυρά – Μαργαριταράκη Μπιάζη, το χωράφι εις τον Πλακωτόν πλησίον Μανολιός Άγουρος, το χωράφι εις τον Άγιον Βασίλειον πλησίον ο αυτός τις μάνδραις με το αλώνι, ένα χωράφι εις τον Άγιον Βασίλειον πλησίον ο παπάς, το χωράφι εις τους Μαγιαλούπους πλησίον Δημήτρης Στέλλας ένα αμπέλι όπου είναι εις την Γλυφάδα (Γλυφάδες) πλησίον Μαρουσάκη Μπελέγρα χωράφι εις ταις Αγκαθιαίς πλησίον Γεώργης Φιλίνης μίαν ελαίαν εις τον Άγιον Ιωάννης της κερά Αντριάνας τέσσερα χαρανιά μικρά και μεγάλα δύο τηγάνια, έξε τζάραις, ένα ξυλοβούτζι, δύο βουτζά του κρασιού μίαν κρεβαταριάν, τέσσερεις απλάδεναις μεγάλες.

Από δε το έτερο μέρος ο κυρ Δημήτριος δίδει του υιού του Νιολάκη την εικόνα του Αγίου Βασιλείου, τα οσπίτια της μητρός του καθώς ευρίσκονται, το χαρανί της ρακής: 8 τζάραις, ένα βουτζί, δύο ζευγάρια σεντόνια με τα πλεκτά, τρία ζευγάρια σκλέτα, τρείς κουρτούναις, δύο μοναίς και η άλλη μεταξωτή, ένα στρώμα γεμάτον και μίαν μαξελάραν, ένα πάπλωμα καινούριον, δώδεκα πετζέταις φίναις, ένα τραπεζομάντιλον φίνον και έτερον χοντρό ένα ζευγάρι σκολαρίκια μαλαματένια, δύο δακτυλίδια μαλαματένια, ένα ζευγάρι σκολαρίκια μαλαματένια, δύο δακτυλίδια μαλαματένια, ένα ζευγάρι φιούμπες ασημένιαις: 14 κουμπιά ασημένια, δύο ασημένια πιρούνια, μίαν τουζίνα μαχαιροπίρουνα, μίαν πιάτα και πέντε αλάδεναις, δύο καντηλιέρια, μία κασέλα καρυδένη από δε τα υποστατικά, το χωράφι εις τον Σχίνον, πλησίον Μανολιός Άγουρος, το εξαμπέλισμα εις την Ευαγγελίστρα, πλησίον καπετάν Δημητρακης, το λιβάδι εις τον Βρόντα πλησίον ο αυτός αποθανόντας του, ένα χωράφι εις τα Φυρόγια πλησίον Μανολιός Άγουρος, άλλο χωράφι εις τον Κάψαλον πλησίον Άγιος Αντώνιος δέκα κεφάλια πρόβατα, ένα βόδι, και μίαν αγελάδα, την μάνδρα την αξεστέαστην πλησίον Αννάκη του Μανολιού. Ταύτα πάντα και την ευχήν των γονέων τους έτι του δίδει και μετρητά γρόσια: 500: δίδει της και ο πάρπα της ο παπά κύρ Κωνσταντίνος: 1000.

Κωνσταντίνος ιερεύς Κομπαδάκης

Έγραψα το παρον και πιστώς μαρτυρώ.

–1823. Ιερέας Κομπαδάκης Κωνσταντίνος, γνωστός σε έγγραφο του Κεφάλου στις 8 Οκτωβρίου 1823. Ο ίδιος ιερέας μνημονεύεται σε έγγραφα στις 20 Οκτωβρίου 1823, στις 23 Οκτωβρίου 1823,

–1823. Στις 21 Νοεμβρίου 1823 αναφέρεται ο ιερέας Μαρμάρων Κωνσταντίνος Κομπαδάκης

–1825. Στις 18 Αυγούστου 1825 ιερέας Μαρμάρων ο Κωνσταντίνος Κομπαδάκης.

–1830. Στις 8 Φεβρουαρίου 1830 αναφέρεται στον Κατάλογο του Παροναξίας Ιερόθεου ο ιερέας Μαρμάρων Κωνσταντίνος Κομπαδάκης.

 

Κομποδίνης: Μια σύντομη αλλά σημαντική μαρτυρία φέρνει το επώνυμο Κομποδίνης στην Πάρο ήδη από τα μέσα του 18ου αιώνα. Το 1755, σε Γενική Συνέλευση του κοινού της Πάρου, που πραγματοποιήθηκε στις 23 Αυγούστου για την εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη, αναφέρεται ο Θεόδωρος Κομποδίνης.

Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο κατά την περίοδο αυτή δείχνει ότι η οικογένεια ήταν εγκατεστημένη στο νησί τουλάχιστον από τα μέσα του 18ου αιώνα. Ως προς την προέλευση του επωνύμου, δεν υπάρχουν προς το παρόν επαρκή στοιχεία για να χαρακτηριστεί με βεβαιότητα ως πατρωνυμικό, μητρωνυμικό, παρωνύμιο ή πατριδωνύμιο. Η ετυμολογία του παραμένει επομένως ανοικτή και χρειάζεται περισσότερες παλαιότερες μαρτυρίες για ασφαλέστερη ερμηνεία.

–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου 1755 μαρτυρείται ο Θεόδωρος Κομποδίνης

 

Κοναμιτζόπουλος: Το επώνυμο Κοναμιτζόπουλος μαρτυρείται στην Πάρο κατά τον 19ο αιώνα, στη Μάρπησσα.

1846. Στις 20 Μαΐου 1846, σε πιστοποιητικό που συνέταξαν κάτοικοι του Δήμου Μαρπήσσης για να βεβαιώσουν τη συμμετοχή του συγχωριανού τους Γεωργίου Φωκιανού στον Αγώνα του 1821, μεταξύ των υπογραφόντων ήταν και ο Κοναμιτζόπουλος Αναγνώστης. Το πιστοποιητικό αναφέρει ότι ο Φωκιανός το 1826 πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ, στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, υπό τις οδηγίες του Δημητρίου Σάλα.

Η μαρτυρία αυτή αποτελεί, μέχρι σήμερα, μία από τις παλαιότερες γνωστές ενδείξεις παρουσίας του επωνύμου Κοναμιτζόπουλος στη Μάρπησσα της Πάρου.

–1846. Πιστοποιητικό που συνέταξαν οι κάτοικοι του Δήμου Μαρπήσσης για να βεβαιώσουν τη συμμετοχή του συγχωριανού τους Γεωργίου Φωκιανού στον αγώνα του 1821 όπου το 1826 χρημάτισε κατά του Ιμπραΐμ στην πολιορκία της Τριπολιτσάς υπο τις οδηγίες του Δημητρίου Σάλα. Ένας από τους υπογράφοντες συγχωριανούς του στις 20 Μαΐου 1846 στην Μάρπησσα ήταν και ο Κοναμιτζόπουλος Αναγνώστης


Κονδάκης: Επώνυμο που απαντά στην Πάρο από θηλυγονία, μέσω της Ελεονώρας Γ. Βαρούχα (1875–1901), εγγονής εκ μητρός του Ιωάννη Κονδάκη, γόνου της ιστορικής οικογένειας Κονδάκη του Αγίου Πέτρου Κυνουρίας. Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο συνδέεται, επομένως, με οικογενειακό δεσμό και όχι με εγκατάσταση αρσενικού κλάδου της οικογένειας στο νησί.

–1901. Στις 3 Σεπτεμβρίου 1901 πεθαίνει στην Παροικιά η Ελεονώρα Γ. Βαρούχα (1875-1901) σε ηλικία μόλις 26 ετών, εγγονή εκ μητρός του Ιωάννη Κονδάκη, γόνου της ιστορικής οικογένειας Α. Κονδάκη, του Αγ. Πέτρου Κυνουρίας. Ήταν σύζυγος του Δημητρίου Αγιοπετρίτου. Σχετική νεκρολογία δημοσιεύεται στο «Αιγαίο» 9 Σεπτεμβρίου 1901.

 

–Κονδύλης ή Κονδύλλης ή Κοντίλης ή Κοντύλης ή Κοντίλλης: Το επώνυμο Κονδύλης, που απαντά στις παλαιότερες παριανές πηγές με πολλές ορθογραφικές μορφές, ανήκει σε μία από τις σημαντικότερες και μακροβιότερες αρχοντικές οικογένειες της Πάρου. Η ετυμολογία του συνδέεται πιθανότατα με τη λέξη «κονδύλι», δηλαδή τη γραφίδα, και ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το οικογενειακό οικόσημο, στο οποίο εικονίζεται χέρι που κρατά γραφίδα, στοιχείο που μπορεί να αποτελεί εραλδική αναφορά στο ίδιο το επώνυμο.

Η οικογένεια των Κονδύληδων ή Κονδίλληδων, με τον αρχοντικό και καθολικό της κλάδο, εμφανίζεται εγκατεστημένη στην Πάρο τουλάχιστον από τον 16ο αιώνα και συγκαταλέγεται στις οικογένειες εκείνες που διαμόρφωσαν, κατά τους τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας, την τοπική κοινωνική και οικονομική ελίτ του νησιού. Η παράδοση της οικογένειας υποστήριζε ότι οι Κονδίλληδες είχαν έλθει στο Αιγαίο από τη Βενετία, ενώ η ίδια παράδοση τους θεωρούσε απώτερης βυζαντινής και ελληνικής αρχοντικής καταγωγής. Η άποψη αυτή καταγράφηκε ήδη από παλαιότερους περιηγητές και εραλδιστές και δεν μπορεί σήμερα να θεωρηθεί απολύτως αποδεδειγμένη, αποτελεί όμως σημαντικό στοιχείο της οικογενειακής ιστορικής παράδοσης.

Ο βαρόνος De Riedesel, κατά την περιήγησή του στην Ανατολή στα τέλη του 18ου αιώνα, αναφέρεται στο καθολικό αρχοντολόγιο των Κυκλάδων και στην παράδοση περί βενετσιάνικης προέλευσης, ενώ ο θηραίος ιατροφιλόσοφος και εραλδιστής Ιωσήφ Δε Κιγάλλας, σε δημοσίευμά του στην «Πανδώρα», κατατάσσει τους Κονδύληδες στις οικογένειες που θεωρούνταν από τη Βενετία, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι «έλκει το γένος εκ Βυζαντίου». Ανάλογη αναφορά γίνεται και από τον Ερνέσυτο Dugit, ο οποίος στα μέσα του 19ου αιώνα καταγράφει την οικογένεια ως Condilli, de Venise.

Την παράδοση της βυζαντινής καταγωγής υποστήριξε και ο Ανδριώτης ιστοριοδίφης Δημήτριος Πασχάλης, ο οποίος, σχολιάζοντας τον Dugit, σημείωνε ότι, σύμφωνα με πηγές που θεωρούσε αξιόπιστες, οι Κονδύληδες έλκουν την καταγωγή τους από το Βυζάντιο. Παρόμοια παράδοση συναντάται και σε άλλες αρχοντικές οικογένειες των Κυκλάδων, οι οποίες, έχοντας εγκατασταθεί στα νησιά κατά τους ύστερους μεσαιωνικούς χρόνους, διατήρησαν μνήμες ή γενεαλογικές παραδόσεις που συνέδεαν την καταγωγή τους με την παλαιότερη βυζαντινή αριστοκρατία.

Από τον 16ο αιώνα στην Πάρο και την Άνδρο

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή συγκεκριμένη μαρτυρία για την οικογένεια συνδέεται με τον Λεονάρδο Κονδίλλη, ο οποίος αναφέρεται το 1583 στην Άνδρο, όπου δικαιοπρατεί και υπογράφει ως μάρτυρας σε έγγραφο σχετικό με το μοναστήρι της Παναγίας Ζωοδόχου Πηγής στη Φυρόη. Η παρουσία του στην Άνδρο έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι οι νοταριακοί Κώδικες της Πάρου αποκαλύπτουν στενές οικονομικές, κοινωνικές και οικογενειακές σχέσεις των Κονδύληδων με τις αρχοντικές οικογένειες της Άνδρου.

Ο Δημήτριος Πασχάλης κατέγραψε την παράδοση ότι οι Κονδύληδες της Άνδρου ήταν μέτοικοι από την Πάρο, ενώ ο Ιάκωβος Ναυπλιώτης-Σαραντινός θεωρεί πιθανό ο Λεονάρδος του 1583 να ήταν Παριανός που διατηρούσε εμπορικές και οικονομικές σχέσεις με την Άνδρο. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, από τέτοιες συναλλαγές να δημιουργήθηκε ο ανδριώτικος κλάδος της οικογένειας. Η συγγένεια αυτή δεν είναι απλώς οικογενειακή παράδοση, αλλά ενισχύεται από τις νοταριακές πράξεις των παριανών Κωδίκων των Γενικών Αρχείων του Κράτους.

Πιθανότατα γιος του Λεονάρδου ήταν ο Κωνσταντίνος Κονδίλλης, ο οποίος άφησε ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της οικογένειας στην Πάρο.

Ο πύργος στο Καλάμι και η παλαιότερη επιγραφή

Στο Καλάμι της Πάρου, σε παλαιό πατρογονικό πύργο των Κονδίλληδων, σώζεται η μαρμάρινη επιγραφή που αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πρώιμες μαρτυρίες για την οικογένεια:

«ΑΝΑΚΕΝΙΣΤΙ Ο ΤΙΟΥΤΟΣ ΠΥΡΓΟΣ ΔΙΑ ΣΥΝΔΟΜΗΣ ΚΑΙ ΕΞΟΔΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΟΝΤΙΛΗ ΕΝ ΕΤΕΙ 1609».

Η επιγραφή μαρτυρεί ότι ο Κωνσταντίνος Κοντίλης ανακαίνισε τον πύργο το 1609. Στο ίδιο μάρμαρο υπήρχε και το οικογενειακό οικόσημο. Ο πύργος ανήκει σήμερα στην οικογένεια Κρίσπη, ενώ το μαρμάρινο τμήμα με το οικόσημο και την επιγραφή έχει ενσωματωθεί στο κτίσμα και χρησιμοποιείται σήμερα ως σκαλοπάτι.

Η παρουσία του πύργου αποκαλύπτει όχι μόνο την οικονομική επιφάνεια των Κονδύληδων, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι παλαιές αρχοντικές οικογένειες της Πάρου εγκαθίσταντο σε μεγάλες αγροτικές ιδιοκτησίες, δημιουργώντας πυρήνες εξουσίας και κοινωνικού κύρους γύρω από τις κατοικίες και τους πύργους τους.

Η οικογένεια εξακολούθησε να κατέχει σημαντικές εκτάσεις γης, κατοικίες και άλλα ακίνητα σε διάφορες περιοχές της Πάρου. Οι παριανοί νοταριακοί Κώδικες του 17ου και 18ου αιώνα αναφέρουν επανειλημμένα κτήματα, σπίτια και άλλες ιδιοκτησίες Κονδύληδων στην Παροικιά και στην παριανή ύπαιθρο.

Οι Κονδύληδες στην Παροικιά του 17ου αιώνα

Κατά τον 17ο αιώνα η οικογένεια εμφανίζεται πλέον έντονα στη δημόσια και κοινωνική ζωή της Παροικιάς. Το 1639 αναφέρεται γυναίκα της οικογένειας, η Κοτίλενα Κονδείλαινα, σε αγοραπωλησία χωραφιού στις Αγριλιές, ενώ το 1646 ο Γεώργιος Κονδύλης ανακαίνισε εκ βάθρων τον ναό του Αγίου Γεωργίου, βορειοδυτικά της Παροικιάς, όπως μαρτυρεί η επιγραφή στο υπέρθυρο του ναού. Ο ναός είναι ο σημερινός Άγιος Λουκάς.

Η επιγραφή αναφέρει ότι ο ναός ανακαινίσθηκε «διά συνδρομής και εξόδου Γεωργήου Κοτίλι» το 1646. Είναι πιθανό ο Γεώργιος αυτός να ταυτίζεται με τον Γεωργάκη ή Μακρή Κονδύλη που αναφέρεται λίγες δεκαετίες αργότερα στην περίφημη «Λεηλασία της Παροικιάς του 1668», αλλά η ταύτιση δεν μπορεί να θεωρηθεί απολύτως βέβαιη.

Το 1663, ο Νικόλαος Κοντίλης συνυπογράφει μαζί με τον Μανόλη Αλησάφη αίτημα προς τους Ιησουίτες για την επιστροφή των Καθολικών πατέρων στην Πάρο. Το έγγραφο είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς δείχνει ότι οι Κονδύληδες συμμετείχαν ενεργά στη θρησκευτική ζωή της καθολικής κοινότητας, αλλά και στις γενικότερες υποθέσεις της Παροικιάς.

Το 1667 συναντούμε τον Γιαννούλη Κονδύλη, κωδικογράφο του γνωστού Κώδικα 2320, ενώ το 1668, κατά τη μεγάλη λεηλασία της Παροικιάς από τους Αλγερινούς πειρατές, ο δημογέροντας Γεωργάκης Κονδύλης αναφέρεται στο σχετικό ποίημα:

«Βρίσκουν και του Κοντύλη του Γεωργάκη το σπλαχνικό παιδί του Γιακουμάκι».

Η αναφορά αυτή φανερώνει ότι οι Κονδύληδες δεν ήταν απλώς εύποροι γαιοκτήμονες, αλλά συμμετείχαν και στη διοίκηση της τοπικής κοινωνίας.

Καθολικοί και Ορθόδοξοι

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία των Κονδύληδων κατέχει η θρησκευτική τους ταυτότητα. Ο κύριος αρχοντικός κλάδος της οικογένειας παρέμεινε Καθολικός για πολλούς αιώνες, ενώ ταυτόχρονα υπήρχαν μέλη και κλάδοι που συνδέθηκαν με την Ορθόδοξη κοινότητα.

Το γεγονός αυτό δεν ήταν ασυνήθιστο στην Πάρο των νεότερων χρόνων. Οι μεγάλες οικογένειες του νησιού συνδέονταν με γάμους, οικονομικές συνεργασίες και συγγένειες και με τα δύο δόγματα. Οι Κονδύληδες συνδέθηκαν με οικογένειες όπως οι Μαυρογένηδες, οι Βιτσαράδες, οι Κρίσπηδες, οι Βατιμπέλαδες, οι Φραγκόπουλοι, οι Μπαρότσηδες και άλλους παριανούς και ναξιώτικους οίκους.

Το 1672, ο Νικόλαος Κοντίλης υπογράφει μαζί με άλλους Παριανούς, καθολικούς και ορθοδόξους, αίτημα προς τους Ιησουίτες για την επιστροφή των πατέρων στην Πάρο. Το 1674 η οικογένεια συνδέεται και πάλι με την καθολική παρουσία στο νησί, καθώς ο Κονδύλης δωρίζει στους Καθολικούς πατέρες τον ναό του Αγίου Νικολάου στην Παροικιά και οικόπεδο για την ανέγερση καθολικής μονής.

Την ίδια χρονιά η κοινότητα της Παροικιάς παραχωρεί στους Ιησουίτες οικόπεδο από τα κτήματα της Εκατονταπυλιανής για την ανέγερση μοναστηριού και σχολείου. Ανάμεσα στους πολλούς Παριανούς που υπογράφουν το σχετικό έγγραφο βρίσκονται και οι Νικολός Κοντίλης και Νικολός Κοτίλης.

Η παρουσία των Κονδύληδων στους κύκλους των Καθολικών των Κυκλάδων θα συνεχισθεί για πολλές γενιές και θα συνδεθεί ιδιαίτερα με τη Νάξο, όπου μέλη της οικογένειας κατέλαβαν σημαντικές εκκλησιαστικές και διπλωματικές θέσεις.

Ο Κωνσταντίνος Κονδύλης, ο ισχυρός άρχοντας της Πάρου

Στα τέλη του 17ου και στις αρχές του 18ου αιώνα εμφανίζεται η πιο ισχυρή μορφή της οικογένειας, ο Κωνσταντίνος Λεονάρδου Κονδίλλης. Υπήρξε καδής και βοεβόδας της Πάρου και, σύμφωνα με τον περιηγητή Pitton de Tournefort, ένας από τους πλουσιότερους, αν όχι ο πλουσιότερος Έλληνας του νησιού.

Διετέλεσε πρόξενος της Αγγλίας και της Ολλανδίας και συνδέθηκε με το διεθνές εμπορικό και διπλωματικό δίκτυο των Κυκλάδων. Η δραστηριότητά του όμως τον έφερε σε σύγκρουση με τους Γάλλους. Ο πρέσβης της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη Charles de Ferriol, που τον θεωρούσε εχθρικό προς τα γαλλικά συμφέροντα, προκάλεσε την τιμωρία του από τις οθωμανικές αρχές, με την κατηγορία ότι συνεργαζόταν με Βενετούς πειρατές. Ο Κωνσταντίνος Κονδύλης στάλθηκε στις γαλέρες.

Παρά τις περιπέτειες, η οικογένεια διατήρησε την ισχύ της. Το 1698 ο Κωνσταντίνος τοποθέτησε στον πύργο του στο Καλάμι επιγραφή με το όνομά του:

«ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ ΚΟΝΤΙΛΗΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1698 ΕΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΝ».

Το 1704, στις 17 Μαΐου, τοποθέτησε το οικογενειακό του οικόσημο στο αρχοντικό του στην Παροικιά. Το οικόσημο αυτό βρίσκεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πάρου. Η παρουσία του οικόσημου σε δημόσια και ιδιωτικά κτίσματα μαρτυρεί την ισχύ και την αυτοσυνειδησία της οικογένειας.

Ένα ακόμη μνημείο της παρουσίας του είναι η επιγραφή του 1681 στην περιοχή της Αγοράς, απέναντι από την κατοικία του, όπου αναφέρεται ο Κωνσταντής Κονδύλης.

Ο Νικόλαος Κονδύλης, συγγενής του, πέθανε το 1681 και τάφηκε στον εντυπωσιακό οικογενειακό τάφο στον νάρθηκα της Εκατονταπυλιανής. Ο μαρμάρινος τάφος, που χρονολογείται στο 1681, φέρει το οικογενειακό οικόσημο και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα υλικά τεκμήρια της παρουσίας των Κονδύληδων στην Πάρο.

Η οικογένεια των προξένων

Κατά τον 18ο αιώνα οι Κονδύληδες απέκτησαν ακόμη μεγαλύτερη ακτινοβολία μέσα από τη διπλωματική τους δράση. Μέλη της οικογένειας υπηρέτησαν ως πρόξενοι της Γαλλίας, της Βενετίας, της Αγγλίας και της Ολλανδίας στην Πάρο, τη Νάξο και άλλα νησιά των Κυκλάδων.

Ο Μιχαήλ Κονδύλης, γιος του Λεονάρδου, αναφέρεται ως πρόξενος της Γαλλίας ήδη το 1700. Ο γιος του Λεονάρδου, επίσης Λεονάρδος, συνδέθηκε με την οικογένεια των Βατιμπέλαδων και το 1727 παντρεύτηκε τη Φοινικιά Βατιμπέλα. Το προικοσύμφωνο αποκαλύπτει την οικονομική επιφάνεια και το κοινωνικό κύρος των δύο οικογενειών, καθώς αναφέρει σπίτια, ακίνητα και περιουσιακά στοιχεία στην Παροικιά.

Ο ίδιος κλάδος συνδέθηκε και με το Φραγκομονάστηρο, τη Μονή των Καπουκίνων, η οποία υπέστη καταστροφές κατά την περίοδο της ρωσικής παρουσίας στις Κυκλάδες και των Ορλωφικών.

Ιδιαίτερα σημαντικός υπήρξε ο ιατρός Γεώργιος Κωνσταντίνου Κονδίλλης, ο οποίος παντρεύτηκε το 1717 στη Νάξο την Καθολική αρχοντοπούλα Ανεζίνα Κορονέλλου. Ο γάμος του ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τους δεσμούς των Κονδύληδων με το καθολικό αρχοντολόγιο της Νάξου. Απέκτησαν πέντε παιδιά και από τη γενιά αυτή προήλθαν πρόσωπα που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη διπλωματική, εκκλησιαστική και πολιτική ζωή των Κυκλάδων.

Ο γιος του Κωνσταντίνος Κονδίλλης διετέλεσε πρόξενος της Βενετίας και της Γαλλίας σε Πάρο, Νάξο και Σαντορίνη και αναφέρεται στον φορολογικό κατάλογο της Νάξου του 1757. Άλλος γιος, ο Λεονάρδος, έφερε τον τίτλο «καβαλιέρος», ενώ ο δον Νικόλαος Κονδίλλης ακολούθησε εκκλησιαστική σταδιοδρομία στην Καθολική Μητρόπολη Νάξου.

Η οικογένεια συνέχιζε έτσι να κινείται σε ένα ευρύτερο κυκλαδικό δίκτυο, όπου η Πάρος, η Νάξος, η Άνδρος, η Βενετία, η Ρώμη και τα μεγάλα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου συνδέονταν μεταξύ τους μέσα από το εμπόριο, τη ναυτιλία, τη διπλωματία και τις οικογενειακές σχέσεις.

Ο Γεώργιος Κων. Κονδύλης και οι Μαυρογένηδες

Ξεχωριστή θέση στην ιστορία της οικογένειας κατέχει ο Γεώργιος Κων. Κονδίλλης, που γεννήθηκε το 1735 και πέθανε στην Κωνσταντινούπολη το 1800. Ήταν μία από τις πλέον δραστήριες και πολυσχιδείς προσωπικότητες της οικογένειας.

Νυμφεύθηκε το 1757 την Εργίνα-Μαρία Μαυρογένη και συνδέθηκε στενά με τον ισχυρό οίκο των Μαυρογένηδων. Υπηρέτησε στη Βλαχία κατά την ηγεμονία του εξαδέλφου και κουνιάδου του Νικολάου Πετρ. Μαυρογένη και αργότερα ακολούθησε διπλωματική σταδιοδρομία στην υπηρεσία της Οθωμανικής Πύλης, της Βενετίας και της Γερμανίας.

Το παρωνύμιό του ήταν «Πελερίν». Η ζωή του υπήρξε περιπετειώδης και γεμάτη μετακινήσεις. Η παράδοση τον θέλει να έρχεται σε σύγκρουση με τον Μαυρογένη εξαιτίας της εμμονής του τελευταίου να θεωρεί τον εαυτό του απόγονο του δόγη Φραγκίσκου Μοροζίνη. Ο Κονδύλης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Βουκουρέστι και συνέχισε τη σταδιοδρομία του στην Κωνσταντινούπολη.

Ο τάφος του βρίσκεται σήμερα στο καθολικό νεκροταφείο του Φερίκιοϊ στην Κωνσταντινούπολη. Η επιτύμβια πλάκα του περιλαμβάνει σύντομο βιογραφικό και τον χαρακτηρίζει Καθολικό.

Η οικογενειακή αυτή διαδρομή δείχνει με χαρακτηριστικό τρόπο τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα των Κονδύληδων: μια παριανή οικογένεια που ξεκίνησε από τα κτήματα και τους πύργους της Πάρου και έφθασε να έχει μέλη της ως γιατρούς, προξένους, εμπόρους, εκπαιδευτικούς, ιερωμένους και διπλωμάτες σε Βενετία, Ρώμη, Νάξο, Κωνσταντινούπολη, Βλαχία και Ρωσία.

Το οικόσημο των Κονδύληδων

Το οικογενειακό οικόσημο αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της ιστορίας τους. Σε αυτό εμφανίζεται χέρι που κρατά γραφίδα ή κονδύλι, ενώ στο λοφίο εικονίζεται κεφαλή αγγέλου. Η παράσταση της γραφίδας πιθανότατα λειτουργεί ως εραλδικό λογοπαίγνιο με το επώνυμο Κονδύλης.

Σε ορισμένες μεταγενέστερες παραλλαγές εμφανίζεται και γαλλικός κρίνος, στοιχείο που συνδέθηκε με τη μακρά υπηρεσία μελών της οικογένειας ως προξένων της Γαλλίας στις Κυκλάδες.

Οικόσημα των Κονδύληδων σώζονται ή μαρτυρούνται στην Πάρο και τη Νάξο. Σημαντικότερο είναι το οικόσημο στον οικογενειακό τάφο του Νικολάου Κονδύλη στην Εκατονταπυλιανή, ενώ άλλο σημαντικό οικόσημο του 1704 βρίσκεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πάρου.

Η οικογένεια είχε επίσης μεγάλη αγρέπαυλη στο Σαρακήνικο, στην εξωτερική πύλη της οποίας υπήρχε οικόσημο Κονδίλλη με χρονολογία 1730, ενώ στην είσοδο του κτηρίου υπήρχε οικόσημο Κρίσπη. Το ακίνητο πέρασε αργότερα στην Ελένη, κόρη του καβαλιέρου Νικολάου Κων. Κονδίλλη και σύζυγο του Ιωάννη Κρίσπη.

Από την αρχοντική Πάρο στη νεότερη Ελλάδα

Η παρουσία των Κονδύληδων στην Πάρο δεν σταμάτησε με την παρακμή της παλαιάς αρχοντικής τάξης. Αντίθετα, μέλη της οικογένειας πέρασαν στη νέα διοικητική και πολιτική πραγματικότητα του ελληνικού κράτους.

Στις αρχές του 19ου αιώνα συναντούμε τους Κονδύληδες ως κτηματίες, δημογέροντες, προκρίτους και συμβολαιογραφικούς μάρτυρες. Ο Λεονάρδος Κονδύλης υπήρξε μία από τις σημαντικές μορφές της Παροικιάς κατά την επαναστατική και μεταεπαναστατική περίοδο.

Το 1825 αναφέρεται ως δημογέροντας, ενώ το 1827 συμμετέχει στους προκρίτους που αποφασίζουν για τη λειτουργία της «Κοινής Σχολής» της Παροικιάς. Στο σχετικό έγγραφο βρίσκεται μαζί με τον Ελευθέριο Χαμάρτο, τον Μάρκο Μάτσα Μαυρογένη, τον Γεώργιο Βιτσαρά, τον Ιωάννη Κρίσπη και άλλες κορυφαίες οικογένειες του νησιού.

Το 1828 υπογράφει ως δημογέροντας σε νοταριακή πράξη της Παροικιάς, ενώ το 1830 συμμετέχει ως επίτροπος της Εκατονταπυλιανής.

Κατά την πολιτική αναταραχή του 1831, οι Κονδύληδες βρέθηκαν στο στρατόπεδο των αντικαποδιστριακών μαζί με άλλες σημαντικές οικογένειες της Πάρου. Η παρουσία τους στα πολιτικά πράγματα του νησιού συνεχίστηκε και μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους.

Ο Λεονάρδος Κονδύλης υπήρξε δήμαρχος Πάρου κατά τα πρώτα χρόνια της εθνικής αποκατάστασης. Το όνομά του εμφανίζεται σε σειρά διοικητικών εγγράφων του Δήμου Πάρου το 1837, 1840 και 1842. Το 1843 συμμετείχε στις εκλογικές διαδικασίες ως ένα από τα γεροντότερα και σημαντικότερα πρόσωπα της Παροικιάς, ενώ το όνομά του εμφανίζεται και στους εκλογικούς καταλόγους.

Στα μέσα του 19ου αιώνα οι Κονδύληδες εξακολουθούν να συγκαταλέγονται στους σημαντικούς κτηματίες της Παροικιάς. Στον εκλογικό κατάλογο του 1847, όπου περιλαμβάνεται και η Αντίπαρος, καταγράφονται ο Αντώνιος, ο Κωνσταντίνος, ο Λεονάρδος, ο Νικόλαος Γ., ο Φραγκίσκος Λ. και ο Νικόλαος Κ. Κονδύλης.

Οι Κονδύληδες και η γαλλική παρουσία

Ιδιαίτερα σημαντικός υπήρξε ο Νικόλαος Κ. Κονδύλης, ο οποίος γεννήθηκε στην Πάρο το 1833. Κατά τη διάρκεια του ναυαγίου του γαλλικού πολεμικού πλοίου Superb, το οποίο ναυάγησε στην Πάρο, διακρίθηκε για τη διάσωση Γάλλων αξιωματικών και ναυτών, διακινδυνεύοντας τη ζωή του.

Για την πράξη αυτή τιμήθηκε από τη γαλλική κυβέρνηση και διορίστηκε Προξενικός Πράκτορας της Γαλλίας στην Πάρο, θέση την οποία διατήρησε μέχρι τον θάνατό του το 1893.

Η οικογένεια συνέχισε έτσι μια παράδοση που είχε αρχίσει ήδη από τον 17ο αιώνα: τη σύνδεση των Κονδύληδων με τα προξενικά δίκτυα των ευρωπαϊκών δυνάμεων στις Κυκλάδες.

Το 1885, ο Δήμαρχος Πάρου Κ. Ν. Κονδύλης υπέγραφε διορισμό δημοτικού ιατρού του Δήμου Πάρου, ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα ο Κωνσταντίνος Ν. Κονδύλης συμμετείχε στα δημοτικά πράγματα και στις επιτροπές του Δήμου, μεταξύ άλλων και στην επιτροπή για την επισκευή του μνημείου των Γάλλων ναυτών του Superb.

Εκπαίδευση, εμπόριο και διασπορά

Οι Κονδύληδες δεν περιορίστηκαν στην Πάρο. Από τον 18ο αιώνα μέλη της οικογένειας σπούδασαν στη Ρώμη, στην Πάδοβα και στη Βενετία, ενώ άλλοι εγκαταστάθηκαν ή εργάστηκαν στη Νάξο, στη Βενετία, στη Ρωσία, στη Ρουμανία και στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Λεονάρδος Φραγκ. Κονδύλης υπήρξε διδάσκαλος στην Εμπορική Σχολή της Οδησσού και αργότερα υπηρέτησε ως πρόξενος και πράκτορας της Ελλάδας στο Κίεβο. Πέθανε εκεί το 1903.

Άλλος κλάδος της οικογένειας εγκαταστάθηκε στη Σύρο, με γενάρχη τον Φραγκίσκο Λεον. Κονδύλη, από το 1893. Η μετακίνηση αυτή εντάσσεται στο ευρύτερο φαινόμενο της μεταφοράς παριανών οικογενειών προς την Ερμούπολη, η οποία κατά τον 19ο αιώνα είχε εξελιχθεί σε σημαντικό εμπορικό και ναυτιλιακό κέντρο.

Στα δημοτολόγια και στα αρχεία της Ερμούπολης εμφανίζονται αρκετοί Παριανοί Κονδύληδες, ανάμεσά τους και ο Εμμανουήλ Κονδύλης, κουρεύς, αλλά και ο Ζαννής Κων. Κονδύλης, τραπεζικός υπάλληλος.

Οι Κονδύληδες στον 20ό αιώνα

Κατά τον 20ό αιώνα το επώνυμο εξακολουθεί να είναι έντονα παρόν στην Παροικιά. Οι απόγονοι των παλαιών αρχοντικών κλάδων δραστηριοποιούνται σε διαφορετικά επαγγέλματα και ακολουθούν πλέον τη νεότερη κοινωνική πορεία της Πάρου.

Από την οικογένεια προήλθαν εκπαιδευτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι, τραπεζικοί, σταθμάρχες, κτηματίες και άνθρωποι που δραστηριοποιήθηκαν στη διοίκηση και την οικονομική ζωή.

Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στην Ειρήνη Κονδύλη, γεννημένη το 1897, η οποία υπηρέτησε ως δασκάλα στην Παροικιά. Είχε προηγουμένως υπηρετήσει στο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων και συνέχισε να προσφέρει στην εκπαίδευση του νησιού. Τον Ιανουάριο του 1944, κατά τη διάρκεια του μαθήματος στο σχολείο της Παροικιάς, σκοτώθηκε μαζί με δύο μαθητές της από ρουκέτα βρετανικών αεροπλάνων. Η τραγική αυτή απώλεια αποτελεί μία από τις πιο συγκινητικές σελίδες της νεότερης ιστορίας της οικογένειας.

Στις παριανές πηγές του 20ού αιώνα συναντώνται ακόμη οι Ζαννής, Φραγκίσκος, Λεονάρδος, Αντώνιος, Πέτρος, Μιχαήλ, Μαριγούλα, Καλυψώ, Μαρία, Αμαλία και άλλα μέλη της οικογένειας, αποδεικνύοντας τη συνέχεια του επωνύμου στην Παροικιά.

Η Μαριγούλα Κων. Κονδύλη, σύζυγος του Ανδρέα Ολυμπίου, γεννήθηκε το 1870 και πέθανε το 1957. Το όνομά της σώζεται και σε φωτογραφικό τεκμήριο του 1929 από την περιοχή του Καλαμιού.

Μια οικογένεια που συνδέθηκε με την ιστορία της Πάρου

Η ιστορία των Κονδύληδων είναι από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις παριανής οικογένειας που πέρασε από την παλαιά φεουδαρχική και αρχοντική κοινωνία στη νεότερη Ελλάδα χωρίς να χάσει τη συνέχεια της παρουσίας της στο νησί.

Από τον Λεονάρδο Κονδίλλη του 1583 έως τον Κωνσταντίνο Κοντίλη του 1609, από τον πύργο στο Καλάμι και τους μεγάλους γαιοκτήμονες της Παροικιάς έως τους προξένους της Γαλλίας και της Βενετίας, τους γιατρούς, τους δημογέροντες και τους δημάρχους, η οικογένεια συνδέθηκε στενά με τις σημαντικότερες πλευρές της παριανής κοινωνίας.

Οι Κονδύληδες υπήρξαν ταυτόχρονα γαιοκτήμονες, έμποροι, πρόξενοι, λόγιοι, γιατροί, κληρικοί, δημογέροντες και πολιτικοί παράγοντες. Οι γάμοι τους με τους Μαυρογένηδες, τους Βιτσαράδες, τους Βατιμπέλαδες, τους Κρίσπηδες, τους Φραγκόπουλους και άλλες αρχοντικές οικογένειες δημιούργησαν ένα πυκνό δίκτυο συγγένειας που ένωνε την Πάρο με τη Νάξο, την Άνδρο και τα μεγαλύτερα εμπορικά και διοικητικά κέντρα της Ανατολικής Μεσογείου.

Η καθολική τους παράδοση, ιδιαίτερα στον κύριο αρχοντικό κλάδο, αποτελεί επίσης χαρακτηριστικό παράδειγμα της σύνθετης θρησκευτικής πραγματικότητας των Κυκλάδων. Παράλληλα, οι σχέσεις τους με ορθόδοξες οικογένειες, οι μικτοί γάμοι και η σταδιακή προσχώρηση ορισμένων κλάδων στην Ορθοδοξία δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο οι παλαιές αρχοντικές οικογένειες προσαρμόστηκαν στις κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές των νεότερων χρόνων.

Από τα μάρμαρα του πύργου στο Καλάμι, από τον οικογενειακό τάφο της Εκατονταπυλιανής, από τα οικόσημα της Παροικιάς και τις νοταριακές πράξεις, έως τα δημοτικά έγγραφα, τους εκλογικούς καταλόγους και τα σχολικά αρχεία του 20ού αιώνα, το επώνυμο Κονδύλης αφήνει ένα εξαιρετικά πυκνό αποτύπωμα στην ιστορία της Πάρου.

Και ίσως το σημαντικότερο είναι ότι η ιστορία των Κονδύληδων δεν είναι μόνο η ιστορία μιας παλιάς αρχοντικής οικογένειας. Είναι, σε μεγάλο βαθμό, η ίδια η ιστορία της Παροικιάς κατά τους τελευταίους τέσσερις και πλέον αιώνες: οι πύργοι και τα κτήματα, η πειρατεία και το εμπόριο, οι Καθολικοί και οι Ορθόδοξοι, οι πρόξενοι και οι δημογέροντες, οι γάμοι των αρχοντικών οικογενειών, η ίδρυση του ελληνικού κράτους και, τελικά, η μετάβαση από την παλαιά παριανή αρχοντοκρατία στη νεότερη κοινωνία του νησιού.

–1583. Ο Λεονάρδος Κονδίλλης παριανής καταγωγής αναφέρεται το 1583 να δικαιοπρατεί στην Άνδρο. Γιός του (;) ο Κωνσταντίνος Λ. Κονδίλλης.

–1609. Ο πύργος στο Καλάμι (σήμερα ιδιοκτησίας Νικολάου Κρίσπη) ιδιοκτήτη του Κωνσταντίνου Κονδύλη ανακαινίστει το 1609. Σήμερα το μάρμαρο που είναι χαραγμένο το οικόσημο του κτήτορα και το έτος ανακαίνισης χρησιμοποιείται ως σκαλοπάτι στην ίδια οικία.

–1639. Στις 2 Φεβρουαρίου 1639 εις το Καστέλλι του Κεφάλουπουλεί του μισερ Λιώνη Χαρτουλάρη ένα κομμάτι χωράφι στις Αγριλιές όπου έχει αγορά από την Κοτίλενα (Κονδύλαινα, γυναίκα του Κονδύλη).

–1646. Το έτος τούτο ο Γεώργιος Κονδύλης ανακαίνισε τον ναό του Αγίου Γεωργίου (σήμερα Άγιος Λουκάς), όπως αναγράφει σχετική επιγραφή στο υπέρθυρο του ναού, που βρίσκεται βορειοδυτικά της Παροικιάς «+Ανακαινήστη εκ βάθρων ούτος ο θείος κ(αι) πάντιμος ναός του |αγίου κ(αι) ενδόξου μεγαλομάρτυρος Γεωργήου του τροπεοφόρου | δια συνδρομής κ(αι) εξόδου Γεωργήου Κοτ(ί)λι εν έτι 1646». Δεν αποκλείεται να είναι ο Γεωργάκης Κονδύλης (ή Μακρής Κονδύλης) που αναφέρει η «Λεηλασία της Παροικιάς του 1668, του οποίου γιός ήταν ο Γιακουμής Κονδύλης.

–1663. Αίτηση στον Ιησουίτη γούμενο Νάξου Γασπάρο Εμμανουήλ.

Ευλαβέστατε και αιδεσιμώτατε εν Χω Πάτερ.

Η ευχή της αγιωσύνης σου απάνω μας και εις όλον το νησίν τούτο. Εστοντας και από δεκατέσσερες χρόνους οπού λείπουσιν οι ευλαβέστατοι πατέρες της συντροφίας από το νησί μας επαρακαλέσαμεν πολλαίς φοραίς να γυρίσουν εδώ οπού τους είχαμε προτήτερα χρόνους επτά και ακόμη δεν εστραφήκασι αν καλά και πάντα μας ήταξαν καλήν όρεξιν. Τωρα οπού ακούωμεν πως ήλθασι εις την Τήνο και εις την Μήλον πρέπον μας εφάνηκεν να δείξωμεν και εμείς την αγάπην και τον πόθον οπού είχαμεν να του απολαύσωμεν εδώ εις το νησί μας. Το λοιπόν παρακαλούμεν την σην αιδεσιμώτητα να ημπορούμεν να τους έχωμεν ωσάν τους είχαμεν και πρώτον. Παρακαλούμεν να έχωμεν το ζητούμενον.

Πάρος Παροικιά ιουλίου 20, 1663

Μανόλης Αλησάφης και επίτροπος

Νικολός Κοντήλης και επίτροπος.

–1667. Κωδικογράφος Γιαννούλης Κονδύλης, γνωστός από τον Κώδικα 2320 του 1667.

–1668. Ο Δημογέροντας της Παροικιάς Γεωργάκης Κονδύλης αναφέρεται στο ποίημα για την Λεηλασία της Παροικιάς το 1668 «Βρίσκουν και του Κοντύλη του Γεωργάκη / το σπλαχνικό παιδί του Γιακουμάκι».

–1671. Νικόλαος Κοντίλης υπογράφει έγγραφο Παροικιάς στις 1 Μαΐου 1671.

–1672. Σε αίτημα των παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας Πατέρα της Καθολικής Εκκλησίας  Jacques Dinet για να ζητήσουν πατέρες της καθολικής εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο. «Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας, ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ ενδόξου συντροφιάς υου ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον μας πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την επιστήμην δια τους μεταγεναστέρους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος άλλο δεν είναι εις όλα τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται…»

Πάρος: εν έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29) εις το παλαιόν: + Ταπεινός Μητροπολίτης Παροναξίας Μελέτιος.

Το πιο πάνω αίτημα υπογράφουν χριστιανοί, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατοίκων της Νάουσας μεταξύ άλλων και ο Νικόλαος Κοντίλης.

–1674. To 1674 ο Κονδύλης δωρίζει στους Καθολικούς Πατέρες τον Ναό του Άγιου Νικολάου στην Παροικιά και οικόπεδο πλησίον Γιαννούλη Δαργέντα για την ανοικοδόμηση Καθολικής Μονής, κάτι που έγινε το ίδιο έτος. 

Λεονάρδος. Γιός του (6). Το 1679 έχει εμπορικές συναλλαγές στη Βενετία.

–1674. Στις 7 Μαΐου του 1674 η κοινότητα της Παροικιάς δώρισε στους Πατέρες Ιησουίτες εν Νάξο, εκ των κτημάτων του ναού της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής, οικόπεδο για την ανέγερση Μονής. «Εις δόξαν χριστού αμήν 1674 εις τας 7 του μαϊου εν καστέλιω Παροικίας οι αιδεσιμωτάτοι πατέραις εκ της συντροφίας του Ιησού, διά να κτίσουσι μοναστήρι και σκολιό, και μην ευρίσκοντας τόπον αρμόδιον διά την αυτήν υπόθεσιν, διά τούτο θέλωμεν ημείς οι κατωθεν υπογεγραμμένοι, και εις το όνομα της κοινώτητος και δίδωμεν διά έργον χάρις των άνωθε αιδεσιμωτάτων πατέρων ένα κομμάτι χωράφι από της παναγίας μας της Καταπολιανής, εις το μάκρος ποδάρια του μέτρου εκατό δέκα και εις πλάτος άλλον τόσον και εις τούτο ομπληγαρόμαιστα οπώταν εις κανένα καιρόν ήθελε σικοθή τινάς να γυρέψει δικαιώματα εις το άνωθε κομμάτι το χωράφι όπου των χαρίζωμεν να ήμαιστε ημείς ομπληγάδοι να το πληρονωμεν της παναγίας, όθεν διά το βέβαιον απογράφωμεν διά χειρίσμας και εις το όνομα της άνωθε κοινότητος.

Οικονόμος Παροικίας, σακελλάριος Παροικίας, Νικόλαος ιερεύς πρωτοπαπάς Παροικίας, Πέτρος ιερεύς Βιτζαράς, Κώστας Μαίζας, Τεμένιγος ιερεύς, παπα Ιω. Γαλανός, Ελευθέριος ιερεύς Λουρδας, Νικόλαος ιερεύς…, παπα Ιωάννης …, παπα Πέτρος Μπουλαξής, παπα Στέφανος Βυτζαράς, παπα Φραντζέσκος Βιτζαράς, Γιακουμής Πατέλας, παπα Μιχαλής Κονταράτος, Μάρκος ιερεύς, Χωροεπίσκοπος Παροικιάς, Τζουάνες Σκληρός, Νικολός Κοντίλης, Μανόλης Αλισάφης, Μιχαήλ Βιτζαράς, Νικολός Κοτίλης, Γιώργης …, Μανώλης Αλεξάκης, Φραντζέσκος Μιχαλέτος Γραμματικός, Ιω. Βιτζαράς, Ιω. Σκιάδος, Ιω. Βιτζαράς, Κωστάκης Γαλανός, Τζώρτζης Ρουτες, Ιω. Σκιάδας, Γεώργης Μαυρομάτης, Ιω. Σπυρίδος, Δημήτρης Ταργέτας, Νικολός …, Μιχελής Δημητ…, Ιω. Πατελας, Ιω. Τουτέσκος, Bartolo Rozza, Γιαννούλης Ταργέντας, Αντώνης Αλλησάφης, τζουάνες Γιράρδης, Τζώρτζης Νταμόστος, Ιω. Του μαστρο Γιάκουμου, Γιόνης Μυστράτος, Δημήτρης Μαβρομάτης, Giacomo Zellini, Domenico Ferrari, Γιάννης Ντελαγραμμάτικας, Γεώργης Τακορόνιας.

–1681 Το έτος 1681 μαρτυρείται ο Νικόλαος Κονδύλης.

–1681. Επιγραφή στο σπίτι του Δημ. Σαρρή πάνω από τη δεύτερη βρύση του Μαυρογέννη (1777) στον κεντρικό δρόμο της Αγοράς, απέναντι από την κατοικία του Κων. Κονδύλη, έχει ως εξής: «1681 Α… -ΚΟCTANTIC ΚΟΝ(Δ)ΥΛΗC – ΕΚΑΜΕ ΤΑ ΠΑΡΟΝ(ΤΑ)». Ο αναφερόμενος Κωνσταντής Κονδύλης το 1681, πρέπει να είναι εγγονός του Κων. Κονδύλη, που είχε το σπίτι του απέναντι.

–1684. Μάρμαρα, Ναός Αγίων Αναργύρων, αναγράφεται στο υπέρθυρο του ναού, το 1684, ο Αντώνιος Κοντίλης και η γυναίκα του Μαιέττα. «1684 Μαρτίου β’ Ανακ(αι)νίσθη εκ βόθρου ο θείος ν(αό)ς των αγίων Αναργύρων διά συνδρομής κε εξόδου του Αντωνίου Κοντίλη κ(αι) της συμβήα αυτού Μαριέτας μηνί Μαρτίου».

–1685. Σε επιγραφή στην εκκλησία Αγίων Αναργύρων στα Μάρμαρα διαβάζουμε «24 Μαρτίου 1685 ανεκαινίσθη ο Ναός των Αγίων Αναργύρων δια συνδρομής και εξόδου Αντωνίου Κοντίλη και της συζύγου του Μαρκέτας Μηνι Μαρτίου».

–1688. Η Ειρήνη Κοντίλη γυναίκα του Νικόλαου Κοντίλη μνημονεύεται σε έγγραφο Παροικιάς του 1688.

–1704. Επιγραφή σε οικόσημου που σήμερα βρίσκεται στο αρχ. μουσείο αναγράφει 1704 Μάϊος 17 Κωνσταντίνος Κοντήλης. Ασφαλώς πρόκειται για τον ίδιο με την επιγραφή του 1698. Ο Κωνσταντίνος Κονδύλης αναφέρεται από τον Pitton de Tournefort ως ο πλουσιότερος έλληνας του νησιού.

–1706. Ο Λεονάρδος Κονδύλης, γιος του Μιχαήλ, είχε σπουδάσει στο Φροντιστήριο του Αγίου Αθανασίου στη Ρώμη (12 Ιουνίου 1706 – Ιαν. 1711).

–1714. Απόδειξη εισπράξεως του «πάκτους της Ευαγγελίστριας στα Χάλαρα Παροικιάς από τον παπα Νεόφυτο της Πάτμου (Πάρος 17 Φεβρουαρίου 1714). Αναφέρεται ο Κωνσταντίνος Κοντίλης επίτροπος του μοναστηρίου Θεολόγου Πάτμου. Και ο Νταμέντζος Ιωάννης, γραμματικός του αφέντη Κωσταντάκη Κοντήλη.

–1716. Γεώργιος  Κονδύλης. Γιός του Νικολάου. Μεταβαίνει σε Πάδοβα και Βενετία. Το 1716 απαγχονίζεται στην Πάρο από τον καπουδάν πασά Τζάνουμ Χότζα.

–1717. Ο ιατρός Γεώργιος (Τζορτζάκης) Κωνστ. Κονδίλλης  νυμφεύεται το 1717 στη Νάξο μια Καθολική Καστριανή αρχοντοπούλα (εξάλλου είναι Καθολικός και ο ίδιος). Σύζυγός του γίνεται η Ανεζίνα (Αγνή), η πρώτη από τις τρείς κόρες του Ιάκωβου Κορονέλλου και της μακαρίτισσας Κατερίνας θυγ. Τζώρτζάκη Σομμαρίπα, η οποία θα προικισθεί πλουσιοπάροχα από τον πατέρα της αλλά κυρίως από την εκ μητρός γιαγιά της, την Ανεζίνα Κάλβου – Σομμαρίπα, η οποία την είχε αναθρέψει μετά τον θάνατο της μητέρας της. Μεταξύ των προικώων είναι τα μητρικά σπίτια της νύφης στο Κάστρο και άλλα.

Ο Γεώργιος Κ. Κονδίλλης και η Αγνή Ιακ. Κορονέλλου απέκτησαν πέντε παιδιά,

Α) Κωνσταντίνος. Διετέλεσε πρόξενος Βενετίας και Γαλλίας, σε Πάρο, Νάξο και Σαντορίνη. Πολύ νεαρός νυμφευτεί την Κατερίνα και θα αποκτήσουν έξι τέκνα: α) Γεώργιος (1735-1800), που νυμφεύθηκε σε πρώτο γάμο την Εργίνα-Μαρία Πέτρ. Μαυρογένη. β) Νικόλαος (Απεβίωσε το 1825). Έφερε τον τίτλο «καβαλιέρος» (ιππότης), όπως και ο θείος του Λεονάρδος Γ. Κονδύλης. Σύζυγος του η Κατερίνα θυγ. Κωνσταντίνου Φακουρέλη και Μαργαρίτας Τζαμπατή Κορονέλλου. γ) Λεονάρδος. Σύζυγος του η Ρόζα-Ρουσέτα Κόκκου (Απεβίωσε στις 17-6-1822). δ) Φραγκίσκος-Ξαβέριος. Εφημέριος Μητροπολιτικού Ναού Καθολικών Νάξου. ε) Γενοβέφα (απεβίωσε το 1822), σύζυγος Λορέντζου Ντέλλα Ρόκκα και στ) Άννα (Ανέζα), σύζυγος Ιερωνύμου Μπαρότση.

Β) Λεονάρδος. Είχε τον τίτλο «καβαλιέρος». Νυμφεύθηκε (1742) την Ελένη θυγ. Τζώρτζη Αρκά ή Μπέλλου ή Μπέλλου από τις Λεύκες της Πάρου. Δεν απέκτησαν τέκνα.

Γ. Δον Νικόλαος. Έγινε ιερωμένος και ανήκε στο Κανονικάτο (διετέλεσε ντεζαουράριος και πρεβόστρος) της Καθολικής Μητρόπολης Νάξου. Απεβίωσε στις 6 Ιανουαρίου 1813 και ετάφη στην Καθολική Μητρόπολη Νάξου.  Άφησε μοναδικό κληρονόμο του τον ανιψιό του καβαλιέρ Νικόλαο Κων. Κονδίλλη, γεγονός που δημιούργησε δικαστικές διαμάχες μεταξύ των συγγενών για την ακύρωση της διαθήκης του δον Νικολάου Κονδίλλη και εξεδόθησαν ενδιαφέρουσες αποφάσεις των αιρετοκριτών, που ερμηνεύουν το σχετικό τοπικό εθιμικό δίκαιο και ακύρωσαν την διαθήκη.

Δ) Ιωάννης Βαπτιστής (Τζαμπατής ή Μπατίστας). Διετέλεσε ντεζαουράριος (ταμίας) της Αδελφότητας των Καθολικών Νάξου. Νυμφεύθηκε (2-4-1766) την Κατερίνα-Διάνα Νικ. Μπαρότση. (Απεβίωσε το 1771), χήρα Σπυρίδωνος Αντ. Μπαρότση, (που κληρονόμησε από τη θεία της Διάνα Φραγκ. Μπαρότση και σύζυγος Βερνάρδου Μπαρότση, τον πατρικό της πύργο στο Χαλκί Νάξου).

Ε) Μαρκέτα. Παντρεύτηκε τον Ορθόδοξο άρχοντα Ιάκωβο Χρυσ. Φραγκόπουλο (γιό της Μπατεστούς Μπαρότση-Φραγκοπούλου, κληρονόμου του φεούδου Φιλωτίου) και απέκτησαν έξη παιδιά (Χρύσανθος, κόμης Γεώργιος, Νικόλαος, Μπατεστού, Κατίγκω και Ανέζα), τα οποία εβάπτισαν κατά το Καθολικό δόγμα στο οποίο προσεχώρησε με δημόσια ομολογία και ο Ιάκωβος Φραγκόπουλος, γεγονός έτσι αίτιος σοβαρής αναταραχής στη Νάξο μεταξύ των πιστών των δύο δογμάτων.

Ο ιατρός Γεώργιος Κων. Κονδίλλης απεβίωσε το 1733 σχετικά νέος. Η σύζυγός του Ανεζίνα Κορονέλλου-Κονδίλλη απεβίωσε το 1766.   

–1718. Στις 15 Αυγούστου 1718 Βαπτίστηκε ο Αντώνιος Κονδύλης, γιός του Παύλου και της Άννας. Είχε αναδόχους τον Γεώργιο Βαρσαμή και τη Μαρία Γ. Αλησάφη. Κατοικούσε στη Μάλτα, όπουτ σπούδαζε λατινικά.

–1727. Προικοσύμφωνο του σιόρ Λεονάρδου Κονδύλη και της αρχοντοπούλας Φοινικιά  Βατιμπέλα» Νάουσα 29 Ιανουαρίου 1727.

«Ο εκλαμπρότατος, ο ρηθείς αφέντης Τζουανάκης Βατιμπέλας με την αρχόντισσά τους κυρία Μαρούσα δίδουν στην αρχοντοπούλα κόρη τους Φοινικιά εικόνες της Σταυροποσκυνήσεως και του Αγίου Γεωργίου, και (…). Και η αρχόντισσα κυρία Μαρούσα Κοντίλενα δίδει στον γιό της ονόματι αφέντη Λεονάρδο Κοντίλη (…). Ακόμη η κυρία Ειρήνη, σύζυγος του σιόρ Φραντζέσκου Φραντζέσκη (ο οποίος υπογράφει στα λατινικά) και αδερφή του Λεονάρδου, «του προικοτάζει (…) τα σπίτια οπού κάθονται εις το Μέσα Κάστρο [γειτονιά του καθολικού Αγίου Γεωργίου], ανώγια και κατώγια κ.α.. (ΕΒΕ, Ξ 963)

–1730. Χωράφι Λούρο σύμπλιος Κοντύλης και χωράφι Πλαγιά σύμπλιος Κοντύλης.

–1731. Σε κληρονομικό δικαίωμα των συζύγων αναφέρεται στις 21 Μαρτίου 1731 διαιτητική απόφαση εις διαφορά του παπά Δημήτρη Βιτζαρά με τον Κοντίλη Θεοτόκη.

–1733. Σπουδαστής στο Φροντιστήριο του Αγίου Αθανασίου στη Ρώμη τα έτη 1733-1734 ο Αντώνιος Κονδύλης, γιός του Παύλου και της Άννας.

–1735. Το 1735 γεννιέται ο Γεώργιος Κων. Κονδύλης, συνονόματος του ιατρού Γ.Κ. Κονδίλλη. Αξιωματούχος καϊμακάμης, παχάρνιος και δοκιμαστής των οίνων του ηγεμόνα στη Βλαχία επί ηγεμονίας του εξαδέλφου του Νικολάου Πετρ. Μαυρογένη (1786-1790), πρόξενο αργότερα της Βενετίας στην Κρήτη και μετέπειτα της Γερμανίας και σύζυγος της Εργίνας-Μαρίας Πέτρ. Μαυρογενη (απεβίωσε το 1822 στη Μυτιλήνη). (αρχείο Καθολικής Αρχιεπισκοπής Νάξου-Πάρου).

Ο Γεώργιος Κων. Κονδίλλης ήταν μια έντονη και ταραχώδης προσωπικότητα. Το παρόνομά του ήταν «Πελερίν». Αναφέρεται από συγγενείς του 18ου και 19ου αιώνα και μάλλον υπήρξε ο βασικός πληροφοριοδότης του Τόμας Χόουπ (Thomas Hope. Anastasius or Memoirs of a Greek). Γεννήθηκε το 1735 και πέθανε στην Κωνσταντινούπολη, στις 18 Οκτωβρίου 1800. Ετάφη στο Καθολικό νεκροταφείο του Ταξίμ και η επιτύμβια πλάκα του (στην οποία αναφέρεται εν συντομία το βιογραφικό του και χαρακτηρίζεται ως Καθολικός) βρίσκεται σήμερα στο Καθολικό νεκροταφείο του Φερίκιοϊ Κωνσταντινούπολης, όπου είχαν μεταφερθεί οι ταφόπλακες μετά την διάλυση των νεκροταφείων του Ταξίμ, τον 19ο αιώνα.

Νυμφεύθηκε το 1757 σε πρώτο γάμο την συγγενή του Εργίνα-Μαρία Πετρ. Μαυρογένη κατά το Ορθόδοξο τυπικό και εδήλωσε ότι ασπάσθηκε την Ορθοδοξία. Απέκτησαν δύο κόρες, τη Μαργαρίτα και την Ζαμπέτα, που παντρεύτηκαν συγγενείς τους, τον Σπήλιο Δημ. Μαυρογένη και τον Ιωάννη Εμμ. Μαυρογένη, αντίστοιχα.

Ενώ ο Γεώργιος Κων. Κονδίλλης υπήρξε έμπιστος και βασικός συνεργάτης του εξαδέρφου και κουνιάδου του, Ν. Μαυρογένη, στην αρχή της ηγεμονικής θητείας του, φαίνεται ότι ο Κονδίλλης ειρωνεύθηκε κάποια στιγμή τον Μαυρογένη για την εμμονή του να ισχυρίζεται ότι είναι απόγονος του δόγη Φραγκίσκου Μοροζίνη και κινδύνευσε να χάσει το κεφάλι του. Διέφυγε από το Βουκουρέστι και συνέχισε την καριέρα του, ως διπλωμάτης στην υπηρεσία της Πύλης, της Βενετίας και της Γερμανίας. Προικοδοτήθηκε από τον πατέρα του (1757 και 1764) με αρκετά ακίνητα μεταξύ των οποίων το αρχοντικό του προπάππου του, του βοεβόδα Κωνσταντάκη Λεον. Κοντίλη, στο οποίο είχε εκείνος τοποθετήσει το κτητορικό υπέρθυρο με το οικόσημο ΚΟΝΔΥΛΗ και την ημερομηνία 17 Μαΐου 1704, το οποίο όμως θα περιερχόταν στην κατοχή του μετά τον θάνατο της γιαγιάς του, Ανέζας χήρα του ντοτόρε Κοντίλλη! Το αρχοντικό αυτό βρισκόταν δίπλα στον Καθολικό Ναό του Αγίου Γεωργίου (την «Καπέλλα», βλ. Αντ. Κατσουρού, «Στατιστικά Πάρου», Επετηρίς Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών, Α, 1961), από τους παλαιότερους ναούς των Καθολικών στην Παροικιά και αυτό είχε περιέλθει, τον 19ο αιώνα στην Απολλωνία Κων. Κονδύλη, εγγονή του καβαλιέρου Νικόλαου Κων. Κονδίλλη, η οποία παντρεύτηκε (1849) τον εκ Νάξου συγγενή της, Νικόλαο Ιακ. Μπαρότση (πρέπει να ήταν εγγονός της Άννας-Μαρίας Κωνσταντίνου Κονδίλλη, σύζυγος Ιερωνύμου Ιακ. Μπαρότση). Από τους Μπαρότση αγόρασε το αρχοντικό αυτό, περί το 1900, ο βιομήχανος και σπουδαίος οικονομικός παράγων της Πάρου στην εποχή του, Κωνσταντίνος Μιχ. Αιγινήτης, ο οποίος το μεταβίβασε στον γιό του, Νίκο Κ. Αιγινήτη. Το αρχοντικό αυτό κατεδαφίστηκε στο μεγαλύτερο μέρος του, στη δεκαετία του 1900 και ο χώρος του ανήκει σήμερα στην κα Κατερίνα Γεωρ. Πατέλη, εγγονή του Νίκου Κ. Αιγινήτη. Άλλο εντυπωσιακό αρχοντικό των προξένων Κονδίλλη στην Πάρο ήταν η αγρέπαυλη «Σαρακήνικο», που είχε στην εξωτερική πύλη της οικόσημο Κονδίλλη, με χρονολογία 1730 και στην είσοδο του κτηρίου οικόσημο Κρίσπη. Ανήκε στην Ελένη (γεννήθηκε περί το 1800), θυγατέρα του καβαλιέρου Νικολάου Κ. Κονδίλη και σύζυγο του Ιωάννη Κρίσπη. (μελέτη Ιάκωβου Ναυπλιώτη – Σαραντινού).

–1738. Καταγραφή [Παροικιά, 13 Νοεμ. 1738] της περιουσίας της Ευαγγελίστριας, κτήματα τους γειτονεύουν με τα κτήματα της Ευαγγελίστριας, Κωνσταντίνος Κοντίλης.

–1742 προικοσύμφωνο από τον άρχοντα Λεονάρδο Κονδύλη. Το οικόσημο της οικογένειας εικονίζει, χέρι που κρατά γραφίδα (κοντύλι) και στη θέση του λοφίου, κεφαλή αγγέλου. Το συναντάμε στην πρόσοψη του μαρμάρινου τάφου του Νικόλαου Κονδύλη (1681) που βρίσκεται στη βόρεια κόγχη του νάρθηκα της Εκατονταπυλιανής. Η οικογένεια Κονδύλη, καταγόταν από το Βυζάντιο (κατά τον Δ. Πασχάλη) ή από την Βενετία (κατά τον Dugit).

–1743. Καταγραφή [Παροικιά, 9 Αυγ. 1743] της περιουσίας της Ευαγγελίστριας, κτήματα τους γειτονεύουν με τα κτήματα της Ευαγγελίστριας, χωράφι εις τον Αγίον Ελευθέριον σύμπλεον Κωνσταντάης Κονδύλης.

–1745. Σύμφωνα με έγγραφο Τσιπίδου της 1 Απριλίου 1745 «ο δοτόρ Κονδύλης», του οποίου τα παιδιά πωλούν ένα χωράφι στη Μονή του Αγίου Αντωνίου Κεφάλου.

–1745. Σε έγγραφο Κεφάλου 1 Σεπτεμβρίου 1745: «ομοία (αγορά) χωραφίου των τέκνων δοτόρ Κονδύλη».  

–1746. Σε πωλητήριο Τσιπίδου, 9 Μαρτίου 1746, «πουλεί ο άγιος καθηγούμενος της Αγίας Κυριακής δύο χωραφάκια που έχει από τον μακαρίτη παπά-Ιερεμία Παπαδόπουλο εις τον Τζικαλά σύμπλιος του μακαρίτη αφέντη Κοντίλη και το άλλο χωραφάκι εις την Αγίαν Τριάδα σύμπλιος Γιώργης Κονταράτος».

–1747. Γεννιέται στην Παροικιά ο Κωνσταντίνος Κονδύλης. Σύζυγός του η Ειρήνη Μπάου.

–1748. Σε έγγραφο Κεφάλου στις 4 Μαϊου 1748 αναφέρεται ο Παντελάκης Κονδύλης.

–1752. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Παροικιάς σε Γενική Συνέλευση στις 6 Σεπτεμβρίου 1752 μαρτυρείται ο Λινάρδος Κονδύλης.

–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου 1755 μαρτυρείται ο Λινάρδος Κονδύλης από την Παροικιά.

–1757. Σε προικοσύμφωνο Λευκών 7 Νοεμβρίου 1757, «έτερο χωράφι από κάτω στου Κοντύλη τις κέλλες, σύμπλιος Γουλιαρμής Ρούσσος». Το κέλλα είναι από το λατιν. Cella =κελί, Κοντύλη-Κονδύλη αφορά σε μέλος της γνωστής και εύπορης αρχοντικής οικογένειας της Παροικιάς, ενδεχομένως του Κωνσταντίνου Κονδύλη, που υπήρξε στις αρχές του 18ου αιώνα ο πλουσιότερος κάτοικος της Πάρου με πλήθος κτημάτων, σπιτιών πύργων κ.α.

–1770. Γόνοι Δελαγραμματαίων Παροικίας: Τζώτζης Συμ. Δελαγραμμάτης *1 (1770) Νοτάριος – Πρόξενος της Ρωσίας στα Ορλωφικά στην Πάρο: Ελένη Δελαγραμμάτη ¬ Μάρκος Μάτζας Μαυρογένης *4 (Δήμαρχος-Βουλευτής) ¬ Μαρουσώ Δ. Δημητρακοπούλου, Ερατώ Νικ. Κονδύλη, Αγγελική Δαμία, Πέτρος Μάτζας Μαυρογένης ¬ Καλυψώ Ζαννή Μάτζα ¬ Μάρκος Μαυρογένης ¬Χαϊδεμένη Σπ. Κρίσπη ¬ Καλυψώ Μάρκ. Μαυρογένη ¬ Κων/νος Ιω. Γράβαρης (Συμβολαιογράφος) ¬ Ιωάννης Κων. Γράβαρης (Συμβολαιογράφος) ¬ Μαρία Χανιώτη ¬ Κων/νος Ι. Γράβαρης (Επιχ/τίας) ¬ Αντιγόνη Γ. Βίγλα (Φαρμακοποιός).

–1779. Γεννιέται στην Παροικιά ο Αντώνιος Κονδύλης του Κωνσταντίνου (1747) και της Ειρήνης Μπάου.

–1784. Γεννιέται στην Παροικιά ο Εμμανουήλ Κονδύλης του Κωνσταντίνου (1747) και της Ειρήνης Μπάου. Σύζυγός του η Ελένη. Απέκτησαν τον Ιωάννη (1815), την Ειρήνη (1817), τον Αντώνιο (1820) και τον Κώστα (1820)

–1805. Το 1805. Γεννιέται ο Νικόλαος Κ. Κονδύλης κτηματίας κάτοικος Παροικιάς.

–1811. Το 1811 γεννιεται στην Παροικιά ο Φραγκίσκος Κονδύλης. Σύζυγός του η Τερψιχόρη και παιδιά τους η Καλυψώ (1843), ο Ζαννής 1847), ο Γιάννης (1850) και ο Κώστας (1852)

–1815. Γεννιέται στην Παροικιά ο Ιωάννης Κονδύλης του Εμμανουήλ (1784) και της Ελένης.

–1817. Γεννιέται στην Παροικιά η Ειρήνη Κονδύλη του Εμμανουήλ (1784) και της Ελένης.

–1817. Παροικιά της Πάρου 1817, Δεκεμβρίου 7. Εξόφληση χρέους. «Ενώπιον του κοινού καντζελλαρίου Πάρου Νικολάου Καλαβρού που συνέταξε το έγγραφο και των μαρτύρων Λεονάρδου Κονδύλη, που υπογράφει στο όνομα της πρωτοπρεσβυτέρας του Κεφάλου, του Ιωάννου Πρωτονετάρη που υπογράφει στο όνομα του Γεωργίου Τζαντουλή, του λογοθέτη Ιακώβου Παγκάλου, ταξιλδάρη, Πέτρου Μάτζα Μαυρογένη και Νικολάου Μάτζα, η πρωτοπαπαδιά του αειμνήστου πρωταπαπά Κεφάλου Νικολάου Τζαντουλή και ο ανδραδελφός της Γεώργιος Τζαντουλής. Κατά την σετέντζια που είχε συνταχθ’η στον Τζιπίδο, στις 9 Νοεμβρίου 1817, έλαβε η ρηθείσα κυρά πρωτοπαπαδιά τα γρόσια οκτακόσια και διά περισσοτέραν ευχαρίστησιν έλαβε και την οσπιστακίου ύλην».

–1820. Το 1820 γεννιέται ο Φραγκίσκος Δ. Κονδύλης κτηματίας κάτοικος Παροικιάς.

–1820. Γεννιέται στην Παροικιά ο Αντώνιος Κονδύλης του Εμμανουήλ (1784) και της Ελένης.

–1820. Γεννιέται στην Παροικιά ο Κώστας Κονδύλης του Εμμανουήλ (1784) και της Ελένης. Σύζυγός του η Αρχονούλα όπου απέκτησαν της Μαρουσώ, συζ. Θεμιστοκλής Ολύμπιος, τον Αντώνη, σύζ. Αννεζώ Δελαγραμμάτη και τον Πέτρο, σύζ. Φοινικώ Μαυρογένη.

–1821. Ο διδάσκαλος της Εμπορικής Σχολής Οδησσού Λεονάρδος Φραγκ. Κονδύλης το 1821.

–1822. Σε έγγραφο των Παριανών στους Υδραίους στις 13 Απριλίου 1822 αναφέρεται ο Λεονάρδος και Γεώργιος Κονδύλης από την Παροικιά.

–1823. «1823 μαρτίου 6 ημέρα Τρίτη/ απέθανε ο μακαρίτης Γεωργάκης Κονδήλης πρώτη Τρίτη της αγίας τεσσαρακοστής και ο άγιος θεός να τον δώση την αγίαν παράδεισον αιώνιαν του και παράδεισον αμήν».

–1823. Λάζαρης Πεναρδάκης 1823 «απέθανε ο μακαρίτης Πεναρδάκης Λάζαρης ο οποίος ενταφιάσθη έξω εις του Καλόγερου, εις του Λεονάρδάκη Κονδύλη (Καλάμι) το χωράφι».

–1825. Σε έγγραφο (11 Οκτ. 1825) «ένα χωράφι εις του Ζουργιάρη σύμπλιος σινιόρ Κωνσταντίνος Κονδύλης».

–1825. Σε αποδεικτικό έγγραφο στις 30 Δεκεμβρίου 1825 αναφέρεται ο δημογέροντας Λεονάρδος Κονδύλης.

–1826. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΟΝΔΥΛΗΣ, Κουρεύς ετών (!2) αφίχθη στην Σύρο το  1826

–1827. Απόφαση των προκρίτων της Παροικιάς για την ενοικίαση του μετοχίου Ευαγγελίστριας για να στεγάσει την «Κοινη Σχολή» τους «Εν Παροικία της Πάρου τη 26 Φεβρουαρίου 1827. Οι πατριώτες και προκριτοδημογέροντες της Χώρας Παροικίας. Ελευθέριος Χαμάρτος, Μ. Μάτσας Μαυρογένης, Γεώργιος Βιτζαράς, Ιωάννης Κρίσπης, Τζώρτζης Χαμάρτος, Μιχαήλ Κρίσπης, Λεονάρδος Κονδύλλης, Γεώργιος Κυπριανός και Ζέπος Κυπριανός.

–1827. Σε διανομή κληρονομιάς της 8 Μαρτίου 1827 αναφέρεται ο Λεονάρδος Κονδίλης.

–1827. Σε προικοσύμφωνο της 8 Οκτωβρίου 1827 αναφέρεται ο Κονδύλης Κόλλεγας, διάδοχος του ποτέ Μάρκου Γιόλα το παιδί.

–1827. Στις 24 Νοεμβρίου 1827. Δημογέροντας της Παροικιάς Λεονάρδος Κονδύλης.

–1828. Παρουσιασθέντες εις την δημόσιον ταύτην νοταρίαν οι υπογεγραμμένοι ο τε ευγενέστατος κύριος Ελευθέριος Χαμάρτος και η Αγγετέτα πρώτη σύζυγος του αποθανόντος Ιωάννη Πέτρου Μπαρμπαρή ως επίτροπος των παιδίων της, παρέστησεν έμπροσθεν των υπογεγραμμένων μαρτύρων, ότι συμφωνήσαντες εν τω μεταξύ οικειοθελώς και με γνώμην απαραβίαστον κάμνουσι την παρούσαν ανταλλαγήν ως ακολούθως:

Αον: Η κυρία Αγγελέτα δίδει αναποσπάστως προς τον κύριον Χαμάρτο την τοποθεσίαν όλην του Αλωνιού τοιχογυρισμένην οπού είχεν ηγοράσμένην προ χρόνων ο άνδρας της Γιάννης παρά του κ. Αλεξανδράκη Δημ. Καμπάνη εις τοποθεσίαν Σαρακήνικον έως εις τα Παλιά Θεμέλια με το αλώνι, κατοικιές, φούρνον, προστιγάδια και οσπιτάκια καθώς ευρίσκονται εις την αυτήν τοποθεσίαν την σήμερον πλησίον ο ίδιος Χαμάρτος εκ πλαγίου και άνωθεν.

Βον: Ο κύριος Χαμάρτος δίδει προς αυτήν ανταλλακτικών εν χωράφι, έχει ηγορασμένον παρά του ποτέ Ιωάννου Οικοκυράς εις τοποθεσίαν Βουνόν, πλησίον η ιδία Αγγελέτα και ο ίδιος Χαμάρτος, η μέν ανωθεν, ο δεν κάτωθεν.

Ομοίως δίδει προς αυτήν εις χείρας και μετρητά γρόσια πενήντα, ν(ούμερο) 50: θέλοντες αμφότεροι να μένη η ανταλλαγή αυτή αδιάσπαστος και στερεά διά παντός. Όθεν από την σήμερον οι μέν κατοικιές φούρνος, ασπίτια, προστιγάδια και όλη η τοποθεσία με το αλώνι έως τα Παλιά Θεμέλια, μένουσιν εις την δεσποτείαν και κυριότητα αναπόσπαστον του κυρίου Ελευθερίου Χαμάρτου να τα κάμη ως βούλεται αυτός και οι κληρονόμοι του ανενόχλητα και ελεύθερο πάσης καταζητήσεως ή δικαιώματος άλλου τινός, το δε χωράφιον παραμοίως ομού και τα πενήντα γρόσια εις εξουσίαν και κυριότητα της Αγγελέτας να τα μεταχειρισθή όπως αυτή βούλεται. Εις ένδειξιν δε της οικειοθελούς ταύτης συμφωνητικής των ανταλλαγής εγένοντο δύο παρόμοια νοταριακά αποδεικτικά γράμματα επιβεβειωμένα παρά των μερών αμφότερων, επικυρωμένα δε και τη υπογραφή των κυρίων δημογερόντων και άλλων αξιοπίστων μαρτύρων των οποίων αντίγραφον κατεχωρήθη εις τον Κώδικα της Νοταρίας υπ’αριθ. 517 και έλαβε το κάθε μέρος έν εξ αυτών δι’ ασφάλειαν.

Εν Παροικία της Πάρου τη 30 Ιουλίου 1828.

Βικέντιος Μαυρομμάτης υπογράφω εις όνομα της άνωθεν Αγγελέτας ότι βεβαιοί το παρόν και ούτος κ’άγω μαρτυρώ.

Λεονάρδος Κονδύλλης δημογέρων μάρτυς.

Ιωάννης Κρίσπης και δημογέρων επιβεβαιώ

Ελευθέριος Χαμάρτος βεβαιώ

Εφραιμ ιερεύς … μάρτυς

Γεώργιος Κυπριανός μάρτυς

Ο δημόσιος νοτάριος της πόλεως ΝΟΤΑΡΙΑΣ ΠΑΡΟΙΚΙΑΣ ΠΑΡΟΥ Δημήτριος Χαμάρτος υποβεβαιώ.

–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της πόλεως Παροικιάς

Κονδύλης Αντώνιος ετών 7, Κονδύλης Κωνσταντίνος ετών 15 και η Κονδυλοπούλα Ανεζώ (σωστό Κονδύλη).

–1830. Διορίζεται για ένα χρόνο επίτροπος της Εκατονταπυλιανής ο Ελευθέριος Χαμάρτος μαζί με τους Λεονάρδο Κονδύλη και Αντώνιο Φραντζέσκου Μαυρομμάτη (έγγραφο εκλογής επιτρόπων, Παροικιά, 28 Σεπτεμβρίου 1830.

–1831. Στην Πάρο δημιουργούνται δύο στρατόπεδα: των Καποδιστριακών (Βιτσαράς, Χαμάρτος κ.α.) και των αντικαποδιστριακών (Κ. Κονδύλης, Λεον. Κονδύλης, Μιχ. Κρίσπης, Ν. Μαλατέστας κ.α.). Με παρακίνηση των Υδραίων επαναστατούν τα νησιά κατά του Καποδίστρια το 1831 και αντικαθιστούν τις τοπικές διοικήσεις ή τις κοινοτικές αρχές.

–1831. Στις 29 Δεκ. 1831 ορίζονται όρια του τόπου του κ. Κ Κονδύλη αρχόμενα από τα Ασπροχώραφα του χωρεπισκόπου Καλοπλάστου και εκτεινόμενα κάτωθεν των Άσπρων Πέτρων μέχρι της Κουντουριδιάς, πλησίον του Χρουσή Λουκή (Λεονταράκη).

–1833. Σε προικοσύμφωνο Παροικιάς την 22 Οκτωβρίου 1833: «…εν ξαμπέλισμα στα Βουνά, πλησίον ο κ. Κωνσταντίνος Κονδύλλης, με ελιές, συκές, αχλαδιές…»

–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο Α. Κονδύλλης.

–1833. Προξενικός πράκτορας της Κυβέρνησης της Βενετίας στην Παροικιά Πάρου το 1833 ο Κωνσταντίνος Κονδίλης.

 –1833. Ο Νικόλαος Κ. Κονδύλης κτηματίας, γεννήθηκε και πέθανε στην Πάρο. Το ιστορικό και δραματικό έτος 1833 στην Πάρο, ναυάγησε στο νησί το Γαλλικό σκάφος “Superpo” (υπερήφανος), διέσωσε με προφανή κίνδυνο της ζωής του πολλούς ναυαγούς αξιωματικούς και ναύτες. Γι’ αυτό τον λόγω η Γαλλική Κυβέρνηση του χορήγησε παράσημο ανδρείας αλλά και τον τίτλο του Προξενικού Πράκτορα της Γαλλίας στην Πάρο, όπου και διετέλεσε μέχρι τον θάνατό του το (1893).

–1834. Εις τον Προικοσύμφωνο Δαμία και Ευανθίας Μαύρου (Παροικιά, 26 Οκτ. 1834) «ελαιογύρι ανομαζόμενον Φυρρόν Χωράφι και εις τον Κάμπο του Κονδύλη».

–1837. Σε έγγραφο του 1837 του σχολείου Πάρου, υπογράφει ο Δήμαρχος Πάρου Κονδύλης Λεονάρδος.

–1840. Σε έγγραφο στις 16 Νοεμβρίου 1840 ο Δήμαρχος Πάρου Λεονάρδος Κονδύλης επικυρώνει πιστοποιητικό.

–1842. Στις 9 Ιουνίου 1842 ο δήμαρχος Πάρου Λεονάρδος Κονδύλης πιστοποιεί… ότι ο ιερομόναχος Νικολαΐδης Σεραφείμ … διαμένει εις τον δήμο τούτο.

–1843. Στις 17  Οκτωβρίου 1843 η συνέλευση της αντιπολίτευσης επαναλαμβάνεται, αλλά πάλι χωρίς τον Δήμαρχο Θ. Καμπάνη ο οποίος κατηγορείται από τους παρευρισκομένους ότι «αισθάνεται ανώτερος του νόμου και προβάλει ανύπαρκτες προφάσεις». Η συνέλευση αποφασίζει να προχωρήσει στην εκλογή χωρίς τον Δήμαρχο! Πρόεδρος ανέλαβε ο Δ. Χαμάρτος και προσυπέγραψαν τα 5 γεροντότερα μέλη Ν. Πούλιος, Ιωάννης Καπαρός, Λεονάρδος Κονδύλης, Ηλίας Σαράντος, Νικόλαος Ρούσσος. Οι εκλογείς ήταν οι εξής:

Πόλις Παροικίας (Δήμαρχος Θ. Καμπάνης): Ζώρζης Μ Μαυρογένης, Δημήτριος Χαμάρτος, Πέτρος Μαυρομμάτης, Ν Α Ψαράκης, Αντ Ελ Χαμάρτος, Λεονάρδος Κονδύλης.

Κωμόπολις Λευκών (Πάρεδρος Κωνσταντίνος Χανιώτης): Εμμανουήλ Ν Αρκάς, Νικόλαος Γ Ρούσσος, Νικόλαος Γ Παντελαίος, Ιωάννης Α Δεσύλλας.

Κωμόπολις Ναούσης (Δήμαρχος Ν. Μαλατέστας): Δημήτριος Π Δημητρακόπουλος, Ηλίας Σαράντος, Ιωάννης Μεταξάς, Αντώνιος Κορτιάνος (δεν παρευρέθη λόγω ασθενείας).

Χωρίον Κώστου(Πάρεδρος Ιωάννης Α. Καπαρός): Ιωάννης Α Καπαρός, Αναστάσιος Ρούσσος

Χωρίον Δραγουλά (Πάρεδρος Νικήτας Ν. Άγουρος): Γεώργιος Κληρονόμος

Χωρίον Μαρμάρων (Πάρεδρος Νικήτας Ν. Άγουρος): Ιωάννης Γιαννουλάκης, Νικήτας Άγουρος (δεν παρευρέθη λόγω ασθενείας).

Χωρίον Τσιπίδου (Δήμαρχος Μαρπήσσης ΓΣ Δελαγραμμάτης): Νικόλαος Βατιμπέλας, Νικόλας Πόυλιος, Γεώργιος Σ Δελαγραμμάτης (απών).

Χωρίον Ωλιάρου (Πάρεδρος Δ. Βιάζης): Παναγής Καλάργυρος, Ματθαίος Μαούνης.

Τα αποτελέσματα ανέδειξαν πληρεξουσίους Πάρου τους Δ. Π. Δημητρακόπουλο (21 ψήφοι) και Ζ. Μάτσα Μαυρογένη (21). Συμμετείχαν και οι Νικόλαος Ψαράκης (Παροικιά, 11 ψήφοι), Ν. Βατιμπέλας (Τσιπίδος, 7), Λεονάρδος Κονδύλης (Παροικία, 7), Νικόλαος Μαλατέστας (Νάουσα, 6 ψήφοι), Κωνσταντίνος Δαμίας (Παροικία, 6), Π. Μαυρομάτης (Παροικία, 6).

–1843. Γεννιέται στην Παροικιά η Καλυψώ Κονδύλη του Φραγκίσκου (1811) και της Τερψιχόρης.

–1843. Σε ονομαστικό κατάλογο των εκλογικών αποτελεσμάτων Νάουσας στις 27 Οκτωβρίου 1843 βεβαιώνει ο πρόεδρος του Δημοτικού συμβουλίου Πάρου Λεονάρδος Κονδύλης και το μέλος Κωνσταντίνος Κονδύλης.

–1844. Γεννιέται το 1844 η Καλυψώ Κονδύλη του Φραγκίσκου Λεονάρδου Κονδύλη και της Ειρήνης Ζαννή Μάτσα. Σύζυγός της ο Νικόλαος Αντωνίου Δελαγραμμάτης (1838).

–1844. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 30χρονος κουρεύς Εμμανουήλ Κονδύλης. Έδωσε όρκο στις 26 Απριλίου 1844.

–1845. Το 1845 γεννιέται στην Πάρο ο Λεονάρδος Φρ. Κονδύλης. Απεβίωσε του 1903 σε ηλικία 58 ετών. Ήταν παντρεμένος αλλά δεν απέκτησε τέκνα. Έζησε στη Ρουμανία για σπουδές, στην Κωνσταντινούπολη και τέλος στο Κίεβο (τότε Ρωσία).

–1846. Γεννιέται το 1846 ο Λεονάρδος Κονδύλη του Φραγκίσκου Λεονάρδου Κονδύλη και της Ειρήνης Ζαννή Μάτσα.

–1847. Γεννιέται στην Παροικιά ο Ζαννής Κονδύλης του Φραγκίσκου (1811) και της Τερψιχόρης. Σύζυγός του η Μαρία. Απέκτησαν τον Φραγκίσκο (1873), τον Σπύρο (1880) και τον Απόστολο (1886).

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 25χρονος στρατιωτικός Αντώνιος Γ. Κονδύλης, ο 73χρονος κτηματίας Κωνσταντίνος Κονδύλης, ο 63χρονος κτηματίας Λεονάρδος Κονδύλης, ο 35χρονος στρατιωτικός Νικόλαος Γ. Κονδύλης, ο 28χρονος κτηματίας Φραγκίσκος Λ. Κονδύλης και ο 42χρονος κτηματίας Νικόλαος Κ. Κονδύλης.

–1848. Γεννιέται το 1848 ο Ζαννή Κονδύλη του Φραγκίσκου Λεονάρδου Κονδύλη και της Ειρήνης Ζαννή Μάτσα.

–1850. Γεννιέται στην Παροικιά ο Ιωάννης Κονδύλης του Φραγκίσκου (1811) και της Τερψιχόρης.

–1851. Γεννιέται το 1851 η Φοινικώ Κονδύλη του Φραγκίσκου Λεονάρδου Κονδύλη και της Ειρήνης Ζαννή Μάτσα.

–1852. Γεννιέται το 1852 ο Νικόλαος  Κονδύλης του Φραγκίσκου Λεονάρδου Κονδύλη και της Ειρήνης Ζαννή Μάτσα.

–1853. Γεννιέται το 1853 ο Κωνσταντίνος Κονδύλης του Φραγκίσκου Λεονάρδου Κονδύλη και της Ειρήνης Ζαννή Μάτσα.

–1853. Γεννιέται το 1853 στην Παροικιά ο Κώστας Κονδύλης του Φραγκίσκου (1811) και της Τερψιχόρης. Σύζυγός του η Αννεζώ Αν. Καλλιέρου και τέκνα τους η Ασπασία (1893), ο Ζαννής (1895) και η δασκάλα Ειρήνη (1897) η οποια τον Ιανουάριο του 1944 σκοτώθηκε σε ωρα μαθήματος στην τάξη του Σχολείου στην Παροικιά με δυο μαθητές της, με ρουκέλα από αγγλικά αεροπλάνα.

–1870. Το 1870 γεννιέται η αρχόντισσα Μαριγούλα Κωνστ. Κονδύλη σύζυγος Ανδρέα Ολυμπίου. Απεβίωσε το 1957.

–1873. Γεννιέται στην Παροικιά ο Φραγκίσκος Κονδύλης του Ζαννή και της Μαρίας. Σύζυγός του η Φλώρα Κρίσπη. Απέκτησαν τον Ζαννή (1897), την Μαρία (1902), τον Λεονάρδο (1903) και την Ειρήνη (1904).

–1879. Στις 11 Οκτωβρίου 1879 ο 60χρονος κουρέας από την Πάρο Εμμανουήλ Κονδύλης, του Ιωάννη και της Παρασκευής, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 35χρονη από την Πάρο Ελένη Φραγκούλη, του Νικολάου.

–1880. Γεννιέται στην Παροικιά ο Σπύρος Κονδύλης του Ζαννή (1847) και της Μαρίας. Σύζυγος του η Βασιλική. Απέκτησαν τον Ζαννή (1904) και την Μαρία (1909)

–1885. Προς τον Ιατρόν Κύριον Λεωνίδαν Βενιέρην. Διορίζομεν υμάς Δημοτικόν ιατρόν του ού προΐστασθε Δήμου επί μηνιαίω μισθώ δραχμών εκατόν δέκα τριών (113) εκ του Δημοτικού ταμείου Πάρου υπό τας εξής υποχρεώσεις: Οφείλετε να επισκέπτησθε αμισθί άπαντας εν γένει τους πάσχοντας κατοικοδημότας του Δήμου Πάρου του τμήματος Παροικίας και Ωλιάρου ως και τας Καλογραιάς του μονυδρίου του Χριστού κατά θέσιν Δάσους άνευ ουδεμιάς εγχειρίσεις επί των ασθενών τούτων, λαμβάνοντες μόνον παρά των ασθενών την αξίαν των προς αυτούς χορηγουμένων παρ υμών φαρμάκων συμφώνως προς την Β. Διατίμησιν το δε έξοδον (αγώγιον και ναύλον) των εις Ωλίαρον μεταβάσεως σας διά τους κατοικούντας εκεί. Οφείλετε προς τούτοις να εκτελήτε άνευ ουδεμιάς ετέρας αμοιβής τα χρέη αστυνομικού ιατρού οπόταν ανάγκην προς τούτο παρουσιάζεται και προσκαλείσθε παρά της Δημοτικής αρχής. Γνωστοποιούντες τούτο υμίν ακράδαντον έχομεν πεποίθησιν ότι θέλετε εκτελεί μετά ζήλου και προθυμίας ην αναθέτομεν σπουδαίαν και φιλάνθρωπον υπηρεσίαν και ότι προσκαλούμενος θέλετε παρέχει την συνδρομήν υμών εν πάση ώρα.

Πάρος την 20 Αυγούστου 1885 ο Δήμαρχος Κ.Ν. Κονδύλης.

–1886. Γεννιέται στην Παροικιά ο Απόστολος Κονδύλης του Ζαννή (1847) και της Μαρίας.

–1892. Ο γιός του πρώτου δημάρχου Πάρου (Λεονάρδου Κονδύλη) μετά την εθνική αποκατάσταση Φραγκίσκος Λ. Κονδύλης διακρίθηκε ως δημογραμματέας, ως δημαρχιακός πρόεδρος και ως οικονομικός έφορος στην Σύρο το 1892-93. 

–1892. Φραγκίσκος Λεον. Κονδύλης. Αυτός είναι ο μοναδικός γιος του πρώτου μετά την εθνική αποκατάσταση Δημάρχου Πάρου «Λιναρδάκη Κονδύλη». Διακρίθηκε ως δημογραμματέας, Δημαρχιακός Πρόεδρος, ενώ την περίοδο 1892-1893 και ως οικονομικός έφορος Σύρου. Απεβίωσε το 1910.

–1893. Γεννιέται το 1893 η Ασπασία Κονδύλη του Κωνσταντίνου και της Ανεζώς Καλλιέρου. Σύζυγός της ο ΝΙκόλαος Τσάγγαρης, επισης διδάσκαλο και απέκτησαν τον Κωνσταντίνο και την Αννεζίνα (Αννα ) Ο Κων παντρεύτηκε την Ραλλου Ροδοκανάκη και απέκτησε τον Δημήτριο και την Ασπασία. Η Αννεζίνα (Αννα) παντρεύτηκε τον Αθανάσιο Τσώτο και απέκτησαν την Αννα και τον Παναγιώτη.

–1893. Πεθαίνει στην Πάρο το 1893 ο Προξενικός Πράκτοράς της Γαλλίας Νικόλαος Κ. Κονδύλης.

–1895. Γεννιέται το 1895 στην Παροικιά ο Αντώνιος Κονδύλης του Πέτρου και της Φοινικώς το γένος Μαυρογένη. σύζυγός του η Κατίνα Στέφα. Απέκτησαν της Ελένη (1929), τον Πέτρο (1931) και τον Μιχάλη (1938).

–1895. Γεννιέται το 1895 ο Ζαννής Κονδύλης του Κωνσταντίνου και της Ανεζώς Καλλιέρου. Σύζυγός του η Μαρίκα Σ. Ασαντούρ. Τέκνα τους η Άννα (1924), ο Κωνσταντίνος (1926) και η Ευαγγελία (1928).

–1895. Ο Λεονάρδος Φρ. Κονδύλης αποδήμησε στην Κωνσταντινούπολη, Βλαχία και Ρωσία όπου και διετέλεσε διδάσκαλος επί τρία έτη της Εμπορικής Σχολής Οδησσού. Στο  Κίεβο (της Ρωσίας) διετέλεσε Πρόξενος και Πράκτορας της Ελλάδας το 1895. Πέθανε στο Κίεβο (της Ρωσίας) από αιφνίδιο θάνατο το 1903 έγγαμος αλλά χωρίς τέκνα.

–1897. Το 1897 γεννιέται ο Κονδύλης Ζαννής του Φραγκίσκου (1873) και της Φλώρας το γέννος Κρίσπη, σταθμάρχης κάτοικος Παροικιάς.

–1897. Γεννιέται το 1897 η Ειρήνη Κονδύλη του Κωνσταντίνου και της Ανεζώς Καλλιέρου. Είναι η Δασκάλα η οποια τον Ιανουάριο του 1944 σκοτώθηκε σε ωρα μαθήματος στην τάξη του Σχολείου στην Παροικιά με δυο μαθητές της, με ρουκέλα από αγγλικά αεροπλάνα.

–1897. Το 1897 γεννιέται η Καλυψώ Κονδύλη του Πέτρου και της Φοινικώς το γένος Μαυρογένη. Σύζυγός της ο Πατέλης Δημήτριος και τέκνα τους η Φοινικώ και η Ειρήνη.

–1901. Έφτασε στην Πάρο από το Κίεβο της Ρωσίας «ο νεαρός και αγαπητότατος φίλος κ. Σπύρος Ζ. Κονδύλης (εφ. Αιγαίον, 22 Ιουλίου 1901).

–1902. «τωαγαπητώ μοι ανεψιώ κ. Επαμεινώνδα Ν. Κονδύλη μνήμης ένεκεν. Πάρος την 23 Ιανουαρίου 1902. Φ. Λ. Κονδύλης». Ο πατέρας του Φ. Λ. Κονδύλη υπήρξε ο Λεονάρδος Νικ. Κονδύλης που το 1840 είχε επισκευάσει το σταυρό του τέμπλου της Παναγίας Καταπολιανής και αδερφός αυτού, δηλαδή θείος του Φ.Λ. Κονδύλη, ο Κωνσταντίνος Ν. Κονδύλης, στον οποίο ανήκε το χειρόγραφο του ποιήματος.

Ο Δήμαρχος Πάρου αρνήθηκε να επικυρώσει τις υπογραφές και συνεπώς την εκλογή.

–1902. Το 1902 γεννιέται η Κονδύλη Μαρία του Φραγκίσκου (1873) και της Φλώρας το γέννος Κρίσπη.

–1903. Το 1903 γεννιέται ο Κονδύλης Λεονάρδος του Φραγκίσκου (1873) και της Φλώρας το γέννος Κρίσπη.

–1903. Στα 1903 έχουμε τις εκλογές για την ανάδειξη Δημάρχων, Δημαρχικών παρέδρων και Δημοτικών Συμβούλων.

Για την υποψηφιότητα ως Δημαρχιακού Παρέδρου στην Παροικιά, η εφημερίδα «Αιγαίον» γράφει στις 30 Αυγούστου 1903:  Δημαρχικοί άρεδροι εξελέγησαν στην Παροικιά ο Νικηφόρος Κυπραίος, ο Αλέξανδρος Μαυρογένης και ο Ανδρέας Γ. Παπακωνσταντίνου και Δημοτικοί Σύμβουλοι του Δήμου Πάρου (Παροικιάς) οι: Κων. Ν. Κονδύλης, Στυλ. Ξ. Καμπάνης, Δ. Μαύρος, Δ. Αργυρόπουλος, Ανδρ. Ψαράκης, Ανδρ. Βαρούχας, Νικ. Βάλληνδρας, Ιωάν. Δ. Βιάζης.

–1904. Συνεστήθη επιτροπή υπό την προεδρία του Δημάρχου Πάρου κ. Πέτρου Μπάου προς επισκευήν –δημοτική δαπάνη- του μνημείου των κατά το έτος 1833 πνιγέντων Γάλλων ναυτών του πολεμικού πλοίου Superb, αποτελούμενη εκ των κ.κ. Π. Δημητρακόπουλου, Κ.Ν. Κονδύλη, Σταμ. Ζ. Καμπάνη, Όθ. Παπαβασιλείου και Νικηφ. Γ. Κυπραίου. («Αιγαίον» 10 Απριλίου 1904).

–1904. Το 1904 γεννιέται η Κονδύλη Ειρήνη του Φραγκίσκου (1873) και της Φλώρας το γέννος Κρίσπη.

–1904. Το 1904 γεννιέται ο Κονδύλης Ζαννής του Σπύρου (1880) και της Βασιλικής.

–1909. Το 1909 γεννιέται η Κονδύλη Μαρία του Σπύρου (1880) και της Βασιλικής.

–1911. Φραγκίσκος Ζ. Κονδύλης, Γραμματέας, πταισματοδίκης στο Άργος το 1911.

–1924. Γεννιέται το 1924 η Άννα Κονδύλη του Ζαννή και της Μαρίκας. Σύζυγός της ο Κωνσταντίνος Κεσίσης και τέκνο τους η Καλλιόπη (1960).

–1924. Στις 21 Ιανουαρίου 1924 ο 29χρονος Τραπεζικός Υπάλληλος από την Πάρο Ζαννής Κονδύλης του Κωνσταντίνου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 21χρονη από την Σύρο Μαρίκα Ασαντούρ του Νικολάου και της Ευαγγελίας.

–1925. Απεβίωσε στη Νάξο λόγω επιπλοκών στη γέννα η Δασκάλα Ασπασία Κονδύλη του Κωνσταντίνου-Φραγκίσκου. Ήταν γεννηθείς το 1895 ή 1896.

–1926. Γεννιέται το 1926 ο Κωνσταντίνος Κονδύλης του Ζαννή και της Μαρίκας. Σύζυγός του η Ερασμία Δροσοπούλου και τέκνα τους η Άννα Μαρία (1953) και η Αμαλία (1955).

–1928. Γεννιέται το 1928 η Ευαγγελία Κονδύλη του Ζαννή και της Μαρίκας. Σύζυγός της ο Δημήτριος Βαμβάκιος και τεκνο της η Βίκυ (1955).

–1929. Σε ομαδική φωτογράφηση στην περιοχή Καλάμι στις 27 Ιουλίου 1929 απεικονίζεται η Μαριγούλα Κονδύλη.

–1929. Γεννιέται η Ελένη Κονδύλη του Αντωνίου (1895) και της Κατίνας το γένος Στέφα.

–1931. Γεννιέται ο Πέτρος Κονδύλη του Αντωνίου (1895) και της Κατίνας το γένος Στέφα.

–1938. Γεννιέται ο Μιχαήλ Κονδύλη του Αντωνίου (1895) και της Κατίνας το γένος Στέφα.

–1944. Διδάσκαλος του Δημοτικού Σχολείου Παροικιας κατά την περίοδο 1944 η Ειρήνη Κονδύλη. Είχε διατελέσει νωρίτερα στο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων κατά την περίοδο, 1918-21 και το 1926.

–1945. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 50 ετών τραπεζικός υπάλληλος Ζαννής Κων. Κονδύλης έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 11 Ιουνίου 1945.

–1947. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1947 είναι εγγεγραμμένος ο Κονδύλης Φραγκίσκος του Ιωάννη κάτοικος Παροικιάς.

–1949. Το 1949 ο Κονδύλης Ζαννής του Φραγκίσκου σταθμάρχης κάτοικος Παροικιάς διαγράφετε από τον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς ως εγγεγραμμένος σε άλλη Κοινότητα.

–1953. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Ολυμπίου Μαριγούλα το γένος Κ. Κονδύλης, όνομα συζύγου Ανδρέας κάτοικος Παροικιάς.

–1953. Γεννιέται το 1953 η Άννα Μαρία Κονδύλη του Κωνσταντίνου και της Ερασμίας.

–1955. Γεννιέται το 1955 η Αμαλία Κονδύλη του Κωνσταντίνου και της Ερασμίας.

 

Κονιδάρης ή Κονοδιάρης: Πιθανότατα παρωνυμικό επώνυμο, από την «κόνιδα» ή «κόνιδα», δηλαδή τα λεπτότατα αυγά των παρασίτων εντόμων. Θα μπορούσε επομένως αρχικά να αποτελεί σκωπτικό ή χαρακτηριστικό παρωνύμιο.

Η πρώτη γνωστή μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο ανάγεται στο 1833, όταν σε κατάλογο των μαθητευόντων παιδιών της Ελληνοδιδακτικής Σχολής Παροικιάς, στις 28 Απριλίου, αναφέρεται ο Ν. Κονιδιάρης.

Η οικογένεια μαρτυρείται και αργότερα στη Σύρο. Το 1879, ο Ευάγγελος Κονιδάρης, 26 ετών, ξυλουργός από την Πάρο, γιος του Νικολάου και της Σταματούλας και κάτοικος Σύρου, παντρεύτηκε στην Ερμούπολη την Ελένη Μαυρουδή. Το 1887 καταγράφεται στα δημοτολόγια Ερμούπολης ως Ευάγγελος Κονοδιάρης [Κονιδάρης], 35 ετών, ξυλουργός και έγγαμος.

Οι μαρτυρίες δείχνουν ότι το επώνυμο ήταν ήδη γνωστό στην Πάρο από τις αρχές του 19ου αιώνα και ότι ένας από τους κλάδους της οικογένειας συνδέθηκε αργότερα με τη Σύρο και το επάγγελμα του ξυλουργού.

–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο Ν. Κονιδιάρης.

–1879. Στις 26 Αυγούστου 1879 ο 26χρονος ξυλουργός από την Πάρο Ευάγγελος Κονιδάρης, του Νικολάου και της Σταματούλας, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 16χρονη από την Σύρο Ελένη Μαυρουδή, του Μιχαήλ και της Ασπασίας.

–1887. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 35 ετών ξυλουργός Ευάγγελος Κονοδιάρης [Κονιδάρης] έγγαμος. Έδωσαν όρκο στις 30 Μαρτίου 1887.

 

Κονιοτιέρης: Το επώνυμο Κονιοτιέρης είναι σπάνιο παριανό επώνυμο και η ετυμολογία του δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα.

Η πρώτη γνωστή μαρτυρία ανάγεται στο 1825, όταν στα δημοτολόγια της Παροικιάς, όπου τότε υπαγόταν δημοτολογικά και η Αντίπαρος, καταγράφεται ο Χρίστος Κονιοτιέρης, ηλικίας 37 ετών.

Το 1847, ο ίδιος Χρίστος Κονιοτιέρης, σε ηλικία 59 ετών, εμφανίζεται στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς με την ιδιότητα του πλοιάρχου.

Οι δύο αυτές μαρτυρίες δείχνουν την παρουσία των Κονιοτιέρηδων στην Πάρο από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα και συνδέουν τον Χρίστο Κονιοτιέρη με τη ναυτική ζωή της εποχής.

–1825. Στα δημοτολόγια Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο Χρίστος Κονιοτιέρης 37 ετών.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 59χρονος πλοίαρχος Χρίστος Κονιοτιέρης.

 

Κοντάκης: Πιθανώς παραφθορά ή παραλλαγή του επωνύμου Κοττάκης.

Η μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο ανάγεται στο 1859. Στις 17 Ιουλίου 1859, σε πωλητήριο που συντάχθηκε στην Παροικιά, αναφέρεται ο Ιωάννης Κοντάκης, ο οποίος κατείχε τη θέση του ειρηνοδίκη Πάρου.

Η αναφορά αυτή αποτελεί, προς το παρόν, την παλαιότερη γνωστή μαρτυρία των Κοντάκηδων στην Πάρο και δείχνει την παρουσία τουλάχιστον ενός μέλους της οικογένειας στην Παροικιά κατά τα μέσα του 19ου αιώνα.

–1859.Πωλητήριο που συνέταξε ο ειρηνοδίκης Πάρου Ιωάννης Κοντάκης [Παροικιά, 17 Ιουλίου 1859].


–Κονταράτος: Το επώνυμο Κονταράτος είναι ένα από τα παλαιότερα και πολυπληθέστερα παριανά επώνυμα, με παρουσία που μπορεί να παρακολουθηθεί στην Πάρο για σχεδόν πέντε αιώνες. Η οικογένεια θεωρείται βυζαντινής προέλευσης και, σύμφωνα με την οικογενειακή και ονοματολογική παράδοση, συνδέεται στη συνέχεια με την Κρήτη, πιθανώς με την περιοχή του Ρεθύμνου, πριν εγκατασταθεί στην Πάρο.

Πρόκειται για παρωνυμικό επώνυμο, το οποίο συνδέεται με το «κοντάρι». Κατά τον καθηγητή Χρ. Νικόλαο Αλιπράντη, Κονταράτος είναι ο οπλισμένος με κοντό ή κοντάρι, ενώ οι Κονταράτοι αποτελούσαν επίλεκτο σώμα του βυζαντινού στρατού, τους κονταροφόρους που πλαισίωναν τον σημαιοφόρο. Η ερμηνεία αυτή προσδίδει στο επώνυμο ιδιαίτερο στρατιωτικό και βυζαντινό υπόβαθρο, χωρίς όμως να μπορεί από μόνη της να αποδείξει άμεση γενεαλογική σύνδεση της παριανής οικογένειας με το συγκεκριμένο βυζαντινό σώμα.

Τα Μάρμαρα και η πρώιμη παρουσία στην Πάρο

Η παρουσία των Κονταράτων στην Πάρο ανάγεται τουλάχιστον στα μέσα του 16ου αιώνα. Το 1550 η οικογένεια μαρτυρείται στα Μάρμαρα, ένα από τα τρία σημαντικά χωριά του Κεφάλου, μαζί με τον Τσιπίδο, τη σημερινή Μάρπησσα, και τον Δραγουλά, τον σημερινό Πρόδρομο. Την ίδια περίπου εποχή τα Μάρμαρα αποτελούσαν το σημαντικότερο από τα τρία αυτά χωριά και ένα από τα βασικά κέντρα της ανατολικής Πάρου.

Η μαρτυρία του 1550 αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν τοποθετηθεί μέσα στο ιστορικό περιβάλλον του 16ου αιώνα. Το 1537 η Πάρος υπέστη την καταστροφική επιδρομή του Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, η οποία προκάλεσε μεγάλες καταστροφές στους οικισμούς του νησιού και επηρέασε βαθιά τον πληθυσμό και την οικονομική του ζωή. Πολλά από τα παλαιότερα ίχνη οικογενειών και κοινοτήτων χάθηκαν μέσα στις αναστατώσεις εκείνης της περιόδου. Για τον λόγο αυτό, η παρουσία Κονταράτου στα Μάρμαρα μόλις δεκατρία χρόνια αργότερα, το 1550, είναι ιδιαίτερα σημαντική. Δεν αποτελεί από μόνη της απόλυτη απόδειξη ότι η οικογένεια βρισκόταν στην Πάρο πριν από το 1537, όμως η τόσο πρώιμη και ήδη εγκατεστημένη παρουσία της ενισχύει σοβαρά την πιθανότητα ότι οι Κονταράτοι δεν ήταν οικογένεια που εμφανίστηκε στην Πάρο μετά την καταστροφή, αλλά είχαν ήδη ρίζες στο νησί.

Η ένδειξη αυτή ενισχύεται και από μια ακόμη μαρτυρία. Το 1556 τα παριανά λατομεία προσδιορίζονταν ακόμη με τα ονόματα των ιδιοκτητών τους και ανάμεσά τους αναφέρεται και το λατομείο του Κονταράτου. Η ύπαρξη ιδιόκτητου λατομείου τόσο νωρίς μαρτυρεί οικογένεια που είχε ήδη αποκτήσει οικονομική επιφάνεια, ακίνητη περιουσία και κοινωνική θέση στην Πάρο.

Οι Κονταράτοι του 16ου και 17ου αιώνα

Από τα τέλη του 16ου αιώνα οι μαρτυρίες γίνονται συχνότερες. Το 1592 ο ιερέας Γεώργιος Κονταράτος μνημονεύεται σε επιγραφή στο υπέρθυρο της νότιας εισόδου του ναού του Αγίου Κωνσταντίνου στα Μάρμαρα. Η παρουσία ενός ιερέα της οικογένειας σε ναό των Μαρμάρων δείχνει ότι οι Κονταράτοι είχαν ήδη αποκτήσει ισχυρή θέση στην τοπική κοινωνία.

Το 1597 αναφέρεται ο Μανώλης Κονταράτος στα Κάτω Χωριά, γεγονός που δείχνει ότι ήδη από τον 16ο αιώνα το επώνυμο δεν περιοριζόταν σε έναν μόνο οικογενειακό πυρήνα.

Στις αρχές του 17ου αιώνα οι Κονταράτοι εμφανίζονται πλέον σε διαφορετικές περιοχές της Πάρου αλλά και σε εκκλησιαστικές δραστηριότητες. Το 1611 ο Τιμόθεος Κονταράτος αφιερώνει σπίτι και αμπέλι στη μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους. Το 1622 ο ιερέας Μιχάλης Κονταράτος υπογράφει έγγραφο αφιέρωσης της Ξεχωριανής, ενώ το 1642 ο οικονόμος Δημήτριος Κονταράτος συντάσσει έγγραφα του Κεφάλου.

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της οικογένειας κατέχει ο ιερέας Πέτρος Κονταράτος, ο οποίος το 1644 ανακαίνισε εκ βάθρων τον ναό της Αγίας Μαρίνας στον Κώστο, όπως πληροφορεί η κτητορική επιγραφή του ναού. Η μαρτυρία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποδεικνύει όχι μόνο την παρουσία των Κονταράτων στον Κώστο, αλλά και την οικονομική και κοινωνική τους επιφάνεια και τη στενή σχέση τους με την εκκλησία. Ο ίδιος ιερέας υπογράφει και παριανό έγγραφο το 1647.

Στα μέσα του 17ου αιώνα η οικογένεια εμφανίζεται και στην Παροικιά. Το 1652 ο Νικόλαος Κονταράτος, μαζί με τη σύζυγό του Ειρήνη, χρηματοδοτεί την εκ βάθρων ανακαίνιση του ναού του Τιμίου Σταυρού στην περιοχή Καλογέρια της Παροικιάς. Η μαρμάρινη επιγραφή του ναού διασώζει το όνομά του και αποτελεί σημαντική μαρτυρία για τη θρησκευτική και κοινωνική δράση της οικογένειας. Το 1658 ο ιερέας Αντώνιος Κονταράτος υπογράφει χρεωστική ομολογία των ιερέων της Παροικιάς.

Οι Κονταράτοι και η θρησκευτική ζωή της Πάρου

Η οικογένεια συμμετείχε ενεργά στην πολυσύνθετη θρησκευτική και κοινωνική ζωή της Πάρου του 17ου αιώνα, όπου Ορθόδοξοι και Δυτικοί/Λατίνοι καθολικοί συνυπήρχαν και συνεργάζονταν σε διάφορες περιστάσεις.

Το 1672, ο παπά Μιχαήλ Κονταράτος συγκαταλέγεται στους κατοίκους της Νάουσας που υπέγραψαν το αίτημα των Παρίων προς τους Ιησουίτες για την αποστολή πατέρων στην Πάρο. Το 1674, το όνομα του παπά Μιχαλή Κονταράτου εμφανίζεται και πάλι ανάμεσα στους υπογράφοντες την παραχώρηση οικοπέδου της κοινότητας της Παροικιάς προς τους Ιησουίτες για την ανέγερση μοναστηριού και σχολείου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο Φραγκούλης Κονταράτος στη συνοικία Καινούργιο Πηγάδι της Παροικιάς, την παλαιότερη καθολική συνοικία της πόλης. Σε συμβολαιογραφικό έγγραφο του 1680, ο Φραγκούλης Κονταράτος αναφέρεται ως σύμπλιος σε σπίτι της συνοικίας, ενώ το 1681 υπογράφει ως μάρτυρας σε αγοραπωλησία σπιτιού στην ίδια περιοχή. Οι μαρτυρίες αυτές εντάσσουν τους Κονταράτους στο πολυθρησκευτικό και εμπορικό περιβάλλον της Παροικιάς του 17ου αιώνα, χωρίς βέβαια να σημαίνει ότι το συγκεκριμένο μέλος της οικογένειας ήταν καθολικός.

Στα τέλη του 17ου αιώνα η οικογένεια έχει πλέον εξαπλωθεί σε περισσότερες περιοχές. Το 1687 μνημονεύεται ο Ιωάννης Κονταράτος σε επιτύμβια πλάκα του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου στη Νάουσα, ενώ το 1689 ο ιερομόναχος Μελέτιος Κονταράτος αναφέρεται σε επιγραφή της εικόνας των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο Κάστρο της Παροικιάς.

Το 1706 ο Αντώνης Κονταράτος εμφανίζεται στην Αντίπαρο, ενώ το 1712 ο ιερέας των Μαρμάρων Νικόλαος Κονταράτος υπογράφει διαθήκη.

Μια ισχυρή οικογένεια τον 18ο αιώνα

Κατά τον 18ο αιώνα η παρουσία των Κονταράτων γίνεται εξαιρετικά έντονη. Μέλη της οικογένειας υπηρετούν ως ιερείς, σακελλίοι, σκευοφύλακες, χαρτοφύλακες, νοτάριοι και χωροεπίσκοποι, ενώ παράλληλα εμφανίζονται ως γαιοκτήμονες και κάτοχοι αμπελιών και χωραφιών.

Ο Δημήτριος Κονταράτος αναφέρεται ως σακελλίων του Κεφάλου, ο Ιάκωβος Κονταράτος ως ιερέας των Λευκών, ενώ στην Παροικιά συναντούμε επανειλημμένα τους ιερείς Κωνσταντή, Αθανάσιο και Φραγκούλη Κονταράτο.

Η παρουσία τους στα κοινοτικά πράγματα είναι εξίσου σημαντική. Από τη δεκαετία του 1730 και καθ’ όλο το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, οι Κονταράτοι συμμετέχουν στις Γενικές Συνελεύσεις των κοινών της Πάρου, στις εκλογές επιτρόπων και εκτιμητών, στις φορολογικές αποφάσεις, στις αποστολές προς την Κωνσταντινούπολη και στις υποθέσεις που αφορούσαν την υπεράσπιση των συμφερόντων του νησιού.

Το 1734 ο παπά Αθανάσιος Κονταράτος υπογράφει την απόφαση για τον επαναπατρισμό ξενιτεμένων Παρίων, ενώ το 1738 ο παπά Πρωτόδικος Κονταράτος και ο σακελλίων Μαρμάρων Κονταράτος συμμετέχουν σε κοινή μαρτυρία υπεράσπισης συμπατριώτη τους προς τον καπουδάν πασά.

Ανάλογη είναι η παρουσία των Κονταράτων στις αποφάσεις των παριανών κοινοτήτων το 1741, 1743, 1744, 1745, 1746 και τα επόμενα χρόνια. Η οικογένεια δεν περιορίζεται επομένως στον εκκλησιαστικό χώρο, αλλά αποτελεί μέρος της τοπικής ηγετικής ομάδας που διαχειρίζεται τις υποθέσεις της παριανής κοινωνίας.

Κώστος, Νάουσα, Λεύκες και τα χωριά του Κεφάλου

Χαρακτηριστικό τεκμήριο της οικονομικής και κοινωνικής θέσης των Κονταράτων αποτελεί το προικοσύμφωνο του 1740, που συνδέει την οικογένεια με τον Κώστο και τη Νάουσα. Ο ιερέας Μανοέλης Κονταράτος αναφέρεται ως ιδιοκτήτης της Αγίας Μαρίνας στον Κώστο, της οποίας την ανέγερση είχε πραγματοποιήσει ο Πέτρος Κονταράτος το 1644. Η εκκλησία παρέμενε έτσι στην κατοχή και φροντίδα της οικογένειας επί έναν περίπου αιώνα.

Οι μαρτυρίες του 18ου αιώνα δείχνουν σημαντική ακίνητη περιουσία των Κονταράτων σε Κώστο, Λεύκες, Παροικιά, Μάρμαρα, Μαράθι, Νάουσα, Τσιπίδο και Δραγουλά. Το επώνυμο εμφανίζεται συχνά ως «σύμπλιος» σε χωράφια, αμπέλια, λιβάδια και άλλες ιδιοκτησίες, γεγονός που επιτρέπει να παρακολουθήσουμε την εξάπλωση των διαφόρων οικογενειακών κλάδων σχεδόν σε ολόκληρο το νησί.

Ιδιαίτερη παρουσία αποκτούν οι Κονταράτοι στις Λεύκες. Από τον 18ο αιώνα και εξής συναντούμε εκεί σακελλίους, σκευοφύλακες και χαρτοφύλακες της οικογένειας.

Το 1774 ο Παντελής Κονταράτος υπογράφει μαζί με τον χωροεπίσκοπο Ιωάννη Γεμελιάρη και άλλους ιερωμένους την αφιέρωση της μονής του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου Γυαλιστή στις Λεύκες. Το 1778 αναφέρεται πρώην σακελλίων Λευκών Κονταράτος, ενώ το 1790 μαρτυρείται σκευοφύλαξ Κονταράτος σε προικοσύμφωνο του Κώστου.

Οι Κονταράτοι των γραμμάτων και της εκκλησίας

Η εκκλησιαστική παράδοση της οικογένειας συνεχίζεται στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Το 1796 ο Κονταράτος αναφέρεται ως χωροεπίσκοπος και νοτάριος, ενώ ο σακελλάριος και νοτάριος Παροικιάς Κονταράτος συντάσσει πράξεις και διαθήκες μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα.

Ιδιαίτερη θέση κατέχει ο Νικήτας Κονταράτος, ο οποίος συνδέεται με την πνευματική ζωή της εποχής και αναφέρεται ως μαθητής του Αθανασίου Πάριου. Μετά τις σπουδές του στη σχολή της Θεσσαλονίκης δίδαξε σε διάφορα σχολεία και εξέδωσε το έργο Θεοδώρου Γαζή το τέταρτον, ήτοι το Συνταντικόν εις απλήν φράσιν.... Η παρουσία του δείχνει ότι η οικογένεια δεν περιορίστηκε στην τοπική εκκλησιαστική και κοινοτική ζωή, αλλά ανέδειξε και μορφωμένους ανθρώπους με ευρύτερη πνευματική δράση.

Κατά την προεπαναστατική περίοδο οι Κονταράτοι εξακολουθούν να συμμετέχουν στα κοινοτικά και εκκλησιαστικά πράγματα. Το 1812 ο χαρτοφύλαξ Κονταράτος υπογράφει παρακλητική επιστολή των κατοίκων του Δραγουλά προς τη Μητρόπολη Παροναξίας, ενώ το 1816 ο χωροεπίσκοπος Παροικιάς Κονταράτος συνυπογράφει τη σετέντζα των προεστών και προκρίτων της Πάρου σχετικά με τη μονή Αγίου Μηνά.

Το προικοσύμφωνο του 1820

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό για την οικονομική κατάσταση της οικογένειας είναι το προικοσύμφωνο του 1820 στα Μάρμαρα, μεταξύ του Νικολάου Μωραΐτη και της Κατερινάκης Κονταράτου.

Η προίκα περιλαμβάνει σπίτια, χωράφια, αμπέλια, λιβάδια, ελιές, ζώα, έπιπλα, κοσμήματα, σκεύη και σημαντικά χρηματικά ποσά. Το έγγραφο αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο όχι μόνο την περιουσιακή κατάσταση μιας ευκατάστατης παριανής οικογένειας στις αρχές του 19ου αιώνα, αλλά και τη θέση που εξακολουθούσαν να κατέχουν οι Κονταράτοι στα Μάρμαρα, όπου η οικογένεια καταγράφεται ήδη από το 1550.

Από την Επανάσταση στο ελληνικό κράτος

Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους οι Κονταράτοι εξακολουθούν να κατέχουν εξέχουσα θέση στην κοινωνία της Πάρου.

Το 1829 ο χαρτοφύλαξ Νικήτας Κονταράτος προσφέρει 20 γρόσια για την ίδρυση του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου Λευκών, ενώ το 1830 ο Νικόλαος Κονταράτος αναφέρεται ως σκευοφύλαξ Ναούσης.

Το 1831 ο Νικόλαος και ο Μένεγος Κονταράτος υπογράφουν επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους σχετικά με τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι Κρήτες νεοάποικοι του νησιού. Η μαρτυρία αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την ιστορία των μετακινήσεων πληθυσμών στην Πάρο, καθώς η οικογένεια εμφανίζεται πλέον μέσα σε μια κοινωνία που δέχεται και ενσωματώνει νέους πληθυσμούς από την Κρήτη.

Στους εκλογικούς καταλόγους των μέσων του 19ου αιώνα το επώνυμο είναι πλέον ιδιαίτερα διαδεδομένο. Το 1844 Κονταράτοι καταγράφονται στον Δήμο Νάουσας, ενώ το 1847 συναντώνται στην Παροικιά, την Αντίπαρο, τον Κώστο, τον Δραγουλά και κυρίως στις Λεύκες. Εκεί καταγράφονται γεωργοί, εργάτες και ένας έμπορος Κονταράτος, γεγονός που δείχνει ότι η οικογένεια είχε εξελιχθεί σε μεγάλη και πολυκλαδική παριανή οικογένεια.

Δήμαρχοι, πολιτικοί, γιατροί και άνθρωποι των γραμμάτων

Κατά τον 19ο αιώνα αναδεικνύονται πρόσωπα με ιδιαίτερη κοινωνική και πολιτική παρουσία.

Ο Ιωάννης Ν. Κονταράτος, γεννημένος το 1823 και γνωστός με το παρωνύμιο «Φεσάρας», διετέλεσε πολλές φορές δήμαρχος Υρίας. Άλλοι Κονταράτοι υπηρέτησαν ως δημοτικοί παράγοντες, ενώ ο Νικόλαος Κονταράτος από τον Κώστο, λοχαγός του πεζικού και επί σειρά ετών βουλευτής Παροναξίας, υπήρξε μία από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες της οικογένειας.

Στις Λεύκες ιδιαίτερη θέση κατέχει ο ιατρός Νικόλαος Ι. Κονταράτος (1863–1908), ο οποίος σπούδασε ιατρική στο Εθνικό Πανεπιστήμιο, άσκησε το επάγγελμά του στις Λεύκες και διετέλεσε δήμαρχος Υρίας. Από τον γάμο του με την Αντωνίνα Σκούφου προήλθε οικογένεια που ανέδειξε, μεταξύ άλλων, τον καθηγητή Στέφανο Κονταράτο, ο οποίος δίδαξε φυσικές επιστήμες, καθώς και άλλα πρόσωπα που διακρίθηκαν στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή της Πάρου και της Αθήνας.

Η οικογένεια συνεχίζει να καταγράφεται σε μεγάλο αριθμό στις Λεύκες και στις άλλες παριανές κοινότητες κατά το δεύτερο μισό του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Οι Κονταράτοι εμφανίζονται ως γεωργοί, κτηματίες, ναυτικοί, τεχνίτες, έμποροι, αλιείς, δημόσιοι υπάλληλοι και εκπαιδευτικοί.

Το 1871 ο Ιωάννης Ν. Κονταράτος ήταν δήμαρχος Υρίας, ενώ δήμαρχοι Υρίας διετέλεσαν επίσης ο Ιωάννης Γ. Κονταράτος, αργότερα ο Νικόλαος Ι. Κονταράτος και ο Γεώργιος Κονταράτος.

Οι Κονταράτοι των Λευκών στον 20ό αιώνα

Η παρουσία της οικογένειας στις Λεύκες συνεχίστηκε δυναμικά και στον 20ό αιώνα.

Κατά τα έτη 1917–1919 ο Ιωάννης Γ. Κονταράτος διετέλεσε πρόεδρος της Κοινότητας Λευκών, ενώ μέλη της οικογένειας συμμετείχαν σε συλλόγους, κοινοτικά συμβούλια και δωρεές προς τους ναούς του χωριού.

Το 1921 το όνομα του Ιωάννη Γ. Κονταράτου εμφανίζεται σε αφιερωματική επιγραφή εικόνας της Αγίας Τριάδας, ενώ το 1931, σε αργυρή επένδυση εικόνας του Αγίου Γεωργίου στην ίδια εκκλησία, αναφέρεται και πάλι το όνομα Κονταράτου. Το 1940 ο Ιωάννης Κονταράτος συγκαταλέγεται στους δωρητές εικόνας της Παναγίας στην Αγία Βαρβάρα Λευκών.

Η κοινοτική παράδοση συνεχίστηκε και μεταπολεμικά. Στις κοινοτικές εκλογές των Λευκών το 1959 εξελέγη ο Ανδρέας Ι. Κονταράτος, ενώ το 1964 ο ίδιος ηγήθηκε του συνδυασμού που ανέλαβε τη διοίκηση της Κοινότητας Λευκών.

Μια οικογένεια με βαθιές ρίζες στην Πάρο

Η ιστορία των Κονταράτων είναι η ιστορία μιας οικογένειας που δεν περιορίστηκε σε έναν μόνο οικισμό ή σε μία μόνο κοινωνική δραστηριότητα. Από τα Μάρμαρα του 16ου αιώνα, όπου τους συναντούμε ήδη ως οικογένεια με περιουσία και παρουσία στα παριανά λατομεία, οι Κονταράτοι εξαπλώθηκαν σταδιακά στον Κώστο, τις Λεύκες, την Παροικιά, τη Νάουσα, το Μαράθι, την Τσιπίδο, τον Δραγουλά και την Αντίπαρο.

Για περισσότερους από τέσσερις αιώνες εμφανίζονται μέσα στις πηγές ως ιερείς και εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι, γαιοκτήμονες, γεωργοί, έμποροι και τεχνίτες, αλλά και ως νοτάριοι, δημοτικοί άρχοντες, δήμαρχοι, πολιτικοί, γιατροί, εκπαιδευτικοί και άνθρωποι των γραμμάτων. Η συμμετοχή τους στα κοινά της Πάρου, στις εκκλησιαστικές υποθέσεις, στην παιδεία και στη διοίκηση των χωριών αποδεικνύει τη βαθιά ενσωμάτωσή τους στην παριανή κοινωνία.

Και η μαρτυρία των Μαρμάρων του 1550 αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Τα Μάρμαρα ήταν τότε το σημαντικότερο από τα τρία χωριά του Κεφάλου, μαζί με την Τσιπίδο και τον Δραγουλά, και η οικογένεια εμφανίζεται εκεί σε μια εποχή μόλις δεκατρία χρόνια μετά την καταστροφική επιδρομή του Μπαρμπαρόσα το 1537. Αν και δεν διαθέτουμε μέχρι σήμερα ένα άμεσο έγγραφο που να κατονομάζει Κονταράτο πριν από το 1537, η τόσο πρώιμη και ήδη εδραιωμένη παρουσία της οικογένειας, σε συνδυασμό με την κατοχή λατομείου το 1556, αφήνει ισχυρό περιθώριο να θεωρήσουμε ότι οι Κονταράτοι είχαν πιθανότατα παλαιότερες ρίζες στην Πάρο από εκείνες που μας επιτρέπουν σήμερα να τεκμηριώσουμε οι σωζόμενες πηγές.

Έτσι, από τον Κονταράτο των Μαρμάρων του 1550 μέχρι τους Κονταράτους των Λευκών, της Παροικιάς, του Κώστου και των άλλων παριανών κοινοτήτων του 20ού αιώνα, το επώνυμο παραμένει ζωντανό και αδιάλειπτα συνδεδεμένο με την ιστορία του νησιού.

Οι Κονταράτοι δεν αποτελούν απλώς ένα παλιό παριανό επώνυμο. Αποτελούν μια οικογένεια με βαθιές ρίζες στην κοινωνική, εκκλησιαστική, οικονομική, πολιτική και πνευματική ιστορία της Πάρου, της οποίας η τεκμηριωμένη παρουσία εκτείνεται σε σχεδόν πέντε αιώνες και πιθανότατα ανάγεται ακόμη βαθύτερα, πριν από τις μεγάλες αναστατώσεις του 16ου αιώνα.

–1550. Η οικογένεια Κονταράτου, βυζαντινής προέλευσης και στην συνέχεια μέσω Κρήτης, πιθανώς από το Ρέθυμνο, στην Πάρο. Επίθετο παρωνύμιο. Είναι μονοκλαδική οικογένεια. Αρχικά εμφανίζεται στα Μάρμαρα το 1550.

–1556. Σε έγγραφο έτους 1556. Τα Λατομεία στην Πάρο προσονομάζονταν παλαιότερα από το επώνυμο του ιδιοκτήτη τους, όπως του Κλεάνθη, του Μαύρου, του Κονταράτου.

–1592. Το 1592 στο υπέρθυρο της νότιας θύρας εισόδου στον ναό του Αγίου Κωνσταντίνου στα Μάρμαρα μνημονεύεται σε επιγραφή ο ιερέας Γεώργιος Κονταράτος.

–1597. Στην 1η Απριλίου 1597 αναφέρεται ο Μανώλης Κονταράτος στα Κάτω Χωριά.

–1611. Τιμόθεος Κονταράτος, αφιεροτής σπιτιού και αμπελιού στη μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους το 1611.

–1622. Στις 26 Δεκεμβρίου 1622 υπογράφει έγγραφο αφιέρωσης της Ξεχωριανής ο ιερέας Μιχάλης Κονταράτος.

–1642. Οικονόμος Δημήτριος Κονταράτος συντάκτης των εγγράφων Κεφάλου στις 6 Φεβρουαρίου 1642.

–1644. Ο ιερέας Κώστου Πέτρος Κονταράτος είναι ο ιδιοκτήτης ανακαινιστής στα 1644 του Ναού της Αγίας Μαρίνας Κώστου: «1644 Μ(η)νή Αγούσ(ου) ιδ’ ανακ(αι)νίστη εκ βόθρου ο θίος ναός της αγήας μεγαλομάρτη(ρ)ος Μαρήνας δια εξόδου κ(αι) κόπου του Π(α)π(ά) Πέτρου Κονταρ(άτ)του).

–1645. Ο οικονόμος Δημήριος Κονταράτος αναφέρεται σε έγγραφο του Κεφάλου στις 4 Ιανουαρίου 1645.

–1647. Τον Σεπτέμβριο του 1647 ο ιερέας Κώστου Πέτρος Κονταράτος υπογράφει έγγραφο Παροικιάς.

–1652. Ίδρυση στην Πάρο αγιοταφίτικου μετοχίου κατά το έτος 1652.

Της Πάρου αδελφάτα «Χωρίο Λεύκες»

+Μαρής Κονταράτος επίτροπος, του Αντώνη και Κάντιας η γυνή Ειρήνη.

–1652. Σε μαρμάρινη επιγραφή στο υπέρθυρο του ναού Τίμιος Σταυρός στην τοποθεσία Καλογέρια Παροικιάς «+Ανεκενίσθη εκ βάθρων ο θείος και πάντιμος ναός | του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού διά εξόδου και συνδρομής Νικολάου Κονταράτου και της συμβίας αυτού Ειρύνης εν έτι ΑΧΝΒ (1652) εν μηνί Μαρτίω κε».

–1658. Ο ιερέας Αντώνιος Κονταράτος υπογράφει χρεωστική ομολογία των ιερέων της Παροικιάς στις 31 Μαΐου 1658.

–1672. Σε αίτημα των παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας Πατέρα της Καθολικής Εκκλησίας  Jacques Dinet για να ζητήσουν πατέρες της καθολικής εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο. «Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας, ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ ενδόξου συντροφιάς υου ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον μας πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την επιστήμην δια τους μεταγεναστέρους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος άλλο δεν είναι εις όλα τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται…»

Πάρος: εν έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29) εις το παλαιόν: + Ταπεινός Μητροπολίτης Παροναξίας Μελέτιος.

Το πιο πάνω αίτημα υπογράφουν χριστιανοί, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατοίκων της Νάουσας μεταξύ άλλων και ο Παπά Μιχαήλ Κονταράτος.

–1674. Στις 7 Μαΐου του 1674 η κοινότητα της Παροικιάς δώρισε στους Πατέρες Ιησουίτες εν Νάξο, εκ των κτημάτων του ναού της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής, οικόπεδο για την ανέγερση Μονής. «Εις δόξαν χριστού αμήν 1674 εις τας 7 του μαϊου εν καστέλιω Παροικίας οι αιδεσιμωτάτοι πατέραις εκ της συντροφίας του Ιησού, διά να κτίσουσι μοναστήρι και σκολιό, και μην ευρίσκοντας τόπον αρμόδιον διά την αυτήν υπόθεσιν, διά τούτο θέλωμεν ημείς οι κατωθεν υπογεγραμμένοι, και εις το όνομα της κοινώτητος και δίδωμεν διά έργον χάρις των άνωθε αιδεσιμωτάτων πατέρων ένα κομμάτι χωράφι από της παναγίας μας της Καταπολιανής, εις το μάκρος ποδάρια του μέτρου εκατό δέκα και εις πλάτος άλλον τόσον και εις τούτο ομπληγαρόμαιστα οπώταν εις κανένα καιρόν ήθελε σικοθή τινάς να γυρέψει δικαιώματα εις το άνωθε κομμάτι το χωράφι όπου των χαρίζωμεν να ήμαιστε ημείς ομπληγάδοι να το πληρονωμεν της παναγίας, όθεν διά το βέβαιον απογράφωμεν διά χειρίσμας και εις το όνομα της άνωθε κοινότητος.

Οικονόμος Παροικίας, σακελλάριος Παροικίας, Νικόλαος ιερεύς πρωτοπαπάς Παροικίας, Πέτρος ιερεύς Βιτζαράς, Κώστας Μαίζας, Τεμένιγος ιερεύς, παπα Ιω. Γαλανός, Ελευθέριος ιερεύς Λουρδας, Νικόλαος ιερεύς…, παπα Ιωάννης …, παπα Πέτρος Μπουλαξής, παπα Στέφανος Βυτζαράς, παπα Φραντζέσκος Βιτζαράς, Γιακουμής Πατέλας, παπα Μιχαλής Κονταράτος, Μάρκος ιερεύς, Χωροεπίσκοπος Παροικιάς, Τζουάνες Σκληρός, Νικολός Κοντίλης, Μανόλης Αλισάφης, Μιχαήλ Βιτζαράς, Νικολός Κοτίλης, Γιώργης …, Μανώλης Αλεξάκης, Φραντζέσκος Μιχαλέτος Γραμματικός, Ιω. Βιτζαράς, Ιω. Σκιάδος, Ιω. Βιτζαράς, Κωστάκης Γαλανός, Τζώρτζης Ρουτες, Ιω. Σκιάδας, Γεώργης Μαυρομάτης, Ιω. Σπυρίδος, Δημήτρης Ταργέτας, Νικολός …, Μιχελής Δημητ…, Ιω. Πατελας, Ιω. Τουτέσκος, Bartolo Rozza, Γιαννούλης Ταργέντας, Αντώνης Αλλησάφης, τζουάνες Γιράρδης, Τζώρτζης Νταμόστος, Ιω. Του μαστρο Γιάκουμου, Γιόνης Μυστράτος, Δημήτρης Μαβρομάτης, Giacomo Zellini, Domenico Ferrari, Γιάννης Ντελαγραμμάτικας, Γεώργης Τακορόνιας.

Εμμανουήλ Κομητας επίτροπος βεβαιώνω ως άνωθεν και δια όνομα όλης της Κοινότητος»

–1680  Σε έγγραφο Παροικιάς του 1680, αναφέρονται μερικές καθολικές οικογένειες της Πάρου που ζούσαν στην  συνοικία Νιό (Καινούργιο) Πηγάδι Παροικιάς. Η συνοικία αυτή γνωστή μέχρι πρόσφατα ως Καθολική συνοικία.

+Εις δόξαν Χριστού αμήν. 1680 εν μηνί Φλεβαρίου 2 εις το Καστέλι της Παροικίας και εις εμένα το νοτάριο Παροικίας και εις τους κάτωθεν αξιοπίστους με όλον της το θέλημα και με καλήν της γνώμην η κερά Μαρία Τζανή Μπαρμπαρή μαζί με την θυγατέραν της την Κατερίνα δόνουν και ελεύθερα πουλούσι του ευλαβεστάτου πρέ Φραντζέσκου Κρίσπου ένα σπίτι κατόγι οπού έχουσι εις το Καινούριον Πηγάδι σιμά εις τον Άγιον Νικόλαον (πρόκειται για τον Άγιο Νικόλαο τον Αρρανό που ήταν η καθολική ενορία) με όλαν του τα δικαιώματα διά ριάλια δώδεκα ήτοι 12 ως καθώς το εποκόψασι ο κύρ Νικολός Φώσκολος και ο κυρ Φραγκούλης Ιωάννου Κονταράτου σύμπλιος εις το αυτό σπίτι Γεώργης Νικολού Ντουλόνος και ο Άγιος Νικόλαος, τα οποία ριάλια 12 τα μετρά την σήμερα των άνωθεν πουλητάδων ημπρεζέντζια των κάτωθε μαρτύρων και από την σήμερον να είναι το αυτό σπίτι του άνωθεν πρε Φραντζέσκου και των αυτού διαδόχων, πουλήση, χαρίση, προικοδοτήση, να το κάμη ως θέλει και βούλεται ωσάν καλά οπού το επλήρωσε να παίρνοντες οι άνωθεν πουλήτρες να μαντηνίρουν και να ντεφεντέρουν τον αυτόν αγοραστήν εις κάθε καιρόν που ήθελε τον εναντιωθή τινάς, μην ημπορώντας κανείς δια κανένα καιρόν να … δικαιώματα εις πένα και κοντά… του κατά καιρού ζαπτιτζή ριάλια 6 και πάντα το παρόν να έχει το βέβαιον.

… εις πίστωσιν του παρόντος βάνοντε και παρακαλετοί μάρτυρες.

Δια μαρτυρίας του Ιωάννη Γεωργίου Μαούνη

Πέτρος ιερεύς Βητζαράς νοτάριος Παροικιάς έγραψα

ATONIO SPIRIDO PER LA GERENISSIMO REPUBLICA DI VENEZIA CONSOLE DI PAROS

Πιστοποιώ το βέβαιον της υπογραφής του νοτάριου παπα Πέτρου Βητζαρά και του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.

Πάρος 6 Μαΐου 1684 νέο ANTONIO SPIRIDO CONSOLE VENETO

Εμμανουήλ Κομητάς πρόξενος καντζιλιέρης.  

ΠΗΓΗ: Νικ. Χ. Αλιπράντη - Σίμου Συμεωνίδη, Το Καινούργιο Πηγάδι Παροικίας, συνοικία Καθολικών τον 17ο αι., Παριανά Δʹ, τ. 13, 1983, σελ. 126 - 132). 4. ΦΕΚ 209/Β/17-3-1989 και 426/Β/3-7-1992.

–1681 Έγγραφο αγοραπωλησίας που είχε δημοσιευθεί στα «ΠΑΡΙΑΝΑ» 1983 από την συλλογή του Σίμου Συμεωνίδη.

+ Εις δόξαν Χριστού αμήν, 1681 εν μηνί Ιουνίου 12 εις το Καστέλι της Παροικιάς ενέμπροστεν εις εμένα τον νοτάριον Παροικιάς και εις τους υποκάτωθεν αξιοπίστους και παρακαλετούς μάρτυρες, την σήμερον με όλον του το θέλημα και με καλήν του γνώμην ο κυρ Πατίστας Νταλούφος δίνει και ελεύθερα πουλεί του ευλαβεστάτου παπά κύρ Φραντζέσκου Κρίσπου, ένα σπίτι κατώγι όπου έχει εις το Καινούργιο Πηγάδι με την αυλογυρισιά του ο διά ρεάλια δεκάξη ήτοι ρεάλια 16 σύμπλιος ο Νικολός Γαβρίλης και Αντωνίνα Μάρκου Ντουλούφη και από την σήμερον να είναι το αυτό σπίτι του άνωθεν Κρίσπου πουλήσει, χαρίσει, προικοδοτήσει, να το κάμη ως θέλει και βούλεται ώσαν καλά όπου το επλήρωσε και παίρνεται να ντεφεντέρη τον αυτόν αγοραστήν εις κάθε καιρόν που ήθελε τον εναντιωθεί κανείς μην ημπορεώντας ξανείς διά κανένα καιρόν να γυρέψη δικαιώματα και πένα και κοντάνα του κατά καιρό ζαπιτζή ριάλια 8 και πάντα το παρόν να έχη το βέβαιον. Όθεν εις πίστωσιν της αληθείας υπογράφουν και παρακαλετοί μάρτυρες.

-διά μαρτυρίας Αυγουστή Φαρούγη

-διά μαρτυρίας του Φραγκούλη Κονταράτου.

Πέτρος ιερεύς Βητζαράς και νοτάριος Παροικίας έγραψα και μαρτυρώ ως άνωθεν.

(Τ.Σ.) Εμείς ANTONIO SRIRIDO πρόξενος Βενετίας στην Πάρο βεβαιώνουμε την υπογραφή του ανωτέρω παπά Πέτρου Βητζαρά καθώς και την αυθεντικότητα του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.

Πάρος 6 Μαΐου 1684 νέο

ANTONIO SPIRIDO CONSOLE VENETO

Εμμανουήλ Κομητάς Προξενικός καντζιλιέρης.

–1687. Σε επιτύμβια πλάκα του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Ναούσης, Ιωάννης Κονταράτος.

–1689. Σε επιγραφή στην εικόνα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στην ομώνυμη εκκλησία στο κάστρο Παροικιάς γράφει "1689, Δέησις του δούλου του Θεού Μελετίου ιερομονάχου Κονταράτου.

–1706. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Αντιπάρου στις 31 Μαρτίου 1706, αναφέρεται ο Αντώνης Κονταράτος.

–1710. Αλώνι Κορμό σύμπλιος Αλέσανδρος Κονταράτος.

–1712. Ο ιερέας Μαρμάρων Νικόλαος Κονταράτος υπογράφει τη διαθήκη του ιερέα Μιχαήλ Τζανιά στις 23 Μαρτίου 1712.

–1716. Σε πρακτικό εκλογής νοταρίου Νικόλαου Σπυρίδου – καγκελαρίου από το κοινό της Παροικιάς στη Γενική Συνέλευση της 14 Ιανουαρίου 1716, μαρτυρείται ο παπά Φραγκέσκος Κονταράτος.

–1721. Στις 20 Δεκεμβρίου 1721 ο ιερέας Λευκών Κονταράτος Ιάκωβος υπογράφει το προικοσύμφωνο της Λαρέντζας Ραγκούση και Γεωργάκη Γεμελιάρη.

–1722. Πώληση χωραφιού. Τζιπίδος, 6 Ιανουαρίου 1722.

Ενώπιον του ιερέως Θοδωρή Παπαδόπουλου, χαρτοφύλακα Κεφάλου, που συνέταξε το έγγραφο και μαρτυρεί και των μαρτύρων πάπα Σταυριανού Παπαδόπουλου, ιερομονάχου Ανθίμου Κονταράτου και Ιωάννη Τζουμπά, ο ανωτέρο ιερεύς Σταυριανός Παπαδόπουλος πωλεί στον Αναγνώστη Παπαδόπουλο «το χωράφι που έχει πουρκίν ή άνωθεν κερά Παπαδιά εις τόπον καλούμενον στην Περιβόλα» για 10 ρεάλια.

Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ο Σκορδίλης Γεώργιος και ο Μονόπατος Σταμάτης με συμβιον χωράφια.

–1723. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 30 Ιανουαρίου 1723 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο παπά Κωνσταντής Κονταράτος.

–1723. Σακελλίων του Κεφάλου Δημήτρης Κονταράτος υπογράφει έγγραφο Δραγουλά στις 4 Μαρτίου 1723.

–1724. Ο σακελλίων Κεφάλου Δημήτρης Κονταράτος αναφέρεται σε πωλητήριο Δραγουλά στις 1 Μαρτίου 1724.

–1724. Στις 26 Ιουνίου 1724 αναφέρεται στην διαθήκη Τζιπίδου του παπά Μελέτη Σιδεράκη ο ιερομόναχος Άνθιμος Κονταράτος.

–1724. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 13 Δεκεμβρίου 1724 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο παπά Κωνσταντής και ο παπά Αθανάσης Κονταράτος.

–1730. Χωράφι Ανεραντζά σύμπλιος Πέτρος Κονταράτος.

–1730. Ο ιερέας Φραγκούλης Κονταράτος αναφέρεται σε έγγραφο Παροικιάς στις 28 Ιανουαρίου 1730. Ο ίδιος ιερέας αναφέρεται και σε άλλο έγγραφο Παροικιάς στις 28 Φεβρουαρίου 1730. 

–1730. Σε πρακτικό πωλήσεως του φόρου της δεκάτης του κοινού Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, της 26 Ιουλίου 1730 μαρτυρείται ο παπά Φραγκούλης Κονταράτος.

–1731. Ιερέας Αθανάσιος Κονταράτος, αναφέρεται στη διαθήκη του Πέρου Καραντζία (Παροικιά, 14 Φεβρουαρίου 1731).

–1732. Πρακτικό εξουσιοδοτήσεως απεσταλμένου του κοινού Παροικιάς, κατά τη Γενική Συνέλευση στις 17 Ιανουαρίου 1732 αναφέρεται ο παπά Φραγκούλης, ο παπά Αθανάσης Κονταράτος και ο Αλεσάνδρος Κονταράτος.

–1733. Ιερέας Αθανάσιος Κονταράτος, υπογράφει το πρακτικό εκλογής ως κοινού επιτρόπου του χωροεπισκόπου Ιωάννη Βιτζαρά για ένα χρόνο από το Κοινό της Παροικιάς, Ιανουάριος του 1733.

–1733. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4 Ιανουαρίου 1733, αναφέρεται ο παπά Κωνσταντίνος Κονταράτος.

–1733. Σε έγγραφο Παροικιάς για μαρτυρία του θανάτου του Δοτόρε Κοντίλλη Κ. Γεωργίου αναφέρεται στις 25 Οκτωβρίου 1733 ο μάρτυς Αλέξανδρος Κονταράτος.

–1733. Ο ιερέας Αθανάσιος Κονταράτος υπογράφει τη διαθήκη Μπονοφάτσου Ντουλουφή στις 23 Νοεμβρίου 1733.

–1734. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 18 Ιανουαρίου 1734, αναφέρεται ο παπά Αθανάσιος Κονταράτος.

–1734. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 18 Ιανουαρίου 1734, αναφέρεται ο Αλέσαντρος Κονταράτος.

–1734. Απόφαση του κοινού της Παροικιάς για επαναπατρισμό συμπατριωτών τους (λόγω της βαριάς φορολογίας από τους Τούρκους, με το οποίο τους καλούσε να επιστρέψουν στο νησί τους, δίνοντας την υπόσχεση για μείωση των φόρων τους) στις 16 Σεπτεμβρίου 1734, υπογράφει ο παπά Αθανάσης Κονταράτος.

–1736. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 22 Ιανουαρίου 1736, αναφέρεται ο παπά Κωνσταντής Κονταράτος και ο παπά Θανάσης Κονταράτος.

–1737. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς την 1η Μαρτίου 1737 αναφέρεται ο παπά Κωνσταντής Κονταράτος και ο παπά Αθανάσιος Κονταράτος.

–1738. Σε προικοσύμφωνο Παροικίας στις 18 Φεβρουαρίου 1738. Ο Γιώργος Χιωτάκης με την θυγατέρα Πασκάλη Σάντου, ονόματι Ανεζίνα, αναφέρεται ο Αλέσαντρος Κονταράτος με χωράφι στη θέση Καλαμιές σιμπλιος Γιάννης Δουδέσκος.  Και σε χωράφι τοποθεσία Λιβαδερά σύμπλιος ο ευλαβής παπα Κωνσταντής Κονταράτος.

–1738. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς τον Μάρτιο του 1738 αναφέρεται ο παπά Αθανάσιος Κονταράτος και ο Αλέσαντρος Κονταράτος.

–1738. Σε προικοσύμφωνο Παροικίας στις 8 Απριλίου 1738, ο Μιχελέτος του Σπιρίδου με την κερα Νικολέττα θυγατέρα του Γεωργίου Σκιαδά, αναφέρεται σε χωράφι στην Ανεραντζά αιμπλιος Πέτρος Κονταράτος.

–1738. Μαρτυρία υπερασπίσεως συμπατριώτη τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά (για αντίδραση στην συγκέντρωση της φορολογίας), κατά τη Γενική Συνέλευση από τα κοινά της Πάρου, της 16 Ιουλίου 1738, υπογράφει ο παπά Πρωτέδικτος Κονταράτος και ο σακελλίου Μαρμάρων Κονταράτος.

–1739. Σε έγγραφο Παροικιάς στις 10 Μαρτίου 1739, αναφέρεται ο Πρωτέκδικος Κονταράτος.

–1739. Πρακτικό εκλογών κατά την Γεν. Συνέλευση στις 30 Αυγούστου 1739 απεσταλμένου των κοινών της Πάρου στην Κωνσταντινούπολη, εκλέγουν τον Νικόλαο Μαυρογένη, προκειμένου να διαπραγματευθεί τα οικονομικά θέματα του νησιού. Αναφέρεται ο πρωτόδικος Κονταράτος, ο επίτροπος Λευκών Μιχάλης Κονταράτος και ο  Αλέσανδρος Κονταράτος.

–1739. Πρόσκληση επιστροφής προς τους ξενιτεμένους Παρίους στις 30 Αυγούστου 1739, υπογράφεται και από τον Αλέξανδρο Κονταράτο.

–1740. Σε πρακτικό εκλογής «καταστιχογράφων» των φόρων του κοινού Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση της 23 Απριλίου 1740, μαρτυρείται ο παπά Θανάσης Κονταράτος.

–1740. Ο ιερέας Μανοέλης Κονταράτος υπογράφει το προικοσύμφωνο του Κονταράτου Νικολάου και της Μαργιώρας Νταμία, που συντάχθηκε στη Νάουσα στις 21 Μαΐου 1740. «Έχοντας ο ρηθέν παπα κυρ Μανοέλης αδελφός ονόματι Νικόλαος έχων και ρηθείσα Ειρήνη αναθρεφικήν και ψυχοθυγατέρα Μαριώρα …», τάζει, η Ειρήνη Νταμία: «αρχή την εκκλησίαν του Δεσπότου Χριστού κειμένη εις τον Χάντακα με ιερά και καρτιά καθώς ευρίσκονται με όλαν της τα προνόμια» Και ο παπα Μανοέλης Κονταράτος τάζει «την εκκλησίαν [που] έχει εις τον Κώστον Αγία Μαρίνα την εικόνα του Προφήτη Ηλιού ένα χωράφι εις τον Κώστον κοντά εις το χωριό πλησίον αφέντης Νικολάκης Μαυρογένης». (ΕΒΕ, Ξ 665)

Αυτό τον προικοσύμφωνο έχει ενδιαφέρον γιατί αφορά στην προσφορά εκ μέρους των γονιών των μελλονύμφων εκκλησίες.

Η Ειρήνη Νταμία (σήμερα Δαμία), προσφέρει την εκκλησία του Χριστού στην συνοικία Χάνδακα της Νάουσας. Η Αγία Μαρία είναι η εκκλησία στην κεντρική πλατεία του Κώστου. Ήταν ιδιοκτησία του ιερέα Πέτρου Κονταράτου, ο οποίος και την έκτισε, όπως αναφέρει σχετική επιγραφή που είναι εντοιχισμένη μέσα στην εκκλησία, το έτος 1644.

Η οικογένεια Κονταράτου, κρητικής καταγωγής είναι μέχρι σήμερα γνωστή στις Λεύκες, στην Παροικιά και στη Νάουσα.

–1741. Για την εκλογή απεσταλμένων στην Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Παροικιάς στη Γενική συνέλευση το 1741 αναφέρεται ο παπά Κωνσταντής Κονταράτος.

–1741. Εκλογή προβλεπτών υγειονομικών μέτρων από το κοινό Παροικιάς Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της 2 Μαΐου 1741, υπογράφει και ο παπά Αθανάσης Κονταράτος, ο παπα Κωνσταντής και ο Αλέσανδρος Κονταράτος.

–1741. Τα κοινά της Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της 20 Ιουλίου 1741, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους άρχοντα Νικόλαου Μαυρογένη, εναντίων των συκοφαντών κατοίκων της Νάξου, οι οποίοι τον κατηγορούν για συνεργασία με τους πειρατές, υπογράφει και ο παπά Κωνσταντής Κονταράτος και ο Αλέσανδρος Κονταράτος.

–1741. Κατά τη Γενική Συνέλευση, της 18 Νοεμβρίου 1741, οι προεστοί και κοινοτικοί εκπρόσωποι της Παροικιάς Πάρου, αποφάσισαν να συλλάβουν, να φυλακίσουν και τέλος να εκτοπίσουν από το νησί τους τον συντοπίτη τους Ιωάννης Βασιλάκης, λόγω του σκανδαλώδους τρόπου της ζωής του και άλλων ανάρμοστων πράξεων. Υπογράφει ο παπά Αθανάσης Κονταράτος, ο Αλέσανδρος και ο παπά Κωσταντής Κονταράτος.

–1742. Στις 16 Φεβρουαρίου 1742, πρώην σακελλίου, παπά Αθανάσιος Κονταράτος.

–1742. Το 1742 αναφέρεται ο δοτόρε Πάρου Κωνσταντίνος Αλεξ. Κονταράτος.

–1742. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 1η Μαρτίου του 1742 αναφέρεται ο παπά Αθανάσιος Κονταράτος και ο παπά Κωνσταντής Κονταράτος.

–1743. Εκλογή κατά τη Γενική Συνέλευση «επιτρόπου και προβλέπτη» απεσταλμένου από τα κοινά της Πάρου, στις 20 Φεβρουαρίου 1743 αναφέρεται ο παπά Αθανάσης Κονταράτος, ο παπά Κονσταντής Κονταράτος και ο Αλέσανδρος Κονταράτος.

–1744. Ο παπά-Κωνσταντής Κονταράτος, κτήτορας Αγίου Αθανασίου Παροικιάς.

–1744. Ο ιερέας Αθανάσιος Κονταράτος εξελέγη επίτροπος του κοινού της Παροικιάς στις 28 Μαρτίου 1744.

–1744. Κατά τη Γενική Συνέλευση εκπροσώπων όλων των κοινών της Πάρου, της 6 Απριλίου 1744, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους δραγουμάνου Νικολάου Μαυρογένη, εναντίον των εις βάρος του συκοφαντιών μερικών συμπατριωτών τους, προς τις τουρκικές αρχές. υπογράφει και ο σακελλίου Κονταράτος.

–1744. Ο ιερέας Μανοέλης Κονταράτος ιδιοκτήτης της εκκλησίας της Αγίας Μαρίνας στον Κώστο, αναφέρεται σε έγγραφο στις 21 Μαΐου 1744.

–1745. Απόφαση του κοινού της Παροικιάς για φορολογική μείωση σε συμπατριώτες τους, την 18 Οκτωβρίου 1745, υπογράφει και ο Αλέσανδρος Κονταράτος.

–Στη περιοχή του Μαραθίου σε έγγραφο του 18ου αιώνα «σύμπλιος Γ. Κονταράτος με αγρόν καλούμενον Ευαγγελίστριας με Ζαννήν Γεμελιάρην».

–1746. Απόφαση του κοινού της Παροικιάς στις 8 Μαρτίου 1746, για μετάκληση ξένων στο νησί, εξουσιοδοτούν τον καραβοκύρη Ιωάννη Λαγγούση να προσκαλέσει όσους κατοίκους άλλων μερών της Ελλάδας θα ήθελαν να εγκατασταθούν οικογενειακώς στο νησί τους. Σε όσους δέχονταν υποσχόντουσαν μειωμένη φορολογία και άλλες διευκολύνσεις, όπως κατοικίες, χωράφια κ.α., υπογράφει και ο παπά Αθανάσης Κονταράτος και ο Αλέσανδρος Κονταράτος. 

–1746. Σε πωλητήριο Τσιπίδου, 9 Μαρτίου 1746, «πουλεί ο άγιος καθηγούμενος της Αγίας Κυριακής δύο χωραφάκια που έχει από τον μακαρίτη παπά-Ιερεμία Παπαδόπουλο εις τον Τζικαλά σύμπλιος του μακαρίτη αφέντη Κοντίλη και το άλλο χωραφάκι εις την Αγίαν Τριάδα σύμπλιος Γιώργης Κονταράτος».

–1747 Σε πρακτικό εκλογής απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό της Παροικιάς σε Γενική Συνέλευση στις 26 Οκτωβρίου 1747 μαρτυρείται ο Αλέσανδρος Κονταράτος.

–1748. Πρακτικό πωλήσεως των φόρων του κοινού της Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, τη 1 Μαρτίου 1748, μαρτυρείται ο παπά Κωνσταντής και ο παπά Αθανάσης Κονταράτος αλλά και ο Αλέσανδρος Κονταράτος..

–1749. Ο ιερέας Νικόλαος Κονταράτος υπογράφει πωλητήριο έγγραφο Ναούσης στις 12 Ιουλίου 1749.

–1749. Σε εκλογή απεσταλμένου για την Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 12 Οκτωβρίου 1749, μαρτυρείται ο παπά Αθανάσιος Κονταράτος και ο Αλέσανδρος Κονταράτος.

–1750. Σε Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου των επτά κοινών της Πάρου (Παροικιάς, Νάουσας, Κεφάλου, Τζιπίδου, Λευκών, Μαρμάρων, Δραγουλάς) στην Κωνσταντινούπολη της 23 Αυγούστου 1750, μαρτυρείται ο ιερέας Παροικιάς Θανάσης Κονταράτος.

–1752. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Παροικιάς σε Γενική Συνέλευση στις 6 Σεπτεμβρίου 1752 μαρτυρείται ο ιερέας Παροικιάς Θοδωρής Κονταράτος.

–1754. Σκευοφύλαξ Κονταράτος , συντάκτης εγγράφου Κεφάλου στις 17 Δεκεμβρίου 1754.

–1757. Πωλητήριο Τζιπίδου 24 Αυγ. 1757 «πουλεί ο κυρ Γεώργης Νικόλα Κονταράτου ένα χωράφι που έχει εις τα Τζηκούρια σύμπλιος Γεωργάκης Άσος και Γεώργης Ρύκης».

–1758. Ο ιερέας Κωνσταντής Κονταράτος υπογράφει πωλητήριο έγγραφο Παροικιάς στις 29 Οκτωβρίου 1758.

–1766. Ο ιερέας Γεώργιος Κάβουρας αναφέρεται σε πωλητήριο έγγραφο Λευκών στις 25 Ιουλίου 1766. Πωλεί στον πεθερό του τον σακελλίο Κονταράτο, δύο χωράφια όπου μας είχε προικισμένα και του τα δίνω για ρεάλια 25.

–1771. Στις 6 Μαρτίου 1771 αναφέρεται ο Σακελλίου Λευκών Κονταράτος, πεθερός του ιερέα Γεώργιου Κάβουρα.

–1774. Στα 1774, Νοεμβρίου 23, «εν χορίω της Πάρου Λευχόν», «ο άγιος χωροπίσκοπος γεμελιάρης Ιωάννης, μαζί και ο αδερφός του Πετράκης Γεμελιάρης», «προσηλώνουν» το ιδιόκτητο μοναστήρι τους του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (Γυαλιστή) Λευκών. Το έγγραφο υπογράφουν: ο χωροπίσκοπος Γεμελιάρης, ο ιεροδιάκονος Δημήτριος Ραγκούσης, ο Παντελής Κονταράτος, ο παπά-Τζώρτζης Ραγκούσης, ο Πέτρος Γεμελιάρης και ο ιεροδιάκονος Αντώνιος Παρούσης.

–1776. Ο ιερέας Κωνσταντής Κονταράτος συντάσσει πωλητήριο έγγραφο Παροικιάς στις 17 Οκτωβρίου 1776.

–1778. Στις 23 Απριλίου 1778 αναφέρεται ο πρώην Σακελλίος Λευκών Κονταράτος. Πώληση χωραφιού Λεύκες 23 Απριλίου 1778. «Ενώπιον των μαρτύρων Γεωργίου Σκιαδά. Δημητρίου Ραγκούση και του ιερέως Λευκών Αυγουστή Παρούση, ο οποίος συνέταξε και το έγγραφο, η κερά Μαρουσάκη Γεώργη Φίλιππα πωλεί στον αιδεσιμώτατο, πρώην σακελλίου Κονταράτο για 37 ρεάλια ένα κομμάτι χωράφι οπού έχει αγορά από τον Μανοέλη Ανερατζόπουλο εις τοποθεσίαν λεγόμενον Απάτου.

–1790. Ο Σκευοφύλαξ Κονταράτος μαρτυρείται σε προικοσύμφωνο Κώστου στις 21 Ιανουαρίου 1790.  «Προικοσύμφωνο Μάρκου Κονταράτου και Κατερίνης Κοντόσταβλου». «Ο Γιακουμάκης Κοντόσταβλος και η συμβία του δίδουν διά προικίον της θυγατρός των Αικατερινιού πρώτον την ευχή του Χριστού και της Παναγίας και την εδικήν τονε…» «Από δε το έτερον μέρος γράφει και ο άνωθεν κύρ Μάρκος την Εικόνα των Εισοδίων…» (Παριανά Α4 1980).

–1796. Χωροεπίσκοπος και νοτάριος Κονταράτος αναφέρεται σε πωλητήριο έγγραφο Παροικιάς στις 20 Αυγούστου 1796.

–1796. Ο σακελάριος, νοτάριος Παροικιάς Κονταράτος υπογράφει αναφορά των πρικρίτων της Πάρου προς τον Πατριάρχη Γεράσιμο Γ’ στην 1η Νοεμβρίου 1796.

–1800. Ο σακελάριος, νοτάριος Παροικιάς Κονταράτος συντάσει τη διαθήκη του Δημήτρη Γεώργη Ζέπου στην Παροικιά στις 3 Νοεμβρίου 1800.

–1802. Ο Νικήτας Κονταράτος, ίσως από τον Κώστο, ήταν μαθητής του «εν ιερομονάχοις ελαχίσου Αθανασίου Πάριου, του εν τω της Θεσσαλονίκης Φροντιστηρίω διδασκαλικών προϊσταμένου». Είχε διδάξει, στη συνέχεια, μετά την αποφοίτησή του από τη σχολή της Θεσσαλονίκης, σε διάφορα σχολεία. Έγραψε δε και το βιβλίο «Θεοδώρου Γαζή το τέταρτον, ήτοι το Συνταντικόν εις απλήν φράσιν μετενεχθέν και εκ πολλών και διαφόρων Γραμματικών αναπληρωθέν και φιλοπονηθέν υπό του Νικήτα Κονταράτου του Παρίου 1802.

–1804. Στις 16 Ιουλίου 1804 νοτάριος Λευκών ο σακελάριος Παροικιάς Κονταράτος.

–1804. Ο ιερέας Βασίλειος Κονταράτος υπογράφει έγγραφο Ναούσης στις 26 Δεκεμβρίου 1804.

–1806. Ο Σκευοφύλαξ Κονταράτος μαρτυρείται σε έγγραφο Λευκών στις 26 Σεπτεμβρίου 1806. «Ο πανοσιώτατος οικονόμος Ναούσης Νεόφυος Δαμίας πωλεί στον Μανοέλη Κονταράτο τα χωράφια οπού έχει του Άγιου Μηνά εις το Μαράθι εις τοποθεσίαν Άγιον Νικόλα ονομαζόμενα Πλαγέρια με αγριοκουντουριές τα οποία τα χαρτώνει δια γρόσια 360». Το έγγραφο υπογράφουν ο οικονόμος Μάρκος Δαμίας και ο Νικόλαος Αλεπράντης.

–1808. Σε προικοσύμφωνο στις 1 Φεβρουαρίου 1808 αναφέρεται ο Σακελάριος Παροικιάς Κονταράτος.

–1810. Σε προικοσύμφωνο το 1810 αναφέρεται ο επαρχιακός Δ. Μνήμων Πάρου και Αντιπάρου Δημήτρης Καλαβρός.

–1812. Ο Χαρτοφύλαξ Κονταράτος υπογράφει παρακλητική επιστολή των κατοίκων του Δραγουλά προς την Μητρόπολη Παροναξίας με χρονολογία 20 Σεπτεμβρίου 1812.

–1813. Ο Σκευοφύλαξ Κονταράτος υπογράφει σε σημείωμα στις Λεύκες στις 29 Αυγούστου 1813. Αναφέρεται στην μεταπώληση χωραφιών από την Κατερίνα σύζυγο του μακαρίτη Νικ. Κονταράτου. Το κείμενο συντάχθηκε από τον χαρτοφύλακα Λευκών ιερέα Στέφανο Χανιώτη με μάρτυρες τον σκευοφύλακα Κονταράτο και τον Ιωάννη Βαλσαμή.

–1814. Ο Χαρτοφύλαξ Κονταράτος υπογράφει έγγραφο του Δραγουλά στις 11 Σεπτεμβρίου 1814.

–1816. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1816 ο χωροεπίσκοπος Παροικιάς Κονταράτος συνυπογράφει τη σετέντζα των προεστών και προκρίτων της Πάρου που αφορά στη μονή Αγίου Μηνά.

–1817. Στις 5 Αυγούστου 1817 αναφέρεται ο πρώην Σκευοφύλαξ Λευκών Κονταράτος.

–1819. Το 1819 γεννιέται ο Κονταράτος Ιωάννης Ν. Απεβίωσε το 1860. Ήταν εγγεγραμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινώτητας Λευκών.

–1820. Προικοσύμφωνο Γεωργίου Τζαντουλή. Κηπίδος 1820, Ιανουαρίου 30. Ενώπιον του ιερέως Εμμανουήλ Μονόπατου, που συνέταξε το έγγραφο και μαρτυρεί, μαρτυρούντων του Ιωάννη Βαλσαμή και του Κωνσταντίνου Τζιγώνια, η Μαρία, σύζυγος του Δημητρίου Πούλιου, προικίζει τη θυγατέρα της Θεοφύλακτη, η οποία παίρνοι ως σύζυγο τον Γεώργιο Τζαντουλή, γιο του μακαριστού ιερέως του Τζιπίδου Γεωργίου Τζαντουλή. Στο προικοσύμφωνο αυτό μνυμονεύονται και οι σύμβιοι σε χωράφια, Δημήτριος Άγουρος, Ιωάννης Λιονταράκης, παπα Φραντζέσκος Μαργαρίτης, Νικόλαος Πούλιος, Αννέζα γυνή ποτέ Δημητρίου Μαυρίκου, Ιωάννης Βαλσαμής, παπα Εμμανουήλ Μονόπατος, Σπυρίδων Παπαδόπουλος, Μανώλης Κονταράτος, Αντώνιος Καντιώτης και Μανόλης Μελέχας. Πηγή Παριανά 158.

–1820. Προικοσύμφωνο Νικολάου Μωραΐτη και Κατερινακίου Κονταράτου (Μάρμαρα, 3 Νοεμβρίου 1820).

«εις δόξαν Χριστού αμήν του αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος Προκοπίου.

+ Έθος παλαιόν επεκράτησεν και νόμος εδόθη παρά Θεού Παντοκράτορος, έφησε Παύλος το της Εκκλησίας εδρέωμα, εθέσπισαν οι θεοφόροι πατέρες συμφωνίας υπανδείας και καθαρόν συνοικέσιον, καθώς ορίζει η αγία καθολική εκκλησία. Ούτω σύν Θεώ αγίω ερχόμενα τα δύο μέρη, το ένα μέρος ο παπα –κύρ Κωνσταντίνος Γεμελιάρης και το έτερον μέρος ο κύρ Δημήτριος Μωραΐτης, διά να λάβη ο υιός του Νικολάκης την ανεψιάν του παπά ονόματι Κατερινάκη διά γυναίκαν του νόμιμον και ευλογητικήν του, και διό γράφει ο παπά –κύρ Κωνσταντίνος την εικόνα του Τιμίου Σταυρού, τα εισόδια της Θεοτόκου και τα επίλοιπα τα όσα της ευρέθησαν τα γονικά της, τα οσπίτια της καθώς ευρίσκονται τα γονικά της με τους αέρηδες τους και με ταις τοποθεσίαις τους, από συρμή του οσπιτίου τρείς κασέλαις, ένα τραπέζι, δύο καρέγλαις μακριαίς και μικραίς, τέσσερα δακτυλίδια μαλαγματένια, ένα κορδόνι μαλαγματένιο με κορφή, ένα λαιμόν ποτόνια με ένα σταυρόν, μίαν φορεσιάν ρούχα ατλαζένια, άλλην φορεσιά παρακατιανή, τέσσερα ζευγάρια σεντόνια με πλεκτά και δύο σκλέτα, και πέντε κουρτούναις, ένα στρώμα γεμάτον με μαλλί και ένα ψιδί και παννί πήχες: 53: πετζέταις: 12: ένα ταβλομάντηλον, τέσσεις νιφτόμπολαις, μίαν τουζίνα  πιάτα εγγλέζικα και άλλην μίαν χοντρά, ένα καντηλιέρι πρού ζινον από δε τα υποστατικά, το χωράφι εις τον Τίμιον Σταυρόν σύμλιος ο άνωθεν παπάς, έτερον χωράφι εις το ομοίον μέρος πλησίον Μαργαριταράκη Μπιάζενα (Βιάζη), ένα λιβαδάκι πλησίον Αντωνάκης Ραγκούσης, ένα εξαμπέλισμα στην Κολυβού πλησίον Κωνσταντίνος Σιφάκης, το χωράφι εις την Σκαμνιάν πλησίον η κυρά – Μαργαριταράκη Μπιάζη, το χωράφι εις τον Πλακωτόν πλησίον Μανολιός Άγουρος, το χωράφι εις τον Άγιον Βασίλειον πλησίον ο αυτός τις μάνδραις με το αλώνι, ένα χωράφι εις τον Άγιον Βασίλειον πλησίον ο παπάς, το χωράφι εις τους Μαγιαλούπους πλησίον Δημήτρης Στέλλας ένα αμπέλι όπου είναι εις την Γλυφάδα (Γλυφάδες) πλησίον Μαρουσάκη Μπελέγρα χωράφι εις ταις Αγκαθιαίς πλησίον Γεώργης Φιλίνης μίαν ελαίαν εις τον Άγιον Ιωάννης της κερά Αντριάνας τέσσερα χαρανιά μικρά και μεγάλα δύο τηγάνια, έξε τζάραις, ένα ξυλοβούτζι, δύο βουτζά του κρασιού μίαν κρεβαταριάν, τέσσερεις απλάδεναις μεγάλες.

Από δε το έτερο μέρος ο κυρ Δημήτριος δίδει του υιού του Νιολάκη την εικόνα του Αγίου Βασιλείου, τα οσπίτια της μητρός του καθώς ευρίσκονται, το χαρανί της ρακής: 8 τζάραις, ένα βουτζί, δύο ζευγάρια σεντόνια με τα πλεκτά, τρία ζευγάρια σκλέτα, τρείς κουρτούναις, δύο μοναίς και η άλλη μεταξωτή, ένα στρώμα γεμάτον και μίαν μαξελάραν, ένα πάπλωμα καινούριον, δώδεκα πετζέταις φίναις, ένα τραπεζομάντιλον φίνον και έτερον χοντρό ένα ζευγάρι σκολαρίκια μαλαματένια, δύο δακτυλίδια μαλαματένια, ένα ζευγάρι σκολαρίκια μαλαματένια, δύο δακτυλίδια μαλαματένια, ένα ζευγάρι φιούμπες ασημένιαις: 14 κουμπιά ασημένια, δύο ασημένια πιρούνια, μίαν τουζίνα μαχαιροπίρουνα, μίαν πιάτα και πέντε αλάδεναις, δύο καντηλιέρια, μία κασέλα καρυδένη από δε τα υποστατικά, το χωράφι εις τον Σχίνον, πλησίον Μανολιός Άγουρος, το εξαμπέλισμα εις την Ευαγγελίστρα, πλησίον καπετάν Δημητρακης, το λιβάδι εις τον Βρόντα πλησίον ο αυτός αποθανόντας του, ένα χωράφι εις τα Φυρόγια πλησίον Μανολιός Άγουρος, άλλο χωράφι εις τον Κάψαλον πλησίον Άγιος Αντώνιος δέκα κεφάλια πρόβατα, ένα βόδι, και μίαν αγελάδα, την μάνδρα την αξεστέαστην πλησίον Αννάκη του Μανολιού. Ταύτα πάντα και την ευχήν των γονέων τους έτι του δίδει και μετρητά γρόσια: 500: δίδει της και ο πάρπα της ο παπά κύρ Κωνσταντίνος: 1000.

Κωνσταντίνος ιερεύς Κομπαδάκης

Έγραψα το παρον και πιστώς μαρτυρώ.

–1823. Γεννιέται το 1823 ο Ιωάννης Ν. Κονταράτος με το παρωνύμιο Φεσάρας, Δήμαρχος Υρίας. Απεβίωσε το 1907.

–1824. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1824 ο Χαρτοφύλαξ Κεφάλου Κονταράτος υπογράφει το πρακτικό εκλογής «εκλεκτών» του Δραγουλά.

–1825. Στις 6 Φεβρουαρίου 1825 αναφέρεται ο πρώην χωροεπίσκοπος Παροικιάς Κονταράτος.

–1826. Σε διαθήκη στις 6 Ιανουαρίου 1826 αναφέρεται ο Φίλιππος Κονταράτος.

–1829. Ο Χαρτοφύλαξ Νικήτας Κονταράτος προσφέρει 20 γρόσια για την ίδρυση Αλληλοδιδακτικού Σχολείου Λευκών το 1829.

–1829. Σε έγγραφο της Εκατονταπυλιανής «Εν Παροικία της Πάρου» την 19 Μαΐου 1829 αναφέρονται οι εκλογείς της επαρχίας Πάρου και Αντιπάρου: Αθανάσιος Μαύρος, Μ.Μ. Μαυρογένης, Δημήτριος Καλαβρός, Νικ. Μαλατέστας, Ιω. Μεταξάς, Θ. Ρικιέρης, Ιάκωβως Λουκής, Ν. Μωραΐτης, Μιχαήλ Τζιγώνιας, Ιω. Βαλσαμής, Ευστράτιος Στάμενας, Ζέπος Δελαγραμμάτης, Ν. Κονταράτος, Ν. Ρούσσος, Γεώργιος …, Τζανής Μάτζας, Δαμιανός Μπιάζης, Γεώργιος Βιτζαράς.

–1830. Από κατάλογο που είχε στείλει στο Υπουργείο Θρησκείας ο Επίσκοπος Παροναξίας Ιερόθεος στις 8 Φεβρουαρίου 1830, πληροφορούμαστε ότι η Πάρος διέθετε 52 ιερείς.

Κατωτέρω παραθέτουμε ονοματεπώνυμά με τα ανάλογα οφίκια που είχαν: Νικόλαος Κονταράτος σκευοφύλαξ Ναούσης.

–1830. Στην 1η Οκτωβρίου 1830 ο Χαρτοφύλαξ Κεφάλου Κονταράτος υπήρξε και Έφορος της Αλληλοδιδακτικής Σχολής Κεφάλου μαζί με δύο άλλους: τον Ιωάννη Βαλσαμή από τον Τζιπίδο και τον Γ. Γαϊτανόπουλο από τα Μάρμαρα. Έγγραφό τους προς τον τοποτηρητή Πάρου Αντιπάρου Δ. Κιοσσέ.

–1831. Στις 11 Μαρτίου 1831 υπογράφει ο Εφημέριος Αντιπάρου σακελλάριος Κονταράτος.

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Νικόλαος και ο Μένεγος Κονταράτος.

–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο Γρηγόρης Κονταράτος.

–1833. Σε κατάλογο του Δημοτικού Σχολείου Αντιπάρου στις 18 Ιουνίου 1833 αναφέρεται ο Σακελάριος Κονταράτος.

–1837. Σε έγγραφο του 1837 του σχολείου Πάρου, υπάρχει εγγεγραμμένος ο μαθητής Κονταράτος Νικόλαος.

–1838. Σε έγγραφο Λευκών της 8ης Σεπτ. 1838 «δίνει ο κυρ Νικόλαος Κονταράτος του κυρ Νικολάου Ραγκούση μίαν μάνδαν με αλώνι εις τοποθεσίαν Δραμυθιάν».

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (συμπεριλαμβάνεται και ο Κώστος), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 38χρονος κτίστης Κονταράτος Ιωάννης, ο 32χρονος Μηνάς Κονταράτος, ο 35χρονος εργάτης Ιάκωβος Μ. Κονταράτος, ο 37χρονος γεωργός Σπύρος Μιχ. Κονταράτος και ο 43χρονος εργάτης Δημήτριος Γ. Κονταράτος.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο Δήμου Μάρπησσας στις 5 Μαΐου 1844 υπάρχει εγγεγραμμένος ο επίτροπος Νικόλαος Κονταράτος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Ωλιάρου είναι εγγεγραμμένος ο 26χρονος γεωργός Νικόλαος Κονταράτος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Κώστου του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 32χρονος τέκτων Μηνάς Κ. Κονταράτος, ο 35χρονος εργάτης Ιάκωβος Μ. Κονταράτος, ο 37χρονος Σπύρος Μιχ. Κονταράτος και ο 43χρονος εργάτης Δημήτριος Γ. Κονταράτος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Δραγουλά του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 43χρονος εργάτης Σταύρος Κονταράτος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 26χρονος γεωργός Γεώργιος Μνηγ. Κονταράτος, ο 25χρονος γεωργός Δημήτριος Μαν. Κονταράτος, ο 25χρονος γεωργός Ιωάννης Ν. Κονταράτος, ο 45χρονος εργάτης Ιωάννης Γ. Κονταράτος, ο 53χρονος γεωργός Μανόλης Κονταράτος, ο 27χρονος γεωργός Μαρής Ν. Κονταράτος, ο 59χρονος γεωργός Μάρκος Γ. Κονταράτος, ο 53χρονος γεωργός Μνηγός Κονταράτος, ο 31χρονος έμπορος Νικόλαος Κονταράτος και ο 25χρονος γεωργός Στέφανος Ι. Κονταράτος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 50χρονος ιχθυοπώλης Ανδρέας Κονταράτος, ο 34χρονος κτηματίας Αναγνώστης Κονταράτος και ο αλιεύς Πέτρος Κονταράτος 44 ετών.

–1855. Ιατρού Νικ. Κονταράτος (Λεύκες 1855-1908). Σύζυγός του η Αντωνίνα Σκούφου του Γεωργίου (+ 1938). Απέκτησαν πέντε παιδιά, την Χαρίκλεια (Λεύκες 1891-1959), τον Γεώργιο (1893-1954), την Ελένη (+1974), τον Ιωάννη και τον Στέφανο (+1961).

–1856. Ως ευκατάστατοι και ευυπόληπτοι πολίτες της Πάρου σημειώνονται από τον Τσιπίδο, τα Μάρμαρα, τον Δραγουλά και τις Λεύκες το 1856 όπως αναφέρονται στον κατάλογο 1278 πολιτών από τις Κυκλάδες (εω Ερμούπολει την 6 Σεπτεμβρίου 1856») που δημοσιεύθηκε στο «Παράρτημα τη Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Εν Αθήναις την 15 Οκτωβρίου 1856»), οι κατωτέρω: Τσιπίδος Ανδρέας Αλιπράντης ετών 51 κτηματίας, Σταύρος Μονόπατος 53 ετών γεωργός και Νικ. Βατιμπέλας 58 ετων κτηματίας. Λεύκες: Γεώργιος Εμμ. Ρούσσος 67 ετών γεωργός, Ιωάννης Ν. Ρούσσος 41 ετών κτηματίας, Ιωάννης Καλόπλαστος, Ιωάννης Κονταράτος, Ιάκωβος Ι. Σκιαδάς και Ιωάννης Γ. Χανιώτης, κτηματίες, Ανδρέα Α. Παντελαίων 40 ετών γεωργός, Δημήτριος Μ. Χανιώτης 50 ετών γεωργός και Δημήτριος Α. Χανιώτης 50 ετών κτηματίας. Μάρμαρα: Αθανάσιος Παπαδόπουλος 43 ετών κτηματίας και Δομίνικος Βαρότζης 40 ετών κτηματίας. Δραγουλάς: Νικήτας Σιφάκης 50 ετών κτηματίας.

–1856. Το 1856 γεννιέται στις Λεύκες ο Κονταράτος Μοσχονάς του Γεωργίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1856. Στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 21 Οκτωβρίου 1856 αναφέρεται ο Ιωάννης Κονταράτος κτηματίας κάτοικος Λευκών.

–1859. Το 1859 γεννιέται στις Λεύκες ο Κονταράτος Γεώργιος του Ιωάννη. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1860. Το 1860 γεννιέται στις Λεύκες ο Κονταράτος Μάρκος του Μνήγκου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1860. Έρανος "υπέρ των εν Συρία παθόντων χριστιανών" και τα ονόματα όσων συνεισέφεραν δημοσιεύονταν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Κωνσταντίνος Κονταράτος από τις Λεύκες.

–1860. Στις 25 Οκτωβρίου 1860 σε συμβολαιογραφική πράξη [Επιτροπικό] στην Σύρου αναφέρεται ο κάτοικος Νάουσας Πάρου Παναγιώτης Π.Ν. Κονταράτος ναυτικός.

–1862. Απόφαση αριθ,1, της 31ης Ιανουαρίου του 1862 του Δημοτικού Συμβουλίου Μάρπησσας. «Εγκρίνει επ’ ονόματι του τελευταίου πλειοδότου Ν. Εμμ. Αρκά του Δημοτικού επί του ελαίου φόρου δια δραχμάς εβδομήκοντα. Η παρούσα κοινοποιηθήσεται όπου δέον εν τω Δημοκαταστήματι την 31 Ιανουαρίου 1862. Το Δημ. Συμβούλιο ο Πρόδρος Γεώργιος Χ. Χανιώτης, Κ. Αρκάς, Β. Χανιώτης, Ιωάννης Ν. Κονταράτος, Πέτρος Πυργής, Εμμ. Μ. Βαλσαμής, Εμμ. Ν. Αρκάς, Γεώργιος Εμ. Δελαγραμμάτης.

–1863. Γεννιέται στις Λεύκες το 1863 ο Νικόλαος Ιωάννη Κονταράτος, ιατρός. Σύζυγός του η Αντωνίνα Γεωργίου Σκούφου. Τέκνα τους η Ελένη (1889), ο Στέφανος (1891) και ο Γεώργιος (1893). Απεβίωσε το 1908.

–1863. Το 1863 γεννιέται στις Λεύκες ο Κονταράτος Νικόλαος του Μνήγκου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1864. Το 1864 γεννιέται στις Λεύκες ο Κονταράτος Εμμανουήλ του Κωνσταντίνου, ο Κονταράτος Βασίλειος του Γεωργίου και ο Κονταράτος Μάρκος του Μάξιμου. Ήταν εγγεγραμμένοι στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1865. Το 1865 γεννιέται στις Λεύκες ο Κονταράτος Εμμανουήλ του Δημητρίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1865. Απόφαση 3η της 13ης Ιουνίου 1865, του Δημοτικού Συμβουλίου Μάρπησσας. Το Δημοτικό Συμβούλιο. (Αφορά στη μεταφορά στον προϋπολογισμό του δήμου, του τρέχοντος έτους.

Ο Δημαρχεύων Ιωάννης Ν. Ρούσσος. Το Δημοτικό Συμβούλειον, ο Προεδρεύων, Εμμ. Ν. Αρκάς, Ν.Μ. Ρούσσος, Ι. Οικονομίδης, Εμμ. Μ. Βαλσαμής, Πέτρος Πυργής, Π.Ι. Χανιώτης, Ν.μ. Ρούσσος, Κ. Αρκάς, Ιωάννης Ν. Κονταράτος.

–1867. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γεννησης 1867. Κονταράτος Δημήτριος του Μαρή.

–1869. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1869 ο Κονταράτος Ιωάννης του Γεωργίου.

–1869. Στις 27 Απριλίου 1869 ο 25χρονος οινοπώλης από την Πάρο Νικόλαος Κονταράτος, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 25χρονη από την Άνδρο Ελένη Παπά Ιω. Χαλά.

–1870. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1870 ο Κονταράτος Αντώνιος του Δημητρίου, ο Κονταράτος Κωνσταντίνος του Μνήγου και ο Κονταράτος Δημήτριος του Ιωάννη.

–1870. Ο Γρηγόριος Κονταράτος ο οποίος παντρεύτηκε στην Αταλάντη Φθιώτιδας. Έφερε τον βαθμό του λοχαγού του πεζικού και διήνησεν ολόκληρο τον στρατιωτικό του βίο καταδιώκοντας ληστές, εξ αυτού και το προσωνύμιο «Κακαράπης». Απεβίωσε το 1870; Στην Αταλάντη.

–1870. Το 1870 Θεόδωρος Κονταράτος του Ιωάννη 50 ετών έγγαμος από την Πάρο, κάτοικος Βροντάδου, αναφέρεται σε απογραφή της Πόλης Ερμούπολης. Η Διαμάντω Κονταράτου του πατρός Πέτρου Παππαδόπουλου, 30 ετών έγγαμη από την Πάρο, κάτοικος Βροντάδου, αναφέρεται σε απογραφή της Πόλης Ερμούπολης, καθώς και η κόρη τους Αναστασία Κονταράτου του Θεόδωρου, 8 ετών.

–1871. Δήμαρχος του Δήμου Υρίας το 1871-1880 ο Ιωάννης Ν. Κονταράτος.

–1872. Στις 11 Ιουνίου 1872 ο 42χρονος οψοπώλης από την Πάρο Βασίλειος Βιτζαράς του Ιάκωβου και της Μαρίας Βασιλείου, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 48χρονη από την Πάρο Ειρήνη Κονταράτου, του Νικολάου και της Μαρίας.

–1872. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1872 ο Κονταράτος Ιωάννης του Γεωργίου και ο Κονταράτος Αλέξανδρος του Γεωργίου.

–1873. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1873 ο Κονταράτος Ιωάννης του Μνήγου.

–1874. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1874 ο Κονταράτος Ιωάννης του Κωνσταντίνου.

–1875. Δήμαρχος Ύριας το 1875 ο Ιωάννης Γ. Κονταράτος.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ύριας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 37χρονος Γεώργιος Κονταράτος του Ιωάννη Γεωργός.

–1875. Στις 12 Ιανουαρίου 1875 ο 30χρονος ράπτης από την Πάρο Γεώργιος Σκορδίλης του Ιωάννη και της Μαρίας Κονταράτου, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 18χρονη από την Ύδρα Ελένη Μαρίνου, του Μαρίνου και της Κουράνας. 

–1876. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1876 ο Κονταράτος Εμμανουήλ του Κωνσταντίνου.

–1877. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1877 ο Κονταράτος Μηνάς του Αναστασίου και ο Κονταράτος Γεώργιος του Μάρκου.

–1878. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1878 ο Κονταράτος Σωτήριος του Γεωργίου.

–1879. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1879 ο Κονταράτος Γεώργιος του Μνήγου.

–1880. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1880 ο Κονταράτος Νικόλαος του Κωνσταντίνου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας. Και ο Κονταράτος Νικόλαος του Κωνσταντίνου Α.

–1880. Ο λοχαγός του πεζικού και επί σειρά ετών βουλευτής Παροναξίας Νικόλαος Κονταράτος από το χωρίο του Κώστου. Παντρεύτηκε την κόρη του ευπατρίδη Δ. Δημητρακόπουλου γερουσιαστή. Επί της βουλευτίας τους διαχωρίστηκαν οι Δήμοι Μαρπήσσης και Υρίας. Πέθανε στην Αθήνα το 1880 περίπου.

–1881. Το 1881 γεννιέται ο Κονταράτος Γεώργιος του Μένεγου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1881. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1881 ο Κονταράτος Γεώργιος του Μνηγού, εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγελίας του 1950, λατόμος. Και ο Κονταράτος Ιωάννη του Μάρκου.

–1882. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 42χρονος βυρσοδέψης Νικόλαος Σ. Κονταράτος, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 7 Μαΐου 1882.

–1883. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1883 ο Κονταράτος Παναγιώτης του Μνήγου και ο Κονταράτος Ιωάννης του Νικολάου.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Κονταράτος Βασίλειος του Ιωάννη, 40 ετών, ναυτικός, ο Κονταράτος Γεώργιος του Νικολάου, 48 ετών, ναυτικός, ο Κονταράτος Ελευθέριος του Ιωάννη, 57 ετών ναυτικός, απεβίωσε. Ο Κονταράτος Θεόδωρος του Ελευθερίου, 63 ετών, αχθοφόρος. Ο Κονταράτος Μύρων του Νικολάου, 58 ετών, ναυτικός, ο Κονταράτος Παναγής του Νικολάου, 50 ετών, ναυτικός, ο Κονταράτος Νικόλαος του Θεόδωρου, 29 ετών, ναυτικός και ο Κονταράτος Παναγιώτης του Κωνσταντίνου 27 ετών.  

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο του 1883 του Κώστου, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι: Κονταράτος Ζαχαρίας του Σπύρου, 42 ετών, παπουτσής, Κονταράτος Ιάκωβος του Μάρκου, 68 ετών, εργάτης, Κονταράτος Ιωάννης του Σπύρου, 38 ετών, καλαποδάς, κάτοικος Αθήνας και ο Κονταράτος Νικήτας του Μηνά, 46 ετών, Χωροφύλαξ  κάτοικος Νάξου.

–1884. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1884 ο Κονταράτος Δημήτριος του Μάρκου και ο Κονταράτος Ιωάννης του Γεωργίου, ήταν πρόεδρος της κοινότητας το 1917-1919 και, με απόφαση της νομαρχίας Κυκλάδων, πρόεδρος 3μελούς διοικούσας επιτροπής Λευκών, το 1941.

–1884. Γεννιέται στις Λεύκες ο Γιάγκος Γ. Κονταράτος. Απεβίωσε το 1951. Σύζυγός του η Παρασκευή Αλιπράντη του Ανδρέα από την Μάρπησσα.

–1885. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1885 ο Κονταράτος Δημήτριος του Κωνσταντίνου.

–1887. Κονταράτος Κωνσταντίνος του Αναστασίου και ο Κονταράτος Γεώργιος του Μάρκου. Έτος γέννησης το 1887 στις Λεύκες. Εγγεγραμμένος στο Μητρώο των Αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1888. Δήμαρχος του Δήμου Υρίας ο Νικόλαος Ι. Κονταράτος το 1888-1890.

–1889. Γεννιέται στην Παροικιά η Ενένη Κονταράτου, κόρη του ιατρού Νικολάους Ι. Κονταράτου και της Αντωνίνας.

–1889. Γεννιέται στην Παροικιά ο Στέφανος Κονταράτος, γιος του ιατρού Νικολάους Ι. Κονταράτου και της Αντωνίνας. Καθηγητής Φυσικών Επιστημών. Συζυγός του η Φραγκίσκα Σιγάλα και τέκνα τους ο Ιωάννης και η Νίνα.

–1891. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1891 στις Λεύκες ο Κονταράτος Στέφανος του Νικολάου, ο Κονταράτος Μηνάς του Αναστασίου και ο Κονταράτος Κωνσταντίνος του Μάρκου.

–1891. Γεννιέται στις Λεύκες το 1891 η Χαρίκλεια Κονταράτου, κόρη του ιατρού Νικ. Κονταράτου και της  Αντωνίας Σκούφου. Απεβίωσε το 1959 στην Αθήνα, σύζυγός της ο Γ. Αλιπράντης (1880-1940) τελώνης. Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Νικόλαο και τον Βασίλειο.

–1893. Στις 8 Δεκεμβρίου 1893 ο παριανός Κονταράτος Στ. Σπύρος 50 ετών βυρσοδέψης κάτοικος Σύρου δηλώνει τον θάνατο τον θάνατο του αδερφού του Ιωάννη 45 ετών του Σταύρου και της Ειρήνης κάτοικο Ερμούπολης. Ασθένεια: Ενδοκαρδίτις.

–1893. Το 1893 γεννιέται η κάτοικος Αντιπάρου Κονταράτου Χρυσούλα του Γεωργίου, μετέπειτα σύζυγος Νικόλαος Πατέλης.

–1893. Το 1893 γεννιέται ο Κονταράτος Γεώργιος του Δημητρίου αλιεύς κάτοικος Παροικιάς.

–1893. Γεννιέται στις Λεύκες το 1893 ο Γεώργιος Κονταράτος, γιός του ιατρού Νικ. Κονταράτου και της  Αντωνίας Σκούφου. Απεβίωσε το 1954, ήταν δημοτικός υπάλληλος, σύζυγός του η Μαρίκα Γεροπούλου, διδασκάλισσα (1901-1935). Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Νικόλαο και τον Παναγιώτη.

–1893. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1893 στις Λεύκες ο Κονταράτος Γεώργιος του Μάρκου και ο Κονταράτος Γεώργιος του Μοσχονά.

–1894. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1894 στις Λεύκες ο Κονταράτος Γεώργιος του Δημητρίου και ο Κονταράτος Εμμανουήλ του Μνηγού.

–1895. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1895 στις Λεύκες ο Κονταράτος Εμμανουήλ τοτ Μάρκου, ο Κονταράτος Μιχαήλ του Νικολάου και ο Κονταράτος Στέφανος του Γεωργίου.

–1896. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1896 στις Λεύκες ο Κονταράτος Μαρής του Νικολάου, εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1952. Ο Κονταράτος Κωνστντίνος του Ιωάννη και ο Κονταράτος Γεώργιος του Ιωάννη.

–1897. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1897 στις Λεύκες ο Κονταράτος Ιωάννης του Μάρκου.

–1900. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1900 στις Λεύκες ο Κονταράτος Γεώργιος του Αλέξανδρου και ο Κονταράτος Ιωάννης του Δημητρίου.

–1901. Δήμαρχος του Δήμου Υρίας ο Γεώργιος Κονταράτος το 1901-1903.

–1902. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1902 στις Λεύκες ο Κονταράτος Νικόλαος του Δημητρίου μηχανικός Ε.Ν. κάτοικος κοιν. Λευκών.

–1903. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 25 ετών αρτοπώλης Σταύρος Ιω. Κονταράτος έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 30 Ιανουαρίου 1903.

1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Μάρκος Ιακώβου Κονταράτος, ετών 30, εργάτης, έγγαμος.

1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Αργυρώ Μάρκου Κονταράτου, ετών 28, οικιακά, έγγαμος.

1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Αννέζα Μάρκου Κονταράτου, ετών 6, άνευ, άγαμος.

1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Καλλίτσα Μάρκου Κονταράτου, ετών 4, άνευ, άγαμος.

1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Ιάκωβος Μάρκου Κονταράτος, ετών 1, άνευ, άγαμος.

1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Κυριακή Αντωνίου Κονταράτου, ετών 60, οικιακά, χήρα.

1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Αυγουστίνα Αντωνίου Κονταράτου, ετών 27, οικιακά, άγαμος.

1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Σταύρος Αντωνίου Κονταράτος, ετών 25, κάτοικος Αθηνών, σανδαλοποιός, άγαμος.

–1903. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1903 στις Λεύκες ο Κονταράτος Δημήτριος του Αλέξανδρου και ο Κονταράτος Θεόδωρος του Δημητρίου.

–1904. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1904 στις Λεύκες ο Κονταράτος Θεόδωρος του Δημητρίου.

–1905. Το 1905 γεννιέται ο Κονταράτος Σταματέλος του Μνηγού γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1906. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1906 στις Λεύκες ο Κονταράτος Ιωάννης του Μάρκου, ο Κονταράτος Σπυρίδων του Αλέξανδρου και ο Κονταράτος Κωνσταντίνος του Εμμανουήλ.

–1907. Ο Ιωάννης Ν. Κονταράτος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Υρία (Λεύκες). Χρημάτισε πολλές φορές ως Δήμαρχος Υρίας. Πέθανε το 1907.

–1907. Το 1907 γεννιέται ο Κονταράτος Αναστάσιος του Ιωάννη φαροφύλαξ κάτοικος Παροικιάς.

–1907. Το 1907 γεννιέται ο Κονταράτος Μηνάς του Κωνσταντίνου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1907. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1907 στις Λεύκες ο Κονταράτος Μιχαήλ του Γεωργίου.

–1908. O Νικόλαος Ιω. Κονταράτος από τις Λεύκες σπούδασε ιατρική στο Εθνικό Πανεπιστήμιο και εξάσκησε το επάγγελμά του στις Λεύκες. Υπήρξε Δήμαρχος Υρίας. Πέθανε το 1908 στις Λεύκες.

–1909. Το 1909 γεννιέται ο Κονταράτος Ιάκωβος του Νικολάου, εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1952.

–1910. 1910; Γεώργιος Ν. Κονταράτος, ιερέας στην Αντίπαρο.

–1910. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1910 στις Λεύκες ο Κονταράτος Αντώνιος του Γεωργίου και ο Κονταράτος Κωνσταντίνος του Εμμανουήλ.

–1911. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1911 στις Λεύκες ο Κονταράτος Μνηγός του Γεωργίου, ο Κονταράτος Αλέξανδρος του Μηνά, ο Κονταράτος Κωνσταντίνος του Ιωάννη και ο Κονταράτος Μιχαήλ του Ιωάννη.

–1911. Το 1911 γεννιέται ο Κονταράτος Δημήτριος του Ανδρέα ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.

–1911. Το 1911 γεννιέται ο Κονταράτος Εμμανουήλ του Νικολάου, εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1952.

–1911. Το 1911 γεννιέται ο Κονταράτος Κωνσταντίνος του Νικολάου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας.

–1911. Δημήτριος Ν. Κονταράτος, οικονόμος στη Νάουσα το 1911.

–1911. 1911 Δημήτριος Μαρ. Κονταράτος από την Υρία, υπηρέτησε ως προϊστάμενος του ταχυδρομικού και τηλεγραφικού γραφείου Ίου.

–1912. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1912 στις Λεύκες ο Κονταράτος Αθανάσιος του Ιωάννη.

–1913. Το 1913 γεννιέται ο Κονταράτος Γεώργιος του Ανδρέα ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.

–1915. Το 1915 γεννιέται ο Κονταράτος Ιωάννης του Νικολάου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας.

–1915. Το 1915 γεννιέται ο Κονταράτος Χρήστος του Κωνσταντίνου, μετέπειτα γεωργός.

–1916. Το 1916 γεννιέται ο Κονταράτος Μηνάς του Γεωργίου γεωργός κάτοικος κοιν. Κώστου.

–1917. Πρόεδρος της Κοινότητας Λευκών ο Ιωάννης Γ. Κονταράτος το 1917-1919.

–1917. Το 1917 γεννιέται ο Κονταράτος Ιωάννης του Γεωργίου εργατικός κάτοικος Παροικιάς.

–1921. Σε εικόνα της Αγίας Τριάς στην Αγία Τριάδα Λευκών, υπάρχει η επιγραφή: «Αφιέρωμα Ιωάν. Γ. Κονταράου, Πέτρου Γ. Ραγκούση, Αντών. Ν. Ραγκούση και λοιπών… 1921».

–1923. Μέλος του Εξωραϊστικού Φιλοδασικού Συλλόγου Λευκών, εν Λεύκαις τη 17 Απριλίου 1923 ο Κωνσταντίνος, ο Στέφανος και ο Ιωάννης Κονταράτος.

–1923. Το 1923 γεννιέται ο Κονταράτος Ανδρέας του Γεωργίου αλιεύς κάτοικος Παροικιάς.

–1924. Το 1924 γεννιέται ο Κονταράτος Δημήτριος του Γεωργίου αλιεύς κάτοικος Παροικιάς.

–1925. Το 1925 γεννιέται ο Κονταράτος Δημήτριος του Γεωργίου, μετέπειτα εργάτης, κάτοικος Αγγερίας.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Κονταράτος Παναγιώτης του Γεωργίου κάτοικος κοιν. Λευκών. Μεταγράφεται σε άλλη κοινότητα το 1949.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Κονταράτος Γεώργιος του Ιωάννη κάτοικος κοιν. Κώστου.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Κονταράτος Ιωάννης του Στέφανου κάτοικος Παροικιάς.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Κονταράτος Δημήτριος του Βασιλείου αλιεύς κάτοικος Παροικιάς.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Κονταράτος Δημήτριος του Γεωργίου αλιεύς κάτοικος Παροικιάς.

–1929. Το 1929 γεννιέται ο Κονταράτος Νικόλαος του Μαρή, εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1953, γεωργός.

–1931. Σε εικόνα του Αγίου Γεωργίου στην Αγία Τριάδα Λευκών, στην αργυρή επένδυση υπάρχει η επιγραφή: «Δωρεά Β. Καριώτη, Δ. Καριώτη, Ιωάννη Γ. Κονταράτου, Ελ. Κωτ(η), Ν. Κοτ(η), Πέτρ. Μαρίν. Ρούσσου, Γ.Κ. Μπιτζιλέου, 1931».

–1940 Σε εικόνα της Παναγίας στο ναό της Αγίας Βαρβάρας στις Λεύκες, η αφιεροματική επιγραφή αναφέρει: «Δαπάνη Ιωάννου Κονταράτου και διαφόρων δωριτών Εκ της Ι. Μονής Λογγοβάρδας 1940».

–1945. Στην εφημερίδα Φωνή της Πάρου συνήθιζαν οι παριανοί της Αθήνας και του Πειραιά, να βάζουν διαφήμιση για να προσελκύσουν τους συμπατριώτες τους, ένας από αυτούς το 1945 ήταν η Ελαιοχροματηστής Ιάκωβος Κονταράτος, Φυλής 249, Τηλ. 83059. 

–1950. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 19 Αυγούστου 1950, υπάρχει εγγεγραμμένη η Μαρίνα και η Μαριγώ Κονατράτου, όνομα πατρός Ιωάννης Κονταράτος.

–1951. Το 1887 γεννιέται η Ελένη Ραγκούση του Μιχαήλ, στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1951 φέρεται παντρεμένη με τον Κονταράτο Γεώργιο.

–1953. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1953, υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεωργός Κονταράτος Χρήστος του Κωνσταντίνου.

–1959. 5 Απριλίου 1959 ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΑΙ ΕΚΛΟΓΑΙ ΣΤΙΣ ΛΕΥΚΕΣ. - Εις τον μόνον κατελθόντα Συνδυασμόν εξελέγησαν κατά σειρά επιτυχίας οι εξής:

Προμηθεύς Γκίκας με 214 ψήφους, Ανδρέας Ι. Κονταράτος με 209, Χρ. Στέλλας 90, Χρ. Παντελαίος 76, Εμμαν. Παντελαίος 60, Εμμ. Ραγκούσης 47 και η κ. Αννέζα Αρκουλή 35, οι οποίοι θα αποτελέσουν και το Κοινοτ. Συμβούλιον. Αναπληρωματικοί: Νικ. Θεολ. Αλιπράντης 32, Δημ. Ραγκούσης 30, Νικ. Καντιώτης 28, Ιωάν. Π. Καστανιάς 27 και Φραγκ. Ραγκούσης 26.

–1961. Το 1961 απεβίωσε καθηγητής Στέφανος Κονταράτος, γιός του ιατρού Νικ. Κονταράτου και της  Αντωνίας Σκούφου. Σύζυγός του η Φραγκίσκα Σιγάλα. Απέκτησαν τον Ιωάννη Κονταράτο και την Αντωνίνα Δ. Ροζακέα.

–1964. Κοινοτικαί Εκλογαί 5 Ιουλίου 1964. Εις ΛΕΥΚΕΣ: Εις Συνδ. υπό τον κ. Ανδρέαν Κονταράτον. Πρόεδρος Ανδρ. Κονταράτος, Αντιπρ. Ιωάννης Καπαρός και σύμβουλοι Γεώργ. Κοντός, Εμμ. Γ. Ρούσσος και Κωνστ. Τριαντάφυλλος.

–1974. Το 1974 απεβίωσε η Ελένη Κονταράτου, κόρη του ιατρού Νικ. Κονταράτου και της  Αντωνίας Σκούφου. Ήταν σύζυγός του καθηγητή Ψαράκη Αντώνη. Απέκτησε ένα παιδί, τον Ανδρέα. Μετά τον θάνατο του συζύγου της έγινε μοναχή στα Θαψανά με το όνομα Θεολογία.

Παράκληση: Οι οικογένειες Κονταρατων ανά την υφήλιο, παρακαλούμε να επικοινωνήσουν στα παρακάτω e mail ngcontos@gmail.com  sncontos@gmail.com Από Nick and Stella Contos.

 

Κονταρή: Βλέπε Κονταρίνη.

 

Κονταρίνης ή Κοδαρίνης ή ΚονταρήΚονταρίνης, Κοδαρίνης ή Κονταρή

Από την ενετική οικογένεια Contarini στην Πάρο

Το επώνυμο Κονταρίνης, που απαντά στην Πάρο και με τους τύπους Κοδαρίνης και Κονταρή, συνδέεται με την παλαιά ενετική οικογένεια Contarini, μία από τις σημαντικότερες αρχοντικές οικογένειες της Βενετίας. Οι Contarini ανέδειξαν μέλη σε ανώτατα αξιώματα της Βενετικής Δημοκρατίας, μεταξύ των οποίων οκτώ δόγες, αλλά και πολλούς εκκλησιαστικούς και πολιτικούς αξιωματούχους.

Η οικογένεια είχε ισχυρή παρουσία και στην Κρήτη, όπου οι Κονταρίνι συγκαταλέγονται στις κρητοβενετικές οικογένειες. Οι ιστορικές μαρτυρίες τους στην Κρήτη είναι πολυάριθμες, από τον 13ο έως και τον 17ο αιώνα. Από την Κρήτη κλάδοι της οικογένειας μετακινήθηκαν σε διάφορα νησιά των Κυκλάδων, με πρώιμες μαρτυρίες στη Σίκινο και τη Φολέγανδρο, ενώ ένας κλάδος εγκαταστάθηκε στην Πάρο.

Σύμφωνα με τον καθηγητή-ερευνητή Νικόλαο Αλιπράντη και την ερευνήτρια Χρυσάνθη Τσικριτσή, το παριανό επώνυμο Κονταρή αποτελεί παραφθορά του Κονταρίνη. Η οικογένεια συνέχισε στη Νάουσα και μέσω θηλυγονίας, ενώ παριανοί κλάδοι της οικογένειας μαρτυρούνται αργότερα και στην Αθήνα και το Κάιρο.

Η παρουσία των Κονταρίνη στην Πάρο είναι ήδη τεκμηριωμένη κατά τον 18ο αιώνα. Το 1736, στη Γενική Συνέλευση του Κοινού της Παροικιάς, αποφασίστηκε να προσκληθεί για επαναπατρισμό ο συμπατριώτης τους Ζέπος Αγγελέτου Κονταρή. Ένα χρόνο αργότερα, το 1737, συναντούμε τον Τζώρτζη Κονταρίνη, αγιογράφο, του οποίου η υπογραφή «χειρ Τζόρτζη Κονταρίνη 1737» σώζεται σε εικόνα του Χριστού Παντοκράτορα στον ναό του Αγίου Δημητρίου Τσιπίδου, της σημερινής Μάρπησσας.

Το 1748 καταγράφεται στην Παροικιά η μοναχή Αρμελίνα Κονταρή, η οποία συνέταξε τη διαθήκη της στις 16 Ιανουαρίου του ίδιου έτους και άφησε, μεταξύ άλλων, εντολή να δοθεί μετά τον θάνατό της μία πρόθεση στην Παναγία Εκατονταπυλιανή.

Ιδιαίτερα έντονη γίνεται η παρουσία της οικογένειας στις αρχές του 19ου αιώνα. Ο ιατρός Παναγιώτης Κονταρίνης αναφέρεται επανειλημμένα σε έγγραφα της Παροικιάς από το 1815 έως το 1832. Το 1815 χαρακτηρίζεται «ο ευγενέστατος άρχων και προεστός Παναγιώτης Κονταρίνης», ενώ το 1822 υπογράφει έγγραφο των Παριανών προς τους Υδραίους. Το 1824 αναφέρεται ως «ιατρός Κοδαρίνης», ενώ το 1825, 1826 και 1827 εμφανίζεται και πάλι ως Δετόρ Παναγιώτης Κονταρίνης. Το 1829 υπογράφει ως Δημογέροντας Παναγιώτης Κονταρίνης, γεγονός που φανερώνει την εξέχουσα θέση του στην παριανή κοινωνία.

Η παρουσία της οικογένειας συνεχίζεται και μετά την Επανάσταση. Το 1831, σε επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο του Αιγαίου Πελάγους σχετικά με τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί από την εγκατάσταση Κρητών νεοαποίκων, υπογράφει ο Παναγιώτης Κονταρίνης. Το 1833 και το 1837 καταγράφεται ο Κωνσταντίνος Κονταρίνης ως μαθητής της Ελληνοδιδακτικής Σχολής της Παροικιάς.

Η οικογένεια είχε πλέον εξαπλωθεί και στη Νάουσα. Το 1884 αναφέρεται ο ιερέας της Νάουσας Κωνσταντίνος Κονταρίνης, μαζί με την πρεσβυτέρα του Κατίγκω. Στις αρχές του 20ού αιώνα η οικογένεια αποκτά ιδιαίτερη παρουσία και στα δημοτικά πράγματα. Το 1903 ο Γεώργιος Κονταρίνης αναφέρεται ως δήμαρχος Νάουσας, ενώ το 1907 εκλέγεται δήμαρχος Νάουσας ο Σπυρίδων Κονταρίνης. Το 1911 ο Σπύρος Κονταρίνης αναφέρεται και πάλι ως ιατρός και δήμαρχος Νάουσας.

Η κοινωνική παρουσία της οικογένειας συνεχίστηκε και εκτός Πάρου. Το 1920, μεταξύ των ιδρυτών του «Εν Πειραιεί Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου», που προκύπτουν από το βιβλίο πρακτικών του Συνδέσμου, αναφέρεται ο Π. Κονταρίνης, δείχνοντας τη διατήρηση των δεσμών των Ναουσαίων της διασποράς με τον τόπο καταγωγής τους.

Η ιστορία των Κονταρίνη, Κοδαρίνη και Κονταρή είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική για την Πάρο. Ένα επώνυμο με ρίζες σε μία από τις μεγάλες ενετικές οικογένειες, με ισχυρή παρουσία στην Κρήτη, μεταφέρεται στις Κυκλάδες και εγκαθίσταται στην Πάρο, όπου οι φορείς του δεν περιορίζονται σε μία μόνο κοινωνική δραστηριότητα. Αγιογράφοι, μοναχοί, ιερείς, γιατροί, πρόκριτοι και δήμαρχοι φανερώνουν μια οικογένεια που επί δύο και πλέον αιώνες συμμετείχε ενεργά στη θρησκευτική, κοινωνική, πνευματική και πολιτική ζωή του νησιού.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η συνέχεια του επωνύμου στη Νάουσα, όπου διατηρήθηκε μέχρι τους νεότερους χρόνους και συνδέθηκε με σημαντικές οικογένειες του χωριού. Η διαδρομή των Κονταρίνη αποτελεί έτσι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της σύνθετης ιστορίας της Πάρου, όπου κρητικές, ενετικές και παριανές οικογενειακές γραμμές συναντήθηκαν και ενσωματώθηκαν στην τοπική κοινωνία.

–1736. Πρόσκληση επαναπατρισμού κατοίκων Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση του κοινού Παροικιάς, της 24 Φεβρουαρίου 1736, αποφασίζεται να καλέσουν τον συμπατριώτη τους Ζέπο Αγγελέτου Κονταρή.

–1737. Αγιογράφος Τζώρτζης Κονταρίνης. Επιγραφή στο ναό του Αγίου Δημητρίου Τζιπίδου «χειρ Τζόρτζη Κονταρίνη 1737» στην εικόνα του Χριστού Παντοκράτωα.

–1748. Η μοναχή Αρμελίνα Κονταρή γράφει τη διαθήκη της στην Παροικιά, 16 Ιανουαρίου 1748 «μετά την αποβίωσίν της να δίδεται μιαν πρόθεσιν της Κυρίας Εκατονταπυλιανής…»

–1815. Έγγραφα Παροικιάς στις 7 Οκτωβρίου 1815 αναφέρει τον ιατρό Παναγιώτη Κονταρίνη, «ο ευγενέστατος άρχων και προεστός Παναγιώτης Κονταρίνης…»

–1822. Σε έγγραφο των Παριανών στους Υδραίους στις 13 Απριλίου 1822 αναφέρεται ο Παναγιώτης Κονταρίνης από την Παροικιά.

–1824. Σε έγγραφο Παροικιάς 21 Σεπτεμβρίου 1824 αναφέρεται ο «ιατρός Κοδαρίνης»

–1825. Σε αποδεικτικό έγγραφο στις 30 Δεκεμβρίου 1825 αναφέρεται ο Δετόρ Παναγιώρης Κονταρίνης.

–1826. Έγγραφα από νοταριακούς κώδικες αναφέρουν τον ιατρό Παναγιώτη Κονταρίνη κατά το έτος 1826.

–1827. Σε έγγραφο της 15 Απριλίου 1827 της Παροικιάς Πάρου μαρτυρείται ο Δετορ (ιατρός) Κονταρίνης.

–1829. Σε πληρεξούσιο στις 31 Μαρτίου του 1829 αναφέρεται ο Δημογέροντας Παναγιώτης Κονταρίνης.

–1830. Πωλητήριον. Παουσιασθείς εις το Δημόσιον τούτο Γραφείον ο κάτωθεν υποφαινόμενος κύριος Κοσμάς Λιβαθινόπουλος ιδία αυτού βουλή και γνώμη και αυτοπροαιρέτως εσυμφώνησαν μετά του ευγενεστάτου κυρίου Ελευθέριου Χαμάρτου και του πωλεί το υποστατικόν το οποίον έχει αγοράν από τον κύριον Αλέξανδρον Καμπάνην με όλα του τα δικαιώματα καθώς εστί και ευρίσκεται σήμερον κείμενον εις τοποθεσίαν Σαρακήνικον, πλησίον ο ίδιος αγοραστής κύριος Ελευθέριος Χαμάρτος (με) συναινέσει και της συζύγου του, διά φοίνικας τριακοσίους είκοσι αριθ. 320: ως εσυμφωνησαν εν τω αναμεταξύ τους και από την σήμερον και εις τον εξής είναι και λέγεται του κυρίου Ελευθέριου Χαμάρτου να το κάμη ως θέλει και βούλεται, ως καλώς πωλημένον και καλώς αγορασμένον ως έλαβεν την τιμήν ο κύριος Κοσμάς άχρι και του οβολού υπόσχεται δε και εις τον αγοράσαντα όλα τα έγγραφα και δεν ζητεί καμμίαν … …. από τον Χαμάρτον διά την υπόθεσιν του αυτού πράγματος η οποία ήτον εις κρισολογίαν και θέλει μένει ο αγοραστής ήσυχος. Και εις ένδειξιν εγένετο το παρόν συμφωνητικόν πωλητήριον γράμμα υπογεγραμμένον παρά των αξιοπίστων μαρτύρων. Και εδόθη εις χείρας του διαληφθέντος αγοραστού κυρίου Χαμάρτου του οποίου αντίγραφον καταχωρείται εις το Δημόσιον Γραφείον υπ’ αρ. (103) εις ασφάλειαν. Τη 2 Ιουνίου 1830. Παροικια της Πάρου.

Δετόρες Π. Κονταρίνης ζητηθείς παρά του κυρίου Κοσμά γράφω εις το όνομα του όστις στέργει το παρόν και ούτος καγώ μαρτυρώ. Γεώργιος Μπογιατζόγλους παρακληθείς παρά της κυρίας Λοξής, σύζυγος Κοσμά Λιβαθινόπουλου, ότι στέργει το παρόν καιούτως καγώ μαρτυρώ. Δημήτριος Δελαγραμμάτης μαρτυρώ. Ζώρζης Μάτσας Μαυρογένης μάρτυς.

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των Κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Παναγιώτης Κονταρίνης.

–1832. Έγγραφα από νοταριακούς κώδικες αναφέρουν τον ιατρό Παναγιώτη Κονταρίνη κατά το έτος 1832.

–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο Κωνσταντίνος Κονταρίνης.

–1837. Σε έγγραφο του 1837 του σχολείου Πάρου, υπάρχει εγγεγραμμένος ο μαθητής Κωνσταντίνος Κονταρίνης.

–1884. Σε εκχωρητήριο που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Παροικιάς Αντώνης Μαυρομάτης στην Παροικιά, 24 Ιανουαρίου 1884, παρουσία ο ιερέας της Νάουσας Κωνσταντίνος Κονταρίνης, πρεσβυτέρα του η Κατίγκω.

–1903. Δήμαρχοι της Πάρου ήταν, από τον Αύγουστο 1903 οι Νικ. Αλιπράντης των Λευκών (Υρίας), Σ. Περράκης της Μαρπήσσης και Γ. Κονταρίνης της Νάουσας.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Άννα Ιωάννου Κονταρίνη, ετών 70, οικιακά, χήρα.

–1907. Η εφημερίδα «Αιγαίον» στο φ. 260, 14 Ιουλίου 1907 ανακοινώνει: «Όπως πάντοτε εν πλήρει ησυχία και τάξει διεξήχθησαν την προπαρελθούσαν Κυριακήν αι δημοτικαί εκλογαί, εκλεχθέντων δημάρχων του μεν δήμου Πάρου του κ. Πέτρου Μπάου, επί οκταετίαν ήδη τοιούτου, Υρίας του κ. Φραγκ. Χανιώτου, Ναούσης του κ. Σπυρίδωνος Κονταρίνη και Μαρπίσσης κ. Σταματίου Μαλαματένιου. Δημοτικοί Σύμβουλοι εκ του Δήμου Πάρου εξελέγησαν κατά σειράν επιτυχίας οι κάτωθι: 1)Ηρακλής Φωκιανός 2) Ιωάν. Νικηφόρος 3) Γεώργιος Πελοποννήσιος 4) Ιωάν. Βιάζης 5) Δημ. Μαύρος 6) Νικόλαος Φραγκούλης 7) Αθανάσιος Μαρινόπουλος 8) Γ. Γράβαρης 9) Δημ. Καλλίερος 10) Χρ. Πανταζόπουλος 11) Αθαν. Μαύρος».

–1911. Ο ιατρός Σπύρος Κονταρίνης, Δήμαρχος Νάουσας το 1911.

–1920 από τους ιδρυτές, όπως προκύπτουν από το βιβλίο πρακτικών του Συνδέσμου «Εν Πειραίει Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου» είναι ο Κονταρίνης Π.

 

Κοντέλης: Το επώνυμο Κοντέλης παρουσιάζει ενδιαφέρον ως προς την προέλευσή του, καθώς η κατάληξη -έλης / -elli μπορεί να παραπέμπει σε ιταλική και ειδικότερα γενοβέζικη ονοματολογική επίδραση. Η πιθανότητα αυτή, ωστόσο, δεν μπορεί να θεωρηθεί αποδεδειγμένη χωρίς επιπλέον ιστορικά στοιχεία.

Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο μαρτυρείται ήδη από τον 18ο αιώνα. Συγκεκριμένα, σε πρακτικό πωλήσεως των φόρων του Κοινού της Παροικιάς, κατά τη Γενική Συνέλευση της 1ης Μαρτίου 1748, αναφέρεται ο Κοντέλης.

Η μοναδική μέχρι σήμερα γνωστή αυτή μαρτυρία καταγράφει το επώνυμο στην Παροικιά των μέσων του 18ου αιώνα και αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο για τη διερεύνηση πιθανών δυτικών επιρροών στην παριανή ονοματολογία.

–1748. Πρακτικό πωλήσεως των φόρων του κοινού της Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, τη 1 Μαρτίου 1748, μαρτυρείται ο Κοντέλης …

 

Κοντέσης: Το επώνυμο Κοντέσης μαρτυρείται στη Νάουσα ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα, μέσα από οικογενειακά και προικοσυμφωνητικά έγγραφα.

Στις 20 Ιανουαρίου 1722, στο Καστελλιώ της Νάουσας, συντάσσεται προικοσύμφωνο μεταξύ του Πατίστα Κοντέση και της Μετρίζας Ρενιέρη, κόρης του παπα-κυρ Γεώργη Ρενιέρη και της πρεσβυτέρας του Μαρίας. Στο συμφωνητικό αναφέρεται ότι οι γονείς της Μετρίζας έδιναν στην κόρη τους, μεταξύ άλλων, την εικόνα των Χριστουγέννων, ενώ ο Πατίστας Κοντέσης δεν έδινε εικόνα.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 23 Οκτωβρίου 1726, ο ίδιος Πατίστας Κοντέσης εμφανίζεται και πάλι ως γαμπρός, αυτή τη φορά ως σύζυγος της Καλής, κόρης του Ιωάννη Ροδαίου και της Σταματίκης. Η δεύτερη αυτή αναφορά δείχνει ότι η προηγούμενη συμφωνία με τη Μετρίζα Ρενιέρη δεν φαίνεται τελικά να πραγματοποιήθηκε, χωρίς να γνωρίζουμε τον λόγο της διάλυσής της.

Οι δύο αυτές μαρτυρίες αποτελούν μέχρι σήμερα σημαντικά τεκμήρια για την παρουσία του επωνύμου Κοντέσης στη Νάουσα και φωτίζουν παράλληλα τις οικογενειακές και γαμήλιες σχέσεις της παριανής κοινωνίας στις αρχές του 18ου αιώνα.

1722. «Προικοσύμφωνο Πατίστα Κοντέση και Μετρίζας Ρενιέρη»

Καστελλιώ Νάουσας 20 Ιανουαρίου 1722

Ο παπά κύρ Γεώργης Ρενιέρης και η πρεσβυτέρα του Μαρία δώνουν την εικόνα των Χριστουγέννων στην κόρη τους Μετρίζα. Ο Πατίστας Κοντέσης δεν δίδει εικόνα.

–1726. Ιωάννης Ροδαίος, η γυναίκα του Σταματίκη και η κόρη τους Καλή, σύζυγος του Πατέστα Κοντέση (23 Οκτωβρίου 1726).

 

–Κόντες: Το επώνυμο Κόντες έχει δυτική προέλευση, από το ιταλικό Conte, που σημαίνει «κόμης». Πρόκειται πιθανότατα για παρωνυμικό επώνυμο, που αρχικά μπορούσε να αποτελεί προσωνύμιο ή επαγγελματικό προσδιορισμό, και συνδέεται με οικογένεια καθολικού δόγματος. Στην Πάρο μαρτυρείται ως το επώνυμο μιας μονοκλαδικής οικογένειας, η οποία διατηρεί την παρουσία της στην Παροικιά μέχρι σήμερα.

Η οικογένεια Κόντες εμφανίζεται με σαφήνεια στις πηγές από τα τέλη του 19ου αιώνα. Το 1880 γεννιέται ο Κωνσταντίνος Κόντες του Νικολάου, ξυλουργός και κάτοικος Παροικιάς. Ακολουθεί το 1908 ο Νικόλαος Κόντες του Κωνσταντίνου, επίσης ξυλουργός, ενώ το 1914 καταγράφεται ο Ιάκωβος Κόντες του Μιχαήλ, υποδηματοποιός και κάτοικος Παροικιάς. Την ίδια οικογένεια συναντούμε και στη ναυτική ζωή του νησιού, με τον Εμμανουήλ Κόντες του Μιχαήλ, ναυτικό, που γεννήθηκε το 1921, και τον Ευάγγελο Κόντες του Μιχαήλ, επίσης ναυτικό, που γεννήθηκε το 1925.

Οι Κόντες συνεχίζουν να καταγράφονται στους εκλογικούς καταλόγους της Παροικιάς. Το 1946 αναφέρονται ο Κωνσταντίνος Κόντες του Νικολάου, ο Ευάγγελος Κόντες και ο Νικόλαος Κόντες του Κωνσταντίνου, όλοι κάτοικοι Παροικιάς. Στους καταλόγους του 1950 και 1953 εμφανίζονται επίσης γυναίκες της οικογένειας, όπως η Στυλιανή Κόντε, η Ελένη Κόντε, η Βασιλική Κόντε και η Κυριακή Κόντε, αποτυπώνοντας τη συνέχεια της οικογένειας στην κοινωνία της Παροικιάς.

Η παρουσία των Κόντες δεν περιορίστηκε στην επαγγελματική και οικογενειακή ζωή. Το 1964, στις κοινοτικές εκλογές της Παροικιάς, εξελέγη κοινοτικός σύμβουλος ο Ιάκωβος Κόντες, συμμετέχοντας στο συμβούλιο της Κοινότητας Πάρου. Έντεκα χρόνια αργότερα, στις κοινοτικές εκλογές του 1975, μεταξύ των εκλεγμένων συμβούλων της Κοινότητας Πάρου αναφέρεται ο Ε. Κόντες, ενώ το 1976 εκλέγεται στην Κοινότητα Πάρου, με τον συνδυασμό «Νέα Πνοή», ο Ευάγγελος Π. Κόντες.

Οι μαρτυρίες αυτές παρουσιάζουν μια οικογένεια με μακρά και αδιάλειπτη παρουσία στην Παροικιά, που κατά τον 20ό αιώνα συνδέθηκε με την ξυλουργική, την υποδηματοποιία, τη ναυτική ζωή αλλά και τα κοινά του τόπου. Το επώνυμο Κόντες, με τη δυτική του προέλευση, αποτελεί έτσι μία ακόμη μαρτυρία της πολυπολιτισμικής ιστορίας της Πάρου και της παρουσίας δυτικών οικογενειών στο νησί.

–1880. Το 1880 γεννιέται ο Κόντες Κωνσταντίνος του Νικολάου ξυλουργός κάτοικος Παροικιάς.

–1908. Το 1908 γεννιέται ο Κόντες Νικόλαος του Κωνσταντίνου ξυλουργός κάτοικος Παροικιάς.

–1914. Το 1914 γεννιέται ο Κόντες Ιάκωβος του Μιχαήλ υποδηματοποιός κάτοικος Παροικιάς.

1921. Κόντε Στυλιανή, όνομα συζύγου: Ιάκωβος, Κύριο όνομα και επώνυμο πατρός: Ν. Ραγκούσης. Έτος γέννησης: 1921. Επάγγελμα: οικοκυρά.

–1921. Το 1921 γεννιέται ο Κόντες Εμμανουήλ του Μιχαήλ ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.

–1925. Το 1925 γεννιέται ο Κόντες Ευάγγελος του Μιχαήλ ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.

–1946. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1946 υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι ξυλουργοί,  Κόντες Κωνσταντίνος του Νικολάου, Κόντες Ευάγγελος και Κόντες Νικόλαος του Κωνσταντίνου κάτοικοι Παροικιάς.

–1950. Στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Παροικιάς στις 17 Μαΐου 1950 είναι εγγεγραμμένη η Κόντε Στυλιανή (γεν. 1921), όνομα συζύγου Ιάκωβος, όνομα πατρός Ν. Ραγκούσης.

–1953. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Κόντε Ελένη το γένος Δ. Κισκάκης, όνομα συζύγου Κωνσταντίνος, κάτοικος Παροικιάς.

–1953. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Κόντε Βασιλική το γένος Κ. Κόντες, κάτοικος Παροικιάς.

–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Κόντε Κυριακή όνομα συζύγου Μιχαήλ, όνομα πατρός Δημήτριος Καπούτσος.

–1964. Κοινοτικαί Εκλογαί 5 Ιουλίου 1964. Εις Παροικίαν κατήλθεν εις και μόνον Συνδυασμός εις τας εκλογάς με επί κεφαλής τον Πρόεδρον Κον Ανδρέαν Μαρινόπουλον.

Εψήφισαν 1356 και έλαβον:

Ανδρέας Μαρινόπουλος 1330, Γεώργιος Μπιζάς 1352, Ιάκ. Κόντες 1343, Ιωάννης Φραγκούλης 1254, Βασίλειος Αργυρόπουλος 1166, Αντώνιος Μονδάνος 1245, Βενιζέλος Ραγκούσης 1357, Γεώργιος Ναυπλιώτης 1018, Βασίλειος Μεσολογγίτης 949, Σάββας Καλακώνας 63, Αντώνιος Μαύρης 61, Αγαπητός Κατρής 30, Εμμ. Τσαντάνης 57, Κωνσταντίνος Σιλβέστρος 53 και Μιχαήλ Μαύρης 53.

Ο Ανδρέας Μαρινόπουλος Πρόεδρος και σύμβουλοι οι κ.κ. Γ. Ναυπλιώτης, Γ. Μπιζάς, Ιακ. Κόντες, Ιωάν. Φραγκούλης, Βας. Αργυρόπουλος, Αντών. Μονδάνος και Βενιζέλος Ραγκούσης.

–1975. Κοινοτικαί Εκλογαί 30 Μαρτίου 1975. Τα αποτελέσματα των εκλογών

Οι νέοι Πρόεδροι και Σύμβουλοι των Κοινοτήτων της Πάρου και Αντιπάρου

Σε δημόσια συνεδρίαση το Ειρηνοδικείο Πάρου ανακήρυξε τους προέδρους και τους τακτικούς συμβούλους των Κοινοτήτων Πάρου και Αντιπάρου.

ΚΟΙΝΟΤΗΣ ΠΑΡΟΥ

Θ. Μπιζάς (πρόεδρος), Ε. Κόντες, Β. Σκαραμαγκάς, Α. Καλακώνας, Δ. Σιφναίος, Ι. Σαρρής (συνδυασμού «Νέα Πάρος») και Α. Μαρινόπουλος, Πολυξένη Κεμπάμπη, Ι. Αλιπράντης (του συνδυασμού «Πρόοδος») σύμβουλοι.

–1976. Εκλέγεται με τον συνδυασμό «Νέα Πνοή» στην Κοινότητα Πάρου ο Ευάγγελος Π. Κόντες.


–Κοντιζάς:  Το επώνυμο Κοντιζάς συνδέεται με παλαιά λατινική οικογένεια, η οποία εμφανίζεται στις Κυκλάδες ήδη από τον 16ο αιώνα. Πρώτος σταθμός της οικογένειας φαίνεται να υπήρξε η Νάουσα της Πάρου, από όπου ένας κλάδος μετοίκησε αργότερα στην Άνω Μερά της Μυκόνου. Η σημερινή οικογένεια Κοντιζά της Σύρου προέρχεται, σύμφωνα με την παράδοση, από τον μυκονιάτικο αυτό κλάδο.

Για την προέλευση του επωνύμου έχει διατυπωθεί η άποψη ότι πρόκειται για σύνθετο όνομα, που προήλθε από το «Κόντε Ζαν», το οποίο με την πάροδο του χρόνου μετασχηματίστηκε στον τύπο Κοντιζάς.

Η παρουσία των Κοντιζά στη Νάουσα τεκμηριώνεται και στις αρχές του 18ου αιώνα. Σε προικοσύμφωνο της 7ης Φεβρουαρίου 1723, μεταξύ του Τζάνε Κοντιζά και της Κυριακής Πενιζέλου, αναφέρονται τα σπίτια του Κοντιζά στη θέση Χαντάκου, απάνωθεν της Πόρτας. Στο ίδιο συμφωνητικό καταγράφονται και οι εικόνες που δίνονταν ως μέρος της προίκας: ο μαστρο-Νικολάκης Πενιζέλος έδινε στην κόρη του Κυριακή την εικόνα του Ευαγγελισμού, ενώ ο Τζάνες Κοντιζάς έδινε την εικόνα της Παναγίας της Υπαπαντής.

Η μαρτυρία αυτή αποτελεί σημαντικό τεκμήριο για την παρουσία της οικογένειας Κοντιζά στη Νάουσα και φωτίζει παράλληλα την κοινωνική και οικογενειακή ζωή της παριανής κοινότητας στις αρχές του 18ου αιώνα.

–1723. Προικοσύμφωνο του Τζάνε Κοντιζά και Κυριακής Πενιζέλου (Νάουσα 7 Φεβρ. 1723) «τα σπίτια οπού έχει εν τη θέσει του Χαντάκου, απάνωθεν της Πόρτας». «ο μαστρο Νικολάκης Πενιζέλος δίδει στην κόρη του Κυριακή την εικόνα του Ευαγγελισμού να την εορτάζουν  δια ψυχική ντος σωτηρίαν», «ο Τζάνες Κοντιζάς δίδει την εικόνα της Παναγίας της Υπαπαντής».

 

Κοντογίαννης ή Κοντοϊωάννης: Το επώνυμο Κοντογίαννης ή Κοντοϊωάννης καταγράφεται στην Πάρο με Κρητική καταγωγή. Η παρουσία του συνδέεται ιδιαίτερα με τον Νικόλαο Κοντογιάννη, αγιογράφο από την Κρήτη, ο οποίος δραστηριοποιήθηκε στην Πάρο κατά τον 17ο αιώνα.

Πολλές εικόνες του σώζονται στην Εκατονταπυλιανή της Παροικιάς, αποτελώντας σημαντική μαρτυρία της καλλιτεχνικής παρουσίας Κρητών στην Πάρο και των σχέσεων του νησιού με την κρητική παράδοση της αγιογραφίας.

Η αναφορά στον Νικόλαο Κοντογιάννη αποτελεί μέχρι σήμερα μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μαρτυρία για την παρουσία του επωνύμου και Κρητών καλλιτεχνών στην Πάρο κατά τον 17ο αιώνα.

–17ος Αγιογράφος Κοντογιάννης Νικόλαος από την Κρήτη. Πολλές Εικόνες του υπάρχουν στην Εκατονταπυλιανή.


–Κοντολέον: Το επώνυμο Κοντολέον αποτελεί ονοματολογικό τύπο που συνδέεται με το Κοντολέων, το οποίο προέρχεται από το σύνθετο βαπτιστικό ή επώνυμο Κοντο-λέων. Το δεύτερο συνθετικό ανάγεται στο αρχαίο ελληνικό όνομα Λέων, το οποίο στην παριανή και γενικότερα αιγαιοπελαγίτικη προφορική παράδοση υπέστη μεταπλασμό και απαντά με τους τύπους λέος – λιός.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι άγνωστη στην Πάρο. Στην τοπική ονοματολογία συναντώνται τύποι όπως Παντελέος, από τον οποίο προέρχεται ο σημερινός τύπος Παντελαίος, καθώς και το Κοντολέος, το οποίο συνδέεται με το επώνυμο Κοντολέων. Αντίστοιχα, το Αρκολέος εξελίχθηκε στον σημερινό τύπο Αρκουλής, ενώ η ίδια ονοματολογική διαδικασία παρατηρείται και σε άλλους τύπους της παριανής διαλέκτου.

Το Κοντολέων, επομένως, μπορεί να ερμηνευθεί ως σύνθετος σχηματισμός με πρώτο συνθετικό το κοντο- και δεύτερο το -λέων, δηλαδή ένα όνομα ή επώνυμο που αρχικά προσδιόριζε έναν «κοντό Λέοντα» ή, πιθανότερα, ένα πρόσωπο που έφερε ως όνομα ή παρωνύμιο το Λέων. Με την εξέλιξη της τοπικής προφοράς, ο τύπος Κοντολέων έδωσε τον τύπο Κοντολέος και στη συνέχεια Κοντολέον, σύμφωνα με τους φωνητικούς και μορφολογικούς μετασχηματισμούς που παρατηρούνται στην παριανή ονοματολογία.

Η περίπτωση του Κοντολέον έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή δείχνει ότι πολλά από τα παριανά επώνυμα δεν πρέπει να εξετάζονται μόνο με βάση τη σημερινή τους μορφή. Η προφορική παράδοση, η τοπική φωνητική και η μεταβολή των βαπτιστικών ονομάτων σε οικογενειακά επώνυμα δημιούργησαν μέσα στους αιώνες διαφορετικούς τύπους από την ίδια αρχική ονομαστική ρίζα.

Έτσι, το Κοντολέον εντάσσεται σε μια ευρύτερη ομάδα παριανών επωνύμων που διατηρούν μέσα στη μορφή τους παλαιότερα βαπτιστικά ονόματα και μαρτυρούν τη χαρακτηριστική εξέλιξη της τοπικής ονοματολογίας.

 

Κοντομάρκος: Το επώνυμο Κοντομάρκος είναι χαρακτηριστικό παρωνυμικό επώνυμο και πιθανότατα προέρχεται από συνδυασμό του προσδιορισμού «Κοντός» με το βαπτιστικό όνομα Μάρκος: Κοντός Μάρκος → Κοντομάρκος. Τέτοιου είδους σύνθετοι προσδιορισμοί, που αρχικά χρησιμοποιούνταν για να ξεχωρίζουν ένα πρόσωπο από άλλα με το ίδιο όνομα, μπορούσαν με την πάροδο του χρόνου να παγιωθούν ως οικογενειακά επώνυμα.

Η μέχρι σήμερα γνωστή παρουσία του επωνύμου συνδέεται με Παριανούς που εγκαταστάθηκαν ή δραστηριοποιήθηκαν στην Ερμούπολη. Στις 23 Ιουλίου 1916, ο Ιωάννης Κοντομάρκος του Νικολάου και της Ελένης Τσαντάνη, 29 ετών, καφεπώλης από την Πάρο, παντρεύτηκε στην Ερμούπολη την 18χρονη Άννα Γεράρδη από τη Σύρο.

Η οικογένεια εξακολουθεί να εμφανίζεται στα δημοτολόγια της Ερμούπολης κατά τον Μεσοπόλεμο. Το 1927 καταγράφονται οι αδελφοί Παναγιώτης Νικ. Κοντομάρκος, 28 ετών, θερμαστής, και Γεώργιος Νικ. Κοντομάρκος, 30 ετών, εργατικός και έγγαμος. Ο Παναγιώτης αναφέρεται ως άγαμος και έδωσε όρκο στις 21 Φεβρουαρίου 1927. Το 1928 καταγράφεται και ο Αντώνιος Νικ. Κοντομάρκος, 21 ετών, εργάτης και έγγαμος, ο οποίος έδωσε όρκο στις 2 Φεβρουαρίου 1928.

Οι αναφορές αυτές δείχνουν έναν παριανό οικογενειακό κλάδο με παρουσία στην Ερμούπολη στις αρχές του 20ού αιώνα, σε μια εποχή κατά την οποία πολλοί κάτοικοι των Κυκλάδων μετακινούνταν στη Σύρο, το σημαντικότερο τότε εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο του Αιγαίου. Για την περαιτέρω γενεαλογική σύνδεση των προσώπων θα ήταν χρήσιμη η αναζήτηση των ληξιαρχικών και δημοτολογικών πράξεων της Πάρου και της Ερμούπολης.

–1916. Στις 23 Ιουλίου 1916 ο 29χρονος καφεπώλης από την Πάρο Ιωάννης Κοντομάρκος του Νικολάου και της Ελένης Τσαντάνη παντρεύεται στην Ερμούπολη την 18χρονη από την Σύρο Άννα Γεράρδη, του Λεωνίδα, και της Αικατερίνης Κωνσταντίνου.

–1927. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 28χρονος θερμαστής Παναγιώτης Νικ. Κοντομάρκος άγαμος και ο αδερφός του Γεώργιος Νικ. Κοντομάρκος 30 ετών εργατικός έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 21 Φεβρουαρίου 1927.

–1928. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 21χρονος εργάτης Αντώνιος Νικ. Κοντομάρκος έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 2 Φεβρουαρίου 1928.


–Κοντός: Το επώνυμο Κοντός προέρχεται από το κοινό επίθετο «κοντός», που χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στον ελληνικό χώρο ως παρατσούκλι, πιθανότατα για έναν άνθρωπο με μικρό ανάστημα. Πρόκειται επομένως για ένα χαρακτηριστικό παρωνυμικό επώνυμο, το οποίο με την πάροδο του χρόνου παγιώθηκε ως οικογενειακό. Στην Πάρο η οικογένεια μαρτυρείται ήδη από τον 17ο αιώνα στην Παροικιά, ενώ από τον 19ο αιώνα η παρουσία των Κοντών γίνεται ιδιαίτερα έντονη και στις Λεύκες.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή αναφορά ανάγεται στο 1652, όταν στην «Χώρα Παροικιάς» καταγράφεται ο Ιωάννης Κοντός, με τη σύζυγό του Αρμελίνα και τα παιδιά τους Μιχαήλ, Άννα, Κωνσταντή και Νικολό. Η αναφορά αυτή προέρχεται από την ίδρυση του αγιοταφίτικου μετοχίου στην Πάρο και αποτελεί ένα από τα πρώτα ίχνη της οικογένειας στην παριανή κοινωνία.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1681, το επώνυμο εμφανίζεται σε συμβολαιογραφική πράξη της Παροικιάς. Ο Ιωάννης Μάρκου Κοντός αναφέρεται ως ένας από εκείνους που είχαν ορίσει τα όρια ενός λιβαδιού στην περιοχή του Καινούργιου Πηγαδιού, στον Άγιο Νικόλαο. Το έγγραφο, που συντάχθηκε στο Καστέλι της Παροικιάς, επικυρώθηκε αργότερα και από τον πρόξενο της Βενετίας στην Πάρο.

Η παρουσία των Κοντών συνεχίζεται αδιάλειπτα στις πηγές των αρχών του 18ου αιώνα. Το 1710 συναντούμε τον Μιχιέλη Κοντό, ως συνόριο σε χωράφι στην Κουλλούρι, ενώ το 1718 αναφέρεται ο ιερέας Ιωάννης-Μιχαήλ Κοντός. Το 1723 ο παπά Μιχάλης Κοντός συμμετέχει ως εκτιμητής σε πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης του κοινού της Παροικιάς, ενώ το 1726 ο ίδιος αναφέρεται σε προικοσύμφωνο της Παροικιάς.

Οι Κοντοί στην εκκλησιαστική και κοινοτική ζωή

Κατά τον 18ο αιώνα οι Κοντοί εμφανίζονται συχνά σε έγγραφα που αφορούν όχι μόνο ιδιωτικές υποθέσεις αλλά και τη δημόσια και κοινοτική ζωή της Πάρου.

Το 1739 ο παπά Ιωάννης Κοντός συμμετέχει στη Γενική Συνέλευση των κοινών της Πάρου, η οποία εκλέγει τον Νικόλαο Μαυρογένη ως απεσταλμένο στην Κωνσταντινούπολη για τη διαπραγμάτευση οικονομικών θεμάτων του νησιού. Το ίδιο πρόσωπο υπογράφει και σε αποφάσεις των ετών 1741 και 1742, που αφορούν ζητήματα υγειονομικής προστασίας και την υπεράσπιση του συμπατριώτη τους Νικολάου Μαυρογένη.

Το 1747 συναντούμε τον πρωτονοτάριο Κοντό, ο οποίος υπογράφει ως μάρτυρας στη διαθήκη του σακελίου Βιτζαρά, ενώ το 1748 και το 1749 ο ίδιος τίτλος εμφανίζεται σε πρακτικά του κοινού της Παροικιάς. Το 1750 ο ιερέας Ιωάννης Κοντός συμμετέχει στην εκλογή απεσταλμένου των επτά κοινών της Πάρου στην Κωνσταντινούπολη.

Οι αναφορές αυτές δείχνουν ότι ήδη από τον 18ο αιώνα οι Κοντοί δεν αποτελούσαν απλώς μια πολυάριθμη οικογένεια, αλλά είχαν παρουσία στην εκκλησιαστική, συμβολαιογραφική και κοινοτική ζωή της Παροικιάς.

Ο Ιωάσαφ Κοντός και οι Λεύκες

Ένας ιδιαίτερα σημαντικός εκπρόσωπος της οικογένειας υπήρξε ο ιερομόναχος Ιωάσαφ Κοντός, ο οποίος γεννήθηκε στις Λεύκες το 1758. Σε νεαρή ηλικία πήγε στο Άγιο Όρος, όπου ασχολήθηκε με τις σπουδές και την πνευματική ζωή.

Το 1817, στο πλαίσιο των διαφωνιών που συνδέθηκαν με το ζήτημα των Κολλυβάδων, εγκατέλειψε το Άγιο Όρος και επέστρεψε στην Πάρο. Εγκαταστάθηκε στο μικρό μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων, που σήμερα είναι γνωστό ως Άγιος Χαράλαμπος, το οποίο ανακαίνισε και αναδιοργάνωσε. Παράλληλα φρόντιζε για τις πνευματικές και βιοτικές ανάγκες των μοναζουσών της Μονής Χριστού Δάσους, μεταξύ των οποίων βρίσκονταν η μητέρα του Ματρώνα και οι αδελφές του Θεοκτίστη, Μαρία και Ευπραξία.

Ο Ιωάσαφ Κοντός εκοιμήθη το 1835, αφήνοντας σημαντικό εκκλησιαστικό αποτύπωμα στην Πάρο.

Η σχέση του με τις Λεύκες επιβεβαιώνεται και από μεταγενέστερες αναφορές, καθώς οι Κοντοί εμφανίζονται εκεί σε μεγάλους αριθμούς κατά τον 19ο αιώνα.

Οι Κοντοί των Λευκών

Η οικογένεια παρουσιάζει ιδιαίτερη ανάπτυξη στις Λεύκες, όπου από τις αρχές του 19ου αιώνα δημιουργούνται αρκετές οικογενειακές γραμμές.

Το 1784 γεννιέται στις Λεύκες ο Αντώνιος Κοντός, από τον οποίο αναπτύσσεται ένας κλάδος με γιους τον Ιωάννη, τον Τζανέτο και τον Γεώργιο. Ο Ιωάννης, γεννημένος το 1806, απέκτησε με τη σειρά του τον Αντώνιο, τον Δημήτριο και τον Κομνηνό.

Ο Κομνηνός Κοντός, γεννημένος το 1836, ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών και απέκτησε τους Ιωάννη, Νικόλαο και Γεώργιο. Παράλληλα, ο Κωνσταντίνος Κοντός, γεννημένος το 1838, δημιούργησε άλλη μεγάλη οικογενειακή γραμμή, με πέντε γιους: Τζανέτο, Μιχελή, Ιωάννη, Νικόλο και Πέτρο.

Στους εκλογικούς καταλόγους του 1847 η οικογένεια είναι ήδη ιδιαίτερα πολυπληθής. Στις Λεύκες καταγράφονται ο Αντώνιος Κοντός, 25 ετών, ο επίσης Αντώνιος Κοντός, 63 ετών, και ο Τζανέτος Κοντός, 43 ετών, όλοι γεωργοί. Την ίδια χρονιά στην Παροικιά καταγράφονται ο Βασίλειος και ο Λούκας Κοντός, επίσης γεωργοί.

Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι κατά τον 19ο αιώνα το επώνυμο είχε αποκτήσει σημαντική παρουσία τόσο στην Παροικιά όσο και στις Λεύκες.

Μια οικογένεια με έντονη γενεαλογική συνέχεια

Οι αναφορές των μητρώων αρρένων των Λευκών αποκαλύπτουν τη μεγάλη έκταση της οικογένειας. Το 1864 γεννιέται ο Ζαννέτος Κοντός του Κωνσταντίνου, το 1866 καταγράφονται ο Μιχαήλ Κοντός του Κωνσταντίνου και ο Ιωάννης Κοντός του Κομνηνού, το 1870 ο Ιωάννης Κοντός του Κωνσταντίνου και το 1874 ο Νικόλαος Κοντός του Κομνηνού. Ακολουθούν νέες γεννήσεις το 1877, το 1878, το 1883, το 1885 και το 1887.

Η παρουσία της οικογένειας συνεχίζεται και προς την Παροικιά. Το 1892 γεννιέται ο Εμμανουήλ Κοντός του Βασιλείου, έμπορος και κάτοικος Παροικιάς, ο οποίος απεβίωσε το 1949. Το 1896 γεννιέται ο Κωνσταντίνος Κοντός του Τζανέτου, έμπορος και μετέπειτα πρόεδρος της Κοινότητας Λευκών.

Ο Κωνσταντίνος Κοντός αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της κοινωνικής παρουσίας της οικογένειας στα νεότερα χρόνια. Διετέλεσε πρόεδρος της Κοινότητας Λευκών κατά την περίοδο 1935-1941, ενώ κατά την περίοδο 1943-1945 ανέλαβε, με απόφαση της Νομαρχίας Κυκλάδων, την προεδρία της τριμελούς διοικούσας επιτροπής των Λευκών.

Οι Κοντοί στον 20ό αιώνα

Οι καταγραφές των αρχών του 20ού αιώνα δείχνουν ότι το επώνυμο εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στις Λεύκες. Στα μητρώα αρρένων εμφανίζονται διαδοχικά οι Κομνηνός, Παναγιώτης, Ιωάννης, Σταύρος, Εμμανουήλ, Γεώργιος και Δημήτριος Κοντός, γεννημένοι από το 1901 έως το 1908.

Παράλληλα, στην Παροικιά συναντούμε Κοντούς με διαφορετικά επαγγέλματα. Ο Κωνσταντίνος Κοντός του Ιωάννη, γεννημένος το 1907, ήταν γεωργός, ενώ ο Αργύριος Κοντός του Ιωάννη, γεννημένος το 1909, ήταν επίσης γεωργός. Την ίδια χρονιά καταγράφεται ο Κωνσταντίνος Κοντός του Βασιλείου ως ναυτικός.

Η ναυτική παράδοση της οικογένειας επιβεβαιώνεται και από τον Νικόλαο Κοντό του Κωνσταντίνου, 24 ετών, ναυτικό από την Πάρο, ο οποίος το 1911 παντρεύτηκε στην Ερμούπολη την Αννέτα Αλιπράντη από τη Σύρο.

Άλλοι Κοντοί εμφανίζονται ως εργατικοί, αμαξηλάτες, γεωργοί και έμποροι, δείχνοντας ότι η οικογένεια είχε πλέον διακλαδωθεί σε διαφορετικές επαγγελματικές κατευθύνσεις.

Οι Κοντοί στα κοινά των Λευκών

Η παρουσία της οικογένειας στα κοινά συνεχίζεται και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στις κοινοτικές εκλογές του 1951 ο Κωνσταντίνος Κοντός του Τζανέτου εκλέγεται κοινοτικός σύμβουλος Λευκών, ενώ στις εκλογές του 1954 επανεκλέγεται.

Το 1964, στις κοινοτικές εκλογές των Λευκών, ανάμεσα στους συμβούλους της νέας κοινοτικής διοίκησης καταγράφεται και ο Γεώργιος Κοντός.

Η μακρά αυτή παρουσία στα κοινοτικά πράγματα δείχνει ότι οι Κοντοί δεν αποτελούσαν απλώς μία πολυάριθμη οικογένεια, αλλά είχαν και ενεργό συμμετοχή στη διοίκηση και στην κοινωνική ζωή των Λευκών.

Μια μεγάλη παριανή οικογένεια

Η ιστορία των Κοντών της Πάρου είναι η ιστορία ενός επωνύμου που ξεκινά από ένα απλό καθημερινό παρατσούκλι και εξελίσσεται σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα οικογενειακά ονόματα του νησιού.

Από τον Ιωάννη Κοντό του 1652 και τον Ιωάννη Μάρκου Κοντό του 1681, οι Κοντοί εμφανίζονται συνεχώς στις παριανές πηγές. Στην Παροικιά διακρίνονται ιδιαίτερα κατά τον 18ο αιώνα για την παρουσία τους στην εκκλησιαστική και κοινοτική ζωή, ενώ από τον 19ο αιώνα οι Λεύκες εξελίσσονται σε έναν από τους σημαντικότερους πυρήνες της οικογένειας.

Ιερείς, ιερομόναχοι, γεωργοί, έμποροι, ναυτικοί και κοινοτικοί παράγοντες εμφανίζονται μέσα στις διαφορετικές γενιές, αποτυπώνοντας την πορεία μιας οικογένειας που συμμετείχε σε πολλές πλευρές της παριανής κοινωνίας.

Και ίσως το σημαντικότερο στοιχείο είναι η γενεαλογική συνέχεια. Τα πολλά ονόματα που επαναλαμβάνονται από γενιά σε γενιά –Αντώνιος, Ιωάννης, Κωνσταντίνος, Δημήτριος, Κομνηνός, Νικόλαος, Γεώργιος, Πέτρος– επιτρέπουν τη σταδιακή ανασύνθεση των διαφορετικών κλάδων της οικογένειας.

Έτσι, το επώνυμο Κοντός, που ξεκίνησε πιθανότατα ως ένα απλό παρατσούκλι, έχει πλέον πίσω του περισσότερους από τρεις αιώνες παρουσίας στην Πάρο. Από την Παροικιά του 17ου αιώνα μέχρι τις Λεύκες και την Παροικιά του 20ού, οι Κοντοί αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της συνέχειας των παριανών οικογενειών μέσα στον χρόνο και της στενής σχέσης ανάμεσα στην οικογένεια, την εκκλησία, τη γη και τα κοινά του νησιού.

–1652. Ίδρυση στην Πάρο αγιοταφίτικου μετοχίου κατά το έτος 1652 απριλίω 15.

Της Πάρου αδελφάτα «Χώρα Παροικιάς»

+Ιωάννης Κοντός, η γυνή Αρμελίνα, γονοί Μιχαήλ, Άννα, υιοί Κωνσταντής, Νικολός.

–1681.  Έγγραφο αγοραπωλησίας που είχε δημοσιευθεί στα «ΠΑΡΙΑΝΑ» το 1983 από την συλλογή του Σίμου Συμεωνίδη.

+ Εις δόξαν Χριστού αμήν, 1681 εν μηνί αυγούστου 6 εις το Καστέλι της Παροικιάς, ενέμπροστε εις εμένα το νοτάριο Παροικίας και εις τους υποκάτωθεν αξιοπίστους και παρακαλετούς μάρτυρες:  Την σήμερνον με όλον της το θέλημα και με καλήν της γνώμην η κερά παπαδιά του ποτέ παπά Νικολού Καλάργυρου δίνει και ελεύθερα πουλεί του ευλαβεστάτου πρε Φραντζέσκου Κρίσπου το λιβάδι όπου έχει εις το Καινούργιο Πηγάδι είς τον Άγιον Νικόλαον διά ρεάλια δώδεκα ήτοι ρεάλια 12, ως καθώς το εποκόψασι ο κύρ Ιωάννης Μάρκου Κοντού και Τζανής Γιαννάκη Πουλήτη (σήμ. Πολίτης) και από την σήμερον να είναι το αυτό λιβάδι όλο ως καθώς της το επουρκήσασι οι γονοίς της με όλα του τα δικαιώματα του άνωθε Κρίσπου και πουλήση, χαρίση, προικοδοτήση, να το κάμη ως θέλει και βούλεται ώσαν καλά οπού το επλήρωσε ημπρεζέντντζια (παρουσία) των κάτωθε γεγραμμένων μαρτύρων και παίρνει τα η άνωθε πουλήτρα να μαντηνίρη (διατηρώ, συντηρώ) και να ντεφεντλερη (υπερασπίζει) τον αυτόν, αγοραστήν εις κάθε καιρόν που ήθελε του εναντίωθη κανείς μην ημπορώντας κανείς να γερέψη δεκαιώματα εις πένα και κοντάνα του κατά καιρού ζαπτιτζή ρεάλια 6 και πάντα το παρόν να έχει το βέβαιον όθεν εις πίστωσιν της αληθείας υπογράφουν και παρακαλετοί μάρτυρες – νομενάροντας ότι είς το αυτό λιβάδι έχει μέσα μία πάρτη ο Μαθιός της Μελητίνης ως καθώς φαίνουνται τα σημαδούρια.

-Ιωάννης Βιτζαράς μάρτυρας παρακαλετός.

-Κωνσταντίνος Γαλανός μαρτυρώ τα άνωθε.

-Πέτρος ιερεύς Νητζαράς και νοτάριος Παροικιάς έγραψα.

(Τ.Σ.) Εμείς ANTONIO SPIRIDO πρόξενος της Βενετίας στην Πάρο βεβαιώνουμε την υπογραφή του ανωτέρου παπά Πέτρου Βητζαρά καθώς και την αυθεντικότητα του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.

Πάρος 6 Μαΐου 1684 νέο ANTONIO SRIRIDO COSOLE VENETO

Εμμανουήλ Κομητάς Πρόξενος καντζιλιέρης.

–1710. Χωράφι στην Κουλλούρι σύμπλιος Μιχιέλης Κοντός.

–1718. Σε έγγραφο Παροικιάς στις 29 Απριλίου 1718, Συμμάρτυρας ο ιερέας Ιωάννης-Μιχαήλ Κοντός.

–1723. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 30 Ιανουαρίου 1723 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο παπά Μιχάλης Κοντός.

–1726. Ο ιερέας Μιχαήλ Κοντός αναφέρεται σε προικοσύμφωνο Παροικιάς στις 15 Ιανουαρίου 1726.

–1739. Πρακτικό εκλογών κατά την Γεν. Συνέλευση στις 30 Αυγούστου 1739 απεσταλμένου των κοινών της Πάρου στην Κωνσταντινούπολη, εκλέγουν τον Νικόλαο Μαυρογένη, προκειμένου να διαπραγματευθεί τα οικονομικά θέματα του νησιού. Αναφέρεται ο παπά Ιωάννης Κοντός.

–1741. Εκλογή προβλεπτών υγειονομικών μέτρων από το κοινό Παροικιάς Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της 2 Μαΐου 1741, υπογράφει και ο παπά Ιωάννης Κοντός.

–1741. Τα κοινά της Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της 20 Ιουλίου 1741, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους άρχοντα Νικόλαου Μαυρογένη, εναντίων των συκοφαντών κατοίκων της Νάξου, οι οποίοι τον κατηγορούν για συνεργασία με τους πειρατές, υπογράφει και ο παπά Ιωάννης Κοντός.

–1742. Σε έγγραφο Παροικιάς στις 16 Φεβρουάριος 1742 αναφέρεται ο παπά Ιωάννης Κοντός και ο Νικολάκης Μαυρογένης.

–1747. Στη διαθήκη του σακελίου Βιτζαρά ιερέως Κωνσταντίου στις 30 Μαρτίου 1747 υπογράφει ως μάρτυρας ο πρωτονοτάριος Κοντός.

–1748. Πρακτικό πωλήσεως των φόρων του κοινού της Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, τη 1 Μαρτίου 1748, μαρτυρείται ο πρωτονοτάριος Κοντός.

–1749. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού Παροικιάς στις 20 Νοεμβρίου 1749, αναγράφετε ο πρωτονοτάριος Κοντός.

–1750. Σε Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου των επτά κοινών της Πάρου (Παροικιάς, Νάουσας, Κεφάλου, Τζιπίδου, Λευκών, Μαρμάρων, Δραγουλάς) στην Κωνσταντινούπολη της 23 Αυγούστου 1750, μαρτυρείται ο ιερέας Παροικιάς Ιωάννης Κοντός.

–1758. Το έτος 1758 Ο ιερομόναχος Ιωασάφ Κοντός γεννήθηκε στις Λεύκες της Πάρου, το έτος 1758. Πολύ νέος πήγε στο Άγιων Όρος και εκεί προόδευσε πολύ στις αρετές και τις σπουδές. Το 1817 εγκατέλειψε το αγιώνυμο Όρος, για το ζήτημα των Κολλυβάδων και κατέφυγε στο νησί του, την Πάρο. Εγκαταστάθηκε στο μικρό μοναστήρι του Αγ. Χαραλάμπους, το οποίο ανακαίνισε και αναδιοργάνωσε. Παράλληλα μεριμνούσε και για τις πνευματικές και βιοτικές ανάγκες των μοναζουσών της μονής Χριστού Δάσους της Πάρου, μεταξύ των οποίων ήταν η μητέρα του Ματρώνα και οι αδελφές του Θεοκτίστη, Μαρία και Ευπραξία. Εκοιμήθη εν Κυρίω το έτος 1835.

–1784. Γεννιέται το 1784 στις Λεύκες ο Αντώνιος Κοντός ο οποίος απέκτησε τρεις γιους, τον Ιωάννη (1806) ο οποίος απέκτησε τον Αντώνιο (1828) και τον Κομνηνό (1836), τον Τζανέτο  (1809). Είχε γιο τον Κωνσταντίνο (1838) και τον Γεώργιο (1815).

–1794. Στην Παροικά σε έγγραφο στις 20 Ιουλίου 1794 αναφέρονται οι ιερομόναχοι Κοσμάς και Νικολάκης Κοντός.

–1795. Επίτροπος Νικόλαος, Επίτροπος Εκατονταπυλιανής υπογράφει έγγραφα Παροικιάς στις 13 Σεπτεμβρίου 1795.

–1806. Το 1806 γεννιέται ο Ιωάννης Κοντός του Αντωνίου. Απέκτησε τον Αντώνιο το 1828, τον Δημήτριο το 1832 και τον Κομνηνό το 1836.

–1818. Σε έγγραφο του 1818 αναφέρεται ο ιερομόναχος Αγίων Αναργύρων (νυν Αγίου Χαραλάμπους) ο Ιωάσαφ Κοντός.

–1824. Το 1824 ηγούμενος του Αγίου Αντωνίου φέρεται ο ιερομόναχος Ιωάσαφ Νικόδ. Κοντός.

–1828. Το 1828 γεννιέται ο Αντώνιος Κοντός του Ιωάννη (1806).

–1832. Το 1828 γεννιέται ο Δημήτριος Κοντός του Ιωάννη (1806). Γιός του ο Ιωάννης (1878).

–1836. Το 1836 γεννιέται ο Κοντός Κομνηνός του Ιωάννη (1806). Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών. Γιοί του οι, Ιωάννης (1866), Νικολός (1874), Γεώργιος (1878).

–1835. Το 1835 πεθαίνει ο ηγούμενος των Αγίων Αναργύρων (νυν Αγίου Χαραλάμπους) Ιωάσαφ Κοντός.

–1838. Το 1838 γεννιέται ο Κοντός Κωνσταντίνος του Τζανέτου (1809). Απέκτησε πέντε γιους, του Τζαννέτο (1864), τον Μιχελή (1866), τον Ιωάννη (1870), τον Νικολό (1877) και τον Πέτρο (1883).

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 46χρονος γεωργός Βασίλειος Κοντός και ο 43χρονος γεωργός Λούκας Κοντός.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 25χρονος γεωργός Αντώνιος Κοντός, ο 63χρονος γεωργός Αντώνιος Κοντός και ο 43χρονος γεωργός Τζανέτος Κοντός.

–1850. Η πρεσβυτέρα του Τάρισα (ή Τάρσα) Κοντού, το γένος Νικόδημου Κοντού, και ο ηγούμενος της μονής Λογγοβάρδας Ιερόθεος Α’ Βοσυνιώτης, είχαν προβεί σε «αφιερωτικό συμφωνητικό», «… και του συζύγου της Εφραίμ ιερέως…» στις 26 Ιανουαρίου 1850.

–1860. Έρανος "υπέρ των εν Συρία παθόντων χριστιανών" και τα ονόματα όσων συνεισέφεραν δημοσιεύονταν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Δημ. Ι. Κοντός από τις Λεύκες.

–1864. Το 1864 γεννιέται στις Λεύκες ο Κοντός Ζαννέτους του Κωνσταντίνου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1866. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1866. Κοντός Μιχαήλ του Κωνσταντίνου και Κοντός Ιωάννης του Κομνηνού.

–1870. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1870 ο Κοντός Ιωάννης του Κωνσταντίνου.

–1874. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1874 ο Κοντός Νικόλαος του Κομνηνού.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ύριας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 39χρονος Δημήτριος Κοντός του Ιωάννη, γεωργός.

–1876. Το 1876 γεννιέται ο Κοντός Ιωάννης του Κωνσταντίνου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1877. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1877 ο Κοντός Νικόλαος του Κωνσταντίνου.

–1878. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1878 ο Κοντός Γεώργιος του Κομνηνού και ο Κοντός Ιωάννης του Δημητρίου.

–1883. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1883 ο Κοντός Πέτρος του Κωνσταντίνου.

–1885. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1885 ο Κοντός Αντώνιος του Κωνσταντίνου.

–1887. Κοντός Ευθύμιος του Κωνσταντίνου. Έτος γέννησης το 1887 στις Λεύκες. Εγγεγραμμένος στο Μητρώο των Αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1892. Το 1892 γεννιέται ο Κοντός Εμμανουήλ του Βασιλείου έμπορος κάτοικος Παροικιάς. Απεβίωσε το 1949.

–1894. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1894 στις Λεύκες ο Κοντός Κωνσταντίνος του Μιχαήλ και ο Κοντός Γεώργιος του Τζανέτου.

–1896. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1896 στις Λεύκες ο έμπορος Κωνσταντίνος Κοντός του Τζανέτου, μετέπειτα πρόεδρος της Κοινότητας κατά την ερίοδο 1935-1941 και με απόφαση την νομαρχίας Κυκλάδων, πρόεδρος της 3μελούς διοικούσας επιτροπής των Λευκών, το 1943-45. 

–1901. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1901 στις Λεύκες ο Κοντός Κομνηνός του Γεωργίου.

–1902. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1902 στις Λεύκες ο Κοντός Παναγιώτης του Μιχαήλ.

–1904. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1904 στις Λεύκες ο Κοντός Κομνηνός του Νικολάου και ο Κοντός Ιωάννης του Γεωργίου.

–1905. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1905 στις Λεύκες ο Κοντός Σταύρος του Μιχαήλ.

–1906. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1906 στις Λεύκες ο Κοντός Εμμανουήλ του Γεωργίου.

–1907. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1907 στις Λεύκες ο Κοντός Γεώργιος του Νικολάου.

–1907. Το 1907 γεννιέται ο Κοντός Κωνσταντίνος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1908. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1908 στις Λεύκες ο Κοντός Δημήτριος του Νικολάου.

–1909. Το 1909 γεννιέται ο Κοντός Αργύριος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1909. Το 1909 γεννιέται ο Κοντός Κωνσταντίνος του Βασιλείου ναυτικός κάτοικος Παροικιάς. Το 1949 διαγράφετε από τον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς ως εγγεγραμμένος σε άλλη Κοινότητα.

–1911. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1911 στις Λεύκες ο Κοντός Ιωάννης του Μιχαήλ, ο Κοντός Σταμάτιος του Νικολάου και ο Κοντός Δημήτριος του Ιωάννη.

–1911. Στις 19 Απριλίου 1911 ο 24χρονος ναυτικός από την Πάρο Νικόλαος Κοντός του Κωνσταντίνου και της Αικατερίνης Ασπροπούλου [κάτοικοι Πάρου] παντρεύεται στην Ερμούπολη την 22χρονη από την Σύρο Αννέτα Αλιπράντη, του Κωνσταντίνου και της Ανθούσας Πατέλη.

–1912. Το 1912 γεννιέται ο Κοντός Αντώνιος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1914. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1914 στις Λεύκες ο Κοντός Κωνσταντίνος του Νικολάου.

–1916. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 40χρονος αμαξηλάτης Βασίλειος Κων. Κοντός. Έδωσε όρκο στις 24 Ιανουαρίου 1916.

–1917. Το 1917 γεννιέται ο Κοντός Σωτήριος του Ιωάννη εργατικός κάτοικος Παροικιάς.

–1924. Το 1924 γεννιέται ο Κοντός Εμμανουήλ του Ιωάννη εργατικός κάτοικος Παροικιάς.

–1943. Πρόεδρος των Λευκών ο Κωνσταντίνος Κοντός 1943-45.

–1951. Πρόεδρος της κοινότητας Λευκών ο Νικόλαος Φρ. Περράκης το 1951-54. Στις 10 Μαΐου 1951. Αποτελέσματα Κοινοτικών Εκλογών Λευκών: Εξελέγησαν κατά σειράν επιτυχίας: Νικόλαος Φραγκ. Περάκης με ψήφους 240 επί ψηφισάντων 287, Παντελαίος Πέτρος 215, Παντελαίος Αντ. Εμμ. 198, Κοντός Τζανέτου Κωνσταντίνος 178, Καπούτσος Αντ. Μπενέτος 146, Βιντζηλαίος Π. Ιωάννης 100. Εκ των άλλων υποψηφίων έλαβαν ψήφους: Ηλίας Ανδρ. Ζουμής 97, Ανδρ. Ιωάν. Χανιώτης 90, Εμμ. Βασ. Ραγκούσης 74 και Γεώργιος Νικήτα Χανιώτης 59.

–1954. 21 Νοεμβρίου 1954 ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ. ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΛΑΥΚΑΙΣ: Εξελέγησαν οι κ.κ. Ιωάν. Γ. Καπαρός, Κοντός Τζ. Κωνσταντίνος, Ευστάθ. Αρκάς.

–1964. Κοινοτικαί Εκλογαί 5 Ιουλίου 1964. Εις ΛΕΥΚΕΣ: Εις Συνδ. υπό τον κ. Ανδρέαν Κονταράτον. Πρόεδρος Ανδρ. Κονταράτος, Αντιπρ. Ιωάννης Καπαρός και σύμβουλοι Γεώργ. Κοντός, Εμμ. Γ. Ρούσσος και Κωνστ. Τριαντάφυλλος.

 

–Κοντόσταυλος ή Κοντόσταβλος: Το επώνυμο Κοντόσταυλος, που στην Πάρο έχει επικρατήσει να γράφεται συχνά και ως Κοντόσταβλος, ανήκει στα παλαιά επώνυμα της παριανής κοινωνίας και παρουσιάζει ιδιαίτερο ονοματολογικό ενδιαφέρον. Πρόκειται για επώνυμο βυζαντινής προέλευσης, που αρχικά συνδεόταν με αξίωμα και επάγγελμα. Η λέξη προέρχεται από το μεσαιωνικό λατινικό conestabulus και το λατινικό comes stabuli, τίτλο που συνδεόταν με τον αρχιϊπποκόμο ή τον επικεφαλής των στάβλων και εξελίχθηκε σε σημαντικό αυλικό αξίωμα.

Με την πάροδο του χρόνου ο τίτλος αυτός μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως παρωνύμιο και τελικά να καθιερωθεί ως οικογενειακό επώνυμο. Κοντόσταυλους συναντούμε και σε άλλα μέρη του ελληνικού χώρου, όπως τη Χίο, τη Ζάκυνθο, τη Λακωνία και την Κρήτη, ενώ υπάρχει η παράδοση ότι οι διάφοροι κλάδοι συνδέονται μεταξύ τους. Για τον παριανό κλάδο έχει διατυπωθεί η πιθανότητα καταγωγής από τη Ζάκυνθο, χωρίς όμως αυτό να έχει μέχρι σήμερα αποδειχθεί με βεβαιότητα.

Στην Πάρο οι Κοντόσταυλοι μαρτυρούνται παλαιότερα στον Κώστο, ενώ κατά τους νεότερους χρόνους ο σημαντικότερος πυρήνας τους βρίσκεται στην Παροικιά.

Οι πρώτες μαρτυρίες – από τον 17ο αιώνα

Η παρουσία της οικογένειας στην Πάρο είναι ήδη τεκμηριωμένη από τον 17ο αιώνα. Το 1657, σε έγγραφο της 27ης Μαρτίου, ο ιερέας και νοτάριος Παροικιάς Νικόλαος Σκιαδάς συντάσσει έμμετρη ομολογία του μητροπολίτη Παροναξίας Νικόδημου σχετικά με δάνειο 160 ρεαλίων προς τον αυθέντη Μιχελέτο Κοντόσταυλο. Η αναφορά αυτή αποτελεί μέχρι σήμερα μία από τις παλαιότερες γνωστές μαρτυρίες του επωνύμου στην Πάρο.

Λίγες δεκαετίες αργότερα, το 1710, μνημονεύεται σε έγγραφο της Παροικιάς ο Μανωλιός Κοντόσταυλος, ενώ το 1734 συναντούμε στη Νάξο τον μαστρο Γιώργη Κοντόσταυλο, γεγονός που δείχνει ότι το επώνυμο είχε ήδη παρουσία και εκτός Πάρου.

Το 1738 ένας ιερομόναχος Κοντόσταυλος υπογράφει, μαζί με τους εκπροσώπους των κοινοτήτων, σε μαρτυρία υπερασπίσεως του ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά, κατά τη Γενική Συνέλευση των κοινών της Πάρου. Ο ιερομόναχος αναφέρεται ως εκπρόσωπος του κοινού των Μαρμάρων Πάρου, γεγονός που δείχνει ότι η οικογένεια είχε ήδη παρουσία και κοινωνική συμμετοχή πέρα από την Παροικιά.

Η οικογένεια στον 18ο αιώνα

Οι μαρτυρίες συνεχίζονται κατά τον 18ο αιώνα. Το 1768 καταγράφονται ο Γρηγόριος και η Άννα Κοντόσταυλου, γονείς του Ιακώβου και του Δημητρίου, ενώ το 1775 γεννιέται στην Παροικιά ο Αναστάσιος Κοντόσταυλος του Τζώρτζη, ο οποίος αργότερα θα αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της οικογένειας.

Ιδιαίτερα σημαντική για τη γενεαλογική έρευνα είναι η αναφορά του 1790, σε προικοσύμφωνο του Κώστου, όπου συναντούμε την Κατερίνα Κοντόσταβλου, κόρη του Γιακουμάκη Κοντόσταβλου και της Μαργαρίτας. Το έγγραφο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της παρουσίας της οικογένειας στον Κώστο και ταυτόχρονα δείχνει τις συγγενικές σχέσεις των Κοντόσταβλων με άλλες παριανές οικογένειες.

Το 1799 καταγράφεται ο Δημήτριος Κοντόσταυλος, γιος του Γρηγορίου και της Άννας, σύζυγος της Βιολέττας. Τα παιδιά τους, ο Γρηγόριος και ο Αναστάσης, γεννιούνται το 1823 και το 1824 αντίστοιχα.

Οι μύλοι της Παροικιάς και ο Αναστάσιος Κοντόσταυλος

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της οικογένειας κατέχει ο Αναστάσιος Κοντόσταυλος του Τζώρτζη, ο οποίος εμφανίζεται στις πηγές ως άνθρωπος με σημαντική οικονομική δραστηριότητα και σχέση με τη ναυτιλία και τους μύλους.

Το 1824 σώζεται εξαιρετικά ενδιαφέρον έγγραφο, με το οποίο οι πρόκριτοι της Πάρου βεβαιώνουν ότι ο Αναστάσιος, γιος του Τζώρτζη Κοντόσταυλου, γεννήθηκε στην Πάρο και με δικά του έξοδα κατασκεύασε ένα μίστικο, μικρό ιστιοφόρο χωρητικότητας 20-70 τόνων, για τη μεταχείριση του εμπορίου. Η βεβαίωση υπογράφεται στις 6 Ιανουαρίου 1824 από τον Πέτρο Μάτζα Μαυρογένη, τον Ελευθέριο Χαμάρτο, τον Συμεών Δελαγραμμάτη και τον δημόσιο νοτάριο Παροικιάς Τζανή Ν. Καμπάνη.

Η μαρτυρία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί δείχνει ότι ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα ο συγκεκριμένος κλάδος δεν περιοριζόταν στη γεωργία, αλλά συμμετείχε και στο εμπόριο και τη ναυτιλία.

Το 1826 ο Αναστάσιος Κοντόσταυλος αναφέρεται και ως ιδιοκτήτης ανεμόμυλου, ενώ το 1842 ένα εκτενές προικοσύμφωνο αποκαλύπτει με εντυπωσιακή λεπτομέρεια την οικονομική επιφάνεια της οικογένειας.

Στο προικοσύμφωνο του γιου του Σπυρίδωνα Κοντοστάβλου με τη Μαρίνα Κατακουζηνού, ο Αναστάσιος και η σύζυγός του Μαρούσα παραχωρούν ως προίκα στον γιο τους έναν αλευροανεμόμυλο στο βόρειο παράλιο του λιμανιού της Παροικιάς, μαζί με την οικία και τον ψωμόφουρνο που βρίσκονταν δίπλα στον μύλο, καθώς και άλλα ακίνητα, ένα πλοίο τύπου βρατζέρα, αλώνι και διάφορα κινητά περιουσιακά στοιχεία.

Η εικόνα που προκύπτει είναι εκείνη μιας οικογένειας που είχε συνδέσει την οικονομική της δραστηριότητα με τη ναυτιλία, την αλευροπαραγωγή, τους ανεμόμυλους και την ακίνητη περιουσία.

Οι Κοντόσταυλοι της Παροικιάς

Η οικογένεια συνεχίζει να εμφανίζεται συστηματικά στις πηγές του 19ου αιώνα. Το 1847 ο Σπύρος Κοντόσταυλος, 42 ετών, καταγράφεται στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς ως μυλωνάς.

Οι επόμενες γενιές διατηρούν τη σχέση με τους μύλους. Το 1852 γεννιέται η Αγγελική Κοντοσταύλου του Αναστάση, το 1856 ο Δημήτριος, το 1859 ο Σπύρος και το 1860 ο Πέτρος.

Η περιουσιακή παρουσία της οικογένειας στην Παροικιά επιβεβαιώνεται και από συμβολαιογραφική πράξη του 1864, όπου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, οι κληρονόμοι του Σπύρου Κοντόσταυλου ως συνορεύοντες με ακίνητα στην πόλη.

Η οικογένεια εξακολουθεί να συνδέεται με το επάγγελμα του μυλωνά και στις επόμενες γενιές. Το 1889 γεννιέται ο Αναστάσιος Κοντόσαυλος του Σπυρίδωνα, μυλωθρός και κάτοικος Παροικιάς. Η μορφή Κοντόσαυλος, που συναντούμε σε ορισμένες μεταγενέστερες καταγραφές, αποτελεί παραλλαγή της γραφής του επωνύμου.

Το 1891 γεννιέται ο Αναστάσιος Κοντόσταυλος (Τζώρτζης), γιος του Σπύρου και της Μοσχούλας. Καταγράφεται ως μυλωθρός και αργότερα βαρκάρης, ενώ με τη σύζυγό του Μαρουσώ Παπαδοπούλου απέκτησε τον Σπύρο και τον Μανώλη.

Από τους μύλους στη θάλασσα και στα νεότερα χρόνια

Η παράδοση των επαγγελμάτων που συνδέονταν με τη θάλασσα και τους μύλους συνεχίζεται και στον 20ό αιώνα. Ο Παναγιώτης Κοντόσαυλος, γεννημένος το 1909, καταγράφεται ως μυλωθρός και κάτοικος Παροικιάς, ενώ ο αδελφός του Σπύρος γεννήθηκε το 1934.

Ο Σπύρος Κοντόσταυλος, γεννημένος το 1921, ήταν γιος του Αναστάση και της Μαρουσώς, ενώ ο Εμμανουήλ Κοντόσταυλος, γεννημένος το 1929, καταγράφεται ως ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.

Έτσι, μέσα σε τρεις περίπου αιώνες, παρακολουθούμε την οικογένεια να περνά από τον Κώστο και την Παροικιά, να αποκτά ακίνητη περιουσία, να δραστηριοποιείται στους ανεμόμυλους και στο εμπόριο, να χρησιμοποιεί μικρά ιστιοφόρα και αργότερα να συνεχίζει με ανθρώπους που ασχολούνται με τη ναυτιλία και τη θάλασσα.

Μια από τις παλαιές οικογένειες της Παροικιάς

Η ιστορία των Κοντόσταυλων της Πάρου είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική για την εξέλιξη μιας παλιάς οικογένειας μέσα στην παριανή κοινωνία. Το επώνυμο, με τη βυζαντινή του καταβολή και την αρχική σύνδεση με ένα αυλικό αξίωμα, εμφανίζεται στην Πάρο τουλάχιστον από τα μέσα του 17ου αιώνα και παραμένει ζωντανό για περισσότερες από τρεις εκατονταετίες.

Από τον Μιχελέτο Κοντόσταυλο του 1657 και τον Μανωλιό του 1710, μέχρι τον Αναστάσιο του 19ου αιώνα και τους μεταγενέστερους Κοντόσταυλους της Παροικιάς, διακρίνεται μια οικογένεια με ισχυρή και συνεχή παρουσία.

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ιστορίας της είναι η σχέση της με τους ανεμόμυλους της Παροικιάς. Οι δύο μύλοι στην αποβάθρα της Παροικιάς αναφέρονται στην οικογενειακή παράδοση ως ιδιοκτησία του Σπύρου Κοντόσταυλου, και στη συνέχεια των γιων του Αναστάση και Παναγιώτη. Η μαρτυρία των συμβολαιογραφικών εγγράφων για τον Αναστάσιο και τον Σπυρίδωνα επιβεβαιώνει ότι οι μύλοι αποτελούσαν σημαντικό στοιχείο της οικογενειακής περιουσίας και οικονομικής δραστηριότητας.

Οι Κοντόσταυλοι δεν υπήρξαν επομένως απλώς ένα παλιό παριανό επώνυμο. Αποτελούν μια οικογένεια που συνδέθηκε με την Παροικιά, τον Κώστο, τους μύλους, τη γη, το εμπόριο και τη θάλασσα, αφήνοντας το αποτύπωμά της στην οικονομική και κοινωνική ιστορία της Πάρου από τον 17ο αιώνα έως τις νεότερες γενιές.

–1657. Ο ιερέας νοτάριος Παροικιάς Νικόλαος Σκιαδάς συντάκτης εμμάρτυρης ομολογίας του μητροπολίτη Παροναξίας Νικόδημου για 160 δανεικά ρεάλια προς τον αυθέντη Μιχελέτο Κοντόσταυλο (Πάρος, 27 Μαρτίου 1657).

–1710. Στις 23 Μαΐου 1710 μνημονεύεται σε έγγραφο Παροικιάς ο Μανωλιός Κοντόσταυλος.

–1734. Το 1734 μνημονεύεται στη Νάξο ο μαστρο Γιώργης  Κοντόσταυλος.

–1738. Μαρτυρία υπερασπίσεως συμπατριώτη τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά (για αντίδραση στην συγκέντρωση της φορολογίας), κατά τη Γενική Συνέλευση από τα κοινά της Πάρου, της 16 Ιουλίου 1738, υπογράφει ο ιερομόναχος Κοντόσταυλος από το κοινό των Μαρμάρων Πάρου.

–1768. Γρηγόριος (1768) και Άννα Κοντόσταυλου. Τέκνα τους ο Ιάκωβος και ο Δημήτριος.

–1775. Γεννιέται στην Παροικιά ο Αναστάσιος Κοντόσταυλος του Τζώρτζη. Γιός του ο Σπύρος Κοντόσταλος.

–1790. Ο Σκευοφύλαξ Κονταράτος μαρτυρείται σε προικοσύμφωνο Κώστου στις 21 Ιανουαρίου 1790.  «Προικοσύμφωνο Μάρκου Κονταράτου και Κατερίνης Κοντόσταβλου». «Ο Γιακουμάκης Κοντόσταβλος και η συμβία του Μαργαρίτα δίδουν διά προικίον της θυγατρός των Αικατερινιού πρώτον την ευχή του Χριστού και της Παναγίας και την εδικήν τονε…» «Από δε το έτερον μέρος γράφει και ο άνωθεν κύρ Μάρκος την Εικόνα των Εισοδίων…» (Παριανά Α4 1980).

–1799. Δημήτριος Κοντόσταυλος, 1799, του Γρηγορίου και της Άννας. Σύζυγος του η Βιολέττα. Απέκτησαν τον Γρηγόρη το 1823 και τον Αναστάση το 1824.

–1819. Γεννιέται η Κατερίνα Κοντόσταυλου του Ιάκωβου και της Μαργαρίτας. Σύζυγός της ο Μάρκος Κονταράτος.

–1823. Γεννιέται το 1823 ο Γρηγόριος Κοντόσταυλος του Δημητρίου και της Βιολέττας.

–1824. Για τον Αναστάσιο Τζώρτζη Κοντόσταυλο, ιδιοκτήτη ενός μίστικου, μικρού ιστιοφόρου χωρητικότητας 20-70 τόνων, σώζεται το  εξής έγγραφο του 1824: «Διά του παρόντος ομολογούμεν οι υπογεγραμμένοι προύχοντες της χώρας ότι ο Αναστάσιος υιός Τζώρτζη Κοντόσταυλος, γεννημένος ο αυτός Αναστάσιος εδώ εις Πάρον, με ιδικά του έξοδα έκαμεν μίστικον διά μεταχείρισιν του εμπορίουτου, ο οποίος μέχρι τούδε απάρησεν εδώ εις την πατρίδα μας, τιμίως και όλα του τα επιχειρήματα, διό και του δίδομεν το παρόν αποδεικτικόν από την Κοινήν νοταρίαν της πόλεως Πάρου, υπογεγραμμένον παρά των ευγενεστάτων προυχόντων της αυτής χώρας και σφραγισμένον τη Κοινή σφραγίδι διά να του χρησιμεύσει όπου ανήκει.  6 Ιανουαρίου 1824.

Πέτρος Μάτζας Μαυρογένης

Ελευθέριος Χαμάρτος

Συμεών Δελαγραμμάτης

Ο Δημόσιος Νοτάριος Παροικιάς Τζανής Ν. Καμπάνης» (Παριανά Μελετήματα Α’ Τόμος)

–1826. Σε προικοσύμφωνο της 19 Απριλίου 1826 αναφέρεται ο ιδιοκτήτης ανεμόμυλου Αναστάσιος Κοντόσταυλος.

–1828. Υπομνήματα Αλέξανδρου Κοντόσταυλου (μέλους της Οικονομικής Επιτροπής) προς τον Ι. Καποδίστρια (1828-1834), αναφορές και εκθέσεις σχετικές με τη λειτουργία και διαχείριση του Νομισματοκοπείου στην Αίγινα και τη δίκη του Αλ. Κοντόσταυλου κατά του Δημοσίου (1830-1857), γαλλικό σχέδιο νόμου και αγγλικός κώδικας εμπορικής ναυτιλίας, αλληλογραφία Ευθ. Πύρρου (διαχειριστή κτημάτων Ευβοίας της οικογένειας) με τον Αλ. Κοντόσταυλο και τους γιους του Αλέξανδρο και Λεονάρδο (1863-1868) καθώς και αλληλογραφία σχετική με τη μεταλλευτική εταιρεία “Η Αντίπαρος” (1872-1874).

–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της πόλεως Παροικιάς

Κοντόσταυλος Δ. ετών 9.

–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο Δ. Κοντόσταυλος.

–1842. Προικοσύμφωνο Σπυρίδωνα Κοντοστάβλου και Μαρίνας Κατακουζηνού

Παροικιά, 26 Αυγούστου 1842

Τω χιλιοστώ οκτακοσιοστώ τεσσαρακοστώ δεύτερω έτει, την εικοστήν έκτην του μηνός Αυγούστου ημέραν Τετάρτη της εβδομάδος, επροσκλήθην ο υποφαινόμενος Δημήτριος Δελαγραμμάτης, Ειρηνοδίκης και κάτοικος Πάρου, εκπληρών έργα συμβολαιογράφου παρά του κυρίου Αναστασίου Κοντοστάβλου, ασθενούντος, διά να έλθω προς αντάμωσιν του διά να συντάξω το παρόν συμβόλαιον, αυθωρί δε κατά την ενδεκάτην ώραν πρό μεσημβρίας της αναφερομένης ημέρας ήλθον εις ταύτην την πόλιν της Παροικίας κειμένην οικίαν κατά την θέσιν Χάλαρα (Μεσοσπορίτισσα), οπου παρουσιασθέντες οι κύριοι Αναστάσιος Κοντόσταβλος και η σύζυγός αυτού Μαρούσα, Δημόται και κάτοικοι του δήμου Πάρου, κτηματίαι γνωστοί μου και άσχετοι συγγενείας με εμέ, ολιτινες ωμολόγησαν ενώπιον εμού, και των κάτωθεν υποφαινομένων μαρτύρων, ότι με το να ενυμφεύθη ο υιός των Σπυρίδων διά νόμιμον σύζυγον του την κυρίαν Μιρίναν θυγατέρα του Γεωργίου Κατακουζινού κατά τον Ιούλιον του χιλιοστού οκτακοσιοστού εικοστού ογδόου έτους, και επειδή δεν έκαμον εις αυτόν άχρι τούδε προικοσύμφωνον, ητήσαντο… εκ συμφώνου, οι ρηθέντες γονείς του την σύνταξιν του παρόντος προικοσυμφώνου, με το οποίον ομολογούν ότι δίδουν ευχαρίστως και με την ευχήν των προς τον υιόν των Σπυρίδωνα χάριν προικός τα ακόλουθα:

Μίαν εικόνα τιμωμένη Ο Άγιος Σπυρίδων, τον αλευροανεμόμυλον τους κείμενον κατά το βόρειον  παράλιον του λιμένος Παροικίας έξωθεν του Μεγάλου Χωραφιού της Δημοτικής Εκκλησίας Εκατονταπυλιανής μ’ όλα τα εις αυτόν έπιπλα και σκεύη, καθώς είναι και ευρίσκονται τμηματικώς διά δραχμάς τρείς χιλιάδας, την συνεχομένην μ’ αυτόν οικίαν και με τον ψωμόφουρνον και με διάφορα δένδρα, καθώς είναι και ευρίσκεται κείμενον εντός της πόλεως Παροικίας, κατά [το βόρειον παράλιον του λιμένος συνορευομένην με] οικίαν του Τζόρτζη Τζουάννη μ’ εκείνην του Ιωάννη Παπαδόπουλου, με το κηπάριον του Γεωργίου Βιτζαρά και μ’εκείνο του Νικολάου Ψαράκη και με το της  Ειρήνης  Α. Βιτζαρά εκτιμώμενον δια δραχμάς πεντακοσίας. Το πλοίο του Βρατζέρα με τα ημίσια αναλογούντα εις αυτόν έπιπλα και σκεύη, εκτιμώμενον δια δραχμάς διακοσίας, ένα αλώνι του αλευροανεμόμυλου, το οποίον το έχουν εκτός της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, κείμενης κατά βόρειον παράλιον του λιμένος Παροικίας, μίαν κουρούπα του λαδιού κορωνιά, ένα… σούνι σανιδένιο, ένα βαρέλι του κρασιού με σιδερένιο βεργιό, εκτιμηθέντα όλα τα κινητά είδη δια δραχμάς πεντήκοντα.

Όλα τα ρηθέντα κινητά και ακίνητα κτήματα θέλει τα κρατεί εις χείρας του ο αναφερόμενος πατήρ Αναστάσιος Κοντόσταβλος και να καρπούται αυτά εν όσω ούτος ζή, μετά τον θάνατόν του οποίου θέλει τα παραλάβει εις την δεσποτείαν και κυριότητά του ο ρηθείς υιός των Σπυρίδων Κοντόσταβλος, διά να τα κάνη ως θέλει και βούλεται, ως κτήματά του αναπόσπαστα, αναμφισβήτητα και παντοτεινά, παρεκτός του περιβολίου με τα εν αυτώ, το οποίον θέλει το καρπούται η μητήρ του Μαρούσα εν όσω αυτή ζή, μετά τον θάνατόν της οποίας θέλει το παραλάβει και τούτο ο ρηθείς υιός των Σπυρίδων πάντη ελευθέρον εις την εξουσίαν του με την υποχρέωσιν δε του υιού των Σπυρίδωνος, μετά τον θάνατόν του πατρός του, όπου τότε θέλει παραλάβει τον αλευροανεμόμυλον εις την εξουσίαν του, να δίδη κατ’ έτος προς την μητέρα του Μαρούσαν, είκοσι πινάκια αλεύρι κρίθιρον και πινάκια δέκα σιταρένιον, εν όσω αυτή ζή, μετά τον θάνατόν της οποίας θέλει μένει ο ρηθείς υιός των Σπυρίδων ελεύθερος της υποχρεώσεως της αλευρ……. [Και εις ένδειξιν υπεγράφη το] παρόν προικοσύμφωνον έγγραφον εν τη … αναγνωσθέν ευκρινώς και μεγαλοφώνως, εις επήκοον αυτών και των επί τούτων προσκληθέντων μαρτύρων μαρτυρούντων την θέλησιν των λέγω των κυρίων Μάρκου Φ. Κυπραίου, κτηματία και Δημητρίου Εμμ. Σκορδύλη, κτηματία, κατοίκων και δημοτών του Δήμου Πάρου, γνωστών μοι αμφοτέρων και ασχέτων συγγενείας με εμέ και με τους ρηθέντας, υπογράφεται ιδιοχείρως παρά των μαρτύρων μόνον και παρ’ εμού, παρά δε του Αναστασίου Κοντόσταυλουκαι της συζύγου του Μαρούσας δεν υπεγράφθη αγραμμάτων ομολογησάντων είναι.

Μάρκος Κυπραίος μαρτυρώ.

Δημήτριος Εμμ. Σορδύλης μαρτυρώ

Ο εκπληρών έργα συμβολαιογράφου Ειρηνοδίκης Πάρου Δ. Δελαγραμμάτης.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 42χρονος μυλωνάς Σπύρος Κοντόσταυλος.

–1852. Γεννιέται το 1852 η Αγγελική Κοντοσταύλου του Αναστάση. Σύζυγός της ο Παναγάκης Αθ. Παγώνης.

–1856. Γεννιέται το 1856 ο Δημήτριος Κοντόσταυλος του Αναστάση.

–1859. Γεννιέται το 1859 ο Σπύρος Κοντόσταυλος του Αναστάση. Σύζυγός του η Μοσχούλα Μουρλά.

–1860. Γεννιέται το 1860 ο Πέτρος Κοντόσταυλος του Αναστάση.

–1864. Ανταλλαγή ακινήτου. Πάρος, 23 Αυγούστου 1864. Ενώπιον του συμβολαιογράφου Πάρου Βασιλείου Καμπάνη, ο οποίος και συνέταξε το έγγραφο, και ενώπιον των δημοτών Πάρου Νικολάου Ι. Κρίσπη, καθηγητού, και της συζύγου του Μαρουσώς γένους Μαύρου, και του Γεωργίου Αθαν. Μαύρου ως συμβαλλομένων, ανταλλάσσουν τα ακίνητα: Το ζεύγος Κρίσπη το αρχοντικό που ήταν προικώο της συζ΄θγου του Μαρουσώς Μαύρου, και τη συνεχόμενη δεύτερη οικία που είχε περιέλθει από κληρονομιά της κόρης τους Αικατερίνης, στην οποία οι γονείς της παρίστανται ήδη ως νόμιμοι και φυσικοί επίτροποι αυτής από το 1862 όταν είχε υιοθετηθή από την προμήτορά της Γαρουφαλλιά Δ. Δελαγραμμάτη, και μετά τον θάνατό της είχε περιέλθει στην κυριότητα της θυγατέρας του συζύγους Κρίσπη…. Του ενοποιημένου μεγαλοπρεπούς αρχοντικού, δηλαδή δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, λοντά στην οδό της Ελεούσης. Συνορεύει δε με τα σπίτια των: Φραγκίσκο Αλέξ. Καμπάνη, του Παναγιώτη Πάσσου, της Γιακουμίνας Πανταζή Κορωναίου και με δημόσιους δρόμους… Το ανωτέρο ακίνητο το παραχωρούν εις ανταλλαγήν προς τον Γεώργιον Αθαν. Μαύρον…, ο οποίος ομολόγισε ότι δίδει αντί της ρηθείσης οικίας ανταλλακτικώς τα κτήματα που βρίσκονται στις τοποθεσίες Βορεινά Λιβάδια, καθώς και ένα οικόπεδο μέσα στην πόλη της Παροικιάς στην θέση Μεγάλη Βρύση ή Ποταμός, προς εξίσωσιν…

Ως μάρτυρες υπέγραψαν οι συμβαλλόμενοι Νικόλαος Ι. Κρίσπης, η σύζυγός του Μαρουσώ Μαύρου και ανιψιός του Φιλικού Αλεξάνδρου Μαύρου. Ως συνορεύοντες με τα ακίνητα, που ανήκουν πλεόν στο ζεύγος Κρίσπη, αναφέρονται οι: Παναγιώτης Κομνηνός, Κωνσταντίνος Μιχ. Κρίσπης, Κωνσταντίνος Μάρκου Δαμίας, Ιωάννης Δουλφής, Εμμανουήλ Μαρούκας, κληρονόμοι Σπύρου Κοντόσταυλου, Σπύρος Κρίσπης, Βιολέττα Μπιζά και Ιωάννης Ασπρόπουλος.

–1889. Το 1889 γεννιέται ο Κοντόσαυλος Αναστάσιος του Σπυρίδωνα μυλωθρός κάτοικος Παροικιάς.

–1891. Αναστάσιος Κοντόσταυλος (Τζώρτζης), του Σπύρου και της Μοσχούλας, γεννήθηκε στην Παροικιά το 1891 και πέθανε το 1963, μυλωθρός και μετέπειτα βαρκάρης. Σύζυγός του η Μαρουσώ Παπαδοπούλου. Απέκτησαν τον Σπύρο (1921) και τον Μανώλη (1929).

1900. Κοντόσταυλου Μαρουσώ, όνομα συζύγου: Αναστάσιος, Κύριο όνομα και επώνυμο πατρός: Ε. Παπαδόπουλος. Έτος γέννησης: 1900. Επάγγελμα: οικοκυρά.

–1909. Το 1909 γεννιέται ο Κοντόσαυλος Παναγιώτης του Σπυρίδωνα και της Μοσχούλας, μυλωθρός κάτοικος Παροικιάς. Σύζυγος του η Ευαγγελία Λεοντή. Απέκτησαν τον Σπύρο (1934) και τον Γιάννη (1935).

–1921. Γεννιέται το 1921 ο Σπύρος Κοντόσταυλος του Αναστάση και της Μαρουσώς. Σύζυγός του η Ελένη Π. Μπαναλοπούλου. Απέκτησαν την Μοσχούλα και τον Τάσο (1949).

–1923. Το 1923 γεννιέται ο Κοντόσταυλος Σπύρος του Αναστασίου μηχανικός κάτοικος Παροικιάς.

–1929. Το 1929 γεννιέται ο Κοντόσταυλος Εμμανουήλ του Αναστασίου και της Μαρουσώς, ναυτικός κάτοικος κοιν. Παροικιάς. Σύζυγός του η Καλλιόπη Ακίλα. Απέκτησαν την Μαρουσώ το 1963.

–1934. Γεννιέται το 1934 ο Σπύρος Κοντόσταυλος του Παναγιώτη και της Ευαγγελίας.

–1935. Γεννιέται το 1935 ο Ιωάννης Κοντόσταυλος του Παναγιώτη και της Ευαγγελίας. Σύζυγός του η Δέσποινα Αντ. Νίκα.

–1949. Γεννιέται το 1949 ο Αναστάσιος Κοντόσταυλος του Σπύρου και της Ελένης. Σύζυγός του η Ελένη-Ασπασία Κεμπάμπη. Απέκτησαν τον Σπύρο-Τζώρτζη Κοντόσταυλο το 1991.

–1950. Στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Παροικιάς στις 17 Μαΐου 1950 είναι εγγεγραμμένη η Κοντόσταυλου Μαρουσώ (γεν. 1900), όνομα συζύγου Αναστάσιος, όνομα πατρός Ε. Παπαδόπουλος.


–Κοντύλης: Βλέπε Κονδύλης.

 

Κοπανάκης: Το επώνυμο Κοπανάκης είναι πιθανότατα πατρωνυμικός σχηματισμός σε -άκης, κατάληξη ιδιαίτερα διαδεδομένη στα κρητικά επώνυμα, χωρίς όμως οι μέχρι σήμερα παριανές αναφορές να αρκούν για ασφαλή προσδιορισμό της καταγωγής του συγκεκριμένου κλάδου.

Στη Νάουσα συναντούμε τον Νικόλαο Κοπανάκη, ο οποίος γεννήθηκε το 1819 και καταγράφεται ως κτηματίας και κάτοικος Νάουσας. Το ίδιο πρόσωπο αναφέρεται και το 1856 σε έγγραφο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, και πάλι ως κτηματίας κάτοικος Νάουσας.

Οι δύο αυτές αναφορές δείχνουν ότι η οικογένεια Κοπανάκη ήταν εγκατεστημένη στη Νάουσα ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα και ότι ο Νικόλαος Κοπανάκης είχε αποκτήσει θέση κτηματία στην τοπική κοινωνία.

–1819. Το 1819 γεννιέται ο Κοπανάκης Νικόλαος κτηματίας κάτοικος Νάουσας.

–1856. Σε έγγραφο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως αναφέρεται ο κτηματίας κάτοικος Νάουσας Κοπανάκης Νικόλαος.

 

Κοράκης: Το επώνυμο Κοράκης απαντά στην Πάρο σε οικογένεια προσφύγων από τον Γέροντα της Μικράς Ασίας, γεγονός που εντάσσει την παρουσία του στο νησί στο μεγάλο προσφυγικό ρεύμα που ακολούθησε τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Το 1922, στα δημοτολόγια της Νάουσας, καταγράφεται η Κοράκη Φυλακτή του Εμμανουήλ, 45 ετών, οικιακά, γεννημένη στον Γέροντα το 1901. Η αναφορά αυτή αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα γνωστά ίχνη της οικογένειας στην Πάρο και επιβεβαιώνει την προσφυγική της προέλευση.

Η παρουσία των Κοράκηδων στη Νάουσα αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα των οικογενειών της Μικράς Ασίας που εγκαταστάθηκαν στην Πάρο μετά το 1922 και ενσωματώθηκαν σταδιακά στην τοπική κοινωνία.

–1922. Στα Δημοτολόγια Ναούσης η Κοράκη Φυλακτή του Εμμανουήλ, ετών 45, οικιακά, γεννημένη στον Γέροντα το 1901.

 

Κορδάκης ή Κουρδάκης: Πιθανότατα πρόκειται για επώνυμο που εμφανίζεται στην Πάρο με δύο μορφές, Κορδάκης και Κουρδάκης, χωρίς να μπορούμε από τις μέχρι σήμερα γνωστές αναφορές να γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν πρόκειται για έναν ή περισσότερους συγγενικούς κλάδους. Η μορφή Κουρδάκης απαντά και σε κρητικό ονοματολογικό περιβάλλον, γεγονός που παρουσιάζει ενδιαφέρον, ιδιαίτερα λόγω της παρουσίας προσφύγων στην Πάρο κατά τον 19ο αιώνα.

Το 1828 γεννιέται ο Εμμανουήλ Κορδάκης, ο οποίος απεβίωσε το 1863 και ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών. Το 1844 καταγράφεται στον εκλογικό κατάλογο των Λευκών ως 50χρονος γεωργός Εμμανουήλ Κορδάκης, ενώ το 1847 εμφανίζεται στον ίδιο τόπο ως 53χρονος εργάτης.

Παράλληλα, το 1829, στην απογραφή προσφύγων της Νάουσας, αναφέρονται ο Αποστόλης Κουρδάκης, 49 ετών, κρεοπώλης, και η σύζυγός του Δεσποινέτα Κουρδάκη. Η αναφορά αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς καταγράφεται μέσα σε απογραφή προσφύγων και δείχνει ότι το επώνυμο Κουρδάκης υπήρχε στην Πάρο ήδη κατά τα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους.

Οι αναφορές των Λευκών και της Νάουσας αποτελούν μέχρι σήμερα τα βασικά γνωστά ίχνη του επωνύμου στην Πάρο. Η εξέταση των προικοσυμφώνων, των συμβολαιογραφικών πράξεων και των μητρώων των δύο περιοχών θα μπορούσε να δείξει αν οι Κορδάκηδες των Λευκών και οι Κουρδάκηδες της Νάουσας ανήκαν στην ίδια οικογένεια ή σε διαφορετικούς κλάδους.

–1828. Το 1828 γεννιέται ο Κορδάκης Εμμανουήλ. Απεβίωσε το 1863. Ήταν εγγεγραμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινώτητας Λευκών.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Αποστόλης Κουρδάκης 49 ετών κρεοπώλης και η σύζυγός του Δεσποινέτα Κουρδάκη.

–1844. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών το 1844 είναι εγγεγραμμένος ο 50χρονος γεωργός Εμμανουήλ Κορδάκης.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 53χρονος εργάτης Κορδάκης Εμμανουήλ.

 

–Κορδονέλλης: Το επώνυμο Κορδονέλλης πιθανότατα συνδέεται με το γενουατικό Cordonelli, σχηματισμό που παραπέμπει στη λέξη cordone, δηλαδή «κορδόνι», με την κατάληξη -elli, χαρακτηριστική σε αρκετά γενουατικά επώνυμα. Η οικογένεια εμφανίζεται στις Κυκλάδες ήδη στη Νάξο, όπου υπήρχε κλάδος καθολικού δόγματος, ενώ μια παλαιότερη παράδοση συνδέει την οικογένεια με τη Μικρά Ασία, τη Μυτιλήνη και στη συνέχεια τη Νάξο. Υπάρχει επίσης η εκδοχή ότι το αρχικό επώνυμο ήταν Κορδόνης, το οποίο μεταπλάστηκε στη Λέσβο και αργότερα πήρε τη μορφή Κορδονέλλης. Οι εκδοχές αυτές χρειάζονται ασφαλώς περαιτέρω αρχειακή τεκμηρίωση.

Ο παριανός κλάδος εγκαταστάθηκε στη Νάουσα το 1945, όταν ο Ιωάννης Κορδονέλλης ήρθε από τη Νάξο και παντρεύτηκε τη Μαριγώ (Μαρία) Μαλαματένιου. Σύμφωνα με την οικογενειακή μαρτυρία, με τον γάμο απέκτησε ως προίκα ένα διώροφο σπίτι στο Κάστρο της Νάουσας, δίπλα στον Άγιο Γεώργιο των Καθολικών. Το κτίριο παρουσιάζει ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον, καθώς κατά τον 17ο και 18ο αιώνα φέρεται να είχε χρησιμοποιηθεί ως ρωσικό προξενείο (Consulato).

Από τον γάμο του Ιωάννη και της Μαρίας γεννήθηκαν ο Παράσχος (Παρασκευάς), ο Ανδρέας και ο Αργύρης, ο οποίος πέθανε σε ηλικία μόλις τριών ετών από ασθένεια.

Ο παριανός κλάδος συνεχίζεται στη Νάουσα. Το 1967 ο Παρασκευάς Κορδονέλλης, κάτοικος Νάουσας, παντρεύτηκε τη Μαργαρίτα Ζουμή, ενώ το 2014 καταγράφονται στη Νάουσα ο Παρασκευάς Κορδονέλλης και η Μαρία Κορδονέλη.

Η ιστορία των Κορδονέλληδων αποτελεί ένα ενδιαφέρον παράδειγμα οικογένειας με πιθανές δυτικές και μικρασιατικές διαδρομές, η οποία πέρασε από τη Μυτιλήνη και τη Νάξο και τελικά δημιούργησε τον παριανό της κλάδο στη Νάουσα, προσθέτοντας ακόμη ένα διαφορετικό οικογενειακό ίχνος στην πολυσύνθετη ιστορία της Πάρου.

–1945. Ο γεννήτορας του παριανού κλάδου των Κορδονέλλη ήρθε το 1945 από τη Νάξο, ο Ιωάννης Κορδονέλλης, παντρεύτηκε την Μαριγώ (Μαρία) Μαλαματένιου και πήρε προίκα διώροφο σπίτι στο κάστρο της Νάουσας (δίπλα στον Αϊ Γιώργη των Καθολικών). Αυτό το σπίτι ήταν το 17ο και 18ο αιώνα προξενείο (Consoulato) των Ρώσων. Τέκνα αυτών οι Παράσχος (Παρασκευάς), Ανδρέας και Αργύρης ο οποίος πέθανε 3 ετών από αρρώστια.

–1967. Παρασκευάς Κορδονέλλης κάτοικος Νάουσας, παντρεύτηκε το 1967 την Μαργαρίτα Ζουμή.

–2014. Παρασκευάς Κορδονέλλης και Μαρία Κορδονέλη κάτοικοι Νάουσας το 2014. 


–Κορνιλάκης: Κρητικής καταγωγής

–1931. Έγγραφο του έτους 1931 αναφέρει τον Κορνιλάκη ….

 

Κορολόγος:

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 32χρονος στρατιωτικός Κορολόγος Ιωάννης.

 

Κοροναίος: Βλέπε Κορωναίος


–Κορονέλος ή Κορονέλλος Coronello: Οικογένεια Καθολικού δόγματος. Παρωνύμιο, στρατιωτικός βαθμός. Οι Κορρονέλλοι ήταν Καθολικοί εβραϊκής καταγωγής από τη Segovia της Ισπανίας. Τοποτηρητής του θρόνου του Εβραίου «δούκα» του Αρχιπελάγους Ιωσήφ Νάζη υπήρξε ο Francischo Coronel ή Coronello στη Νάξο (1566-1579). Το γεγονός ότι ο Coronello ήταν Εβραϊκής καταγωγής και συνάμα χριστιανός Καθολικός το θρήσκευμα, δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για καλές σχέσεις της νέας αρχής τόσο με τους Εβραίους εποίκους όσο και με τους παλαιότερους εγκατεστημένους Δυτικούς κατοίκους του νησιού.

–1675. Στην 1η Νοεμβρίου 1675. Σε επιστολή ο Φραγκίσκος Χαμερλάτος αποστέλλει στην Ρώμη κατά του αρχιεπισκόπου, του τοποτηρητή Ολιβίου Σομμαρίπα και του σκευοφύλακα Φραγκίσκου Κορονέλλου κατηγορεί αυτούς και τους μεν δυο πρώτους καλεί  «ατιμωτάτους ζώντας μετά παλλακών, τον δε τρίτον μαστροπόν αυτών και πολλά άλλα άσχημα έγραφε. Η επιστολή εγράφει εις τον εν Γαλλία εντολοδότη πατέρα Βοκίλλη αλλά δεν δόθηκε ανοιχθείσα καθ’οδόν επεστράφη εις Νάξο και εδόθη εις τον αρχιεπίσκοπο.

–1680. 7 Ιανουαρίου 1680. Ο ηγούμενος της Μονής της Νάξου Πατήρ Gaspard Emmanuel απέστειλε προς τους Παρίους την κατωτέρω επιστολή: «Άρχοντες Παριανοί χερετώ σας εγώ ταπεινός δούλος και παλαιός φίλος.

Σαράντα χρόνους εδουλέψαμεν της χώρας και του νησιού σας όλοι οι πατέρες και εγώ και μίδε διά την πανουκλαν μίδε διά την μάχη μίδε διά την πίναν δεν εφίκαμεν ποτέ τον τόπον σας όσαν καλού χωράφι αδούλευτον και εσείς διά να μας έχετε πάντα έδοκετε μας κομμάτι από το λιβάδι της Καταπολιανής σας οπού να κτίσωμεν μοναστήρι κοντά εις την Εκκλησίαν αλλά εφοτισεν ο Θεός καλύτερα τον αφέντη Κοντίλη και μας έδοκεν την εκκλησία όπου είχε χτισμένη του Αγίου Νικόλα και με το κομμάτι από το χωράφι όπου μας χάρισε ο αφέντης Γιανουλάκης Δαργέντας και το καντούνι όλο που αγοράσαμε και με τον μίλον χαλασμένο εσκάψαμε θεμέλιον μοναστηριού απ’ αυτά φαίνεται φανερά η όρεξις μας ακομα τώρα επαρακαλέσαμεν του εκλαμπρότατου αφέντη Χρουσάκη Κορονέλο και μας έδωκε τα χωράφια όπου ντόνε του ποτέ αφέντη Μαρκαντώνη Γιγλιού εις την Πάρο και από την Σαντορίνη έχει ορισμόν από τον προεστό μας να έλθει ένας πατέρας να σας κάμει τες διδαχές της σαρακοστής εις κοντολογιαν δεν σας εφηκαμες ποτέ.

–1738. Καταγραφή [Παροικιά, 13 Νοεμ. 1738] της περιουσίας της Ευαγγελίστριας, κτήματα τους γειτονεύουν με τα κτήματα της Ευαγγελίστριας, Χρουσάκης Κορονέλος.

 

–Κορρές: Καταγωγή από την Νάξο.

1954. Γεώργιος Κορρές, Δάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Νάουσας.

 

Κορτέσης: Γεννάρχης του παριανού κλάδου ο Δημήτριος Κορτέσης (1860) ο οποίος παντρεύτηκε την κόρη του ιατρού Λεωνίδα Βενιέρη, Αικατερίνη.

–1860 Γεννιέται το 1869 η Αικατερίνη Βενιέρη του Λεωνίδα και της Ολυμπιάς. Σύζυγός της ο Δημήτριος Κορτέσης (1860) και τέκνα τους ο Γιάγκος (1896), ο Πλουτώ (1898), η Ολυμπιάς (1899), ο Λεωνίδας (1900) και η Χαρίκλεια (1902).

–1896. Γεννιέται το 1896 ο Γίαγκος Κορτέσης του Δημητρίου και της Αικατερίνης.

–1898. Γεννιέται το 1898 ο Πλουτώ Κορτέσης του Δημητρίου και της Αικατερίνης

–1899. Γεννιέται το 1899 η Ολυμπιάς Κορτέση του Δημητρίου και της Αικατερίνης.

–1900. Γεννιέται το 1900 ο Λεωνίδας Κορτέσης του Δημητρίου και της Αικατερίνης.

–1902. Γεννιέται το 1902 η Χαρίκλεια Κορτέση του Δημητρίου και της Αικατερίνης.


–Κορτιάνος ή Κουρτιάνος ή Κουαρτάνος: Βενετική οικογένεια από το παρωνύμιο Quarto -ino, γνωστό σε όλη την Ιταλία. καθολικής καταγωγής, με οικόσημο με τις τρεις εποχές, για την οικογένεια Κορτιάνου δεν υπήρχε τέταρτη εποχή, quarto no. Το οικόσημο του φέρει σήμερα ο Νικόλαος Αγγ. Κορτιάνος. Η οικογένεια Κορτιάνου πιθανότατα ήρθε στην Πάρο μέσω Κέρκυρας.

Σύμφωνα με τον μελετητή Ιάκωβο Ναυπλιώτη-Σαραντινό, το επίθετο πιθανότατα να προέρχεται από το ιταλικό Guardano που σημαίνει Επιστάτης.

Στην Κρήτη γνωστό με τους τύπους Κουρατάνος, Καρτάνος, Κουαρτάνος. Ιωαννίκιος Καρτάνος σε έγγρ. του 1550. Johannes Quartanus Cretensis πτυχιούχος του Πανεπιστημίου της Padova το 1581. Νικόλαος Κουαρτάνος (1610) καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Padova. Μαρούσα κόρη του ποτέ Magn. Luca Quartano από το Ρέθυμνο 1630. κ.α.

Η πειρατεία, η ναυτιλία και η καλλιέργεια της γης σύντομα διαμόρφωσαν όπως σημειώνεται κάπου μια ντόπια τάξη ολιγαρχίας, στην οποία προσχώρησαν και οι εξελληνισθέντες παλαιοί Βενετοί φεουδάρχες. Εμφανίζονται δηλαδή οι αρχοντικές οικογένειες, που διέθεταν αρκετή κτηματική περιουσία, χρήματα, καράβια, ανεμόμυλους, μοναστήρια και αξιώματα, όπως Μαυρογένη, Κονδύλη, Κρίσπη, Χαμάρτου, Γεράρδη, Βατιμπέλα, Κορτιάνου, Μαλατέστα, Δελαγραμμάτη, Ναυπλιώτη, Καμπάνη κ.α.

O Εμμανουήλ Σαγκριώτης σημειώνει, Εντεύθεν προκύπτει ότι πλείσται Ενετικαί οικογένειες γνωριζόμεναι εκ των ονομάτων ησπάσθησαν την Ορθοδοξία ως οι Μαλατέσται, Κορτιάνοι, Βεντούροι, Γαβαλά, Βιτσαρά, Δαβερώνα, Δελέντα και άλλοι γινόμενοι, μάλιστα, ως εικός, οι φανατικότεροι των Ορθοδόξων.

–1663. Δωρεά κληροδοτήματος μοναχής Καλήστρατης στου πατέρες Ιησουήτες ARSI, Gallia 105, 1 φ. 457.

Εις δόξαν Χριστού αμήν 1663 ιούλιος 11.

Έστοντας και ποτέ λυρά Καλήστρατη μοναχή και να αφήση δια την ψυχήν της στα μοναστήρια του αγίου όρους ήγουν στην λάβραν και στην ασημόπετραν δυο σπιτια κατώγια με το εκλησιαδάκι του μέγαν Ταξιάρχην και με τα δικαιώματά των απόξω από το υγιαλόν και να των αφήση και 12 γρόσια να πλερόνουσι χαράτζι της αφεντίας και νάναι σήμερον 25 χρόνοι και επέκεινα και κανείς από τα μοναστίρια να μην τα γυρέψουν μόνον εχαλασθήκασι και αφτώονται και η εκκλησία να γίνη ωσάν αχούρι και ο κόσμος να πλερόνη τόσους χρόνους τοχαράτζι και να ζημιονούμεθα εις τούτο εμάθαμε πως οι πατέρες οι γεζουίταις (Ιησουήτες) θε να έρθουνε και κτίσουνε εδώ μοναστήρι δια την ψυχήν τως ήγουν ο προεστώς πατέρας γάσπα εμανουήλ (Γασπάρο Εμμανουήλ) από την συντροφίαν του Ιησού και να πάρη και άλλους τόπους εκέι κοντά εις τα άνωθεν χαλάσματα εις τούτο εθελήσαμεν εμείς οι υποκάτωθεν υπογεγραμμένοι παπάδες και γέροντες και η επίλοιπη κομουνιτά (κοινότητα) του καστελίου αγούση (Ναούσης) και δίνομεν του αυτού πατέρα τα άνωθεν σπίτια και τα δικαιώματά τως όλα και δίνομεν τους και το χαράτζι (κεφαλικός φόρος) γρόσια 12  δια να μην τα χάνη η χώρα από την σήμερον να τα κτίση να τα κάμη ως θέλει και βούλεται ωσάν καθολικά πράγματα εδικά του να τ’άχουσιν ως τον αιώνα του αιώνος που να στέκη ο κόσμος και κανείς να μην τους τα πέρνη ποτέ και εμείς όλοι μας να τους μαντινιέρωμεν (ιτ. =συντηρούμε) τους άνωθεν πατέρες σε παντοτινόν και αναπαμένον ποσέσο (ιτ. =αναμφισβήτητη κατοχή).

Δια το αληθές γράφομεν και ιδιοχείρος μας όσοι ξεύρομεν και όσοι δεν ηξεύρομεν βάνομεν άλλους να γράψουσιν δια λόγου μας.

Παπα αντώνις στέργω τα άνωθεν (δεν αναφερεται επωνυμο)

Σκελλάριος αγούσης (Σακελλάριος Ναούσης) στέργω τα άνωθεν και επίτροπος

Παπα δημήτρις τριαντάφυλος (Τριαντάφυλλος, πρώτη μαρτυρία) στέργω και επίτροπος

Παπα νικόλαος κρουτιανός στέργω (Κορτιάνος, πρώτη μαρτυρία)

Παπα δημήτρις γαρατιάς στέργω (ίσως Γρατσίας)

Πρωτόπαπας στέργω

Γαβριήλ ιερομόναχος στέργω

Γεώργις Μοσκωνάς στέργω (Μοσχονάς, γνωστό από το 1639).

Ιωάννης σκουτάριος στέργω και επίτροπος (πρωτη μαρτυρία)

Μαστρο γληγόρις μπηρμπηνιας στέργω και επίτροπος (Πιρπινιάς ή Περπινιάς, μαρτυρείται  από το 1652)

Ανεγνώστης Σκορδήλης στέργω (Σκορδίλης, γνωστό από το 1606 )

Παπα Θεόδωρος στέργω

Κωνσταντής Μοστράτος στέργω (μαρτυρείται από το 1658)

Παπα Τζάνες Καλέργης στέργω (μαρτυρείται από το 1652)

Παπα Χριστόφορος στέργω

Γιαννούλης Μπρούτος στέργω (μαρτυρείται από το 1658)

Νικόλα Μαραπότζο στέργω (πρώτη μαρτυρία, γνωστό ως τον 19ο αι.)

Αποστόλης Ραγούσης στέργω (μαρτυρείται από το 1501)

Ανδρέας Ακριβός στέργω (μαρτυρείται από το 1613 μέχρι τον 18ο αι.)

Βασίλης Σαλονικαίος στέργω (μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 18ο αι.)

Δημήτρης Μαλατέστας στέργω (μαρτυρείται από το 1610)

Μιχέλης Ακριβός στέργω (μαρτυρείται από το 1613 μέχρι τον 18ο αι.)

Γεώργις Πιρπηνιάς στέργω (μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 19ο αι.)

Δομένεγος Μεδρινός στέργω (Μενδρινός, μαρτυρείται από το 1610)

Τζόρτζης Μαρκαδιάντος στέργω (Πρώτη αναφορά, γνωστό μέχρι τον 19ο αι.)

Νικόλας Κουρτιάνος στέργω (πρώτη αναφορά)

Γεώργις Φωκάνας στέργω (ίσως Φωκιανός)

Ανεγνώστης Μπελόνιας στέργω (πρώτη αναφορά, γνωστό μέχρι τον 20ο αι.)

Γεώργις Μαλατέστας στέργω

Τζανίς Μαλατέστας στέργω (γνωστό από το 1610)

Φρατζέσκος Καλέργης στέργω (Καλλέργης, γνωστό από το 1652)

Ιωάννης Ραγούσης στέργω (γνωστό από το 1501)

Ιωάννης Γρατσίας στέργω (πρώτη μαρτυρία)

Γεώργιος Σαλονικαίος (μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 18ο αι.)

 και νοτάριος του καστελίου Άγουσας (Νάουσας) έγραψαμεν με θέλημα της κομουνιτάς και στερεώνω τα άνωθεν και τα όπισθεν.

–1674. Γράφει ο ιστορικός της καθολικής κοινότητας Νάξου Ι. Μαρκόπολις, «Δια την χαρμόσυνον είδησιν εγκαταστάσεως των Καπουκίνων στην Νάουσαν, οι κάτοικοι της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατασυγκινηθέντες από τα επαγωγά διδάγματα των πατέρων Καπουκίνων, προέβησαν εις επανειλημμένας ενεργείας παρά τοις αρμοδίοις δια την μονίν εγκατάστασιν των πτωχών της Ασσίζης εις την πόλιν των. Επί μακράν σειράν ετών εξακολουθούν να απευθύνουν εγγράφους αιτήσεις προς τας προϊσταμένας αρχάς του τάγματος δια την εκπλήρωσιν του κοινού πόθου των. Επί τέλους το 1674 η αίτησις των εγένετο αποδεκτή. Απερίγραπτος υπήρξε η χαρά και πρωτοφανής ο ενθουσιασμός των κατοίκων της Ναούσης δια την χαρμόσυνον είδησιν περί οριστικής εγκαταστάσεως των Καπουκίνων εις την κωμόπολιν των. Επ’ ευκαιρία του ευφροσύνου αγγέλματος προσύλθον διάφοροι ορθόδοξοι ιερείς και οι προύχοντες της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, ενώπιον του Γάλλου υποπρόξενου , και υπέγραψαν το έγγραφον. Εις δόξαν Χριστού αμήν. Εν έτει 1674 Δεκεμβρίου 25, εν κάστρω Νάουσας, όλοι ομόγνωμα και ομονιασμένοι προσμένουμε τους αιδεσιμοτάτους πατέρες να έρθουν εδώ να κτίσουν ένα μοναστήρι και δια σημάδι και βεβαίωσιν πως τους δεχόμαστε με κάθε μας καρδίαν και πολλά μετά χαράς υπογράφομε το παρόν γράμμα οι υποκάτωθεν υπογεγραμμένοι…» (υπογράφουν 12 ορθόδοξοι ιερείς και δυο καθολικοί, ο π. Λεονάρδος Φρέρης εφημέριος του Αγίου Γεωργίου Νάουσας και ο π. Δομένιος Κρίσπης. Και 40 πρόκριτοι εκ των οποίων οι αδερφοί Γιράρδοι κ.α.). Ο Σακελλάριος Ναούσης, ο Σκευοφύλαξ Ναούσης παπά Νικόλαος Κορτιάνος, Πρωτόπαπας, Ηλίας ιερεύς και Σακελλάριος Ναούσης, Πρωτοσύγκελος Νικόδημος ιερομόναχος, παπα Νικόλαος Ρούσης (ίσως Ρούσσος), Παπα Δημητρης, Παπα Θεόδωρος Πατελάς (ίσως Πατέλης), Παπα Τζάνες Καλούργης (Καλλέργης), παπα Χριστόφορος, Παπα Γιώργης Πουλός, Θεόδωρος …, παπα Νικολός Μαρκαντάτος, Ανεγνώστης Ρινιέρης (Ρενιέρης), Ανδρέας Καλούργης (Καλλέργης), Ιωάννης Κορτιάνος, Ιωάννης Ντελαγραμμάτικας, Γιωάννης Νταμουλής, Γιάκουμος Ρούσος (Ρούσσος), Γεώργης Καλλέργης,  PRE Domenico Crispo, Νικηφόρος Γεράρδης, Μιχελέτος Σπυρίδος, Αντώνης Μαλαξός, Ανδρέας Σμυρνιός, Φρατζέσκος Γρίσπος, Γεώργης Σαλονικιός, Τζάνες Καζανόβας, Ιωάννης Λευκαρός, Μιχέλης Σαλονικιός, Marco Foscolo, Ιωάννης Μοσκονάς, Αντώνης Γρυπάρης, Ιωάννης Σκούταρης, Φρατζέσκος Καλέργης, Ανεγνώστης Καρτιάνος, Γεώργης…, Ντεμενεγος Μεντρινός (Μενδρινός), Δημήτρης Στοφιλάς, Αντώνης Γρυπάρης, Γεώργης …, Δημήτρης …, Γεώργης …, Γεώργης Αλαβάνος, Δημήτρης Βασταζής, Νικολής Μπάρμπερης, Δημήτρης …, Μπατίστας Γεράρδης, Νικόλαος Γεράρδης.

–1675. Στις 15 Μαΐου 1675. Σε επιστολή Ναουσαίων προς τον πρεσβευτή των Γάλλων, αιτώντας Καπουκίνους πατέρες  υπογράφει ο Ιωάννης Κορτιάνο.

–1675. Στις 18 Ιουνίου 1675. Έγγραφο για την καθολική μονή του Αγίου Αθανασίου στη Νάουσα αναφέρει: ένα δεόμεθα υπέρ αυτού, προσετι εδέχθημεν δωρεάν κήπου γειτονικόν και άλλον δωρηθέντα ημίν παρά του Γιακωμάκη Κουρτιάνου (Έλληνος της θρησκείας).

–1675. Στις 24 Ιουνίου 1675. Σε έγγραφο των Καθολικών Μοναχών αναφέρει ότι: «τη πρωία ενεπήχθη ο σταυρός του μοναστηριού ημών (Αγίου Αθανασίου Νάουσας) παρά του πατρός Σεραφείμ του εκ Ριόν και Ιλαρίωνος του εκ Βιττέλης, εν τω μέσω του κήπου ον εδώρισεν ημίν ο Γιαννάκης Κουρτιάνος παρουσία του ιερέως Λεονάρδου Φρέρη τοποτηρητού εν Πάρω, του ιερέως Δομίνικου Κρίσπου και Νικηφόρου Γιράρδη.  

–1694. Ο οικονόμος και καντζελλάριος Ριτζέρης Κουρτιάνος συντάσσει έγγραφο Ναούσης στις 4 Δεκεμβρίου 1694.

–1713. Ο ιερέας και κοινός επιγραφεύς Γεώργιος Καλλέργης, Επιστάτης, μαζί με άλλους, της περιουσίας του Νικολάου Κορτιάνου, σύμφωνα με την διαθήκη του που συντάχθηκε στο Καστέλλι της Νάουσας στις 25 Μαΐου 1713.

–1719. Προικοσύμφωνο Γληνάκη Αξιώτη και Μαργαρίτας Αλιπράντε

(Καστέλλι Ναούσης, 21 Ιανουαρίου 1719)

Πάρος, Καστελλίω Νάουσα 21 Ιανουαρίου 1719. Εις δόξαν του παντοδύναμου και ζώντος Θεού. Εις την πρεσβείαν της αυτού μητρός, του αγίου μεγαλομάρτυρος Προκοπίου και πάντων των αγίων.

+Έθος παλαιόν και νόμος εδόθη παρά Θεού Παντοκράτορος προς το πληνθητικών (sic) των ανθρώπων, την ευλογίαν ενέλαβον ο Αβραάμ και η Σάρρα ελθέτω και όσοι τους νύν συμφωνούντας την σήμερον ήλθον εις συνίβασιν υπανδρείας τα δύο μέρη από το εν μέρος ο μαστρο Γλημάκης Αξώτης και από το έτερον η κερά Μαρούσα γυνή του ποτέ Μιχαήλ Αλιπράντε έχων η ρηθείσαν Μαρούσα θυγατέραν ονόματι Μαργαρίτα όπως την λάβη ο ρηθείς Γλημάκης διά γυναίκαν του νόμιμην και ευλογητικήν καθώς προστάζου οι θείοι και ιεροί νόμοι των θειων κανόνων εν πρώτοις και διά χάριν ποιρκός τάζει η κερά Μαρούσα της θυγατρός αυτής πρώτον τας ευχάς του Δεσπότου Χριστού και της Παναγίας, των γονέων της του πατρός της και την εδικήν της έπειτα της δώνει την εικόνα της Παναγίας το Γενέσιον να την εορτάζουν διά ψυχικήν των σωτηρίαν τα σπίτια όλα ανώγια και κατώγιον κάτωθεν και το αργαστήρι κάτωθεν των αυτών σπιτιών περό να της δώνη ο γαμπρός της ο μαστρο Γλημάκης ρεάλια μετρητά είκοσι πέντε, νούμερο ρεάλια 25- να τα κάνη ως βούλεται. Δύο τηλάρια, σεντόνια ζεύγη πέντε, κουρτίνες δύο, ένα πάπλωμα, πολίτικο μαξελάρια ζεύγη τέσσερα με τα ντύματάν τως από τις φορεσιές ης μπουστομάνικα ζευγη πέντε, τα τρία μεταξωτά μπουστομπράτζολα ζεύγη τρία χρυσά, κάρτζες ζευγη δυο κόκκινες, το ένα χρυσές και το άλλο σκλέτες, δύο ζεύγη μάνικες βελούδες, ένα καβάδι τζαητουνί να το κάμη ρούχο, τέσσερα κομμάτια δακτυλίδι μισή ντουζίνα περονοκούταλα ασημένια και μίαν κούπα ασημένη, ένα λύχνος της βίδας, μίαν ντουζίνα πιάτα και έξι απλάδενες του Αγκώνα, ένα χάλκωμα μικρό και ένα τηγάνι, δύο κασέλες, ένα τραπέζι το μεγάλο, ένα κατρέπτη μεγάλο μαύρο, μίαν τουζίνα πετζέτες και ένα ταβλομάντηλο, ένα βατζέλι μαρμαρένιο, από δε τα εξωτικά, το αμπέλι εν τη θέσει Κούμπαρένιος πλησίος Γεωργάκη Λευκάρου, τα χωράφια εν τη θέσει Αμπελά όλα, πλησίον του Ιωάννου Βασιλειόπουλου, το χωράφι εν τη θέσει Ξιφάρας με όλας του τα δικαιώματα, πλησίον Γερμάνου Κοντιτζά και ένα κρασοβούτζι, άλλο και την ευχήν της. Από δε το έτερον μέος ο μαστρο Γλημάκης πρώτον τας ευχάς του Δεσπότου Χριστού και της Παναγίας και των γονέων του το χωράφι εν τη θέσει Προκόπου, πλησίον Αγγελετάκη Νταμία, το έχει αγορά από την Κατερίνα του Ιωάννου Νταμία, έτερο χωράφι εν τη θέσει Βορού, πλησίον Ιωάννου Ντελέντα, ένα κομμάτι αμπέλι εν τη θέσει Μαράθι, πλησίον Δημήτρη Αναπλιώτη, ένα χάλκωμα της ρακής και ένα μικρό και οκτώ σαχάνια τρία παπλώματα πολίτικα, δύο πεύκια, ένα ζευγάρι μπουστομάνικα μεταξωτά και ρεάλια μετρητά τριακόσια, νούμερο ρεάλια 300. Άλλο και την ευχήν των γονέων του. Ξεκαθαρίζοντας τέρμεν δύο χρόνους με τον ερχομόν του να στεφανωθού ή και πρωτύτερα έλθει να έχει άδειαν να στεφανώνεται ειδέ και παντρευτεί ο Γλημάκης να παίρνη η κοπέλα από τα τίποτις των πενήντα γροσώ πράγμα ο μόνμπλιλέ (μόμπιλε), ο στάμπλιλέ είδε και πανδρευτή η κοπέλα να πάρη ο Γλημακης από των πραγμάτων της πενήντα γροσώ πράγμα.

Ακόμα λέσει και ετούτην  την κοντετζιόν, όντας έλθη το θέλημα του αφέντη του Θεού να στεφανωθού και αποβιώσου χωρίς να αφήσουν κληρονόμους να πηγαίνουν τα άνω γεγραμμένα πράγματα εις τους πλέον σιμωτέρους των συγγενών τος μην εξουσιάζοντας άλλο η νύμφη πάρεξ είκοσι γροσώ πράγμα να αφήνη διά την ψυχήν της ο στάμπιλε ο μόνμπιλε και ούχι περισσότερο, εις τούτο είναι στερκτή και τα δύο μέρη. Και εις ένδειξιν εγεγόνει το παρόν διαμαρτυρικόν των κάτωθεν αξιοπίστων και παρακαλετών μαρτύρων εις ασφάλειαν. Ακόμα δώνει η κερά Μαρούσα της θυγατρός της τις μάνδρες και σπιτότοπους κείμενες εις την Βρύση.

Διαμάρτυρας Γεώργιος Μοσχονάς.

Ιωάννης Κορτιάνος μάρτυρας παρακαλετός

Anduano Afermo quanto [di] sopra [=βεβαιώνω ως άνωθεν]

Ιωάννης μάρτυρας παρακαλετός ο Μαλατέστας

Τζάνες ο Καλλέργης πιστώς γέγραφα.

–1719. Η Παναγία Φανερωμένη ήταν ιδιοκτησία του άρχοντα Ιωάννου Κορτιάνου, προικοσύμφωνο Καστέλλι Νάουσας 15 Οκτ. 1719 ο ανωτέρω αφέντης δίδει στην κόρη του Μαργαριταράκη «αρχή την Φανερωμένη την Κοίμηση με ιερά και χαρτιά και ασημικό. Τα εμισά εδικάν του».  Το προικοσύμφωνο του άρχοντα Ιωάννη Κορτιάνου μας κάνει γνωστό ότι ο μητροπολιτικός ναός της Νάουσας ήταν ιδιοκτησία του.

"Προικοσύμφωνο Ριτζεράκη Κουρτιάνου και Μαργαριταράκη"

Καστέλλι Ναούσης, 15 Οκτωβρίου 1719

"Ο εντιμότατος αφέντης Ιωαννάκης Κορτιάνος" δίδει στην κόρη του Μαργαριταράκη "πρώτον τας ευχάς του αφέντη Χριστού και της Θεοτόκου, είτα των γονέων του και την ιδικήν του αρχή της κυρία Φανερωμένη την Κοίμηση με ιερά και χαρτιά και ασημικό. Τα εμισά εδικάν της"

Και ο μέλλων σύζυγός της Μαργαριταράκης ο "ευγενής Ριτζεράκης Κορτιάνος" (το 1724 είχε χειροτονηθεί ιερέας) δίδει "έτι την εκκλησίαν της Αγίας Παρασκευής με ιερά και χαρτιά".

Ο γάμος τους ίσως έγινε το 1720.

Η παλιά εκκλησία ήταν κτίσμα των αρχών του 16ου αι. και κατεδαφίστηκε το 1883 για να κτιστεί η σημερινή εκκλησία απο το 1884 όπου τελείωσε το 1896

–1724. Προικοσύμφωνο Ιωάννου Βασάλου και Αννέζας Κορτιάνου, Νάουσα, 27 Σεπτ. 1724.

–1724. Ο οικονόμος και καντζελλάριος Ριτζέρης Κουρτιάνος υπογράφει έγγραφο Ναούσης στις 18 Οκτωβρίου 1724, «αλλαξιάν κτημάτων».

–1751. Στα 1751 κατείχε το οφίκιο του σκευοφύλακα ο παπα Ρεντζέρης Κουρτιάνος.

–1751. Σε έγγραφο στις 4 Νοεμβρίου 1751 αναφέρεται ο Σκευοφύλαξ Κορτιάνος με μία μάντρα εις τη Βρύση.

–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου 1755 μαρτυρείται ο Θοδωρής Κορτιάνος και ο σκευοφύλακα Νάουσας Κορτιάνος.

–1755. Σκευοφύλαξ Κορτιάνος στις 8 Φεβρουαρίου 1755 αναφέρεται στην μεταλλαγή του Αγίου Ανδρέα.

–1756. Ο Σκευοφύλαξ Κορτιάνος αναφέρεται σε έγγραφο του 1756.

–1810. Στον Ντριό, όπου ναυλοχούσε ο τουρκικος στόλος με αρχηγό τον Χατζή Χουσεήν Μπέη «και σερασκέρη [αρχιναύαρχο] της άρσπης θάλασσας [Αιγαίου Πελάγους]», και με την παρουσία του Μητροπολίτη Παροναξίας Νεοφύτου Λαχοβάρη (1780-1811), ο οποίος «μαρτυρεί και βεβαιοί», διευθετήθηκε η διαφορά μεταξύ της Αυγουστινιώς, «γυνής του ποτέ Φραντζέσκου Νταμία», ιδιοκτήτριας της μονής του Αγίου Μηνά στο Μαράθι, και των αδελφών, οικονόμου Ναούσης Νταμία και Μάρκου Νταμία, ζητώντας, η πρώτη, να εφαρμοσθούν τα όσα διαλαμβάνει η διαθήκη της και «να μην αποτολμήση τινάς ίνα παραβαρύνη το άνωθεν μοναστήριον…».

Έτσι, με το ανωτέρω σούλφι (συμβιβασμός, συμφωνία) που συντάχθηκε «Εις Τριόν» 7 Αυγούστου 1810, στο χοζούρι (αναπαυτήριο, γραφείο) του Χουσεήν Μπέη, κανονίσθηκε ώστε το μοναστήρι, «ομού και ο Μαρκάκης», να δίδουν στην Αυγουστινιώ «τριάντα γρόσια τον καθέκαστον χρόνον και πέντε οκάδες μέλι και μισή οκά κερί….».

Το έγγραφο, που απευθύνεται προς τους προεστούς της Πάρου, υπογράφουν, μεταξύ άλλων, οι Πέτρος Μάτζας Μαυρογένεης, Νικόλαος Καλαβρός, κοινός επιστάτης, Τζάνες Κορτιάνος, Μαν. Μαλατέστας.

–1816. Σε προικοσύμφωνο στις 22 Οκτωβρίου 1816 αναφέρεται η Ανθούλα γυνή πάλε ποτέ Ιάκωβου Βαβανού, όπου πάντρεψε το 1812 τον γιό της με την θυγατέρα του πάλε ποτέ Περούλη Ρούσσου ονόματι Αντωνία, αναφέρεται ο Καντζελάριος Ιωάννης Κορτιάνος.

–1820. Σε προικοσύμφωνο στις 11 Ιανουαρίου 1820 αναφέρεται ο κυρία Μαργαρίτα γυνή του πάλε ποτέ Ιωάννη Μπελόνια και ο γιός της Γεώργιος Μπελόνιας, από το έτερο μέρος η Παναγιώτα γυνή ποτέ Νικολάου Μωραΐτη έχωντας θυγατέρα ονόματι Ελισάβετ. Αναφέρεται ο Καντζελάριος Νάουσας Κορτιάνος  Ιωάννης.

–1820. Λογαριασμός των Απεσταλμένων της Κωνσταντινούπολης το 1821 έτος, υπόμεν το μέρος της κοινοτήτος Πάρου ο Μιχαήλ Τσιγώνιας, από δε το μέρος του ποτέ Πέτρου Μάτσα Μαυρογένους, ενοικιάζου των Σουλτανικών προσόδων και πολιτικών δικαιωμάτων της Νήσου μας, ως το συμφωνητικόν, αυτού του Ενοικιου του και Κοινότητος Γεγραμμένον τη 3: Δεκεμβρίου 1820 και καταχωρημένον εις τον Κώδηκα της κοινότητος, τον Ιωάννη Κορτιάνον, οίτινες απεσταλμένοι Τσιγώνιας και Κορτιάνος εξάλθησαν εξή να αγοράσουν αυτάς τας προσόδους, ετεί λογαριασμόν του ρηθατος; Ενοικιαζου.

–1821. Ο Παναγιώτης Δ. Δημητρακόπουλος εμυήθη εγκαίρως στην Φιλική Εταιρία στην οποία ήταν και ο επικεφαλής στην Πάρο. Σε χειρόγραφο του τελετουργικού της μυήσεως στην Φιλική Εταιρία αναφέρεται η δράση σε σχετικό σημείωμα. 1821 των Φιλικών τη 3 Μαΐου. Εκαθιέρωσα τον Ιωάννην Κορτιάνον, καντζελλάριο Νάουσας, έλαβα γρόσια 400.

–1822. Σε έγγραφο των Παριανών στους Υδραίους στις 13 Απριλίου 1822 αναφέρεται ο Ιωάννης Κορτιάνος κάτοικος Νάουσας.

–1822. Πώληση χωραφιού. Επαρησιάσθη εις την Αστυνομίαν ο Γ. Φώτης Πανάς και λέγει ότι με ιδίαν του βουλή και γνώμη πουλεί ελευθέρως το χωράφι εις την Καρδιώτισσαν (Ναώνυμο τοπωνύμιο Ναούσης), εις τον Μάρκον Βλάσση, πλησίον: Χρίστος Αρματάς και Μανώλης Ρεκέρης (;) δια γρόσια τετρακόσια πενήντα πέντε, Νο455, ως εσυμφώνησαν εν τω αναμεταξύ τους, τα οποία γρόσια τα έλαβεν ο πουλητής σωστά και καλά και απαραιτεί το αυτό χωράφιον εις την παντελή εξουσίαν και κυριότητα του αγοραστού να το κάμνη ως θέλει και βούλεται ως ιδικόν του απόκτημα καλά πουλημένον και καλά αγορασμένον, ο συγχύσας την παρόν να υπόκειται εις τιμήν (;) και κουντάμα (;) της ευρισκομένης εξουσίας γρόσια διακόσια Ν: 200: διό και εις ένδειξιν έγινεν η παρούσα πούλησις υπογεγραμμένη τη ιδία του χειρί και παρά αξιοπίστων μαρτύρων εις ασφάλειαν. Νάουσα της Πάρου τη 7 Ιουλίου 1822. Φώτης Πανάς βεβαιώ το παρόν. Χρυσουλιώ γυνή Φώτη Πανά βεβεώνει την παρόν διά χειρός καμού σακελλαρίου Ναούσης και μαρτυρώ. Νικόλαος Μαλατέστας μάρτυς. Αντώνιος Κορτιάνος γέγραφα με θέλησιν του άνωθεν και μαρτυρώ.

–1823. Ο Γενικός Αστυνόμος της Επαρχίας Πάρου-Αντιπάρου Στέφανος Κάππαρης με έγγραφο του (Παροικιά, 26 Ιουλίου 1823) διόρισε τους αστυνομικούς επιστάτες στα χωριά της Πάρου. Στα χωριά του Κεφάλου διορίσθηκε ο Ιωάννης Βαλσαμής, που εκτελούσε και χρέη λιμενάρχη, όπως και της Νάουσας ο Αντώνιος Κορτιάνος, αφού «ούσα παραθαλάσσιος χώρα η Νάουσα καθώς και τα του Κεφάλου χωριά έχουν λιμένας πλησίον».

–1829. Ο ονομαστικός κατάλογος των μαθητών του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου της Νάουσας του σχολικού έτους 1829.

«Οι μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της κομοπόλεως Ναούσης»

Γεώργιος Κουρτιάνος ετών 12.

–1830. Δημογέροντας και έφορος της Σχολής Ναούσης το 1830-31 ο Αντώνιος Κορτιάνος.

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Αντώνιος Κορτιάνος από τη Νάουσα Πάρου.

–1832. Εν Ναούση της Πάρου τη 27 Μαρτίου 1832, σε έγγραφο της σχολής του Αγίου Αθανασίου αναφέρεται ο Αντώνιος Κορτιάνος.

–1843. Στις 17  Οκτωβρίου 1843 η συνέλευση της αντιπολίτευσης επαναλαμβάνεται, αλλά πάλι χωρίς τον Δήμαρχο Θ. Καμπάνη ο οποίος κατηγορείται από τους παρευρισκομένους ότι «αισθάνεται ανώτερος του νόμου και προβάλει ανύπαρκτες προφάσεις». Η συνέλευση αποφασίζει να προχωρήσει στην εκλογή χωρίς τον Δήμαρχο! Πρόεδρος ανέλαβε ο Δ. Χαμάρτος και προσυπέγραψαν τα 5 γεροντότερα μέλη Ν. Πούλιος, Ιωάννης Καπαρός, Λεονάρδος Κονδύλης, Ηλίας Σαράντος, Νικόλαος Ρούσσος. Οι εκλογείς ήταν οι εξής:

Πόλις Παροικίας (Δήμαρχος Θ. Καμπάνης): Ζώρζης Μ Μαυρογένης, Δημήτριος Χαμάρτος, Πέτρος Μαυρομμάτης, Ν Α Ψαράκης, Αντ Ελ Χαμάρτος, Λεονάρδος Κονδύλης.

Κωμόπολις Λευκών (Πάρεδρος Κωνσταντίνος Χανιώτης): Εμμανουήλ Ν Αρκάς, Νικόλαος Γ Ρούσσος, Νικόλαος Γ Παντελαίος, Ιωάννης Α Δεσύλλας.

Κωμόπολις Ναούσης (Δήμαρχος Ν. Μαλατέστας): Δημήτριος Π Δημητρακόπουλος, Ηλίας Σαράντος, Ιωάννης Μεταξάς, Αντώνιος Κορτιάνος (δεν παρευρέθη λόγω ασθενείας).

Χωρίον Κώστου(Πάρεδρος Ιωάννης Α. Καπαρός): Ιωάννης Α Καπαρός, Αναστάσιος Ρούσσος

Χωρίον Δραγουλά (Πάρεδρος Νικήτας Ν. Άγουρος): Γεώργιος Κληρονόμος

Χωρίον Μαρμάρων (Πάρεδρος Νικήτας Ν. Άγουρος): Ιωάννης Γιαννουλάκης, Νικήτας Άγουρος (δεν παρευρέθη λόγω ασθενείας).

Χωρίον Τσιπίδου (Δήμαρχος Μαρπήσσης ΓΣ Δελαγραμμάτης): Νικόλαος Βατιμπέλας, Νικόλας Πόυλιος, Γεώργιος Σ Δελαγραμμάτης (απών).

Χωρίον Ωλιάρου (Πάρεδρος Δ. Βιάζης): Παναγής Καλάργυρος, Ματθαίος Μαούνης.

Τα αποτελέσματα ανέδειξαν πληρεξουσίους Πάρου τους Δ. Π. Δημητρακόπουλο (21 ψήφοι) και Ζ. Μάτσα Μαυρογένη (21). Συμμετείχαν και οι Νικόλαος Ψαράκης (Παροικιά, 11 ψήφοι), Ν. Βατιμπέλας (Τσιπίδος, 7), Λεονάρδος Κονδύλης (Παροικία, 7), Νικόλαος Μαλατέστας (Νάουσα, 6 ψήφοι), Κωνσταντίνος Δαμίας (Παροικία, 6), Π. Μαυρομάτης (Παροικία, 6).

Ο Δήμαρχος Πάρου αρνήθηκε να επικυρώσει τις υπογραφές και συνεπώς την εκλογή.

–1843. Σε ονομαστικό κατάλογο των εκλογικών αποτελεσμάτων Νάουσας στις 27 Οκτωβρίου 1843 αναφέρεται ο Αντώνιος Κορτιάνος.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 27χρονος αλιεύς Κορτιάνος Γεώργιος.

–1873. Το 1873 γεννιέται στη Νάουσα ο μετέπειτα γεωργός Κορτιάνος Αντώνης του Άγγελου.

–1876. Ο Κορτιάνος Κ. Αντώνιος γεννήθηκε στη Νάουσα τον Ιανουάριο του 1876 και απέκτησε με τη σύζυγο του Φλώρα δύο κόρες, την Ερατώ και την Κωνσταντίνα.

Στις 30 Ιουλίου 1904 αποφοίτησε από τη Στρατιωτική Σχολή των Υπαξιωματικών με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πεζικού. Και από την Στρατιωτική Σχολή των Εφέδρων Αξιωματικών της Κέρκυρας αποφοίτησε ως Υπαξιωματικός του Πυροβολικού. Πριν καταταγεί στο στρατό υπηρέτησε για ένα διάστημα δάσκαλος στη Μακεδονία και στη Θράκη, από τον πόθο του να προσφέρει πολύτιμες παιδαγωγικές και εθνικές υπηρεσίες στα υπόδουλα αυτά μέρη του Ελληνισμού, για τις οποίες λίγο έλλειψε να συλληφθεί από τις Οθωμανικές Αρχές.

Τότε ο διδάσκαλος Αντώνιος Κ. Κορτιάνος, εγκαταλείπει το εκπαιδευτικό του έργο, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως λοχαγός, πέφτοντας ηρωικά μαχόμενος στο Σιμιτλή της Μακεδονίας στις 15-7-1913 σε ηλικία 37 ετών. Στο ηρώο του Κιλκίς υπάρχει απαθανατισμένος στη στήλη των πεσόντων.

–1879. Συμβολαιογράφος Πάρου το 1879-97 ο Ιωάννης (Τζαννάκης) Κορτιάνος από τη Νάουσα.

–1881. Πωλητήριο Τσιπίδου 1881, Ιουνίου 14. Αναφέρεται ο συμβολαιογράφος Μαρπήσσης Ιωάννης Α. Κορτιάνος, όπου το γραφείο του βρισκόταν στο αρχοντικό  του Γεωργίου Ναυπλιώτη. Επίσης αναφέρεται ο ειρημένος Πέτρος Φραντζής και οι μάρτυρες Αντώνιος Λαούδης, σιδηρουργός και Ιωάννης Στάμενας, έμπορος. Αναφέρονται επίσης τα ονόματα του Αντωνίου Ν. Παντελαίου, γεωργός και ο Ευστάθιος Καντιώτης.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Κορτιάνος Άγγελος του Αντωνίου, 52 ετών κτηματίας, ο Κορτιάνος Γεώργιος του Ιωάννη, 63 ετών, Μυλωθρός, ο Κορτιάνος Ζαννής του Αντωνίου, 56 ετών, Συμβολαιογράφος και ο Κορτιάνος Κωνσταντίνος του Αντωνίου, δημοδιδάσκαλος, 42 ετών.

–1901. Τον Δεκέμβριο του 1901 ο γνωστός παιδαγωγός, διευθυντής του Δημοτικού Σχολείου Παροικιάς Παναγιώτης Αναστ. Καλλιέρος αρραβωνιάστηκε την «ενάρετον εκ Ναούσης χρηστήν δεσποσύνην Στυλιανήν Αγγέλου Κορτιάνου» και το επόμενο έτος, τον Μάιο του 1902 σε ηλικία 41 ετών τέλεσε τους γάμους του: «Ετέλεσεν εν Ναούση σεμνοπρεπώς και εν μέσω συγγενών και φίλων τους γάμους του ο διευθυντής του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων κ. Παναγιώτης Α. Καλλιέρος μετά της διά πλείστων αρετών κεκοσμημένης δεσποινίδος εκ Ναούσης Στυλιανής Κορτιάνου. Τους νυφικούς στεφάνους αντήλλαξεν ο κάλλιστος φίλος κ. Ηρ. Ε. Φωκιανός, έμπορος».

–1906. Ο λοχαγός, ήρωας των Βαλκανικών πολέμων, Αντώνιος Κ. Κορτιάνος, το όνομά του οποίου φέρει ο ένας από τους κεντρικούς δρόμους της Αγοράς στην Παροικιά, αρραβωνιάζεται τη Φλώρα Αλεξ. Κ. Δαμία, «της γνωστής πατριαρχικής οικογενείας». Οι γάμοι τους έγιναν τον Οκτώβριο του 1906 (Αιγαίον φ. 235, 4 Νοεμ. 1906).

–1907. Το 1907 γεννιέται η Γραμματικοπούλου Κωνστάντζα του Κωνσταντίνου, μετέπειτα σύζυγος του Νικολάου Κορτιάνου, κάτοικος Νάουσας Πάρου.  

–1913. 1913 Λοχαγός Αντώνιος Κ. Κορτιάνος, ήρωας των Βαλκανικών Πολέμων.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Κορτιάνος Νικόλαος του Αντωνίου, γεωργός, κάτοικος Νάουσας Πάρου.

–1929. Το 1929 γεννιέται στη Νάουσα ο Κορτιάνος Απόστολος του Αντωνίου.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 75χρονος κάτοικος Νάουσας, Κορτιάνος Αντώνιος του Άγγελου, γεωργός, ο 67χρονος Κορτιάνος Νικόλαος του Άγγελου κτηματίας, ο 36χρονος γεωργός Κορτιάνος Άγγελος του Αντωνίου γεωργός, ο 33χρονος γεωργός Κορτιάνος Σταύρος του Αντωνίου, ο 34χρονος γεωργός Κορτιάνος Ιωάννης του Αντωνίου, ο 26χρονος γεωργός Κορτιάνος Βασίλειος του Αντωνίου, ο 22χρονος σπουδαστής Κορτιάνος Δημήτριος του Αντωνίου και ο 29χρονος γεωργός Κορτιάνος Κωνσταντίνος του Αντωνίου.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Κορτιάνου Ελένη, όνομα συζύγου Άγγελος, όνομα πατρός Πέτρος Αλιπράντης, η Ζουμή Μαργαρίτα, όνομα συζύγου Νικόλαος, όνομα πατρός Αντώνιος Κορτιάνος, η Κορτιάνου Μαρουσώ του Αντωνίου.

–1959. 5 Απριλίου 1959. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΚΛΟΓΩΝ ΝΑΟΥΣΗΣ

Ψηφίσαντες 582 άκυρα 3

Συνδυασμός «ΕΞΩΡΑΪΣΜΟΣ» υπό του κ.κ. Σταύρον Κορτιάνον ψηφοδέλτια 325.

Εκλέγονται 4 οι εξής: Κορτιάνος Στ. σταυροί προτιμήσεως 227, Μπαφίτης Γ. Πέτρος 104, Μαλαματένιος Ν. Λεονάρδος 62 και Βελένζας Νικόλαος 58.

Συνδυασμός «ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ» υπό τον κ. Δημ. Καρποδίνην ψηφοδ. 153. Εκλέγονται δύο: Καρποδίνης Δ. με 127 και Βιτσαδάκης Παναγ. 37.

Συνδυασμός «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΣ» ψηφοδ. 108. Εκλέγεται ο αρχηγός του Συνδυασμού και νυν Πρόεδρος της Κοινότητος κ. Αντώνιος Σιφναίος με ψήφους 72.

ΤΑ ΦΑΙΔΡΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΕΙΣ ΝΑΟΥΣΑΝ

Εις τας Κοινοτικάς εκλογάς εν Ναούση υπέβαλον υποψηφιότητα 35 υποψήφιοι διεκδικούντες τας 582 ψήφους εις έκαστον των οποίων αντιστοιχούσι 16 ψηφοφόροι!

Την ορθήν κρίσιν εις τους 35, οι πλείστοι των οποίων υπέβαλον υποψηφιότητα δια καθαρώς προσωπικούς και εγωιστικούς λόγους, έδωσε ψηφοφόρος, όστις αντί ψηφοδελτίου έρριψεν εις την ψηφοδόχον την «ΦΩΝΗΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ»

Είθε η «ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ» να εισέλθη πραγματικά εις τα ώτα των μη ακουόντων Ναουσαίων ίνα μη συμβούν παρόμοιαι ανοησίαι εις μελλούσας Κοινοτικάς εκλογάς.

–1964. Κοινοτικαί Εκλογαί 5 Ιουλίου 1964. Εις ΝΑΟΥΣΑ: Κατήλθον 2 συνδ. ο εις υπό τον Πρόεδρον της Κοινότητος και ο έτερος υπό τον κ. Στ. Κορτιάνον. Υπερεψήφισεν ο πρώτος και το Κ.Σ. καταρτίσθη ως ακολούθως: Πρόεδρος ο κ. Νικ. Βελέντζας και μέλη οι κ.κ. Π. Γ. Μπαφίτης, Σαβ. Σιφναίος, Ανδρ. Καούνης, Γ. Κ. Ρούσσος, Στ. Κορτιάνος και Λεον. Αιγινήτης.

 

–Κορφιάτης: Επίθετο-πατριδωνύμιο= από το Κορφού (Κέρκυρα). Σε έγγραφο προικοσύμφωνο του 1823 αναφέρεται ο Γεώργιος Σκλαβούνος με το παρωνύμιό του Κορφιάτης (Βλέπε Σκλαβούνος).

–1638. Ο ιερέας Κορφιάτης Χριστόφορος αναφέρεται σε έγγραφο Ναούσης στις 17 Ιανουαρίου 1638.

–1674. Ο ιερέας Κορφιάτης Χριστόφορος αναφέρεται σε έγγραφο Ναούσης στις 25 Δεκεμβρίου 1674.

–1675. Σε έγγραφο Νάουσας του 1675 απαντάμε τον παπά-Χριστόφορο Κορφιάτη. 15 Μαΐου 1675. Σε επιστολή Ναουσαίων προς τον πρεσβευτή των Γάλλων, αιτώντας Καπουκίνους πατέρες  υπογράφει ο παπα Χριστόφορος Κορφιάτης.


–Κορωναίος ή Κοροναίος: Επίθετο-πατριδωνύμιο= από την Κορώνη της Πελοποννήσου. 

–1827. Σε έγγραφο της 15 Απριλίου 1827 της Παροικιάς Πάρου μαρτυρείται ο Παναγιώτης Κορωνιός

–1831 Η Ευδοκία σύζυγος του μακαρίτη Ιωάννη Κορωναίου δίδει στον γιό της Αντώνιο, που παίρνει γυναίκα του την Γιακουμίνα Ζουμή μιαν εικόνα τα Εισόδια της Παναγίας» Παροικιά 3 Ιανουαρίου 1831. (ΓΑΚ, 219, αρ. 269, 132r).

–1838. Η Γιακουμίνα η σύζυγος του Πανταζή Κορωναίου που στις 27 Ιουλίου 1838 συνέταξε τη διαθήκη του (αρ συμβ. Ι. Γράβαρη).

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 40χρονος εργάτης Αντώνης Κοροναίος και ο 45χρονος γεωργός Παντελής Κοροναίος.

–1864. Ανταλλαγή ακινήτου. Πάρος, 23 Αυγούστου 1864. Ενώπιον του συμβολαιογράφου Πάρου Βασιλείου Καμπάνη, ο οποίος και συνέταξε το έγγραφο, και ενώπιον των δημοτών Πάρου Νικολάου Ι. Κρίσπη, καθηγητού, και της συζύγου του Μαρουσώς γένους Μαύρου, και του Γεωργίου Αθαν. Μαύρου ως συμβαλλομένων, ανταλλάσσουν τα ακίνητα: Το ζεύγος Κρίσπη το αρχοντικό που ήταν προικώο της συζ΄θγου του Μαρουσώς Μαύρου, και τη συνεχόμενη δεύτερη οικία που είχε περιέλθει από κληρονομιά της κόρης τους Αικατερίνης, στην οποία οι γονείς της παρίστανται ήδη ως νόμιμοι και φυσικοί επίτροποι αυτής από το 1862 όταν είχε υιοθετηθή από την προμήτορά της Γαρουφαλλιά Δ. Δελαγραμμάτη, και μετά τον θάνατό της είχε περιέλθει στην κυριότητα της θυγατέρας του συζύγους Κρίσπη…. Του ενοποιημένου μεγαλοπρεπούς αρχοντικού, δηλαδή δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, λοντά στην οδό της Ελεούσης. Συνορεύει δε με τα σπίτια των: Φραγκίσκο Αλέξ. Καμπάνη, του Παναγιώτη Πάσσου, της Γιακουμίνας Πανταζή Κορωναίου και με δημόσιους δρόμους… Το ανωτέρο ακίνητο το παραχωρούν εις ανταλλαγήν προς τον Γεώργιον Αθαν. Μαύρον…, ο οποίος ομολόγισε ότι δίδει αντί της ρηθείσης οικίας ανταλλακτικώς τα κτήματα που βρίσκονται στις τοποθεσίες Βορεινά Λιβάδια, καθώς και ένα οικόπεδο μέσα στην πόλη της Παροικιάς στην θέση Μεγάλη Βρύση ή Ποταμός, προς εξίσωσιν…

Ως μάρτυρες υπέγραψαν οι συμβαλλόμενοι Νικόλαος Ι. Κρίσπης, η σύζυγός του Μαρουσώ Μαύρου και ανιψιός του Φιλικού Αλεξάνδρου Μαύρου. Ως συνορεύοντες με τα ακίνητα, που ανήκουν πλεόν στο ζεύγος Κρίσπη, αναφέρονται οι: Παναγιώτης Κομνηνός, Κωνσταντίνος Μιχ. Κρίσπης, Κωνσταντίνος Μάρκου Δαμίας, Ιωάννης Δουλφής, Εμμανουήλ Μαρούκας, κληρονόμοι Σπύρου Κοντόσταυλου, Σπύρος Κρίσπης, Βιολέττα Μπιζά και Ιωάννης Ασπρόπουλος.

–1904. Ναυτικό ναυάγιο αναφέρεται στα 1904: «Η απώλεια της «Ελπίδος» [προφανώς επιβατικό] και δια τον τόπον μας εσημείωσε 2 απώλειας ναυτών οικογενειαρχών: του Δημητρίου Τσαντάνη ή Γράφου εκ Παροικίας και του Νικ. Ιω. Κορωναίου εκ Ναούσης». (εφ. «Αιγαίον» 28 Φεβρουαρίου 1904.

 

Κοσμάς: Το επώνυμο Κοσμάς είναι βαπτιστικό επώνυμο, προερχόμενο από το ανδρικό βαπτιστικό όνομα Κοσμάς, το οποίο ανάγεται στο αρχαίο ελληνικό κόσμος, με σημασίες όπως «τάξη», «αρμονία» και «στολίδι». Η διάδοση του ονόματος στον ελληνικό χώρο συνδέθηκε ιδιαίτερα με τη χριστιανική παράδοση και τη λατρεία διαφόρων αγίων που έφεραν το όνομα Κοσμάς. Ως επώνυμο, πιθανότατα ξεκίνησε ως πατρωνυμικός προσδιορισμός, δηλαδή «ο Κοσμάς» ή «ο άνθρωπος του Κοσμά», και σταδιακά παγιώθηκε ως οικογενειακό όνομα.

–1699. Ρετζιβούτα. Καστέλλι Κεφάλου, Τζιπίδος, 1699. Ο καπετάς Μιχάλης Κοσμάς έλαβε από τον μαστρο Γεώργη Σταμάτη ή Σταματικός 2,30 ρεάλια για το φατούρο του ανιψιού του. Το έγγραφο συνέταξε ο ιερέας Μιχαήλ Στάμεναςκαι υπογράφουν ο ιερομόναχος Θεοδόσιος και ο ιερέας Ιωάννης Καλλέργης.

 

Κοσυφάκης: Το επώνυμο Κοσυφάκης είναι πιθανότατα πατρωνυμικό ή υποκοριστικό επώνυμο και φαίνεται να συνδέεται με το όνομα Κοσσύφης/Κοσυφός ή με παλαιότερο παρατσούκλι. Η κατάληξη -άκης είναι χαρακτηριστική υποκοριστική κατάληξη, ιδιαίτερα συχνή στην Κρήτη, αλλά και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, και αρχικά μπορούσε να δηλώνει τον «μικρό» ή τον «γιο του» προσώπου που έφερε το βασικό όνομα. Δεν αποκλείεται επομένως το Κοσυφάκης να έχει κρητική ονοματολογική προέλευση, χωρίς όμως το συγκεκριμένο στοιχείο να αρκεί για ασφαλή προσδιορισμό της καταγωγής.

–1958-59. Διοικητής του Σταθμού Χωροφυλακής της Κοινότητας των Λευκών Πάρου από το 1958-59 ο Στέφανος Κοσυφάκης από τον Ν. Πρέβεζας.

 

Κοτακάκης: Πιθανότατα πατρωνυμικό επώνυμο, σχηματισμένο από το Κότακης/Κοτάκης με την κατάληξη -άκης, που δηλώνει υποκοριστικό ή πατρωνυμική σχέση. Δεν αποκλείεται να αποτελεί παραλλαγή ή νεότερο κλάδο του επωνύμου Κότης ή Κοτάκης, χωρίς όμως αυτό να μπορεί να αποδειχθεί από τη μοναδική μέχρι σήμερα γνωστή καταγραφή.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Κοτακάκης Ιωάννης του Νικολάου, 29 ετών, κτηματίας.


–Κοτάκης: Βλέπε Κόττης - Κότης - Κοτάκης.


–Κοτζούνας ή Κουτζούνας: Πιθανότατα παρωνυμικό επώνυμο, που ενδέχεται να προέρχεται από παλαιότερο προσωνύμιο κοτζούνα/κουτζούνα, λέξη που απαντά και σε παλαιότερες ελληνικές μαρτυρίες. Η ακριβής ετυμολογία του επωνύμου, ωστόσο, δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιη.

–Παναγία του Κοτζούνα, ο ναός άνηκε σε μέλος της οικογένειας Κοτζούνα ή Κουτζούνα γνωστής στη Μάρπησσα τον 18ο αιώνα.

–1723. Σε πωλητήριο Τζιπίδου, 18 Απρ. 1723, αναφέρεται η Τζαννέτα Κουτζούνα.

 

–Κόττης ή Κότης ή Κοτάκης ή Κώτης ή Κοττάκης: Μονοκλαδική οικογένεια με παλαιά παρουσία στην Πάρο, που εμφανίζεται στις πηγές ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα. Για την προέλευση του επωνύμου έχουν διατυπωθεί διάφορες εκδοχές: σύνδεση με τη Ragusa, το σημερινό Ντουμπρόβνικ, καταγωγή από τη Νορμανδία, ή προέλευση από το λατινικό επώνυμο Cottius, που εξελληνίστηκε στους τύπους Κόττης, Κότης και Κοτάκης. Δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθεί σήμερα κάποια από αυτές με βεβαιότητα. Στην Πάρο ο τύπος Κόττης διατηρείται μέχρι σήμερα, κυρίως στις Λεύκες.

Η πρώτη γνωστή αναφορά βρίσκεται στην Παροικιά το 1712, όταν ο ιερομόναχος Αγάπιος Κοτάκης υπογράφει ομολογία στις 2 Μαΐου. Το 1724 αναφέρεται ο Γιαννάκης Κοτάκης στη Γενική Συνέλευση του κοινού της Παροικιάς, ενώ το 1730 καταγράφεται σε χωράφι στη θέση Καλαμιές. Η οικογένεια συμμετέχει ενεργά στα κοινά της Παροικιάς: το 1737 ο Ιωάννης Κοτάκης βεβαιώνει διαθήκη, το 1738 ο Γιαννάκης Κοτάκης υπογράφει μαρτυρία υπεράσπισης του ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα και το 1739 εμφανίζεται διαδοχικά σε πρακτικά εκλογής επιστατών της Εκατονταπυλιανής, επιτρόπου του κοινού και στην πρόσκληση επιστροφής των ξενιτεμένων Παρίων.

Κατά τον 19ο αιώνα η οικογένεια εμφανίζεται με ιδιαίτερη πυκνότητα στις Λεύκες, κυρίως με τους τύπους Κώτης, Κότης και Κόττης. Στους εκλογικούς καταλόγους του 1844 και 1847 καταγράφονται πολλοί Κώτηδες, κυρίως γεωργοί και ένας ποιμένας. Το 1855 στα δημοτολόγια Λευκών εγγράφεται ο Κόττης Κωνσταντίνος του Εμμανουήλ, ενώ από τότε ο τύπος Κόττης φαίνεται να επικρατεί στην Πάρο.

Παράλληλα, μέλη της οικογένειας μετακινούνται στη Σύρο. Το 1864 καταγράφεται στην Ερμούπολη ο παριανός κτίστης Ιωάννης Κότης, ενώ το 1875 ο αρτοποιός Ξενοφών Κ. Κότης. Στις Λεύκες συνεχίζονται οι καταγραφές των Κόττηδων, ενώ το 1893 εμφανίζεται και ο Πέτρος Κόττης του Ιωάννη στην Παροικιά.

Ιδιαίτερη θέση στην οικογενειακή ιστορία κατέχει ο Φραγκίσκος Κόττης, που γεννήθηκε στις Λεύκες το 1898 και έγινε ο μοναχός Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σημαντική μορφή του Αγιορείτικου μοναχισμού, ο οποίος πέθανε το 1959. Αδελφός του ήταν ο Λινάρδος Κόττης, κτίστης, ενώ η οικογένεια συνδέθηκε και με τη μοναχική παράδοση μέσω της μητέρας τους Μαρίας Ραγκούση, που έγινε μοναχή Αγαθαγγέλη.

Στις αρχές του 20ού αιώνα οι Κόττηδες παραμένουν πολυάριθμοι στις Λεύκες. Το 1903 καταγράφονται στα δημοτολόγια του Δήμου Μάρπησσης ο Δημήτριος Κόττης και η σύζυγός του Μαρία, ενώ το 1902, 1907 και 1908 συναντώνται νέες γεννήσεις Κόττηδων. Το 1923 ο Νικόλαος Κόττης συμμετέχει στον Εξωραϊστικό Φιλοδασικό Σύλλογο Λευκών και το 1927–1929 ο Μανώλης Κ. Κόττης διετέλεσε πρόεδρος του Προοδευτικού Συλλόγου Λευκιανών Αθήνας. Στον ίδιο σύλλογο διετέλεσε πρόεδρος και ο Μανώλης Ν. Κόττης το 1969–1970.

Η οικογένεια συνδέεται και με την εκκλησιαστική ζωή των Λευκών. Σε εικόνα του Αγίου Γεωργίου στην Αγία Τριάδα, η αργυρή επένδυση φέρει το 1931 τα ονόματα των Ελ. Κώτη και Ν. Κότη μεταξύ των δωρητών. Το 1946 καταγράφεται ο Πέτρος Κόττης στην Παροικιά, ενώ το 1952 η Μαρουσώ Κώτη στην Αγγεριά.

Ιδιαίτερη θέση στη νεότερη ιστορία της οικογένειας έχει ο Εμμανουήλ Κόττης του Κωνσταντίνου, στρατιωτικός, ο οποίος χάθηκε στο ναυάγιο του «Σπερχειός» το 1945, κοντά στις Σπέτσες, μαζί με την ανιψιά του Κυριακή Κόττη. Η μνήμη του διατηρείται στις Λεύκες, όπου ο ανδριάντας αποτελεί δωρεά του.

Παράλληλοι τύποι του επωνύμου, όπως Κωτάκης και Κοτάκης, απαντούν και σε άλλα νησιά των Κυκλάδων, όπως η Άνδρος, η Σίφνος, η Σαντορίνη και η Ίος. Στην Άνδρο μάλιστα υπάρχει παράδοση ότι οι Κωτάκηδες ήταν «μέτοικοι εκ Πάρου ή Μήλου».

Οι Κόττηδες αποτελούν έτσι μια από τις παλαιότερα καταγεγραμμένες οικογένειες της Πάρου, με παρουσία από την Παροικιά των αρχών του 18ου αιώνα, ισχυρή εγκατάσταση στις Λεύκες τον 19ο αιώνα και συνέχεια έως σήμερα. Η πορεία τους συνδέεται με τα κοινά της Παροικιάς, τη γεωργική κοινωνία των Λευκών, τη μετανάστευση στη Σύρο και την Αθήνα, την εκκλησιαστική και συλλογική ζωή, αλλά και με ιδιαίτερες προσωπικότητες όπως ο μοναχός Ιωσήφ ο Ησυχαστής.

–1712. Ο ιερομόναχος Αγάπιος Κοτάκης υπογράφει ομολογία Παροικιάς στις 2 Μαΐου 1712.

–1724. Απόφαση του κοινού της Παροικιάς για την διατίμηση των προϊόντων και την απογραφή της κτηματικής περιουσίας όλων των κατοίκων. Κατά τη Γενική Συνέλευση της 13 Δεκεμβρίου 1724, αναφέρεται ο Γιαννάκης Κοτάκης.

–1730. Χωράφι Καλαμιές σύμπλιος Γιαννάκης Κοτάκης.

–1730. Γιάννης Κωτάκης, υποκοριστικό σε έγγραφο Πάρου 8ης Ιαν. 1730.

–1737. Αμοιβαία διαθήκη συζύγων της 30 Ιουλίου 1737 στην Παροικιά της κυρά Ζαμπέτας συμβίας Ανδρουλή Παπαγιάννενου της έτυχε θάνατος του ανδρός της, βεβαιώνει ο Ιωάννης Κοτάκης.

–1738. Μαρτυρία υπερασπίσεως συμπατριώτη τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά (για αντίδραση στην συγκέντρωση της φορολογίας), κατά τη Γενική Συνέλευση από τα κοινά της Πάρου, της 16 Ιουλίου 1738, υπογράφει ο Γιαννάκης Κοτάκης.

–1739. Πρακτικό εκλογής κοινοτικών επιστατών του ναού της Εκατονταπυλιανής σε Γενική Συνέλευση του κοινού της Παροικιάς στις 10 Μαρτίου 1739 αναγράφεται ο Γιαννάκης Κοτάκης.

–1739. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 14 Απριλίου του 1739 αναφέρεται ο Γιάννης Κοτάκης.

–1739. Πρόσκληση επιστροφής προς τους ξενιτεμένους Παρίους στις 30 Αυγούστου 1739, υπογράφεται και από τον Γιάννη Κοτάκη.

–1844. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών το 1844 είναι εγγεγραμμένος ο 52χρονος Κώτης Κωνσταντίνος γεωργός, ο 39χρονος γεωργός Γεώργιος Κώτης, ο 55χρονος γεωργός Γεώργιος Κώτης και ο 35χρονος ποιμήν Εμμανουήλ Μ. Κώτης.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 42χρονος γεωργός Γεώργιος Κώτης, ο 58χρονος γεωργός Γεώργιος Γλ. Κώτης, ο 30χρονος γεωργός Εμμανουήλ Κώτης, ο 38χρονος γεωργός Εμμανουήλ Μ. Κώτης, ο 55χρονος γεωργός Κωνσταντίνος Γ. Κώτης και ο 25χρονος γεωργός Φραγκέσκος Κ. Κώτης.

–1855. Εγγραφή στα δημοτολόγια Λευκών το έτος 1855 Κόττης Κωνσταντίνος του Εμμανουήλ γεννημένος στις Λεύκες. Το επών. Κόττης υπάρχει μέχρι σήμερα στην Πάρο. Στην Άνδρο απαντά σήμερα οικογ. Κωτάκη με μέλη της που διακρίθηκαν στην κοινωνία του νησιού και στην Τήνο, Νάξο κ.α. Οι Κωτάκηδες της Άνδρου, κατά λαϊκή παράδοση, ήταν «μέτοικοι εκ Πάρον ή Μήλο». Στη Σίφνο οικογ. Κοτάκη από τον 17ου αιω., όπως και στη Σαντορίνη και στην Ίο Κότης.

–1860. Το 1860 γεννιέται στις Λεύκες ο Κόττης Κωνσταντίνος του Δημητρίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1863. Το 1863 γεννιέται στις Λεύκες ο Κόττης Νικόλαος  του Εμμανουήλ και Κόττης Μάρκος του Εμμανουήλ. Ήταν εγγεγραμμένοι στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1864. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 30χρονος κτίστης Ιωάννης Κότης. Έδωσε όρκο στις 1 Φεβρουαρίου 1864.

–1866. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος 1866. Κόττης Νικολαος του Εμμανουήλ.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ύριας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 39χρονος Κότης Δημήτριος του Κωνσταντίου γεωργός.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ύριας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 52χρονος Εμμανουήλ (Κώτης) Κόττης του Κωνσταντίνου, γεωργός αλλά και ο 52χρονος γεωργός, Κόττης Εμμανουήλ του Νικολάου.

–1875. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 31χρονος αρτοποιός Ξενοφών Κ. Κότης, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 12 Απριλίου 1875.

–1877. Στις 10 Αυγούστου 1877 ο παριανός Κότης Κ. Ξενοφών 36 ετών αρτοποιός και η γυναίκα του Μαριγώ Καραντινάτη κάτοικοι Σύρου δηλώνουν τον θάνατο του γιού τους Στέφανου 2 ετών και 6 ημερών κάτοικο Ερμούπολης. Ασθένεια: Κρήτη;.

–1878. Στις 16 Σεπτεμβρίου 1878 ο παριανός αρτοποιός Κότης Κ. Ξενοφών 37 ετών και η γυναίκα του Μαριγώ Καραντινάκη κάτοικοι Σύρου δηλώνουν τον θάνατο του γιού τους Ευάγγελος 7 μηνών κάτοικος Ερμούπολης. Ασθένεια: Δυσεντερία.

–1880. Στις 21 Φεβρουαρίου 1880 ο 24χρονος βυρσοδέψης από την Πάρο Εμμανουήλ Μαλατέστας, του Πέτρου και της Φρατζέσκας, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Πάρο Μαρία Κόττη, του Εμμανουήλ και της Κριούζας.

–1885. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1885 ο Εμμανουήλ Κωνσταντίνου Κόττης.

–1891. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός [από την Υρία] 28 ετών μαρμαράς Μάρκος Εμμ. Κότης άγαμος. Έδωσε όρκο στις 20 Ιανουαρίου 1891.

–1893. Το 1893 γεννιέται ο Κόττης Πέτρος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1893. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1893 στις Λεύκες ο Κόττης Ιωάννης του Κωνσταντίνου.

–1895. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1895 στις Λεύκες ο Κόττης Εμμανουήλ του Γεωργίου.

–1898. Γεννιέται το 1898 στις Λεύκες της Πάρου ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησχαστής (μοναχός Αγίου Όρους) κατά κόσμον Φραγκίσκος Κόττης. Απεβίωσε το 1959.

–1902. Λινάρδος Κόττης (1902-1945) ήταν το έκτο παιδί, από τα οκτώ, του Γεωργίου Κόττη και της Μαρίας Μιχ. Ραγκούση (μετέπειτα μοναχής Αγαθαγγέλης) [1867-1934], η οποία σε πρώτο γάμο της με τον Λινάρδο Ζουμή είχε αποκτήσει ένα παιδί, τον Μιχαήλ Λ. Ζουμή 918885-1965). Ήταν κτίστης ο Λινάρδος Γ. Κόττης, αδερφός του Φραγκίσκου Γ. Κόττη, μετέπειτα μοναχός Ιωσήφ του Ησυχαστού, Αγιορείτου (1897-1959). Είχε νυμφευθεί τη Μαρία Ανδρ. Χατζηανδρέου (μετέπειτα μοναχή Μελάνη) γεννημένη ατη Σμύρνη (1910-14.2.1997).

–1903. Σε δημοσίευμα στην εφημερίδα «ΑΙΓΑΙΟΝ» στις 5 Ιουλίου 1903: «αφίκετο όπως παραθερίση ενταύθα, η ερίτ. Κυρία Ερατώ Κοτάκη, σύζυγος του διακεκριμένην μεταξύ των συναδέλφων του κατέχοντος θέσθν δικηγόρου εν Αθήνιας κ. Κοτάκη, και αδελφή του λαοφιλούς βουλευτού της Επαρχίας μας κ. Ν. Κρίσπη, μετά της δεσποινίδος Ελένης Δημητρακοπούλου, ανεψιάς της.

–1902. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1902 στις Λεύκες ο Κόττης Λεονάρδος του Γεωργίου.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Δημήτριος Κωνσταντίνου Κόττης, ετών 68, γεωργός, έγγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Μαρία Δημητρίου Κόττη, ετών 63, οικιακά, έγγαμος.

–1907. Γεννιέται στις Λεύκες το 1907 ο Μανώλης Ν. Κόττης.

–1908. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1908 στις Λεύκες ο Κόττης Νικόλαος του Γεωργίου.

–1910. Εμμανουήλ Κόττης του Κωνσταντίνου στρατιωτικός, πνίγηκε στο ναυάγιο του "Σπερχειός" που έγινε τη Μ.Τετάρτη του 1945 κοντά στις Σπέτσες μαζί του πνίγηκε και η ανιψιά του Κυριακή (Κούλα) Κοττη. Το πλοίο δεν έχει βρεθεί μέχρι τώρα καθώς γυρνούσε στην Αθήνα μετά από επίσκεψη στον άρρωστο πατέρα του στις Λεύκες. Επίσης ο Ανδριάντας που βρίσκεται στις Λεύκες είναι δωρεά του Εμμανουήλ Κόττη του Κωνσταντίνου. Ο Εμμ. Κ. Κόττης παντρεύτηκε την Αγγελική Ζώχιου τον Δεκ. του 1910 από την Κέρκυρα όπου και γνωρίστηκαν όσο αυτός ήταν στην σχολή Ευελπίδων.

–1927. Το 1927-29 ο Μανώλης Κ. Κόττης διατέλεσε πρόεδρος του προοδευτικού συλλόγου Λευκιανών Αθήνας.

–1923. Μέλος του Εξωραϊστικού Φιλοδασικού Συλλόγου Λευκών, εν Λεύκαις τη 17 Απριλίου 1923 ο Νικόλαος Κόττης.

–1931. Σε εικόνα του Αγίου Γεωργίου στην Αγία Τριάδα Λευκών, στην αργυρή επένδυση υπάρχει η επιγραφή: «Δωρεά Β. Καριώτη, Δ. Καριώτη, Ιωάννη Γ. Κονταράτου, Ελ. Κωτ(η), Ν. Κοτ(η), Πέτρ. Μαρίν. Ρούσσου, Γ.Κ. Μπιτζιλέου, 1931».

–1946. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο Κόττης Πέτρος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1952. Στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1952 είναι εγγεγραμμένη η Μαρουσώ Κώτη του Κωνσταντίνου, όνομα συζύγου Λουκής Θεόδωρος.

–1969. Το 1969-70 ο Μανώλης Ν. Κόττης διατέλεσε πρόεδρος του προοδευτικού συλλόγου Λευκιανών Αθήνας.

 

Κουβαράς: Παρωνυμικό επώνυμο, πιθανότατα από το ουσιαστικό κουβάρι, που μπορεί να χρησιμοποιήθηκε ως προσωνύμιο για άνθρωπο με χαρακτηριστικά ή συμπεριφορά που παρέπεμπαν σε αυτό. Η ετυμολογική σύνδεση δεν μπορεί να θεωρηθεί απολύτως βέβαιη, αποτελεί όμως μια πιθανή εξήγηση για τον σχηματισμό του επωνύμου.

–1950. Σε εκλογικό κατάλογο της Αντιπάρου  στις 11 Ιανουαρίου 1950 υπάρχει εγγεγραμμένη η Κουβαρά Παγώνα, όνομα πατρός Δ. Τριαντάφυλλος, όνομα συζύγου Κυριάκος Κουβαράς.

 

Κουβαίος: Βλέπε Κωβαίος

 

Κουζανδινός: Βλέπε Κουσανδινός

 

Κουζουκλής: Πιθανότατα παρωνυμικό επώνυμο, του οποίου η ακριβής ετυμολογία δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιη. Ενδέχεται να προέρχεται από παλαιότερο προσωνύμιο, ενώ ο σχηματισμός του παραπέμπει σε επώνυμο που δημιουργήθηκε από χαρακτηρισμό προσώπου. Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή αναφορά του επωνύμου στην Πάρο και την Αντίπαρο δεν έχει εντοπιστεί, όμως η παρουσία του στη Νάουσα καταγράφεται ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829 αναφέρεται η Δεσποινέτα Κουζουκλή.

 

Κουζούμης: Μονοκλαδική οικογένεια της Νάουσας, η οποία εμφανίζεται στις μέχρι σήμερα γνωστές πηγές από τα μέσα του 20ού αιώνα.

Η πρώτη μέχρι σήμερα γνωστή αναφορά του επωνύμου στη Νάουσα εντοπίζεται το 1946, σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας της 30ής Απριλίου. Εκεί καταγράφονται δύο άνδρες της οικογένειας, ο Κουζούμης του Παναγιώτη, ηλικίας 40 ετών, ναυτικός, και ο Ιωάννης Κουζούμης του Παναγιώτη, ηλικίας 35 ετών, επίσης ναυτικός. Η κοινή πατρωνυμία δείχνει ότι πρόκειται για αδέλφια και φανερώνει μια οικογένεια που, ήδη κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, είχε εγκατασταθεί και ενταχθεί στη ζωή της Νάουσας, με τους άνδρες της να ακολουθούν το παραδοσιακό ναυτικό επάγγελμα του νησιού.

Η οικογένεια φαίνεται να είχε ήδη δημιουργήσει δεσμούς με άλλες οικογένειες της Νάουσας. Σε εκλογικό κατάλογο του 1952 καταγράφονται η Κουζούμη Άννα, σύζυγος Κωνσταντίνου και θυγατέρα του Εμμανουήλ Μαυρομμάτη, η Κουζούμη Δήμητρα, σύζυγος Ιωάννη και θυγατέρα του Ιωσήφ Μπαρμπαρήγου, καθώς και η Κουζούμη Καλλίτσα, σύζυγος Γεωργίου και θυγατέρα του Μηνά Γερμανού. Οι αναφορές αυτές αποτυπώνουν την παρουσία του επωνύμου στη ναουσαίικη κοινωνία και μέσα από τους γάμους των γυναικών της οικογένειας, ενώ παράλληλα συνδέουν τους Κουζούμηδες με άλλα παλαιά ή γνωστά ναουσαίικα επώνυμα.

Η παρουσία της οικογένειας δεν περιορίζεται όμως στις μεταπολεμικές δεκαετίες. Το 2000 ο Γιάννης Κουζούμης διετέλεσε πρόεδρος του Συλλόγου Ναουσαίων Αθήνας, γεγονός που δείχνει ότι το επώνυμο εξακολούθησε να έχει παρουσία και στους νεότερους χρόνους, διατηρώντας παράλληλα τη σχέση του με τη Νάουσα και την οργανωμένη παροικία των Ναουσαίων στην Αθήνα.

Έτσι, οι μέχρι σήμερα γνωστές μαρτυρίες παρουσιάζουν τους Κουζούμηδες ως μονοκλαδική οικογένεια της Νάουσας, με πρώτη ασφαλή καταγραφή το 1946 και παρουσία που συνεχίζεται μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα. Η σύνδεσή τους με το ναυτικό επάγγελμα, αλλά και οι οικογενειακοί δεσμοί που καταγράφονται ήδη από τη δεκαετία του 1950, εντάσσουν την οικογένεια στον κοινωνικό και επαγγελματικό ιστό της μεταπολεμικής Νάουσας.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 40χρονος κάτοικος Νάουσας, Κουζούμης του Παναγιώτη, ναυτικός και ο 35χρονος ναυτικός Κουζούμης Ιωάννης του Παναγιώτη.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Κουζούμη Άννα, όνομα συζύγου Κωνσταντίνος, όνομα πατρός Εμμανουήλ Μαυρομμάτης, η Κουζούμη Δήμητρα, όνομα συζύγου Ιωάννης, όνομα πατρός Ιωσήφ Μπαρμπαρήγος, η Κουζούμη Καλλίτσα, όνομα συζύγου Γεώργιος, όνομα πατρός Μηνάς Γερμανής.

–2000. Γιάννης Κουζούμης, πρόεδρος του Συλλόγου Ναουσαίων Αθήνας το 2000.

 

Κουκλάκης: Βλέπε Κουκλάκος

 

Κουκλάκος ή Κουκλάκης: Παρωνύμιο εκ του ουσιαστικό κούκλα ή εκ του λατινικού cuculla, κάλυμμα κεφαλής.

–1888. Στις 7 Οκτωβρίου 1888 ο 25χρονος σοβατζής από την Πάρο Μιχαήλ Κουκλάκος του Δημητρίου και της Κυριακούλας Νταβαρία, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 18χρονη από την Θήρα Κυριακή Τζώρτζη, του Νικολάου και της Μαρίας.

–1903. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 45 ετών εργάτης Ιωάννης Δημ. Κουκλάκης έγγαμος και ο αδερφός του Κωνσταντίνος Δημ. Κουκλάκης 33 ετών εργάτης ‘εγγαμος. Έδωσαν όρκο στις 27 Ιανουαρίου 1903.

 

Κουκουλάκης: Το επώνυμο Κουκουλάκης είναι πιθανότατα παρωνύμιο και μπορεί να συνδέεται είτε με το ουσιαστικό κούκλα, είτε με το λατινικό cuculla, που σημαίνει κάλυμμα κεφαλής, κουκούλα. Η δεύτερη εκδοχή παραπέμπει σε προσωνύμιο που θα μπορούσε να δηλώσει άνθρωπο που φορούσε χαρακτηριστικό κάλυμμα κεφαλής ή συνδεόταν με αυτό.–1910. Το 1910 γεννιέται ο Κουκουλάκης Παντελής του Γεωργίου ναυτικός κάτοικος Αντιπάρου. Το 1949 εγγράφει σε άλλη Κοινότητα.

 

–Κουλιανός: Επώνυμο που πιθανώς συνδέεται με τη λέξη κούλια, από το αλβανικό kula, «πύργος», και θα μπορούσε αρχικά να δηλώνει τον κάτοικο ή τον φρουρό ενός πύργου. Η ετυμολογία αυτή αναφέρεται ως πιθανή και δεν μπορεί να θεωρηθεί απολύτως βεβαιωμένη. Το επώνυμο απαντάται και στην Πάρο, όπου μαρτυρείται σε νεότερους χρόνους.

–1973. Σε εικόνα της Παναγίας στο ναό του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, υπάρχει η επιγραφή: «Δέησις Ιωάννας Κουλιανού, εις μνήμην των γονέων της» και στην εικόνα του Άγιου Σώζων η επιγραφή: « Δέησις Ιωάννας Κουλιανού. 1973».

–1979. Η ποιήτρια Ιωάννα Χαρ. Κουλιανού με την μοναδική συλλογή που κυκλοφόρησε «Αύρες», το 1979 όπου κυριαρχεί η θρησκευτική πίστη και το συναίσθημα.

 

Κουλίκης: Επώνυμο που απαντάται στην Πάρο ήδη από τον 19ο αιώνα, με σύνδεση με τη ναυτική ζωή της Σύρου.

–1876. Στις 22 Δεκεμβρίου 1876 ο παριανή Γεώργιος Κουλίκης 47 ετών ναύτης και η γυναίκα του Χαρίκλεια Δάνδε κάτοικοι Σύρου δηλώνουν τον θάνατο του γιού τους Κυριάκο 6 ετών κάτοικο Ερμούπολης. Ασθένεια: νόσημα χρ..

 

Κούλιος:; Ίσως πρόκειται για ανορθόγραφη ή παραλλαγμένη γραφή του επωνύμου Πούλιος.

–1950. Σε εκλογικό κατάλογο του 1950 του Δήμου Μάρπησσας είναι εγγεγραμμένη η Φραντζή Άννα (γεν. 1898) σύζυγος Ανδρέας, όνομα πατρός Στέφανος Κούλιος;, κάτοικος Μάρπησσας.

 

–Κουμελάς: Το επώνυμο Κουμελάς μαρτυρείται στην Πάρο ήδη από τον 17ο αιώνα, σε μια ιδιαίτερα σημαντική περίοδο για τη θρησκευτική και κοινωνική ζωή του νησιού.

Το 1672, σε αίτημα των Παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας της Καθολικής Εκκλησίας, Jacques Dinet, ζητείται η αποστολή καθολικών ιερέων στην Πάρο, ώστε να εγκατασταθούν στο νησί και να προσφέρουν θρησκευτική και μορφωτική βοήθεια. Το αίτημα υπογράφεται από καθολικούς και ορθοδόξους κατοίκους της Νάουσας, γεγονός που αποτυπώνει τη συνύπαρξη των δύο χριστιανικών κοινοτήτων στην Πάρο.

Μεταξύ των υπογραφόντων βρίσκεται και ο Νικόλαος Κουμελάς, γεγονός που αποτελεί μία από τις παλαιότερες γνωστές μαρτυρίες του επωνύμου στην Πάρο και επιβεβαιώνει την παρουσία της οικογένειας στη Νάουσα ήδη από το 1672.

–1672. Σε αίτημα των παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας Πατέρα της Καθολικής Εκκλησίας  Jacques Dinet για να ζητήσουν πατέρες της καθολικής εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο. «Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας, ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ ενδόξου συντροφιάς υου ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον μας πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την επιστήμην δια τους μεταγεναστέρους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος άλλο δεν είναι εις όλα τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται…»

Πάρος: εν έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29) εις το παλαιόν: + Ταπεινός Μητροπολίτης Παροναξίας Μελέτιος.

Το πιο πάνω αίτημα υπογράφουν χριστιανοί, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατοίκων της Νάουσας μεταξύ άλλων και ο Νικόλαος Κουμελάς.

  

–Κουμνενός: Βλέπε Κομνυνός.


–Κουμνινός: Βλέπε Κομνυνός.

 

Κουμπουτζουμάνης: Το επώνυμο Κουμπουτζουμάνης μαρτυρείται στην Πάρο ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. Το 1847, στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς, στον οποίο περιλαμβανόταν και η Αντίπαρος, είναι εγγεγραμμένος ο 44χρονος ναύτης Δημήτριος Κουμπουτζουμάνης.

Η παρουσία του στην Παροικιά κατά την περίοδο αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δεδομένης της ηλικίας του και της χρονολογίας της καταγραφής, δεν αποκλείεται να ανήκε σε οικογένεια προσφύγων ή μετακινούμενων πληθυσμών που εγκαταστάθηκαν στην Πάρο κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, χωρίς όμως αυτό να μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο από τη συγκεκριμένη πηγή. Η καταγραφή του ως ναύτη τον εντάσσει παράλληλα στη ναυτική ζωή της Παροικιάς του 19ου αιώνα.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 44χρονος ναύτης Δημήτριος Κουμπουτζουμάνης.

 

Κουνής: Το επώνυμο Κουνής παρουσιάζει ενδιαφέρον ως προς την ετυμολογία του και πιθανότατα συνδέεται με παλαιότερες ονοματικές μορφές, όπως Cono, Cuono, που ανάγονται στο ελληνικό Κώνων, αλλά και με βενετικές μορφές όπως Cunioco, Cuneghi, Kunik. Δεν αποκλείεται επίσης να σχετίζεται με τύπους όπως Comino – Cominetto. Παρόμοιοι τύποι απαντούν και στην Κρήτη, ιδιαίτερα στο Αμάρι και στον Άγιο Νικόλαο, με χαρακτηριστικό τον τύπο Κουνετάκης.

Στην Πάρο το επώνυμο μαρτυρείται ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα. Σε διαθήκη της Αγκαιριάς, στις 6 Ιανουαρίου 1826, αναφέρεται ο Γεώργιος Αντωνίου Κουνής. Η μαρτυρία αυτή επιβεβαιώνει την παρουσία της οικογένειας στην Αγκαιριά κατά την περίοδο των πρώτων χρόνων του ελληνικού κράτους.

–1826. Σε διαθήκη Αγκαιριάς στις 6 Ιανουαρίου 1826 αναφέρεται ο Γεώργιος Αντωνίου Κουνής.

 

Κουντούρης: Το επώνυμο Κουντούρης είναι γνωστό στη Νάξο ήδη από το 1721. Ετυμολογικά πιθανότατα συνδέεται με την τουρκική λέξη kundura, που σημαίνει «παπούτσι», και αρχικά θα μπορούσε να αποτελεί παρωνύμιο σχετικό με το επάγγελμα του υποδηματοποιού ή με κάποιο χαρακτηριστικό του προσώπου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο κατά τις αρχές του 19ου αιώνα. Το 1823 αναφέρεται ως ο μοναδικός ορθόδοξος εφημέριος της Άνω Σύρου ο ιερέας Νικόλαος Κουντούρης, ο οποίος χαρακτηρίζεται ρητά ως Παριανός ιερέας. Σύμφωνα με την ίδια μαρτυρία, ο Νικόλαος Κουντούρης υπήρξε και ιδιοκτήτης του ναού του Αγίου Νικολάου της Άνω Σύρου πριν από το 1813.

Η μαρτυρία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς δείχνει ότι στις αρχές του 19ου αιώνα ένας Παριανός με το επώνυμο Κουντούρης είχε μετακινηθεί στη Σύρο και κατείχε εξέχουσα θέση στην ορθόδοξη κοινότητα της Άνω Σύρου.

–1823. Το 1823 ο μοναδικός ορθόδοξος εφημέριος στην Άνω Σύρο ο ιερεύς Νικόλαος Κουντούρης. «ο εν λόγω Παριανός ιερεύς ήταν και ο ιδιοκτήτης του ναού του Αγίου Νικολάου της Άνω Σύρου πριν το 1813.

 

Κουρδάκης: Βλέπε Κορδάκης

 

Κουρής: Πιθανότατα προέρχεται από την τουρκική λέξη koru, που σημαίνει «δασάκι» ή «άλσος».

Το επώνυμο Κουρής μαρτυρείται στην Πάρο ήδη από τα μέσα του 18ου αιώνα. Σε Γενική Συνέλευση του κοινού της Πάρου, στις 23 Αυγούστου 1755, κατά την οποία εκλέχθηκε απεσταλμένος της Πάρου στην Κωνσταντινούπολη, αναφέρεται ως μάρτυρας ο Ανδρέας Κουρής, κάτοικος Κεφάλου.

Η αναφορά αυτή αποτελεί μέχρι σήμερα μία από τις παλαιότερες γνωστές μαρτυρίες για το επώνυμο στην Πάρο και επιβεβαιώνει την παρουσία της οικογένειας στον Κέφαλο ήδη κατά τον 18ο αιώνα.

–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου 1755 μαρτυρείται ο κάτοικος Κεφάλου Ανδρέας Κουρής


Κουρλέντης; : Παλαιό παριανό επώνυμο, με τεκμηριωμένη παρουσία ήδη από τον 18ο αιώνα στη Νάουσα.

Το 1738, σε σημαντικό έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης των κοινών της Πάρου, της 16ης Ιουλίου, που αφορούσε μαρτυρία υπεράσπισης του συμπατριώτη τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον Καπουδάν Πασά, υπογράφει ο Δημήτριος Κουρλέντης, εκπροσωπώντας το κοινό της Νάουσας Πάρου. Η αναφορά αυτή αποτελεί μέχρι σήμερα μία από τις παλαιότερες γνωστές μαρτυρίες του επωνύμου και επιβεβαιώνει την παρουσία της οικογένειας στη Νάουσα ήδη από το πρώτο μισό του 18ου αιώνα.

–1738. Μαρτυρία υπερασπίσεως συμπατριώτη τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά (για αντίδραση στην συγκέντρωση της φορολογίας), κατά τη Γενική Συνέλευση από τα κοινά της Πάρου, της 16 Ιουλίου 1738, υπογράφει ο Δημήτριος Κουρλέντης; από το κοινό της Νάουσας Πάρου.

 

–Κουρούκλης: Επώνυμο που πιθανότατα προέρχεται από το ουσιαστικό «κουρούκλα», λέξη που δήλωνε κάλυμμα της κεφαλής των γυναικών ή κεφαλόδεσμο των ανδρών.

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία του επωνύμου κατέχει ο Όσιος Άνθιμος ο Κουρούκλης, κατά κόσμον Αθανάσιος Κουρούκλης, ο οποίος γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς το 1717. Υπήρξε ο τυφλός ιεραπόστολος του Αιγαίου και συνδέθηκε ιδιαίτερα με την Αντίπαρο, όπου τιμάται ως ο Άγιος της Αντιπάρου. Η μορφή του αποτελεί σημαντικό κρίκο στην εκκλησιαστική ιστορία των Κυκλάδων και ιδιαίτερα της Αντιπάρου.

–1717. Όσιος Άνθιμος κατά κόσμον Αθανάσιος Κουρούκλης, γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλληνίας το έτος 1717 είναι ο τυφλός ιεραπόστολος του Αιγαίου, ο άγιος της Αντιπάρου.


–Κουρουλάκης: Οικογένεια προσφυγικής καταγωγής, που συνδέεται με τη Μικρά Ασία, ενώ παλαιότερα η οικογενειακή παράδοση ανάγει την καταγωγή της στην Κρήτη. Το επώνυμο απαντά στην Πάρο ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα. Το 1914 καταγράφεται η παρουσία της οικογένειας στις Λεύκες, αποτελώντας μέχρι σήμερα την παλαιότερη γνωστή μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο.

–1914. Αναφορά του επιθέτου στις Λεύκες το έτος 1914.

 

Κουρτιάνος: Βλέπε Κορτιάνος

 

Κουσανδινός: Επώνυμο που συνδέεται με προσφυγική εγκατάσταση στην Πάρο κατά τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης.

Το 1829, στην απογραφή προσφύγων του Τσιπίδου (σημερινή Μάρπησσα), καταγράφεται ο 25χρονος Σπύρος Κουσανδινός, άνεργος. Η αναφορά αυτή αποτελεί μέχρι σήμερα μία από τις παλαιότερες γνωστές μαρτυρίες του επωνύμου στην Πάρο και δείχνει την παρουσία της οικογένειας στο νησί ήδη κατά τα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους.

–1829. Σε απογραφή προσφύγων  το 1829 στον Τσιπίδο (Μάρπησσας) αναφέρεται ο Σπύρος Κουσανδινός 25 ετών άνεργος.


–Κουταλίδης: Πιθανότατα παρωνύμιο, προερχόμενο από το ουσιαστικό «κουτάλι». Πρόκειται για μονοκλαδική οικογένεια στην Πάρο, που συνδέεται με την Αγκαιριά. Η οικογένεια κατάγεται από τη Σάμο, ενώ παλαιότερα η καταγωγή της ανάγεται στο Τσεσμέ της Μικράς Ασίας.

Ο παριανός κλάδος ξεκινά από τον Εμμανουήλ Κουταλίδη, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Πάρο το 1981, ερχόμενος από τη Σάμο. Έτσι, το επώνυμο αποτελεί μία από τις νεότερες οικογενειακές παρουσίες στην Πάρο, με καταγωγή που συνδέει το νησί με τη Σάμο και, βαθύτερα, με τη μικρασιατική ακτή.

–1981. Ο Εμμανουήλ Κουταλίδης είναι ο γενάρχης του παριανού κλάδου ο οποίος ήρθε στην Πάρο το 1981 από την Σάμο.

 

Κούτεσης: Επώνυμο που απαντά στην Πάρο ήδη από τα μέσα του 18ου αιώνα. Το 1751, σε έγγραφο της 4ης Νοεμβρίου, αναφέρεται η Καλλή Κούτεση, η οποία κατείχε χωράφι στη θέση Παλαιόπυργος. Πρόκειται για μία από τις παλαιότερες μέχρι σήμερα γνωστές μαρτυρίες του επωνύμου στην Πάρο.

–1751. Σε έγγραφο στις 4 Νοεμβρίου 1751 αναφέρεται η Καλλι Κουτεση με χωράφι στην θέση Παλαιόπυργος.


–Κουτζουνάς: Βλέπε Κοτζουνάς.

 

–Κουτζοδόντης ή Κουτσοδόντης: Πιθανότατα παρωνυμικό επώνυμο, που προέκυψε από χαρακτηριστικό γνώρισμα ή παρατσούκλι και στη συνέχεια καθιερώθηκε ως οικογενειακό όνομα. Η οικογένεια συνδέεται ιστορικά με τα Μάρμαρα και τον παλαιό Δήμο Μαρμάρων και αργότερα Μάρπησσας.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή καταγραφή εντοπίζεται το 1844, όταν στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μαρμάρων αναφέρεται ο 50χρονος κτηματίας Αντώνιος Κουτζοδόντης. Το 1847 εμφανίζονται ο ίδιος, πλέον 53 ετών, καθώς και ο Ανδρέας Κουτζοδόντης, 26 ετών, έμπορος, και ο Εμμανουήλ Κουτζοδόντης, 25 ετών.

Η οικογένεια φαίνεται ότι είχε επαγγελματικές και οικογενειακές διαδρομές πέρα από την Πάρο. Το 1860 ο Κουτζοδόντης Εμμανουήλ αναφέρεται σε συμβολαιογραφική πράξη στη Σύρο ως νοσοκομειακός υπάλληλος, ενώ το 1868 ο 29χρονος Παριανός μάγειρας Δημήτριος Τουτζοδόντης παντρεύεται στην Ερμούπολη.

Το επώνυμο συνεχίζει να εμφανίζεται στις επόμενες γενιές. Το 1875 καταγράφονται ο Δημήτριος και ο Εμμανουήλ Κουτζοδόντης, γιοι του Αντωνίου, με καταγωγή από τα Μάρμαρα και κατοικία στη Σύρο και την Αλεξάνδρεια. Στα Δημοτολόγια του Δήμου Μάρπησσας στις αρχές του 20ού αιώνα συναντούμε επίσης τον Αλέξανδρο Εμμανουήλ Κουτσοδόντη, άλλοτε καταγεγραμμένο ως κάτοικο Αλεξάνδρειας και άλλοτε ως κάτοικο Μαρμάρων.

Οι μαρτυρίες αυτές δείχνουν μια οικογένεια με σταθερό παριανό πυρήνα στα Μάρμαρα, αλλά και με μετακινήσεις προς τη Σύρο και την Αλεξάνδρεια, ακολουθώντας τις επαγγελματικές και εμπορικές διαδρομές πολλών Παριανών του 19ου αιώνα.

–1844. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μαρμάρων το 1844 είναι εγγεγραμμένος ο 50χρονος κτηματίας Κουτζοδόντης Αντώνιος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 53χρονος κτηματίας Αντώνιος Κουτζοδόντης, ο 26χρονος έμπορος Ανδρέας Κουτζοδόντης και ο 25χρονος υπηρέτης Εμμανουήλ Κουτζοδόντης.

–1860. Στις 16 Ιανουαρίου 1860 σε συμβολαιογραφική πράξη [Εξόφληση] στην Σύρου αναφέρεται ότι ο κάτοικος Πάρου Αντώνης Βεντουρής βυρσοδέψης και η σύζυγός του Μαρηγώ Μαλατέστα εξοφλούν τον κάτοικο Πάρου νοσοκομειακό υπάλληλο Κουτζοδόντη Εμμανουήλ.

–1868. Στις 20 Οκτωβρίου 1868 ο 29χρονος μάγειρας από την Πάρο Δημήτριος Τουτζοδόντης, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 17χρονη από την Σύρο Καλλιόπη Ναζίρη.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Δημήτρης και Εμμανουήλ Κουτζοδόντης 40 και 45 ετών του Αντωνίου από τα Μάρμαρα υπηρέτες κάτοικοι Σύρου και Αλεξάνδριας.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Αλέξανδρος Εμμανουήλ Κουτσοδόντης, ετών 34, κάτοικος Αλεξάνδριας, υπηρέτης, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Αλέξανδρος Εμμανουήλ Κουτσοδόντης, ετών 36, κάτοικος Μαρμάρων, εργάτης, άγαμος.

–1907. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 11 Μαρτίου 1907, είναι εγγεγραμμένος ο Αλέξανδρος Εμμανουήλ Κουτσοδόντης, ετών 36, κάτοικος Μαρμάρων, εργάτης, άγαμος.

 

Κουτρέλης: Παριανό επώνυμο, συνδεδεμένο με τη Μάρπησσα. Η σημαντικότερη γνωστή μορφή του επωνύμου είναι ο Παναγιώτης Αθανασίου Κουτρέλης, ο οποίος γεννήθηκε στη Μάρπησσα το 1886.

Ο Κουτρέλης υπήρξε καθηγητής θεολόγος στη Μέση Εκπαίδευση, ποιητής, συγγραφέας, δημοσιογράφος και ρήτορας. Διετέλεσε ιδιοκτήτης και διευθυντής της αθηναϊκής εφημερίδας «Νέος Εθνοφύλαξ», ενώ συμμετείχε ενεργά στη δημόσια και πνευματική ζωή της εποχής.

Ανάμεσα στα έργα του περιλαμβάνονται τα «Ποιητικά δοκίμια» (1886), «Ο εν Ελλάδι ελεύθερος τεκτονισμός…» (1899), «Οι άθεοι μαλλιαροί και οι συνήγοροι αυτών…» (1929) και το έργο «Η Ελλάς δημοκρατουμένη και βασιλευομένη διά μέσου των αιώνων».

Υπήρξε επίσης πρόεδρος της Χριστιανικής Ενώσεως και δραστηριοποιήθηκε σε οργανώσεις με έντονο θρησκευτικό και πατριωτικό χαρακτήρα. Ο Νικηφόρος Γ. Κυπραίος, στα Πάρια, τον χαρακτηρίζει «επίλεκτο και πατριωτικότατο καθηγητή των Ελληνικών Γραμμάτων», τονίζοντας την αγάπη του για την πατρίδα και την αυστηρότητα με την οποία αντιμετώπιζε το καθήκον του.

Η περίπτωση του Παναγιώτη Κουτρέλη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ιστορία της Πάρου, καθώς ένας άνθρωπος γεννημένος στη Μάρπησσα κατόρθωσε να διακριθεί στην εκπαίδευση, τη συγγραφή και τη δημοσιογραφία, αφήνοντας το αποτύπωμά του στην πνευματική και δημόσια ζωή της Ελλάδας.

–1886. Γεννιέται στη Μάρπησσα ο Παναγιώτης Αθ. Κουτρέλης, ποιητής, συγγραφέας, δημοσιογράφος, χριστιανός αγωνιστής, ρήτορας, ιδιοκτήτης και διευθυντής της εφημερίδας Αθηνών «Νέος Εθνοφύλαξ». Είχε υπηρετήσει ως καθηγητής θεολόγος στη Μέση Εκπαίδευση. Από τα βιβλία του σημειώνουμε: «Ποιητικά δοκίμια» (1886), «Ο εν Ελλάδι ελεύθερος τεκτονισμός…» (1899), «Οι άθεοι μαλλιαροί και οι συνήγοροι αυτών…» (1929), «Η Ελλάς δημοκρατουμένη και βασιλευομένη διά μέσου των αιώνων υπό Π.Α. Κουτρέλη, καθηγητού –Εφέδρου Αξιωματικού», κ.α. Υπήρξε πρόεδρος της Χριστιανικής Ενώσεως και της Αντικομμουνιστικής, και «Γής κατά των αθέων μαλλιαρών Εκτελεστικής Επιτροπής του Πειραιώς» (1928-1929).

Κατά τον Νικηφόρο Γ. Κυπραίο, Τα Πάρια, 122, υπήρξε «επίλεκτος και πατριωτικότατος καθηγητής των Ελληνικών Γραμάτων», ενάρετος, χρηστός και ηθικός, αυστηρός στο καθήκον, που αισθανόταν «πραγματικόν έρωτα διά το μεγαλείον της Πατρίδος».

Αναλυτικά για την ζωή και το έργο του, καθώς και τη διαθήκη του, βλ. «Παριανά» Απρ.-Ιούνιος 1989.

 

Κουτσοδόντης: Βλέπε Κουτζοδόντης

 

Κουτσομήτρου: Επώνυμο που απαντά στην Πάρο, με παρουσία στη Νάουσα. Η καταγωγή της οικογένειας φαίνεται να συνδέεται με τη Μικρά Ασία, χωρίς όμως να μπορεί ακόμη να προσδιοριστεί με βεβαιότητα πότε εγκαταστάθηκε στην Πάρο. Δεν αποκλείεται η παρουσία του επωνύμου να συνδέεται με παλαιότερο προσφυγικό κύμα.

 

–Κουτσουράκης: Επώνυμο που συνδέεται στην Πάρο με οικογένεια Μικρασιατών προσφύγων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Παροικιά μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, ο παλαιότερος κλάδος φαίνεται να είχε καταγωγή από τα Κούτσουρα του Νομού Λασιθίου Κρήτης, από όπου μετακινήθηκε αργότερα στη Μικρά Ασία, πριν από την οριστική εγκατάσταση της οικογένειας στην Πάρο.

Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο συνδέεται ήδη με τα πρώτα χρόνια της προσφυγικής εγκατάστασης. Το 1918, πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή, γεννιέται ο Χρήστος Κουτσουράκης του Νικολάου, ναυτικός, κάτοικος Παροικιάς. Η αναφορά αυτή είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθώς δείχνει ότι τουλάχιστον ένας κλάδος της οικογένειας βρισκόταν ήδη στην Πάρο πριν από το μεγάλο προσφυγικό κύμα του 1922.

Ιδιαίτερη αξία έχει η προφορική μαρτυρία που διασώθηκε από μέλος της οικογένειας Κουτσουράκη σχετικά με τη δημιουργία του προσφυγικού συνοικισμού της Παροικιάς. Σύμφωνα με την αφήγηση, το 1926 οι πρόσφυγες της Παροικιάς είχαν συγκεντρωθεί κοντά στην τότε Κοινότητα, περιμένοντας να αποφασιστεί από τις τοπικές αρχές ο χώρος όπου θα δημιουργούνταν ο προσφυγικός συνοικισμός. Μεταξύ των προσφύγων βρισκόταν και ένας Κουτσουράκης, ο οποίος συμμετείχε στη συνάντηση με τον δραστήριο Παριανό Δελλαγραμμάτη Ναυπλιώτη.

Ο Ναυπλιώτης, σύμφωνα με την οικογενειακή αφήγηση, αντέδρασε έντονα στην καθυστέρηση της εγκατάστασης και πρότεινε να παραχωρηθεί στους πρόσφυγες η μεγάλη χωράφα της Εκατονταπυλιανής, ώστε να δημιουργηθεί εκεί ο συνοικισμός και να τους έχει και ο ίδιος γείτονες. Η πρόταση έγινε τελικά πράξη και εκεί δημιουργήθηκαν τα προσφυγικά σπίτια της Παροικιάς.

Η ίδια προφορική μαρτυρία διασώζει με πολύ ζωντανό τρόπο την εικόνα του συνοικισμού. Τα σπίτια ήταν μικρές προσφυγικές κατοικίες, ορισμένες για πολυμελείς και άλλες για μικρότερες οικογένειες, και εκεί εγκαταστάθηκαν οικογένειες προερχόμενες από διαφορετικές περιοχές της Μικράς Ασίας. Ανάμεσά τους ήταν και οι Κουτσουράκηδες: ο Νικόλαος Κουτσουράκης με τη σύζυγό του Ρηνιώ και, αργότερα, ο Κωνσταντίνος Κουτσουράκης με τη Μακρίνα.

Η μαρτυρία αυτή είναι σημαντική όχι μόνο για την ιστορία της οικογένειας, αλλά και για την ιστορία της ίδιας της Παροικιάς, καθώς διασώζει τη μνήμη της εγκατάστασης των προσφύγων και των πρώτων χρόνων ζωής τους στον νέο συνοικισμό. Σύμφωνα με την παράδοση, πολλοί από τους πρόσφυγες είχαν εγκατασταθεί αρχικά στη Νάουσα και στη συνέχεια μετακινήθηκαν στον συνοικισμό της Παροικιάς.

Η οικογένεια των Κουτσουράκηδων εξακολούθησε να έχει ισχυρή παρουσία στην Παροικιά. Στον εκλογικό κατάλογο του 1946 καταγράφονται τα αδέλφια Κωνσταντίνος, γεννημένος το 1899, Θωμάς, γεννημένος το 1907, και Αντώνιος, γεννημένος το 1909, Κουτσουράκης του Νικολάου. Η παρουσία τους επιβεβαιώνει τη σταθεροποίηση της οικογένειας στην κοινωνία της μεταπολεμικής Παροικιάς.

Το 1949, σε ομαδική φωτογραφία του Σπογγαλιευτικού Συνεταιρισμού Πάρου, εμφανίζονται αρκετά μέλη της οικογένειας, μεταξύ των οποίων ο Χρήστος, ο Θωμάς, ο Αντώνης, η Μαρία, η Βούλα και η Μακρίνα Κουτσουράκη. Η συμμετοχή αυτή συνδέει την οικογένεια και με τη σημαντική σπογγαλιευτική δραστηριότητα της Πάρου κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.

Στους εκλογικούς καταλόγους της Παροικιάς του 1953 συναντούμε επίσης την Ειρήνη Κουτσουράκη, το γένος Θωμά Χατζηνικολή, σύζυγο Νικολάου, καθώς και την Παρασκευή Κουτσουράκη, το γένος Ηρακλή Βαρθακούρη, σύζυγο Αντωνίου.

Έτσι, η ιστορία των Κουτσουράκηδων της Πάρου συνδέεται άμεσα με τη μεγάλη προσφυγική περιπέτεια του 20ού αιώνα: μια οικογένεια με παράδοση που ανάγεται, σύμφωνα με την οικογενειακή μνήμη, στην Κρήτη και στη συνέχεια στη Μικρά Ασία, φθάνει στην Πάρο και συμμετέχει στη δημιουργία της νέας προσφυγικής κοινότητας της Παροικιάς. Η προφορική μαρτυρία των απογόνων, μαζί με τις εκλογικές και άλλες καταγραφές, αποτελεί πολύτιμο υλικό για την ανασύνθεση όχι μόνο της οικογενειακής ιστορίας των Κουτσουράκηδων, αλλά και της ιστορίας του προσφυγικού συνοικισμού της Παροικιάς.

–1918. Το 1918 γεννιέται ο Κουτσουράκης Χρήστος του Νικολάου ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.

–1922. Τα προσφυγικά στην Παροικιά

Προτού να γίνει το Κέντρο Υγείας και προτού ανοιχτεί ο δρόμος προς Νάουσα το 1937, υπήρχε μια μεγάλη χωράφα από το σημερινό Κ.Υ. και  έφτανε μέχρι το ποτάμι στην διασταύρωση του περιφερειακού όπου είχε τότε μέσα του ρωμαϊκούς τάφους που έχουμε τώρα στο μουσείο μπροστά.

Το 1926 ο Δελαγραμμάτη Ναυπλιώτης ο οποίος ήταν ενεργό στοιχείο της Παροικίας περνούσε κάποτε με το μπαστούνι του κάτω από την κοινότητα, η κοινότητα τότε ήταν απέναντι από το σπίτι του Βάλληνδρα, πίσω από το ΚΑΠΗ, και ήταν μαζεμένοι οι πρόσφυγες. Οι Παριανοί δεν τους είχαν δει με καλό μάτι, ήταν λοιπόν μαζεμένοι εκεί, σταμάτησε ο αείμνηστος Ναυπλιώτης και τους λέει, «τι κάνετε ρε παιδιά εδώ?» και του λένε «Κύριε Ντελαγραμμάτη, είμαστε εδώ μια βδομάδα και ο πρόεδρος μαζί με τα μέλη σκέπτονται να δούνε που να κάνουνε τον προσφυγικό συνοικισμό, στα Κακάπετρα ή στα Λιβάδια» τότε ο Ναυπλιώτης πήρε τρείς από τους πρόσφυγες, ένας εξ αυτών ο Κουτσουράκης ο οποίος αναφέρει το γεγονός, μπαίνουν στην κοινότητα όπου πρόεδρος της κοινότητας τότε ήταν ο καπετάνιος Μιχάλης Ζησιμόπουλος και ρωτάει τον Ναυπλιώτη… «Καλώς τον Ντελαγραμμάτη, ποιος καλός καιρός σε έφερε κατά δω?» και του απαντάει ο Ναυπλιώτης «Δεν με έφερε καπτάν Μιχάλη κανένας καλός καιρός, με έφερε η αγανάκτηση να βλέπω τους πρόσφυγες τα αδέρφια μας, τους κατατρεγμένους από τη Μικρά Ασία να περιμένουν από κάτω πότε θα αποφασίσετε εσείς που θα κτιστεί ο προσφυγικός συνοικισμός». Εσύ που μας λες Ντελαγραμμάτη? στα Κακάπετρα ή στα Λιβάδια?, ρώτησε ο καπτάν Μιχάλης. Ούτε στο ένα ούτε στο άλλο, να τους βάλετε στην χωράφα της Εκατονταπυλιανής να τους έχω και γείτονες, του απάντησε ο Ναυπλιώτης.

Ο Δελλαγραμμάτης Ναυπλιώτης φιλάνθρωπος και ελεήμων και παρότι είχε μεγάλη οικογένεια πάντα προσπαθούσε να βοηθήσει τους πρόσφυγες. Όταν πέθανε το 1939 σε ηλικία 49 ετών οι πρόσφυγες ήρθαν πρώτοι για να σταθούν δίπλα στην χήρα Ναυπλιώτενα.

Τα σπίτια ήταν δίδυμα. Αν ήταν από τρία άτομα και πάνω παίρνανε ένα σπίτι που είχε χολ, κουζίνα και σάλα.

Τα τρία πρώτα ήταν για πολυμελή οικογένεια και υπόλοιπα τρία για μονομελη οικογένεια, μονόχωρο με το τζάκι κάτω στο δάπεδο και όχι όπως τα παριανά που ήταν στον τοίχο και εκεί μαγείρευαν. Και, 7ο και 8ο πολυμελές. Σύνολο 16 οικογένειες.

Οι οικογένειες ήταν: στο 1ο σπίτι ο Χατζής (γιατί είχε πάει στα Ιεροσόλυμα) Πανάς Βεργούλης (το όνομα) σύζυγος Δέσποινα. Στο 2ο σπίτι διέμενε ο Κωνσταντίνος Κλαδάκης, σύζυγος Ελένη. Το 3ο σπίτι ήταν η οικογένεια του Απόστολου Λαγού, σύζυγος Κλεονίκη. Η μία κόρη του η Μαριώ παντρεύτηκε κι έμεινε στη Νάουσα. Το 4ο σπίτι του Ιωάννη Λαγού σύζυγος Δέσποινα, το επόμενο ήταν του Καπλάνη γνωστό ως σπίτι της Καπλάνενας και δίπλα του ο Κωνσταντίνος Καραντζάς. Στο επόμενο ο Ναουσαίος Βαγγέλης Αιγινήτης, σύζυγός του η Μικρασιάτισσα Ευθυμία, το από δίπλα ήτανε του Δημητρίου Κυπραίου σύζυγος Διαμαντώ Βαζουράκη* και οι δύο Μικρασιάτες, απέναντι διέμεναν ο Γιαννακός Επιτροπάκης σύζυγος  Ουρανία και πίσω ήταν το σπίτι του Νικόλαου Κουτσουράκη σύζυγος Ρηνιώ. Πάρα δίπλα ήταν ένα άλλο το οποίο ήταν του Στυλιανού Κρητικού σύζυγος Δέσποινα και δίπλα τους ένα σπίτι χωρισμένο στα δύο από δυο αδέρφια. Στο πρώτο διέμενε ο Φώτης Βαζουράκης* με την σύζυγό του Φώτω το γένος Ι. Κουτσομήτρου και στο δίπλα ο Στέλιος ο Βαζουράκης με την σύζυγό του Ελένη το γένος Νικ. Κατζαμπά. Στα πιο κάτω σπίτια ήταν οι οικογένειες του Μανώλη Χαραλάμπους σύζυγος Δέσποινα Βαζουράκη και στο άλλο ήτανε ο Σεραφείμ Ταλόγλου σύζυγος Βασιλεία το γένος Μουτάφη η οποία έχει μείνει στην ιστορία για την φράση της «φύγαμε και αφήσαμε την λάμπα αναμμένη…». Από κάτω ήταν τα σπίτια της χήρας Βασιλικώς Καλαϊντζή και δίπλα από πίσω ήταν η χήρα Τριανταφυλλιώ η οποία έκανε και μάγια. Πέθανε στο κρεβάτι σκουληκιασμένη. Και τέλος, άλλα δύο μονόχωρα σπίτια, στο ένα έμενε ο Δημητρώς Καλαϊντζής με την σύζυγό μου Αγγελικώ και στο από πίσω ο Κωνσταντίνος Κουτσουράκης  σύζυγος Μακρίνα.

Όλοι σκεπαστήκανε εκεί κι έτσι έμεινε γνωστό σήμερα ως ο προσφυγικός συνοικισμός.

Πολλοί από τους παραπάνω πήγαν πρώτα στη Νάουσα και στην συνέχεια έμειναν στον συνοικισμό.

Ήταν από όλη την Μικρά Ασία. Η Δέσποινα Ιωάννου Λαγού ήταν από την Έφεσο όπως και η Φώτω Βαζουράκη. Από το Μπουντρούμ, την αρχαία Αλικαρνασσό ήταν τα αδέρφια Λαγού.

*Το πραγματικό επώνυμο των Βαζουράκη ήταν Μπαζιουρούκη. Η οικογένεια άλλαξε το επώνυμό της στην Πάρο για απλούστευση, δεδομένου ότι οι Παριανοί το μπέρδευαν και το πρόφεραν λάθος.

–1946. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1946 υπάρχουν εγγεγραμμένοι τα αδέρφια Κωνσταντίνος (γεν. 1899), Θωμάς (γεν. 1907) και Αντώνιος (γεν. 1909) Κουτσουράκης του Νικολάου κάτοικοι Παροικιάς.

–1949. Σε ομαδική φωτογράφιση στις 26-4-1949 του Σπογγαλιευτικού Συνεταιρισμού Πάρου διακρίνονται οι: Κουτσουράκη Μαρία, Κουτσουράκης Χρήστος, Κουτσουράκης Θωμάς, Κουτσουράκης Αντώνης, Κουτσουράκη Βούλα και Μακρίνα Κουτσουράκη

–1953. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Κουτσουράκη Ειρήνη το γένος Θωμάς Χατζηνικολής, όνομα συζύγου Νικόλαος κάτοικος Παροικιάς.

–1953. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Κουτσουράκη Παρασκευή το γένος Ηρακλής Βαρθακούρης, όνομα συζύγου Αντώνιος κάτοικος Παροικιάς.

 

Κουτσός: Επώνυμο που απαντά στην Πάρο σε οικογένεια Μικρασιατών προσφύγων, εγκατεστημένη στη Νάουσα. Το επώνυμο περιλαμβάνεται στις καταγραφές των Μικρασιατών που εγκαταστάθηκαν στην Πάρο μετά τα γεγονότα του 1922 και ειδικότερα στη Νάουσα, όπου εγκαταστάθηκαν αρκετές προσφυγικές οικογένειες.

 

Κοφάδος: Επώνυμο για το οποίο δεν έχουμε ακόμη ασφαλή ετυμολογική ερμηνεία. Η παρουσία του στην Πάρο τεκμηριώνεται από τις πρώτες δεκαετίες του ελληνικού κράτους.

Το 1826, στα δημοτολόγια της Παροικιάς, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος, καταγράφεται ο 22χρονος Δημήτριος Κοφάδης. Είκοσι ένα χρόνια αργότερα, στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1847, συναντούμε τον 43χρονο ναύτη Δημήτριο Κοφάδο. Η ηλικία του δεύτερου ταιριάζει απόλυτα με εκείνη του Δημητρίου Κοφάδη του 1826, γεγονός που επιτρέπει να θεωρήσουμε με μεγάλη πιθανότητα ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, με μικρή διαφοροποίηση στη γραφή του επωνύμου.

Η παρουσία του Δημητρίου Κοφάδου ως ναύτη το 1847 εντάσσει την οικογένεια στη ναυτική κοινωνία της Παροικιάς του 19ου αιώνα. Μέχρι σήμερα, οι δύο αυτές αναφορές αποτελούν τις παλαιότερες γνωστές μαρτυρίες του επωνύμου στην Πάρο και αποτελούν αφετηρία για περαιτέρω γενεαλογική έρευνα.

–1826. Στα δημοτολόγια Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο το 1826 ο 22χρονος Δημήτριος Κοφάδης.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 43χρονος ναύτης Δημήτριος Κοφάδος.

 

Κρής και Χατζής: Πατριδωνυμικό επώνυμο, προερχόμενο από το Κρης, δηλαδή «ο Κρητικός», και δηλωτικό κρητικής καταγωγής. Η μορφή Κρή απαντά στις ίδιες πηγές ως θηλυκός τύπος του επωνύμου. Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο συνδέεται άμεσα με τις μεγάλες μετακινήσεις Κρητών προσφύγων προς τις Κυκλάδες κατά και μετά τον Κρητικό Πόλεμο (1645–1669), αλλά και με μεταγενέστερα προσφυγικά κύματα.

Για τους Κρήδες της Πάρου, ιδιαίτερα σημαντική είναι η απογραφή των προσφύγων του 1829, η οποία αποτυπώνει μια ήδη πολυπληθή ομάδα εγκατεστημένη σε διαφορετικούς οικισμούς του νησιού. Στην Παροικιά καταγράφονται ο Θεόδωρος Κρής, 40 ετών, χειρουργός, μαζί με τις αδελφές του Χρυσή και Ειρήνη, ο Κωνσταντής Κρής, 40 ετών, κρεοπώλης, ο Σπύρος Κρής, 23 ετών, εργάτης, ο Ανδρούλης Κρής, 40 ετών, έμπορος, καθώς και ο Αντώνιος Κρής Χατζής, 55 ετών, έμπορος, με τη σύζυγό του Αθανασάκη.

Στον Κώστο καταγράφονται ο 25χρονος γεωργός Ιωάννης Κρής και ο 50χρονος γεωργός Μανώλης Κρής με την οικογένειά του, ενώ στη Νάουσα συναντούμε τον Νικόλαο Κρής, 60 ετών, χαλκέα, τον Μιχαήλο Κρής, 38 ετών, τον Ιωάννη Κρής, 35 ετών, σκυτοτόμο, και τον Αντώνη Κρής, 25 ετών.

Ιδιαίτερα ισχυρή είναι η παρουσία τους και στα Μάρμαρα, όπου η ίδια απογραφή καταγράφει διαδοχικές οικογένειες Κρήδων: τον Γεώργιο Κρής, 60 ετών, τον Ιωάννη Κρής, 40 ετών, τον Κωνσταντίνο Κρής, 50 ετών, τον Νικόλαο Κρής, 60 ετών, καθώς και νεότερους Αντώνιο και Ιωάννη Κρής. Στον Τσιπίδο (σημερινή Μάρπησσα) καταγράφεται επίσης ο 34χρονος έμπορος Αναγνώστης Κρής.

Η συγκέντρωση τόσων διαφορετικών οικογενειών με το ίδιο πατριδωνυμικό μέσα στην απογραφή προσφύγων του 1829 δεν φαίνεται τυχαία. Αντίθετα, αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι πρόκειται για Κρητικούς πρόσφυγες που είχαν εγκατασταθεί στην Πάρο και είχαν πλέον δημιουργήσει οικογενειακούς πυρήνες σε Παροικιά, Νάουσα, Μάρμαρα, Κώστο και Μάρπησσα. Η χρονολογία είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθώς βρίσκεται ακριβώς στην εποχή των μεγάλων ανακατατάξεων που ακολούθησαν την Ελληνική Επανάσταση και τις μετακινήσεις πληθυσμών των προηγούμενων δεκαετιών.

Το επώνυμο Χατζής στην περίπτωση του Αντωνίου Κρής Χατζή φαίνεται να αποτελεί σύνθετη επωνυμική μορφή και χρειάζεται ξεχωριστή γενεαλογική διερεύνηση, ώστε να διαπιστωθεί αν πρόκειται για οικογενειακό επώνυμο, παρωνύμιο ή συνδυασμό δύο οικογενειακών ονομάτων.

Οι μαρτυρίες του 1829 αποτελούν μέχρι σήμερα το σημαντικότερο τεκμήριο για την παρουσία των Κρήδων στην Πάρο. Η μεγάλη γεωγραφική τους διασπορά και η ποικιλία των επαγγελμάτων τους –έμποροι, γεωργοί, τεχνίτες, εργάτες, κρεοπώλες και χαλκείς– δείχνουν ότι δεν επρόκειτο για έναν μεμονωμένο πρόσφυγα, αλλά για ευρύτερο κρητικό προσφυγικό πληθυσμό, που είχε εγκατασταθεί και ενσωματωθεί στην παριανή κοινωνία.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων της Παροικιάς του 1829 αναφέρεται ο Κρής Θεόδωρος, 40 ετών, Χειρούργος? Και οι αδερφές του Χρυσή Κρή και Ειρήνη Κρή.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων της Παροικιάς του 1829 αναφέρεται ο Αντώνιος Κρής Χατζής 55 ετών έμπορος και η σύζυγός του Αθανασάκη Κρής Χατζή.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων της Παροικιάς του 1829 αναφέρεται ο Κωνσταντής Κρής 40 ετών κρεοπώλης και η σύζυγός του Χρυσουλή Κρή.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων της Παροικιάς του 1829 αναφέρεται ο Σπύρος Κρής 23 ετών εργάτης, η σύζυγός του Δέσποινα Κρή και η κόρη του Μαρία Κρή.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων της Παροικιάς του 1829 αναφέρεται ο Ανδρούλης Κρής 40 ετών έμπορος, η σύζυγός του Άννα και η κόρη του Μαρία.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων του Κώστου του 1829 αναφέρεται ο Ιωάννης Κρής 25 ετών γεωργός.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων του Κώστου του 1829 αναφέρεται ο Μανώλης Κρής 50 ετών γεωργός, η σύζυγός του Βασιλική Κρή και ο γιός του Γεώργιος Κρής.

–1829. Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Νικόλαος Κρής 60 ετών χαλκεύς και οι κόρες του Μαρία και Ελένη.

–1829. Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Μιχαήλος Κρής 38 ετών άνεργος, η σύζυγός του Διαμάντα Κρής, η κόρη του Μαριγώ Κρή και η αδερφή του Ειρήνη Κρή.

–1829. Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Ιωάννης Κρής 35 ετών σκυτοτόμος, η σύζυγός του Μαρία Κρή και ο γιός του Νικόλαος Κρής ενός έτους.

–1829. Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Αντώνης Κρής 25 ετών άνεργος και η αδερφή του Ελένη Κρή.

–1829. Σε απογραφή προσφύγων  το 1829 στα Μάρμαρα αναφέρεται ο Γεώργιος Κρής 60 ετών εργάτης, οι τρεις κόρες τους και οι δυο γιοί του 20 και 18 ετών.

–1829. Σε απογραφή προσφύγων  το 1829 στα Μάρμαρα αναφέρεται ο Ιωάννης Κρής 40 ετών εργάτης και οι δυο κόρες του.

–1829. Σε απογραφή προσφύγων  το 1829 στα Μάρμαρα αναφέρεται ο Κωνσταντίνος Κρής 50 ετών και η κόρη του.

–1829. Σε απογραφή προσφύγων  το 1829 στα Μάρμαρα αναφέρεται ο Νικόλαος Κρής 60 ετών εργάτης και η κόρη του.

–1829. Σε απογραφή προσφύγων  το 1829 στα Μάρμαρα αναφέρεται ο Αντώνιος Κρής 33 ετών εργάτης

–1829. Σε απογραφή προσφύγων  το 1829 στα Μάρμαρα αναφέρεται ο Ιωάννης Κρής 22 ετών, εργάτης.

–1829. Σε απογραφή προσφύγων  το 1829 στον Τσιπίδο (Μάρπησσας) αναφέρεται ο Κρής Αναγνώστης 34 ετών έμπορος.

 

Κρήτης ή Κρήτας:

–1860. Στις 16 Απριλίου 1860 σε συμβολαιογραφική πράξη [Αντικαταβολικό] στην Σύρου αναφέρεται ο κάτοικος Μαρμάρων Πάρου Σταμάτιος Κρήτας ή Κρήτης γεωργός.


–Κρητικός: Επίθετο-πατριδωνύμιο, δηλαδή ο καταγόμενος από την Κρήτη. Στην Πάρο το επώνυμο έχει μακρά παρουσία και δεν αφορά μία μόνο οικογένεια ή ένα μόνο μεταναστευτικό ρεύμα. Πίσω από το όνομα διακρίνονται διαφορετικές εποχές εγκατάστασης Κρητών στο νησί, από τους παλαιούς πρόσφυγες του Κρητικού Πολέμου έως τους Κρήτες που έφθασαν στις Κυκλάδες κατά την Ελληνική Επανάσταση.

Η παλαιότερη κρητική παρουσία στην Πάρο συνδέεται με τις μεγάλες αναστατώσεις της Κρήτης κατά τον Κρητικό Πόλεμο (1645–1669). Τότε πολλοί Κρητικοί εγκατέλειψαν το νησί και κατευθύνθηκαν προς τις Κυκλάδες, αναζητώντας ασφάλεια. Ανάμεσα στους πρόσφυγες υπήρχαν οικογένειες αλλά και άνθρωποι που είχαν λάβει μέρος στις πολεμικές συγκρούσεις. Ωστόσο, οι παλαιότεροι αυτοί Κρητικοί δεν πρέπει να ταυτίζονται συλλήβδην με τους «ατάκτους Κρήτες» της επαναστατικής περιόδου του 1821, καθώς πρόκειται για διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες.

Το «Κρητικός» φαίνεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις αντικατέστησε παλαιότερο κρητικό επώνυμο ή παρωνύμιο. Η τοπική παράδοση διασώζει τα ονόματα Λεονταράκης, Λεμονάκης, Χειμωνάκης ή Χειμώνας, Τσολάκης και Παρδάλης, τα οποία συνδέθηκαν αργότερα με οικογένειες που στην Πάρο έγιναν γνωστές ως Κρητικοί. Αναφέρεται ακόμη ότι οι Κρητικοί των Καμαρών είχαν το επώνυμο Μαχαιράκης, ενώ οι Κρητικοί της Νάουσας, καταγόμενοι από τα Σφακιά, ονομάζονταν Πρατσαλάκης. Στις Λεύκες ο Θεόδωρος Κρητικός συνδέεται με την οικογένεια Λεμονάκη, ενώ ο Ηλίας Κρητικός με την οικογένεια Χειμωνάκη.

Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο είναι τεκμηριωμένη ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα. Στις 19 Μαΐου 1700 ο ιερομόναχος Σεραφείμ Κρητικός υπογράφει έγγραφο της μονής Αγίου Ανδρέα Ναούσης. Σε έγγραφο της Ναούσης του 18ου αιώνα αναφέρεται επίσης ο Κωνσταντής Κρητικός. Οι μαρτυρίες αυτές δείχνουν ότι οι Κρητικοί είχαν ήδη εγκατασταθεί στο νησί και είχαν ενταχθεί στην παριανή κοινωνία.

Κατά την Ελληνική Επανάσταση εμφανίζεται ένα νέο και διαφορετικό κύμα Κρητών, αυτή τη φορά μέσα στις πολεμικές και προσφυγικές μετακινήσεις του 1821. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διέλευση του άρχοντα Καλλέργη από την Πάρο το 1823 ή 1824, γεγονός που εντάσσεται στην κινητικότητα των Κρητών αγωνιστών και των ενόπλων ομάδων της επαναστατικής περιόδου. Για τους Κρητικούς που εγκαταστάθηκαν ή βρέθηκαν στην Πάρο γύρω από αυτή την εποχή μπορεί επομένως να εξεταστεί η σχέση τους με τους Κρήτες αγωνιστές και ατάκτους που μετακινούνταν στις Κυκλάδες. Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη, ώστε να μην αποδίδεται αναδρομικά η ιδιότητα του «ατάκτου» σε όλους τους Κρητικούς που είχαν εγκατασταθεί στην Πάρο από πολύ παλαιότερα.

Οι μαρτυρίες των αμέσως επόμενων χρόνων παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το 1826 σε έγγραφο της Παροικιάς μνημονεύεται ο Κωνσταντής Κρητικός, ενώ το 1828 στα δημοτολόγια Παροικιάς καταγράφεται ο 32χρονος Γεώργιος Κρητικός. Το 1829, σε απογραφή προσφύγων της Παροικιάς, αναφέρεται ο Μαθιός Κρητικός, 35 ετών, εργάτης, μαζί με τη σύζυγό του Σοφούλα και την κόρη τους Μαρία. Οι αναφορές αυτές, τόσο κοντά στην επαναστατική περίοδο, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη διερεύνηση των νέων κρητικών προσφυγικών εγκαταστάσεων στην Πάρο.

Το 1830 η κρητική παρουσία είναι ήδη ενσωματωμένη και στην εκκλησιαστική ζωή του νησιού. Ο επίσκοπος Παροναξίας Ιερόθεος αναφέρει τον ιερομόναχο Σεραφείμ Κρητικό και τον ιερέα Κωνσταντίνο Κρητικό, ενώ το 1831 συναντούμε τον Νικόλαο Κρητικό σε προικοσύμφωνο της Παροικιάς.

Ιδιαίτερη θέση κατέχουν οι Κρητικοί της Νάουσας, για τους οποίους η τοπική παράδοση διατηρεί σαφέστερη μνήμη κρητικής καταγωγής. Αναφέρεται ότι προέρχονταν από τα Σφακιά και ότι αρχικά έφεραν το επώνυμο Πρατσαλάκης, ενώ στην Πάρο επικράτησε το «Κρητικός». Η παράδοση τους συνδέει με διώξεις από τους Τούρκους και με την εγκατάστασή τους στη Νάουσα. Στην ίδια περιοχή εμφανίζονται και άλλες οικογένειες κρητικής καταγωγής, γεγονός που δείχνει ότι η Νάουσα αποτέλεσε έναν από τους σημαντικούς τόπους εγκατάστασης Κρητών στην Πάρο.

Κατά τον 19ο αιώνα το επώνυμο εξαπλώνεται σε ολόκληρο σχεδόν το νησί. Κρητικοί καταγράφονται στην Παροικιά, στις Λεύκες, στη Μάρπησσα και στη Νάουσα, ως γεωργοί, μυλωνάδες, ποιμένες, εργάτες και ναυτικοί. Στις Λεύκες οι πολυάριθμες εγγραφές στα μητρώα αρρένων αποδεικνύουν τη μακρά και ισχυρή παρουσία του επωνύμου. Κατά τον 20ό αιώνα το συναντούμε επίσης στην Αγγερία και στην Αντίπαρο.

Χαρακτηριστική είναι η επιγραφή του 1928 στην εικόνα του Αγίου Νικολάου στην Αλυκή: «Αφιέρωμα Αντωνίου Π. Κρητικού». Στον χώρο της εκπαίδευσης ξεχωρίζουν ο Σταμάτιος Σταμ. Κρητικός, γεννημένος το 1881 και δάσκαλος στην Παροικιά, και ο Νικόλαος Σταμ. Κρητικός, γεννημένος το 1913, ο οποίος υπηρέτησε ως δάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Παροικιάς από το 1935 έως το 1961.

Μια διαφορετική ιστορική περίπτωση καταγράφεται το 1918, όταν ο Μιχαήλ Κρητικός του Βορειάδη, 38 ετών, καταγράφεται στα δημοτολόγια Ναούσης ως πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία. Η περίπτωση αυτή δείχνει ότι το «Κρητικός» είχε πλέον παγιωθεί ως κληρονομικό επώνυμο και δεν δήλωνε αναγκαστικά πρόσφατη άφιξη από την Κρήτη.

Το επώνυμο Κρητικός αποτελεί επομένως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα πατριδωνυμίου που μετατράπηκε σε κληρονομικό οικογενειακό όνομα. Η ιστορία του στην Πάρο δεν είναι μονοσήμαντη. Οι παλαιότεροι Κρητικοί συνδέονται με τις προσφυγικές μετακινήσεις των προηγούμενων αιώνων, ενώ οι Κρητικοί που εμφανίζονται στην Πάρο γύρω από την Επανάσταση του 1821 πρέπει να εξετάζονται μέσα στο διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο των Κρητών αγωνιστών, των προσφύγων και των ατάκτων, ιδιαίτερα σε σχέση με την παρουσία του Καλλέργη στην Πάρο το 1823/24. Με τον χρόνο, οι διαφορετικές αυτές ομάδες και οι απόγονοί τους ενσωματώθηκαν στην παριανή κοινωνία, αφήνοντας όμως στο επώνυμο «Κρητικός» τη μνήμη της κρητικής τους καταγωγής.

–1700. Ιερομόναχος Σεραφείμ Κρητικός υπογράφει έγγραφο μονής Αγίου Ανδρέα Ναούσης στις 19 Μαΐου 1700.

–1769. Το 1769 γεννιέται η Κρητικού Άννα, σύζυγος Ιωάννου. Απεβίωσε το 1859 σε ηλικία 90 ετών.

–1825. Στις 29 Μαΐου 1825 ο Σακελλίων Λευκών Στέφανος Ραγκούσης υπογράφει για λογαριασμό του Αυγουστή Κρητικού.

–1826. Σε έγγραφο Παροικιάς της 4ης Ιουλίου 1826 μνημονεύεται ο Κωνσταντής Κρητικός.

–1828. Στα δημοτολόγια Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος το 1828 ο 32χρονος Γεώργιος Κρητικός.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων της Παροικιάς του 1829 αναφέρεται ο Μαθιός Κρητικός 35 ετών εργάτης, η σύζυγός του Σοφούλα Κρητικού και η κόρη του Μαρία Κρητικού.

–1830. Στον Κατάλογο του Παροναξίας Ιερόθεου στις 8 Φεβρουαρίου 1830 αναφέρεται ο πάροικος (προσωρινός κάτοικος Πάρου) ιερέας Κωνστάντιος Κρητικός.

–1830. Από κατάλογο που είχε στείλει στο Υπουργείο Θρησκείας ο Επίσκοπος Παροναξίας Ιερόθεος στις 8 Φεβρουαρίου 1830, πληροφορούμαστε ότι η Πάρος διέθετε 52 ιερείς.

Κατωτέρω παραθέτουμε ονοματεπώνυμά με τα ανάλογα οφίκια που είχαν: ιερομόναχος  Σεραφείμ Κρητικός και ο ιερεύς Κωνσταντίνος Κρητικός.

–1831. Σε προικοσύμφωνο Νικολάου Κρητικού και Μαργαρίτας Μισολογγίτη, Παροικιά, 15 Φεβρουαρίου 1831. «μόνον η κυρία Μαντελενιώ, σύζυγος του ποτέ Κωνσταντή Μισολογγίτη, δίδει στην κόρη της τις εικόνες, Μεταμόρφωση του Χριστού και Άγιο Γεώργιο. (ΓΑΚ, 219, 135r).

–1831. Λεύκες 1831 Μαΐου 2. Ο μαθητής της Αλληλοδιδακτικής Σχολής Λευκών Κρητικός Εμμ. Γεώργιος.

–1847. Το 1847 γεννιέται στις Λεύκες ο Κρητικός Νικόλαος του Περούλη. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 30χρονος γεωργός Γεώργιος Ν. Κρητικός, ο 51χρονος γεωργός Γεώργιος Κρητικός, ο 66χρονος γεωργός Εμμανουήλ Κρητικός και ο 63χρονος γεωργός Νικόλαος Κρητικός.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 31χρονος μυλωνάς Κρητικός Νικόλαος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 25χρονος γεωργός Αντώνιος Εμμ. Κρητικός, ο 53χρονος γεωργός Ευστράτιος Κρητικός, ο 35χρονος γεωργός Ιωάννης Α. Κρητικός, ο 25χρονος γεωργός Κωνσταντίνος Ευστρ. Κρητικός, ο 55χρονος γεωργός Μανόης Π. Κρητικός, ο 63χρονος γεωργός Μανόλης Α. Κρητικός, ο 45χρονος ποιμήν Μιχάλης Κρητικός και ο 30χρονος γεωργός Περούλης Κρητικός.

–1854. Το 1854 γεννιέται στις Λεύκες ο Κρητικός Δομένεγος του Περούλη και ο Κρητικός Εμμανουήλ του Σάββα. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1880. Καταγωγή από τα Σφακιά της Κρήτη, έτος 1831. Οι Κρητικοί της Νάουσας επίσης κατάγονται από τα Σφακιά της Κρήτης και ονομάζονταν Πρατσαλάκης, στην Νάουσα ήρθαν από τα Σφακιά το 1880 κυνηγημένοι από τους Τούρκου, τους φωνάζανε Κρητικούς γιατί το επίθετο τους ήταν δύσκολο. Το επώνυμο Λεονταράκης, γνωστό στην Κρήτη, το έφερε ο πρώτος Κρητικός που έφθασε στην Πάρο την εποχή της Τουρκοκρατίας. Ύστερα εξέπεσε σε παρωνύμιο ή επώνυμο, όπως έχει συμβή και με άλλα επώνυμα: Παρδάλης (σήμερα Χανιώτης), Λεμονάκης (Κρητικός), Χειμωνάκης σήμερα Ραγκούσης), Τσολάκης (σήμερα Ρούσσος).

–Η Μαργαριταράκη γυνή ποτέ Γληγοράκη Μεταξά πώλισε ένα χωράφι με πατητήρι και φούρνο στην τοποθεσία Ρέτενα (Θεοσκέπαστη) στον Κωνσταντή Κρητικό. (έγγρ. Ναούσης 18ου αι.).

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1844 υπάρχει εγγεγραμμένος ο 28χρονος Νικόλαος Κρητικός μυλοθρός.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 39χρονος εργάτης Κρητικός Ανδρέας, ο 41χρονος γεωργός Αθανάσιος Κρητικός, ο 69χρονος γεωργός Κωνσταντίνος Κρητικός, ο 26χρονος γεωργός Νικόλαος Κρητικός.

–1859. Το 1859 γεννιέται στις Λεύκες ο Κρητικός Ανδρέας του Κωνσταντίνου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1860. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 25χρονος βυρσοδέψης Σταμάτης Α. Κρητικός, άγαμος. Έδωσε όρκο στις 16 Απριλίου 1860.

–1867. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γεννησης 1867. Κρητικός Εμμανουήλ του Γεωργίου.

–1868. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γεννησης 1868 ο Κρητικός Γεώργιος του Αντωνίου.

–1868. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Περούλης Γεωργίου Κρητικός, ετών 35 (γεν. 1868), γεωργός, έγγαμος.

–1868. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Αντώνιος Γεωργίου Κρητικός, ετών 35 (1868), γεωργός, έγγαμος.

–1869. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1869 ο Κρητικός Περούλης.

–1871. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1871 ο Κρητικός Εμμανουήλ του Ιωάννη και ο Κρητικός Ευστράτιος του Θεόδωρου.

–1873. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Καλλιόπη Περούλη Κρητικού, ετών 30 (1873), οικιακά, έγγαμος.

–1873. Το 1873 γεννιέται ο Κρητικός Γεώργιος του Παναγιώτη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

––1873. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1873 ο  Κρητικός Γεώργιος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1874. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1874 ο Κρητικός Γεώργιος του Παναγιώτη. Διαγράφεται ως αποβιώσαντας στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1953, και ο Κρητικός Ιωάννης του Θεόδωρου.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875 του Δήμου Ύριας Λευκών, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 42χρονος Αντώνης Κρητικός του Γεωργίου, κτηματίας.

–1876. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1876 ο Κρητικός Νικήτας του Σάββα.

–1876. Στις 12 Νοεμβρίου 1876 ο 32χρονος γεωργός από την Πάρο Μάρκος Κρητικός, του Ιωάννη και της Ανέζας, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Πάρο Χρυσούλα Σκιαδά, του Γεωργίου και της Ασημίνας.

–1877. Το 1877 γεννιέται ο Κρητικός Αντώνιος του Παναγιώτη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1878. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1878 ο Κρητικός Γεώργιος του Ιωάννη, ο Κρητικός Ιωάννης του Σάββα και ο Κρητικός Μάρκος του Δημητρίου.

–1879. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1879 ο Κρητικός Αντώνιος του Παναγιώτη.

 

–1881. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Ζαμπία Αντωνίου Κρητικού, ετών 22 (1881), οικιακά, έγγαμος.

–1881. Γεννιέται το 1881 ο δάσκαλος Παροικιάς Σταμάτιος Σταμ. Κρητικός. Σύζυγός του η Μαργαρίτα Νικ. Ρούσοου (1886). Τέκνο τους ο Νίκος (1913).

–1881. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1881 ο Κρητικός Γεώργιος του Θεόδωρου.

–1882. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1882 ο Κρητικός Γεώργιος του Ιωάννη.

–1883. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1883 ο Κρητικός Κωνσταντίνος του Ανδρέα

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Κρητικός Ανδρέας του Αντωνίου, 49 ετών, εργάτης, ο Κρητικός Βασίλειος του Ανδρέα, 51 ετών, γεωργός, ο Κρητικός Εμμανουήλ του Νικολάου, 23 ετών, γεωργός, ο Κρητικός Ιωάννης του Αθανασίου, 58 ετών, εργάτης, ο Κρητικός Κωνσταντίνος του Νικολάου, 39 ετών εργάτης, κάτοικος Καλαμάκι, ο Κρητικός Νικόλαος του Κωνσταντίνου, 64 ετών, γεωργός και ο Κρητικός Σταμάτης του Νικολάου, 36 ετών, γεωργός.

–1883. Το 1883 γεννιέται ο Κρητικός Νικόλαος του Σταμάτη ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.

–1884. Το 1884 γεννιέται ο Κρητικός Στυλιανός του Γεωργίου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1885. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1885 ο Κρητικός Εμμανουήλ του Μαρή.

–1886. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1886 κάτοικος Αντιπάρου Κρητικός Ιωάννης του Μάρκου, γεωργός.

–1886. Κρητικός Νικόλαος του Ιωάννη. Έτος γέννησης του 1886 στις Λεύκες. Εγγεγραμμένος στο Μητρώο των Αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1887. Το 1887 γεννιέται ο Κρητικός Στέφανος του Παναγιώτη, εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1952.

–1887. Κρητικός Πέτρος του Δεμένεγου και Κρητικός Σάββας του Εμμανουήλ. Έτος γέννησης το 1887 στις Λεύκες. Εγγεγραμμένος στο Μητρώο των Αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1888. Το 1888 γεννιέται ο Κρητικός Στέφανος του Παναγιώτη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1888. Κρητικός Ευστάθιος του Ανδρέα και Κρητικός Ιωάννης του Μαρή. Έτος γέννησης το 1888 στις Λεύκες. Εγγεγραμμένος στο Μητρώο των Αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1890. Το 1890 γεννιέται ο Κρητικός Φραγκίσκος του Θεόδωρου, γεωργός, κάτοικος Νάουσας Πάρου.

–1890. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1890 στις Λεύκες ο Κρητικός Κωνσταντίνος του Ανδρέα.

–1891. Το 1891 γεννιέται ο Κρητικός Γεώργιος του Μάρκου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1891. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1891 στις Λεύκες ο Κρητικός Γεώργιος του Μάρκου.

–1892. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1892 στις Λεύκες ο Κρητικός Γεώργιος του Εμμανουήλ. Έπεσε υπέρ πατρίδος στους πολέμους της περιόδου του 1912-1922 (Βαλκανικούς και Ελληνοτουρκικό).

–1893. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1893 στις Λεύκες ο Κρητικός Παρασκευάς του Εμμανουήλ.

–1894. Το 1894 γεννιέται ο Κρητικός Μάρκος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1895. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1895 στις Λεύκες ο Κρητικός Γεώργιος του Δομένεγου.

–1895. Το 1895 γεννιέται ο Κρητικός Ιωάννης του Δημητρίου αλιεύς κάτοικος Παροικιάς.

–1896. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1896 στις Λεύκες ο Κρητικός Αντώνιος του Εμμανουήλ.

–1897. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1897 στις Λεύκες ο Κρητικός Νικόλαος του Εμμανουήλ.

–1897. Το 1897 γεννιέται ο Κρητικός Σταύρος του Μάρκου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1898. Το 1898 γεννιέται ο Κρητικός Κωνσταντίνος του Δημητρίου αλιεύς κάτοικος Παροικιάς.

–1899. Το 1899 γεννιέται ο Κρητικός Σπύρος του Εμμανουήλ ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.

–1900. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1900 στις Λεύκες ο Κρητικός Περούλης του Εμμανουήλ.

–1901. Το 1901 γεννιέται ο Κρητικός Παναγιώτης του Δημητρίου ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.

–1902. Το 1902 γεννιέται ο Κρητικός Παντελής του Εμμανουήλ ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.

–1902. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1902 στις Λεύκες ο Κρητικός Νικόλαος του Ανδρέα.

–1903. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1903 στις Λεύκες ο Κρητικός Νικόλαος του Εμμανουήλ.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Ειρήνη Αντωνίου Κρητικού, ετών 6μηνών, άνευ, άγαμος.

–1905. Το 1905 γεννιέται ο Κρητικός Παναγιώτης του Γεωργίου παντοπώλης κάτοικος Παροικιάς.

–1905. Το 1905 γεννιέται ο Κρητικός Παναγιώτης του Γεωργίου γεωργός κάτοικος κοιν. Λευκών. Το 1949 μεταδημότευση.

–1905. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1905 στις Λεύκες ο Κρητικός Σάββας του Ιωάννη.

–1906. Το 1906 γεννιέται ο Κρητικός Νικόλαος του Γεωργίου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας.

–1906. Το 1906 γεννιέται ο Κρητικός Βασίλειος του Διαμαντή γεώργιος, κάτοικος κοιν. Νάουσας.

–1906. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1906 στις Λεύκες ο Κρητικός Θεόδωρος του Ευστρατίου, ο Κρητικός Νικόλαος του Γεωργίου και ο Κρητικός Νικόλαος της Μαρούσας.

–1907. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1907 στις Λεύκες ο Κρητικός Νικόλαος του Εμμανουήλ.

–1908. Το 1908 γεννιέται ο Κρητικός Γεώργιος του Χαράλαμπου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας.

–1908. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1908 στις Λεύκες ο Κρητικός Χαράλαμπος του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς. Ο Κρητικός Αντώνιος του Ευστρατίου, ο Κρητικός Αντώνιος του Παναγιώτη και ο Κρητικός Παναγιώτης του Αντωνίου.

–1909. Το 1909 γεννιέται ο Κρητικός Δημήτριος του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1909. Το 1909 γεννιέται ο Κρητικός Δημήτριος του Ιωάννη ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.

–1910. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1910 στις Λεύκες ο Κρητικός Παναγιώτης του Αντωνίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς. Ο Κρητικός Ιωάννης του Ευστρατίου, ο Κρητικός Αντώνιος του Νικολάου και ο Κρητικός Ιωάννης του Γεωργίου.

–1911. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1911 στις Λεύκες ο Κρητικός Νικόλαος του Περούλη.

–1912. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1912 κάτοικος Αντιπάρου Κρητικός Μάρκος του Ιωάννης εργάτης.

–1913. Το 1913 γεννιέται στη Νάουσα ο Κρητικός Ηλίας του Ιωάννη μετέπειτα ναυτικός.

–1913. Το 1913 γεννιέται ο Κρητικός Ιωάννης του Διαμαντή, εργάτης, κάτοικος Νάουσας Πάρου.

–1913. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1913 στις Λεύκες ο Κρητικός Νικόλαος του Σταμάτη διδάσκαλος κάτοικος Παροικιάς. Σύζυγός του η Σουζάνα Αζέζογλου (1919) και τέκνα τους ο Σταμάτης (1940), η Σμαράγδα (1942), ο Δημήτριος (1945) και ο Θεολόγος (1946).

Και ο Κρητικός Δημήτριος του Περούλη.

–1914. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1914 στις Λεύκες ο Κρητικός Αντώνιος του Γεωργίου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας. Ο Κρητικός Στέφανος του Εμμανουήλ, ο Κρητικός Νικόλαος του Περούλη και ο Κρητικός Νικόλαος του Ιωάννη.

–1914. Το 1914 γεννιέται ο Κρητικός Νικόλαος του Αντωνίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1914. Το 1914 γεννιέται ο Κρητικός Νικόλαος του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1916. Το 1916 γεννιέται ο Κρητικός Σταμάτιος του Νικολάου κάτοικος της Κοιν. Παροικιάς.

–1917. Το 1917 γεννιέται ο Κρητικός Παναγιώτης του Στέφανου, εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1952.

–1917. Το 1917 γεννιέται ο Κρητικός Ιωάννης του Αντωνίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1918. Κρητικός Μιχαήλ του Βορειάδη, 38 ετών, καμνοπαραγωγός, από τη Μικρά Ασία. Έτος εγγραφής στα Δημοτολόγια Ναούσης 1918.

–1919. Το 1919 γεννιέται ο Κρητικός Δημήτριος του Μάρκου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1920. Το 1920 γεννιέται ο Κρητικός Σπύρος του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1920. Το 1920 γεννιέται ο Κρητικός Διαμαντής του Φραγκίσκου εργάτης κάτοικος κοιν. Νάουσας. Απεβίωσε το 1949.

–1921. Το 1921 γεννιέται ο Κρητικός Ευάγγελος του Μάρκου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1921. Το 1921 γεννιέται ο Κρητικός Μιχαήλ του Ιωάννη ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.

–1921. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1921 κάτοικος Αντιπάρου Κρητικός Νικόλαος του Ιωάννη ξυλουργός.

–1923. Μέλος του Εξωραϊστικού Φιλοδασικού Συλλόγου Λευκών, εν Λεύκαις τη 17 Απριλίου 1923 ο Ευστράτιος Κρητικός.

–1923. Το 1923 γεννιέται ο Κρητικός Ελευθέριος του Μάρκου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1924. Το 1924 γεννιέται ο Κρητικός Εμμανουήλ του Ιωάννη κρεοπώλης κάτοικος Παροικιάς.

–1924. Το 1924 γεννιέται ο Κρητικός Μάρκος του Σταύρου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1925. Το 1925 γεννιέται ο Κρητικός Αναστάσιος του Αντωνίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1925. Το 1925 γεννιέται ο Κρητικός Δημήτριος του Στέφανου, εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1952.

–1925. Το 1925 γεννιέται στη Νάουσα ο Κρητικός Σταύρος του Φραγκίσκου. Το 1951 είχε ήδη πεθάνει.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Κρητικός Ιωάννης του Σάββα εργατικός κάτοικος κοιν. Λευκών.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο μετέπειτα γεωργός Κρητικός Ιωάννης του Νικολάου, κάτοικος Νάουσας.

–1927. Το 1927 γεννιέται ο Κρητικός Εμμανουήλ του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1927. Το 1927 γεννιέται ο Κρητικός Θεόδωρος του Μάρκου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1928. Στο ναό του Αγίου Νικολάου στην Αλυκή, σε εικόνα του Αγίου Νικολάου διαβάζουμε την επιγραφή: «Αφιέρωμα Αντωνίου Π. Κρητικού, 1928».

–1928. Το 1928 γεννιέται ο Κρητικός Ελευθέριος του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.

–1928. Το 1928 γεννιέται ο κρητικός Ηλίας του Κωνσταντίνου αλιεύς κάτοικος κοιν.  Παροικιάς.

–1929. Το 1929 γεννιέται στη Νάουσα ο Κρητικός Κωνσταντίνος του Φραγκίσκου, ο Κρητικός Κωνσταντίνος του Ιωάννη και ο Κρητικός Θεόδωρος του Δημητρίου.

–1930. Το 1930 γεννιέται ο Κρητικός Νικόλαος του Ιωάννη αλιεύς κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.

–1930. Το 1930 γεννιέται ο μετέπειτα γεωργός Κρητικός Γεώργιος του Μιχαήλ, κάτοικος Νάουσας.

–1931. Το 1931 γεννιέται ο μετέπειτα γεωργός Κρητικός Σταύρος του Δημητρίου, κάτοικος Νάουσας.

–1931. Το 1931 γεννιέται ο Κρητικός Γεώργιος του Παναγιώτη κάτοικος Παροικιάς.

–1935. Διδάσκαλος του Δημοτικού Σχολείου Παροικιας κατά την περίοδο 1935 έως το 1961 ο Κρητικός Νικόλαος του Σταμάτη.

–1945. Στην εφημερίδα Φωνή της Πάρου συνήθιζαν οι παριανοί της Αθήνας και του Πειραιά, να βάζουν διαφήμιση για να προσελκύσουν τους συμπατριώτες τους στα μαγαζιά τους, ένα από αυτά τα μαγαζιά το 1945 ήταν το «Ραφείον» του Ιωάννη Σ. Κρητικού Παλαιόν Πατρών Γερμανού 3, Πλατεία Κλαυθμώνος».

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 60χρονος κάτοικος Νάουσας, Κρητικός Νικόλαος του Κωνσταντίνου, εργάτης, ο 55χρονος ναυτικός Κρητικός Ιωάννης του Ηλία, ο 44χρονος γεωργός Κρητικός Δημήτριος του Θεόδωρου, ο 41χρονος γεωργός Κρητικός Παναγιώτης του Θεόδωρου, ο 43χρονος γεωργός Κρητικός Στυλιανός του Εμμανουήλ, ο 40χρονος εργάτης Κρητικός Ευθύμιος του Γεωργίου, ο 46χρονος εργάτης Κρητικός Νικόλαος του Διαμαντή, ο 28χρονος γεωργός Κρητικός Παναγιώτης του Διαμαντή, ο 28χρονος γεωργός Κρητικός Θεόδωρος του Φραγκίσκου, ο 31χρονος εργάτης Κρητικός Ανδρέας του Διαμαντή, ο 26χρονος εργάτης Κρητικός Διαμαντής του Φραγκίσκου, ο 24χρονος εργάτης Κρητικός Νικόλαος του Φραγκίσκου, ο 32χρονος γεωργός Κρητικός Κωνσταντίνος του Νικολάου, ο 25χρονος εργάτης Κρητικός Εμμανουήλ του Νικολάου, ο 21χρονος γεωργός Κρητικός Διαμαντής του Νικολάου, ο 21χρονος γεωργός Κρητικός Σταύρος του Φραγκίσκου και ο 21χρονος γεωργός Κρητικός Δημήτριος του Νικολάου.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Μάρπησσας στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο Κρητικός Αντώνιος του Γεωργίου, 71 ετών γεωργός, ο Κρητικός Ιωακείμ του Αντωνίου 36 ετών γεωργός, ο Κρητικός Περούλης του Αντωνίου 33 ετών γεωργός, ο Κρητικός Αντώνιος του Νικολάου 26 ετών ξυλουργός, ο Κρητικός Θεόδωρος του Αντωνίου 23 ετών γεωργός και ο Κρητικός Νικόλαος του Σταμάτη 56 ετών ναυτικός, κάτοικοι Μάρπησσας.

–1950. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 19 Αυγούστου 1950, υπάρχει εγγεγραμμένη η Σκιαδά Δέσποινα, όνομα συζύγου Ευστράτιος, όνομα πατρός Αντώνιος Κρητικός και η Αλιπράντης Ανδριανή, όνομα συζύγου Ιωάννης, όνομα πατρός Ιωάννης Κρητικός.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Κρητικού Παρασκευή, όνομα πατρός Νικόλαος, η Κρητικού Παρασκευή, όνομα συζύγου Παναγιώτης, όνομα πατρός Ιωάννης Πετρόπουλος, η Κρητικού Λουκία, όνομα συζύγου Βασίλειος, όνομα πατρός Αργύριος Τσουνάκης, η Κρητικού Ιωάννα, όνομα συζύγου Ανδρέας, όνομα πατρός Μοσχονάς Πούλιος, η Κρητικού Σωτηρία, όνομα συζύγου Ιωάννης, όνομα πατρός Ιάκωβος Βιτσαράς, η Αναγνωστοπούλου Καλλίτσα, όνομα συζύγου Μηνάς, όνομα πατρός Αντώνιος Κρητικός.

–1954. 21 Νοεμβρίου 1954 ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ. ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΠΑΡΟΙΚΙΑ: Εψήφισαν εν όλω έγκυρα ψηφοδέλτια 1152 Έλαβον:

ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ «ΛΑΟΣ – ΕΡΓΑ» 625.

Σταυρούς κατά σειράν προτιμήσεως: Αντ. Οικονόμου 586, Ιωαν. Φραγκούλης 584, Παν. Γ. Κρητικός 375, Ιωάν. Μεν. Μαύρης 229, Γεώργιος Σπ. Δαφερέρας 222, Μιχ. Γ. Κανδεράκης 173, Ιωάννης Α. Μπουρέλης 168, Β. Μεσολογγίτης 139, Χρυς. Σαρρής 136 και Δημ. Ν. Μαύρης 119.

ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ «ΠΡΟΟΔΟΣ – ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ» 526.

Σταυρούς κατά σειράν προτιμήσεως: Ανδρέας Αυλήτης 387, Βαπτιστής Μάτσας 377, Μιχ. Δ. Πρωτόδικος 274, Γρ. Γ. Γράβαρης 272, Βας. Δ. Φωκιανός 237, Κ. Χαρατσάρης 189, Μιχ. Π. Ραγκούσης 162 κλπ.

Οι δύο πρώτοι έρχονται εκ της μειοψηφίας επειδή όμως δεν αποδέχονται, θα εισέλθουν οι δύο επόμενοι, ήτοι ο Μιχ. Πρωτόδικος και ο Γρηγόριος Γράβαρης.

–1959. 5 Απριλίου 1959 ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΠΑΡΟΙΚΙΑ: Εγγεγραμμένοι 2.614 εψήφισαν 1.392, άκυρα και λευκά 3.

Ο Συνδυασμός κ. Ανδρέα Μαρινόπουλου έλαβεν 764 ο δε Συνδυασμός του κ. Μιχ. Κρίσπη 628.
Παραθέτομεν εν λεπτομερεία τους σταυρούς προτιμήσεως τους οποίους έλαβεν έκαστος.

1) Μαρινόπουλος Αθαν. Ανδρέας 626, Δενέγρης Στυλιανός 110, Μονδάνος Ανδ. Αντ. 105, Κατρής Ν. Αγαπητός 103, Βενιζέλος Π. Ραγκούσης 94, Μπάος Π. Αντ. 66, Μαύρης Γ. Αντ. 66, Καπούτσος Γ. Δημ. 60, Σιλβέστρος Π. Κωνστ. 55, Καλακώνας Μενέγου Σάββας 44, Μαλατέστας Μιχ. Κωνστ. 41 κλπ.

2) Κρίσπης Ν. Μιχαήλ 380, Φραγκούλης Νικολ. Ιωάννης 158, Σαρρής Μιχ. Νικόλαος 111, Τσαντάνης Φ. Παναγ. 82, Κυριαζάνος Ι. Μάρκος 66, Αργυρόπουλος Δημ. Ιωάννης 63, Μουρλάς Σπ. Γεώργιος 61, Φωκιανός Δημ. Βασίλειος 53, Κρητικός Γ. Παναγ. 49, Γκίκας Ι. Αναστ. 45, Σπανός Εμμαν. Αντ. 41 κλπ οι οποίοι παραλείπονται ελλείψει χώρου.

Σύμβουλοι εξελέγησαν οι 5 πρώτοι εκ του πρώτου Συν/σμού και οι 4 εκ του δευτέρου.

 

Κρινάκης: Επώνυμο που πιθανότατα προέρχεται από το φυτωνύμιο κρίνος, με υποκοριστική ή πατρωνυμική κατάληξη -άκης, δηλώνοντας αρχικά πρόσωπο που συνδεόταν με το όνομα ή το προσωνύμιο Κρίνος.

–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου 1755 μαρτυρείται ο Αγιουλές Κρινάκης


–Κρίσπης ή Κρίσπος ή Γρίσπος: Το επώνυμο Κρίσπης, που απαντά στην Πάρο και με τις μορφές Κρίσπος και Γρίσπος, ανήκει στις παλαιές οικογένειες της παριανής κοινωνίας και συνδέεται, κατά την οικογενειακή και τοπική παράδοση, με τους Crispi, τη δυναστεία που κυβέρνησε το Δουκάτο του Αρχιπελάγους από τα τέλη του 14ου έως τον 16ο αιώνα. Η σύνδεση αυτή δεν μπορεί να αποδειχθεί με απόλυτη γενεαλογική συνέχεια από τους δούκες της Νάξου έως τους Κρίσπηδες της νεότερης Πάρου, όμως η παρουσία του επωνύμου στο νησί ήδη από τον 17ο αιώνα είναι απολύτως τεκμηριωμένη και δείχνει ότι η οικογένεια είχε εγκατασταθεί στην παριανή κοινωνία πολύ νωρίτερα από τον 18ο αιώνα.

Οι απαρχές της οικογένειας Crispi παραμένουν ασαφείς. Πηγές του 16ου αιώνα τη συνδέουν με τη Βερόνα, ενώ άλλες ενδείξεις έχουν οδηγήσει παλαιότερους ερευνητές να υποστηρίξουν ελληνική ή μικτή καταγωγή. Ο Francesco Crispo, ο οποίος εμφανίζεται στα τέλη του 14ου αιώνα, απέκτησε σημαντική θέση στο Αιγαίο και συνδέθηκε με τον οίκο των Σανούδων. Το 1376 έγινε κύριος της Μήλου και, σύμφωνα με την παράδοση, συγγενής του δούκα της Νάξου μέσω γάμου. Το 1383, σε μια περίοδο κατά την οποία η Βενετία ανησυχούσε έντονα για την επέκταση των Οθωμανών στο Αιγαίο, ο Francesco Crispo βρέθηκε στη Νάξο. Εκεί, ύστερα από τον θάνατο του δούκα Niccolò dalle Carceri, κατέλαβε την εξουσία και έγινε δούκας της Νάξου.

Έτσι άρχισε η δυναστεία των Crispi, η οποία διαδέχθηκε τους Σανούδους και κυβέρνησε το Δουκάτο του Αρχιπελάγους για σχεδόν δύο αιώνες, έως το 1566. Από τις μεγάλες φεουδαρχικές ηγεμονίες που δημιουργήθηκαν μετά την τέταρτη σταυροφορία στον ελλαδικό χώρο, το Δουκάτο του Αρχιπελάγους ήταν η μακροβιότερη και σημαντικότερη. Η ιστορία του συνδέθηκε στενά με τη Βενετία, τη ναυτιλία, το εμπόριο, την πειρατεία, αλλά και με τη δημιουργία μιας τοπικής αρχοντικής τάξης που σταδιακά αφομοιώθηκε στον ελληνικό νησιωτικό κόσμο.

Στην Πάρο, κατά τους τελευταίους αιώνες της ενετικής και τους πρώτους αιώνες της οθωμανικής περιόδου, διαμορφώθηκε μια ιδιαίτερα ισχυρή τάξη αρχοντικών οικογενειών. Ανάμεσα σε αυτές αναφέρονται οι Βιτσαράδες, Κονδύληδες, Κρίσπηδες, Μαυρογένηδες, Μαύροι, Σομαρίπα, Σπυρίδοι, Δελαγραμμάτηδες, Γεράρδηδες, Καμπάνηδες, Χαμάρτοι, Κορτιάνοι, Μαλατέστες και άλλοι. Οι οικογένειες αυτές διέθεταν γη, κατοικίες, αμπέλια, ελαιοτριβεία, ανεμόμυλους, πλοία και εκκλησιαστικά ιδρύματα, ενώ τα μέλη τους κατείχαν προξενικά, δημογεροντικά, εκκλησιαστικά και διοικητικά αξιώματα.

Οι πρώτες βέβαιες μαρτυρίες στην Πάρο

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρουσία των Κρίσπη στη Νάουσα ήδη από το 1672. Σε αίτημα των κατοίκων της Πάρου προς τον προϊστάμενο της γαλλικής καθολικής επαρχίας, πατέρα Jacques Dinet, για την εγκατάσταση Καπουκίνων στο νησί, υπογράφει μεταξύ των κατοίκων της Νάουσας και ο Francisco Crispo. Η μαρτυρία αυτή έχει μεγάλη σημασία, διότι αποδεικνύει ότι το επώνυμο Κρίσπη βρισκόταν στην Πάρο ήδη από τον 17ο αιώνα.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1674, όταν η προσπάθεια για μόνιμη εγκατάσταση των Καπουκίνων στη Νάουσα ευοδώθηκε, οι κάτοικοι καθολικοί και ορθόδοξοι υπέγραψαν σχετικό έγγραφο. Ανάμεσα στους υπογράφοντες συναντούμε τον PRE Domenico Crispo, τον Φρατζέσκο Γρίσπο, καθώς και άλλα μέλη των σημαντικών παριανών οικογενειών της εποχής. Η παρουσία τους δίπλα σε Γεράρδηδες, Κορτιάνους, Δελαγραμμάτηδες, Καλλέργηδες, Σπυρίδους, Μαλαξούς και άλλες οικογένειες δείχνει ότι οι Κρίσπη αποτελούσαν ήδη μέρος της ανώτερης κοινωνικής ομάδας της Νάουσας.

Το 1675 ο Δομένικος Κρίσπης εμφανίζεται ακόμη πιο έντονα. Ήταν αρχικά κοσμικός και είχε παντρευτεί γυναίκα από την οικογένεια Μοσχονά της Νάουσας. Μετά τον θάνατο της συζύγου του χειροτονήθηκε καθολικός ιερέας. Στις 24 Ιουνίου 1675 αναφέρεται μαζί με τον πατέρα Σεραφείμ και τον πατέρα Ιλάριο κατά την τοποθέτηση του σταυρού του μοναστηριού των Καπουκίνων του Αγίου Αθανασίου Νάουσας. Το 1676, κατά την τοποθέτηση του θεμελίου λίθου της μονής, ο ιερέας Δομίνικος Κρίσπης βρίσκεται και πάλι ανάμεσα στους επισήμους παρόντες.

Οι μαρτυρίες αυτές φανερώνουν ότι οι Κρίσπη δεν ήταν απλώς μια οικογένεια που εγκαταστάθηκε στην Πάρο αργότερα, αλλά ότι υπήρχε ήδη από τον 17ο αιώνα ένας οργανωμένος και κοινωνικά αναγνωρίσιμος κλάδος, με ιδιαίτερη παρουσία στην καθολική κοινότητα.

Οι Κρίσπη στην Καθολική συνοικία της Παροικιάς

Η παρουσία τους στην Παροικιά τεκμηριώνεται επίσης με εντυπωσιακή σαφήνεια. Στο Καινούργιο Πηγάδι, τη συνοικία που ήταν γνωστή μέχρι πρόσφατα ως Καθολική συνοικία, οι Κρίσπη είχαν κατοικίες, κτήματα και εκκλησιαστικά δικαιώματα.

Το 1680 η Μαρία Τζανή Μπαρμπαρή και η κόρη της Κατερίνα πωλούν στον πρε Φραντζέσκο Κρίσπο ένα σπίτι-κατώγι στο Καινούργιο Πηγάδι, κοντά στον Άγιο Νικόλαο τον Αρρανό, την καθολική ενορία της περιοχής. Το τίμημα ήταν δώδεκα ριάλια. Το 1681 ο ίδιος Φραντζέσκος Κρίσπος αγοράζει ακόμη ένα σπίτι με την αυλογυρισιά του στην ίδια συνοικία, αντί δεκαέξι ριάλια, ενώ την ίδια χρονιά αγοράζει και ένα λιβάδι στον Άγιο Νικόλαο.

Ακόμη σημαντικότερο είναι το έγγραφο του 1682 για τον ναό του Αγίου Νικολάου του Αρρανού. Η Αντριάνα, σύζυγος του Φραντζέσκου Ρόσι, δηλώνει ότι η εκκλησία αποτελούσε κληρονομική περιουσία της οικογένειάς της και την παραχωρεί στον πρε Φραντζέσκο Κρίσπο, καθολικό ιερέα και καπελάνο της Καταπολιανής. Στο ίδιο έγγραφο προβλέπεται ότι, εφόσον ο γιος της Μπατίστας γινόταν ιερέας, θα είχε προτεραιότητα να υπηρετήσει την εκκλησία μετά τον θάνατο του Κρίσπου.

Τα έγγραφα αυτά αποκαλύπτουν όχι μόνο οικονομική επιφάνεια αλλά και στενή σχέση των Κρίσπη με την καθολική κοινότητα της Παροικιάς. Το 1682 ο Φραντζέσκος Κρίσπος αναφέρεται ως καθολικός Βικάριος στην καθολική συνοικία, ενώ το 1708 εξακολουθεί να μνημονεύεται στο Καινούργιο Πηγάδι ως Βικάριος του Αγίου Νικολάου του Αρρανού.

Η παρουσία των Κρίσπη στην καθολική κοινότητα της Πάρου αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα της πολυθρησκευτικής και κοινωνικά σύνθετης πραγματικότητας του 17ου και 18ου αιώνα. Παράλληλα με τις καθολικές οικογένειες υπήρχαν ορθόδοξοι ιερείς, δημογέροντες και πρόκριτοι, ενώ οι δύο κοινότητες συνυπήρχαν, συνεργάζονταν και συχνά συνδέονταν με συγγένειες και οικονομικές σχέσεις.

Από τους παλαιούς Κρίσπη στον κλάδο του Ιωάννη Κρίσπη

Στα μέσα του 18ου αιώνα εμφανίζεται ο Ιωάννης Κρίσπης, γεννημένος περίπου το 1750, ο οποίος θεωρείται γενάρχης του νεότερου κλάδου των Κρίσπη της Πάρου. Σύζυγός του ήταν η Καλλίτσα Σπυρίδων Μαύρου. Ο Ιωάννης εξελίχθηκε σε σημαντικό δημογέροντα και απέκτησε πολυάριθμους απογόνους.

Από τον πρώτο του γάμο αναφέρονται ο Μιχαήλ, ο Γεώργιος, ο Σπυρίδων και ο Φραγκίσκος, ενώ από δεύτερο γάμο ο Κωνσταντίνος, ο Αντώνιος και ο Νικόλαος, καθώς και θυγατέρες, μεταξύ των οποίων η Αικατερίνη (Κατίγκω), που παντρεύτηκε τον Θεόδωρο Τζαννή Καμπάνη. Από αυτόν τον κλάδο ξεπήδησαν κατά τον 19ο αιώνα πρόκριτοι, δήμαρχοι, βουλευτές, εκπαιδευτικοί, γιατροί, νομικοί και κτηματίες.

Ο Ιωάννης Κρίσπης ανήκε πλέον στον πυρήνα της παριανής δημογεροντικής τάξης. Το 1815 υπογράφει ως δημογέροντας μαζί με τον Ελευθέριο Χαμάρτο, τον Μάρκο Μάτζα Μαυρογένη και τον Δημήτριο Δελαγραμμάτη. Το ίδιο όνομα συναντούμε σε πλήθος εγγράφων της περιόδου της Επανάστασης και των πρώτων χρόνων του ελληνικού κράτους.

Οι Κρίσπη στην Επανάσταση του 1821

Η οικογένεια συμμετείχε ενεργά στις πολιτικές και επαναστατικές εξελίξεις. Ο Φραγκίσκος Κρίσπης Μαύρος εγκατέλειψε τις σπουδές του στη Γερμανία το 1821 και επέστρεψε για να λάβει μέρος στον Αγώνα. Αργότερα υπήρξε πληρεξούσιος Πάρου και Αντιπάρου στη Δ΄ Εθνοσυνέλευση.

Στα γεγονότα της Επανάστασης συναντούμε επίσης τον Μιχαήλ Κρίσπη Μαύρο, δημογέροντα, καθώς και τον Μιχαήλ Κρίσπη σε έγγραφα της περιόδου. Η παρουσία των Κρίσπη στους πολιτικούς θεσμούς της Πάρου συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η απόφαση των προκρίτων της Παροικιάς της 26ης Φεβρουαρίου 1827 για τη μίσθωση του μετοχίου της Ευαγγελίστριας, προκειμένου να στεγαστεί η «Κοινή Σχολή». Ανάμεσα στους προκριτοδημογέροντες υπογράφουν ο Ιωάννης Κρίσπης και ο Μιχαήλ Κρίσπης, δίπλα στους Χαμάρτους, Μαυρογένηδες, Βιτσαράδες, Κονδύληδες και Κυπριανούς.

Το 1828, σε συμβολαιογραφική πράξη ανταλλαγής ακινήτων, ο Ιωάννης Κρίσπης εμφανίζεται και πάλι ως δημογέροντας. Η παρουσία του σε τέτοιες πράξεις δείχνει τον ρόλο που είχε η οικογένεια όχι μόνο στην πολιτική διοίκηση αλλά και στη διαχείριση της σημαντικής ακίνητης περιουσίας της.

Η δολοφονία του σιορ Μιχελή Κρίσπη

Μία από τις πιο δραματικές σελίδες της οικογενειακής ιστορίας γράφτηκε το 1832, μέσα στο κλίμα των πολιτικών συγκρούσεων που ακολούθησαν την Επανάσταση και τη διαμάχη ανάμεσα στους Καποδιστριακούς και τους αντικαποδιστριακούς.

Ο Μιχαήλ Ιωάννη Κρίσπης, γνωστός ως σιόρ Μιχελής Κρίσπης, υπήρξε δημογέροντας και σημαντικός παράγοντας της Παροικιάς. Στις 3 Σεπτεμβρίου 1832 δολοφονήθηκε. Οι πηγές και η τοπική παράδοση διαφέρουν ως προς τον ακριβή τόπο: ορισμένες τοποθετούν τη δολοφονία στον ναό της Εκατονταπυλιανής, ενώ η προφορική παράδοση τη συνδέει με την περιοχή μπροστά από τον ναό των Τριών Ιεραρχών, κοντά στο πατρικό του σπίτι.

Σύζυγός του ήταν η Κατίγκω Μάτσα, κόρη της Ραμπελιώς Δελαγραμμάτη, και μοναδικό τους παιδί ο Κωνσταντίνος Μιχαήλ Κρίσπης, ο οποίος έμελλε να εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες της Πάρου του 19ου αιώνα.

Το αρχοντικό των Κρίσπη και η κληρονομιά των Δελαγραμμάτηδων

Η οικονομική και κοινωνική δύναμη της οικογένειας αποτυπώνεται και στην αρχιτεκτονική κληρονομιά της. Το μεγάλο αρχοντικό του σιόρ Μιχελή Κρίσπη, δίπλα στην εκκλησία της Σεπτεμβριανής στην Παροικιά, διέθετε χαρακτηριστικά υστεροαναγεννησιακά μαρμάρινα παράθυρα και ανήκε στα σημαντικά αρχοντικά συγκροτήματα της παλιάς πόλης.

Το 1822 προικοδοτήθηκε στην Κατίγκω Μάτσα από τη μητέρα της Ραμπελιώ Δελαγραμμάτη, γένος Νικολάου Ιωάννη Δελαγραμμάτη. Το ακίνητο συνδεόταν έτσι με δύο από τις ισχυρότερες οικογένειες της παριανής αρχοντικής τάξης, τους Κρίσπη και τους Δελαγραμμάτη.

Οι συγγενικοί δεσμοί ανάμεσα στις δύο οικογένειες συνεχίστηκαν για πολλές γενιές και δημιούργησαν ένα ευρύ δίκτυο συγγενειών με τις οικογένειες Μαυρογένη, Μάτσα, Γράβαρη, Δημητρακόπουλου, Κονδύλη και άλλες παριανές οικογένειες.

Οι Κρίσπη της πολιτικής και της επιστήμης

Ο γιος του δολοφονημένου Μιχελή Κρίσπη, Κωνσταντίνος Μιχαήλ Κρίσπης (1826–1886), υπήρξε μία από τις σημαντικότερες πολιτικές μορφές της Πάρου τον 19ο αιώνα. Διετέλεσε δήμαρχος Παροικιάς, επανειλημμένα βουλευτής της Επαρχίας Παροναξίας και πρόεδρος της Ελληνικής Βουλής. Η πολιτική του σταδιοδρομία συνδέθηκε με πολλές κοινοβουλευτικές περιόδους του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα.

Ο αδελφικός κλάδος του Νικολάου Ιωάννη Κρίσπη (1825–1903) ανέδειξε έναν από τους πιο μορφωμένους Παριανούς της εποχής. Ο Νικόλαος σπούδασε, υπηρέτησε ως εκπαιδευτικός και διευθυντής σημαντικών σχολών, ανέλαβε γυμνασιαρχικά καθήκοντα στη Σύρο και τη Χαλκίδα και συνδέθηκε με τη Ριζάρειο Σχολή. Παράλληλα ενδιαφέρθηκε έντονα για την αρχαιολογία και για την αξιοποίηση του αρχαίου παριανού μαρμάρου.

Συνδέθηκε με την επαναλειτουργία των αρχαίων λατομείων μαρμάρου στο Μαράθι, ενώ συνεργάστηκε με αρχαιολόγους που μελέτησαν την Πάρο. Πέθανε στην Πάρο το 1903 και τάφηκε στην έπαυλή του στην περιοχή του Σαρακίνικου. Η μορφή του αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο μια παλαιά παριανή αρχοντική οικογένεια πέρασε από την κτηματική και δημογεροντική εξουσία στον κόσμο της εκπαίδευσης, της επιστήμης και της νεότερης ελληνικής διανόησης.

Από την ίδια οικογένεια προήλθαν επίσης ο Μιχαήλ Κρίσπης, φιλόλογος, αρχαιολόγος, ποιητής, συγγραφέας και μεταφραστής, ο οποίος γεννήθηκε το 1852, καθώς και πολλοί γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, συμβολαιογράφοι και δημόσιοι λειτουργοί.

Κρίσπηδες, κτήματα, πλοία και κοινωνική επιρροή

Η οικογένεια δεν περιορίστηκε στην πολιτική και την εκπαίδευση. Τα συμβολαιογραφικά έγγραφα του 19ου αιώνα φανερώνουν σημαντική ακίνητη περιουσία, ενώ ορισμένοι Κρίσπηδες συμμετείχαν και στη ναυτιλιακή δραστηριότητα της Πάρου.

Το 1859, για παράδειγμα, ο Αντώνιος Κρίσπης, κτηματίας, μαζί με τον Σταματέλο Καμπάνη, διορίζει πλοίαρχο στο πλοίο «Εκατονταπυλιανή». Την ίδια περίοδο άλλοι Κρίσπηδες εμφανίζονται σε αγοραπωλησίες πλοίων, πληρεξούσια και συμβολαιογραφικές πράξεις στη Σύρο. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η οικονομική δραστηριότητα της οικογένειας είχε ξεπεράσει τα στενά όρια της γεωργικής ιδιοκτησίας και είχε συνδεθεί με το ναυτιλιακό δίκτυο των Κυκλάδων.

Παράλληλα, οι γάμοι των Κρίσπη με τις οικογένειες Μαύρου, Δελαγραμμάτη, Μάτσα, Καμπάνη, Δημητρακόπουλου, Κονδύλη, Γράβαρη και άλλες δημιουργούσαν ένα πυκνό δίκτυο συγγενικών σχέσεων, μέσα στο οποίο συγκεντρωνόταν σημαντικό μέρος της κοινωνικής και οικονομικής δύναμης της Παροικιάς.

Από την Παροικιά στον 20ό αιώνα

Η οικογένεια συνέχισε να έχει ισχυρή παρουσία στην Παροικιά και κατά τον 20ό αιώνα. Ο Μιχαήλ Νικολάου Κρίσπης (1896–1981) υπήρξε μηχανικός ηλεκτρολόγος και πρόεδρος της Παροικιάς. Ο Νικόλαος Κρίσπης (1895–1989) υπηρέτησε στον τραπεζικό χώρο, ενώ άλλοι απόγονοι έγιναν μηχανικοί, δημόσιοι υπάλληλοι, νομικοί και επαγγελματίες στην Αθήνα και αλλού.

Η οικογένεια εξακολούθησε να συμμετέχει στα κοινά. Χαρακτηριστικά, στις κοινοτικές εκλογές της Παροικιάς το 1959, ο συνδυασμός του Μιχ. Κρίσπη έλαβε 628 ψήφους έναντι 764 του συνδυασμού του Ανδρέα Μαρινόπουλου. Ο Νικόλαος Μιχαήλ Κρίσπης έλαβε 380 σταυρούς, γεγονός που δείχνει ότι το οικογενειακό όνομα εξακολουθούσε να διαθέτει σημαντική κοινωνική απήχηση στην Παροικιά.

Ακόμη και το 1960, σε φωτογραφία της ποδοσφαιρικής ομάδας της Πάρου, συναντούμε τον Νικόλαο Κρίσπη, επιβεβαιώνοντας τη συνεχή παρουσία του επωνύμου στη δημόσια ζωή του νησιού.

Μια οικογένεια που συνδέθηκε με την ιστορία της Πάρου

Η ιστορία των Κρίσπη της Πάρου εκτείνεται σε περισσότερους από τρεις αιώνες τεκμηριωμένης παρουσίας. Από τον Francisco Crispo και τον Δομένικο Κρίσπη του 17ου αιώνα, που συνδέονται με την καθολική κοινότητα της Νάουσας και της Παροικιάς, μέχρι τον Ιωάννη Κρίσπη του 18ου αιώνα και τους δημογέροντες, προκρίτους, αγωνιστές, δημάρχους και βουλευτές του 19ου αιώνα, και από εκεί στους επιστήμονες, εκπαιδευτικούς, γιατρούς, νομικούς και μηχανικούς του 20ού αιώνα, το όνομα Κρίσπη παραμένει στενά δεμένο με την ιστορία του νησιού.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μετάβαση από την παλαιότερη λατινική/καθολική παρουσία των Κρίσπη στον κόσμο της νεότερης παριανής αρχοντικής κοινωνίας. Τα έγγραφα του 17ου αιώνα αποδεικνύουν ότι μέλη της οικογένειας ήταν καθολικοί ιερείς, κάτοχοι κατοικιών και κτημάτων στην Καθολική συνοικία, ενώ κατά τους επόμενους αιώνες οι Κρίσπη ενσωματώθηκαν πλήρως στην παριανή ορθόδοξη κοινωνία και ανέδειξαν σημαντικές προσωπικότητες της δημόσιας ζωής.

Η οικογένεια συνδέθηκε με τα μεγάλα αρχοντικά της Παροικιάς, με τους Δελαγραμμάτηδες, τους Μαυρογένηδες, τους Μαύρους και άλλες παλαιές οικογένειες, ενώ τα οικόσημα και η οικογενειακή παράδοση διατήρησαν τη μνήμη της σύνδεσης με τον παλαιό κόσμο των Δουκών του Αιγαίου.

Ωστόσο, η γενεαλογική συνέχεια από τη μεσαιωνική δυναστεία των Crispi της Νάξου έως τους νεότερους Κρίσπηδες της Πάρου δεν μπορεί, με τα σημερινά διαθέσιμα στοιχεία, να θεωρηθεί αποδεδειγμένη χωρίς ενδιάμεσα γενεαλογικά τεκμήρια. Εκείνο που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα είναι ότι το όνομα Κρίσπη βρίσκεται στην Πάρο τουλάχιστον από το 1672 και ότι μέσα στους επόμενους αιώνες εξελίχθηκε σε ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα και επιδραστικά παριανά οικογενειακά ονόματα.

Οι Κρίσπη δεν άφησαν πίσω τους μόνο ένα επώνυμο. Άφησαν αρχοντικά, κτήματα, εκκλησίες, τάφους, συμβολαιογραφικά ίχνη, πολιτική δράση και πνευματική παρουσία, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα των οικογενειών που διαμόρφωσαν την κοινωνική, οικονομική και πολιτική ιστορία της Πάρου από την ύστερη Τουρκοκρατία έως και τον 20ό αιώνα.

–Από τις 20 βαρωνίες και δουκάτα που ίδρυσαν οι Φράγκοι στην Ελλάδα το δουκάτο του Αρχιπελάγους έμεινε ως το 16ο αιώνα, δηλαδή 1207-1566, κάτω από δύο δυναστείες των Σανούδο και των Κρίσπο. 

–1483. Το νησί δόθηκε στη Μαρία Σανούδου, θυγατέρα του Σπεντζαμπάντα, από τον Φραγκίσκο Α’ Κρίσπο στα 1483, με τον όρο να παραιτηθεί από την Άνδρο και να παντρευτεί τον Γκάσπαρο ντι Σομαρίπα. Εδώ οι Σομαρίπα διαφέντεψαν τον τόπο, με πολλά σκαμπανεβάσματα, μεταξύ των οποίων και ένας πόλεμος το 1503 ανάμεσα στα μέλη των οικογενειών της Πάρου και της Άνδρουπου κράτησε έως το 1517.

–1537: Η οικογένεια Λορεντάνο κυριαρχεί ξανά αλλά το νησί, όπως και τα υπόλοιπα νησιά των Κυκλάδων, πέφτει στα χέρια των Οθωμανών, οι οποίοι τα παραχωρούν στην οικογένεια των Κρίσπι.

–1672. Σε αίτημα των παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας Πατέρα της Καθολικής Εκκλησίας  Jacques Dinet για να ζητήσουν πατέρες της καθολικής εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο. «Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας, ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ ενδόξου συντροφιάς υου ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον μας πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την επιστήμην δια τους μεταγεναστέρους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος άλλο δεν είναι εις όλα τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται…»

Πάρος: εν έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29) εις το παλαιόν: + Ταπεινός Μητροπολίτης Παροναξίας Μελέτιος.

Το πιο πάνω αίτημα υπογράφουν χριστιανοί, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατοίκων της Νάουσας μεταξύ άλλων και ο Francisco Crispo.

–1674. Γράφει ο ιστορικός της καθολικής κοινότητας Νάξου Ι. Μαρκόπολις, «Δια την χαρμόσυνον είδησιν εγκαταστάσεως των Καπουκίνων στην Νάουσαν, οι κάτοικοι της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατασυγκινηθέντες από τα επαγωγά διδάγματα των πατέρων Καπουκίνων, προέβησαν εις επανειλημμένας ενεργείας παρά τοις αρμοδίοις δια την μονίν εγκατάστασιν των πτωχών της Ασσίζης εις την πόλιν των. Επί μακράν σειράν ετών εξακολουθούν να απευθύνουν εγγράφους αιτήσεις προς τας προϊσταμένας αρχάς του τάγματος δια την εκπλήρωσιν του κοινού πόθου των. Επί τέλους το 1674 η αίτησις των εγένετο αποδεκτή. Απερίγραπτος υπήρξε η χαρά και πρωτοφανής ο ενθουσιασμός των κατοίκων της Ναούσης δια την χαρμόσυνον είδησιν περί οριστικής εγκαταστάσεως των Καπουκίνων εις την κωμόπολιν των. Επ’ ευκαιρία του ευφροσύνου αγγέλματος προσύλθον διάφοροι ορθόδοξοι ιερείς και οι προύχοντες της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, ενώπιον του Γάλλου υποπρόξενου , και υπέγραψαν το έγγραφον. Εις δόξαν Χριστού αμήν. Εν έτει 1674 Δεκεμβρίου 25, εν κάστρω Νάουσας, όλοι ομόγνωμα και ομονιασμένοι προσμένουμε τους αιδεσιμοτάτους πατέρες να έρθουν εδώ να κτίσουν ένα μοναστήρι και δια σημάδι και βεβαίωσιν πως τους δεχόμαστε με κάθε μας καρδίαν και πολλά μετά χαράς υπογράφομε το παρόν γράμμα οι υποκάτωθεν υπογεγραμμένοι…» (υπογράφουν 12 ορθόδοξοι ιερείς και δυο καθολικοί, ο π. Λεονάρδος Φρέρης εφημέριος του Αγίου Γεωργίου Νάουσας και ο π. Δομένιος Κρίσπης. Και 40 πρόκριτοι εκ των οποίων οι αδερφοί Γιράρδοι κ.α.). Ο Σακελλάριος Ναούσης, ο Σκευοφύλαξ Ναούσης παπά Νικόλαος Κορτιάνος, Πρωτόπαπας, Ηλίας ιερεύς και Σακελλάριος Ναούσης, Πρωτοσύγκελος Νικόδημος ιερομόναχος, παπα Νικόλαος Ρούσης (ίσως Ρούσσος), Παπα Δημητρης, Παπα Θεόδωρος Πατελάς (ίσως Πατέλης), Παπα Τζάνες Καλούργης (Καλλέργης), παπα Χριστόφορος, Παπα Γιώργης Πουλός, Θεόδωρος …, παπα Νικολός Μαρκαντάτος, Ανεγνώστης Ρινιέρης (Ρενιέρης), Ανδρέας Καλούργης (Καλλέργης), Ιωάννης Κορτιάνος, Ιωάννης Ντελαγραμμάτικας, Γιωάννης Νταμουλής, Γιάκουμος Ρούσος (Ρούσσος), Γεώργης Καλλέργης,  PRE Domenico Crispo, Νικηφόρος Γεράρδης, Μιχελέτος Σπυρίδος, Αντώνης Μαλαξός, Ανδρέας Σμυρνιός, Φρατζέσκος Γρίσπος, Γεώργης Σαλονικιός, Τζάνες Καζανόβας, Ιωάννης Λευκαρός, Μιχέλης Σαλονικιός, Marco Foscolo, Ιωάννης Μοσκονάς, Αντώνης Γρυπάρης, Ιωάννης Σκούταρης, Φρατζέσκος Καλέργης, Ανεγνώστης Καρτιάνος, Γεώργης…, Ντεμενεγος Μεντρινός (Μενδρινός), Δημήτρης Στοφιλάς, Αντώνης Γρυπάρης, Γεώργης …, Δημήτρης …, Γεώργης …, Γεώργης Αλαβάνος, Δημήτρης Βασταζής, Νικολής Μπάρμπερης, Δημήτρης …, Μπατίστας Γεράρδης, Νικόλαος Γεράρδης.

–1675. Στις 27 Μαΐου 1675, Σεραφείμ ο εκ Ριόν παρεγένετο εις Άγουσα (Νάουσα) προς βοήθεια των ψυχών και την εορτή της Πεντηκοστής και να διδάξει στο σχολείο εν τη οικία του Νικηφόρου Γιράρδη και μετα της ημέρας μετοίκησε εις την θυγατέρα του μακαρίτου Γεωργίου Μοσκονά, συζύγου του Δομένικου Κρίσπου, ως αυτής θανούσας χειροτονήθηκε ιερεύς (καθολικός).

–1675. Στις 24 Ιουνίου 1675 σε έγγραφο των Καθολικών Μοναχών αναφέρει ότι: «τη πρωία ενεπήχθη ο σταυρός του μοναστηριού ημών (Αγίου Αθανασίου Νάουσας) παρά του πατρός Σεραφείμ του εκ Ριόν και Ιλαρίωνος του εκ Βιττέλης, εν τω μέσω του κήπου ον εδώρισεν ημίν ο Γιαννάκης Κουρτιάνος παρουσία του ιερέως Λεονάρδου Φρέρη τοποτηρητού εν Πάρω, του ιερέως Δομίνικου Κρίσπου (που έγινε ιερέας μετά το χαμό της Ναουσαίας συζύγου του, το γένος Μοσχονά) και Νικηφόρου Γιράρδη.

–1676. Στις 29 Ιουνίου 1676 ο πρώτος θεμέλιος λίθος ετέθη υπό του Γιαννάκη Γεράρδη υποπρόξενου των Γάλλων στην Πάρο παρουσία του εφημέριου Λεονάρδου Φρέρη και του ιερέως Δομίνικου Κρίσπη, πλείστων ελλήνων παπάδων, των δοκίμων της πόλεως και των πλειστών κατοίκων, ο ηγούμενος Ιωάννης Φραγκίσκος από το Αρράς (D’Arras) εποίησε μικρό λογίδιον. (πρόκειται για την ανακατασκευή της Μονής του Αγίου Αθανασίου στη Νάουσα από τους καθολικούς Μοναχούς).

–1680  Σε έγγραφο Παροικιάς του 1680, αναφέρονται μερικές καθολικές οικογένειες της Πάρου που ζούσαν στην  συνοικία Νιό (Καινούργιο) Πηγάδι Παροικιάς. Η συνοικία αυτή γνωστή μέχρι πρόσφατα ως Καθολική συνοικία.

+Εις δόξαν Χριστού αμήν. 1680 εν μηνί Φλεβαρίου 2 εις το Καστέλι της Παροικίας και εις εμένα το νοτάριο Παροικίας και εις τους κάτωθεν αξιοπίστους με όλον της το θέλημα και με καλήν της γνώμην η κερά Μαρία Τζανή Μπαρμπαρή μαζί με την θυγατέραν της την Κατερίνα δόνουν και ελεύθερα πουλούσι του ευλαβεστάτου πρέ Φραντζέσκου Κρίσπου ένα σπίτι κατόγι οπού έχουσι εις το Καινούριον Πηγάδι σιμά εις τον Άγιον Νικόλαον (πρόκειται για τον Άγιο Νικόλαο τον Αρρανό που ήταν η καθολική ενορία) με όλαν του τα δικαιώματα διά ριάλια δώδεκα ήτοι 12 ως καθώς το εποκόψασι ο κύρ Νικολός Φώσκολος και ο κυρ Φραγκούλης Ιωάννου Κονταράτου σύμπλιος εις το αυτό σπίτι Γεώργης Νικολού Ντουλόνος και ο Άγιος Νικόλαος, τα οποία ριάλια 12 τα μετρά την σήμερα των άνωθεν πουλητάδων ημπρεζέντζια των κάτωθε μαρτύρων και από την σήμερον να είναι το αυτό σπίτι του άνωθεν πρε Φραντζέσκου και των αυτού διαδόχων, πουλήση, χαρίση, προικοδοτήση, να το κάμη ως θέλει και βούλεται ωσάν καλά οπού το επλήρωσε να παίρνοντες οι άνωθεν πουλήτρες να μαντηνίρουν και να ντεφεντέρουν τον αυτόν αγοραστήν εις κάθε καιρόν που ήθελε τον εναντιωθή τινάς, μην ημπορώντας κανείς δια κανένα καιρόν να … δικαιώματα εις πένα και κοντά… του κατά καιρού ζαπτιτζή ριάλια 6 και πάντα το παρόν να έχει το βέβαιον.

… εις πίστωσιν του παρόντος βάνοντε και παρακαλετοί μάρτυρες.

Δια μαρτυρίας του Ιωάννη Γεωργίου Μαούνη

Πέτρος ιερεύς Βητζαράς νοτάριος Παροικιάς έγραψα

ATONIO SPIRIDO PER LA GERENISSIMO REPUBLICA DI VENEZIA CONSOLE DI PAROS

Πιστοποιώ το βέβαιον της υπογραφής του νοτάριου παπα Πέτρου Βητζαρά και του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.

Πάρος 6 Μαΐου 1684 νέο ANTONIO SPIRIDO CONSOLE VENETO

Εμμανουήλ Κομητάς πρόξενος καντζιλιέρης.  

ΠΗΓΗ: Νικ. Χ. Αλιπράντη - Σίμου Συμεωνίδη, Το Καινούργιο Πηγάδι Παροικίας, συνοικία Καθολικών τον 17ο αι., Παριανά Δʹ, τ. 13, 1983, σελ. 126 - 132). 4. ΦΕΚ 209/Β/17-3-1989 και 426/Β/3-7-1992

–1681 Έγγραφο αγοραπωλησίας που είχε δημοσιευθεί στα «ΠΑΡΙΑΝΑ» 1983 από την συλλογή του Σίμου Συμεωνίδη.

+ Εις δόξαν Χριστού αμήν, 1681 εν μηνί Ιουνίου 12 εις το Καστέλι της Παροικιάς ενέμπροστεν εις εμένα τον νοτάριον Παροικιάς και εις τους υποκάτωθεν αξιοπίστους και παρακαλετούς μάρτυρες, την σήμερον με όλον του το θέλημα και με καλήν του γνώμην ο κυρ Πατίστας Νταλούφος δίνει και ελεύθερα πουλεί του ευλαβεστάτου παπά κύρ Φραντζέσκου Κρίσπου, ένα σπίτι κατώγι όπου έχει εις το Καινούργιο Πηγάδι με την αυλογυρισιά του ο διά ρεάλια δεκάξη ήτοι ρεάλια 16 σύμπλιος ο Νικολός Γαβρίλης και Αντωνίνα Μάρκου Ντουλούφη και από την σήμερον να είναι το αυτό σπίτι του άνωθεν Κρίσπου πουλήσει, χαρίσει, προικοδοτήσει, να το κάμη ως θέλει και βούλεται ώσαν καλά όπου το επλήρωσε και παίρνεται να ντεφεντέρη τον αυτόν αγοραστήν εις κάθε καιρόν που ήθελε τον εναντιωθεί κανείς μην ημπορεώντας ξανείς διά κανένα καιρόν να γυρέψη δικαιώματα και πένα και κοντάνα του κατά καιρό ζαπιτζή ριάλια 8 και πάντα το παρόν να έχη το βέβαιον. Όθεν εις πίστωσιν της αληθείας υπογράφουν και παρακαλετοί μάρτυρες.

-διά μαρτυρίας Αυγουστή Φαρούγη

-διά μαρτυρίας του Φραγκούλη Κονταράτου.

Πέτρος ιερεύς Βητζαράς και νοτάριος Παροικίας έγραψα και μαρτυρώ ως άνωθεν.

(Τ.Σ.) Εμείς ANTONIO SRIRIDO πρόξενος Βενετίας στην Πάρο βεβαιώνουμε την υπογραφή του ανωτέρω παπά Πέτρου Βητζαρά καθώς και την αυθεντικότητα του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.

Πάρος 6 Μαΐου 1684 νέο

ANTONIO SPIRIDO CONSOLE VENETO

Εμμανουήλ Κομητάς Προξενικός καντζιλιέρης.

–1682 Καθολικός Βικάριος στη Καθολική συνοικία της Παροικιάς στο καινούργιο πηγάδι ο Κρίσπο Φραντζέσκο.

–1682. Έγγραφο αγοραπωλησίας που είχε δημοσιευθεί στα «ΠΑΡΙΑΝΑ» το 1983 από την συλλογή του Σίμου Συμεωνίδη σχετικά με την Καθολική Συνοικία στην Παροικία.

+ Εις δόξαν Χριστού αμήν, 1682 εν μηνί μαρτίου 30 κατά το παλαιό. Προσκαλεσμένος εγώ ο νοτάριος υπογεγραμμένος Παροικίας από ένσταση της κερ’ Αντριάνας θυγάτηρ του ποτέ Ιωάννη Καλαβρέ, γυνή του πατρόν Φραντζέσκου Ρόσι ομάδι με την αδελφήν της την κερά Μαρία οι οποίες λέγουσι πως τους ευρίσκεται κληρονομική της άνωθεν Αντριάνας από την Άννα θυγάτηρ του ποτέ μαστο Γιάκουμου Αρτήμη μία εκκλησία καλούμενη Άγιος Νικόλαος ο Αρρανός εν τη τοποθεσία Καινούργιο Πηγάδι καθώς παρών την σήμερον εμαρτύρησαν η κεράτζα της και η αδελφή της μάνας της αυτής Αντριάνας πως είναι η εκκλησία ιδική των ονομαζόμενες Ειρήνη και Μαργαρίτα, σύμπλιος της αυτής εκκλησίας Τζώρτζης Χριστιανόπουλος και Μιχάλης Κατζαούνης και Πατίστας Ντουλόνος και Μαρκάκης Καλλέργης, η οποία κέρ Αντριάνα προβλέποντας και καταλεπτώς γνωρίζοντας ότι εφοβέριζε κίνδυνος κατά κράτος χαλασμού, διά τούτο πρίν χαλάσει εβουλήθηκε να προμηθέψη να την ανακαινίση και να την αναστήση διά ψυχινήν της σωτηρίαν και παντοτεινόν μνημόσυνον αυτηνής και των γονέων της και των κληρονόμων της με το να των τηνε αφιερώσουν δορυφόρων διά πάντοτε – λοιπόν βουλόμενοι συνγνωμικώς το άνω αντρόγυνο, ήγουν ο πατρόν Φραντζέσκος και η συμβία του Αντριάνα έχοντας παντοία γνώμη ως άνωθεν μαρτυρούσι οι άνωθεν Ειρήνη και Μαργαρίτα η κεράτζαν της πώς είναι καθολική νοικοκυρά και κληρονόμησα γνωρίζοντας το συμφέρον της ψυχής της και διά καλόν επιτηρητήν τον ευλαβέστατον εν ιερεύσι προ Φραντζέσκο Κρίσπο καπελάνο του αλτάριου του λατίνου εις την κερία την Καταπολιανή τον οποίο στερκτοί αποφασιστικά θέλουν και ελεύθερα χωρίς κανενός παρακίνηση προσηλώνουν, δόνουν, χαρίζουν και απαρατούν από την σήμερον τουν αυτόν ναόν με πάσαν του δικαίωμα που τον αγκίζει να ημπορή να κτίση, να αναστήση και να αυξήση και ως ορέγεται διά καλύτερον εις αυτόν να πράξη ως πράγμα ιδικόν του:

-ξεκαθαρίζοντας ότι όποτε θεού θέλημα είχε γενεί ο Μπατίστας ο υιός της άνωθεν Αντριάνας άξιος ιερεύς και επιτήδειος διά την υπηρεσίαν ταύτης της Εκκλησίας να προτιμάται υπέρ άλλου μετά τον θάνατον του ειρημένου Κρίσπου καθολικού εφημέριου να έχη την χάριν να εφημερεύει την αυτήν εκκλησίαν. Έστον τας ακόμη και τούτο, να έχουν μέσα εις τον αυτόν ναόν την μπαντοτεινή τως κατοικίαν, να θάβουνται και να μνημονέβουνται αιωνίως αυτοί και οι γονοί των και οι κληρονόμοι των και αν κανείς από τους κληρονόμους τονε κληρονόμος είχε αμφιβάλει εναντίον της θεαρέστου κανά πληρή κοντάνα της κατά καιρούς αφεντίας ριάλια 20 και να κληρονομά και την κατάρα του αγίου και των γονέων τως, μάλιστα να διαφεντέρουν και να ξεμηστεύουν από πάσαν κακότροπον άνθρωπον τον αυτόν υπηρέτην λεγόμενον Κρίσπον ως καθολικό οικοκύρη και κληρονόμο τους και ειρηνικού και παντοτεινό Ποσέσο διά το οποίον εις βεβαίωσιν τοιαύτης μισταποδόσεως προσκαλούμεν και μάρτυρες παρακαλετοί εις ασφάλειαν:

-διά μαρτυρίας του Τζώρτζη Λαζανιά

-δια μαρτυρίας του Ιωάννη Καλόπλαστου

Διά μαρτυρίας του Μανθέου Μπαρπέρη Κρητικού

Πέτρος ιερεύς Βιτζαράς νοτάριος Παροικίας έγραψα

(Τ.Σ.) Εμείς ANTONIO SPIRIDO Πρόξενος Βενετίας στην Πάρο βεβαιώνουμε την υπογραφή του ανωτέρω παπά Πέτρου Βητζαρά καθώς και την αυθεντικότητα του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.

Πάρος 18 Απριλίου 1684 νέο ANTONIO SPIRIDO CONSOLE VENETO

Εμμανουήλ Κομητάς Προξενικός Καντζιλιέρης.

–1684.  Έγγραφο αγοραπωλησίας που είχε δημοσιευθεί στα «ΠΑΡΙΑΝΑ» το 1983 από την συλλογή του Σίμου Συμεωνίδη.

+ Εις δόξαν Χριστού αμήν, 1681 εν μηνί αυγούστου 6 εις το Καστέλι της Παροικιάς, ενέμπροστε εις εμένα το νοτάριο Παροικίας και εις τους υποκάτωθεν αξιοπίστους και παρακαλετούς μάρτυρες:  Την σήμερνον με όλον της το θέλημα και με καλήν της γνώμην η κερά παπαδιά του ποτέ παπά Νικολού Καλάργυρου δίνει και ελεύθερα πουλεί του ευλαβεστάτου πρε Φραντζέσκου Κρίσπου το λιβάδι όπου έχει εις το Καινούργιο Πηγάδι είς τον Άγιον Νικόλαον διά ρεάλια δώδεκα ήτοι ρεάλια 12, ως καθώς το εποκόψασι ο κύρ Ιωάννης Μάρκου Κοντού και Τζανής Γιαννάκη Πουλήτη (σήμ. Πολίτης) και από την σήμερον να είναι το αυτό λιβάδι όλο ως καθώς της το επουρκήσασι οι γονοίς της με όλα του τα δικαιώματα του άνωθε Κρίσπου και πουλήση, χαρίση, προικοδοτήση, να το κάμη ως θέλει και βούλεται ώσαν καλά οπού το επλήρωσε ημπρεζέντντζια (παρουσία) των κάτωθε γεγραμμένων μαρτύρων και παίρνει τα η άνωθε πουλήτρα να μαντηνίρη (διατηρώ, συντηρώ) και να ντεφεντλερη (υπερασπίζει) τον αυτόν, αγοραστήν εις κάθε καιρόν που ήθελε του εναντίωθη κανείς μην ημπορώντας κανείς να γερέψη δεκαιώματα εις πένα και κοντάνα του κατά καιρού ζαπτιτζή ρεάλια 6 και πάντα το παρόν να έχει το βέβαιον όθεν εις πίστωσιν της αληθείας υπογράφουν και παρακαλετοί μάρτυρες – νομενάροντας ότι είς το αυτό λιβάδι έχει μέσα μία πάρτη ο Μαθιός της Μελητίνης ως καθώς φαίνουνται τα σημαδούρια.

-Ιωάννης Βιτζαράς μάρτυρας παρακαλετός.

-Κωνσταντίνος Γαλανός μαρτυρώ τα άνωθε.

-Πέτρος ιερεύς Νητζαράς και νοτάριος Παροικιάς έγραψα.

(Τ.Σ.) Εμείς ANTONIO SPIRIDO πρόξενος της Βενετίας στην Πάρο βεβαιώνουμε την υπογραφή του ανωτέρου παπά Πέτρου Βητζαρά καθώς και την αυθεντικότητα του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.

Πάρος 6 Μαΐου 1684 νέο ANTONIO SRIRIDO COSOLE VENETO

Εμμανουήλ Κομητάς Πρόξενος καντζιλιέρης.

–1700. Το παλιό Φαρμακείο. “Curriculum vitae” Α. Το κτίριο: Αποτελεί – καθέτως – το μισό του όλου κτιριακού συγκροτήματος, μαζί με την παρακείμενη εκκλησία «Άγιος Νικόλαος», που οικοδομήθηκε στις αρχές του 1600, σαν μεγάλη υστεροαναγεννησιακή κατοικία της ιερατικής και ιστορικής Οικογένειας της Πάρου, Βιτσαρά, που παρέμεινε ως το 1700. (Άλλες τρεις βυζαντινο-ενετικής μορφής κατοικίες Βιτσαρά, διασώζονται στην Παροικία.) Στη συνέχεια, με θηλυγονική προικοδότηση περιέρχεται στον Αντώνη Σκυφιάνο και στη Σύζυγό του Νικολέτα Ιωάν. Κρίσπη που και αυτοί την προικοδοτούν στη κόρη τους, Μαργαρίτα, Σύζυγο Γεωργίου Χριστιανόπουλου. Το 1834, οι Χριστιανόπουλοι, χωρίζουν την κατοικία και δίνουν στην κόρη τους Μαρούσα το βορινό τμήμα, μαζί με την εκκλησία – που είναι η προμάμμη του μέχρι σήμερα ιδιοκτήτη – και το νότιο στο γιό τους Ιάκωβο Χριστιανόπουλο, στην οικογένεια του οποίου παραμένει ως το 1896. Με αγορά του Γιάννη Γεωργ. Αργυρόπουλου, και με προικοδότηση στη κόρη του Άννα, Σύζυγο του πρώτου Φαρμακοποιού της Πάρου, Πέτρου Ιωαν. Αυλήτη, φθάνει στον εγγονό του Πέτρο Ανδρ. Αυλήτη, απ’ τον Πατέρα του Φαρμακοποιό Ανδρέα Αυλήτη. Η θέση, λόγω του υπάρχοντος ως σήμερα, παλιού πηγαδιού – από το οποίο υδρευόταν το κεντρικό τμήμα της Παροικίας – και καλυμμένο πλέον, γράφεται και λιγότερο ακούγεται «Στου Παϊζάνου το πηγάδι». Β. Το Φαρμακείο: Δημιουργήθηκε στο νότιο ισόγειο τμήμα του ιστορικού κτιρίου, από τον Πέτρο Ι. Αυλήτη, με την επωνυμία «Ο Δαμβέργης» προς τιμήν του Φαρμακοποιού Πρύτανη. Ο εσωτερικός σκελετός, μοναδικός και χαριτωμένος, που κινεί το ενδιαφέρον και την περιέργεια των περαστικών και των επισκεπτών, -που δύσκολα και στην Ευρώπη ανευρίσκεται- έχει μεταφερθεί απ’ την Ερμούπολη Σύρου, το 1900, έτος που δημιουργήθηκε το Φαρμακείο, και αποτελούσε αντίστοιχο παλαιότερα, στην ανθούσα τότε πρωτεύουσα των Κυκλάδων, στην οποία αρχικά είχε σταλεί από την Φραγκόφωνη Ευρώπη. Ο πρώτος της Πάρου Φαρμακοποιός διατήρησε το Φαρμακείο ως το 1935 και ο γιός του ως το 1970, που έκλεισε. Και στις δύο περιόδους, το Φαρμακείο χώρος αισθητικά ζεστός, αποτελούσε τη θέση συγκεντρώσεων των Γιατρών και των Επιστημόνων, που με ευγένεια τους δεχόταν πρώτα ο γενειοφόρος, Παλαμαϊκής εμφάνισης Φαρμακοποιός, και ύστερα ο χωρίς γένια πλέον ευρωπαϊκής εμφάνισης, γιός του. Την τελευταία 35ετία, κλειστό, άνοιγε μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες, για να το θαυμάσουν και να το φωτογραφίσουν οι Τουρίστες. Πηγή: Σπυρίδων. Δελ. Ναυπλιώτης Αρχιτέκτων Μηχανικός.

–1708. Στο Καινούριο Πηγάδι γνωστό και ως Καθολική συνοικία, Βικάριος του Αγίου Νικολάου του Αρρανού Φραντζέσκος Κρίσπος.

–1750. Το 1750 γεννιέται ο Δημογέροντας Πάρου Ιωάννης Κρίσπης και είναι ο γενάρχης του σημερινού κλάδου των Κρίσπη. Παιδιά του ήταν οι: Μιχαήλ, Γεώργιος, Σπυρίδων, Φραγκίσκος και από δεύτερο γάμο, Κωνσταντίνος, Αντώνιος και Νικόλαος καθώς και κόρες όπως η Αικατερίνη (Κατίγκω) σύζυγος Θεόδωρου Τζαννή Καμπάνη και η μετέπειτα σύζυγος του Ιάκωβου Λάζαρη. Απεβίωσε το 1830 ή 35;. Σύζυγός του ήταν η Καλλίτσα Σπ. Μαύρου.

–1760. Νικόλαος Ιωαν. Δελαγραμμάτης 1760 Προεστός-Μεγαλοκτηματίας (Πρώτος ξάδερφος Τζώρτζη Συμ. Δελαγραμμάτη: Αλέξανδρος Δελαγραμμάτης *3 (Προεστός-Μεγαλοκτήμονας) ¬ Χαϊδεμένη Αλισαφή ¬ Ελένη Δελαγραμμάτη ¬ Σπύρος Κρίσπης (Προεστός) ¬ Αλέξανδρος Κρίσπης-Δελαγραμμάτης (Προεστός-Κτηματίας) ¬ Εργίνη Κυπραίου ¬ Ιωάννης Κρίσπης-Δελαγραμμάτης (Αξιωμ. Πολεμικού Ναυτικού) ¬ Αναστασία Καραντάμογλου ¬ Κων/νος Κρίσπης ¬ Βαλασίας Δουβαρτζόγλου ¬ Αλεξάνδρα Κρίσπη ¬ Χρήστος Χατζάκος (Αξιωμ. Αεροπορίας). –Γόνοι Δελαγραμματαίων Παροικίας: Τζώτζης Συμ. Δελαγραμμάτης *1 (1770) Νοτάριος – Πρόξενος της Ρωσίας στα Ορλωφικά στην Πάρο: Ελένη Δελαγραμμάτη ¬ Μάρκος Μάτζας Μαυρογένης *4 (Δήμαρχος-Βουλευτής) ¬ Μαρουσώ Δ. Δημητρακοπούλου, Ερατώ Νικ. Κονδύλη, Αγγελική Δαμία, Πέτρος Μάτζας Μαυρογένης ¬ Καλυψώ Ζαννή Μάτζα ¬ Μάρκος Μαυρογένης ¬Χαϊδεμένη Σπ. Κρίσπη ¬ Καλυψώ Μάρκ. Μαυρογένη ¬ Κων/νος Ιω. Γράβαρης (Συμβολαιογράφος) ¬ Ιωάννης Κων. Γράβαρης (Συμβολαιογράφος) ¬ Μαρία Χανιώτη ¬ Κων/νος Ι. Γράβαρης (Επιχ/τίας) ¬ Αντιγόνη Γ. Βίγλα (Φαρμακοποιός). –Ραμπελιώ Δελαγραμμάτη ¬ Νικόλαος Μάτσας *6 ¬ Πέτρος Μάτσας, Τζώρτζης Μάτσας, Κατίγκω Μάτσα Κρίσπη ¬ Σιόρ Μιχελής Ιω. Κρίσπης *7 ¬ Δημήτριος Μάτσας ¬ Μαρία Δ. Χαμάρτου ¬ Ραμπελιώ Ν. Καμπάνη *8, Μαρουσώ Δ. Μαύρου, Νικόλαος Δ. Μάτσας, Γεώργιος Δ. Μάτσας ¬ Σμαράγδα Βιάζη ¬ Δημήτριος Μάτσας ¬ Αναστασία Ραγκούση ¬ Γεώργιος Δ. Μάτσας ¬ Καλυψώ Μέγκουλα ¬ Δημήτριος Γ. Μάτσας-Μαυρογένης (Αρχαιολόγος) ¬ Χρύσα Κ. Καραδήμα (Αρχαιολόγος).

–1783. Σε έκθεση του 1783, περί της Καθολικής Εκκλησίας στη Νάουσα αναφέρεται ο Βικάριος Φραγκίσκος Κρίσπης και ο κανονικός δον Φραγκίσκος Κρίσπης όπου υπηρέτησε για τρία συναπτά έτη την εν Πάρο εκκλησία υπό την ιδιότητα αναπληρωτού, αποστολικής μέριμνας.

–1785. Γεννιέται ο Δημογέροντας πληρεξούσιος Πάρου το 1785 ο Μιχελής Κρίσπης, γιός του Ιωάννη που διατέλεσε επίσης δημογέροντας. Απεβίωσε το 1832, γιός του ο βουλευτής και δήμαρχος Παροικιάς Κωνσταντίνος Κρίσπης (1826-1886).

–1786. Το 1786 γεννιέται στην Παροικιά της Πάρου ο αγωνιστής του 21’ Γεώργιος Ιωάννη Κρίσπης. Απεβίωσε το 1841. Τέκνα από αρρενογονία ο Περικλής (1825-?) και ο Σταμάτης (1826-?).

–1795. Το 1795 γεννιέται στην Παροικιά της Πάρου ο κτηματίας Σπυρίδων Ιωάννη Κρίσπης. Σύζυγός του η Ελέγκω Αλ. Δελαγραμμάτη. Τέκνα από αρρενογονία ο Μιχαήλ (ιατρός στην Κωνσταντινούπολη 1847-1904), και Αλέξανδρος (1850?-1895) και η Χάϊδω.

–1795. Το 1795 γεννιέται στην Παροικιά ο δημογέρων πληρεξούσιος Μιχαήλ Ιωάννης Κρίσπης.

–1795. Το 1795 ο Φραγκίσκος Κρίσπης εξελέγη βουλευτής.

–1797. Το 1797 γεννιέται στην Παροικιά της Πάρου ο μετέπειτα βουλευτής Φραγκίσκος Ιωάννη Κρίσπης (υιοθ. Μαύρος).

–1798. Γεννιέται η Νικολέττα Ι. Κρίσπη. Σύζυγός της ο Αντώνιος Σφυκιανός και μοναχοκόρη τους η Καλλίτσα, σύζυγος του Ιωάννη Στ, Καμπάνη.

–1808. Στο προικοσύμφωνο στις 1 Φεβρουαρίου 1808 στην Παροικιά του Μάρκου Πέτρου Μάτζα Μαυρογένη που νυμφεύθηκε την Ελέγκω Τζώρτζη Δελαγραμμάτη αναφέρεται η Μοναχή Κρίσπη, θεία του Μάτζα Μαυρογένη.

–1815. Σε έγγραφο Παροικιάς του 1815 υπογράφουν ως δημογέροντες οι: Ελευθέριος Χαμάρτος, Μάρκος Μάτζας Μαυρογένης, Ιωάννης Κρίσπης, Δημήτριος Δελαγραμμάτης και ο Γ. Κυπριανός.

–1817. Το 1817 γεννιέται στην Παροικιά της Πάρου ο μετέπειτα Αστυνομικός διευθυντής και πολιτευτής Πάρου, γραμματέας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Σύρου, κτηματίας ο Κωνσταντίνος Ι. Κρίσπης. Απεβίωσε το 1911. Ήταν γιος του, από δεύτερο γάμο, γενάρχη (σημερινός κλάδος) των Κρισπηδων της Πάρου, δημογέροντα Ιωάννη Κρίσπη (1750-1835). από αρρενογονία τέκνα του Πέτρος (1845-1915) και Φραγκίσκος (1867-1927).

–1818. Γεννιέται στην Πάρο ο Αντώνιος Ιωάννη Κρίσπης, κτηματίας, απεβίωσε το 1880?. Τέκνα του από αρρενογονία ο Ζαννής (1870-1895?) και Ξενοφών (1875-1958).

–1821. Ο ιατρός στην Κων/πόλη Μιχαήλ Σπύρ. Κρίσπης το 1821.

–1821. Παριανός αγωνιστής του 1821 ο Φραγκίσκος Κρίσπης Μαύρος. Άφησε τις σπουδές του στη Γερμανία το 1821 και ήλθε και πολέμησε. Πληρεξούσιος Πάρου-Αντιπάρου στην Δ’ Εθνοσυνέλευση.

–1821. Παριανός αγωνιστής του 1821 ο Μιχ. Κρίσπης Μαύρος Δημογέροντας.

–1822. To μεγάλο και επιβλητικό αρχοντικό του Σιόρ Μιχελή Κρίσπη, Δημογέροντα και πληρεξουσίου, με τα υστεροαναγεννησιακά μαρμάρινα παράθυρα, δίπλα στην εκκλησία Σεπτεμβριανή, προικοδοτήθηκε στη Σύζυγό του Κατίγκω Ν. Μάτσα το 1822 από τη Μητέρα της Ραμπελιώ Ν. Μάτσα, γένος Νικολάου Ιωάν. Δελαγραμμάτη, καθώς και άλλα υποστατικά. Γόνοι του σιόρ Μιχελή Κρίσπη και της Κατίγκως Μάτσα-Δελαγραμμάτη είναι οι οικογένειες: Γιάννη Βασ. Γράβαρη, Συμβούλου Επικρατείας, Φλωρίτσας Ψαλτάκη-Βλάχου, Νικολάου και Μιχαήλ Κρίσπη, Ρένας Κρίσπη-Λάζαρη (σημερινή ιδιοκτήτρια), Γιάννη Μαρινάκη, Ειρήνη Ρούσσου, η οικογένεια Τώλη Δημητρακόπουλου, αντιναυάρχου, Αγνής Δημητρακοπούλου-Βάγια, Γιάννη Βάγια, καθηγητή Εθν. Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Βασίλη Κατσουρού, Ρενέ Ζάννου, Ολυμπιάδος Βενιέρη Αγγελοπούλου κ.α.

–1822. Σε έγγραφο των Παριανών στους Υδραίους στις 13 Απριλίου 1822 αναφέρεται ο Ιωάννης Κρίσπης από την Παροικιά.

–1822. Βιβλίο με τίτλο «Όψεις της ιστορίας του ελληνικού τεκτονισμού» (Άρης Κατωπόδης). Στο βιβλίο αυτό βρίσκουμε κατάλογο με τίτλο «Πίνακας τεκτονικών υπογραφών συμμετασχόντων στην ελληνική επανάσταση». Στον κατάλογο αυτόν εντοπίζουμε τους εξής Παριανούς:

1) Βαφιόπουλος Παναγιώτης. Πρώτος αντέπαρχος Πάρου – Αντιπάρου σύμφωνα με έγγραφο της 4/5/1822. Διετέλεσε και αστυνόμος Παροικίας.

2) Μάτζας Μαυρογένης Μάρκος. Ο σημαντικότερος Παριανός φιλικός μαζί με τον Παν. Δ. Δημητρακόπουλο. Διετέλεσε «παραστάτης βουλευτικού Πάρου» (1823) και δημογέροντας Παροικιάς (1827).

3) Χαμάρτος Δημήτριος. Δημόσιος νοτάριος Πάρου σύμφωνα με έγγραφο του 1827.

4) Κρίσπης Μιχαήλ. Επαναστάτησε στην Πάρο εναντίον της κυβέρνησης υπό τον Αυγουστίνο Καποδίστρια και Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Δολοφονήθηκε το 1832.

–1825. Σε αποδεικτικό έγγραφο στις 30 Δεκεμβρίου 1825 αναφέρεται ο δημογέροντας Μιχάλης Κρίσπης.

–1825. Το 1825 γεννιέται στην Πάρο ο διακεκριμένος καθηγητής ο Νικόλαος Ιωάννη Κρίσπης (Σαρακηνιώτης). Απεβίωσε το 1903. Σύζυγός του η Αικατερίνη ή Μαρουσώ Σπ. Μαύρου.  Τέκνα τους η Κατίγκω (1868) σύζ. Ιάκωβου Αβάζου, ο Παναγιώτης (1870-1923), η Βικτωρία (1871) η οποία παντρεύτηκε τον Γεώγιο Αλ. Δαμία και ο Γεώργιος (1872-1942?).

–1825. Το 1825 αναφέρεται ο Κρίσπης Μιχαήλ δημογέροντας Παροικιάς.

–1825. Το 1825 γεννιέται στην Παροικιά ο Περικλής Κρίσπης του Γεωργίου (1786-1841).

–1826. Το 1826 γεννιέται στην Πάρο ο Σταμάτης Γεωργίου (1786-1841) Κρίσπης.

–1826. Το 1826 γεννιέται στην Παροικιά ο Κωνσταντίνος Μιχαήλ (1785-1832) Κρίσπης κτηματίας, Δήμαρχος, Βουλευτής και πρόεδρος της Βουλής δύο φορές. Απεβίωσε το 1886. Αρρένες τέκνα του ο Μιχαήλ (1852-1924), Νικόλαος (1850-1923) και Φραγκίσκος (1856?-1919).

–1826. Δήμαρχος Παροικιάς και βουλευτής διετέλεσε ο Κωνσταντίνος Κρίσπης το 1826.

–1826. Τα 1826 ο Όθων Κρίσπης εξελέγη βουλευτής, όπως ο πατέρας του Φραγκίσκος το 1795.

–1826. Το 1826 γεννιέται στην Πάρο ο Περικλής Γεωργίου Κρίσπη.

–1826. Οι πληρεξούσιοι της Γ' Εθνοσυνέλευσης αναφέρονται στα πρακτικά της Επιδαύρου τον Απρίλιος 1826. Ο Μιχαήλ Κρίσπης συμμετείχε ως πληρεξούσιος (πιθανόν της Πάρου) στη Γ΄ Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο.

–1826. Στις 21 Μαΐου 1826 γεννιέται στην Παροικιά ο γιός του σιορ Μιχελή Κρίσπη που δολοφονήθηκε από πολιτικούς αντιπάλους του το 1832 και Κατίγκως Μάτσα, Κωνσταντίνος Μιχ. Κρίσπης. Εξέχουσα προσωπικότητα της Πάρου, διατελέσαντα δήμαρχο της Παροικιάς, επανειλημμένως βουλευτή και πρόεδρο της Ελληνικής Βουλής. Απεβίωσε το 1885.

–1827. Απόφαση των προκρίτων της Παροικιάς για την ενοικίαση του μετοχίου Ευαγγελίστριας για να στεγάσει την «Κοινη Σχολή» τους «Εν Παροικία της Πάρου τη 26 Φεβρουαρίου 1827. Οι πατριώτες και προκριτοδημογέροντες της Χώρας Παροικίας. Ελευθέριος Χαμάρτος, Μ. Μάτσας Μαυρογένης, Γεώργιος Βιτζαράς, Ιωάννης Κρίσπης, Τζώρτζης Χαμάρτος, Μιχαήλ Κρίσπης, Λεονάρδος Κονδύλλης, Γεώργιος Κυπριανός και Ζέπος Κυπριανός.

–1827. Σε έγγραφο της 15 Απριλίου 1827 της Παροικιάς Πάρου μαρτυρείται η Κατήγκο Μιχ. Κρίσπη και ο Ιωάννης Κρίσπης.

–1827. Στις 24 Νοεμβρίου 1827. Δημογέροντας της Παροικιάς Ιωάννης Κρίσπης. Ο Ιωάννης Κρίσπης. Η πρώτη του γυναίκα λεγόταν Καλλίτζα Μαύρου όπου είχαν κάνει τον σιορ Μιχέλη ο οποίος είναι ενταφιασμένος μπροστά στην Εκατονταπυλιανή, τον Σπύρο, τον Φραγκίσκο, η δεύτερη σύζυγός του λεγόταν Ελένη Κονδύλη όπου έκανε τον Κωνσταντίνος Κρίσπη ή τενεκέ γιατί δεν είχε μεγάλη περιουσία, τον Νικολάκη Κρίσπη ή Σαρακινιώτη, που είχε το σπίτι κάτω από το κόκκινο σπίτι στο Σαρακίνικο. Ο Νικολάκης Κρίσπης ήταν πολύ μορφωμένος και υπήρξε ιδιοκτήτης ή διευθυντής των Ορυχείων της Αντιπάρου.

–1828. Παρουσιασθέντες εις την δημόσιον ταύτην νοταρίαν οι υπογεγραμμένοι ο τε ευγενέστατος κύριος Ελευθέριος Χαμάρτος και η Αγγετέτα πρώτη σύζυγος του αποθανόντος Ιωάννη Πέτρου Μπαρμπαρή ως επίτροπος των παιδίων της, παρέστησεν έμπροσθεν των υπογεγραμμένων μαρτύρων, ότι συμφωνήσαντες εν τω μεταξύ οικειοθελώς και με γνώμην απαραβίαστον κάμνουσι την παρούσαν ανταλλαγήν ως ακολούθως:

Αον: Η κυρία Αγγελέτα δίδει αναποσπάστως προς τον κύριον Χαμάρτο την τοποθεσίαν όλην του Αλωνιού τοιχογυρισμένην οπού είχεν ηγοράσμένην προ χρόνων ο άνδρας της Γιάννης παρά του κ. Αλεξανδράκη Δημ. Καμπάνη εις τοποθεσίαν Σαρακήνικον έως εις τα Παλιά Θεμέλια με το αλώνι, κατοικιές, φούρνον, προστιγάδια και οσπιτάκια καθώς ευρίσκονται εις την αυτήν τοποθεσίαν την σήμερον πλησίον ο ίδιος Χαμάρτος εκ πλαγίου και άνωθεν.

Βον: Ο κύριος Χαμάρτος δίδει προς αυτήν ανταλλακτικών εν χωράφι, έχει ηγορασμένον παρά του ποτέ Ιωάννου Οικοκυράς εις τοποθεσίαν Βουνόν, πλησίον η ιδία Αγγελέτα και ο ίδιος Χαμάρτος, η μέν ανωθεν, ο δεν κάτωθεν.

Ομοίως δίδει προς αυτήν εις χείρας και μετρητά γρόσια πενήντα, ν(ούμερο) 50: θέλοντες αμφότεροι να μένη η ανταλλαγή αυτή αδιάσπαστος και στερεά διά παντός. Όθεν από την σήμερον οι μέν κατοικιές φούρνος, ασπίτια, προστιγάδια και όλη η τοποθεσία με το αλώνι έως τα Παλιά Θεμέλια, μένουσιν εις την δεσποτείαν και κυριότητα αναπόσπαστον του κυρίου Ελευθερίου Χαμάρτου να τα κάμη ως βούλεται αυτός και οι κληρονόμοι του ανενόχλητα και ελεύθερο πάσης καταζητήσεως ή δικαιώματος άλλου τινός, το δε χωράφιον παραμοίως ομού και τα πενήντα γρόσια εις εξουσίαν και κυριότητα της Αγγελέτας να τα μεταχειρισθή όπως αυτή βούλεται. Εις ένδειξιν δε της οικειοθελούς ταύτης συμφωνητικής των ανταλλαγής εγένοντο δύο παρόμοια νοταριακά αποδεικτικά γράμματα επιβεβειωμένα παρά των μερών αμφότερων, επικυρωμένα δε και τη υπογραφή των κυρίων δημογερόντων και άλλων αξιοπίστων μαρτύρων των οποίων αντίγραφον κατεχωρήθη εις τον Κώδικα της Νοταρίας υπ’αριθ. 517 και έλαβε το κάθε μέρος έν εξ αυτών δι’ ασφάλειαν.

Εν Παροικία της Πάρου τη 30 Ιουλίου 1828.

Βικέντιος Μαυρομμάτης υπογράφω εις όνομα της άνωθεν Αγγελέτας ότι βεβαιοί το παρόν και ούτος κ’άγω μαρτυρώ.

Λεονάρδος Κονδύλλης δημογέρων μάρτυς.

Ιωάννης Κρίσπης και δημογέρων επιβεβαιώ

Ελευθέριος Χαμάρτος βεβαιώ

Εφραιμ ιερεύς … μάρτυς

Γεώργιος Κυπριανός μάρτυς

Ο δημόσιος νοτάριος της πόλεως ΝΟΤΑΡΙΑΣ ΠΑΡΟΙΚΙΑΣ ΠΑΡΟΥ Δημήτριος Χαμάρτος υποβεβαιώ.

–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της πόλεως Παροικιάς

Κρίσπης Νικόλαος ετών 5.

–1829. Σε πληρεξούσιο του 1829 αναφέρεται ο Μιχαήλ Κρίσπης.

–1829. Στις 31 Μαρτίου 1829 αναφέρεται γενάρχης του σημερινού κλάδου των Κρίσπη, Ιωάννης, ως ο γεροντότερος από τα μέλη της Δημογεροντίας.

–1830. Εν Παροικία 18 Φεβρ. 1830. Οι πρόκριτοι της Πάρου, Μιχαήλ Κρίσπης. –Εν Παροικία 18 Φεβρ. 1830. Οι πρόκριτοι της Πάρου, Σπυρίδων Κρίσπης.

–1830. Εν Παροικία 18 Φεβρ. 1830. Οι πρόκριτοι της Πάρου Παρευρεθείς λέγω τα αυτά ως και οι πρόκριτοι περί τε της χρηστοήθειας και φιλομαθείας του νέου Φραγκούσκου Κρίσπη Μαύρος.

–1831. Στην Πάρο δημιουργούνται δύο στρατόπεδα: των Καποδιστριακών (Βιτσαράς, Χαμάρτος κ.α.) και των αντικαποδιστριακών (Κ. Κονδύλης, Λεον. Κονδύλης, Μιχ. Κρίσπης, Ν. Μαλατέστας κ.α.). Με παρακίνηση των Υδραίων επαναστατούν τα νησιά κατά του Καποδίστρια το 1831 και αντικαθιστούν τις τοπικές διοικήσεις ή τις κοινοτικές αρχές.

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Μιχαήλ Κρίσπης.

–1832. Στις 3 Σεπτεμβρίου 1832 ο Μιχαήλ Κρίσπης του Ιωάννη (γενάρχης των Κρίσπη) δολοφονείται μέσα στο ναό της Εκατονταπυλιανής ή κατά ζώσα παράδοση μπροστά στο ναό των Τριών Ιεραρχών, κοντά στο πατρικό του σπίτι στην Παροικιά από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Σύζυγος του σιόρ Μιχέλη, όπως αποκαλούνταν υπήρξε η Κατίγκω Μάτσα. Μοναδικό τους παιδί ο Κωνσταντίνος Μ. Κρίσπης.

–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο Ν. Κρίσπης, ο Κ.Μ. Κρίσπης και ο Κ. Ι. Κρίσπης. 

–1837. Σε έγγραφο του 1837 του σχολείου Πάρου, υπάρχει εγγεγραμμένος ο μαθητής Κωνσταντίνος Μ. Κρίσπης. Ο Κρίσπης Ι. Νικόλαος αλλά και ο Κρίσπης Ι. Κωνσταντίνος.

–1841. Το 1841 πεθαίνει στην Παροικιά της Πάρου ο αγωνιστής του 21’ Γεώργιος Ιωάννη Κρίσπης.

–1844. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1844 είναι εγγεγραμμένος ο 40χρονος κτηματίας Κρίσπης Σπυρίδων.

–1845. Το 1845 γεννιέται στην Πάρο ο μετέπειτα γραμματέας εφορίας Πέτρος Κρίσπης του Κωνσταντίνου (1817?-1911). Απεβίωσε το 1915?.

–1847. Το 1847 γεννιέται στην Πάρο ο μετέπειτα ιατρός στην Κωνσταντινούπολη Μιχαήλ Κρίσπης του Σπυρίδων (1795-?). Απεβίωσε το 1904. Απέκτησε τον Σπυρίδων Κρίσπη (1875-?)

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 26χρονος υπάλληλος Αντώνιος Κρίσπης, ο 25χρονος κτηματίας Κωνσταντίνος Μ. Κρίσπης, ο 25χρονος υπάλληλος Νικόλαος Ι. Κρίσπης και ο 48χρονος κτηματίας Σπυρίδων Κρίσπης.

–1849. Σε προικοσύμφωνο ο Κων. Κρίσπης και Ναταλίας Ν. Μπαρότση, Νάξος, 1 Ιουλίου 1849 εν λιβαδιον (χωραφιον) κειμενον εις την θεσιν Αμπέλα, συνορευόμενον με αμπελον της Λουίζας Φραγκοπούλου.

–1849. Νικόλαος Κ. Κρίσπης. Νομικός και πολιτικός. Γεννήθηκε στην Πάρο το 1849.

–1849. Στις 1 Ιουλίου 1849 ο Κωνσταντίνος Κρίσπης του σιόρ Μιχελή φέρεται παντρεμένος με την Ναταλία Ν. Μπαρότση από τη Νάξο, με την οποία απέκτησαν πέντε παιδιά: τον Μιχάλη, τον Νικόλαο, τον Φραγκίσκο, την Αικατερίνη (σύζ. Παν. Ν. Δημητρακοπούλου) και την Ερατώ (σύζ. Μιχ. Κωττάκη).

–1850. Ο Νικόλαος Κ. Κρίσπης ήταν πατέρας του Μιχαλάκη Κρίσπη, γεννήθηκε στην Παροικιά το 1850. Απεβίωσε το 1923. Ο τάφος του είναι στο οικογενειακό κοιμητήριο των Κρίσπη στα Λιβάδια Παροικιάς.

–1850. Το 1850 γεννιέται στην Πάρο ο Αλέξανδρος Κρίσπης του Σπυρίδων (1795-?). Πεθαίνει μόλις στα 45 του το 1895. Απέκτησε  τον Γεώργιο (1893) και τον Ιωάννη Α. Κρίσπη (1895-1971).

–1852. Το 1852 γεννήθηκε στην Παροικιά ο φιλόλογος, αρχαιολόγος, ποιητής, συνεργάτη σε ανασκαφές της Πάρου διαπρεπών αρχαιολόγων (RUBENSOHN, GAERTRINGEN κ.α.), συγγραφέας και μεταφραστής ο Μιχαήλ (Μιχελάκης) Κρίσπης του Κωνσταντίνου (1826-1886). Απεβίωσε το 1924.

–1854. Γεννιέται στην Παροικιά ο βουλευτής Νικόλαος Κρίσπης του Κωνσταντίνου (1826-1886). Η πρώτη του σύζυγος ήταν η Κατίνα Μάνου και η 2η η Ειρηνούλα Μ. Δελαγραμμάτη. Απέκτησε τους αρρένες Κωνσταντίνο Ν. Κρίσπη (1895-1989) και Μιχαήλ Ν. Κρίσπη (1896-1981) και την Ναταλία. Απεβίωσε το 1923.

–1856. Το 1856 γεννιέται στην Παροικιά ο ιατρός Φραγκίσκος Κωνσταντίνου (1826-1886) Κρίσπης. Απεβίωσε το 1914.

–1859. Στις 15 Οκτωβρίου 1859 μνημονεύεται σε συμβολαιογραφική πράξη [Επιτροπικό] στην Σύρο ο κάτοικος Πάρου Αντώνιος Κρίσπης κτηματίας και ο Σταματέλος Ζ. Καμπάνης κτηματίας, διορίζουν πλοίαρχο στο πλοίο τους Εκατονταπυλιανή.

–1859. Στις 27 Νοεμβρίου 1859 σε συμβολαιογραφική πράξη [πληρεξούσιο] στην Σύρου αναφέρεται ότι ο κάτοικος Πάρου Κρίσπης Κωνσταντίνος του Ιωάννη, κτηματίας.

–1859. Στις 12 Δεκεμβρίου 1859 σε συμβολαιογραφική πράξη [Πωλητήριο] στην Σύρου αναφέρεται ότι ο κάτοικος Πάρου Νικόλαος Ιωάννη Κρίσπης κτηματίας να πωλεί ήμιση πλοίο στον Μήλα Ιωάννη ναυτικό κάτοικο Πάρου.

–1860. Στις 20/1/1860 διορίζεται ειδικός αστυνόμος Δ. Πάρου ο Κων. Ι. Κρίσπης.

–1860. Στις 8 Νοεμβρίου 1860 σε συμβολαιογραφική πράξη [Πληρεξούσιο] στην Σύρου αναφέρεται ο κάτοικος Πάρου Σπύρος Ι. Κρίσπης κτηματίας ως πληρεξούσιος του Γιάγκου Δελαγραμμάτη της συζύγου του ιδίου Σ.Ι. Κρίσπη.

–1863. Το 1863 γεννιέται στην Πάρο ο δικηγόρος Φραγκίσκος Κωνσταντίνου (1817-1911) Κρίσπης. Απεβίωσε το 1927. Τέκνο του ο Κωνσταντίνος Φρ. Κρίσπης (1904-1976).

–1864. Ανταλλαγή ακινήτου. Πάρος, 23 Αυγούστου 1864. Ενώπιον του συμβολαιογράφου Πάρου Βασιλείου Καμπάνη, ο οποίος και συνέταξε το έγγραφο, και ενώπιον των δημοτών Πάρου Νικολάου Ι. Κρίσπη, καθηγητού, και της συζύγου του Μαρουσώς γένους Μαύρου, και του Γεωργίου Αθαν. Μαύρου ως συμβαλλομένων, ανταλλάσσουν τα ακίνητα: Το ζεύγος Κρίσπη το αρχοντικό που ήταν προικώο της συζ΄θγου του Μαρουσώς Μαύρου, και τη συνεχόμενη δεύτερη οικία που είχε περιέλθει από κληρονομιά της κόρης τους Αικατερίνης, στην οποία οι γονείς της παρίστανται ήδη ως νόμιμοι και φυσικοί επίτροποι αυτής από το 1862 όταν είχε υιοθετηθή από την προμήτορά της Γαρουφαλλιά Δ. Δελαγραμμάτη, και μετά τον θάνατό της είχε περιέλθει στην κυριότητα της θυγατέρας του συζύγους Κρίσπη…. Του ενοποιημένου μεγαλοπρεπούς αρχοντικού, δηλαδή δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, λοντά στην οδό της Ελεούσης. Συνορεύει δε με τα σπίτια των: Φραγκίσκο Αλέξ. Καμπάνη, του Παναγιώτη Πάσσου, της Γιακουμίνας Πανταζή Κορωναίου και με δημόσιους δρόμους… Το ανωτέρο ακίνητο το παραχωρούν εις ανταλλαγήν προς τον Γεώργιον Αθαν. Μαύρον…, ο οποίος ομολόγισε ότι δίδει αντί της ρηθείσης οικίας ανταλλακτικώς τα κτήματα που βρίσκονται στις τοποθεσίες Βορεινά Λιβάδια, καθώς και ένα οικόπεδο μέσα στην πόλη της Παροικιάς στην θέση Μεγάλη Βρύση ή Ποταμός, προς εξίσωσιν…

Ως μάρτυρες υπέγραψαν οι συμβαλλόμενοι Νικόλαος Ι. Κρίσπης, η σύζυγός του Μαρουσώ Μαύρου και ανιψιός του Φιλικού Αλεξάνδρου Μαύρου. Ως συνορεύοντες με τα ακίνητα, που ανήκουν πλεόν στο ζεύγος Κρίσπη, αναφέρονται οι: Παναγιώτης Κομνηνός, Κωνσταντίνος Μιχ. Κρίσπης, Κωνσταντίνος Μάρκου Δαμίας, Ιωάννης Δουλφής, Εμμανουήλ Μαρούκας, κληρονόμοι Σπύρου Κοντόσταυλου, Σπύρος Κρίσπης, Βιολέττα Μπιζά και Ιωάννης Ασπρόπουλος.

–1868. Γενιέται η Κατίγκω Κρίσπη του Νικολάου (Σαρακηνιώτη) και της Μαρουσώς. Σύζυγός της ο Ιάκωβος Αβάζος.

–1870. Το 1870 γεννιέται στην Πάρο ο συμβολαιογράφος Παναγιώτης Κρίσπης του Νικολάου (1825-1903) και της Μαρουσώς. Απεβίωσε το 1923. Σύζυγός του η Ιφιγένεια Δελαγραμμάτη και τέκνο τους η Μαρία σύζ. Αθανασίου Παπαβασιλείου.

–1870. Το 1870 γεννιέται στην Πάρο ο Ζαννής Αντωνίου (1818-1880) Κρίσπης πέθανε το 1887 μόλις 17 ετών.

–1870. Το 1870 γεννιέται στην Πάρο η Ειρήνη Ν. Κρίσπη. Απεβίωσε το 1970. Ο τάφος της είναι στο οικογενειακό κοιμητήριο των Κρίσπη στα Λιβάδια Παροικιάς.

–1871. Γεννιέται η Βικτωρία Κρίσπη του Νικολάου (παρωνύμιο Σαρακηνιώτη) και της Μαρουσώς Μαύρου. Σύζυγός της ο Γεώργιος Αλ. Δαμίας. Απεβίωσε δυο χρονια μετα τον γάμο της. Τέκνο τους η Μαρία.

–1872. Το 1872 γεννιέται στην Πάρο ο δικηγόρος Γεώργιος Κρίσπης του Νικολαου (1825-1903) και της Μαρουσώς.

–1875. Το 1875 γεννιέται ο Σπύρος Μιχαήλ (1847-1904) Κρίσπης. Απεβίωσε το 1942?.

–1875. Το 1875 γεννιέται στην Πάρο ο τηλεγραφητής Ξενοφών Αντωνίου (1818-1880) Κρίσπης. Απεβίωσε το 1958.

–1885. Ο Κωνσταντίνος Μιχ. Κρίσπης, εκλέχθηκε πολλές φορές ως βουλευτής της Επαρχίας όπως και Δήμαρχος Πάρου. Πέθανε στην Πάρο τον Απρίλιο του 1885.

–1886. Στις 25 Απριλίου 1886 πεθαίνει στην Παροικιά ο γιός του σιορ Μιχελή Κρίσπη και Κατίγκως Μάτσα, Κωνσταντίνος Μ. Κρίσπης. Είχε διατελέσει δήμαρχος Παροικιάς και επανειλημμένα βουλευτής της Επαρχίας Παροναξίας καθώς και πρόεδρος της Ελληνικής Βουλής (βουλευτικές περίοδοι: 1859, 1868, 1869, 1873, 1874, 1879).

–1888. Το 1888 πεθαίνει η Ερατώ Ι. Μπάου – Κρίσπη και ενταφιάζεται στον οικογενειακό κοιμητήριο των Κρίσπη στα λιβάδια Παροικιάς (Ι. Ναός Αγίου Γεωργίου).

–1893. Γεννιέται το 1893 ο Γεώργιος Κρίσπης του Αλέξανδρου.

–1895. Γεννιέται το 1895 στην Παροικιά ο Δημοτικό Υπάλληλος Αθηνών, Ιωάννης Κρίσπης του Αλέξανδρου (1850-1895). Απέκτησε δύο αγόρια, τον Αλέξανδρο Ι. Κρίσπη (1924-1944) και τον  Κωνσταντίνο Ι. Κρίσπη (1926-1976). Απεβίωσε το 1971.

–1895. Το 1895 πεθαίνει στην Πάρο στα 45 του ο Αλέξανδρος Σπυρίδων Κρίσπη.

–1895. Το 1895 γεννιέται στην Παροικιά ο τραπεζικός Κωνσταντίνος Κρίσπης του Νικολάου (1854-1989). Σύζυγός του η Βασιλική Κανελλοπούλου. Απεβίωσε το 1989. Ο τάφος του είναι στο ιδιωτικό κοιμητήριο των Κρίσποι, στα Λιβάδια Παροικιάς.

–1895. Το 1895 γεννιέται στην Παροικιά ο δημοτικός υπάλληλος Αθήνας Ιωάννης Αλέξανδρου Κρίσπης. Σύζυγός του η Αναστασία Καραγιάμογλου και τέκνα τους ο Αλέξανδρος (1924) και ο Κώστας (1926).

–1895. Το 1895 πεθαίνει μόλις στα 17 του στην Πάρο ο Ζαννής Αντωνίου Κρίσπης.

–1896. Πρόεδρος της Κοινότητας Παροικιάς ο Μιχάλης Κρίσπης το 1896.

–1896. Το 1896 γεννιέται στην Παροικιά ο μηχανικός ηλεκτρολόγος, πρόεδρος Παροικιάς  Μιχαήλ Νικολάου Κρίσπης (1896-1981). Σύζυγός του η Μαίρη Ολυμπίου.  Απέκτησε δύο άρρενες, τον Νικόλαο Μ. Κρίσπη (1932-2012) και τον Κωνσταντίνο Μ. Κρίσπη (1938-). Ο τάφος του είναι στο οικογενειακό κοιμητήριο των Κρίσπη στα Λιβάδια Παροικιάς.

–1903. Το 1903 πεθαίνει ο διακεκριμένος καθηγητής ο Νικόλαος Ιωάννη Κρίσπης (Σαρακηνιώτης).

–1903. O αμερικανικωτατος των Ελλήνων Νικόλαος Ιωάννη Κρίσπης αν και γεννήθηκε στην Πάρο τον Οκτώβριο του 1825 ήταν αμερικάνος εκ του γένους των yankey οι οποίοι είναι το κόσμημα και το θαύμα των βοριοαμερικανων. αδερφός του ο Φραγκίσκος Μαύρος Κρίσπης. κατόρθωσε να εισαχθεί στην σχολή ευελπιδων όπου και αποφοίτησε ως δαφνοφόρος. Με πρόταση της κυβέρνησης μετέβη στην Αγγλία να σπουδάσει την πυροβολική του ναυτικού αλλά εκείνος προτίμησε να υπηρετήσει στο σώμα του μηχανικού της Ελλάδος στη Σύρο και την Πελοπόννησο. σύντομα άφησε τον στρατό και επιδόθηκε στο παιδαγωγικό στάδιο. Ανέλαβε την διεύθυνση της περιβόητης τότε λυκείου του Ιωάννη Βαλέττα. Μετά από μερικά χρόνια ανέλαβε την διεύθυνση του λυκείου Σουρμελή στην Αθήνα. Μετά με την παρακίνηση της κυβέρνησης ανέλαβε γυμνασιάρχης στη Σύρο και στην συνέχεια της Χαλκίδας αλλά και τη διεύθυνση της Ριζαρειου σχολής. στην συνέχεια είναι αυτός που συστήνει ελληνοβελγικη εταιρία και επαναλειτουργεί τα αρχαία λατομεία μαρμάρου στο Μαραθι. Πέθανε στην Πάρο τον Ιούλιο του 1903 και ενταφιάστηκε στην έπαυλή του, στην περιοχή Σαρακίνικο.

–1903. Ο Όθων Φρ. Μαύρος ή Κωνσταντίνος Φρ. Κρίσπης ήταν αντισυνταγματάρχης του Πεζικού μοναχογιός του πρώτου Νομάρχη της πρωτευούσης Αττικής του Βασιλείου Φρ. Κρίσπη του μετέπειτα Β. Επιτρόπου παρά τη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Πέθανε άγαμος στην Αθήνα το 1903. Ο πατέρας του Όθων είχε υιοθετηθεί από την οικογένεια Μαύρου.

–1903. Σε δημοσίευμα στην εφημερίδα «ΑΙΓΑΙΟΝ» στις 5 Ιουλίου 1903: «αφίκετο όπως παραθερίση ενταύθα, η ερίτ. Κυρία Ερατώ Κοτάκη, σύζυγος του διακεκριμένην μεταξύ των συναδέλφων του κατέχοντος θέσθν δικηγόρου εν Αθήνιας κ. Κοτάκη, και αδελφή του λαοφιλούς βουλευτού της Επαρχίας μας κ. Ν. Κρίσπη, μετά της δεσποινίδος Ελένης Δημητρακοπούλου, ανεψιάς της.

–1903. Τον Δεκέμβριο 1903 «διατρίβει επ’ αδεία ο κάλλιστος φίλος συμπολίτης, ειρηνοδίκης κ. Παναγιώτης Ν. Κρίσπης» (εφ. Αιγαίο 15 Δεκ. 1903).

–1904. Γεννιέται στην Παροικιά το 1904 ο μηχανικός ηλεκτρολόγος Κωνσταντίνος Κρίσπης του Φραγκίσκου (1867-1927). Απέκτησε δύο αγόρια τον Φραγκίσκο Κ. Κρίσπη (1934-) και τον Ιωάννη Κ. Κρίσπη (1940-). Απεβίωσε το 1976.

–1904. O Μιχ. Σπύρου Κρίσπης, γιος του κτηματία Σπύρου Κρίσπη εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη ως ιατρός. Πέθανε στην Κωνσταντινούπολη το 1904.

–1904. Το 1904 ετελέσθησαν οι γάμοι του Δημητρίου Μ. Πρωτοδίκου, κτηματία, και της Σοφίας Α. Νικηφόρου. Τους νυφικούς στεφάνους αντήλαξαν ο ιατρός Βιάζης και η Ειρήνη Ν. Κρίσπη (Αιγαίων φ. 130, 10 Απρ. 1904).

–1905. Γεννιέται στην Παροικιά η Βασιλική Κρίσπη. Απεβίωσε το 2002. Ο τάφος της είναι στο οικογενειακό κοιμητήριο των Κρίσποι, στα Λιβάδια Παροικιάς.

–1907. Το 1907 η Φλώρα Ν. Κρίσπη θα παντρευτεί τον λοχαγό και καθηγητή της Σχολής Ευελπίδων, συγγραφέα και εθνικό ήρωα των Βαλκανικών Πολέμων Γεώργιο Βας. Γράβαρη. Ο ανταποκριτής της εφημερίδας Αιγαίον (φ243, 29 Ιαν. 1907) γράφει: «Η περικαλλής κόρη της Πάρου, η θυγάτηρ του βουλευτού μας κ. Νικολάου Κρίσπη, Φλώρα, αντήλλαξε δακτύλιον αρραβώνα μετά του εγκρίτου αξιωματικού του Μηχανικού και καθηγητή της Στρατιωτικής Σχολής των Ευελπίδων κ. Γεώργιο Β. Γράβαρη υπό την ανυπόκριτον χαράν φίλων και συγγενών». Ο γάμος τους έγινε στις 19 Οκτωβρίου 1907, όταν ακόμα δεν είχαν συμπληρωθεί 40 μέρες από τον θάνατο της γιαγιάς της νύφης Ναταλίας Κων. Κρίσπη (24 Σεπτεμβρίου 1907), συζύγου του βουλευτού και κτηματία Κωνσταντίνου Κρίσπη (1826-1886). 
–1907. Τον Σεπτέμβριο του 1907 «η διά πλείστων χαρισμάτων πεπροικισμένη κόρη Κατίνα Μιχ. Δελαγραμμάτη γυναικαδέλφη του βουλευτού κ. Νικ. Κρίσπη, εμνηστεύσατο, υπό την ανυπόκριτον χαράν φίλων και συγγενών, τον αξιόλογον νέον κ. Παναγ. Ζησιμόπουλον, τελωνειακόν υπάλληλον, γόνον της γνωστής εν Μεθώνη πολιτευομένης οικογενείας των Ζησιμοπούλων».

–1910. Το 1910 γεννιέται στην Πάρο η Μαίρη Μ. Κρίσπη. Απεβίωσε το 1994. Ο τάφος της είναι στο οικογενειακό κοιμητήριο των Κρίσπη στα Λιβάδια Παροικιάς.

–1911. Ο Κωνσταντίνος Ιωάννη Κρίσπης πέθανε στην Πάρο το 1911. Διατέλεσε γραμματέας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Σύρου, Διευθυντής της Αστυνομίας Πάρου και δημογραμματέας.

–1911. Νικόλαος Κ. Κρίσπης. Νομικός και πολιτικός το 1911. Επί 25 συναπτά έτη εκλεγόταν βουλευτής της Επαρχίας Πάρου.

–1911. Φραγκίσκος Κων. Κρίσπης, Πταισματοδίκης το 1911 στην Θήβα, διδάκτωρ του δικαίου και έφεδρος υπολοχαγός του Πυροβολικού, διακριθείς στη μάχη του Δομοκού.

–1915. Το 1915 πεθαίνει ο γραμματέας εφορίας Πέτρος Κωνσταντίνου Κρίσπης.

–1919. Το 1919 πεθαίνει ο ιατρός Φραγκίσκος Κωνσταντίνου Κρίσπης.

–1923. Ο Νικόλαος Κ. Κρίσπης ήταν πατέρας του Μιχαλάκη Κρίσπη, πέθανε στην Παροικιά στις 13 Μαΐου 1923. Επί αρκετά έτη εξελέγετο βουλευτής (εκλ. Περίοδοι: 1885, 1887, 1899, 1902, 1906, 1912).

–1923. Το 1923 πεθαίνει ο συμβολαιογράφος Παναγιώτης Νικολαου Κρίσπης.

–1924. Το 1924 πεθαίνει ο φιλόλογος, αρχαιολόγος, ποιητής, συνεργάτη σε ανασκαφές της Πάρου διαπρεπών αρχαιολόγων (RUBENSOHN, GAERTRINGEN κ.α.), συγγραφέας και μεταφραστής ο Μιχαήλ (Μιχελάκης) Κ. Κρίσπης.

–1924. Το 1924 γεννιέται ο μηχανικός Αλέξανδρος Κρίσπης του Ιωάννη (1895-1971) και της Αναστασίας. Απεβίωσε σε ηλικία 20 ετών το 1944.

–1924. Το 1924 πεθαίνει σε ηλικία 20 ετών ο μηχανικός Αλέξανδρος Ιωάννη Κρίσπης.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο δημόσιος υπάλληλος Κωνσταντίνος Κρίσπης του Ιωάννη (1895-1971) και της Αναστασίας. Απεβίωσε το 1976. Σύζυγός του η Βαλασία Δουβαρτζόγλου και τέκνα τους η Αναστασία σύζ. Σταύρου Μπίρη,και την Αλεξάνδρα συζ. Χρήστου Χατζάκου.

–1927. Το 1927 πεθαίνει ο δικηγόρος Φραγκίσκος Κωνσταντίνου Κρίσπης.

–1932. Το 1932 γεννιέται στην Παροικιά ο κτηματίας Νικόλαος Κρίσπης του Μιχαήλ: (1896-1981). Σύζυγοι του η Χρυσηίς Ναυπλιώτη και Ηρώ Ν. Αιγινίτη. Απεβίωσε το 2011. Απέκτησε τον Μιχαήλ Ν. Κρίσπη (1973).

–1934. Γεννιέται στην Παροικιά το 1934 ο μηχανικός ηλεκτρολόγος Φραγκίσκος Κρίσπης του Κωνσταντίνου (1904-1976).

–1935. Το 1935 γεννιέται στην Πάρο η Ηρώ Ν. Κρίσπη. Απεβίωσε το 2006. Ο τάφος της είναι στο οικογενειακό κοιμητήριο των Κρίσπη στα Λιβάδια Παροικιάς.

–1936. Στην Α’ Παγκυκλαδική Έκθεση Σύρου αγροτικών, πτηνοτροφικών και βιομηχανικών προϊόντων στις 16-23 Αυγούστου 1936 αναφέρεται το μέλος της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Πάρου Μιχάλης Κρίσπης.

–1938. Το 1938 γεννιέται στην Παροικιά ο μηχανικός Κωνσταντίνος Μιχαήλ (1896-1981) Κρίσπης. Απέκτησε το 1965 τον Μιχαήλ Κ. Κρίσπη.

–1940. Γεννιέται το 1940 ο μηχανικός ηλεκτρολόγος Ιωάννης Κρίσπης του Κωνσταντίνου (1904-1976). Το 1964 απέκτησε τον Κωνστντίνο Ι. Κρίσπη.

–1942. Το 1942 πεθαίνει ο δικηγόρος Γεώργιος Νικολάου Κρίσπης.

–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Κρίσπη Μαρουσώ του Κωνσταντίνου.

–1958. Το 1958 πεθαίνει ο τηλεγραφητής Ξενοφών Αντωνίου Κρίσπης.

–1965. Το 1965 γεννιέται ο Μιχαήλ Κωνσταντίνου Κρίσπης.

–1971. Το 1971 πεθαίνει ο δημοτικός υπάλληλος Αθήνας Ιωάννης Αλέξανδρου Κρίσπης.

–1973. Το 1973 γεννιέται στην Παροικιά ο κτηματίας Μιχαήλ Νικολάου Κρίσπης

–1976. Το 1976 πεθαίνει σε ηλικία 50 ετών ο δημόσιος υπάλληλος Κωνσταντίνος Ιωάννη Κρίσπης..

–1981. Το 1981 πεθαίνει ο μηχανικός ηλεκτρολόγος, πρόεδρος Παροικιάς  Μιχαήλ Νικολάου Κρίσπης.

–1989. Το 1989 πεθαίνει σε ηλικία 94 ετών ο Κωνσταντίνος Νικ. Κρίσπης.

–2012. Ο Ξενοφών Ιω. Κρίσπης από την Παροικιά, υπηρετεί στην Αθήνα ως Τηλεγραφικός βοηθός. Το 2012 πεθαίνει στην Παροικιά ο κτηματίας Νικόλαος Μιχαήλ Κρίσπης. Ενταφιάζεται στο οικογενειακό κοιμητήριο στα Λιβάδια Παροικιάς.

–1959. 5 Απριλίου 1959 ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΠΑΡΟΙΚΙΑ: Εγγεγραμμένοι 2.614 εψήφισαν 1.392, άκυρα και λευκά 3.

Ο Συνδυασμός κ. Ανδρέα Μαρινόπουλου έλαβεν 764 ο δε Συνδυασμός του κ. Μιχ. Κρίσπη 628.
Παραθέτομεν εν λεπτομερεία τους σταυρούς προτιμήσεως τους οποίους έλαβεν έκαστος.

1) Μαρινόπουλος Αθαν. Ανδρέας 626, Δενέγρης Στυλιανός 110, Μονδάνος Ανδ. Αντ. 105, Κατρής Ν. Αγαπητός 103, Βενιζέλος Π. Ραγκούσης 94, Μπάος Π. Αντ. 66, Μαύρης Γ. Αντ. 66, Καπούτσος Γ. Δημ. 60, Σιλβέστρος Π. Κωνστ. 55, Καλακώνας Μενέγου Σάββας 44, Μαλατέστας Μιχ. Κωνστ. 41 κλπ.

2) Κρίσπης Ν. Μιχαήλ 380, Φραγκούλης Νικολ. Ιωάννης 158, Σαρρής Μιχ. Νικόλαος 111, Τσαντάνης Φ. Παναγ. 82, Κυριαζάνος Ι. Μάρκος 66, Αργυρόπουλος Δημ. Ιωάννης 63, Μουρλάς Σπ. Γεώργιος 61, Φωκιανός Δημ. Βασίλειος 53, Κρητικός Γ. Παναγ. 49, Γκίκας Ι. Αναστ. 45, Σπανός Εμμαν. Αντ. 41 κλπ οι οποίοι παραλείπονται ελλείψει χώρου.

Σύμβουλοι εξελέγησαν οι 5 πρώτοι εκ του πρώτου Συν/σμού και οι 4 εκ του δευτέρου.

–1960. Σε ομαδική φωτογράφιση της ποδοσφαιρικής ομάδας της Πάρου  τον Αύγουστο του 1960 στην Παροικιά διακρίνεται ο ποδοσφεριστής Κρίσπης Νικόλαος.


–Κρίσπος: Βλέπε Κρίσπης.

 

Κριτικίδης: Επώνυμο που μπορεί να συνδέεται ετυμολογικά με το κριτής και το ρήμα κρίνω. Η παρουσία του στην Πάρο τεκμηριώνεται κατά τον 19ο αιώνα, μέσα από έναν Παριανό τεχνίτη που εγκαταστάθηκε στη Σύρο.

Στις 11 Ιουλίου 1882, στην Ερμούπολη, παντρεύεται ο 27χρονος Ανδρέας Κριτικίδης, γιος του Ιωάννη και της Αικατερίνης Ρουμπλάκου, ο οποίος αναφέρεται ως σιδηρουργός από την Πάρο και κάτοικος Σύρου. Νύμφη του ήταν η 19χρονη Μερσινιά Κουγιάμη, καταγόμενη από την Κρήτη, κόρη του Μιχαήλ και της Φωτεινής.

Η μαρτυρία αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς φανερώνει έναν Παριανό τεχνίτη που, κατά τον 19ο αιώνα, είχε μετακινηθεί στη Σύρο, ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά και ναυτικά κέντρα των Κυκλάδων. Παράλληλα, ο γάμος του με Κρητικιά καταγράφει τις σχέσεις και τις μετακινήσεις πληθυσμών που συνδέονταν με την οικονομική ανάπτυξη της Ερμούπολης.

–1882. Στις 11 Ιουλίου 1882 ο 27χρονος σιδηρουργός από την Πάρο Ανδρέας Κριτικίδης, του Ιωάννη και της Αικατερίνης Ρουμπλάκου, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 19χρονη από την Κρήτη Μερσινιά Κουγιάμη, του Μιχαήλ και της Φωτεινής.

 

Κρουσταλάκης: Επώνυμο που συνδέεται ετυμολογικά με το κρύσταλλος, τον καθαρό πάγο αλλά και τον κρυσταλλώδη λίθο. Πρόκειται για μονοκλαδική οικογένεια με καταγωγή από το Ασήμι του Νομού Ηρακλείου Κρήτης, η οποία εμφανίζεται σε νεότερη εποχή και στην Πάρο.

Η παρουσία του επωνύμου στο νησί καταγράφεται στη Νάουσα. Το 1998 αναφέρεται ο Κρουσταλάκης, ως αστυνομικός στη Νάουσα, μαρτυρία που επιβεβαιώνει την παρουσία της κρητικής αυτής οικογένειας στην Πάρο κατά τα τέλη του 20ού αιώνα.

Η μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία δεν επιτρέπει ασφαλή σύνδεση του Κρουσταλάκη της Νάουσας με παλαιότερη παριανή οικογένεια· αντίθετα, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν έναν νεότερο κρητικό κλάδο, που εγκαταστάθηκε ή υπηρέτησε στην Πάρο κατά τον 20ό αιώνα.

–1998. Το 1998 Αστυνομικός Νάουσας Κρουσταλάκης …

 

Κρυσταλάκης: Επώνυμο παρωνυμιακής προέλευσης, από το ουσιαστικό κρύσταλλος, που δηλώνει τον καθαρό πάγο αλλά και τον κρυσταλλώδη λίθο. Η παρουσία του επωνύμου στην Αντίπαρο τεκμηριώνεται κατά τον 20ό αιώνα, χωρίς μέχρι σήμερα να έχουν εντοπιστεί παλαιότερες μαρτυρίες που να επιτρέπουν ασφαλέστερη αναδρομή στην καταγωγή της οικογένειας.

Το 1926 γεννιέται ο Αριστοτέλης Κρυσταλάκης του Νικολάου, γεωργός και κάτοικος Αντιπάρου. Η παρουσία του στην κοινωνία του νησιού επιβεβαιώνεται και μεταγενέστερα, καθώς στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου του 1949 καταγράφεται και πάλι ο Αριστοτέλης Κρυσταλάκης του Νικολάου, ως γεωργός και κάτοικος Αντιπάρου.

Οι δύο αυτές μαρτυρίες τεκμηριώνουν έναν Κρυσταλάκη στην Αντίπαρο ήδη από το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, με το επάγγελμα της γεωργίας να συνδέει την οικογένεια με την παραδοσιακή οικονομία του νησιού.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Κρυσταλάκης Αριστοτέλης του Νικολάου γεωργός κάτοικος Αντιπάρου.

–1949. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου του 1949 είναι εγγεγραμμένος ο Κρυσταλάκης Αριστοτέλης του Νικολάου γεωργός κάτοικος Αντιπάρου.


–Κρυστάλλης ή Κρυστάλης: Πιθανότατα παρωνυμιακό επώνυμο, προερχόμενο από το ουσιαστικό κρύσταλλος, δηλαδή τον καθαρό πάγο ή τον κρυσταλλώδη λίθο. Η μορφή του παραπέμπει σε παλαιό ελληνικό, ίσως και βυζαντινό επώνυμο, χωρίς όμως να μπορεί να αποκλειστεί δυτική ή ιταλική παράλληλη προέλευση, καθώς στην Εμίλια-Ρομάνια απαντά και η οικογένεια Crystalli. Στην Πάρο πρόκειται για οικογένεια με παλαιότερη κοιτίδα τις Λεύκες, ενώ μεταγενέστερα κλάδος της εμφανίζεται στα Μάρμαρα.

Η παρουσία του επωνύμου στις Λεύκες τεκμηριώνεται ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. Ως πιθανός γενάρχης του παριανού κλάδου αναφέρεται ο Παντελής Κρυστάλλης, με μαρτυρία του 1852. Μερικές δεκαετίες αργότερα, το 1875, στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ύριας καταγράφεται ο 54χρονος Ιωάννης Κρυστάλης του Παντελή, γεωργός, ενώ την ίδια εποχή συναντάται και ο Παντελής Κρυστάλης του Ιωάννη, 24 ετών, σκυτοτόμος. Οι μαρτυρίες αυτές δείχνουν ότι η οικογένεια είχε ήδη δημιουργήσει περισσότερες από μία γενεαλογικές γραμμές και συνδεόταν με παραδοσιακά επαγγέλματα του χωριού.

Η συνέχεια του κλάδου καταγράφεται στα μητρώα αρρένων των Λευκών. Το 1877 γεννιέται ο Παρασκευάς Κρυστάλλης του Παντελή, ενώ το 1891 ο Σοφοκλής Κρυστάλλης του Παντελή, ο οποίος αναφέρεται ως υποδηματοποιός και κάτοικος της Κοινότητας Λευκών. Από την επόμενη γενιά καταγράφονται ο Γεώργιος Κρυστάλης του Παρασκευά, γεννημένος το 1908, και ο Παντελής Κρυστάλης του Παρασκευά, γεννημένος το 1912. Το 1949 ο Σοφοκλής Κρυστάλλης μεταδημοτεύει, ενώ η οικογένεια συνεχίζει να απαντά στην Πάρο και κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεταγενέστερη παρουσία του επωνύμου στα Μάρμαρα. Το 1978 καταγράφεται η Γεωργία Κρυστάλλη, μαθήτρια του Δημοτικού Σχολείου Μαρμάρων, γεγονός που δείχνει ότι ο παλαιός κλάδος των Λευκών είχε πλέον παρουσία και στον οικισμό των Μαρμάρων.

Έτσι, οι μέχρι σήμερα μαρτυρίες συνθέτουν την εικόνα μιας παριανής οικογένειας με βασική κοιτίδα τις Λεύκες, η οποία είναι τεκμηριωμένη τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα και διατηρεί την παρουσία της στην Πάρο μέχρι τις νεότερες γενιές.

–1852. Ίσως ο γενάρχης του Παριανού Κλάδου, Παντελής Κρυστάλλης 1852.   

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ύριας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 54χρονος Κρυστάλης Ιωάννης του Παντελή, γεωργός. Όπως και ο Παντελής Κρυστάλης του Ιωάννης 24 ετών, σκυτοτόμος.

–1877. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1877 ο Κρυστάλλης Παρασκευάς του Παντελή.

–1891. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1891 στις Λεύκες ο Κρυστάλλης Σοφοκλής του Παντελή υποδηματοποιός κάτοικος κοιν. Λευκών.

–1908. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1908 στις Λεύκες ο Κρυστάλης Γεώργιος του Παρασκευά.

–1912. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1912 στις Λεύκες ο Κρυστάλης Παντελής του Παρασκευά.

–1949. Το 1949 ο Κρυστάλλης Σοφοκλής μεταδημότευση.

–1978. Κρυστάλλη Γεωργία μαθήτρια Δημοτικού σχολείου Μαρμάρων.

 

Κρώνης: Επώνυμο για το οποίο, από τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα στοιχεία, δεν προκύπτει ασφαλής ετυμολογική ερμηνεία ούτε παλαιότερη παριανή μαρτυρία. Η παρουσία του στην Πάρο τεκμηριώνεται τουλάχιστον κατά τον 20ό αιώνα.

Στη «Φωνή της Πάρου» του 1975 καταγράφονται τα αποτελέσματα των μαθητικών αγώνων του Γυμνασίου Πάρου. Στον δρόμο των 80 μέτρων, ο μαθητής Δημήτριος Κρώνης κατέλαβε την τρίτη θέση.

Η μαρτυρία αυτή αποτελεί μέχρι στιγμής μια νεότερη καταγραφή του επωνύμου Κρώνης στην Πάρο, χωρίς όμως να διαθέτουμε στοιχεία που να επιτρέπουν την ασφαλή σύνδεσή του με παλαιότερο παριανό κλάδο.

–1975. Στην «Φωνή της Πάρου» του 1975 διαβάζουμε τα αποτελέσματα των μαθητικών αγώνων του Γυμνασίου Πάρου. Στον δρόμο 80 μέτρων ο Κρώνης Δημήτριος κατέλαβε την τρίτη θέση.


–Κτενάς: Επώνυμο επαγγελματικής προέλευσης, από το ουσιαστικό κτένας, που στη βυζαντινή παράδοση συνδεόταν με τον τεχνίτη που κατασκεύαζε υφαντικά κτένια, δηλαδή τα εργαλεία που χρησιμοποιούνταν στην επεξεργασία και ύφανση των νημάτων. Πρόκειται για παλαιό επώνυμο, με συγγενείς μορφές στον ελληνικό χώρο, όπως Κτενιάς, Κτενάκης, Κτενιάδης, Κτενιαδάκης, ενώ απαντά και στην Κύπρο ως Κτενάς.

Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο είναι ήδη τεκμηριωμένη από τον 17ο αιώνα. Σε προικοσύμφωνο του Τσιπίδου (Μάρπησσας), της 21ης Οκτωβρίου 1672, καταγράφεται το επώνυμο Κτενάς, γεγονός που δείχνει ότι η οικογένεια ή ο κλάδος της ήταν εγκατεστημένος στο νησί ήδη κατά την ύστερη περίοδο της Ενετοκρατίας.

Η νεότερη μαρτυρία που εντοπίζεται στην Πάρο αφορά τον Αντώνιο Κτενά, ο οποίος καταγόταν από τη Λευκάδα και υπηρέτησε ως διοικητής του Σταθμού Χωροφυλακής της Κοινότητας Λευκών κατά τα έτη 1955–1956. Η αναφορά αυτή δεν επιτρέπει, χωρίς πρόσθετα γενεαλογικά στοιχεία, να συνδεθεί ο Λευκαδίτης Αντώνιος Κτενάς με την παλαιότερη παριανή οικογένεια που μαρτυρείται από το 1672.

Η μαρτυρία του 1672 έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το επώνυμο Κτενάς συγκαταλέγεται στα παλαιά επώνυμα που συναντώνται στην Πάρο ήδη από τον 17ο αιώνα και συνδέονται με την επαγγελματική και κοινωνική ζωή των παριανών κοινοτήτων.

–1672. Προικοσύμφωνο Τζιπίδος 21 Οκτ. 1672. Το επίθετο Κτενάς είναι βυζαντινής προέλευσης και σημαίνει τον κατασκευαστή υφαντικών κτενιών, στην Κύπρο Κτενάς και την Κρήτη Κτενιάς, Κτενάκης, Κτενιάδης, Κτενιαδάκης κ.α.

–1955-56. Διοικητής του Σταθμού Χωροφυλακής της Κοινότητας των Λευκών Πάρου από το 1955-56 ο Αντώνιος Κτενάς από την Λευκάδα.


–Κυδωνιάτης: Βλέπε Κυδωνιέας.


–Κυδωνιαίως: Βλέπε Κυδωνιέας.


–Κυδωνιέας ή Κυδωνιεύς ή Κυδωνιέως ή Μιχελής ή Σιβήλης: Το επώνυμο Κυδωνιέας, Κυδωνιεύς, Κυδωνιέως, με τους τύπους Κυδωνιάτης και Κυδωνιαίος, είναι πατριδωνυμικό, δηλαδή προέρχεται από τον τόπο καταγωγής. Συνδέεται κυρίως με τις Κυδωνιές της Μικράς Ασίας, το σημερινό Αϊβαλί, από όπου ήρθαν στην Πάρο οικογένειες προσφύγων στις αρχές του 19ου αιώνα. Την ίδια περίοδο εγκαταστάθηκαν στις Κυκλάδες και άλλες οικογένειες από τις Κυδωνιές, όπως οι Μπάλιος, Μαλαματένιος και Ευρυπιώτης.

Η παλαιότερη γνωστή παριανή μαρτυρία του επωνύμου είναι του 1725, όταν σε έγγραφο στον Τσιπίδο, τη σημερινή Μάρπησσα, αναφέρεται ο μοναχός Νεκτάριος Κυδωνιεύς της Μονής του Τιμίου Προδρόμου. Δεν υπάρχουν όμως στοιχεία που να αποδεικνύουν συγγενική σχέση του με τους Κυδωνιείς που εμφανίζονται στην Πάρο έναν αιώνα αργότερα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παράδοση για τον Όσιο Κύριλλο Παπαδόπουλο τον Πάριο, σύμφωνα με την οποία, όταν κήρυττε στις Κυδωνιές, πήρε δύο παιδιά που κακομεταχειρίζονταν οι Οθωμανοί και τα έφερε στην Πάρο. Αρχικά εγκαταστάθηκαν στη Μονή Αγίου Γεωργίου και στη συνέχεια εργάστηκαν στα μοναστηριακά κτήματα στο Άσπρο Χωριό, όπου δημιούργησαν οικογένειες. Κατά την παράδοση, από την καταγωγή τους στις Κυδωνιές πήραν το επώνυμο Κυδωνιεύς. Η παράδοση δεν μπορεί ακόμη να θεωρηθεί αποδεδειγμένη, παρουσιάζει όμως ενδιαφέρον, καθώς ταιριάζει με την πρώιμη παρουσία του επωνύμου στο νησί.

Ένας από τους σημαντικότερους γενάρχες του παριανού κλάδου θεωρείται ο Χριστόδουλος Κυδωνιεύς, ο οποίος φέρεται να ήρθε στην Πάρο το 1813, μαζί με τη σύζυγό του Καλλιόπη και τον εννιάχρονο γιο τους Γεώργιο, από τις Κυδωνιές. Η οικογένεια φαίνεται ότι έφερε τότε το επώνυμο Μιχελής, ίσως και Μιχελίδης. Ο Γεώργιος γεννήθηκε περίπου το 1804 στις Κυδωνιές και πέθανε στην Πάρο το 1906, σε ηλικία που αναφέρεται ως 102 ετών. Από τον πρώτο του γάμο με την Αικατερίνη Ρούσσου απέκτησε τον Χριστόδουλο, τον Κωνσταντή, τον Μιχάλη και την Καλή, ενώ από τον δεύτερο, με τη Μαρουσώ Ραγκούση, τον Απόστολο, τον Γιάννη και τον Νικόλα.

Η γενεαλογική εικόνα των πρώτων Κυδωνιέων δεν είναι απολύτως ξεκαθαρισμένη. Στους εκλογικούς καταλόγους εμφανίζονται δύο Γεώργιοι Κυδωνιείς, ο ένας του Μιχαήλ, γεννημένος περίπου το 1814, και ο άλλος του Φραγκίσκου, γεννημένος το 1818, οι οποίοι δεν φαίνεται να ήταν αδέλφια. Είναι πιθανό ο ένας από αυτούς να συνδέεται με τον Γεώργιο που αναφέρεται στην οικογενειακή παράδοση ως γιος του Χριστόδουλου Μιχελή, χωρίς όμως να μπορεί σήμερα να αποδειχθεί με βεβαιότητα.

Οι γραπτές μαρτυρίες πυκνώνουν μετά την Επανάσταση. Το 1822 στα δημοτολόγια των Λευκών αναφέρεται ο Κυδωνιάτης Γεώργιος, γεννημένος το 1817 και χαρακτηρισμένος πρόσφυγας. Το 1827 μαρτυρείται στην Παροικιά ο Παναγιώτης Κυδωνιέως, ενώ το 1828 ο Στρατής Χαρβαλιάς Κυδωνιεύς.

Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι απογραφές προσφύγων του 1829, που δείχνουν ότι οι Κυδωνιείς είχαν ήδη εγκατασταθεί σε πολλές περιοχές της Πάρου. Στον Τσιπίδο (Μάρπησσα) καταγράφονται ο Ανδρέας Κυδωνιεύς, ο Καριοφύλλης Κυδωνιεύς, ο Κυριατζής Κυδωνιεύς και ο Κομνιαίος Κυδωνιεύς. Στις Λεύκες αναφέρονται ο Βαγγέλης και ο Γεώργιος Κυδωνιεύς, ενώ στην Παροικιά ο Ιωάννης Κυδωνιεύς, 62 ετών, με τη σύζυγο και τα παιδιά του. Στον Κώστο καταγράφεται ο Γιάννης Κυδωνιάς, 70 ετών, με τον γιο του Αναστάσιο. Οι διαφορετικοί τύποι του επωνύμου δείχνουν ότι ακόμη δεν είχε σταθεροποιηθεί η ονομασία.

Το 1830 το πατριδωνυμικό εμφανίζεται με τους τύπους Κυδωνιάτης και Κυδωνιαίος, ενώ το 1831 ο Χ. Παναγιώτης Κυδωνιέως υπογράφει επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο του Αιγαίου. Το 1834, στη Νάουσα, ο Ιωάννης Ορφανός Κυδωνιεύς, κάτοικος της περιοχής επί χρόνια, εμφανίζεται ως πλοιοκτήτης και πουλά το πλοίο του «Πρόδρομος», γεγονός που δείχνει ότι ορισμένοι Κυδωνιείς είχαν ήδη ενταχθεί στη ναυτική και εμπορική ζωή του νησιού.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα οι Λεύκες φαίνεται να αποτελούν σημαντικό κέντρο της οικογένειας. Στα μητρώα αρρένων καταγράφονται διαδοχικά Κυδωνιείς: Χριστόδουλος, Ιωάννης και Κωνσταντίνος του Γεωργίου το 1841–1842, Νικόλαος του Γεωργίου το 1854, Απόστολος του Γεωργίου το 1859, ενώ ακολουθούν πολλές ακόμη γεννήσεις. Το 1875 ο Γεώργιος του Μιχάλη, 59 ετών, καταγράφεται ως γεωργός στον Δήμο Ύριας. Στις επόμενες δεκαετίες τα μητρώα των Λευκών παρουσιάζουν συνεχείς γεννήσεις Κυδωνιέων, μεταξύ των οποίων οι Σπυρίδων, Γεώργιος, Στέφανος, Μάρκος, Ιωάννης, Νικόλαος και Κωνσταντίνος.

Η οικογένεια ανέδειξε ανθρώπους σε διαφορετικούς επαγγελματικούς χώρους. Ο Νικόλαος Κυδωνιεύς ήταν ιερέας και εφημέριος της Αγίας Αικατερίνης Λευκών, μαρτυρούμενος το 1883 και θανών το 1891. Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι Κυδωνιείς εμφανίζονται και στον Δήμο Μάρπησσης: το 1903 καταγράφεται ο Απόστολος Γεωργίου Κυδωνιεύς, κτηματίας, με τη σύζυγο και τα παιδιά του, ενώ το 1911 ο Απόστολος Γ. Κυδωνιεύς αναφέρεται ως έμπορος αποικιακών και υφασμάτων.

Στις Λεύκες συνεχίζεται η παρουσία της οικογένειας και τον 20ό αιώνα. Ιδιαίτερα ξεχωρίζει ο Ιωάννης Στέφανου Κυδωνιεύς, γεννημένος το 1919 στις Λεύκες και νεκρός το 1985, κεραμίστας με σημαντική αναγνώριση. Ο πατέρας του, Στέφανος Κυδωνιεύς, ήταν βοσκός της Μονής Λογγοβάρδας και η μητέρα του Αντριανή Καντιώτη. Το 1923 ο Ιωάννης Γ. Κυδωνεύς καταγράφεται ως μέλος του Εξωραϊστικού Φιλοδασικού Συλλόγου Λευκών, ενώ μεταγενέστερες μαρτυρίες δείχνουν την παρουσία της οικογένειας και στην Ερμούπολη και την Αγγεριά.

Έτσι, οι Κυδωνιείς της Πάρου αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα οικογένειας που συνδέθηκε με τις μετακινήσεις πληθυσμών από τη Μικρά Ασία προς τις Κυκλάδες. Παράλληλα με την αινιγματική παλαιότερη μαρτυρία του 1725, η συστηματική παρουσία τους από τις αρχές του 19ου αιώνα συνδέεται με τις Κυδωνιές του Αϊβαλιού. Από πρόσφυγες και νεοφερμένους εξελίχθηκαν σε πολυάριθμη παριανή οικογένεια, με βασικό κέντρο τις Λεύκες, αλλά παρουσία επίσης στη Μάρπησσα, την Παροικιά, τη Νάουσα, τον Κώστο και την Αγγεριά, αφήνοντας το αποτύπωμά τους στη γεωργία, τη ναυτιλία, το εμπόριο, την Εκκλησία και την παραδοσιακή κεραμική τέχνη της Πάρου.

–1725. Σε έγγραφο στον Τσιπίδο 10 Μαΐου 1725 «ο μοναχός Νεκτάριος Κυδωνιεύς της Μονής του Τιμίου Προδρόμου.

–1813. Ο Χριστόδουλος Κυδωνιεύς ήρθε το 1813 με την γυναίκα του Καλλιόπη και τον 9χρονο γιό τους Γιώργο στην Πάρο από τις Κυδωνιές της Μικράς Ασίας με το επώνυμο Μιχελής. Ο γιος πέθανε το 1906 σε ηλικία 102 ετών και αφού είχε κάνει ήδη 7 παιδιά σε δυο γάμους του. Αρχικά με την Αικατερίνη Ρούσσου (Χριστόδουλο, Κωνσταντή, Μιχάλη και Καλή) και με την Μαρουσώ Ραγκούση  (Απόστολο, Γιάννη, Νικόλα).

–1818 Το 1818 γεννιέται ο Γεώργιος Κυδωνιεύς του Φραγκίσκου.

–1822. Στα δημοτολόγια Λευκών του 1822 είναι εγγεγραμμένος ο Κυδωνιάτης Γεώργιος, γεννημένος το 1817 (πρόσφυγας).

–1827. Σε έγγραφο της 15 Απριλίου 1827 της Παροικιάς Πάρου μαρτυρείται ο Παναγιώτης Κυδωνιέως.

–1828. Σε έγγραφο του 1828 αναφέρεται ο Στρατής Χαρβαλιάς Κυδωνιεύς.

–1829. Σε απογραφή προσφύγων  το 1829 στον Τσιπίδο (Μάρπησσας) αναφέρεται ο Ανδρέας Κυδωνιεύς 28 ετών.

–1829. Σε απογραφή προσφύγων  το 1829 στον Τσιπίδο (Μάρπησσας) αναφέρεται ο Καριοφύλλης Κυδωνιεύς 35 ετών εργάτης, η σύζυγός του και η κόρη του.

–1829. Σε απογραφή προσφύγων  το 1829 στον Τσιπίδο (Μάρπησσας) αναφέρεται ο Κυριατζής Κυδωνιεύς 32 ετών αλιεύς, η σύζυγός του και ο 2 χρονών γιός του.

–1829. Σε απογραφή προσφύγων  το 1829 στον Τσιπίδο (Μάρπησσας) αναφέρεται ο Κομνιαίος Κυδωνιεύς 25 ετών εργάτης.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων των Λευκών του 1829 αναφέρεται ο Βαγγέλης Κυδωνιεύς 20 ετών ποιμήν και ο Γεώργιος Κυδωνιεύς 25 ετών ποιμήν.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων της Παροικιάς του 1829 αναφέρεται ο Ιωάννης Κυδωνιεύς 62 ετών, εργάτης. Η σύζυγός του Πολυζού Κυδωνιεύς, ο γιός του Παναγιώτης Κυδωνιεύς 12 ετών και η κόρη του Αμέρισσα Κυδωνιεύς.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων του Κώστου του 1829 αναφέρεται ο Γιάννης Κυδωνιάς 70 ετών εργάτης και ο γιός του Αναστάσιος Κυδωνιάς 15 ετών.

–1830. Σε παριανό έγγραφο του 1830 το πατρίδων τούτο όνομα και με τους τύπους Κυδωνιάτης και Κυδωνιαίος.

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Χ. Παναγιώτης Κυδωνιέως.

–1834. Σε έγγραφο Νάουσας της 26ης Νοεμ. 1834, κατά το οποίο ο Ιωάννης Ορφανός Κυδωνιεύς «κάτοικος [της Νάουσας] πρό χρόνων ενταύθα» πώλησε το πλοίο του «Πρόδρομος» στον Νικόλαο Κομνηνό Μυτηληναίο για 186 δίστηλα τάλιρα της Ισπανίας.

–1841. Στα δημοτολόγια του δήμου Υρίας αναγράφεται η γέννηση το 1841 του Κυδωνιέα Μιχαήλ.

–1841. Το 1841 γεννιέται στις Λεύκες ο Κυδωνιεύς Χριστόδουλος του Γεωργίου και ο Κυδωνιεύς Ιωάννης του Γεωργίου. Ήταν εγγεγραμμένοι στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1842. Το 1842 γεννιέται στις Λεύκες ο Κυδωνιεύς Κωνσταντίνος του Γεωργίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1844. Ο Γεώργιος του Μιχαήλ ή Μιχελή?, φαίνεται να είχε γιους με το όνομα Κωνσταντίνος ο οποίος γεννήθηκε το 1844.

–1846. Ο Γεώργιος του Μιχαήλ ή Μιχελή?, φαίνεται να είχε γιους με το όνομα Χριστόδουλος  ο οποίος γεννήθηκε το 1846.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 33χρονος γεωργός Γεώργιος Κυδωνιάτης.

–1850. Ο Γεώργιος του Μιχαήλ ή Μιχελή?, φαίνεται να είχε γιους με το όνομα Ιωάννης ο οποίος γεννήθηκε το 1850.

–1854. Το 1854 γεννιέται στις Λεύκες ο Κυδωνιεύς Νικόλαος του Γεωργίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1859. Το 1859 γεννιέται στις Λεύκες ο Κυδωνιεύς Απόστολος του Γεωργίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1861. Το 1861 γεννιέται στις Λεύκες ο Κυδωνιεύς Ιωάννης του Γεωργίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1868. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1868 ο Κυδωνιεύς Σπυρίδων του Μιχαήλ.

–1872. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1872 ο Κυδωνιεύς Γεώργιος του Χριστόδουλου.

–1875. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1875 ο Κωδωνιεύς Γεώργιος του Κωνσταντίνου.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ύριας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 59χρονος Κυδωνιεύς Γεώργιος του Μιχάλη, γεωργός.

–1875 Το 1875 αναγράφεται σε έγγραφο Λευκών ο Γεώργιος Κυδωνιεύς του Φραγκίσκου που γεννήθηκε το 1818.

–1876. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1876 ο Κυδωνιεύς Κωνσταντίνος του Χριστόδουλου.

–1877. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1877 ο Κυδωνιεύς Γεώργιος του Νικολάου και ο Κυδωνιεύς Στέφανος του Μιχαήλ.

–1880. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1880 ο Κυδωνιεύς Μάρκος του Μιχαήλ.

–1881. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1881 ο Κυδωνιεύς Ιωάννης του Κωνσταντίνου.

–1883. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1883 ο Κυδωνιεύς Νικόλαος του Μιχαήλ.

–1884. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1884 ο Κυδωνιεύς Ιωάννης του Χριστόδουλου.

–1885. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1885 ο Κυδωνιεύς Γεώργιος του Φώτιου και ο Κυδωνιεύς Γεώργιος του Ιωάννη.

–1886. Κυδωνιεύς Ιωάννης του Μιχαήλ. Έτος γέννησης του 1886 στις Λεύκες. Εγγεγραμμένος στο Μητρώο των Αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1890. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1890 στις Λεύκες ο Κυδωνιεύς Κυριάκος του Κωνσταντίνου και ο Κυδωνιεύς Φραγκίσκος του Νικολάου.

–1891. Ιερεύς Νικόλαος Κυδωνιεύς, εφημέριος της Αγίας Αικατερίνης Λευκών το 1883. Πεθαίνει το 1891.

–1892. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1892 στις Λεύκες ο Κυδωνιεύς Νικόλαος του Ιωάννη και ο Κυδωνιεύς Αντώνιος του Κωνσταντίνου.

–1895. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1895 στις Λεύκες ο Κυδωνιεύς Νικόλαος του Χριστόδουλου.

–1895. Στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1952 είναι εγγεγραμμένη η Ελένη Κυδωνιεύς, έτος γέννησης 1895, όνομα πατρός Ιωάννης Κυδωνιεύς, όνομα συζύγου Πέτρος Ρούσσος.

–1897. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1897 στις Λεύκες ο Κυδωνιεύς Νικόλαος του Ιωάννη και ο Κυδωνιεύς Γεώργιος του Ιωάννη.

–1901. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1901 στις Λεύκες ο Κυδωνιεύς Δημήτριος του Ιωάννη.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Απόστολος? Γεωργίου Κυδωνιεύς, ετών 45, κτηματίας, έγγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Ζαμπέτα Απόστολου? Κυδωνιεύς, ετών 38, οικιακά, έγγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Μαρία Απόστολου? Κυδωνιεύς, ετών 14, οικιακά, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Ελένη Απόστολου? Κυδωνιεύς, ετών 3, άνευ, άγαμος.

–1905. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1905 στις Λεύκες ο Κυδωνιεύς Κυριάκος του Ιωάννη.

–1906. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1906 στις Λεύκες ο Κυδωνιεύς Κωνσταντίνος του Ιωάννη.

–1906. Το 1906 πεθαίνει ο Γεώργιος Κυδωνιεύς σε ηλικία 102 ετών γεννημένος στις Κυδωνιές της Μικράς Ασίας το 1804.

–1907. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1907 στις Λεύκες ο Κυδωνιεύς Χριστόδουλος του Κωνσταντίνου.

–1908. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1908 στις Λεύκες ο Κυδωνιεύς Κωνσταντίνος του Γεωργίου.

–1909. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1909 στις Λεύκες ο Κυδωνιεύς Μιχαήλ του Στέφανου και ο Κυδωνιεύς Ιωάννης του Κωνσταντίνου.

–1910. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1910 στις Λεύκες ο Κυδωνιεύς Χριστόδουλος του Ιάκωβου, ο Κυδωνιεύς Κωνσταντίνος του Γεωργίου και ο Κυδωνιεύς Κωνσταντίνος του Ιωάννη.

–1911. Αποστόλης Γ. Κυδωνιεύς, Έμπορος αποικιακών και υφασμάτων, στον Δήμο Μάρπησσας το 1911.

–1914. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1914 στις Λεύκες ο Κυδωνιεύς Γεώργιος του Κωνσταντίνου και ο Κυδωνιεύς Περούλης του Ιάκωβου.

–1919. Το 1919 γεννήθηκε στις Λεύκες  και πέθανε στο ίδιο χωριό το 1985 ο κεραμίστας Ιωάννης Στέφ. Κυδωνιεύς. Ο πατέρας του Στέφανος Κυδωνιεύς ήταν βοσκός της Μονής Λογγοβάρδας ενώ η μητέρα του ήταν η Αντριανή Καντιώτη.

–1923. Μέλος του Εξωραϊστικού Φιλοδασικού Συλλόγου Λευκών, εν Λεύκαις τη 17 Απριλίου 1923 ο Ιωάννης Γ. Κυδωνεύς.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Κυδωνιεύς Χριστόφορος του Νικολάου εργατικός κάτοικος κοιν. Λευκών.

–1940. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 51 ετών τηλεγραφικός υπάλληλος Γεώργιος Νικ. Κυδωνιεύς έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 29 Δεκεμβρίου 1940.

–1952. Στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1952 είναι εγγεγραμμένη η Κυριακή Κυδωνιεύς του Γεωργίου, όνομα συζύγου Λουκής Αντώνιος.

–1985. Πεθαίνει το 1985 ο αγγειοπλάστης διεθνούς αναγνώρισης παριανός Κυδωνιεύς Γιάννης του Στέφανου που γεννήθηκε το 1918 στην Πάρο. 

 

–Κυλάκος: Μανιάτικο επώνυμο, με καταγωγή από τον Πύργο Δυρού Λακωνίας. Ο παριανός κλάδος του επωνύμου δεν έχει συνέχεια, λόγω θηλυγονίας. Από την οικογένεια προέρχονται οι κλάδοι των οικογενειών Τσιγκινάρη και Ρούσσου.

Γενάρχης της οικογένειας στην Πάρο υπήρξε ο Αναστάσιος Κυλάκος, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο νησί το 1950 για να εργαστεί αρχικά ως υπάλληλος της Αγροτικής Τράπεζας. Αργότερα διετέλεσε διευθυντής της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Πάρου. Το 1955 νυμφεύθηκε την Παριανή Ειρήνη Χαμάρτου, με την οποία απέκτησε δύο κόρες, τη Μαρία και την Ελένη. Μέσω των θυγατέρων του το οικογενειακό όνομα Κυλάκος δεν συνεχίστηκε, ενώ η οικογενειακή γραμμή συνεχίστηκε μέσω των κλάδων Τσελέντη και Ρούσσου.

–1950. Το 1950 ο Αναστάσιος Κυλάκος έρχεται στην Πάρο για να εργαστεί αρχικά ως υπάλληλος της Αγροτικής Τράπεζας γεννημένος στον Πύργο Δυρού Λακωνίας.

–1955. Το 1955 ο Αναστάσης Κυλάκος νυμφεύεται  την Παριανή Χαμάρτου Ειρήνη αποκτώντας δύο κόρες. Τη Μαρία σύζυγος Βασιλείου Τσελέντη και Ελένη σύζυγος Ζαχαρία Ρούσσου.

–1980. Το 1980 ο Αναστάσιος Κυλάκος διετέλεσε διευθυντής της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Πάρου.

–2015. Στις 27 Μαΐου 2015 πεθαίνει στην Παροικιά ο Αναστάσιος Κυλάκος.


–Κυπραίος ή Κυπρέος: Επίθετο-πατριδωνύμιο, που δηλώνει τον καταγόμενο από την Κύπρο. Το επώνυμο είναι γνωστό στην Πάρο μέχρι σήμερα, ιδιαίτερα στην Παροικιά και στον Κώστο, και η παρουσία του στο νησί είναι πολύ παλαιότερη από τη συγκέντρωση των νεότερων μαρτυριών των δημοτολογίων και των εκλογικών καταλόγων.

Οι παλαιότερες μέχρι σήμερα ενδείξεις οδηγούν ήδη στον 17ο αιώνα. Σε διαθήκη του μοναχού Αθανασίου Νταμία, της 13ης Δεκεμβρίου 1634, αναφέρεται «το χωράφι που έχω από τον Νικόλαον Κυπραίον Αποστολάκη». Η μαρτυρία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς δείχνει ότι το επώνυμο υπήρχε στην Πάρο ήδη από το 1634 και συνδεόταν με κτηματική περιουσία.

Κατά τον 18ο αιώνα η οικογένεια φαίνεται να έχει πλέον σταθερή παρουσία στην παριανή κοινωνία. Το 1790 απεικονίζεται με την παραδοσιακή παριανή φορεσιά η Ζανέτα Κυπραίου (Zeneta Shepri), ενώ στα τέλη του ίδιου αιώνα καταγράφονται μέλη της οικογένειας ως κτηματίες της Παροικιάς. Το 1796 γεννιέται ο Θεόδωρος Α. Κυπραίος, κτηματίας και κάτοικος Παροικιάς, ενώ το 1801 ο Θεόδωρος Φρ. Κυπραίος, επίσης κτηματίας της Παροικιάς.

Η οικογένεια εμφανίζεται και ανάμεσα στους ανθρώπους που συμμετείχαν στις οικονομικές υποθέσεις της παριανής κοινότητας κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας. Σε λογαριασμό των απεσταλμένων της Πάρου στην Κωνσταντινούπολη, που συνδέεται με τη συμφωνία της 3ης Δεκεμβρίου 1820 για την ενοικίαση των σουλτανικών προσόδων και πολιτικών δικαιωμάτων της Πάρου, αναφέρεται ομολογία της Ζαμπέτας Κυπραίου, με κεφάλαιο 450 γρόσια. Η παρουσία αυτή δείχνει ότι μέλη της οικογένειας συμμετείχαν στις οικονομικές υποχρεώσεις και στις συναλλαγές της κοινότητας ήδη πριν από την Επανάσταση.

Στα χρόνια της Επανάστασης και της δημιουργίας του ελληνικού κράτους οι Κυπραίοι εμφανίζονται συχνά στα έγγραφα της Παροικιάς. Το 1821 αναφέρεται ο Σπυρίδων Θεοδ. Κυπραίος, καθηγητής στην Κωνσταντινούπολη, την Κερασούντα, τη Χάλκη και άλλα κέντρα του ελληνικού κόσμου. Την ίδια περίοδο απαντά και ο Σακελάριος Κυπρέος, ο οποίος μαρτυρείται ως αυτόπτης μάρτυρας στην Παροικιά στις 28 Φεβρουαρίου 1821.

Στις 13 Απριλίου 1822, σε έγγραφο των Παριανών προς τους Υδραίους, αναφέρεται ο Νικόλαος Κυπραίος, ενώ τα επόμενα χρόνια η οικογένεια εμφανίζεται συνεχώς σε συμβολαιογραφικές πράξεις, προικοσύμφωνα, πωλητήρια και άλλα έγγραφα της Παροικιάς. Το 1823 ο π. Πολύκαρπος Κυπραίος, εφημέριος των Εκατονταπυλιανών, βαπτίζει στην Παροικιά μία Οθωμανή η οποία είχε προηγουμένως κατηχηθεί από τον όσιο ηγούμενο του Αγίου Γεωργίου Λαγκάδας Κύριλλο Παπαδόπουλο και είχε αποφασίσει να γίνει χριστιανή. Ο Πολύκαρπος Κυπραίος εμφανίζεται και πάλι σε έγγραφα του 1825, του 1827, του 1830, του 1832 και του 1834, γεγονός που φανερώνει τη σταθερή θέση του στην εκκλησιαστική και κοινωνική ζωή της Παροικιάς.

Το 1825 ο χωρεπίσκοπος Παροικιάς Ιωάννης Μονδάνος ανταλλάσσει κτήμα με τον Μιχαήλ Κυπραίο, ενώ σε προικοσύμφωνο του 1826 μνημονεύεται ο ίδιος Μιχαήλ με χωράφι στην τοποθεσία Φλόγα. Το 1829 αναφέρεται ο Γεώργιος Κυπραίος σε πληρεξούσιο, ενώ ο Μιχαήλ Κυπραίος εμφανίζεται και στις οικονομικές υποχρεώσεις της κοινότητας, με οφειλή 700 γρόσια.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η παρουσία των Κυπραίων στα προικοσύμφωνα της εποχής. Το 1830, στο προικοσύμφωνο του Θεοδώρου Φρ. Κυπραίου και της Μαρούσας Αντύπα, καταγράφεται η προσφορά εικόνων ως μέρος της προίκας. Σε άλλο προικοσύμφωνο, του Δημητρίου Τζανή Καμπάνη και της Μαργαρίτας Ν. Κυπραίου, στις 26 Οκτωβρίου 1830, ο Νικόλαος Παν. Κυπραίος και η σύζυγός του Άννα προσφέρουν στην κόρη τους την εικόνα της Ανάστασης του Χριστού και την Παναγία της Υπαπαντής. Οι μαρτυρίες αυτές αποκαλύπτουν όχι μόνο την οικονομική κατάσταση των οικογενειών, αλλά και την αξία που είχαν οι εικόνες και τα θρησκευτικά κειμήλια στην παριανή κοινωνία του 19ου αιώνα.

Στις 21 Οκτωβρίου 1831, μέσα στη δύσκολη περίοδο των συγκρούσεων ανάμεσα στους ντόπιους Παριανούς και τους Κρήτες νεοαποίκους, οι κάτοικοι της Πάρου απευθύνουν επιστολή προς τον επίτροπο του Αιγαίου Πελάγους. Ανάμεσα στους υπογράφοντες βρίσκονται ο σακελάριος Παροικιάς Κυπραίος, ο Νικόλαος Κυπραίος και ο Θεόδωρος Φρ. Κυπραίος από τα χωριά του Κεφάλου. Η παρουσία τους σε αυτή την κρίσιμη κοινοτική πράξη φανερώνει τον ενεργό ρόλο της οικογένειας στα κοινά του νησιού.

Η κοινωνική και οικονομική παρουσία των Κυπραίων συνεχίζεται αδιάκοπα. Το 1832 ο Νικόλαος Π. Κυπραίος ορίζεται αντιπρόσωπος του Ελευθερίου Βατιμπέλα για τη διαχείριση και καλλιέργεια των κτημάτων, αμπελιών και χωραφιών της συζύγου του στην Πάρο. Την ίδια χρονιά ο σακελάριος Παροικιάς Κυπραίος εμφανίζεται ως μάρτυρας σε συμβολαιογραφική πράξη, ενώ ο Πολύκαρπος Κυπραίος υπογράφει και πάλι ως μάρτυρας σε πωλητήριο.

Σταδιακά διακρίνονται περισσότεροι κλάδοι της οικογένειας. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1847 καταγράφονται ο Θεόδωρος Η. Κυπραίος, κτηματίας, ο Θεόδωρος Φ. Κυπραίος, μεταπράτης, και ο Μάρκος Κυπραίος, καφεπώλης. Στον ίδιο περίπου χρόνο, στα Μάρμαρα, εμφανίζονται ο κτηματίας Ιάκωβος Κυπραίος και ο εργάτης Γεώργιος Κυπραίος. Η παρουσία του επωνύμου επομένως δεν περιορίζεται στην Παροικιά, αλλά έχει ήδη εξαπλωθεί και σε άλλες περιοχές της Πάρου.

Ανάμεσα στα πρόσωπα που συνδέονται με την οικογένεια βρίσκεται και ο Μάρκος Φ. Κυπραίος, κτηματίας, ο οποίος το 1842 υπογράφει ως μάρτυρας σε σημαντικό προικοσύμφωνο της Παροικιάς. Το συμβόλαιο περιγράφει με μεγάλη λεπτομέρεια την περιουσία που προσφέρεται στον Σπυρίδωνα Κοντόσταβλο: αλευροανεμόμυλο στο βόρειο παράλιο του λιμανιού της Παροικιάς, οικία, φούρνο, δένδρα, πλοίο, αλώνι και άλλα κινητά και ακίνητα. Η μαρτυρία αυτή αποτελεί ακόμη μία ένδειξη της θέσης των Κυπραίων ανάμεσα στους κτηματίες και τους αξιόπιστους μάρτυρες της παριανής κοινωνίας.

Το 1846 ο Ιάκωβος Ν. Κυπραίος εμφανίζεται ως μάρτυρας σε αγορά ανεμόμυλου στον Τσιπίδο, ενώ το ίδιο έγγραφο μας οδηγεί στον σημερινό Μάρπησσα, καθώς ο ιστορικός Τσιπίδος αντιστοιχεί στη σημερινή Μάρπησσα. Η παρουσία Κυπραίων σε συμβολαιογραφικές πράξεις που αφορούν ακίνητα και παραγωγικές εγκαταστάσεις δείχνει τη στενή σχέση της οικογένειας με την κτηματική οικονομία του νησιού.

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της οικογένειας κατέχει ο Γεώργιος Ιάκ. Κυπραίος, ο οποίος γεννήθηκε το 1835 και απεβίωσε το 1892. Υπήρξε ένας από τους μορφωμένους και ευυπόληπτους πολίτες της Παροικιάς και υπηρέτησε ως γραμματέας ειρηνοδικείων. Παντρεύτηκε την Παρασκευή Νικ. Ραγκούση από τις Λεύκες και απέκτησαν πέντε παιδιά: τον Ιάκωβο, τον Δημήτριο, την Εργίνα, τον Θεόδωρο και τον Νικηφόρο. Από την οικογένεια αυτή θα προέλθουν άνθρωποι των γραμμάτων, της δημοσιογραφίας, της εκπαίδευσης και της πνευματικής ζωής της Πάρου.

Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Νικηφόρος Γ. Κυπραίος (1875-1946), ιστορικός, λαογράφος, δημοσιογράφος και ανταποκριτής εφημερίδων, ο οποίος θεωρείται μία από τις σημαντικές μορφές της νεότερης πνευματικής ιστορίας της Πάρου. Υπήρξε πρόεδρος της Κοινότητας Παροικιάς και ασχολήθηκε συστηματικά με την ιστορία, τη λαογραφία και τη ζωή του νησιού. Η δράση του στις αρχές του 20ού αιώνα τον συνδέει άμεσα με πολλές από τις σημαντικές κοινωνικές και πολιτιστικές εξελίξεις της Παροικιάς.

Το 1903 ο Νικηφόρος Κυπραίος εξελέγη Δημαρχικός Πάρεδρος Παροικιάς, μαζί με τον Αλέξανδρο Μαυρογένη και τον Ανδρέα Γ. Παπακωνσταντίνου. Το 1904 συμμετείχε στην επιτροπή για την επισκευή του μνημείου των Γάλλων ναυτών του πολεμικού πλοίου Superb, οι οποίοι είχαν πνιγεί το 1833, ενώ την ίδια χρονιά συμμετείχε και στην προσπάθεια ενίσχυσης του Εθνικού Στόλου. Η παρουσία του σε αυτές τις δραστηριότητες δείχνει τον ενεργό δημόσιο ρόλο που είχε αναλάβει.

Παράλληλα, και άλλα μέλη της οικογένειας διακρίθηκαν στα γράμματα και στην εκπαίδευση. Ο Ιάκωβος Γ. Κυπραίος συνδέεται με την εκπαίδευση και το 1904 ίδρυσε σηροτροφικό σταθμό στην Πάρο. Ο Θεόδωρος Γ. Κυπραίος σπούδασε στο Παρίσι και ασχολήθηκε με την εκπαίδευση και τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, ενώ ο Σπύρος Θεοδ. Κυπραίος, γιος του κτηματία Θεοδώρου Φρ. Κυπραίου, ακολούθησε ακαδημαϊκή και εκπαιδευτική σταδιοδρομία στην Κωνσταντινούπολη, την Κερασούντα, την Τραπεζούντα, τη Σαμψούντα και τη Χάλκη. Πέθανε στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης το 1896, έχοντας φθάσει μέχρι τη θέση του καθηγητή και υποδιευθυντή της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.

Σημαντική είναι και η παρουσία του Γεωργίου Δ. Κυπραίου, ο οποίος γεννήθηκε στην Ερμούπολη το 1908. Υπήρξε ποιητής, συγγραφέας και δημοσιογράφος, διευθυντής εφημερίδων στη Σύρο και χρησιμοποίησε τα ψευδώνυμα «Μεφίστο» και «Ρωκ». Το 1930 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, Απ’ τη ζωή για τη ζωή. Απεβίωσε στην Αθήνα το 1968.

Η οικογένεια, ωστόσο, δεν περιορίζεται στους παλαιούς παριανούς κλάδους. Η μικρασιατική καταστροφή και η εγκατάσταση προσφύγων στην Πάρο έφερε στο νησί και δεύτερη οικογένεια Κυπραίων, διαφορετικής καταγωγής. Από το 1922 εγκαταστάθηκε στην Πάρο η οικογένεια του Δημητρίου Κυπραίου, με σύζυγο τη Διαμαντώ Βαζουράκη, πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Στα δημοτολόγια της Νάουσας καταγράφεται ο Δημήτριος Κυπραίος του Αργυρίου, γεννημένος στον Γέροντα, μαζί με τη σύζυγό του Διαμάντω και τα παιδιά τους. Άλλα μέλη της οικογένειας γεννήθηκαν ήδη στη Νάουσα.

Η οικογένεια αυτή εγκαταστάθηκε τελικά στον προσφυγικό συνοικισμό της Παροικιάς. Η ιστορία του συνοικισμού αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο της νεότερης ιστορίας της πόλης. Εκεί εγκαταστάθηκαν οικογένειες προσφύγων από διαφορετικές περιοχές της Μικράς Ασίας, μεταξύ των οποίων και η οικογένεια του Δημητρίου Κυπραίου και της Διαμαντώς Βαζουράκη. Τα σπίτια ήταν μικρές προσφυγικές κατοικίες, οργανωμένες για πολυμελείς ή μικρότερες οικογένειες, και αποτέλεσαν τον πυρήνα της νέας προσφυγικής γειτονιάς της Παροικιάς.

Η παρουσία των Κυπραίων στην Πάρο συνεχίζεται και κατά τον 20ό αιώνα. Στα δημοτολόγια και στις τοπικές καταγραφές συναντώνται εργάτες, έμποροι, υπάλληλοι, εκπαιδευτικοί και επαγγελματίες με το επώνυμο Κυπραίος. Το 1888 και το 1896 καταγράφονται στην Ερμούπολη Παριανοί Κυπραίοι, ενώ το 1899 συναντώνται οι Ιωάννης Παν. Κυπραίος, Ιάκωβος Π. Κυπραίος και Νικηφόρος Γεωρ. Κυπραίος.

Έτσι, το επώνυμο Κυπραίος ή Κυπρέος παρουσιάζει στην Πάρο μια ιδιαίτερα μακρά και ενδιαφέρουσα ιστορική διαδρομή. Από τον Νικόλαο Κυπραίο του 1634 και τους κτηματίες της Παροικιάς του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα, μέχρι τους δημογέροντες, τους σακελλάριους, τους εμπόρους και τους κτηματίες του 19ου αιώνα και, αργότερα, τους ανθρώπους των γραμμάτων, της εκπαίδευσης, της δημοσιογραφίας και της τοπικής αυτοδιοίκησης, η οικογένεια άφησε έντονο αποτύπωμα στην κοινωνική και πνευματική ζωή της Πάρου.

Παράλληλα, η άφιξη μετά το 1922 μιας διαφορετικής, προσφυγικής οικογένειας Κυπραίων από τη Μικρά Ασία προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο στην ιστορία του επωνύμου. Έτσι, πίσω από το ίδιο παριανό επώνυμο συναντώνται δύο διαφορετικές ιστορικές διαδρομές: η παλαιά οικογένεια που είχε εγκατασταθεί και ριζώσει στην Πάρο ήδη από τον 17ο αιώνα και ένας νεότερος προσφυγικός κλάδος που έφτασε στο νησί μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Το επώνυμο, επομένως, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ένα πατριδωνύμιο, δηλωτικό κυπριακής καταγωγής, έγινε με την πάροδο των αιώνων καθαρά παριανό επώνυμο, συνδεδεμένο ιδιαίτερα με την Παροικιά, αλλά και με άλλες περιοχές του νησιού.

–1634. Σε διαθήκη του μοναχού Αθανάσιου Νταμία, της 13ης Δεκ. 1634 «το χωράφι που έχω απαί τον Νικόλαον Κυπραίον Αποστολάκη».

–1760. Νικόλαος Ιωαν. Δελαγραμμάτης 1760 Προεστός-Μεγαλοκτηματίας (Πρώτος ξάδερφος Τζώρτζη Συμ. Δελαγραμμάτη: Αλέξανδρος Δελαγραμμάτης *3 (Προεστός-Μεγαλοκτήμονας) ¬ Χαϊδεμένη Αλισαφή ¬ Ελένη Δελαγραμμάτη ¬ Σπύρος Κρίσπης (Προεστός) ¬ Αλέξανδρος Κρίσπης-Δελαγραμμάτης (Προεστός-Κτηματίας) ¬ Εργίνη Κυπραίου ¬ Ιωάννης Κρίσπης-Δελαγραμμάτης (Αξιωμ. Πολεμικού Ναυτικού) ¬ Αναστασία Καραντάμογλου ¬ Κων/νος Κρίσπης ¬ Βαλασίας Δουβαρτζόγλου ¬ Αλεξάνδρα Κρίσπη ¬ Χρήστος Χατζάκος (Αξιωμ. Αεροπορίας).

–1790. Το 1790 απεικονίζεται με παραδοσιακή φορεσιά η παριανή Ζανέτα Κυπραίου (Zeneta Shepri).

–1796. Το 1796 γεννιέται ο Θεόδωρος Α. Κυπραίος κτηματίας κάτοικος Παροικιάς.

–1801. Το 1801 γεννιέται ο Θεόδωρος Φρ. Κυπραίος κτηματίας κάτοικος Παροικιάς.

–1820. Λογαριασμός των Απεσταλμένων της Κωνσταντινούπολης το 1821 έτος, υπόμεν το μέρος της κοινοτήτος Πάρου ο Μιχαήλ Τσιγώνιας, από δε το μέρος του ποτέ Πέτρου Μάτσα Μαυρογένους, ενοικιάζου των Σουλτανικών προσόδων και πολιτικών δικαιωμάτων της Νήσου μας, ως το συμφωνητικόν, αυτού του Ενοικιου του και Κοινότητος Γεγραμμένον τη 3: Δεκεμβρίου 1820 και καταχωρημένον εις τον Κώδηκα της κοινότητος, τον Ιωάννη Κορτιάνον, οίτινες απεσταλμένοι Τσιγώνιας και Κορτιάνος εξάλθησαν εξή να αγοράσουν αυτάς τας προσόδους, ετεί λογαριασμόν του ρηθατος; Ενοικιαζου.

Ομολογία Ζαμπέτας Κυπραίου Κεφάλαιον γρ. 450.

–1821. Ο Σπυρίδων Θεοδ. Κυπραίος, καθηγητής στην Κων/πόλη, Κερασούντα, Χάλκη το 1821.

–1821. Σακελάριος Παροικιάς Κυπρέος αυτόπτης μάρτυρας τη 28 Φεβρουαρίου 1821.

–1822. Σε έγγραφο των Παριανών στους Υδραίους στις 13 Απριλίου 1822 αναφέρεται ο Νικόλαος Κυπραίος.

–1823. Στις 4 Δεκεμβρίου 1823 αναφέρεται ως εφημέριος Εκατονταπυλιανής ο π. Πολύκαρπος Κυπραίος να βαφτίζει μια Οθωμανή που είχε κατηχηθεί από τον όσιο ηγούμενο του Αγίου Γεωργίου Λαγκάδας Κύριλλο Παπαδόπουλο, στην Παροικιά και έγινε χριστιανή.

–1825. Σε έγγραφο Παροικιάς, 22 Φεβρουαρίου 1825 αναφέρεται ο Πολύκαρπος ιερομόναχος Κυπραίος.

–1825.ο Χωρεπίσκοπος Παροικιάς Μονδάνος Ιωάννης ανταλάσσει κτήμα με τον Μιχαήλ Κυπραίο σε έγγραφο ανταλλαγής Παροικιάς στις 3 Φεβρουαρίου 1825.

–1826. Σε προικοσύμφωνο Παροικιάς της 27ης Ιουλίου 1826 μνημονεύεται ο Μιχαλης Κυπραίος με χωράφι στην τοποθεσία Φλόγα.

–1827. Στις 11 Οκτωβρίου 1827 ο σακελάριος Παροικιάς Πολύκαρπος Κυπραίος υπογράφει συμφωνητικό. Στο ίδιο έγγραφο μάρτυρας αναφέρεται ο μαστρο-Μανόλης Μουντάνος.

–1829. Σε πληρεξούσιο του 1829 αναφέρεται ο Γεώργιος Κυπραίος.

–1829. Σε έγγραφο στις 30 Δεκεμβρίου 1829 Παροικιάς επί των χρεών εξεταστικής επιτροπής για λογαριασμός των Απεσταλμένων της Κωνσταντινούπολης το 1821 αναφέρεται ο Μιχαήλ Κυπραίος (γρ. 700).

–1829. Σε απογραφή προσφύγων  το 1829 στα Μάρμαρα αναφέρεται ο Ανδρέας Κυπραίος 35 ετών κηπουρός και ο Γεώργιος Κυπραίος 55 ετών εργάτης.

–1829. Σε απογραφή προσφύγων  το 1829 στα Μάρμαρα αναφέρεται ο Ελευθέριος Κυπραίος 42 ετών εργάτης και η σύζυγός του.

–1830. «Στο προικοσύμφωνο του Θεοδώρου Φρ. Κυπραίου και της Μαρούσας Αντύπα (Παροικιά 5 Φεβρουαρίου 1830), «ο Σπύρος Αντύπας. Πατέρας της Μαρούσας δίδει εικόνα της Παναγίας». (ΓΑΚ, 216, 64ν).

–1830. Σε κατάλογο του Παροναξίας Ιερόθεου αναφέρεται ο Σακελάριος Πολύκαρπος στις 8 Φεβρουαρίου 1830 και στις 7 Φεβρουαρίου 1830 να υπογράφει πωλητήριο Παροικιάς.

–1830. Στις 6 Οκτωβρίου 1830 ο Χωρεπίσκοπος Παροικιάς Ιωάννης Μονδάνος ανταλλάσσει χωράφι με την Αγγελέτα Ι. Β. Μπαφίτη σύζυγος Ιωάννη Β. Μπαφίτη «εις τοποθεσίαν Δάσον πλησίον ο αυτός χωρεπίσκοπος και ο σακελάριος Φραγκίσκος Κυπραίου, η δε Αγγελέτα δίδει του εντιμοτάτου χοροπισκόπου ένα χωράφιον χέρσον κείμενον εις τοποθεσία Παλαιάν Εγκαιριάν.

–1830. Στο προικοσύμφωνο Δημητρίου Τζανή Καμπάνη και της Μαργαρίτας Ν. Κυπραίου (Παροικιά 26 Οκτωβρίου 1830) «ο Νικ. Παν. Κυπραίος και η σύζυγός του Άννα δίδουν στην κόρη τους την Ανάσταση του Χριστού και την Παναγίαν της Υπαπαντής και ο γαμπρός προσφέρει εξ εικόνες χωρίς να τις ονομάζει. (ΓΑΚ, 219 100ν αρ185).

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο σακελάριος Παροικιάς Κυπραίος και ο Νικόλαος Κυπραίος καθώς και ο Θεόδωρος Φρ. Κυπραίος από τα χωριά του Κεφάλου.

–1832. Το 1832 ο Ελευθέριος Βατιμπέλας απέρχεται εις την Κωνσταντινούπολη και καθιστά ενταύθα [στην Πάρο] αντιπρόσωπον του τον κύριο Νικόλαο Π. Κυπραίον εις το να επιστάτη και να φροντίζει να καλλιεργώνται όλα τα υποστατικά, αμπέλια και χωράφια της συζύγου του Μαργαριταρακιού και θα συνάζει τους καρπούς αυτών…».

–1832. Δια του παρόντος μου υποφαίνομαι ο κάτωθεν και λέγω ότι η παρόν όπισθεν πούλησις λέγω ότι απέρασε στον υιόν μου και επληρώθηκσαν τα γρόσια παρ’ αυτού και μένει μετά τον θάνατόν μου εις την τελείαν πληρεξουσιότητα του υιού μου Αντωνάκη χωρίς να ημπορέση κανείς μετά την αποβίωσιν μου να τον ενοχλήση εις το παραμικρόν διά την όποσθεν αγορά που είναι στο όνομά μου και να έχει χρέος να κοιτάζη την ψυχήν μου, διό και υποφαίνομαι. 1832: Ιουνίου 19. Ελευθέριος Χαμάρτος με την ευτήν μου βεβαιώ. Σακελάριος Παροικιάς Κυπραίος μάρτυς. Πέτρος Δ. Καμπάνης μάρτυς.

–1832. Στις 3 Σεπτεμβρίου 1832 ο σακελάριος Παροικιάς Πολύκαρπος Κυπραίος υπογράφει ως μάρτυς πωλητήριο Παροικιάς.

–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο Σπύρος Κυπραίος.

–1834. Σακελάριος Κυπραίος μνημονεύεται σε έγγραφο Παροικιάς στις 7 Δεκεμβρίου 1834.

–1835. Γεννιέται ο πατέρας του Νικηφόρου, ο Γεώργιος Ιάκ. Κυπραίος. Απεβίωσε το 1892. Ήταν ένας από τους μορφωμένους και ευυπόληπτους πολίτες της Παροικιάς, όπου είχε σταδιαδρομήσει ως Γραμματέας Ειρηνοδικείων. Σϋζυγός του ήταν η Παρασκευή Νικ. Ραγκούση από τις Λεύκες (1844-1901). Με την Παρασκευή Ραγκούση θα κάνει πέντε παιδιά, τον Ιάκωβο, κτηματία και δικολάβο. Παρέμεινε άγαμος, πέθανε το 1928, τον Δημήτριο, τραπεζικό. Απέκτησε δυο παιδά, τον Γιώργο (?-1968), τραπεζικό, δημοσιογράφο, συγγραφέα και τη Θάλεια, πέθανε το 1911, την Ειρήνη (Εργινάκη) που παντεύτηκε τον Αλέξανδρο Κρίσπη – Δελλαγραμμάτη, πέθανε το 1939, τον Θεόδωρο (1885-1970) διαπρεπή συγγραφέα, δημοσιογράφο, δημοσιολόγο, φιλόλογο, θεατρικο συγγραφέα κ.α., παντρεύτηκε ξένη και απέκτησε δυο παιδιά, τον Βίκωρα και τον Πλάτωνα και το 5ο παιδί του Γεωργίου Ι. Κυπραίου ήταν ο Νικηφόρος (1877-1946), ο γνωστός ιστορικός του νησιού μας.

–1839. Εν Πάρω την 22α Ιουλίου 1839. Παρουσιασθέντες ενώπιον εμού του εκπληρούντος έργα συμβολαιογράφου, ειρηνοδίκου Πάρου Δημητρίου Δελαγραμμάτη και εντός του γραφείου μου, παρόντων και των υποφαινομένων μαρτύρων κυρίων Ζέπου Κυπραίου και Μάρκου Κυπραίου, δημόται και κάτοικοι του δήμου Πάρου, επάγγελμα κτηματίαι, γνωστοί μου και άσχετοι συγγενείας με εμλε και με τους συμβαλλομένους, παρουσιασθέντες, λέγω, οι κύριοι Γεώργιος Δ. Φραντζής και Σταμάτιος Μ. Καρυστινός, δημόται και κάτοικοι του Δήμου Μαρπήσσης της Πάρου, επάγγελμα γεωργοί, γνωστοί μου και άσχετοι συγγενείας με εμέ, οίτινες ωμολόγησαν ότι ο μεν πρώτος Γεώργιος Δ. Φραντζής οικειοθελώς και απαραβιάστως συμφωνεί και πωλεί προς τον δεύτερον Σταμάτην Μ. Καρυστινόν το εντός των ορίων του Δήμου Μαρπήσσης της Πάρου πατρικόν του χωράφιον του ιδίου αγοραστού, και το χωράφιον του μονυδρίου της Ξεχωριανής διά δραχμάς εκατόν ενενήντα, τας οποίας λαβώνο πωλητής Γεώργιος Δ. Φραντζής, ως ωμολόγησεν από τον αγοραστήν Σταμάτην Μ. Καρυστινόν εις μετρητάς σώας και ανελλιπείς άχρι και του λεπτού, ομολογεί ότι από την σήμερον και εις το εξής το περί ου ο λόγος χωράφιον λογίζεται τελεία ιδιοκτησία του νεου αγοραστή…

–1842. Προικοσύμφωνο Σπυρίδωνα Κοντοστάβλου και Μαρίνας Κατακουζηνού

Παροικιά, 26 Αυγούστου 1842

Τω χιλιοστώ οκτακοσιοστώ τεσσαρακοστώ δεύτερω έτει, την εικοστήν έκτην του μηνός Αυγούστου ημέραν Τετάρτη της εβδομάδος, επροσκλήθην ο υποφαινόμενος Δημήτριος Δελαγραμμάτης, Ειρηνοδίκης και κάτοικος Πάρου, εκπληρών έργα συμβολαιογράφου παρά του κυρίου Αναστασίου Κοντοστάβλου, ασθενούντος, διά να έλθω προς αντάμωσιν του διά να συντάξω το παρόν συμβόλαιον, αυθωρί δε κατά την ενδεκάτην ώραν πρό μεσημβρίας της αναφερομένης ημέρας ήλθον εις ταύτην την πόλιν της Παροικίας κειμένην οικίαν κατά την θέσιν Χάλαρα (Μεσοσπορίτισσα), οπου παρουσιασθέντες οι κύριοι Αναστάσιος Κοντόσταβλος και η σύζυγός αυτού Μαρούσα, Δημόται και κάτοικοι του δήμου Πάρου, κτηματίαι γνωστοί μου και άσχετοι συγγενείας με εμέ, ολιτινες ωμολόγησαν ενώπιον εμού, και των κάτωθεν υποφαινομένων μαρτύρων, ότι με το να ενυμφεύθη ο υιός των Σπυρίδων διά νόμιμον σύζυγον του την κυρίαν Μιρίναν θυγατέρα του Γεωργίου Κατακουζινού κατά τον Ιούλιον του χιλιοστού οκτακοσιοστού εικοστού ογδόου έτους, και επειδή δεν έκαμον εις αυτόν άχρι τούδε προικοσύμφωνον, ητήσαντο… εκ συμφώνου, οι ρηθέντες γονείς του την σύνταξιν του παρόντος προικοσυμφώνου, με το οποίον ομολογούν ότι δίδουν ευχαρίστως και με την ευχήν των προς τον υιόν των Σπυρίδωνα χάριν προικός τα ακόλουθα:

Μίαν εικόνα τιμωμένη Ο Άγιος Σπυρίδων, τον αλευροανεμόμυλον τους κείμενον κατά το βόρειον  παράλιον του λιμένος Παροικίας έξωθεν του Μεγάλου Χωραφιού της Δημοτικής Εκκλησίας Εκατονταπυλιανής μ’ όλα τα εις αυτόν έπιπλα και σκεύη, καθώς είναι και ευρίσκονται τμηματικώς διά δραχμάς τρείς χιλιάδας, την συνεχομένην μ’ αυτόν οικίαν και με τον ψωμόφουρνον και με διάφορα δένδρα, καθώς είναι και ευρίσκεται κείμενον εντός της πόλεως Παροικίας, κατά [το βόρειον παράλιον του λιμένος συνορευομένην με] οικίαν του Τζόρτζη Τζουάννη μ’ εκείνην του Ιωάννη Παπαδόπουλου, με το κηπάριον του Γεωργίου Βιτζαρά και μ’εκείνο του Νικολάου Ψαράκη και με το της  Ειρήνης  Α. Βιτζαρά εκτιμώμενον δια δραχμάς πεντακοσίας. Το πλοίο του Βρατζέρα με τα ημίσια αναλογούντα εις αυτόν έπιπλα και σκεύη, εκτιμώμενον δια δραχμάς διακοσίας, ένα αλώνι του αλευροανεμόμυλου, το οποίον το έχουν εκτός της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, κείμενης κατά βόρειον παράλιον του λιμένος Παροικίας, μίαν κουρούπα του λαδιού κορωνιά, ένα… σούνι σανιδένιο, ένα βαρέλι του κρασιού με σιδερένιο βεργιό, εκτιμηθέντα όλα τα κινητά είδη δια δραχμάς πεντήκοντα.

Όλα τα ρηθέντα κινητά και ακίνητα κτήματα θέλει τα κρατεί εις χείρας του ο αναφερόμενος πατήρ Αναστάσιος Κοντόσταβλος και να καρπούται αυτά εν όσω ούτος ζή, μετά τον θάνατόν του οποίου θέλει τα παραλάβει εις την δεσποτείαν και κυριότητά του ο ρηθείς υιός των Σπυρίδων Κοντόσταβλος, διά να τα κάνη ως θέλει και βούλεται, ως κτήματά του αναπόσπαστα, αναμφισβήτητα και παντοτεινά, παρεκτός του περιβολίου με τα εν αυτώ, το οποίον θέλει το καρπούται η μητήρ του Μαρούσα εν όσω αυτή ζή, μετά τον θάνατόν της οποίας θέλει το παραλάβει και τούτο ο ρηθείς υιός των Σπυρίδων πάντη ελευθέρον εις την εξουσίαν του με την υποχρέωσιν δε του υιού των Σπυρίδωνος, μετά τον θάνατόν του πατρός του, όπου τότε θέλει παραλάβει τον αλευροανεμόμυλον εις την εξουσίαν του, να δίδη κατ’ έτος προς την μητέρα του Μαρούσαν, είκοσι πινάκια αλεύρι κρίθιρον και πινάκια δέκα σιταρένιον, εν όσω αυτή ζή, μετά τον θάνατόν της οποίας θέλει μένει ο ρηθείς υιός των Σπυρίδων ελεύθερος της υποχρεώσεως της αλευρ……. [Και εις ένδειξιν υπεγράφη το] παρόν προικοσύμφωνον έγγραφον εν τη … αναγνωσθέν ευκρινώς και μεγαλοφώνως, εις επήκοον αυτών και των επί τούτων προσκληθέντων μαρτύρων μαρτυρούντων την θέλησιν των λέγω των κυρίων Μάρκου Φ. Κυπραίου, κτηματία και Δημητρίου Εμμ. Σκορδύλη, κτηματία, κατοίκων και δημοτών του Δήμου Πάρου, γνωστών μοι αμφοτέρων και ασχέτων συγγενείας με εμέ και με τους ρηθέντας, υπογράφεται ιδιοχείρως παρά των μαρτύρων μόνον και παρ’ εμού, παρά δε του Αναστασίου Κοντόσταυλουκαι της συζύγου του Μαρούσας δεν υπεγράφθη αγραμμάτων ομολογησάντων είναι.

Μάρκος Κυπραίος μαρτυρώ.

Δημήτριος Εμμ. Σορδύλης μαρτυρώ

Ο εκπληρών έργα συμβολαιογράφου Ειρηνοδίκης Πάρου Δ. Δελαγραμμάτης.

–1843. Γεννιέται το 1843 ο Γεώργιος Κυπραίος, σύζυγός του η Παρασκευή Ν. Ραγκούση. Τέκνα τους ο Ιάκωβος, ο Δημήτριος, η Εργίνα, ο Θοδωρής και ο Νικηφόρος.

–1846. Ενώπιον του Ειρηνοδίκη Παροικιάς Δ. Δελαγραμμάτη που εκτελεί χρέη συμβολαιογράφου και των Παρκιωτών μαρτύρων Θεοδ. Φρ. Κυπραίου, εμποροκτηματίου και Κ.Π. Γαβαθιώτου κουρέα, ο Γεώργιος Ιωάν. Τζιώτης, βαρεολοποιός, κάτοικος Μαρπήσσης, πωλεί στον Σταμάτη Μιχ. Καρυστινό, αγρότη, κάτοικο επίσης Μαρπήσσης, ένα χωράχι στην τοποθεσία «Εις του Λαού» εκτάσεως μιάς ζευγαριάς, για 325 δρχ. Το χωράφι συνορεύει με τα κτήματα του Σταύρου Παπαδόπουλου και του Ιωάννου Πούλιου. Παροικιά στις 29 Νοεμβρίου 1846.

–1846. Αγορά ανεμομύλου «Τζηπίδος 1846. Δεκεμβρίου 29» «Ενώπιον του ειρηνοδίκου Πάρου, που εξεπλήρωνε χρέη συμβολαιογράγου, Δημητρίου Δελαγραμμάτη, ευρισκόμενος στο σπίτι του Γεωργίου Δελαγραμμάτη, που ήταν στην οδό Αγίου Ευσταθίου, όπου και η φερώμενη εκκλησία, και ο οποίος συνέταξε το έγγραφο, και των μαρτύρων Ιακώβου Ν. Κυπραίου και Νικήτα Ν. Σηφάκη, κτηματιών, κατοίκων και δημοτών του Δήμου Μαρπήσσης, η Καλλίτσα Σταύρου Τζανδουλή [Τσαντουλή] πωλεί στον βαρελοποιό (βαρελά) Γεώργιο Ιωάν. Τζιώτη τον «ήμισυ αλευροανεμόμυλον, με τα αναλογούντα σε αυτόν έπιπλα και σκεύη, που βρίσκεται στους Απάνω Μύλους, θέση στα δυτικά του χωριού, όπου το υψηλότερο σημείο, αντί 525 δραχμών.

Στο πωλητήριο μνημονεύεται ως όμορος του ανωτέρω μύλου και ο μύλος της Αικατερίνας Μιχ. Κανδιώτου. Αργότερα οι δύο μύλοι, που βρίσκονταν στο μέρος όπου το παλαιό Δημοτικό Σχολείο και η δεξαμενή, περιήλθαν στις ιδιοκτησίες του Αναπλιώτη (Γ. Ναυπλιώτη) και του Ντεμένεου (ανήκαν εξ ημισείας στους Εμμ. Άγουρο και Φραγκίσκου Μελανίτη). ΠΗΓΗ: Παριανά 1982,10.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 47χρονος κτηματίας Θεόδωρος Η. Κυπραίος, ο 47χρονος μεταπράτης Θεόδωρος Φ. Κυπραίος και ο 49χρονος καφεπώλης Μάρκος Κυπραίος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 43χρονος κτηματίας Ιάκωβος Κυπραίος και ο 60χρονος εργάτης Κυπραίος Γεώργιος.

–1849. Σε πωλητήριο μάρτυρας της παρούσας πράξεως είναι ο Θεόδωρος Φρ. Κυπραίος 22 Νοεμβρίου 1849.*  

–1875. Το επώνυμο έφερε ο ιστορικός, λαογράφος και ανταποκριτής εφημερίδων στην Πάρου Νικηφόρος Γ. Κυπραίος (1875-1946) ο οποίος υπήρξε πρόεδρος της Κοινότητας Παροικιάς. Το 1901 γεννιέται στην Πάρο η Παρασκευή Κυπραίου, το πρώτο παιδί του Νικηφόρου Κυπραίου από τον πρώτο του γάμο με την Σαντορινιά Ζαφειρώ Μιχ. Πετίνη (1878-1928). Και σε δεύτερο γάμο την Αθανασία Ν. Σοβατζή, από τη Σύμη(1904-1981) με την οποία απέκτησε τρια παιδιά: α) τον Γιώργο (σύζυγός του η Μαρία Μαύρη από την Παροικιά), (παιδιά τους: ο Νικηφόρος, ο Γιάννης και ο Αθανάσιος), την Ζαφειρίνη (σύζυγός της ο Κώστας Χονδρογιάννης, φαρμακοποιός στη Λαμία, κόρη τους η Αθανασία) και τη Δημοκρατία η οποία πέθανε μικρή το 1935.

–1888. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 25 ετών υπάλληλος Ιάκωβος Γ. Κυπραίος άγαμος. Έδωσε όρκο στις 29 Αυγούστου 1888.

–1896. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 32 ετών υπάλληλος Ιάκωβος Γεωρ. Κυπραίος άγαμος και ο αδερφός του Δημήτριος Γεωρ. Κυπραίος 24 ετών υπάλληλος, άγαμος. Έδωσαν όρκο στις 26 Ιανουαρίου 1896.

–1896. Ο Σπύρος Θεοδ. Κυπραίος μετά τις Πανεπιστημιακές του σπουδές μετέβη στην Τουρκία, ένθα διαδοχικώς στην Κερασσούντα, Τραπεζούντα, Σαμψούντα, Κωνσταντινούπολη και Χάλκη διδάσκοντας τα Ελληνικά γράμματα. Πέθανε στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης από καρδιακό νόσημα τον Φεβρουάριο του 1896. Κηδεύτηκε πανδήμως και μεγαλοπρεπώς υπό της εν Χάλκη θεολογική Σχολή, εν η τελευταίως ετύγχανε καθηγητής και Υποδιευθυντής. Ήταν γιος του κτηματία Θεοδ. Φρ. Κυπραίου.

–1899. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 24 ετών έμπορος Ιωάννης Παν. Κυπραίος άγαμος, ο αδερφός του Ιάκωβος Π. Κυπραίος 27 ετών καθηγητής άγαμος και ο ξάδερφός τους Νικηφόρος Γεωρ. Κυπραίος 24 ετών υπάλληλος άγαμος. Έδωσαν όρκο στις 24 Ιανουαρίου 1899.

–1901. Γεννιέται στην Πάρο το 1901 η Παρασκευή Κυπραίου, το πρώτο παιδί του Νικηφόρου Κυπραίου από τον πρώτο του γάμο με την Σαντορινιά Ζαφειρώ Μιχ. Πετίνη (1878-1928). Η Παρασκευή έζησε και μάλιστα έφτασε τον αιώνα. Απεβίωσε το 2000. Νεκρολόγημά στα ΠΑΡΙΑΝΑ 77. Απεβίωσε η Παρασκευή Παναρέτου το γένος Νικηφ. Κυπραίου. Η Παρασκευή Νικ. Κυπραίου παντρεύτηκε τον Αθανάσιο Πανάρετο και παιδιά τους ήταν η Έφη Φλέσσα και η Μιράντα Σταμ. Καμπάνη.

–1901. (εφ. Αιγαίον, 22 Ιουλίου 1901). Αναφέρεται ο γνωστός εις τους χρηματιστηριακούς κύκλους κ. Ιάκωβος Γ. Κυπραίος.

–1901. Η Παρασκευή Γ. Κυπραίου που απεβίωσε το 1901 σε ηλικία 57 ετών, είχε 22 τέκνα!

–1903. Η εφημερίδα «ΑΙΓΑΙΟΝ» γράφει στις 5 Ιουλίου 1903.: «Υπό επιτυχίας αρίστης ετέφθησαν αι εξετάσεις του Ελλην. Σχολείου μας δικαιώσασαι την περί του Στολάρχου μας κ. Ιακ. Κυπραίου και των συναδέλφων αυτού κ.κ Ανδρομανάκου και Πατέλη κρατούσαν αρίστην φήμην ως διδασκάλων λαμπρών και του καθήκοντος. Επιφυλασσόμεθα δε εκτενέστερον να πραγματευθώμεν περί αυτών και των του Δημοτ. Σχολείου μας. Τοις αριστεύσασι μαθηταίς του Ελληνικού Σχολείου Στυλ. Μαλαγαρδή, Εμμ. Φωκιανό, Δ. Πατέλη, Δ. Τριαντάφυλλο, Ραγκούση, Αγγελάκη και Κυριαζάνο από καρδιάς συγχαίρομεν.

–1903. Στα 1903 έχουμε τις εκλογές για την ανάδειξη Δημάρχων, Δημαρχικών παρέδρων και Δημοτικών Συμβούλων.

Για την υποψηφιότητα ως Δημαρχιακού Παρέδρου στην Παροικιά, η εφημερίδα «Αιγαίον» γράφει στις 30 Αυγούστου 1903:  Δημαρχικοί άρεδροι εξελέγησαν στην Παροικιά ο Νικηφόρος Κυπραίος, ο Αλέξανδρος Μαυρογένης και ο Ανδρέας Γ. Παπακωνσταντίνου και Δημοτικοί Σύμβουλοι του Δήμου Πάρου (Παροικιάς) οι: Κων. Ν. Κονδύλης, Στυλ. Ξ. Καμπάνης, Δ. Μαύρος, Δ. Αργυρόπουλος, Ανδρ. Ψαράκης, Ανδρ. Βαρούχας, Νικ. Βάλληνδρας, Ιωάν. Δ. Βιάζης.

–1904. Συνεστήθη επιτροπή υπό την προεδρία του Δημάρχου Πάρου κ. Πέτρου Μπάου προς επισκευήν –δημοτική δαπάνη- του μνημείου των κατά το έτος 1833 πνιγέντων Γάλλων ναυτών του πολεμικού πλοίου Superb, αποτελούμενη εκ των κ.κ. Π. Δημητρακόπουλου, Κ.Ν. Κονδύλη, Σταμ. Ζ. Καμπάνη, Όθ. Παπαβασιλείου και Νικηφ. Γ. Κυπραίου. («Αιγαίον» 10 Απριλίου 1904).

–1904. Έρανος για τον Εθνικό Στόλο: «Εκ Πάρου: 23 Οκτωβρίου 1904 : Υπό των εκκλησιαστικών Συμβούλων του ενοριακού ναού της Ζωοδ. Πηγής κ.κ. Νικηφόρου Γ. Κυπραίου, Σταματέλου Μαύρη και Ανδρέα Ν. Χατζηανδρέου, πατριωτικώς και φιλοτίμως φερομένων, κατεσκευάσθη κατάλληλονκυτίον το οποίον από του παρελθόντος Μαΐου εξετέθη υπέρ του Εθνικού Στόλου. Εΐθε το αξιομίμητον παράδειγμα των ειρημένων επιτρόπων να μιμηθώσι οι των λοιπών ναών Επίτροποι.

–1904. 1 Δεκεμβρίου 1904. Τον υπό του κ. Ιακώβου Γ. Κυπραίου καταρτισθέντα σηροτροφικόν σταθμόν [μεταξοσκωληκοτροφείο] μετ’ ευγνωμοσύνης οι Πάριοι προσατενίζουν.

–1907. Ασύστολοι και αναιδείς νυκτοκλέπται υπό τα όμματα των Αρχών κατακλέπτουν καθ’ εκάστην σχεδόν εσπέραν όρνιθας, ινδιάνους και χήνας.

Ούτω κατά τας τελευταίας αυτάς ημέρας εκλάπησαν τα ακόλουθα: 1) του κ. Νικολάου Ιω. Καμπάνη 2 όρνιθες, 2) του εμπόρου Κωνσταντίνου Μ. Αιγινήτου 1 ινδιάνος, 3)του εμπόρου Νικολάου Π. Πάσου 1 ινδιάνος, 4) του ιατρού κ. Σπύρου Λορεντζιάδου 2 όρνιθες, 5) του πτωχού οικογενειάρχου Βαζιανού μάστορη 1 όρνις, 6) του κ. Ιάκωβου Γ. Κυπραίου μία χήνα και 7) του εμπόρου κ. Ιωάννη Μ. Δαμία 2 ινδιάνοι. Είνε αληθές ότι ο προϊστάμενος της ενταύθα αστυνομίας ενωματάρχης κ. Ταταράκης, ως και άλλοτε εγράψαμεν επέδειξεν και εις την παρούσαν περίστασιν ζήλον και δραστηριότητα αλλ’ άνευ δυστυχώς αποτελέσματος η αντικατάστασις όμως μερικών αστυνομικών οργάνων κρίνεται απολύτως αναγκαιοτάτη, χάριν παγιώσεως της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας, κατόπιν μάλιστα των θρασυτάτων αυτών νυκτοκλεπτών, και χάριν του ηθικού της αστυνομίας (φ.242 «Αιγαίον» 13 Ιανουαρίου 1907).

–1908. Το 1908 γεννιέται ο Κυπραίος Αργύριος του Δημητρίου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1908. Γεννιέται στην Ερμούπολη της Σύρου το 1908 ο ποιητής Γεώργιος Δ. Κυπραίος, το 1930, τυπώνει το πρώτο βιβλίο του: «Απ’ τη ζωή για τη ζωή». Πατέρας του ο Δημήτριος Γ. Κυπραίος, αδερφός του ιστορικού και λαογράφου της ΠάρουΝικηφόρου Γ. Κυπραίου. Είχε διακριθεί ως δημοσιογράφος (διευθυντής εφημερίδων στη Σύρο), συγγραφέας και ποιητής, χρησιμοποιούσε τα ψευδώνυμα Μεφίστο και Ρωκ. Απεβίωσε στην Αθήνα το 1968.

–1910 Ο Θεόδωρος Γ. Κυπραίος, πήγε γυμνάσιο στην Σύρο και στη συνέχεια μετέβη στο Παρίσι, εκεί αρχίζει να εκδίδει το εκπαιδευτικό περιοδικό “Μερόην” Rue du Roi de Sicile 40. Σε διάφορες πόλης της Ευρώπης έκανε επιστημονικές διαλέξεις περί του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.

–1910; Ιωάννης Π. Κυπραίος, έμπορος στην Αντίπαρο.

–1911 Νικόλαος Π, Κυπραίος, ιατρός στην Αντίπαρο.

–1919. Στο μνημείο πεσόντων στο Δημοτικό Σχολείο Αντιπάρου αναγράφεται ο πεσόντας κατά την περίοδο 1919-22, Ανασ. Π. Κυπραίος.

–1920. Το 1920 γεννιέται ο Κυπραίος Γεώργιος του Δημητρίου εργατικός κάτοικος Παροικιάς.

–1922. Στα Δημοτολόγια Ναούσης: Κυπραίος Δημήτριος του Αργυρίου, ετών 77, καπνοπαραγωγός, από τον Γέροντα. Γεννημένος το 1878. Η σύζυγός του Διαμάντω, 58 ετών, γεννημένη στον Γέροντα το 1887. Τέκνα τους ο Αργύριος, ετών 36, καπνοπαραγωγός, γεννημένος στον Γέροντα το 1909, ο 22χρονος Αντώνιος, εργάτης, γεννημένος στη Νάουσα. Ο 20χρονος γεννημένος στη Νάουσα  Ιωάννης, πλανόδιος, ο Εμμανουήλ, 18 ετών εργάτης γεννημένος στη Νάουσα  και ο 10χρονος Κυπραίος Νικόλαος, μαθητής γεννημένος στη Νάουσα.

–1922. Τα προσφυγικά στην Παροικιά

Προτού να γίνει το Κέντρο Υγείας και προτού ανοιχτεί ο δρόμος προς Νάουσα το 1937, υπήρχε μια μεγάλη χωράφα από το σημερινό Κ.Υ. και  έφτανε μέχρι το ποτάμι στην διασταύρωση του περιφερειακού όπου είχε τότε μέσα του ρωμαϊκούς τάφους που έχουμε τώρα στο μουσείο μπροστά.

Το 1926 ο Δελαγραμμάτη Ναυπλιώτης ο οποίος ήταν ενεργό στοιχείο της Παροικίας περνούσε κάποτε με το μπαστούνι του κάτω από την κοινότητα, η κοινότητα τότε ήταν απέναντι από το σπίτι του Βάλληνδρα, πίσω από το ΚΑΠΗ, και ήταν μαζεμένοι οι πρόσφυγες. Οι Παριανοί δεν τους είχαν δει με καλό μάτι, ήταν λοιπόν μαζεμένοι εκεί, σταμάτησε ο αείμνηστος Ναυπλιώτης και τους λέει, «τι κάνετε ρε παιδιά εδώ?» και του λένε «Κύριε Ντελαγραμμάτη, είμαστε εδώ μια βδομάδα και ο πρόεδρος μαζί με τα μέλη σκέπτονται να δούνε που να κάνουνε τον προσφυγικό συνοικισμό, στα Κακάπετρα ή στα Λιβάδια» τότε ο Ναυπλιώτης πήρε τρείς από τους πρόσφυγες, ένας εξ αυτών ο Κουτσουράκης ο οποίος αναφέρει το γεγονός, μπαίνουν στην κοινότητα όπου πρόεδρος της κοινότητας τότε ήταν ο καπετάνιος Μιχάλης Ζησιμόπουλος και ρωτάει τον Ναυπλιώτη… «Καλώς τον Ντελαγραμμάτη, ποιος καλός καιρός σε έφερε κατά δω?» και του απαντάει ο Ναυπλιώτης «Δεν με έφερε καπτάν Μιχάλη κανένας καλός καιρός, με έφερε η αγανάκτηση να βλέπω τους πρόσφυγες τα αδέρφια μας, τους κατατρεγμένους από τη Μικρά Ασία να περιμένουν από κάτω πότε θα αποφασίσετε εσείς που θα κτιστεί ο προσφυγικός συνοικισμός». Εσύ που μας λες Ντελαγραμμάτη? στα Κακάπετρα ή στα Λιβάδια?, ρώτησε ο καπτάν Μιχάλης. Ούτε στο ένα ούτε στο άλλο, να τους βάλετε στην χωράφα της Εκατονταπυλιανής να τους έχω και γείτονες, του απάντησε ο Ναυπλιώτης.

Ο Δελλαγραμμάτης Ναυπλιώτης φιλάνθρωπος και ελεήμων και παρότι είχε μεγάλη οικογένεια πάντα προσπαθούσε να βοηθήσει τους πρόσφυγες. Όταν πέθανε το 1939 σε ηλικία 49 ετών οι πρόσφυγες ήρθαν πρώτοι για να σταθούν δίπλα στην χήρα Ναυπλιώτενα.

Τα σπίτια ήταν δίδυμα. Αν ήταν από τρία άτομα και πάνω παίρνανε ένα σπίτι που είχε χολ, κουζίνα και σάλα.

Τα τρία πρώτα ήταν για πολυμελή οικογένεια και υπόλοιπα τρία για μονομελη οικογένεια, μονόχωρο με το τζάκι κάτω στο δάπεδο και όχι όπως τα παριανά που ήταν στον τοίχο και εκεί μαγείρευαν. Και, 7ο και 8ο πολυμελές. Σύνολο 16 οικογένειες.

Οι οικογένειες ήταν: στο 1ο σπίτι ο Χατζής (γιατί είχε πάει στα Ιεροσόλυμα) Πανάς Βεργούλης (το όνομα) σύζυγος Δέσποινα. Στο 2ο σπίτι διέμενε ο Κωνσταντίνος Κλαδάκης, σύζυγος Ελένη. Το 3ο σπίτι ήταν η οικογένεια του Απόστολου Λαγού, σύζυγος Κλεονίκη. Η μία κόρη του η Μαριώ παντρεύτηκε κι έμεινε στη Νάουσα. Το 4ο σπίτι του Ιωάννη Λαγού σύζυγος Δέσποινα, το επόμενο ήταν του Καπλάνη γνωστό ως σπίτι της Καπλάνενας και δίπλα του ο Κωνσταντίνος Καραντζάς. Στο επόμενο ο Ναουσαίος Βαγγέλης Αιγινήτης, σύζυγός του η Μικρασιάτισσα Ευθυμία, το από δίπλα ήτανε του Δημητρίου Κυπραίου σύζυγος Διαμαντώ Βαζουράκη* και οι δύο Μικρασιάτες, απέναντι διέμεναν ο Γιαννακός Επιτροπάκης σύζυγος  Ουρανία και πίσω ήταν το σπίτι του Νικόλαου Κουτσουράκη σύζυγος Ρηνιώ. Πάρα δίπλα ήταν ένα άλλο το οποίο ήταν του Στυλιανού Κρητικού σύζυγος Δέσποινα και δίπλα τους ένα σπίτι χωρισμένο στα δύο από δυο αδέρφια. Στο πρώτο διέμενε ο Φώτης Βαζουράκης* με την σύζυγό του Φώτω το γένος Ι. Κουτσομήτρου και στο δίπλα ο Στέλιος ο Βαζουράκης με την σύζυγό του Ελένη το γένος Νικ. Κατζαμπά. Στα πιο κάτω σπίτια ήταν οι οικογένειες του Μανώλη Χαραλάμπους σύζυγος Δέσποινα Βαζουράκη και στο άλλο ήτανε ο Σεραφείμ Ταλόγλου σύζυγος Βασιλεία το γένος Μουτάφη η οποία έχει μείνει στην ιστορία για την φράση της «φύγαμε και αφήσαμε την λάμπα αναμμένη…». Από κάτω ήταν τα σπίτια της χήρας Βασιλικώς Καλαϊντζή και δίπλα από πίσω ήταν η χήρα Τριανταφυλλιώ η οποία έκανε και μάγια. Πέθανε στο κρεβάτι σκουληκιασμένη. Και τέλος, άλλα δύο μονόχωρα σπίτια, στο ένα έμενε ο Δημητρώς Καλαϊντζής με την σύζυγό μου Αγγελικώ και στο από πίσω ο Κωνσταντίνος Κουτσουράκης  σύζυγος Μακρίνα.

Όλοι σκεπαστήκανε εκεί κι έτσι έμεινε γνωστό σήμερα ως ο προσφυγικός συνοικισμός.

Πολλοί από τους παραπάνω πήγαν πρώτα στη Νάουσα και στην συνέχεια έμειναν στον συνοικισμό.

Ήταν από όλη την Μικρά Ασία. Η Δέσποινα Ιωάννου Λαγού ήταν από την Έφεσο όπως και η Φώτω Βαζουράκη. Από το Μπουντρούμ, την αρχαία Αλικαρνασσό ήταν τα αδέρφια Λαγού.

*Το πραγματικό επώνυμο των Βαζουράκη ήταν Μπαζιουρούκη. Η οικογένεια άλλαξε το επώνυμό της στην Πάρο για απλούστευση, δεδομένου ότι οι Παριανοί το μπέρδευαν και το πρόφεραν λάθος.

–1925. Το 1925 γεννιέται ο Κυπραίος Ιωάννης του Δημητρίου κάτοικος της Κοιν. Παροικιάς.

–1927. Το 1927 γεννιέται ο Κυπραίος Εμμανουήλ του Δημητρίου παντοπώλης κάτοικος Παροικιάς.

–1928. Εντός του παρεκλησιού Άγιος Ονούφριος στο Κάστρο Παροικιάς υπάρχει εντοιχισμένη μικρή επιτύμβια μαρμάρινη πλάκα, που εχει την επιγραφή: Ζαφειρώ Ν. Κυπραίου απεβίωσεν 6-11-1928.

Το ιδιοτικό αυτό ξωκλήσι ανήκει στους κληρονόμους της Παρασκευούλας Παναρέτου, το γένος Νικηφόρου Κυπραίου.

–1930. Το 1930 γεννιέται ο Γεώργιος Κυπραίος του Νικηφόρου και της Αθανασίας. Σύζυγός του η Μαρία Μαύρη και τέκνα τους ο Νικηφόρος, ο Γιάννης και ο Θανάσης.


–Κυπριανός: Πατρωνυμικό και πιθανότατα πατριδωνυμικό επώνυμο, συνδεόμενο είτε με το βαπτιστικό όνομα Κυπριανός είτε με καταγωγή από την Κύπρο. Στην Πάρο απαντά ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα στην Παροικιά, όπου η οικογένεια φαίνεται να ανήκε στις παλαιότερες και οικονομικά ισχυρότερες οικογένειες του τόπου. Μέλη της συμμετείχαν ενεργά στη διοίκηση της κοινότητας, ενώ ο Γεώργιος Κυπριανός εμφανίζεται επανειλημμένα ως δημογέρων και πρόκριτος. Το 1820–1821 αναφέρονται σημαντικές οικονομικές ομολογίες στο όνομα του Γεωργίου Κυπριανού, γεγονός που μαρτυρεί την οικονομική του επιφάνεια.

Η οικογένεια συνδέεται και με την πνευματική ζωή της Πάρου. Ο Ιωσήφ (Ζέπος) Κυπριανός, έμπορος που είχε δραστηριοποιηθεί στην Κωνσταντινούπολη, υπήρξε δημογέρων της Παροικιάς, ενώ ο γιος του Αριστείδης Ιωσήφ Κυπριανός, από τη μητέρα του Μαρία Καμπάνη, εξελίχθηκε σε σημαντικό λόγιο του 19ου αιώνα. Γεννημένος στην Παροικιά το 1830, διακρίθηκε στα γράμματα, σπούδασε στη Γερμανία με κυβερνητική υποτροφία και υπηρέτησε ως γυμνασιάρχης στην Αθήνα και αργότερα ως καθηγητής του Εθνικού Πανεπιστημίου. Ο πρόωρος θάνατός του το 1878, σε ηλικία μόλις 38–40 ετών, θεωρήθηκε μεγάλη απώλεια για τα ελληνικά γράμματα.

Η παρουσία του επωνύμου συνεχίζεται στην Πάρο καθ’ όλον τον 19ο αιώνα, με τους Κυπριανούς να καταγράφονται ως κτηματίες, πρόκριτοι και ενεργά μέλη της παριανής κοινωνίας.

–1815. Σε έγγραφο Παροικιάς του 1815 υπογράφουν ως δημογέροντες οι: Ελευθέριος Χαμάρτος, Μάρκος Μάτζας Μαυρογένης, Ιωάννης Κρίσπης, Δημήτριος Δελαγραμμάτης και ο Γ. Κυπριανός.

–1820. Λογαριασμός των Απεσταλμένων της Κωνσταντινούπολης το 1821 έτος, υπόμεν το μέρος της κοινοτήτος Πάρου ο Μιχαήλ Τσιγώνιας, από δε το μέρος του ποτέ Πέτρου Μάτσα Μαυρογένους, ενοικιάζου των Σουλτανικών προσόδων και πολιτικών δικαιωμάτων της Νήσου μας, ως το συμφωνητικόν, αυτού του Ενοικιου του και Κοινότητος Γεγραμμένον τη 3: Δεκεμβρίου 1820 και καταχωρημένον εις τον Κώδηκα της κοινότητος, τον Ιωάννη Κορτιάνον, οίτινες απεσταλμένοι Τσιγώνιας και Κορτιάνος εξάλθησαν εξή να αγοράσουν αυτάς τας προσόδους, ετεί λογαριασμόν του ρηθατος; Ενοικιαζου.

Ομολογία Ζεπάκη Κυπριανού Κεφάλαιον γρ. 1500. Και Γεωργίου Κυρπιανού γρ. 2568.

–1821. Καταγραφή των κοινών χρεών της Νήσου Πάρου εγείνον εις Κωνσταντινούπολιν εις εκφόρους αποστολάς κατά το τελευτάτον _ καταχωρημένον εις τον κοινόν Κώδημα καθού είς του τελευταίου χρόνου απεσταλμένων. Μ. Τσιγώνια, και Ιω. Κορτιάνου λογαριασμούς, τα οποία μένουν ενεξόφλητα τα κεφάλαια ομολογιών οι δε τόκοι αυτών είναι πληρωμένοι μέχρι του χιλιοστού οκτακοσιοστού έτους.

Ομολογίες δύο Γεωργίου Κυπριανού γρ. 12150.

–1821. Σιόρ Συμεών Δελαγραμμάτης *2 (Δημογέρων) Επιστάτης Αγώνος 1821 ¬ Μαρίνα Κυπριανού (Γένος Χαμάρτου) ¬ Τζώρτζης Δελαγραμμάτης *5 (Συμβολαιογράφος) Δήμαρχος Υρίας και Μάρπισσας ¬ Ανδριανή Παπαδοπούλου (Ανιψιά Κύριλλου Παπαδόπουλου) ¬ Βασιλική Δελαγραμάτη ¬ Γεώργιος Κων/νου Ναυπλιώτης (Νομικός κτηματίας, Δήμαρχος Μάρπησσας) ¬ Δελαγραμμάτης Γ. Ναυπλιώτης (Βιομήχανος) ¬ Αργυρώ Κων. Αιγινήτη ¬ Κων/νος Δελαγρ. Ναυπλιώτης (Επιχ/τίας) ¬ Πολυξένη Ε. Τσακίρη ¬ Δελαγραμμάτης Κων/νος Ναυπλιώτης (Επιχ/τίας) ¬ Φλωρίτσα Ιακ. Καπούτσου. 

–1822. Σε έγγραφο των Παριανών στους Υδραίους στις 13 Απριλίου 1822 αναφέρεται ο Γεώργιος Κυπριανός από την Παροικιά.

–1823. Φιλόλογος, Αριστείδης Ζέπου Κυπριανός. Γυμνασιάρχης του Β’ Γυμνασίου Αθηνών 1823.

–1825. Σε αποδεικτικό έγγραφο στις 30 Δεκεμβρίου 1825 αναφέρεται ο Γεώργιος Κυπριανός.

–1826. Ο Γεώργιος Κυπριανός υπογράφει νοταριακό έγγραφο Παροικιάς στις 21 Απριλίου 1826.

–1826. Υπογράφων ως έφορος στις 29 Δεκεμβρίου 1826 ο Γεώργιος Κυπριανός στην Παροικιά.

–1827. Απόφαση των προκρίτων της Παροικιάς για την ενοικίαση του μετοχίου Ευαγγελίστριας για να στεγάσει την «Κοινη Σχολή» τους «Εν Παροικία της Πάρου τη 26 Φεβρουαρίου 1827. Οι πατριώτες και προκριτοδημογέροντες της Χώρας Παροικίας. Ελευθέριος Χαμάρτος, Μ. Μάτσας Μαυρογένης, Γεώργιος Βιτζαράς, Ιωάννης Κρίσπης, Τζώρτζης Χαμάρτος, Μιχαήλ Κρίσπης, Λεονάρδος Κονδύλλης, Γεώργιος Κυπριανός και Ζέπος Κυπριανός.

–1827. Σε έγγραφο της 15 Απριλίου 1827 της Παροικιάς Πάρου μαρτυρείται ο Γεώργιος Κυπριανός.

–1827. Στις 24 Νοεμβρίου 1827. Δημογέροντας της Παροικιάς Γεώργιος Κυπριανό.

–1828. Παρουσιασθέντες εις την δημόσιον ταύτην νοταρίαν οι υπογεγραμμένοι ο τε ευγενέστατος κύριος Ελευθέριος Χαμάρτος και η Αγγετέτα πρώτη σύζυγος του αποθανόντος Ιωάννη Πέτρου Μπαρμπαρή ως επίτροπος των παιδίων της, παρέστησεν έμπροσθεν των υπογεγραμμένων μαρτύρων, ότι συμφωνήσαντες εν τω μεταξύ οικειοθελώς και με γνώμην απαραβίαστον κάμνουσι την παρούσαν ανταλλαγήν ως ακολούθως:

Αον: Η κυρία Αγγελέτα δίδει αναποσπάστως προς τον κύριον Χαμάρτο την τοποθεσίαν όλην του Αλωνιού τοιχογυρισμένην οπού είχεν ηγοράσμένην προ χρόνων ο άνδρας της Γιάννης παρά του κ. Αλεξανδράκη Δημ. Καμπάνη εις τοποθεσίαν Σαρακήνικον έως εις τα Παλιά Θεμέλια με το αλώνι, κατοικιές, φούρνον, προστιγάδια και οσπιτάκια καθώς ευρίσκονται εις την αυτήν τοποθεσίαν την σήμερον πλησίον ο ίδιος Χαμάρτος εκ πλαγίου και άνωθεν.

Βον: Ο κύριος Χαμάρτος δίδει προς αυτήν ανταλλακτικών εν χωράφι, έχει ηγορασμένον παρά του ποτέ Ιωάννου Οικοκυράς εις τοποθεσίαν Βουνόν, πλησίον η ιδία Αγγελέτα και ο ίδιος Χαμάρτος, η μέν ανωθεν, ο δεν κάτωθεν.

Ομοίως δίδει προς αυτήν εις χείρας και μετρητά γρόσια πενήντα, ν(ούμερο) 50: θέλοντες αμφότεροι να μένη η ανταλλαγή αυτή αδιάσπαστος και στερεά διά παντός. Όθεν από την σήμερον οι μέν κατοικιές φούρνος, ασπίτια, προστιγάδια και όλη η τοποθεσία με το αλώνι έως τα Παλιά Θεμέλια, μένουσιν εις την δεσποτείαν και κυριότητα αναπόσπαστον του κυρίου Ελευθερίου Χαμάρτου να τα κάμη ως βούλεται αυτός και οι κληρονόμοι του ανενόχλητα και ελεύθερο πάσης καταζητήσεως ή δικαιώματος άλλου τινός, το δε χωράφιον παραμοίως ομού και τα πενήντα γρόσια εις εξουσίαν και κυριότητα της Αγγελέτας να τα μεταχειρισθή όπως αυτή βούλεται. Εις ένδειξιν δε της οικειοθελούς ταύτης συμφωνητικής των ανταλλαγής εγένοντο δύο παρόμοια νοταριακά αποδεικτικά γράμματα επιβεβειωμένα παρά των μερών αμφότερων, επικυρωμένα δε και τη υπογραφή των κυρίων δημογερόντων και άλλων αξιοπίστων μαρτύρων των οποίων αντίγραφον κατεχωρήθη εις τον Κώδικα της Νοταρίας υπ’αριθ. 517 και έλαβε το κάθε μέρος έν εξ αυτών δι’ ασφάλειαν.

Εν Παροικία της Πάρου τη 30 Ιουλίου 1828.

Βικέντιος Μαυρομμάτης υπογράφω εις όνομα της άνωθεν Αγγελέτας ότι βεβαιοί το παρόν και ούτος κ’άγω μαρτυρώ.

Λεονάρδος Κονδύλλης δημογέρων μάρτυς.

Ιωάννης Κρίσπης και δημογέρων επιβεβαιώ

Ελευθέριος Χαμάρτος βεβαιώ

Εφραιμ ιερεύς … μάρτυς

Γεώργιος Κυπριανός μάρτυς

Ο δημόσιος νοτάριος της πόλεως ΝΟΤΑΡΙΑΣ ΠΑΡΟΙΚΙΑΣ ΠΑΡΟΥ Δημήτριος Χαμάρτος υποβεβαιώ.

–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της πόλεως Παροικιάς

Κυπριανός Ιωάννης ετών 8.

–1830. Εν Παροικία 18 Φεβρ. 1830. Οι πρόκριτοι της Πάρου Παρευρεθείς λέγω τα αυτά ως και οι πρόκριτοι περί τε της χρηστοήθειας και φιλομαθείας του νέου Γεωργίου Κυπριανού.

–1830. Το 1830 γεννήθηκε στην Παροικιά στην συνοικία του Κάστρου ο Αριστείδης Κυπριανός ο πατέρας του ήταν ο έμπορος για αρκετά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, Ιωσήφ Κυπριανός, επιλεγόμενος Ζεπάκης το 1821 αναχώρησε, απωλέσα την περιουσία του.

Μητέρα του η Μαρία, το γένος Καμπάνη.

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Γεώργιος Κυπριανός από τα χωριά του Κεφάλου.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 51χρονος κτηματίας Γεώργιος Κυπριανός και ο 63χρονος κτηματίας Ιωσήφ Κυπριανός.

–1851. Ο Ζέπος (Ιωσήφ) Κυπριανός απεβίωσε το 1851, είχε διατελέσει δημογέροντας της Παροικιάς το 1831.

–1873. Σε έγγραφα που αφορούν δοσοληψίες στις 26 Ιανουαρίου 1873 αναφέρεται ο μάρτυς Νικόλαος Φ. Καμπάνης πρώην ειρηνοδίκης, ο υποδηματοποιός Εμμανουήλ Ρίτζος και η δημοδιδάσκαλος Μαρουσώ Περαντινού. Ο Γεώργιος Μουρλάς και ο Γεώργιος Σκούφος με κτήματα στην Πούντα (Αντιπάρου), ο Σπυρίδων Μαύρος, Θεόδωρος Καμπάνης και Γεώργιος Γράβαρης με κτήματα στην περιοχή Βολάδα ή Κάτω Κήπος. Ο Μιχαήλ Πρωτόδικος, η Παρασκευή Πέτρου Λάζαρη, ο Κωνσταντίνος Πατέλης και ο Αντώνιος Καλακώνας με κτήματα στην θέση Καβάκι. Οι κληρονόμοι Αριστοτέλη Κυπριανού και η Καλίτζα Μιχαήλ Ζησιμοπούλου.

–1878. Ο Αριστείδης Ιωσήφ Κυπριανός, γιος του Παριανού Ιωσήφ Κυπριανού, και μητέρα του από την γνωστή εν Πάρο οικογένεια Καμπάνη. Αριστούχος στα γράμματα απεστάλη με υποτροφία από την Κυβέρνηση στην Γερμανία, επέστρεψε και διορίσθηκε Γυμνασιάρχης στην Αθήνα και στην συνέχεια καθηγητής του Εθνικού Πανεπιστημίου. Πέθανε στην Αθήνα από νόσημα του λάρυγγα σε ηλικία  38-40 ετών το έτος 1878. Ο θάνατος του Κυπριανού θεωρήθηκε ως αυτόχρημα δυστύχημα για τα Ελληνικά γράμματα.

 

Κύπριος: Πατριδωνύμιο επώνυμο, δηλωτικό καταγωγής ή οικογενειακής σύνδεσης με την Κύπρο. Η μορφή του επωνύμου είναι χαρακτηριστική των πατριδωνυμικών επωνύμων, τα οποία δημιουργήθηκαν για να δηλώσουν τον τόπο από τον οποίο προερχόταν ο γενάρχης ή κάποιος παλαιότερος πρόγονος.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο χρονολογείται από το 1822, όταν στο δημοτολόγιο του Δήμου Νάουσας αναφέρεται ο Στέφανος Κύπριος. Η παρουσία του επιβεβαιώνεται και το 1844, όταν σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας καταγράφεται ο ίδιος, πλέον 45 ετών και επαγγελματικά βαρελοποιός.

Παράλληλα, το επώνυμο εμφανίζεται και στην Παροικιά. Το 1835 στα δημοτολόγια της Παροικιάς καταγράφεται ο 48χρονος Ανδρέας Κύπριος, ενώ το 1847 ο ίδιος αναφέρεται σε εκλογικό κατάλογο ως 60χρονος γεωργός. Οι δύο αυτές καταγραφές δείχνουν τη συνέχεια της παρουσίας του επωνύμου στην Παροικιά κατά τις πρώτες δεκαετίες του ελληνικού κράτους.

Η οικογένεια συνδέεται και με τη Σύρο. Το 1858, στα δημοτολόγια της Ερμούπολης, καταγράφεται ο 29χρονος Παριανός Γεώργιος Στ. Κύπριος, έγγαμος και επαγγελματικά υπηρέτης. Η μετακίνησή του στην Ερμούπολη εντάσσεται στο ευρύτερο ρεύμα Παριανών που κατευθύνθηκαν προς το νέο εμπορικό και ναυτικό κέντρο των Κυκλάδων κατά τον 19ο αιώνα.

Η παρουσία του επωνύμου στη Νάουσα συνεχίζεται και αργότερα. Το 1883 αναφέρεται ο Φραγκίσκος Κύπριος του Χρήστου, ηλικίας 68 ετών, επαγγελματικά μουσικός.

Οι καταγραφές αυτές δείχνουν ότι το επώνυμο Κύπριος είχε σταθερή παρουσία στην Πάρο ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, με κλάδους κυρίως στη Νάουσα και την Παροικιά, ενώ μέλος της οικογένειας εντοπίζεται και στην Ερμούπολη. Η ίδια η μορφή του επωνύμου αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ένας παλαιότερος πρόγονος της οικογένειας να είχε έρθει στην Πάρο από την Κύπρο.

–1822. Στο δημοτολόγιο το 1822 του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Στέφανος Κύπριος.

–1835. Στα δημοτολόγια Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος το 1835 ο 48χρονος Κύπριος Ανδρέας.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 45χρονος βαρελοποιός Κύπριος Στέφανος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 60χρονος γεωργός Ανδρέας Κύπριος.

–1858. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 29χρονος υπηρέτης Γεώργιος Στ. Κύπριος, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 8 Αυγούστου 1858.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Κύπριος Φραγκίσκος του Χρήστου 68 ετών, μουσικός.

 

Κυπριτζόγλου: Μικρασιατικό επώνυμο, που συνδέεται με οικογένεια προσφύγων εγκατεστημένη στη Νάουσα της Πάρου. Η κατάληξη -όγλου είναι χαρακτηριστική επωνύμων της Μικράς Ασίας και προέρχεται από την τουρκική λέξη oğlu, που σημαίνει «γιος του».

Η παρουσία του επωνύμου στη Νάουσα συνδέεται με την εγκατάσταση Μικρασιατών προσφύγων στην Πάρο κατά τον 20ό αιώνα. Μέχρι σήμερα, η συγκεκριμένη αναφορά αποτελεί ένδειξη της παρουσίας της οικογένειας στη Νάουσα, χωρίς να έχουμε περισσότερα στοιχεία για τον τόπο καταγωγής της στη Μικρά Ασία ή για την περαιτέρω πορεία της στην Πάρο.

 

Κυπριώτης: Πατρωνυμικό ή πατριδωνυμικό επώνυμο, που πιθανότατα δηλώνει καταγωγή ή σύνδεση με την Κύπρο. Δεν αποκλείεται να σχετίζεται με τη μεταγενέστερη οικογένεια Κυπριανού, όμως μέχρι σήμερα δεν υπάρχει επαρκές τεκμήριο για να θεωρηθούν οι δύο οικογένειες ταυτόσημες.

Η παλαιότερη γνωστή μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο χρονολογείται από το 1710, όταν σε καταγραφή ακίνητης περιουσίας αναφέρεται χωράφι στην Παλιά Εγγερία, με σύμπλιο τον Τζάννες Κυπριώτη. Η αναφορά αυτή αποδεικνύει την παρουσία του επωνύμου στην Πάρο ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα.

Το επώνυμο εμφανίζεται ξανά έναν και πλέον αιώνα αργότερα, στις απογραφές προσφύγων του 1829. Στην Παροικιά καταγράφεται ο Ιωάννης Κυπριώτης, 43 ετών, έμπορος, μαζί με τη σύζυγό του, ενώ σε ξεχωριστή οικογενειακή εγγραφή αναφέρεται ο Στρατής Κυπριώτης, 30 ετών, ναύτης, μαζί με τη σύζυγό του Άννα.

Οι καταγραφές του 1829 έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνουν ότι το επώνυμο εξακολουθούσε να υπάρχει στην Πάρο και στις αρχές του ελληνικού κράτους, ενώ τα επαγγέλματα εμπόρου και ναύτη φανερώνουν τη συμμετοχή των φορέων του στην οικονομική και ναυτική ζωή της Παροικιάς. Η ακριβής συγγενική σχέση των δύο οικογενειών του 1829, καθώς και η πιθανή σύνδεσή τους με τον Τζάννε Κυπριώτη του 1710, παραμένουν αντικείμενο περαιτέρω γενεαλογικής έρευνας.

–1710. Χωράφι Παληά Εγγερία σύμπλιος Τζάννες Κυπριώτης.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων της Παροικιάς του 1829 αναφέρεται ο Ιωάννης Κυπριώτης 43 ετων έμπορος και η σύζυγός του … Κυπριώτη.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων της Παροικιάς του 1829 αναφέρεται ο Στρατής Κυπριώτης 30 ετών ναύτης και η σύζυγός τους Άννα.

 

Κυρδάνης: Οικογένεια προσφύγων, που καταγράφεται στη Νάουσα της Πάρου κατά τα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους.

–1829. Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Κωνσταντής Κυρδάνης 28 ετών ναύτης, η σύζυγός του Σοφούλα Κυρδάνη, η κόρη του Μερσίνη Κυρδάνη, ο γιός του Μήτρος Κυρδάνης 2 ετών και ο γιός του Νικόλαος Κυρδάνης 7 ετών.

 

Κυριαζάνος: Παρωνυμικό επώνυμο, το οποίο στην Πάρο φαίνεται να αφορά μία παλιά και μέχρι σήμερα μονοκλαδική οικογένεια. Για την προέλευση του ονόματος έχουν διατυπωθεί δύο πιθανές εκδοχές: από την προσφώνηση «κυρία Ζάννα» (Γιάννα) ή από το «κυρ Ζάννος» (Γιάννης). Η δεύτερη εκδοχή θα μπορούσε να συνδέει το επώνυμο με παλαιότερο βαπτιστικό όνομα, το οποίο με την πάροδο του χρόνου μετατράπηκε σε οικογενειακή επωνυμία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η οικογενειακή παράδοση, σύμφωνα με την οποία η καταγωγή των Κυριαζάνων βρίσκεται στην περιοχή της Massa-Carrara της Ιταλίας, περιοχή γνωστή από την αρχαιότητα για τα περίφημα κοιτάσματα μαρμάρου της. Σύμφωνα με την παράδοση, δύο αδέλφια ήρθαν στην Πάρο ως εξειδικευμένοι τεχνίτες ή μηχανικοί στην εξόρυξη μαρμάρου, προκειμένου να εργαστούν στα λατομεία του Μαραθιού. Η παράδοση αυτή δεν έχει μέχρι σήμερα επιβεβαιωθεί από παλαιότερο αρχειακό τεκμήριο, αποτελεί όμως ενδιαφέρον στοιχείο για την έρευνα της προέλευσης της οικογένειας.

Η πρώτη γνωστή μέχρι σήμερα γραπτή μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο χρονολογείται από το 1837, όταν αναφέρεται ο Δημήτριος Κυριαζάνος. Το 1850 το επώνυμο εμφανίζεται και στα δημοτολόγια της Παροικιάς, επιβεβαιώνοντας την εγκατάσταση της οικογένειας στην πρωτεύουσα του νησιού.

Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα οι Κυριαζάνοι εμφανίζονται πλέον σε αρκετές γενιές και με διαφορετικά επαγγέλματα. Το 1866 γεννιέται ο Γεώργιος Κυριαζάνος του Αντωνίου και της Φλώρας, ο οποίος αργότερα καταγράφεται ως κτίστης και συνδέεται οικογενειακά με τη Σύρο. Το 1870 αναφέρεται η Αικατερίνη Κυριαζάνου του Κωνσταντίνου, ενώ το 1878 γεννιέται ο Αντώνιος Κυριαζάνος του Δημητρίου, επαγγελματίας εργολάβος στην Παροικιά.

Ο Αντώνιος αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό πρόσωπο για την οικογενειακή συνέχεια, καθώς απέκτησε επτά παιδιά: τον Δημήτρη, τον Γεώργιο, τον Μάρκο, τον Κωνσταντίνο, τον Ανδρέα, τη Μαρουσώ, σύζυγο Γεωργίου Μπαρμπαρή, και την Τριανταφυλλιά. Από αυτή την οικογένεια προέρχεται σημαντικό μέρος των νεότερων Κυριαζάνων της Παροικιάς.

Η παρουσία των Κυριαζάνων στον οικοδομικό και τεχνικό χώρο είναι χαρακτηριστική. Το 1881 αναφέρεται ο Νικόλαος Κυριαζάνος του Μάρκου, κτίστης, ενώ το 1887 ο Ιωάννης Κυριαζάνος του Μάρκου, γεωργός. Το 1888 ο 22χρονος Γεώργιος Κυριαζάνος του Αντωνίου, κτίστης από την Πάρο, παντρεύεται στην Ερμούπολη τη Δέσποινα Δερδήμα από τη Σύρο. Το 1891 καταγράφεται στα δημοτολόγια της Ερμούπολης ως 23χρονος Παριανός κτίστης.

Στις αρχές του 20ού αιώνα η οικογένεια συνεχίζει να αυξάνεται και να δραστηριοποιείται στην Παροικιά. Το 1904 αναφέρεται ο Μάρκος Κυριαζάνος του Κωνσταντίνου, καπνεργάτης, ενώ το 1906 ο Φραγκίσκος Κυριαζάνος του Κωνσταντίνου, ξενοδόχος. Το 1914 ο Ηλίας Κυριαζάνος του Αντωνίου καταγράφεται ως κτίστης, ενώ τα επόμενα χρόνια συναντούμε Κυριαζάνους ως ράπτες, ξυλουργούς, επιπλοποιούς και εργάτες.

Η οικογένεια παρουσιάζει έτσι μια αξιοσημείωτη επαγγελματική συνέχεια. Από τους κτίστες και εργολάβους του 19ου αιώνα, μέχρι τους ξυλουργούς, επιπλοποιούς και επαγγελματίες των αρχών του 20ού, οι Κυριαζάνοι φαίνεται να συνδέθηκαν ιδιαίτερα με τα τεχνικά επαγγέλματα και την οικοδομική δραστηριότητα της Παροικιάς.

Το επώνυμο συνεχίζει να εμφανίζεται στους εκλογικούς καταλόγους της μεταπολεμικής Πάρου. Το 1959, στις κοινοτικές εκλογές της Παροικιάς, ο Ι. Μάρκος Κυριαζάνος έλαβε 66 σταυρούς προτίμησης ως υποψήφιος του συνδυασμού του Μιχαήλ Κρίσπη. Η παρουσία αυτή δείχνει ότι η οικογένεια συμμετείχε πλέον και στα κοινά της Παροικιάς.

Οι Κυριαζάνοι αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα παριανής οικογένειας που, μέσα σε περίπου έναν αιώνα, εξελίχθηκε από έναν μικρό οικογενειακό πυρήνα σε πολυάριθμη οικογενειακή ομάδα της Παροικιάς. Η πιθανή σύνδεση με την Massa-Carrara και την τεχνογνωσία της εξόρυξης μαρμάρου, εφόσον στο μέλλον επιβεβαιωθεί από αρχειακές πηγές, θα μπορούσε να προσθέσει μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα διάσταση στην ιστορία της οικογένειας και στη γενικότερη ιστορία του Μαραθιού της Πάρου.

–1837. Το 1837 αναφέρεται ο Δημήτριος Κυριαζάνος.

–1850. Εγγραφή στα δημοτολόγια Παροικιάς το 1850 ο Κυριαζάνος …

–1866. Το 1866 γεννιέται ο Γεώργιος Κυριαζάνος του Αντωνίου και της Φλώρας, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Σύρο Δέσποινα Δερδήμα, του Ιωάννη και της Σοφίας.

–1870. Το 1870 γεννιέται η Αικατερίνη Κυραζάνου του Κωνσταντίνου κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.

–1878. Το 1878 γεννιέται ο Κυριαζάνος Αντώνιος του Δημητρίου εργολάβος κάτοικος Παροικιάς. Ο Αντώνιος είχε 7 παιδιά. Δημήτρης, Γεώργιος, Μάρκος, Κωνσταντίνος, Ανδρέας, Μαρουσώ συζ. Γεωργίου Μπαρμπαρη, και την Τριανταφυλιά.

–1881. Το 1881 γεννιέται ο Κυριαζάνος Νικόλαος του Μάρκου κτίστης κάτοικος Παροικιάς.

–1887. Το 1887 γεννιέται ο Κυριαζάνος Ιωάννης του Μάρκου γεωργός κάτοικος Παροικιάς. Σωστά. Ο Μάρκος είναι ακόμα τον Αντώνη, την Χριστίνα και την Αικατερίνη. Σύνολο 5

–1888. Στις 5 Φεβρουαρίου 1888 ο 22χρονος κτίστης από την Πάρο Γεώργιος Κυριαζάνος του Αντωνίου και της Φλώρας, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Σύρο Δέσποινα Δερδήμα, του Ιωάννη και της Σοφίας.

–1891. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 23 ετών κτίστης Γεώργιος Αντ. Κυριαζάνος έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 19 Ιανουαρίου 1891.

–1895. Το 1895 γεννιέται ο Κυριαζάνος Αντώνιος του Μάρκου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1897. Στις 20 Απριλίου του 1897 γεννιέται στην Παροικιά ο Μιχαήλ Κυριαζάνος του Δημητρίου και της Αυγουστίνας. Νυμφεύθηκε την Μαριγούλα Κανέλλου. Ήτνα υπάλλοιλος του Δήμου Αθηναίων και ζούσε στην Καλλιθέα. Απεβίωσε 18 Μαΐου 1992. Τα παιδιά του ήταν ο Δημήτριος, η Αυγουστίνα (συζ. Δημητρίου Βλαντή), ο Γεώργιος, ο Ελευθέριος και ο Ιωάννης.

–1903. Η εφημερίδα «ΑΙΓΑΙΟΝ» γράφει στις 5 Ιουλίου 1903.: «Υπό επιτυχίας αρίστης ετέφθησαν αι εξετάσεις του Ελλην. Σχολείου μας δικαιώσασαι την περί του Στολάρχου μας κ. Ιακ. Κυπραίου και των συναδέλφων αυτού κ.κ Ανδρομανάκου και Πατέλη κρατούσαν αρίστην φήμην ως διδασκάλων λαμπρών και του καθήκοντος. Επιφυλασσόμεθα δε εκτενέστερον να πραγματευθώμεν περί αυτών και των του Δημοτ. Σχολείου μας. Τοις αριστεύσασι μαθηταίς του Ελληνικού Σχολείου Στυλ. Μαλαγαρδή, Εμμ. Φωκιανό, Δ. Πατέλη, Δ. Τριαντάφυλλο, Ραγκούση, Αγγελάκη και Κυριαζάνο από καρδιάς συγχαίρομεν.

–1904. Το 1904 γεννιέται ο Κυριαζάνος Μάρκος του Κωνσταντίνου καπνεργάτης κάτοικος Παροικιάς.

1904. Κυριαζάνου Αρχοντούλα, όνομα συζύγου: Φραγκίσκος, Κύριο όνομα και επώνυμο πατρός: Δ. Γιατροπούλης. Έτος γέννησης: 1904. Επάγγελμα: οικοκυρά.

–1906. Το 1906 γεννιέται ο Κυριαζάνος Φραγκίσκος του Κωνσταντίνου ξενοδόχος κάτοικος Παροικιάς.

–1914. Το 1914 γεννιέται ο Κυριαζάνος Ηλίας του Αντωνίου κτίστης κάτοικος Παροικιάς.

–1915. Το 1915 γεννιέται η Κυραζάνου Φλώρα του Κωνσταντίνου κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.

–1918. Το 1918 γεννιέται ο Κυριαζάνος Μιχαήλ του Νικολάου ράπτης κάτοικος Παροικιάς.

–1918. Το 1918 γεννιέται ο Κυριαζάνος Μάρκος του Ιωάννη ξυλουργός κάτοικος Παροικιάς.

–1922. Το 1922 γεννιέται ο Κυριαζάνος Σπύρος του Νικολάου ξυλουργός κάτοικος Παροικιάς.

–1923. Το 1923 γεννιέται ο Κυριαζάνος Μάρκος του Αντωνίου κτίστης κάτοικος Παροικιάς.

–1925. Το 1925 γεννιέται ο Κυριαζάνος Ιωάννης του Αντωνίου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Κυριαζάνος Νικόλαος του Ιωάννη επιπλοποιός κάτοικος Παροικιάς.

–1950. Στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Παροικιάς στις 17 Μαΐου 1950 είναι εγγεγραμμένη η Κυριαζάνου Αρχοντούλα (γεν. 1904), όνομα συζύγου Φραγκίσκος, όνομα πατρός Δ. Γιατροπούλης.

–1952. Στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1952 είναι εγγεγραμμένη η Αναστασία Κυριαζάνου του Κωνσταντίνου, όνομα συζύγου Δημήτριος Παρούσης.

–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Κυριαζάνου Φεβρονία όνομα συζύγου Νικόλαος, το γένος Σπύρου Πατέλη.

–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Κυριαζάνου Αυγούστα του Αντωνίου.

–1959. 5 Απριλίου 1959 ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΠΑΡΟΙΚΙΑ: Εγγεγραμμένοι 2.614 εψήφισαν 1.392, άκυρα και λευκά 3.

Ο Συνδυασμός κ. Ανδρέα Μαρινόπουλου έλαβεν 764 ο δε Συνδυασμός του κ. Μιχ. Κρίσπη 628.
Παραθέτομεν εν λεπτομερεία τους σταυρούς προτιμήσεως τους οποίους έλαβεν έκαστος.

1) Μαρινόπουλος Αθαν. Ανδρέας 626, Δενέγρης Στυλιανός 110, Μονδάνος Ανδ. Αντ. 105, Κατρής Ν. Αγαπητός 103, Βενιζέλος Π. Ραγκούσης 94, Μπάος Π. Αντ. 66, Μαύρης Γ. Αντ. 66, Καπούτσος Γ. Δημ. 60, Σιλβέστρος Π. Κωνστ. 55, Καλακώνας Μενέγου Σάββας 44, Μαλατέστας Μιχ. Κωνστ. 41 κλπ.

2) Κρίσπης Ν. Μιχαήλ 380, Φραγκούλης Νικολ. Ιωάννης 158, Σαρρής Μιχ. Νικόλαος 111, Τσαντάνης Φ. Παναγ. 82, Κυριαζάνος Ι. Μάρκος 66, Αργυρόπουλος Δημ. Ιωάννης 63, Μουρλάς Σπ. Γεώργιος 61, Φωκιανός Δημ. Βασίλειος 53, Κρητικός Γ. Παναγ. 49, Γκίκας Ι. Αναστ. 45, Σπανός Εμμαν. Αντ. 41 κλπ οι οποίοι παραλείπονται ελλείψει χώρου.

Σύμβουλοι εξελέγησαν οι 5 πρώτοι εκ του πρώτου Συν/σμού και οι 4 εκ του δευτέρου.

 

–Κυριαζής ή Κυριατζής ή Κυριατσής: Επώνυμο που μαρτυρείται στην Πάρο ήδη από τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Οι διαφορετικές μορφές Κυριαζής, Κυριατζής και Κυριατσής απαντούν στις παλαιότερες καταγραφές και πιθανότατα αντανακλούν διαφορετική γραφή και προφορά του ίδιου οικογενειακού ονόματος.

Η σημαντικότερη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία εντοπίζεται στη Νάουσα και χρονολογείται από το 1829, μέσα από απογραφή προσφύγων της περιόδου. Στην καταγραφή αναφέρεται ο Κυριατζής, ηλικίας 28 ετών, επαγγελματίας ναύτης, μαζί με τη σύζυγό του Τριανταφυλλιά Κυριατζή, την κόρη τους Κατερίνα και τον Γιανκό Κυριατζή, ηλικίας μόλις 9 ετών, ο οποίος καταγράφεται ως μέλος της ίδιας οικογενειακής ομάδας.

Η απογραφή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αποτυπώνει μία οικογένεια σε περίοδο μετακίνησης και προσφυγικής εγκατάστασης. Το επάγγελμα του Κυριατζή ως ναύτη συνδέεται παράλληλα με τη σημαντική θέση που κατείχε η ναυτική δραστηριότητα στην κοινωνία της Νάουσας και της Πάρου.

Δεν γνωρίζουμε από τη συγκεκριμένη καταγραφή τον ακριβή τόπο προέλευσης της οικογένειας ούτε μπορούμε να προσδιορίσουμε με βεβαιότητα τη συγγενική σχέση του εννιάχρονου Γιανκού με τον 28χρονο Κυριατζή. Η απογραφή, ωστόσο, αποτελεί σημαντικό τεκμήριο για την παρουσία μιας οικογένειας Κυριατζή στη Νάουσα κατά τα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο … Κυριατζής 28 ετών ναύτης, η σύζυγός του Τριανταφυλλιά Κυριατζή, η κόρη του Κατερίνα και ο πρόγονος? του Γιανκός Κυριατζής 9 ετών.

 

 

Κυριακίδης: Πατρωνυμικό επώνυμο, προερχόμενο από το βαπτιστικό όνομα Κυριακός ή Κυριάκος. Η κατάληξη -ίδης έχει πατρωνυμική σημασία και δηλώνει αρχικά τον «γιο» ή τον «απόγονο» του Κυριακού.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο εντοπίζεται στα πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Το 1823 αναφέρεται ο Νικόλαος Κυριακίδης ως Γενικός Γραμματέας του Επάρχου Πάρου και Αντιπάρου.

Η θέση αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η περίοδος αυτή ανήκει στα πρώτα χρόνια συγκρότησης της διοικητικής οργάνωσης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και της ενσωμάτωσης της Πάρου στη νέα πολιτική πραγματικότητα. Ο γενικός γραμματέας αποτελούσε σημαντικό διοικητικό παράγοντα και είχε άμεση σχέση με τη λειτουργία της επαρχιακής διοίκησης.

Η συγκεκριμένη καταγραφή αποτελεί μέχρι σήμερα τη μοναδική γνωστή μαρτυρία για τον Νικόλαο Κυριακίδη στην Πάρο και δεν διαθέτουμε ακόμη στοιχεία που να επιτρέπουν να προσδιορίσουμε την καταγωγή του ή την περαιτέρω οικογενειακή του πορεία στο νησί.

Η παρουσία του, πάντως, ως ανώτερου διοικητικού υπαλλήλου το 1823, αποτελεί ενδιαφέρον τεκμήριο για την παρουσία του επωνύμου στην Πάρο κατά την κρίσιμη περίοδο των πρώτων χρόνων της Επανάστασης.

–1823. Κυριακίδης Νικόλαος Γενικός Γραμματέας επάρχου Πάρου – Αντιπάρου (1823).

 

Κυρίτσης ή Κυρίτζης: Παλαιό ελληνικό επώνυμο, το οποίο απαντά ήδη στους βυζαντινούς χρόνους. Συνδέεται με τη λέξη κύρης, δηλαδή τον αφέντη, τον άρχοντα, τον κύριο. Η παλαιότερη σημασία του τύπου Κυρίτζης αποδίδεται ως «ο γιος του κυρίου» ή «ο γιος του άρχοντα». Στην Πάρο απαντά κυρίως με τις μορφές Κυρίτζης και Κυρίτσης.

Η οικογένεια μαρτυρείται στον Κέφαλο και στα Μάρμαρα ήδη από τα τέλη του 16ου αιώνα. Το 1598 αναφέρεται ο μαστρ’ Αντώνης Κυρίτζης, ενώ ως αδελφός του καταγράφεται ο Αλέξανδρος Κυρίτζης. Η αναφορά αυτή αποτελεί μία από τις παλαιότερες γνωστές μαρτυρίες του επωνύμου στην Πάρο.

Ιδιαίτερης σημασίας είναι το προικοσύμφωνο της 20ής Οκτωβρίου 1606, που συντάχθηκε στον Κέφαλο, στο χωριό Μάρμαρα, στο σπίτι του κυρ Τζανή Μαυροϊωάννη. Το έγγραφο αφορά τον γάμο του Πέτρου, γιου του Αντώνη Κυρίτζη, με την Καλή, θυγατέρα του Τζανή Μαυροϊωάννη.

Το προικοσύμφωνο αποτελεί εξαιρετικά πολύτιμη πηγή για την οικογένεια, καθώς καταγράφει με μεγάλη λεπτομέρεια την περιουσία που έδιναν οι δύο οικογένειες στους μελλονύμφους. Από την πλευρά του Τζανή Μαυροϊωάννη αναφέρονται σπίτια και μαγαζί στα Μάρμαρα, αμπέλια, πατητήρια και χωράφια σε διάφορες θέσεις, μεταξύ των οποίων ο Χοιρόλακκος, ο Αντικέφαλος και η Βλυχάδα, καθώς και ζώα, οικιακά αντικείμενα, υφάσματα, κοσμήματα και άλλα κινητά αγαθά.

Από την πλευρά του Αντώνη Κυρίτζη παραχωρούνται επίσης σημαντικά ακίνητα. Μεταξύ αυτών αναφέρεται αμπέλι στον Κάμπο, πλησίον του αδελφού του Αλεξάνδρου Κυρίτζη, χωράφια στον Μπονοφάτζο, στο Λιβάδι, στα Σκημπιά και στα Λακκιά, καθώς και αλώνι στον Άγιο Γεώργιο. Οι λεπτομερείς αυτές αναφορές φανερώνουν οικογένεια με αξιόλογη ακίνητη περιουσία και ισχυρή παρουσία στην αγροτική κοινωνία του Κεφάλου.

Το ίδιο έγγραφο αποκαλύπτει και ένα σημαντικό δίκτυο συγγενικών και κοινωνικών σχέσεων, καθώς ως γείτονες των κτημάτων αναφέρονται πολλά άλλα παριανά επώνυμα της εποχής. Έτσι, το προικοσύμφωνο του 1606 αποτελεί όχι μόνο οικογενειακό αλλά και κοινωνικό τεκμήριο για τα Μάρμαρα των αρχών του 17ου αιώνα.

Η οικογένεια συνεχίζει να εμφανίζεται και κατά τους επόμενους αιώνες. Η μορφή Κυρίτζης διατηρείται στις παλαιότερες πηγές, ενώ η μορφή Κυρίτσης απαντά σε νεότερες καταγραφές.

Η ιστορική παρουσία των Κυρίτζηδων συνδέεται και με την Ελληνική Επανάσταση. Το 1821 αναφέρεται μεταξύ των Παριανών αγωνιστών ο Κυρίτσης Ιωάννης Γ., καταγεγραμμένος ως στρατιώτης.

Από τον Αντώνη και τον Αλέξανδρο Κυρίτζη του 1598, τον Πέτρο Κυρίτζη και την οικογένειά του στο προικοσύμφωνο του 1606, μέχρι τον αγωνιστή Ιωάννη Κυρίτση του 1821, το επώνυμο παρουσιάζει μια μακρά ιστορική διαδρομή στην Πάρο. Η παρουσία του στον Κέφαλο και στα Μάρμαρα επί περισσότερους από δύο αιώνες αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι οι Κυρίτζηδες υπήρξαν μία από τις παλαιές οικογένειες της περιοχής.

–1598. Αναφέρεται στον Κέφαλο ο μαστρ’ Αντώνης Κυρίτζης. Αδερφός του ο Αλέξανδρος Κυρίτζης.

–1606. Προικοσύμφωνο Πέτρου Αντ. Κυρίτζη και Καλής Τζ. Μαυροϊωάννη. Κέφαλος, Μάρμαρα 20 Οκτωβρίου 1606.

«+Εν ονόματι του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού αμήν. Έτει από της ενσάρκου του Χριστού οικονομίας, 1606 Οκτωμβρίω 20 εν τη νήσω Πάρω εν Καστελλιώ Κεφάλω εις χωρίον λεγόμενον Μάρμαρα εις τον οίκον του κυρ Τζανή Μαυροϊωάννη συμφωνία υπανδρείας ποιούν αμφότερα τα δύο μέρη το έν μέρος ο κυρ Τζανής Μαυροϊωάννης και το έτερον μέρος ο μαστρ’ Αντώνης Κυρίτζης με γνώμην και βούλησην των συμβίων τους ο μέν διά να πάρη του άνωθεν μαστρ’ Αντώνη ο υιός ονόματι Πέτρος την θυγατέρα του άνωθεν κυρ Τζανή ονόματι Καλή διά γυναίκαν του νόμιμην και ευλογητικήν καθώς ορίζει η αγία του Χριστού Εκκλησία, πρώτον τάζει ο ρηθείς κύρ Τζανής προς την αυτού θυγατέρα, διά χάριν προικός, πρώτον μέν σπίτι να του αφήση πλησίον του μαστρο Ιωάννη Καρπούζη με το να κτίσουν μαζί με τον μαστρ’ Αντώνη ακόμη και το μαγαζέ πλησίον του κυρ Κωνσταντή Σκορδίλη και αυτό εδικόν των, το αμπέλι το μισό πλησίον του κύρ Μιχάλη Νταμιράλια και το μισό πατητήρι, φυλάσσοντας το ποτιστικό στην Βρύση το χωράφι ως καθώς ευρίσκεται πλησίον κύρ Μιχάλης Νταμιράλια και κύρ Νικόλαος Αρμπάς, με ελιές, με ρουδιές με όλα τα δέντρα και αυτό εδικόν της. Εις τον Χοιρόλακον το χωράφι πλησίον του κυρ Μάρκου Νταμιράλια ως καθώς ευρίσκεται εις τον Αντικέφαλον το χωράφι ως καθώς ευρίσκεται πλησίον κύρ Γεώργης Σκορδίλης. Ακόμη εις τον αυτόν τόπον απόξω ως ευρίσκεται εμισό την Βλυχάδα το χωράφι πλησίον του κύρ Χρούση Μουδάτζου. Ακόμη εκεί κοντά το χωράφι όπου έχω απέ τον κύρ Ροδ… πλησίον παπά Μανουήλ Λιπράντος, ακόμη από … στου άνωθεν κύρ Φραγκούλη τον κήπον έτερον κομμάτι και αυτό εδικόν της. Παπλώματα τέσσερα, μαξωτά δύο, ένα κόκκινο και ένα πετζάντο και δύο λινά… άσπρο, σεντόνια ζυγιές πέντε, δύο… τα τρία σκλέτα, μαξιλάρια ζυγιές έξι, κουρτούνες τρείς μια… και ασπροκεντητή και έτερη σκλέτη. Χειροκουρτίνα την ουρανία τηλάρι με μαλλί και … μία σκουτέλια δύο και στανιάδες δύο, ακόμη και στάνια έτερα εννέα, λύχνος της βίδας, … κολωνάτη και … ατζαλένη … ένα χάλκωμα και την άλλη μασαρία κατά την τάξιν να μην της λείπει τίποτες, μαντήλια, μπόλιες, πετζέτες, πήχες 40, ήτοι σαράντα, πάγκον έναν, κασέλες δύο, όποιες θέλει, τραπέζι ένα, καμιζόλα κόκκινη και παγονάτζα τη νέα όπου έχει και έτερη κόκκινη εκείνη που φορεί πουστοπράτζολα φτηλάτα ζύγην μίαν, έτερα βελουδένια ζυγιές δύο, μαργαριτάρι χρυσό, 10 ήτοι δέκα, δακτυλίδια μαλαματένια, τέσσερα και έτερο σουλιτάρι μαλαματένιο, σκολαρίκια ζυγήν μίαν, τις κασέλες της που έχμε και αυτές εδικές της, πουνταρέλα ντουζίνα μισή, αγελάδα μίαν, της γαϊδάρας το πουλάρι και αν κάμη και η φοράδα πουλάρι και αυτό εδικόν της. Βουτζία τρία, ήτοι 3. Το εικονοστάσι τον Θεολόγο ήτοι της μάνας της και τούτο να εορτάζη την μίαν όποιαν θέλει. Ταύτα πάντα και την ευχήν μας. Ακόμη και το χωράφι στα Μάρμαρα πλησίον του μαστρο γαλανού μετά τον θάνατόν μας και αυτό εδικόν της.

+Από το έτερον μερος τάζει και δίνει ο ρηθείς μαστρ’ Αντώνης προς τον αυτού υιόν διά χάριν προικός το αμπέλι την φυτείαν εις τον Κάμπν πλησίον του κύρ Αλεξανδή Κυρίτζη, του αδελφούν του, εις το χωρίον του Μαρμάρου, το χωράφι του Μπονοφάτζου ως καθώς ευρίσκεται πλησίον του κύρ Ιωάννη Ρούσου φυλάσσοντας να παίρνει ο πατέρας του ένα σπιτότοπο, ακόμη ένα κοντά από κάτω να κατεβάση τον τοίχον από πέρα στη γωνία του καντουνιού του χωραφιού του Αγίου Αντωνίουνα πάγη στη γουνία στο καντούνι του Μιχάλη Σκορδίλη στο Λιβάδι το χωράφι το εμισό ως καθώς ευρίσκεται με ποτιστικά, πλησίον του Νικόλα Θολόγου Λουκή και Νικόλα Γεωργίου Ρούσου φυλάσσοντας να παίρνει ο πατέρας του στο απάνω πηγάδι ήγουν το κτίσμα να έχη ένα ποτιστικό ορδινάριο, και πάλε μετά τον θάνατόν του να είναι το εμισό δικόν του το χωράφι στα Σκημπιά πλησίον κύρ Γεώργιος Γεμελιάρης και κύρ Γεώργιος Πούλιος το χωράφι στα Λακκιά πλησίον παπα Μανουήλ Λιπράντος, ως καθώς ευρίσκεται το αλώνι στον Άγιον Γεώργιον πλησίον κύρ Γεώργιος Λέφας με μαρ… ως καθώς ευρίσκεται ακόμη και ως εκεί κοντά να κατεβάση τον τοίχον και ως το Ξυλοκερατάδι, στο Μαυρολιό την πάρτη μου που έχω απέ τον Ζαχαρία και αυτό εδικόν του, σεντόνια ζυγή μίαν κεντητή, πάπλωμα γερανιό, ένα στρώμα με το μαλλί, μαξελάρια αμπελοφύλλητα, ζυγήν μίαν, στάνια κομμάτια δώδεκα, καντηλέρι ένα, δακτυλίδι μαλαματένιο ένα…, μαντήλια δύο, ρούχα … φίνες τρείς και ένα φερετζέ ήτοι ζυγιές τρείς, δύο που έχει και έτερη να την έχη ράστη ήτοι θοταργόν του και ένα σηπέτο έδωσε ένα ήτοι … βουτζιά τρία διά την ζωστροφήν του να .. .. .. μαγέρεμα να μην του λείπη. Ταύτα πάντα και την ευχήν μας και εάν .. .. .. να τους είναι απέ του άλλου χωρίς κληρονόμον να στρέφουνται τα πράγματα εις τους πρόσιμους εδικούς έτζι είπαν και εσυνιβάστηκαν και οι δύο μερίδες με θέλημα και με καλήν τους γνώμην και όποιος ήθελεν αλληλογήσει απέ τα δυό μέρη να πέφτη εις πένα και κοντάνα της αυθεντιάς ρεάλια 8, ήτοι οκτώ, τα ήμιση της αυθεντίας και τα ήμισυ της … μερίδας, επροσκάλεσαν και παρακαλετούς και αξιοπίστους μάρτυρας τον κύρ Τζανή Σκορδίλη και κύρ Ιωάννη Παδιάτη και κύρ Νικολό Ιωάννου Ρούσσο και κύρ Γεώργη Σκορδίλη. –Πρωτοπαπάς και νοτάριος Κεφάλου με θέλημα των δύο μερίδων έγραψα και εσφάλησα. (ΠΑΡΙΑΝΑ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ ΤΟΜΟΣ Α’ σελ. 164)

–1821. Παριανός αγωνιστής του 1821 ο Κυρίτσης Ιωάννης Γ. (Μ.Σ.8533) Στρατιώτης.


–Κωβαίος ή Κοβέος ή Γκοβέος ή Κουβαίος: Επώνυμο που απαντά στην Πάρο με πολλές διαφορετικές γραφές και συνδέεται με οικογένεια δυτικού καθολικού δόγματος. Η οικογένεια απαντά από τον 17ο αιώνα στην Αμοργό, τη Νάξο και την Πάρο. Οι Κεφαλληνιάδης και Slot κατατάσσουν τους Γκοβέους μεταξύ των απλών καθολικών οικογενειών που κατάγονταν από διάφορα μέρη της Δυτικής Ευρώπης. Η συγκεκριμένη αναφορά αποτελεί σημαντική ένδειξη για την ιστορική προέλευση της οικογένειας, χωρίς όμως να επιτρέπει από μόνη της ακριβή προσδιορισμό του τόπου καταγωγής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παλαιότερη παριανή παρουσία της οικογένειας, η οποία εντοπίζεται στην Παροικιά στις αρχές του 18ου αιώνα. Ήδη το 1710 αναφέρονται ακίνητα με γείτονες τον Ιωάννη Γιακουμή Κωβαίο και τον Βασίλη Κωβαίο, ενώ το 1730 συναντούμε ξανά τον Ιωάννη Κωβαίο σε αναφορά αμπελιού στο Χωριδάκι.

Κεντρικό πρόσωπο της οικογένειας κατά τον 18ο αιώνα υπήρξε ο ιερέας Ιωάννης Κωβαίος, ο οποίος εμφανίζεται επανειλημμένα σε παριανά έγγραφα. Στις πηγές συχνά αποδίδεται με τη βενετική γραφή Τζουάνες, ως παπα-κυρ Τζουάνες Κωβαίος. Το 1716 μαρτυρείται σε πρακτικό εκλογής νοταρίου–καγκελαρίου της Παροικιάς, ενώ το 1723 και το 1724 αναφέρεται και πάλι ως παπά Τζουάνες Κοβέος. Το 1724 συμμετέχει στις διαδικασίες του κοινού της Παροικιάς, γεγονός που δείχνει την κοινωνική του παρουσία και το κύρος του.

Η οικογένεια διέθετε σημαντική ακίνητη περιουσία. Το 1730, σε διαθήκη της παπαδιάς του παπά-Πέτρου Γαλανού, αναφέρεται χωράφι που αφήνεται στον «ευλαβέστατον παπά-κυρ Τζουάνε Κωβαίο». Το 1734 συναντούμε τον Βασίλη Χουσή Κοβέο, ενώ το 1738 και το 1743 το όνομα του Ιωάννη Κωβαίου εμφανίζεται στις καταγραφές περιουσιακών στοιχείων της Ευαγγελίστριας Παροικιάς. Ο ίδιος ιερέας συντάσσει τη διαθήκη του στις 8 Μαΐου 1744.

Η οικογένεια είχε και εκκλησιαστική συνέχεια. Το 1747, στη διαθήκη του σακελίου Βιτζαρά, υπογράφει ως μάρτυρας ο Σεραφείμ ιερομόναχος Κωβαίος. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1755, σε Γενική Συνέλευση του κοινού της Πάρου για την εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη, μαρτυρείται ο Μιχάλης Κοβέος, κάτοικος Κεφάλου.

Κατά τον 19ο αιώνα το επώνυμο συνεχίζει να απαντά στην Πάρο, με τις μορφές Κωβαίος και Κουβαίος. Στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1847, στον οποίο περιλαμβάνεται και η Αντίπαρος, καταγράφονται ο 61χρονος γεωργός Δημήτριος Κουβαίος και ο 28χρονος γεωργός Ελευθέριος Κουβαίος. Η παρουσία τους δείχνει ότι το επώνυμο είχε πλέον ενσωματωθεί πλήρως στην αγροτική κοινωνία της Πάρου.

Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα οι μαρτυρίες πληθαίνουν. Το 1892 γεννιέται η Πολυτίμη Κωβαίου, μετέπειτα σύζυγος του Ιάκωβου Αντωνόπουλου και κάτοικος Μάρπησσας. Το 1893 καταγράφεται ο Ελευθέριος Κωβαίος του Δημητρίου, καφεπώλης στην Παροικιά, ενώ το 1903, στα δημοτολόγια του Δήμου Μάρπησσας, αναφέρεται η Μαρία, χήρα Νικολάου Κουβαίου, ηλικίας 65 ετών.

Το 1906 γεννιέται ο Γεώργιος Κωβαίος του Δημητρίου, κτίστης και κάτοικος Παροικιάς. Τα δύο αδέλφια, Ελευθέριος και Γεώργιος Κωβαίος του Δημητρίου, καταγράφονται μαζί στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1946. Η οικογένεια συνεχίζει να εμφανίζεται στους εκλογικούς καταλόγους της δεκαετίας του 1950, με τις Αννούσα Μουλά, Αθηνά Κωβαίου, Μαρία Αργυροπούλου, Αννέζα Πρωτολάτη και Παναγούλα Κωβαίου να συνδέονται μέσω πατρωνύμων και γάμων με την οικογένεια.

Η ιστορική διαδρομή των Κωβαίων παρουσιάζει έτσι ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Από τους Ιωάννη και Βασίλη Κωβαίους των αρχών του 18ου αιώνα, τον ιερέα Ιωάννη Κωβαίο και τον ιερομόναχο Σεραφείμ Κωβαίο, μέχρι τους γεωργούς, τεχνίτες και επαγγελματίες της Παροικιάς του 19ου και 20ού αιώνα, το επώνυμο διατηρεί μια μακρά παρουσία στην Πάρο.

Στη νεότερη εποχή ένας διαφορετικός κλάδος συνδέεται με την Αμοργό. Ο Μάρκος Κωβαίος, δήμαρχος Πάρου από το 2014, αναφέρεται ως απόγονος κλάδου με καταγωγή από την Αμοργό. Η παράδοση αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η Αμοργός αποτελεί έναν από τους παλαιότερους τόπους όπου μαρτυρείται η οικογένεια.

Οι πολλές μορφές του επωνύμου —Κωβαίος, Κοβέος, Γκοβέος και Κουβαίος— αποτυπώνουν τη γλωσσική και γραφική ποικιλία των παλαιών παριανών εγγράφων. Η συνεχής παρουσία του από τις αρχές του 18ου αιώνα έως σήμερα καθιστά τους Κωβαίους μία από τις χαρακτηριστικές οικογένειες της παλαιάς καθολικής κοινότητας της Πάρου, με ιδιαίτερο δεσμό με την Παροικιά, αλλά και ιστορικές συνδέσεις με τον Κέφαλο, τη Μάρπησσα και την Αμοργό.

–1710. Χωράφι Σελλάδι σύμπλιος Ιωάννης Γιακουμή Κωβαίος.

–1710. Αμπέλι από τον Στρατή σύμπλιος Ιωάννης Κωβαίος. Και χωραφι στο Μεταωτό από τον Βασίλη Κωβαίο.

–1716. Σε πρακτικό εκλογής νοταρίου – καγκελαρίου από το κοινό της Παροικιάς στη Γενική Συνέλευση της 14 Ιανουαρίου 1716, μαρτυρείται ο παπά Ιωάννης Κοβέος.

–1723. Στις 30 Ιανουαρίου 1723 αναφέρεται ο παπά Τζουάνες Κοβέος.

–1724. Απόφαση του κοινού της Παροικιάς για την διατίμηση των προϊόντων και την απογραφή της κτηματικής περιουσίας όλων των κατοίκων. Κατά τη Γενική Συνέλευση της 13 Δεκεμβρίου 1724, αναφέρεται ο παπά Τζουάνες Κοβέος.

–1724. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 13 Δεκεμβρίου 1724 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο παπά Ιωάννης Κοβέος.

–1730. Αμπέλι Χωριδάκι; Σύμπλιος Ιωάννης Γιακείμη Κωβαίου.

–1730. Διαθήκη της παπαδιάς παπά-Πέτρου Γαλανού (Παροικιά 14 Ιουνίου 1730) «αφήνει του ευλαβεστάτου παπά-κυρ Τζουάνε Κωβαίου ένα χωράφι έχει εις τον Μπόπονα, συμπλίος το Φραγκουλάκι γυνή ποτέ Κωνσταντή Γαλανού».

–1734. Ο ιδιοκτησία του ιερέως, σκευοφύλακος Ντε Φεράρη. Στο προικοσύμφωνο Παροικιάς 8 Ιουλίου 1734 αναφέρεται σε ένα αμπέλι εις το Κροτήρι σιμπλιος Βασίλης Χουση Κοβέου.

–1738. Καταγραφή [Παροικιά, 13 Νοεμ. 1738] της περιουσίας της Ευαγγελίστριας, κτήματα τους γειτονεύουν με τα κτήματα της Ευαγγελίστριας, Ιωάν. Κωβαίος.

–1738. Σε προικοσύμφωνο Παροικίας στις 18 Φεβρ. 1738. Ο Γιώργος Χιωτάκης με την θυγατέρα Πασκάλη Σάντου, ονόματι Ανεζίνα, αναφέρεται ο παπά Τζουάνες Κοβέος.

–1740. Σε προικοσύμφωνο Παροικίας στις 14 Ιουλίου 1740, του Αντώνη Γιακουμή Βιτζαρά με την θυγατέρα Δημητράκη Μαλακη ονόματι Ανούσα, αναφέρει ένα χωράφι στην Βίγλα σιμπλιος Βασίλης Κοβέος.

–1743. Ο παπα-Τζουάνες Κωβαίος αναφέρεται στην Καταγραφή των περιουσιακών στοιχείων της Ευαγγελίστριας Παροικιάς, στις 9 Αυγούστου 1743.

–1744. Ο ιερέας Ιωάννης Κωβαίος συντάσσει τη διαθήκη του στις 8 Μαΐου 1744.

–1747. Στη διαθήκη του σακελίου Βιτζαρά ιερέως Κωνσταντίου στις 30 Μαρτίου 1747 υπογράφει ως μάρτυρας ο Σεραφείμ ιερομόναχος Κωβαίος.

–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου 1755 μαρτυρείται ο κάτοικος Κεφάλου Μιχάλης Κοβέος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 61χρονος γεωργός Δημήτριος Κουβαίος και ο 28χρονος γεωργός Ελευθέριος Κουβαίος.

–1892. Το 1892 γεννιέται η Κωβαίου Ι. Πολυτίμη, μετέπειτα σύζυγος του Αντωνόπουλου Ιάκωβου, κάτοικος Μάρπησσας.

–1893. Το 1893 γεννιέται ο Κωβαίος Ελευθέριος του Δημητρίου καφεπώλης κάτοικος Παροικιάς.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Μαρία χήρα Νικολάου Κουβαίου, ετών 65, οικιακά.

–1906. Το 1906 γεννιέται ο Κωβαίος Γεώργιος του Δημητρίου κτίστης κάτοικος Παροικιάς.

–1946. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1946 υπάρχουν εγγεγραμμένοι τα αδέρφια Ελευθέριος και Γεώργιος Κωβαίος του Δημητρίου κάτοικοι Παροικιάς.

–1950. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1950 είναι εγγεγραμμένη η Μουλά Αννούσα  όνομα συζύγου Γεώργιος, όνομα πατρός Δημήτριος Κωβαίος κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.

–1953. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Κωβαίου Αθηνά το γένος Μ. Πώλου, όνομα συζύγου Γεώργιος κάτοικος Παροικιάς.

–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Αργυροπούλου Μαρία όνομα συζύγου Στυλιανός, όνομα πατρός Γεράσιμος Κωβαίος.

–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Πρωτολάτη Αννέζα όνομα συζύγου Μιχαήλ, το γένος Γεράσιμος Κωβαίος.

–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Κωβαίου Παναγούλα του Δημητρίου.

–2014. Δήμαρχος Παρίων Μάρκος Κωβαίος με καταγωγή από την Αμοργό.

 

Κωνσταντέλος: Ο παριανός κλάδος της οικογένειας συνδέεται με τον Νάξιο Ανδρέα Κωνσταντέλο, ο οποίος αποτελεί τον γενάρχη του κλάδου που εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Σύζυγός του ήταν γυναίκα από την οικογένεια Κυδωνιεύς των Λευκών, ενώ η οικογένεια μετοίκησε στην Αθήνα κατά την προπολεμική περίοδο και εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Ζωγράφου.

Η παρουσία του Ανδρέα Κωνσταντέλου στην Αθήνα τεκμηριώνεται μεταπολεμικά και από την επαγγελματική του δραστηριότητα. Το 1948, στην εφημερίδα «Φωνή της Πάρου», δημοσιεύεται διαφήμιση για το Ζυθεστιατόριο «ΚΑΛΛΙΦΟΡΝΙΑ», ιδιοκτησίας του Ανδρέα Κωνσταντέλλου, στην οδό Ζωγράφου 90.

Η διαφήμιση αποτελεί ενδιαφέρον τεκμήριο όχι μόνο για την επαγγελματική δραστηριότητα του Ανδρέα Κωνσταντέλου, αλλά και για την παρουσία μιας οικογένειας με δεσμό με την Πάρο στην αθηναϊκή παροικία της μεταπολεμικής περιόδου. Η σύνδεση του Νάξιου Ανδρέα με οικογένεια των Λευκών μέσω γάμου δημιουργεί έναν ακόμη δεσμό ανάμεσα στις Κυκλάδες και στην παριανή κοινωνία, ενώ η εγκατάσταση στον Ζωγράφο εντάσσεται στο ευρύτερο φαινόμενο της μετακίνησης νησιωτικών οικογενειών προς την Αθήνα κατά τον 20ό αιώνα.

–1948. Στην «Φωνή της Πάρου» του 1948 διαφημίζεται το Ζυθεστιατόριο ΚΑΛΛΙΦΟΡΝΙΑ του Ανδρέα Κωνσταντέλλου στην οδό Ζωγράφου 90.

 

–Κωνστάντες: Επώνυμο οικογένειας καθολικού δόγματος, η οποία μαρτυρείται στην Πάρο από τα μέσα του 20ού αιώνα και συνδέεται ιδιαίτερα με τη Νάουσα. Η οικογένεια αναφέρεται ως ιταλικής καταγωγής, με προέλευση από την Καλαβρία, ενώ με την πάροδο των αιώνων το επώνυμο εξαπλώθηκε σε διάφορες περιοχές της Ιταλίας. Η ετυμολογία του πιθανότατα συνδέεται με το λατινικό όνομα Constans / Constantinus, από το οποίο προέρχονται τύποι όπως Κώνστας και Κωσταντής, χωρίς όμως να μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα η ακριβής δημιουργία του οικογενειακού ονόματος.

Στην εραλδική παράδοση που αποδίδεται στην οικογένεια αναφέρεται οικόσημο με κυανές και αργυρές λωρίδες, δύο αστέρια και στο κέντρο μία μηλιά με εμφανείς τις ρίζες της. Η συμβολική ερμηνεία της παράστασης συνδέεται με την παλαιότητα της οικογένειας και την ανάπτυξη πολλών κλάδων, χωρίς αυτό να αποτελεί από μόνο του ιστορική απόδειξη της γενεαλογικής της προέλευσης.

Η παρουσία των Κωνστάντε στην Πάρο μαρτυρείται από τη δεκαετία του 1960. Το 1960, ο Αλέξανδρος Κωνστάντες παντρεύεται τη Ναουσαία Μαλαματένιου, γεγονός που συνδέει την οικογένεια με την τοπική κοινωνία της Νάουσας.

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της οικογένειας κατέχει ο δικηγόρος Αλέξανδρος Κωνστάντες, ο οποίος το 1984 υπήρξε πρωτεργάτης της προσπάθειας για την αναστήλωση του καθολικού ναού του Αγίου Γεωργίου στη Νάουσα. Παράλληλα, είχε διατελέσει νομικός σύμβουλος της Καθολικής Εκκλησίας της Ελλάδας, γεγονός που ενίσχυσε τον δεσμό του με την καθολική κοινότητα της Πάρου.

Η οικογενειακή παρουσία στη Νάουσα συνεχίζεται και στις επόμενες γενιές. Το 2010 αναφέρονται ο Γιώργος και η Σπεράτζα Κωνστάντε του Αλέξανδρου ως θερινοί κάτοικοι της Νάουσας, με μόνιμη κατοικία στην Αθήνα.

Στις 21 Αυγούστου 2015, στην καθολική ενορία της Νάουσας, τελείται μνημόσυνη δέηση από τον Γεώργιο Κωνστάντε για τον πατέρα του Αλέξανδρο, ο οποίος είχε αποβιώσει το 2006.

Η οικογένεια Κωνστάντες αποτελεί έτσι χαρακτηριστικό παράδειγμα νεότερης καθολικής οικογένειας που συνδέθηκε με τη Νάουσα και συνέβαλε στη διατήρηση της καθολικής κληρονομιάς της Πάρου, ιδιαίτερα μέσα από την προσπάθεια αποκατάστασης του ιστορικού ναού του Αγίου Γεωργίου.

–1960 Κωνστάντες Αλέξανδρος παντρεύεται τη Ναουσαία … Μαλαματένιου.

–1984. Πρωτεργάτης για την αναστήλωση του καθολικού Ναού του Αγίου Γεωργίου στη Νάουσα το 1984, ο δικηγόρος Αλέξανδρος Κωνστάντες, ο οποίος υπήρξε και νομικός σύμβουλος της Καθολικής Εκκλησίας της Ελλάδας.

–2010. Γιώργος και Σπεράτζα Κωνστάντε του Αλέξανδρου, θερινοί κάτοικοι Νάουσας. Μόνιμη κατοικία Αθήνα.

–2015. Στις 21 Αυγούστου του 2015 τελείται  μνημοσύνη δέηση στην Καθολική ενορία Νάουσας από τον Γεώργιο Κωνστάντε  για τον πατέρα του Αλέξανδρο ο οποίος απεβίωσε το 2006;

 

–Κωνσταντινίδης: Πατρωνυμικό επώνυμο, προερχόμενο από το βαπτιστικό όνομα Κωνσταντίνος. Η κατάληξη -ίδης έχει πατρωνυμική σημασία και δηλώνει αρχικά τον «γιο» ή τον «απόγονο» του Κωνσταντίνου. Το επώνυμο είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στον ελληνικό χώρο και απαντά σε διαφορετικές περιοχές και πληθυσμούς.

Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο μαρτυρείται ήδη από το 1834, στα Μάρμαρα. Σε έγγραφο της 13ης Απριλίου 1834 αναφέρεται ο ιερέας Νικόλαος Κωνσταντινίδης, ο οποίος υπηρετούσε ως εφημέριος Μαρμάρων. Η καταγραφή αυτή τοποθετεί την οικογένεια στην παριανή κοινωνία κατά τα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους και συνδέει το επώνυμο με τη θρησκευτική ζωή του χωριού.

Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, το 1875, το επώνυμο εμφανίζεται και πάλι στα Μάρμαρα, αυτή τη φορά σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας της επαρχίας Νάξου. Εκεί είναι εγγεγραμμένος ο Λεωνίδας Κωνσταντινίδης του Νικολάου, ηλικίας 45 ετών, έμπορος, από τα Μάρμαρα και κάτοικος Κωνσταντινούπολης.

Η αναφορά του πατρωνύμου «του Νικολάου» παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς το 1834 μαρτυρείται στα Μάρμαρα ο ιερέας Νικόλαος Κωνσταντινίδης. Η χρονική και ονοματολογική σύμπτωση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο οικογενειακής σχέσης, χωρίς όμως τα δύο τεκμήρια να επαρκούν από μόνα τους για ασφαλή γενεαλογική ταύτιση.

Οι δύο αυτές μαρτυρίες δείχνουν ότι οι Κωνσταντινίδηδες είχαν παρουσία στα Μάρμαρα ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα και ότι, μέσα στις επόμενες δεκαετίες, μέλος της οικογένειας δραστηριοποιήθηκε ως έμπορος στην Κωνσταντινούπολη, διατηρώντας παράλληλα την καταγωγή του από την Πάρο.

–1834. Ο ιερέας Νικόλαος Κωνσταντινίδης Εφημέριος Μαρμάρων αναφέρεται σε έγγραφο στις 13 Απριλίου 1834.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Κωνσταντινίδης Λεωνίδας του Νικολάου 45 ετών έμπορος από τα Μάρμαρα κάτοικος Κωνσταντινούπολης.

 

Κωνσταντίνου και Κωνσταντίνος: Πατρωνυμικό επώνυμο, προερχόμενο από το βαπτιστικό όνομα Κωνσταντίνος. Η μορφή Κωνσταντίνου προέρχεται από τη γενική του ονόματος και αρχικά σήμαινε «του Κωνσταντίνου», πριν καθιερωθεί ως οικογενειακό επώνυμο. Η μορφή Κωνσταντίνος απαντά επίσης ως οικογενειακό όνομα και μπορεί να έχει την ίδια ονοματική αφετηρία.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία του επωνύμου σε Παριανό εντοπίζεται στη Σύρο, λίγα μόλις χρόνια μετά την ίδρυση της Ερμούπολης.

Το 1839, στα δημοτολόγια της Ερμούπολης, είναι εγγεγραμμένος ο 18χρονος Παριανός σιδηρουργός Σταύρος Κωνσταντίνου, ο οποίος έδωσε τον προβλεπόμενο όρκο στις 31 Ιανουαρίου 1839. Η καταγραφή αυτή δείχνει έναν νέο Παριανό που είχε μετακινηθεί στη Σύρο και εργαζόταν σε ένα από τα σημαντικά τεχνικά επαγγέλματα της αναπτυσσόμενης Ερμούπολης.

Η παρουσία του επωνύμου στην ίδια την Πάρο τεκμηριώνεται αργότερα στις Λεύκες. Το 1892, στο Μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών, καταγράφεται ο Κωνσταντίνος Δημητρίου του Ιωάννη, γεννημένος στις Λεύκες.

Κατά τον 20ό αιώνα το επώνυμο εμφανίζεται και στη Νάουσα, αυτή τη φορά συνδεδεμένο με την αθλητική και κοινωνική ζωή του οικισμού. Το 1960, στην προσωρινή διοίκηση του Α.Ο. Νηρέας Νάουσας Πάρου, συμμετέχει ο Ηλίας Κωνσταντίνου. Τον επόμενο χρόνο, το 1961, στην πρώτη εκλεγμένη διοίκηση του συλλόγου, ο Ηλίας Κωνσταντίνου εκλέγεται αντιπρόεδρος.

Οι μαρτυρίες αυτές, από το 1839 έως το 1961, δείχνουν την παρουσία του επωνύμου σε διαφορετικές παριανές κοινότητες και τη σύνδεσή του με την επαγγελματική, κοινωνική και αθλητική ζωή του νησιού.

–1839. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 18χρονος σιδηρουργός Σταύρος Κωνσταντίνου. Έδωσε όρκο στις 31 Ιανουαρίου 1839.

–1892. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1892 στις Λεύκες ο Κωνσταντίνος Δημητριος του Ιωάννη.

–1960. Στην προσωρινή διοίκηση του ΑΟ Νηρέας Νάουσας Πάρου το 1960 ο Ηλίας Κωνσταντίνου.

–1961. Στην πρώτη εκλεγμένη διοίκηση του ΑΟ Νηρέας Νάουσας Πάρου το 1961  εξελέγχει αντιπρόεδρος ο Κωνσταντίνου Ηλίας.

 

Κωσταράς: Επώνυμο που απαντά στην Πάρο με μαρτυρία συνδεδεμένη με την εγκατάσταση προσφυγικού πληθυσμού από τη Μικρά Ασία. Η συγκεκριμένη καταγραφή αποτελεί μέχρι σήμερα την παλαιότερη γνωστή μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο.

1922. Κωσταράς Κωνσταντίνος του Νικολάου, ετών 36, ναύτης. Από τη Μικρά Ασία. Κάτοικος Ναούσης


–Κωστόπουλος: Πατρωνυμικό επώνυμο, προερχόμενο από το βαπτιστικό όνομα Κώστας, δηλαδή Κωνσταντίνος, και σημαίνει «ο γιος του Κώστα». Η κατάληξη -όπουλος, με πατρωνυμική σημασία «γιος» ή «παιδί», είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στα ελληνικά επώνυμα. Πρόκειται για κοινό ελληνικό επώνυμο, το οποίο απαντά σε πολλές περιοχές του ελληνικού χώρου.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο χρονολογείται από τις αρχές του 18ου αιώνα και συνδέεται με την Παροικιά.

Το 1733, στις 13 Οκτωβρίου, ο Μανώλης Μπιζάτζας, μαζί με τον γαμπρό του Αντώνη Φανγγιά Κωστόπουλο, συντάσσουν γράμμα για εξόφληση. Η αναφορά αυτή αποτελεί την πρώτη γνωστή μέχρι σήμερα μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο και δείχνει την παρουσία οικογένειας Κωστοπούλου στην οικονομική και συμβολαιογραφική ζωή της Παροικιάς.

Δέκα χρόνια αργότερα, το 1743, το επώνυμο εμφανίζεται και πάλι σε έγγραφο της Παροικιάς. Στη διαθήκη του παπά Τζώρτζη Βιτζαρά, της 27ης Οκτωβρίου 1743, αναφέρεται χωράφι στον Βούτημο, το οποίο συνορεύει με κτήμα του Βασίλη Κωστόπουλου. Η καταγραφή αυτή δείχνει την παρουσία του επωνύμου και στην ακίνητη περιουσία της παριανής κοινωνίας του 18ου αιώνα.

Η οικογένεια απαντά και στη Νάουσα τον 19ο αιώνα. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Νάουσας της επαρχίας Νάξου, στις 18 Μαρτίου 1844, καταγράφεται ο 60χρονος εργάτης Καλοχρούδης Κωστόπουλος.

Οι τρεις αυτές μαρτυρίες, από το 1733 έως το 1844, αποδεικνύουν τη μακρά παρουσία του επωνύμου στην Πάρο, με καταγραφές τόσο στην Παροικιά όσο και στη Νάουσα, και αποτελούν τα μέχρι σήμερα γνωστά σημεία της ιστορικής του διαδρομής στο νησί.

–1733. Ο Μανώλης Μπιζάτζας με τον γαμπρό του Αντώνη Φανγγιά Κωστόπουλο έκαμαν γράμμα για εξόφληση στις 13 Οκτωβρίου 1733.

–1743. Διαθήκη του παπά Τζώρτζη Βιτζαρά, Παροικιά, 27 Οκτ. 1743 «ακόμη εδικόν της το χωράφι εις τον Βούτημο λεγόμενο του Καλλικάτζαρου σύμπλιος Βασίλης Κωστόπουλος».

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 60χρονος εργάτης Καλοχρούδης Κωστόπουλος.

 

Κωταρής: Επώνυμο που μαρτυρείται στην Πάρο ήδη από τον 17ο αιώνα. Η παλαιότερη γνωστή μέχρι σήμερα αναφορά εντοπίζεται στη Νάουσα και συνδέεται με την παρουσία των Ιησουιτών στο νησί.

Το 1663, κάτοικοι της Πάρου απευθύνονται στον ηγούμενο Νάξου Γασπάρο Εμμανουήλ, ζητώντας την επιστροφή των Ιησουιτών στην Πάρο. Στην επιστολή τους, με ημερομηνία 16 Ιουλίου 1663, αναφέρουν ότι οι «ευλαβέστατοι πατέρες της συντροφίας» απουσίαζαν από το νησί επί δεκατέσσερα χρόνια, ενώ προηγουμένως είχαν παραμείνει εκεί για επτά χρόνια.

Μεταξύ των προσώπων που υπογράφουν την αίτηση βρίσκεται και ο Τζουάνες Κωταρίς, ο οποίος υπογράφει με τη χαρακτηριστική φράση «δούλος της αιδεσιμότης σας». Η καταγραφή αυτή αποτελεί την παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία του επωνύμου Κωταρής στην Πάρο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μορφή Κωταρίς, όπως καταγράφεται στο πρωτότυπο έγγραφο, καθώς αποτυπώνει την παλαιότερη γραφή του επωνύμου.

Δεν διαθέτουμε μέχρι σήμερα άλλα στοιχεία για την οικογένεια ούτε μπορούμε να προσδιορίσουμε την καταγωγή του Τζουάνες Κωταρή. Η μαρτυρία του 1663 αποτελεί, επομένως, ένα σημαντικό αλλά μοναδικό μέχρι σήμερα ίχνος του επωνύμου στη Νάουσα της Πάρου.

–1663. Αιτήσεις Ναουσαίων στον ηγούμενο Νάξου Γασπάρο Εμμανουήλ α)ARSI Galloa .455

Ευλαβέστατε και αιδεσιμώτατε εν Χω Πάτερ

Η ευχή της αγιωσύνης σου απάνω μας και εις όλον το νησίν τούτο. Έστοντας και από δεκατέσσερες χρόνους οπού λείπουσιν οι ευλαβέστατοι πατέρες της συντροφίας από το νησί μας επαρακαλέσαμεν πολλαίς φοραίς να γυρίσουν εδώ οπού τους είχαμε προτήτερα χρόνους επτά και ακόμη δεν εστραφήκασι αν καλά και πάντα μας ήταξαν καλήν όρεξιν. Τώρα οπού ακούομεν πως ήλθασι εις την Τήνο και εις την Μήλον πρέπον μας εφάνηκεν να δείξωμεν και εμείς την αγάπην και τον πόθον οπού είχαμεν να τους απολαύσωμεν εδώ και να παραλέσωμεν να μας τους επέμψη η αιδεσιμότης σου σαν εκείνος οπού τους ορίζει όλους και δεν γυρεύει άλλο παρά να τους στείλη εκεί οπού εμπορούσι να βοηθήσουν ταις ψυχαίς εις σωτηρίαν παντοτινήν και δόξαν του Θεού και απαντέχοντας τούτην την χάριν φιλούμεν τα χείρας της αιδεσιμότης σου όσοι εδώ κάτω υπογράψαμε.

Από την Πάρον στας 16 του ιουλίου 1663.

Νικόλαος (Ρούσσος) ιερεύς και οικονόμος αγούσης σακελλάριος στέργω τα άνωθεν

Παπα δημήτριος τριαντάφυλος στέργω

Ιωασάφ ιερομόναχος μαλατέστας στέργω

Παπα Τζάνες Καλέργης στέργω

Παπα δημήτρις γανάτζες στέργω

Νικηφόρος γιράρδης στέργω τα άνωθεν

Γεώργις μοσκονάς στέργω

Τζουάνες μοσκονάς δούλος της εντιμότης σας

Τζουάνες κωταρίς δούλος της αιδεσιμότης σας

Μαστρο γληγόρης (Περπινιάνης) δούλος της αιδεσιμότης σας

Ανδρέας καλέργης δούλος της αιδεσιμότης σας

Δημήτρις μαλατέστας δούλος της αιδεσιμότης σας

Νικήτας μεδρινός στέργω

Ανεγνώστης ραγούσης στέργω.

 

Κώτης: Βλέπε Κότης ή Κόττης

 

Κώτσας: Το επώνυμο Κώτσας πιθανότατα προέρχεται από τον λαϊκό τύπο Κώτσος, ο οποίος αποτελεί μορφή του βαπτιστικού ονόματος Κωνσταντίνος, και ανήκει στα πατρωνυμικά επώνυμα που σχηματίστηκαν από βαπτιστικά ονόματα.

Μικρασιάτης κάτοικος Ναούσης. Αναφέρεται Μικρασιάτης με το επώνυμο Κώτσας ως κάτοικος της Ναούσης της Πάρου, μαρτυρία που καταγράφει την παρουσία του επωνύμου στον οικισμό και τη σύνδεσή του με οικογένεια μικρασιατικής καταγωγής.

 

Κωτσολάκης: Το επώνυμο Κωτσολάκης είναι πατρωνυμικό και ανήκει στην κατηγορία των επωνύμων που σχηματίστηκαν από υποκοριστικό ή λαϊκό τύπο του βαπτιστικού ονόματος Κώστας / Κωνσταντίνος, με την κατάληξη -άκης, η οποία είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική σε πολλές περιοχές της Κρήτης αλλά απαντά και σε άλλες περιοχές του ελληνικού χώρου. Η μορφή του επωνύμου μπορεί επομένως να δηλώνει αρχικά «ο γιος ή ο απόγονος του Κώτσου».

–1966. Σε σχολική φωτογραφία του 1966 στον Πρόδρομο απεικονίζεται ο μαθητής Κωτσολάκης Μανώλης.

 

C

Calergi:  Βλέπε Καλλέργης


Q

–Quoatrieux: Γαλλικό επώνυμο, το οποίο απαντά στην Πάρο κατά τον 17ο αιώνα και συνδέεται με την παρουσία των Ιησουιτών στο νησί. Η παρουσία του συγκεκριμένου προσώπου στη Νάουσα αποτελεί μαρτυρία της δραστηριότητας των δυτικών καθολικών ιεραποστολών στην Πάρο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

–1647. Ιησουίτης ιερομόναχος στη Νάουσα το 1647 π. Ερρίκος Quoatrieux ο οποίος αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Γαλλία ένα χρόνο αργότερα για λόγους υγείας.

 

Για οικόσημα βλέπε εδώ…

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αλφαβητικός κατάλογος επιθέτων