Αλφαβητικός κατάλογος επιθέτων

Α, Β, Γ&G, Δ & D, Ε, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ &C&Q, Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο, Π, Ρ, Σ, Τ, Υ, Φ, Χ, Ψ, Ω

*Η ορθογραφία που είναι από αποσπάσματα παλιών εγγράφων παραμένει όπως είναι στο πρωτότυπο.

Ονοματολογία και οικοσημολογία περί Πάρου

Την εποχή της παγκοσμιοποίησης και της ισοπέδωσης γεγονότων και ιδεών, κρατών και λαών, η γενεαλογική έρευνα σαν ιστορική και κοινωνιολογική επιστήμη παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη δημοτικότητα σε πολλές χώρες του κόσμου. Οι άνθρωποι δείχνουν ενδιαφέρον για την φυλετική τους καταγωγή, την εθνική του καταγωγή, τις οικογενειακές τους ρίζες και γενικά για τους προγόνους τους. Στην αναζωπύρωση αυτού του ενδιαφέροντος συντέλεσε και η δημιουργία πολυεθνικών κρατών (ΗΠΑ, Αυστραλία) που εμφανίστηκαν τους τελευταίους δύο αιώνες και τα ισχυρά μεταναστευτικά ρεύματα που ακολούθησαν αυτούς τους αιώνες.

Η ενασχόληση και η έρευνα για την γενεαλογία και τα οικόσημα είναι μια ευγενής πολιτιστική πράξη. Οι πηγές για την καταγωγή των οικογενειών μας επιθέτων είναι τα ιστορικά αρχεία των δημοσίων αρχών και ιδιωτικές συλλογές. Μέσα στις δημοτικές βιβλιοθήκες, ιστορικά αρχεία, εκκλησιαστικά αρχεία μπορούμε να βρούμε έγγραφα, προικοσύμφωνα, νοταριακές πράξεις, μητρώα, τα οποία σηματοδοτούν την καταγωγή μας. Τα εκάστοτε μαρμάρινα οικόσημα, είναι εντοιχισμένα σε οικίες, εκκλησίες, κοιμητήρια, αποτελούν και αυτά μέρος των πηγών αναδεικνύοντας τα σύμβολα των οικογενειακών μας επιθέτων.

Οι πρώτοι και οι πιο σημαντικοί ερευνητές ονοματολογίας στην Ελλάδα υπήρξαν οι Ν. Ανδριώτης και Α. Σιγάλας τον 19ο αιώνα και ο Μ. Τριανταφυλλίδης και Μ. Χατζιδάκης, Χρυς. Τσικριτσή-Κατσιανάκη τον 20ο αιώνα. Έρευνα για τα οικόσημα της Πάρου και αντίστοιχες δημιουργίες έχουν κάνει ο καθηγητής Νίκος Αλιπράντης, ο αρχαιολόγος-αρχιτέκτονας Αναστάσιος Ορλάνδος ο λαογράφος Ζαχαρίας Στέλλας, όπως φυσικά και ο φίλος και πολύτιμος συνεργάτης του blog Ιωάννης Βασιλειόπουλος. Σημειώνουμε ακόμα και τους ξένους Μεσαιωνιστές ιστοριοδίφες όπως ο Γερμανός Κ. Χοπφ, οι Άγγλοι Ο. Μίλλερ και Φ.Ο. Χασλουκ, ο Γάλλος Α. Μπισόν και ο Ολλανδός Β. Σλότ.

Η τοπική ονοματολογία και τα επίθετα της Πάρου χωρίζονται σε ομάδες.

Προέλευση - Καταγωγή

1. Ελληνικά – Παλαιοβυζαντινά βυζαντινά π.χ Αγαλλιανός, Αργυρόπουλος, Αρχολέως, Αλισαφής (πριν το 1204).

2. Φράγκικα - Δυτικά κυρίως Ισπανικά, Ιταλικά και Λοβαρδοβενέτικα π.χ. Κουαρτάνος, Τσιγώνιας, Αλιφιέρης, Αλιπράντης (μετά το 1204). Οι Φράγκοι κατέλαβαν την Πάρο το 1207 και προς ασφάλεια έκτισαν κάστρο στην Παροικιά και αργότερα στη Νάουσα και στα χωριά του Κεφάλου. Οι Παριανοί κατά ένα μεγάλο ποσοστό έχουν Ενετικά-Δυτικά επώνυμα αυτό οφείλεται.

α) στην Βενετοκρατούμενη Πάρο για πάνω απο 3 αιώνες κατα τον μεσαίωνα όπου πολλοί δυτικοί αποίκησαν.

β) μετά τον πόλεμο στην Κρήτη μεταξύ Κρητων, Κρητοβενετών εναντίων των Οθωμανών και νίκη των τελευταίων, πολλοί Κρητοβενετοί κατέφυγαν στις Κυκλάδες

Τα οικογενειακά ονόματα Ενετικής προέλευσης προέρχονται

α) από αναγνωρισμένα και υιοθετημένα νόθα παιδιά των Ενετών,

β) από μικτούς γάμους,

γ) από εξελληνισμένους Βενετούς, που λόγω πτώχευσης έχασαν πρώτα την ευγένειά τους και ύστερα το εθνικό τους φρόνημα,

δ) από βενετικά βαφτιστικά και

ε) πιθανόν και μερικά να προέρχονται από ονόματα Βενετών που επικράτησαν ως παρωνύμια για λόγους σκωπτικούς.

3. Μεταγενέστερα της άλωσης του Μωριά από τους Οθωμανούς και μετά την αποτυχημένη επανάσταση του Ορλόφ. Σε αυτή τη περίοδο κατέφευγαν στις Κυκλάδες πολλές οικογένειες του Μωριά. π.χ. Τριπολιτσιώτης, Δημητρακόπουλος, Μωραΐτης, Αναγνωστόπουλος, Ζησημόπουλος, Γραμματικόπουλος κ.α.

4. Πρόσφυγες. Αρκετοί και οι πρόσφυγες κυρίως από τα Παράλια της Μικράς Ασίας αλλά και απο τα Νησιά του Ανατολικού Αιγαίου μετά τον 19ο αιώνα. Τρία τα μεγάλα κύματα προσφύγων, το 1814 από τα Παράλια, το 1822-24 από Νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και το 1922 πάλι από τα παράλια της Μικράς Ασίας που έμελε να είναι και το τελειωτικό χτύπημα για τον Ελληνισμό της περιοχής.

Κατηγορίες

Εθνικά ή Πατριδωνυμικά-Toπωνυμιακά. Οικογενειακά ονόματα εννοούμε τα ονόματα εκείνα που φανερώνουν τον τόπο όπου ξενοδούλεψε και έζησε ο παρονομασμένος: Πολίτης από την Πόλη, ή πολύ συχνότερα τον τόπο απ’ όπου ήρθε, το χωριό απ’ όπου μετοίκησε. Οι καταλήξεις των πατριδωνυμικών που ακούμε στην Πάρο είναι οι: -αίος, ήτης, -ίτης, -ιος, -ιώτης. Μεταγενέστερες και νεότερες: -αϊτης, -ιάτης, -άνος, -ηνός, -ινός, -(ια)κός.

Επάγγελμα-παρατσούκλι, όπως π.χ. Ράπτης, Μυλωνάς, Χασούρης, Καρποδίνης, Ακάλεστος, Γαλανός, Μαούνης, Μαλαματένιος, κ.α.

Βαπτιστικά, όπως Δημητρίου, Γεωργίου, ή Παυλάκης, Γιαννάκης κ.α.

Αλφαβητικός κατάλογος επιθέτων

Α, Β, Γ, Δ & D, Ε, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ & Q, Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο, Π, Ρ, Σ, Τ, Υ, Φ, Χ, Ψ, Ω


*Η ορθογραφία που είναι από αποσπάσματα σε παλιά έγγραφα παραμένει όπως είναι στο πρωτότυπο.

Παριανά επίθετα Β και V

Για τα οικόσημα βλέπε εδώ…

B

–Βαβανός: Η οικογένεια Βαβανού συγκαταλέγεται στις οικογένειες της Πάρου που διαθέτουν τεκμηριωμένη παρουσία ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα. Ο κύριος πυρήνας της φαίνεται να συνδέεται με τη Νάουσα, ενώ κατά τους επόμενους αιώνες μέλη της οικογένειας απαντούν επίσης στα Μάρμαρα, στον Κώστο, στην Παροικιά και, αργότερα, στη Σύρο.

Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, οι Βαβανοί αποτελούν μονοκλαδική οικογένεια. Η ίδια παράδοση συνδέει τον οικογενειακό κορμό των Βαβανών και με την οικογένεια Ποπολάνου, η οποία, σύμφωνα με την αφήγηση, προέκυψε όταν μέλος των Βαβανών απέκτησε διαφορετικό επώνυμο ύστερα από υιοθεσία. Το στοιχείο αυτό, μέχρι να επιβεβαιωθεί από γενεαλογικά ή συμβολαιογραφικά τεκμήρια, πρέπει να αντιμετωπίζεται ως οικογενειακή μαρτυρία.

Η ετυμολογία του επωνύμου Βαβανός δεν έχει μέχρι σήμερα αποσαφηνιστεί. Η σύνδεσή του με τη λαϊκή λέξη «βαβά» αποτελεί μία πιθανή ερμηνεία, χωρίς όμως να διαθέτουμε επαρκή στοιχεία ώστε να θεωρηθεί τεκμηριωμένη.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει παράλληλα η ύπαρξη του επωνύμου Vavano σε παλαιότερες καταγραφές της νότιας Ιταλίας. Η μορφολογική ομοιότητα με το παριανό Βαβανός αποτελεί ένα ενδιαφέρον ονοματολογικό παράλληλο, δεν μπορεί όμως από μόνη της να αποδείξει κοινή καταγωγή.

Οι πρώτες γνωστές αναφορές

Οι μέχρι σήμερα γνωστές αρχειακές αναφορές στους Βαβανούς τοποθετούν την οικογένεια στις αρχές του 18ου αιώνα. Ήδη από τη δεκαετία του 1720 το επώνυμο εμφανίζεται σε προικοσύμφωνα, διαθήκες και άλλες συμβολαιογραφικές πράξεις.

Το 1723 συναντούμε το προικοσύμφωνο της Κατερίνας Βαβανού με τον Μιχαλάκη Μαλατέστα. Λίγα χρόνια αργότερα εμφανίζονται στις πηγές και οι Αντώνιος Βαβανός και Ιάκωβος Βαβανός, με τον τελευταίο να αναφέρεται ως σακελλάριος της Νάουσας.

Οι αναφορές αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία. Δεν μας επιτρέπουν να προσδιορίσουμε με βεβαιότητα την αρχική προέλευση της οικογένειας, δείχνουν όμως ότι στις αρχές του 18ου αιώνα οι Βαβανοί ήταν ήδη εγκατεστημένοι και κοινωνικά ενταγμένοι στην τοπική κοινωνία της Νάουσας.

Η εμφάνιση του επωνύμου σε διαφορετικού τύπου συμβολαιογραφικά έγγραφα υποδηλώνει επίσης ότι η οικογένεια είχε ήδη αποκτήσει σταθερή παρουσία στην παριανή κοινωνία.

Κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, οι Βαβανοί εμφανίζονται στις διαθέσιμες πηγές κυρίως ως γεωργοί και εργάτες, ενώ καταγράφονται επίσης μέλη της οικογένειας που ασκούσαν τεχνικά επαγγέλματα, όπως η ξυλουργική, αλλά και δραστηριότητες που συνδέονταν με τη θάλασσα.

Η παρουσία της οικογένειας αποτυπώνεται και στους εκλογικούς καταλόγους του 19ου αιώνα. Στον κατάλογο του 1844 καταγράφονται αρκετοί Βαβανοί στη Νάουσα, ενώ στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1847 συναντούμε τον Παναγιώτη Βαβανό, ηλικίας 53 ετών, ο οποίος αναφέρεται ως ξυλουργός.

Οι καταγραφές αυτές είναι σημαντικές όχι μόνο για τη γενεαλογική έρευνα, αλλά και για την κοινωνική ιστορία της οικογένειας. Μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε την παρουσία των Βαβανών σε διαφορετικές κοινότητες και να δούμε τη συμμετοχή τους στην οικονομική ζωή της Πάρου.

Η εξάπλωση της οικογένειας

Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η οικογένεια φαίνεται να έχει πλέον αποκτήσει σημαντικό αριθμό μελών. Στους καταλόγους του 1883 εμφανίζονται αρκετοί Βαβανοί στη Νάουσα και στον Κώστο, μεταξύ των οποίων ο Ιάκωβος Βαβανός, ο Αντώνιος Βαβανός, ο Ιωάννης Βαβανός και δύο διαφορετικά πρόσωπα με το όνομα Νικόλαος Βαβανός.

Η επανάληψη του επωνύμου σε διαφορετικές περιοχές της Πάρου δείχνει ότι μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα οι Βαβανοί είχαν εξελιχθεί σε πολυμελή οικογένεια με περισσότερους από έναν τοπικούς κλάδους ή εγκαταστάσεις.

Παράλληλα, από τις διαθέσιμες συμβολαιογραφικές και άλλες καταγραφές προκύπτει η σύνδεση με ακίνητη και αγροτική περιουσία, ιδιαίτερα στην ευρύτερη περιοχή της Νάουσας. Η εξέλιξη αυτή είναι χαρακτηριστική της σταδιακής συγκρότησης οικογενειακών περιουσιών στις παριανές κοινότητες κατά τον 18ο και 19ο αιώνα.

Όπως συνέβη και με πολλές άλλες παριανές οικογένειες κατά τον 19ο αιώνα, μέλη των Βαβανών συνδέθηκαν με τη Σύρο και ιδιαίτερα με την Ερμούπολη, η οποία εξελίχθηκε σε σημαντικό εμπορικό, ναυτικό και οικονομικό κέντρο του Αιγαίου.

Η μετακίνηση Παριανών προς τη Σύρο δεν σήμαινε απαραίτητα οριστική εγκατάλειψη της πατρίδας τους. Σε πολλές περιπτώσεις οι οικογενειακοί και περιουσιακοί δεσμοί με την Πάρο παρέμεναν ενεργοί.

Το 1860 αναφέρεται σε συμβολαιογραφική πράξη της Ερμούπολης η Μαρούσα, χήρα Στελιανού Βαβανού, κάτοικος Πάρου.

Αργότερα, το 1884, καταγράφεται στην Ερμούπολη ο γάμος της Ανθής Βαβανού, από την Πάρο, με τον Μάρκο Φροΐδη, αλιέα από την Πάρο και κάτοικο Σύρου.

Οι μαρτυρίες αυτές επιβεβαιώνουν ότι κατά τον 19ο αιώνα υπήρχαν ενεργοί οικογενειακοί δεσμοί ανάμεσα στην Πάρο και τη Σύρο. Παράλληλα, εντάσσουν την ιστορία των Βαβανών στο ευρύτερο φαινόμενο της παριανής μετανάστευσης προς τα οικονομικά και ναυτικά κέντρα του Αιγαίου.

Η μέχρι σήμερα τεκμηριωμένη παρουσία των Βαβανών αρχίζει στις αρχές του 18ου αιώνα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η οικογένεια εμφανίστηκε στην Πάρο εκείνη την εποχή.

Η απουσία παλαιότερων γνωστών αναφορών μπορεί να οφείλεται στην απώλεια ή αποσπασματική διατήρηση των παλαιότερων αρχείων, αλλά και στη φύση των πηγών που έχουν διασωθεί. Για τον λόγο αυτό, η αναζήτηση των απαρχών μιας οικογένειας δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην πρώτη γνωστή εμφάνιση ενός επωνύμου.

Για την Πάρο, άλλωστε, η περίοδος πριν από τον 18ο αιώνα χαρακτηρίζεται από σημαντικές ιστορικές αναταράξεις και καταστροφές, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την αδιάλειπτη γενεαλογική παρακολούθηση πολλών οικογενειών.

Από τις πρώτες γνωστές αναφορές του 18ου αιώνα έως τους εκλογικούς καταλόγους και τα συμβολαιογραφικά έγγραφα του 19ου αιώνα, και από τη Νάουσα και τον Κώστο έως την Παροικιά και τη Σύρο, η οικογένεια Βαβανού αφήνει ένα διακριτό αποτύπωμα στην ιστορία της Πάρου.

Οι Βαβανοί εμφανίζονται ως γεωργοί, εργάτες, τεχνίτες και άνθρωποι που συνδέθηκαν με τη θάλασσα, συμμετέχοντας στην καθημερινή οικονομική και κοινωνική ζωή του νησιού. Παράλληλα, η παρουσία τους σε συμβολαιογραφικές πράξεις, προικοσύμφωνα, διαθήκες και εκλογικούς καταλόγους επιτρέπει τη σταδιακή ανασύνθεση της οικογενειακής τους πορείας.

Η ιστορία τους, επομένως, δεν αφορά μόνο ένα επώνυμο. Αποτελεί ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα της ιστορίας των παριανών οικογενειών και της διαμόρφωσης των τοπικών κοινωνιών από τον 18ο αιώνα έως τη νεότερη εποχή.

Και ίσως το σημαντικότερο ερώτημα παραμένει ανοιχτό:

Η ύπαρξη του επωνύμου Vavano σε παλαιότερες ιταλικές καταγραφές αποτελεί ένα ενδιαφέρον στοιχείο προς διερεύνηση, αλλά δεν αρκεί για να τεκμηριώσει συγγένεια ή καταγωγή. Μόνο η ανεύρεση συγκεκριμένων γενεαλογικών, συμβολαιογραφικών ή άλλων αρχειακών τεκμηρίων θα μπορούσε να συνδέσει με ασφάλεια τους Βαβανούς της Πάρου με παλαιότερο οικογενειακό κλάδο ή συγκεκριμένο τόπο προέλευσης.

Μέχρι τότε, η δυτική ή ιταλική καταγωγή παραμένει ιστορική υπόθεση και αντικείμενο έρευνας.

Αυτό όμως δεν μειώνει το ενδιαφέρον της οικογένειας. Αντίθετα, οι τρεις αιώνες τεκμηριωμένης παρουσίας της στην Πάρο αποτελούν ήδη ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της Νάουσας και του παριανού πληθυσμού και αφήνουν ανοιχτό το πεδίο για την αναζήτηση ακόμη παλαιότερων ριζών.

–1726. «Προικοσύμφωνο Μιχαλάκη Μαλατέστα και Κατερίνας Βαβανού» Νάουσα 13 Νοεμβρίου 1723.

«Η Καλίτζα Ιωάννου Βαβανού δώνει στην κόρη της Κατερίνα μίαν εικόνα …. Και ο ευγενής αφέντης Ιωαννάκης Μαλατέστας ομού με την αρχόντισσαν του κυρίαν Βαρβαράκη τον δίνει (του γιού του) δύο εικόνες…».

–1733. Ο Διαθέτης Αντώνιος Ντελέντας αφήνει ανάμεσα σε άλλα και του υιού του Γεώργη το χωράφι εις τον Άγιον Ευθύμιον πλησίον Αντώνιος Βαβανός στις 2 Φεβρ. 1733 στη Νάουσα.

–1738. Σε προικοσύμφωνο Παροικίας στις 8 Απριλίου 1738, ο Μιχελέτος του Σπιρίδου με την κερα Νικολέττα θυγατέρα του Γεωργίου Σκιαδά, αναφέρεται ο μάρτυρας Σακελλίος Νάουσας Ιάκωβος Βαβανός.

–1739. «Προικοσύμφωνο Νικολάου Μανόλη Λεκάσα με την θυρατήρ Γιάκουμου Βαβανού ονόματι Φλωρέντζα» Παροικιά, 30 Ιουνίου 1739. «Ο Ιάκωβος Βαβανός δίδει στην κόρη του εικόνες των αγίων … Η Μαρία Μανόλη Λεκάσα τάζει εικόνες …» (ΓΑΚ, 212 150r-v).z

–1751. Σε έγγραφο στις 4 Νοεμβρίου 1751 αναφέρεται με χωράφι στο Βορού ο Ιωάννης Βαβανός. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται και ο Αντώνιος Βαβανός με μαντρί στην Βρύση.

–1812. Σε προικοσύμφωνο στις 22 Οκτωβρίου 1816 αναφέρεται η Ανθούλα γυνή πάλε ποτέ Ιάκωβου Βαβανού, όπου πάντρεψε το 1812 τον γιό της με την θυγατέρα του πάλε ποτέ Περούλη Ρούσσου ονόματι Αντωνία.

–1816. Σε προικοσύμφωνο του Ιωάννη Ιακ. Βαβανού και Αντωνίας Περούλη Ρούσσου. Νάουσα στις 22 Οκτωβρίου 1816. «Η κυρία Ανθούσα, σύζυγος του μακαρίτη Ιακώβου Βαβανού δίδει στο γιό της μίαν εικόνα του Αγίου Ιωάννη» Ο Περούλης δεν προσφέρει εικόνες στην κόρη του» (ΓΑΚ, κωδ.214, φ4).

–1827. Στα δημοτολόγια Παροικίας του 1827 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 33χρονος ξυλουργός Παναγιώτης Βαβανός.

–1831. Το 1831 μνημονεύεται στο προικοσύμφωνο του Πέτρου Τζώρτζη Χαμάρτου και της Αναστασίας Αντωνίου Φρ. Μαυρομμάτη στην Παροικία, 30 Ιανουαρίου 1831, «… πλησίον οικονόμος Βατιμπέλας».

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (συμπεριλαμβάνεται και ο Κώστος), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 59χρονος γεωργός Βαβανός Νικόλαος, ο 27χρονος γεωργός Βαβανός Στυλιανός, ο 54χρονος γεωργός Μάρκος Βαβανός, ο 31χρονος εργάτης Νικόλαος Ι. Βαβανός.

–1847. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο Βαβανός Παναγιώτης 53 ετών ξυλουργός

–1860. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1860 σε συμβολαιογραφική πράξη [Πληρεξούσιο] στην Σύρου αναφέρεται η κάτοικος Πάρου Μαρούσα  χήρα Στελιανού Βαβανού.

–1867. Το 1867 γεννιέται ο Βαβανός Στυλιανός του Ιάκωβου γεωργός κάτοικος Νάουσας Πάρου. Απεβίωσε το 1949.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο του Κώστου του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Βαβανός Θεόδωρος του Νικολάου, 33 ετών, γεωργός.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Βαβανός Αντώνιος του Ιακώβου, 33 ετών, γεωργός. Ο Βαβανός Ιάκωβος του Ιωάννης, 61 ετών, γεωργός, ο Βαβανός Ιωάννης του Στυλιανού, 39 ετών, εργάτης, ο Βαβανός Νικόλαος του Ιωάννη, 68 ετών, εργάτης και ο Βαβανός Νικόλαος του Ιακώβου, 28 ετών, εργάτης.

–1884. Στις 5 Ιουλίου 1884 ο 41χρονος αλιεύς από την Πάρο Μάρκος Φροΐδης, του Γεωργίου και της Ελένης, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 22χρονη από την Πάρο Ανθή Βαβανού, του Ιακώβου και της Κυριακής.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Βαβανός Θεόδωρος του Νικολάου, 35 ετών, γεωργός από τον Κώστο, Βαβανός Αντώνιος του Ιάκωβου, ετών 34, γεωργός από τη Νάουσα, Βαβανός Ιάκωβος του Ιωάννη, ετών 63, γεωργός από τη Νάουσα, Βαβανός Ιωάννης του Στυλιανού, ετών 41, εργάτης από τη Νάουσα, Βαβανός Νικόλαος του Ιωάννη, 70 ετών εργάτης από τη Νάουσα, Βαβανός Νικόλαος του Στυλιανού, ετών 33, εργάτης από τη Νάουσα και Βαβανός Νικόλαος του Ιάκωβου, 30 ετών, εργάτης από τη Νάουσα.

–1891. Το 1891 γεννιέται ο Βαβανός Εμμανουήλ του Νικολάου επιπλοποιός κάτοικος Παροικιάς.

–1903. Στις 30 Ιουνίου 1903 ο 22χρονος αλιεύς από την Πάρο Γεώργιος Μπαρμπαρής του Φρατζέσκου και της Άννας Βαβανού [κάτοικοι Πάρου], παντρεύεται στην Ερμούπολη την 19χρονη από την Θήρα Θεοδώρα Συρίγου, του Εμμανουήλ και της Μαργαρίτας.

–1905. Στις 13 Νοεμβρίου 1905 ο 25χρονος εργάτης από την Πάρο Ιάκωβος Μπαρμπαρής του Φραγκίσκου και της Άννα Βαβανού, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Σύρο Αθανασία Ξαγοράρη, του Εμμανουήλ, και της Μαρουσώς.

–1907. Στις 2 Μαρτίου 1907 ο 24χρονος εργάτης από την Πάρο Πέτρος Μπαρμπαρής του Φραγκίσκου και της Άννας Βαβανού παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Σύρου Μαριγώ Βλάχου, του Βαλσαμή και της Καλλίτσας.

–1914. Στις 16 Μαρτίου 1914 ο 45χρονος εργάτης από την Πάρο Στυλιανός Βαβανός του Ιάκωβου και της Κυριακή Μαλαματένιου [κάτοικοι Πάρου] παντρεύεται στην Ερμούπολη την 40χρονη από την Νάξο Αυγουστίνα Μαρούλη, του Γεωργίου, και της Κυριακής Μπεμπένη [κάτοικοι Νάξου].

–1917. Το 1917 γεννιέται ο Βαβανός Γεώργιος του Ιάκωβου, ναυτικός, κάτοικος Νάουσας Πάρου.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Βαβανός Δημήτριος του Ιάκωβου, ναυτικός, κάτοικος Νάουσας Πάρου.

–1928. Το 1928 γεννιέται η Βαβανού Αργυρώ του Εμμανουήλ κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.

–1930. Το 1930 γεννιέται η Βαβανού Φώτω του Εμμανουήλ κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.

–1931. Το 1931 γεννιέται η Βαβανού Χρυσάνθη του Εμμανουήλ κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 78χρονος κάτοικος Νάουσας, Βαβανός Στυλιανός του Ιάκωβου, γεωργός, ο 60χρονος κάτοικος Νάουσας, Βαβανός Γεώργιος του Αντωνίου, εργάτης, ο 62χρονος κάτοικος Νάουσας, Βαβανός Ιάκωβος του Αντωνίου, εργάτης, ο 27χρονος γεωργός Βαβανός Αντώνιος του Γεωργίου, ο 32χρονος εργάτης Βαβανός Αντώνιος του Ιάκωβου, ο 24χρονος εργάτης Βαβανός Βασίλειος του Ιάκωβου. Ο 23χρονος εργάτης Βαβανός Θεόδωρος του Γεωργίου, ο 28χρονος εργάτης Βαβανός Ιωάννης του Στυλιανού και ο 22χρονος εργάτης Βαβανός Κωνσταντίνος του Ιάκωβου.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Καπούτσου Συγκλητική, όνομα συζύγου Βασίλειος, όνομα πατρός Βαβανός Γεώργιος.

 

Βάβουλας:

–1672. Σε αίτημα των παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας Πατέρα της Καθολικής Εκκλησίας  Jacques Dinet για να ζητήσουν πατέρες της καθολικής εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο. «Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας, ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ ενδόξου συντροφιάς υου Ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον μας πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την επιστήμην δια τους μεταγεναστέρους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος άλλο δεν είναι εις όλα τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται…»

Πάρος: εν έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29) εις το παλαιόν: +Ταπεινός Μητροπολίτης Παροναξίας Μελέτιος.

Το πιο πάνω αίτημα υπογράφουν χριστιανοί, καθολικοί και ορθόδοξοι, μεταξύ άλλων και ο Αντώνιος Βάβουλας.

 

Βάγιας: Η οικογένεια Βάγια αποτελεί μία από τις οικογένειες με σημαντική και συνεχή παρουσία στη νεότερη ιστορία της Πάρου, η οποία διατηρείται μέχρι σήμερα. Τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί τεκμηριώνουν την παρουσία του παριανού κλάδου τουλάχιστον από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, ο γενάρχης του παριανού κλάδου καταγόταν από τη Σπερχειάδα Φθιώτιδας και εγκαταστάθηκε στην Πάρο.

Ο Ιωάννης Β. Βάγιας και οι αρχές του 20ού αιώνα

Σημαντική μορφή της οικογένειας υπήρξε ο Ιωάννης Β. Βάγιας, που γεννήθηκε το 1876 και ήταν σύζυγος της Ασπασίας, το γένος Βιτσαρά. Γιος τους ήταν ο Κωνσταντίνος Ι. Βάγιας (1922–2023).

Η οικογένεια είχε ήδη ενεργή παρουσία στην κοινωνική και εκπαιδευτική ζωή της Πάρου στις αρχές του 20ού αιώνα. Το 1920, ο Βάγιας Β. συγκαταλέγεται μεταξύ των ιδρυτών του «Εν Πειραιεί Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου», σύμφωνα με το βιβλίο πρακτικών του Συνδέσμου. Το 1921, ο Ιωάννης Βάγιας υπηρετούσε ως δάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Νάουσας.

Παροικιά και Νάουσα

Μέλη της οικογένειας καταγράφονται παράλληλα και στην Παροικιά. Ο Ιωάννης Βάγιας του Νικολάου, συνταγματάρχης, περιλαμβάνεται στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1949.

Η παρουσία των Βάγια συνεχίζεται και τις επόμενες δεκαετίες. Σε φωτογραφία της Νάουσας του 1958 διακρίνεται ο νεαρός Αντώνης Βάγιας, ενώ στην Παροικιά το 1959 καταγράφεται ο μαθητής Νίκος Βάγιας, ο οποίος εμφανίζεται και σε φωτογραφία του Γυμνασίου Πάρου το 1963.

Οι συγγενικές σχέσεις με παλαιές παριανές οικογένειες

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι συγγενικές σχέσεις των Βάγια με παλαιότερες παριανές γενιές. Σε τεκμήριο του 1822 αναφέρεται η Κατίγκω Ν. Μάτσα, σύζυγος του σιόρ Μιχελή Κρίσπη, και η μητέρα της Ραμπελιώ Ν. Μάτσα, το γένος Νικολάου Ιωάννη Δελαγραμμάτη. Η παλαιότερη αυτή οικογενειακή γραμμή συνδέεται με μεταγενέστερους κλάδους των Κρίσπη και Δημητρακοπούλου.

Η σύνδεση με τους Βάγια έγινε αργότερα, μέσω του γάμου του Κωνσταντίνου Ι. Βάγια με την Αγνή Δημητρακοπούλου, συνδέοντας έτσι τη νεότερη οικογένεια Βάγια με παλαιότερες παριανές γενιές.

Ο καθηγητής Ιωάννης Κ. Βάγιας

Από τον γάμο τους προήλθε ο καθηγητής Ιωάννης Κων. Βάγιας, καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, με σημαντική διεθνή επιστημονική παρουσία στον αντισεισμικό σχεδιασμό και τις μεταλλικές κατασκευές. Η πορεία του αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της συμβολής των μεταγενέστερων γενεών της οικογένειας στην επιστήμη και την ανώτατη εκπαίδευση.

Η οικογένεια στον 20ό αιώνα και σήμερα

Στην περίοδο της Κατοχής αναφέρεται επίσης ο Ιωάννης Ν. Βάγιας, αστυνόμος που συνελήφθη από τις ιταλικές αρχές για την αντιστασιακή του δράση στη βάση της Αντιπάρου. Τα διαθέσιμα στοιχεία τον διαχωρίζουν από τον συγκεκριμένο γενεαλογικό κλάδο.

Από τον Ιωάννη Β. Βάγια του 1876 μέχρι τους σημερινούς απογόνους, η οικογένεια παρουσιάζει συνεχή παρουσία στην Πάρο, με δράση στην εκπαίδευση, τη στρατιωτική υπηρεσία, την επιστήμη και την κοινωνική ζωή του νησιού. Η ιστορία της αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα της εξέλιξης μιας οικογένειας που ενσωματώθηκε στην παριανή κοινωνία και συνεχίζει να αποτελεί μέρος της μέχρι σήμερα.

–1822. Το μεγάλο και επιβλητικό αρχοντικό του Σιόρ Μιχελή Κρίσπη, Δημογέροντα και πληρεξουσίου, με τα υστεροαναγεννησιακά μαρμάρινα παράθυρα, δίπλα στην εκκλησία Σεπτεμβριανή, προικοδοτήθηκε στη Σύζυγό του Κατίγκω Ν. Μάτσα το 1822 από τη Μητέρα της Ραμπελιώ Ν. Μάτσα, γένος Νικολάου Ιωάν. Δελαγραμμάτη, καθώς και άλλα υποστατικά. Γόνοι του σιόρ Μιχελή Κρίσπη και της Κατίγκως Μάτσα-Δελαγραμμάτη είναι οι οικογένειες: Γιάννη Βασ. Γράβαρη, Συμβούλου Επικρατείας, Φλωρίτσας Ψαλτάκη-Βλάχου, Νικολάου και Μιχαήλ Κρίσπη, Ρένας Κρίσπη-Λάζαρη (σημερινή ιδιοκτήτρια), Γιάννη Μαρινάκη, Ειρήνη Ρούσσου, η οικογένεια Τώλη Δημητρακόπουλου, αντιναυάρχου, Αγνής Δημητρακοπούλου-Βάγια, Γιάννη Βάγια, καθηγητή Εθν. Μετσοβίου Πολυτεχνείου, Βασίλη Κατσουρού, Ρενέ Ζάννου, Ολυμπιάδος Βενιέρη – Αγγελοπούλου κ.α.

–1876. Γεννιέται το 1876 ο καθηγητής Ιωάννης Β. Βάγιας. Σύζυγός του η Ασπασία το γένος Βιτσαρά. Παιδί τους ο Κωνσταντίνος Ι. Βάγιας (1922-2023).

–1908. Το 1908 γεννιέται ο Βάγιας Ιωάννης του Νικολάου συνταγματάρχης κάτοικος Παροικιάς.

–1913. Γεννιέται το 1903 ο Αναστάσιος Καλλιέρος του Παναγιώτη και της Στυλιανής. Σύζυγός του η Σωσώ Ι. Βάγια (1913?) και τέκνα τους η Μιράντα (συζ. Νικολακάκος) και ο Παναγιώτης (σύζ. Κυριακή Μαυροειδή).

–1920 από τους ιδρυτές, όπως προκύπτουν από το βιβλίο πρακτικών του Συνδέσμου «Εν Πειραίει Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου» είναι ο Βάγιας Β.

–1921. Δάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Νάουσας το 1921, ο Ιωάννης Βάγιας.

–1921. Το 1921 γεννιέται η Βάγια Μαρία του Ιωάννη κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.

–1922. Γεννιέται στις 27 Ιανουαρίου του 1922 ο Κωνσταντίνος Βάγιας του Ιωάννη. Απεβίωσε στις 28 Μαρτίου 2023. Είχε νυμφευθή την Αγνή Δημ. Δημητρακοπούλου.Γιός τους ο καθηγητής Ιωάννης Κων. Βάγιας.

–1949. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1949 είναι εγγεγραμμένος ο Βάγιας Ιωάννης του Νικολάου συνταγματάρχης κάτοικος Παροικιάς.

–1958. Σε φώτο Νάουσας ο νεαρός Αντώνης Βάγιας.

–1959. Σε φωτογραφεία του 1959 στην Παροικιά διακρίνεται ο μαθητής Νίκος Βάγιας.

–1963. Νίκος Βάγιας 1963, μαθητής Γυμνασίου Πάρου, Παροικιά.

 

–Βαζέος ή Βαζαίος ή Βαζαίγιος ή Βαζέγιος ή Μπαζέος ή Μπαζαίος ή Μπαζέγιος: Το επώνυμο Βαζαίος, που απαντά επίσης στις μορφές Βαζέος, Βαζέγιος, Βαζαίγιος, Μπαζέος, Μπαζαίος και Μπαζέγιος, αποτελεί ένα από τα παλαιότερα επώνυμα της Πάρου που έχουν συνδεθεί με δυτική, και ειδικότερα βενετική, προέλευση. Οι διαφορετικές αυτές γραφές αποτυπώνουν τη μακραίωνη ονοματολογική πορεία της οικογένειας και τις γλωσσικές μεταβολές που γνώρισε το επώνυμο.

Σύμφωνα με ορισμένες γενεαλογικές και ιστοριογραφικές αναφορές, το παριανό επώνυμο έχει συνδεθεί με τη βενετική οικογένεια Baseggio (Baseo), όνομα που σχετίζεται με το βενετικό βαπτιστικό Basegio, αντίστοιχο του Βασιλείου. Στα πρακτικά της Επιστημονικής Συνάντησης «Το Δουκάτο του Αιγαίου» (Νάξος–Αθήνα, 2007), το οικόσημο της οικογένειας αναφέρεται ως Baseggio–Baseo, ενώ σε παλαιότερες εραλδικές και γενεαλογικές αναφορές απαντά επίσης σύνδεση με τον οίκο Mastelizzi (Mastalitia), του οποίου το οικόσημο έφερε χαρακτηριστικά τετράφυλλα ή πεντάφυλλα ρόδα.

Η παλαιότερη γνωστή μορφή του επωνύμου απαντά ως Βάχειος, τύπος που μαρτυρεί τη μακρά ονοματολογική εξέλιξη του επωνύμου μέχρι τις μεταγενέστερες μορφές του.

Η οικογένεια συγκαταλεγόταν ανάμεσα στις πλέον εύπορες και ισχυρές οικογένειες της Πάρου. Σύμφωνα με τον Ιάκωβο Ναυπλιώτη-Σαραντινό, ο κύριος κλάδος της οικογένειας θεωρείται κοινής καταγωγής με την οικογένεια Αναπλιώτη. Στις αρχές του 17ου αιώνα απαντά επίσης μέλος της οικογένειας ως ηγούμενος στο Άγιο Όρος, υπογράφοντας ως Μπαζαίος – Αναπλιώτης, στοιχείο που ενισχύει την ένδειξη παλαιότερων συγγενικών και κοινωνικών δεσμών μεταξύ των δύο οικογενειών.

Τα παλαιότερα γνωστά αρχειακά τεκμήρια στην Πάρο εμφανίζονται ήδη στις αρχές του 18ου αιώνα. Το 1710 καταγράφεται αμπέλι στις Σωτήρες με σύνορο τον Γιακουμάκη Μπαζέγιο, ενώ από το 1716 και για περισσότερα από είκοσι χρόνια ο Γιάκουμος (Γιακουμής) Μπαζέγιος εμφανίζεται επανειλημμένα στα πρακτικά των Γενικών Συνελεύσεων της Παροικιάς. Συμμετέχει ως μάρτυρας, εκλέκτορας και εκπρόσωπος του Κοινού, γεγονός που αποτελεί σαφή ένδειξη της σημαντικής θέσης που κατείχε στην τοπική κοινωνία.

Το 1730 αποτελεί χαρακτηριστική ένδειξη της οικονομικής ισχύος της οικογένειας. Ο Ιάκωβος Μπαζέγιος, μαζί με τον Τζουανάκη Βατιμπέλα και τον Νικόλαο Μαυρογένη, αναλαμβάνει τη μίσθωση της περίφημης δεκάτης του νησιού, ενός από τα σημαντικότερα φορολογικά έσοδα της εποχής. Την ίδια περίοδο σώζονται συμβόλαια που δείχνουν ότι αρκετοί μικροκαλλιεργητές προμηθεύονταν σιτηρά από τις αποθήκες των αφεντάδων Μπαζέγιου και Μαυρογένη, γεγονός που αποτελεί ένδειξη της σημαντικής οικονομικής επιφάνειας των δύο οικογενειών.

Καθ' όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα συναντούμε μέλη της οικογένειας ως επιτρόπους, μάρτυρες σε συμβόλαια, εκτιμητές, εκπροσώπους των κοινοτήτων και συμμετέχοντες στις συνελεύσεις των επτά κοινοτήτων της Πάρου. Ο Ανδρέας, ο Δημήτριος, ο Ανδούλης και άλλοι Μπαζέγιοι εμφανίζονται επανειλημμένα σε δημόσια έγγραφα, γεγονός που καταδεικνύει τη συνεχή παρουσία και συμμετοχή της οικογένειας στα κοινά του νησιού.

Η οικογένεια ήταν ιδιαίτερα συνδεδεμένη με τα Μάρμαρα και την ευρύτερη περιοχή του Κεφάλου, όπου οι σχετικές αναφορές συνεχίζονται μέχρι και τον 19ο αιώνα. Το 1831 ο Γεώργιος Παζέως (Βαζαίος) υπογράφει την επιστολή των Παρίων προς τον Επίτροπο του Αιγαίου σχετικά με τις συγκρούσεις με τους Κρητικούς εποίκους, ενώ λίγα χρόνια αργότερα οι Βαζαίοι καταγράφονται στα δημοτολόγια και στους εκλογικούς καταλόγους του Δήμου Μάρπησσας στον οποίο περιλαμβάνονταν και τα Μάρμαρα.

Ξεχωριστή μαρτυρία αποτελεί η επιγραφή του 1883 στον ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στα Μάρμαρα, όπου αναφέρεται ότι η εικόνα του Αγίου Γεωργίου φιλοτεχνήθηκε επί επιτροπείας των Κωνσταντίνου και Γεωργίου Βαζέου. Η επιγραφή αυτή προσφέρει ακόμη μία συγκεκριμένη μαρτυρία για την ενεργό συμμετοχή μελών της οικογένειας στην εκκλησιαστική και κοινωνική ζωή των Μαρμάρων.

Κατά τον 19ο αιώνα μέλη της οικογένειας ανέπτυξαν εμπορική δραστηριότητα στη Σμύρνη, ενώ άλλοι εγκαταστάθηκαν στη Νάξο, στη Σύρο, στη Σαντορίνη, στην Αθήνα και αργότερα στη Βραζιλία, χωρίς να διακοπεί ο δεσμός τους με την Πάρο. Σύμφωνα με τον Ιάκωβο Ναυπλιώτη-Σαραντινό, ο κλάδος της Νάξου προήλθε από την Πάρο στα τέλη του 18ου αιώνα, γεγονός που εντάσσεται στη γενικότερη κινητικότητα παριανών οικογενειών προς τα άλλα νησιά και τα εμπορικά κέντρα του Αιγαίου.

Το επώνυμο Βαζαίος εξακολουθεί να απαντάται μέχρι σήμερα, κυρίως στα Μάρμαρα και την Παροικιά, αποτελώντας έναν ακόμη ζωντανό κρίκο ανάμεσα στη σύγχρονη Πάρο και τη μακραίωνη ιστορία των οικογενειών που εγκαταστάθηκαν και δραστηριοποιήθηκαν στο νησί από τους χρόνους της Λατινικής κυριαρχίας και κατά τους επόμενους αιώνες.

–1710. Αμπέλι Σωτήρες σύμπλιος Γιακουμάκης Μπαζέγιος.

–1716. Σε πρακτικό εκλογής νοταρίου – καγκελαρίου από το κοινό της Παροικιάς στη Γενική Συνέλευση της 14 Ιανουαρίου 1716, μαρτυρείται ο Γιάκουμος Μπαζέγιος.

–1716. Σε κληρονομικό δικαίωμα των συζύγων αναφέρεται στις 24 Ιανουαρίου 1716 ο μάρτυρας Γιακουμής Μπαζέγιος.

–1722. Ο Παριανός (γεννήθηκε στα Μάρμαρα) ιερομόναχος Αρσένιος Μενδρινός, το 1722 Μητροπολίτης Τήνου, αναφέρεται σε έγγραφο Παρου στις 29 Οκτωβρίου 1722 για πωληση ακινήτου στην Παροικιά. «… ο οικονόμος Παροικιάς Αλησάφης εμολόγησεν και ομολογά πως απατός του επαρακίνησεν την μπρεσβυτέραν του κερά Μαρκιετάκη οικονόμισα και επούλησεν τα πράγματα ειχεν εις τον Κέφαλο πουρκιάν της και έλαβεν αυτός τα άσπρα και εγόρασε από τον αφέντη Μανωλάκη Πρωτόδικο το μπάρμπαν του ένα λιβάδι εις τον Μπαρασπόρο…» Το πωλητήριος μαρτυρούν και υπογράφουν οι: Οικονόμος Αλησάφης Νικόλαος ιερεύς, ο Μανώλης Πρωτόδικος, ο Σκευοφύλαξ Ντεφεράρης, ο παπα Νικολός Πρωτόδικος, ο Γιάκουμος Μπαζέγιος και ο Καντζελλάριος Παροικιάς Νικόλαος Σπυρίδος.

–1723. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 30 Ιανουαρίου 1723 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο Γιάκουμος Μπαζέγιος.

–1724. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 13 Δεκεμβρίου 1724 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο Γιάκουμος Μπαζέγιος.

–1724. Απόφαση του κοινού της Παροικιάς για την διατίμηση των προϊόντων και την απογραφή της κτηματικής περιουσίας όλων των κατοίκων. Κατά τη Γενική Συνέλευση της 13 Δεκεμβρίου 1724, αναφέρεται ο Γιάκουμος Μπαζέγιος.

–1730. Αμπέλι Σγουρού σύμπλιος Μπαζέγιος.

–1730. Ο Τζουανάκης Βατιμπέλας είχε αγοράσει στις 20 Ιουλίου 1730 τον φόρο της δεκάτης του νησιού μαζί με τους Ιάκωβο Μπαζέγιο και Νικόλαο Μαυρογένη για ένα χρόνο.

–1730. Σε πρακτικό πωλήσεως του φόρου της δεκάτης του κοινού Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, της 26 Ιουλίου 1730. Η κοινότητα «πουλάει» τη «δεκατιά» της χρονιάς εκείνης, «ηγούν το πέμπτον της γής» στους αφέντες Ιάκωβο Μπαζέγιο, Τζουανάκη Βατιμπέλα και Νικολάκη Μαυρογένη, καθώς και τους φόρους της Αλυκής και το κουμέρκι».

–1730. Τον Ιανουάριος του 1730, ο Μαστρομιχελής Παπαδόπουλος, μικροιδιοκτήτης, πουλά το σπίτι και το ποτιστικό του μαζί για να ξεπληρώσει το σιτάρι και το κριθάρι που τόσες φορές χρειάστηκε να πάρει από τις αποθήκες των αφεντάδων Μπαζέγιου και Μαυρογένη, και μάλιστα «νύχτα καιρό».

–1730. Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου του κοινού της Παροικιάς στην Κωνσταντινούπολης στις 28 Ιανουαρίου 1730 μαρτυρείται ο Γιάκουμος Μπαζέγιος.

–1730. Σε πρακτικό πωλήσεως του φόρου της δεκάτης του κοινού Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, της 26 Ιουλίου 1730 μαρτυρείται ο Ιάκωβος Μπαζέγιος.

–1730. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 12 Νοεμβρίου 1730, αναφέρεται ο Γιάκουμος Μπαζέγιος.

–1731. Σε δημόσιο πλειστηριασμό του κοινού της Παροικιάς, σε πρακτικό Γενικής Συνέλευσης της 1 Μαρτίου 1731 μαρτυρείται ο Γιάκουμος Μπαζέος.

–1731. Σε κληρονομικό δικαίωμα των συζύγων αναφέρεται στις 21 Μαρτίου 1731 διαιτητική απόφαση εις διαφορά του παπά Δημήτρη Βιτζαρά με τον Κοντίλη Θεοτόκη. Βεβαιώνει ο Γιακουμής Μπαζέγιος.

–1733. Ο Ανδούλης Μπαζέγιος υπογράφει και βεβαιώνει έγγραφο στις 13 Οκτωβρίου 1733.

–1737. Προικοσύμφωνο του μαστρο Τζουάνε Βασιλάκη με την Ζαμπέτα θυγατήρ παπά Αντώνη Μουσούρη στην Παροικιά στις 3 Φεβρουαρίου 1737, χωράφι στις Κουκουμαύλες σιμπλιος Ανδουλάκης Μπαζέγιος.

–1738. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς τον Μάρτιο του 1738 αναφέρεται ο Ανδρέας Μπαζέγιος.

–1741. Για την εκλογή απεσταλμένων στην Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Παροικιάς στη Γενική συνέλευση το 1741 αναφέρεται ο Δημήτριος Μπαζέγιος.

–1742. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 1η Μαρτίου του 1742 αναφέρεται ο Δημήτρης Μπαζέγιος.

–1749. Σε εκλογή απεσταλμένου για την Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 12 Οκτωβρίου 1749, μαρτυρείται ο Δημήτριος Μπαζέγιος.

–1750. Σε αφιέρωση περιουσίας στην Ξεχωριανή στις 29 Μαρτίου του 1750, ο Δημήτρης Μπαζέος είναι μάρτυρας.

–1750. Σε Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου των επτά κοινών της Πάρου (Παροικιάς, Νάουσας, Κεφάλου, Τζιπίδου, Λευκών, Μαρμάρων, Δραγουλάς) στην Κωνσταντινούπολη της 23 Αυγούστου 1750, μαρτυρείται ο κάτοικος Κεφάλου Δημήτρης Μπαζέγιος.

–1796. Ο εφημέριος Μαρμάρων Ευστράτιος Στάμενας και ο ηγούμενος της μονής του Αγίου Αντωνίου Άνθιμος Σκορδίλης, αναφέρονται σε έγγραφα του οσίου Αντωνίου στις 22 Ιανουαρίου 1796 να ανταλάσσουν χωράφια «εξω εις την Γλυφάδα κληρονομιάν από τον πεθερόν του σύμπλιος ο σιόρ Μπαζαίος και Μανόλης Άγουρος. Μάρτυς ο Δημήτριος Μπαζαίος και ο Δημήτριος Άγουρος».

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Γεώργιος Παζέως (Βαζαίος) από τα χωριά του Κεφάλου.

–1840 Το 1840 γεννιέται ο Γεώργιος Βαζέγιος του Κων/νου. Είχε δύο αδελφούς με εμπορικές δραστηριότητες στην Σμύρνη. Τον Νικόλαο και τον Ιωσήφ.

–1844. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μαρμάρων το 1844 είναι εγγεγραμμένος ο 34χρονος εργάτης Κωνσταντίνος Μπαζαίος.

–1846. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Μαρία Γεωργίου Μπαζαίου, ετών 57, οικιακά, χήρα.

–1866. Στις 15 Αυγούστου 1866 ο 25χρονος εργάτης από την Πάρο Μιχαήλ Βαζαίος του Κωνσταντίνου και της Μαρούκας, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Θήρα Ειρήνη Σιγάλα, του Αντωνίου και της Αναστασίας Μπαρμπαρίγου.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχουν εγγεγραμμένοι τα αδέρφια Βαζαίγιος Γιώργος 42 ετών, Νικόλαος 38 ετών και Ιωσήφ 40 ετών, του Κωνσταντίνου γεωργοί. Ο Νικόλαος και Ιωσήφ ήταν κάτοικοι Σμύρνης.

–1880. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Ζωή Γεωργίου Μπαζαίου, ετών 23, οικιακά, άγαμη.

–1882. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Μαρούσα Γεωργίου Μπαζαίου, ετών 21, οικιακά, άγαμη.

–1883. Σε εικόνα του Αγίου Γεωργίου στο Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στα Μάρμαρα, η επιγραφή: «Η παρούσα εικών εζωγραφίσθη διά συνδρομής των κατοίκων του χωρίου Μαρμάρων, επιτροπεύοντος Κωνσταντίνου και Γεωργίου Βαζέου, αωπγ’ (=1883).

–1891. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Ιωσήφ Γεωργίου Μπαζαίος, ετών 12, υπηρέτης, άγαμη.

–1893. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Έλπις Γεωργίου Μπαζαίου, ετών 10, μαθήτρια, άγαμη.

–1916. Στις 17 Φεβρουαρίου 1916 ο 26χρονος ναυτικός από την Πάρο Ιωσήφ Μπαζαίος του Γεωργίου και της Μαριγώς Καλλέργη παντρεύεται στην Ερμούπολη την 24χρονη από την Σύρο Ελένη Ζώρζου, του Αντωνίου, και της Στυλιανής Σπηταλιωράκη.

–1922. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 32χρονος θερμαστής Ιωσήφ Γ. Βαζαίος έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 15 Δεκεμβρίου 1922.

–1927. Το 1927 γεννιέται στα Μάρμαρα το πρώτο από τα τρία παιδιά του Ιωσήφ και της Ελένης Βαζαίου, Γεώργιος Ι. Βαζαίος.

–1929. Τον Μάιο του 1929 γεννιέται στα Μάρμαρα το δεύτερο από τα τρία παιδιά του Ιωσήφ και της Ελένης Βαζαίου, Κωνσταντίνος Ι. Βαζαίος.

–19_. Το 19_ γεννιέται στα Μάρμαρα το τρίτο από τα τρία παιδιά του Ιωσήφ και της Ελένης Βαζαίου, Αντώνιος Ι. Βαζαίος.

–1935. Πρόξενος της Ελλάδας στην Βραζιλία ο Κώστας Δ. Βαζαίος από τα Μάρμαρα, γεννημένος το 1935.

–1954. 21 Νοεμβρίου 1954 ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ. ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΑΡΧΙΛΟΧΟΥ: Εξελέγησαν οι κ.κ. Κωνστ. Φ. Ραγκούσης, Λυκούργος Σάμιος, Ιωσήφ Βαζαίος, Ιωάν. Κληρονόμος και Αντ. Γ. Δελένδας.

 

Βαζιανός:

–1907. Ασύστολοι και αναιδείς νυκτοκλέπται υπό τα όμματα των Αρχών κατακλέπτουν καθ’ εκάστην σχεδόν εσπέραν όρνιθας, ινδιάνους και χήνας.

Ούτω κατά τας τελευταίας αυτάς ημέρας εκλάπησαν τα ακόλουθα: 1) του κ. Νικολάου Ιω. Καμπάνη 2 όρνιθες, 2) του εμπόρου Κωνσταντίνου Μ. Αιγινήτου 1 ινδιάνος, 3)του εμπόρου Νικολάου Π. Πάσου 1 ινδιάνος, 4) του ιατρού κ. Σπύρου Λορεντζιάδου 2 όρνιθες, 5) του πτωχού οικογενειάρχου Βαζιανού μάστορη 1 όρνις, 6) του κ. Ιάκωβου Γ. Κυπραίου μία χήνα και 7) του εμπόρου κ. Ιωάννη Μ. Δαμία 2 ινδιάνοι. Είνε αληθές ότι ο προϊστάμενος της ενταύθα αστυνομίας ενωματάρχης κ. Ταταράκης, ως και άλλοτε εγράψαμεν επέδειξεν και εις την παρούσαν περίστασιν ζήλον και δραστηριότητα αλλ’ άνευ δυστυχώς αποτελέσματος η αντικατάστασις όμως μερικών αστυνομικών οργάνων κρίνεται απολύτως αναγκαιοτάτη, χάριν παγιώσεως της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας, κατόπιν μάλιστα των θρασυτάτων αυτών νυκτοκλεπτών, και χάριν του ηθικού της αστυνομίας (φ.242 «Αιγαίον» 13 Ιανουαρίου 1907).

 

Βαζουράκης: Το επώνυμο Βαζουράκης δεν ανήκει στα παλαιά παριανά επώνυμα. Η οικογένεια έφτασε στην Πάρο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, φέρνοντας μαζί της το αρχικό επώνυμο Μπαζιουρούκη. Επειδή όμως το όνομα ήταν δύσκολο στην προφορά του και οι Παριανοί το παραποιούσαν συχνά, η οικογένεια το απλοποίησε σταδιακά σε Βαζουράκης, με το οποίο είναι γνωστή μέχρι σήμερα.

Οι πρώτες καταγραφές στα δημοτολόγια εμφανίζονται αμέσως μετά την άφιξη των προσφύγων. Στη Νάουσα αναφέρονται η Χρυσούλα Μπαζιουρούκη και η Παρασκευή Μπαζιουρούκη, γεννημένες στο Άκ-Κιόϊ της Μικράς Ασίας, αποτελώντας από τις πρώτες επίσημες μαρτυρίες της παρουσίας της οικογένειας στο νησί.

Η άφιξη των Μικρασιατών στην Πάρο υπήρξε μια δύσκολη περίοδος. Οι άνθρωποι αυτοί έφτασαν ξεριζωμένοι, έχοντας εγκαταλείψει τις πατρίδες τους, χωρίς περιουσία και χωρίς καμία βεβαιότητα για το μέλλον. Αρχικά συγκεντρώθηκαν στην Παροικιά, περιμένοντας να αποφασιστεί πού θα δημιουργηθεί ο νέος προσφυγικός συνοικισμός.

Η προφορική παράδοση διασώζει ένα χαρακτηριστικό περιστατικό με πρωταγωνιστή τον Δελαγραμμάτη Ναυπλιώτη, έναν άνθρωπο γνωστό για τη φιλανθρωπία και την κοινωνική του προσφορά. Βλέποντας τους πρόσφυγες να περιμένουν επί ημέρες χωρίς λύση, μπήκε στο τότε κοινοτικό κατάστημα και προέτρεψε τον πρόεδρο της κοινότητας, καπετάν Μιχάλη Ζησιμόπουλο, να σταματήσουν οι συζητήσεις για την τοποθεσία του συνοικισμού.

Όταν τον ρώτησαν πού πίστευε ότι έπρεπε να εγκατασταθούν, απάντησε με τη φράση που έμεινε στη μνήμη των κατοίκων:

«Ούτε στα Κακάπετρα ούτε στα Λιβάδια. Να τους βάλετε στη χωράφα της Εκατονταπυλιανής, να τους έχω και γείτονες.»

Έτσι δημιουργήθηκε ο προσφυγικός συνοικισμός της Παροικιάς, όπου εγκαταστάθηκαν δεκαέξι οικογένειες από διάφορες περιοχές της Μικράς Ασίας. Ανάμεσά τους βρίσκονταν και οι οικογένειες των Φώτη Βαζουράκη, Στέλιου Βαζουράκη και η Διαμαντώ Βαζουράκη, που έμελλαν να αποτελέσουν μέρος της μεταπολεμικής ιστορίας της Πάρου.

Οι πρόσφυγες προέρχονταν από διαφορετικές περιοχές, όπως η Έφεσος, το Μπουντρούμ (Αλικαρνασσός) και άλλα μικρασιατικά παράλια. Έφεραν μαζί τους νέες συνήθειες, επαγγέλματα, τραγούδια και γεύσεις, εμπλουτίζοντας σταδιακά την κοινωνική και πολιτιστική ζωή του νησιού.

Το επώνυμο Βαζουράκης εμφανίζεται πλέον στα δημοτολόγια της Παροικιάς από το 1929, ενώ μεταπολεμικά συναντάται στους εκλογικούς καταλόγους του 1953 με τις οικογένειες του Φώτη και του Στυλιανού Βαζουράκη. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1959, ο Βαγγέλης και η Θέκλα Βαζουράκη απαθανατίζονται στην ομαδική φωτογραφία του Εμπορικού Συλλόγου στον Άγιο Φωκά, αποτελώντας πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της παριανής κοινωνίας.

Η ιστορία της οικογένειας Βαζουράκη υπενθυμίζει ότι η ιστορία της Πάρου δεν γράφτηκε μόνο από τις παλαιές οικογένειες του νησιού. Γράφτηκε και από ανθρώπους που έφτασαν εδώ ως πρόσφυγες, κουβαλώντας την ανάμνηση μιας χαμένης πατρίδας, αλλά καταφέρνοντας να ριζώσουν και να δημιουργήσουν μια νέα ζωή στον τόπο που τους υποδέχθηκε.

–1922. Στο Δημοτολόγιο Ναούσης οι: Μπαζιουρούκη Χρυσούλα του Γεωργίου, ετών 40, οικιακά, γεννημένη του 1905 στο Άκ-Κιόϊ.

Μπαζιουρούκη Παρασκευή, σύζυγος του Γεωργίου, οικιακά, γεννημένη το 1907 στο Άκ-Κιόϊ.

–1922. Τα προσφυγικά στην Παροικιά

Προτού να γίνει το Κέντρο Υγείας και προτού ανοιχτεί ο δρόμος προς Νάουσα το 1937, υπήρχε μια μεγάλη χωράφα από το σημερινό Κ.Υ. και  έφτανε μέχρι το ποτάμι στην διασταύρωση του περιφερειακού όπου είχε τότε μέσα του ρωμαϊκούς τάφους που έχουμε τώρα στο μουσείο μπροστά.

Το 1926 ο Δελαγραμμάτη Ναυπλιώτης ο οποίος ήταν ενεργό στοιχείο της Παροικίας περνούσε κάποτε με το μπαστούνι του κάτω από την κοινότητα, η κοινότητα τότε ήταν απέναντι από το σπίτι του Βάλληνδρα, πίσω από το ΚΑΠΗ, και ήταν μαζεμένοι οι πρόσφυγες. Οι Παριανοί δεν τους είχαν δει με καλό μάτι, ήταν λοιπόν μαζεμένοι εκεί, σταμάτησε ο αείμνηστος Ναυπλιώτης και τους λέει, «τι κάνετε ρε παιδιά εδώ?» και του λένε «Κύριε Ντελαγραμμάτη, είμαστε εδώ μια βδομάδα και ο πρόεδρος μαζί με τα μέλη σκέπτονται να δούνε που να κάνουνε τον προσφυγικό συνοικισμό, στα Κακάπετρα ή στα Λιβάδια» τότε ο Ναυπλιώτης πήρε τρείς από τους πρόσφυγες, ένας εξ αυτών ο Κουτσουράκης ο οποίος αναφέρει το γεγονός, μπαίνουν στην κοινότητα όπου πρόεδρος της κοινότητας τότε ήταν ο καπετάνιος Μιχάλης Ζησιμόπουλος και ρωτάει τον Ναυπλιώτη… «Καλώς τον Ντελαγραμμάτη, ποιος καλός καιρός σε έφερε κατά δω?» και του απαντάει ο Ναυπλιώτης «Δεν με έφερε καπτάν Μιχάλη κανένας καλός καιρός, με έφερε η αγανάκτηση να βλέπω τους πρόσφυγες τα αδέρφια μας, τους κατατρεγμένους από τη Μικρά Ασία να περιμένουν από κάτω πότε θα αποφασίσετε εσείς που θα κτιστεί ο προσφυγικός συνοικισμός». Εσύ που μας λες Ντελαγραμμάτη? στα Κακάπετρα ή στα Λιβάδια?, ρώτησε ο καπτάν Μιχάλης. Ούτε στο ένα ούτε στο άλλο, να τους βάλετε στην χωράφα της Εκατονταπυλιανής να τους έχω και γείτονες, του απάντησε ο Ναυπλιώτης.

Ο Δελλαγραμμάτης Ναυπλιώτης φιλάνθρωπος και ελεήμων και παρότι είχε μεγάλη οικογένεια πάντα προσπαθούσε να βοηθήσει τους πρόσφυγες. Όταν πέθανε το 1939 σε ηλικία 49 ετών οι πρόσφυγες ήρθαν πρώτοι για να σταθούν δίπλα στην χήρα Ναυπλιώτενα.

Τα σπίτια ήταν δίδυμα. Αν ήταν από τρία άτομα και πάνω παίρνανε ένα σπίτι που είχε χολ, κουζίνα και σάλα.

Τα τρία πρώτα ήταν για πολυμελή οικογένεια και υπόλοιπα τρία για μονομελη οικογένεια, μονόχωρο με το τζάκι κάτω στο δάπεδο και όχι όπως τα παριανά που ήταν στον τοίχο και εκεί μαγείρευαν. Και, 7ο και 8ο πολυμελές. Σύνολο 16 οικογένειες.

Οι οικογένειες ήταν: στο 1ο σπίτι ο Χατζής (γιατί είχε πάει στα Ιεροσόλυμα) Πανάς Βεργούλης (το όνομα) σύζυγος Δέσποινα. Στο 2ο σπίτι διέμενε ο Κωνσταντίνος Κλαδάκης, σύζυγος Ελένη. Το 3ο σπίτι ήταν η οικογένεια του Απόστολου Λαγού, σύζυγος Κλεονίκη. Η μία κόρη του η Μαριώ παντρεύτηκε κι έμεινε στη Νάουσα. Το 4ο σπίτι του Ιωάννη Λαγού σύζυγος Δέσποινα, το επόμενο ήταν του Καπλάνη γνωστό ως σπίτι της Καπλάνενας και δίπλα του ο Κωνσταντίνος Καραντζάς. Στο επόμενο ο Ναουσαίος Βαγγέλης Αιγινήτης, σύζυγός του η Μικρασιάτισσα Ευθυμία, το από δίπλα ήτανε του Δημητρίου Κυπραίου σύζυγος Διαμαντώ Βαζουράκη* και οι δύο Μικρασιάτες, απέναντι διέμεναν ο Γιαννακός Επιτροπάκης σύζυγος  Ουρανία και πίσω ήταν το σπίτι του Νικόλαου Κουτσουράκη σύζυγος Ρηνιώ. Πάρα δίπλα ήταν ένα άλλο το οποίο ήταν του Στυλιανού Κρητικού σύζυγος Δέσποινα και δίπλα τους ένα σπίτι χωρισμένο στα δύο από δυο αδέρφια. Στο πρώτο διέμενε ο Φώτης Βαζουράκης* με την σύζυγό του Φώτω το γένος Ι. Κουτσομήτρου και στο δίπλα ο Στέλιος ο Βαζουράκης με την σύζυγό του Ελένη το γένος Νικ. Κατζαμπά. Στα πιο κάτω σπίτια ήταν οι οικογένειες του Μανώλη Χαραλάμπους σύζυγος Δέσποινα Βαζουράκη και στο άλλο ήτανε ο Σεραφείμ Ταλόγλου σύζυγος Βασιλεία το γένος Μουτάφη η οποία έχει μείνει στην ιστορία για την φράση της «φύγαμε και αφήσαμε την λάμπα αναμμένη…». Από κάτω ήταν τα σπίτια της χήρας Βασιλικώς Καλαϊντζή και δίπλα από πίσω ήταν η χήρα Τριανταφυλλιώ η οποία έκανε και μάγια. Πέθανε στο κρεβάτι σκουληκιασμένη. Και τέλος, άλλα δύο μονόχωρα σπίτια, στο ένα έμενε ο Δημητρώς Καλαϊντζής με την σύζυγό μου Αγγελικώ και στο από πίσω ο Κωνσταντίνος Κουτσουράκης  σύζυγος Μακρίνα.

Όλοι σκεπαστήκανε εκεί κι έτσι έμεινε γνωστό σήμερα ως ο προσφυγικός συνοικισμός.

Πολλοί από τους παραπάνω πήγαν πρώτα στη Νάουσα και στην συνέχεια έμειναν στον συνοικισμό.

Ήταν από όλη την Μικρά Ασία. Η Δέσποινα Ιωάννου Λαγού ήταν από την Έφεσο όπως και η Φώτω Βαζουράκη. Από το Μπουντρούμ, την αρχαία Αλικαρνασσό ήταν τα αδέρφια Λαγού.

*Το πραγματικό επώνυμο των Βαζουράκη ήταν Μπαζιουρούκη. Η οικογένεια άλλαξε το επώνυμό της στην Πάρο για απλούστευση, δεδομένου ότι οι Παριανοί το μπέρδευαν και το πρόφεραν λάθος.

–1929. Το επώνυμο Βαζουράκης αναγράφεται στα δημοτολόγια Παροικιάς το 1929.

–1953. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Βαζουράκη Φωτούλα το γένος Ι. Κουτσομήτρου, όνομα συζύγου Φώτιος, κάτοικος Παροικιάς.

–1953. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Βαζουράκη Ελένη το γένος Νικ. Κατζαμπάς, όνομα συζύγου Στυλιανός κάτοικος Παροικιάς.

–1959. Σε ομαδική φωτογράφιση του εμπορικού συλλόγου στον Άγιο Φωκά, το 1959 εμφανίζονται ο Βαγγέλης & Θέκλα Βαζουράκη.

 

Βάιος:

–1888. Στις 5 Ιουνίου 1888 ο 28χρονος τελωνοφύλαξ από την Πάρο Μαρίνος Βάιος του Απόστολου Βάιου και της Μαρίνας Μαυρομμάτη, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Σύρο Κασσάνδρα Κοκίνου, του Κωνσταντίνου και της Ζαμπέτας Πατσούκη.

 

Βακαλόπουλος:

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Σταμάτης Κωνσταντίνου Βακαλόπουλος, ετών 21, κάτοικος Καΐρου, εμπορουπάλληλος, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Κωνσταντίνου Βακαλόπουλος, ετών 18, υπηρέτης, άγαμος.

 

Βαλαγιώργης: Μικρασιάτης, κάτοικος Νάουσας

 

Βαλανόπουλος:

–1902. Το 1902 γεννιέται ο Βαλανόπουλος Αντώνιος του Δημητρίου ναυτικός κάτοικος Παροικιάς. Το 1948 διαγράφετε από τον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς ως εγγραφέντας σε άλλη Κοινότητα.


Βάλβης ή Μπάλπης:  Το επώνυμο Βάλβης, που απαντά και στη μορφή Μπάλπης, συνδέεται, σύμφωνα με τεκμηριωμένη μαρτυρία του Ιακώβου Ναυπλιώτη Σαραντίνου, προέδρου της Εραλδολογίας Ελλάδος, με εξελληνισμένους Βενετούς της Κρήτης, τους λεγόμενους Κρητοβενετούς. Σύμφωνα με την ίδια μαρτυρία, η οικογένεια μετακινήθηκε από την Κρήτη και εγκαταστάθηκε στην Πάρο.

Η παράδοση αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον, καθώς το όνομα Balbi απαντά πράγματι στη βενετοκρατούμενη Κρήτη. Στη Σητεία, ο Nicolò Balbi καταγράφεται ως rettore (διοικητής) το 1609, ενώ το 1612 αναφέρεται ως πρώην διοικητής της πόλης. Σε τεκμήριο της Βενετίας, με ημερομηνία 23 Αυγούστου 1609, σώζεται και η σφραγίδα του με την επιγραφή «NICOLO • BALBI • RETOR». Τα στοιχεία αυτά τεκμηριώνουν την παρουσία της οικογένειας Balbi στον βενετικό διοικητικό κόσμο της Κρήτης, χωρίς όμως να έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα ο συγκεκριμένος γενεαλογικός κρίκος που να συνδέει τον κρητικό κλάδο με τους Βάλβους της Πάρου.

Η πρώτη παρουσία στην Πάρο

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή αρχειακή καταγραφή του επωνύμου στην Πάρο βρίσκεται στο δημοτολόγιο του Δήμου Νάουσας του 1823, όπου αναφέρεται ο Γεώργιος Μπάλπης. Στις 18 Μαρτίου 1844, ο ίδιος εμφανίζεται στον εκλογικό κατάλογο της Νάουσας, ηλικίας 39 ετών, με επάγγελμα κηπουρός.

(Δημοτολόγιο Δήμου Νάουσας, 1823· Εκλογικός κατάλογος Δήμου Νάουσας, 18.3.1844.)

Κατά τον 19ο αιώνα η οικογένεια συνεχίζεται με τον Εμμανουήλ Βάλβη του Γεωργίου. Στους εκλογικούς καταλόγους της Νάουσας του 1883 και 1885 καταγράφεται ως μεταπράτης, κάτοικος Βλαχίας/Μολδαβίας, σε ηλικία 46 και 48 ετών αντίστοιχα. Η μαρτυρία αυτή δείχνει τη συμμετοχή της οικογένειας στα ευρύτερα εμπορικά δίκτυα του 19ου αιώνα.

(Εκλογικοί κατάλογοι Δήμου Νάουσας, 1883 και 1885.)

Η οικογένεια στη Σύρο και στη Νάουσα

Στις 23 Μαΐου 1876, ληξιαρχική πράξη της Ερμούπολης καταγράφει την Ελένη Βάλβη, σύζυγο του Παριανού Κωνσταντίνου Μακρή, κατοίκους Σύρου, οι οποίοι δήλωσαν τον θάνατο της δίχρονης κόρης τους Καλλιόπης από δυσεντερία. Η πράξη αποτελεί τεκμήριο της παρουσίας του επωνύμου στη Σύρο και των οικογενειακών σχέσεων μεταξύ Πάρου και Ερμούπολης.

(Ληξιαρχική πράξη θανάτου Ερμούπολης, 23.5.1876.)

Στη Νάουσα, στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου, στην πλατεία Βεντουρή, σώζεται εικόνα της Αγίας Βαρβάρας με την ένδειξη ότι αποτελεί αφιέρωμα του Γεωργίου Βάλβη το 1914. Το εκκλησιαστικό αυτό τεκμήριο επιβεβαιώνει τη συνέχιση της οικογένειας στη Νάουσα στις αρχές του 20ού αιώνα.

(Εικόνα Αγίας Βαρβάρας, αφιέρωμα Γεωργίου Βάλβη, 1914, Ι.Ν. Αγίου Γεωργίου, πλατεία Βεντουρή, Νάουσα.)

Οι Βάλβοι της Σαντορίνης

Το ίδιο επώνυμο απαντά και στη Σαντορίνη, χωρίς όμως να υπάρχει μέχρι σήμερα επαρκές γενεαλογικό τεκμήριο που να συνδέει τον σαντορινιό κλάδο με την οικογένεια της Πάρου.

Συμπέρασμα

Η οικογένεια Βάλβη ή Μπάλπη είναι τεκμηριωμένη στην Πάρο τουλάχιστον από το 1823 και παρουσιάζει συνέχεια στη Νάουσα έως τις αρχές του 20ού αιώνα, ενώ μέλη της συνδέονται με τη Σύρο και τα εμπορικά δίκτυα της Βλαχίας.

Η κρητοβενετική καταγωγή της παριανής οικογένειας αποτελεί, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ιακώβου Ναυπλιώτη Σαραντίνου, ιδιαίτερο και σημαντικό στοιχείο της γενεαλογικής της παράδοσης. Η παρουσία των Balbi στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, αποτελεί ιστορικό τεκμήριο που καθιστά την παράδοση αυτή ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, χωρίς να αποδεικνύει από μόνη της τον συγκεκριμένο γενεαλογικό δεσμό με την Πάρο.

–1823. Στο δημοτολόγιο του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου) του 1823, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Μπάλπης.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 39χρονος κηπουρός Γεώργιο Μπάλπης.

–1876. Στις 23 Μαΐου 1876 ο παριανή Μακρής Κωνσταντίνος 45 ετών και Ελένη Βάλβη κάτοικοι Σύρου δηλώνουν τον θάνατο της κόρης τους Καλλιόπη 2 ετών κάτοικο Ερμούπολης. Ασθένεια: Δυσεντερία.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο Βάλβης Εμμανουήλ του Γεωργίου, 46 ετών, μεταπράτης, κάτοικος Βλαχίας.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχει εγγεγραμμένος ο, Βάλβης Εμμανουήλ του Γεωργίου, 48 ετών, μεταπράτης από τη Νάουσα, κάτοικος Βλαχίας (Μολδαβία).
–1914. Σε εικόνα της Αγίας Βαρβάρας, αφιέρωμα Γεωργίου Βάλβη, 1914, στην εκκλησία του Αγ. Γεωργίου. πλ. Βεντουρή.



 

Βαλέτας: Μαλτέζικης καταγωγής, από την Βαλέτα. Στην Πάρο ήρθαν από την Ίο. Καθολικό το δόγμα τους.

–1829. Καταγραφή των κοινών χρεών της Νήσου Πάρου εγείνον εις Κωνσταντινούπολιν εις εκφόρους αποστολάς κατά το τελευτάτον _ καταχωρημένον εις τον κοινόν Κώδημα καθού είς του τελευταίου χρόνου απεσταλμένων. Μ. Τσιγώνια, και Ιω. Κορτιάνου λογαριασμούς, τα οποία μένουν ενεξόφλητα τα κεφάλαια ομολογιών οι δε τόκοι αυτών είναι πληρωμένοι μέχρι του χιλιοστού οκτακοσιοστού έτους.

Ομολογία Λεωνάρδου Βαλέτα γρ. 1177.


–Βάλληνδας: Από την Κύθνο στην Παροικιά – πολιτική, νομική και επιστημονική παρουσία. Η οικογένεια Βάλληνδα συνδέθηκε με την Πάρο κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, με κεντρικό πρόσωπο τον Στυλιανό Νικολάου Βάλληνδα (1845–1903), καταγόμενο από την Κύθνο. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες παριανές πηγές, εγκαταστάθηκε στην Πάρο το 1870 και νυμφεύθηκε τη Φοινικώ, θυγατέρα του Φρίτσου (Φραγκίσκου) Λ. Κονδύλη. Από τον γάμο αυτό δημιουργήθηκε ο παριανός κλάδος της οικογένειας.

Ο Στυλιανός Βάλληνδας ήταν νομικός και δικηγόρος και ανέπτυξε πολιτική δράση σε περισσότερες από μία Κυκλαδικές επαρχίες. Το 1879 εξελέγη βουλευτής της επαρχίας Κέας,  όπου αναφέρεται μεταξύ των δύο εκλεγμένων βουλευτών της Κέας.

Αργότερα συνδέθηκε πολιτικά με την Πάρο και το 1892 εξελέγη βουλευτής της επαρχίας Πάρου. Παράλληλα διετέλεσε πρόεδρος του Νομαρχιακού Συμβουλίου Κυκλάδων και πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Σύρου, καταλαμβάνοντας έτσι εξέχουσα θέση στον πολιτικό και νομικό κόσμο των Κυκλάδων. Τιμήθηκε επίσης με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος.

Το αρχοντικό στην Παροικιά

Η εγκατάσταση του Βάλληνδα στην Πάρο συνδέθηκε με το γνωστό Αρχοντικό Βάλληνδα στην Παροικιά. Το κτίσμα προϋπήρχε και, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, μετά τον γάμο του Στυλιανού με τη Φοινικώ Κονδύλη αναμορφώθηκε και απέκτησε τη μορφή με την οποία έμεινε γνωστό στην Παροικιά.

Το σπίτι αποτέλεσε μία από τις χαρακτηριστικές μεγάλες κατοικίες της παλιάς πόλης. Μετά τον θάνατο του Στυλιανού περιήλθε στους απογόνους του, Στυλιανό και Φοινικώ Βάλληνδα, και αργότερα στην οικογένεια Γράβαρη. Η ιστορία του αρχοντικού έχει καταγραφεί και σε νεότερη τοπική δημοσίευση.

Η κοινωνική θέση του Στυλιανού αποτυπώνεται και σε μια ενδιαφέρουσα προφορική παράδοση της Παροικιάς. Σύμφωνα με τη μαρτυρία, κατά τις προεκλογικές συγκεντρώσεις στην παλιά αγορά, ο ψαράς Σταβογιώργης (Γιώργης Τσαντάνης) σατίριζε τους υποψηφίους με αυτοσχέδια τραγούδια. Όταν ο ίδιος ο Βάλληνδας πέρασε από το σημείο και άκουσε ένα από αυτά, απάντησε με χιούμορ, χωρίς να διαταραχθεί το κλίμα της συγκέντρωσης. Η διήγηση αποτελεί προφορική τοπική μαρτυρία και όχι αρχειακό τεκμήριο.

Οι απόγονοι

Η πολιτική και πνευματική παρουσία της οικογένειας συνεχίστηκε και μετά τον θάνατο του Στυλιανού.

Ο γιος του Φρίτσος (Φραγκίσκος) Στυλ. Βάλληνδας, γεννημένος στην Πάρο το 1875, σπούδασε Νομική και άσκησε τη δικηγορία στη Σύρο κατά τα έτη 1894–1895. Το 1905, σε ηλικία μόλις 29 ετών, εξελέγη Α΄ βουλευτής της επαρχίας Νάξου, συνεχίζοντας την πολιτική δραστηριότητα του πατέρα του.

Ο Γεώργιος Στυλ. Βάλληνδας σπούδασε επίσης Νομική και το 1905 διορίστηκε στην Τράπεζα Αθηνών, ενώ το 1907 ανέλαβε υποδιευθυντής του υποκαταστήματος Χανίων. Ο Κωνσταντίνος Στυλ. Βάλληνδας αναφέρεται ως γεννημένος στην Πάρο και ακολούθησε επιστημονική σταδιοδρομία στη γεωλογία και ορυκτολογία, με σπουδές στη Βιέννη, το Μόναχο και την Ελβετία, ενώ εργάστηκε στα μεταλλεία λευκόλιθου της Ερμιόνης. Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από τη συγκεντρωμένη παριανή ονοματολογική έρευνα και χρειάζονται περαιτέρω διασταύρωση με πρωτογενείς πηγές.

Η οικογένεια εμφανίζεται και σε μεταγενέστερο αρχειακό υλικό. Στον κατάλογο της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα υπάρχει φάκελος με μέλη της οικογένειας Γεώργιο Σ. Βάλληνδα, Κωνσταντίνο Σ. Βάλληνδα και Πέτρο Γ. Βάλληνδα, γεγονός που δείχνει ότι η παρουσία του ονόματος συνεχίστηκε σε οικονομικούς, επιστημονικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους και κατά τον 20ό αιώνα.

Η Κύθνος και η παλαιότερη καταγωγή

Η καταγωγή του παριανού κλάδου από την Κύθνο αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την περαιτέρω έρευνα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο Αντώνιος Ν. Βάλληνδας (1830–1908), συγγραφέας των Κυθνιακών (Ερμούπολη, 1882), έργου αφιερωμένου στην ιστορία, τα ήθη, τη γλώσσα και τα γένη της Κύθνου. Η ύπαρξη αυτού του έργου προσφέρει σημαντική πρωτογενή πηγή για την αναζήτηση παλαιότερων κλάδων του επωνύμου στο νησί.

Ωστόσο, δεν έχει ακόμη αποδειχθεί συγγενική σχέση του Αντωνίου Ν. Βάλληνδα με τον Στυλιανό Ν. Βάλληνδα και επομένως δεν πρέπει να θεωρηθούν, χωρίς πρόσθετη τεκμηρίωση, μέλη της ίδιας οικογενειακής γραμμής.

Ο Στυλιανός Ν. Βάλληνδας πέθανε στην Πάρο το 1903 και τάφηκε στον ναό της Αγίας Τριάδας στην Παροικιά, όπου η θέση του τάφου του διατηρείται ως στοιχείο της τοπικής μνήμης. (Παριανά ονόματα – επίθετα και οικόσημα).

Η περίπτωση των Βάλληνδα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ιστορία της νεότερης Πάρου: ένας άνθρωπος με καταγωγή από την Κύθνο εγκαταστάθηκε στην Παροικιά, συνδέθηκε μέσω γάμου με παλιά παριανή οικογένεια και μέσα σε λίγες δεκαετίες απέκτησε σημαντική πολιτική, νομική και κοινωνική παρουσία. Η επόμενη γενιά διατήρησε αυτή την πορεία, με εκπροσώπους της στη δικηγορία, την πολιτική, την τραπεζική και τις επιστήμες.

–1845. Στυλιανός Νικολάου Βάλληνδας (1845 - 1903) από την Κύθνο. Ο Στυλιανός Ν. Βάλληνδας εγκαταστάθηκε στην Πάρο και παντρεύτηκε την θυγατέρα του Φρίτσου (Φραγκίσκου) Λ. Κονδύλη. Έγκριτος ως νομομαθείς εξασκούσε την δικηγορία. Διατέλεσε βουλευτής Κέας και το 1892 βουλευτής Πάρου, Πρόεδρος του Νομαρχιακού Συμβουλίου Κυκλάδων και Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Σύρου. Ο τάφος του επιφανούς Παριανού είναι εντός του Ναού της Αγίας Τριάδας στην τρίτη μαρμάρινη κρήνη του Μαυρογένη στην Παροικιά.

Είχε τιμηθεί με τον αργυρό Σταυρό του Σωτήρος.

–1875. Ο Φρίτσος (Φραγκίσκος) Στυλ. Βάλληνδας, γεννήθηκε στην Πάρο το 1875.

–1892. Το 1892 ο Στυλιανός Ν. Βάλληνδας εξελέγη βουλευτής. Είχε εκλεχθεί και άλλοτε ως βουλευτής στην επαρχία Κέας. Διετέλεσε πρόεδρος του Νομαρχιακού Συμβουλίου και του Δικηγορικού Συλλόγου Σύρου.

–1892, Επιστολή Ιωάννη Λεβαντή, κάτοικος Δραγουλά προς βουλευτή Στυλιανό Βάλληνδα στις 21 Σεπτεμβρίου 1892.

–1894. Φρίτσος Στυλ. Βάλληνδρας. Γιος του πολιτευτή Στυλ. Βάλληνδα, αρίστευσε στη Νομική Σχολή. Εξάσκησε την δικηγορία στην Σύρο από το 1894-1895.

–1903. Το 1903 πέθανε στην Πάρο ο Στυλιανός Ν. Βάλληνδας.

–1903. Στα 1903 έχουμε τις εκλογές για την ανάδειξη Δημάρχων, Δημαρχικών παρέδρων και Δημοτικών Συμβούλων.

Για την υποψηφιότητα ως Δημαρχιακού Παρέδρου στην Παροικιά, η εφημερίδα «Αιγαίον» γράφει στις 30 Αυγούστου 1903:  Δημαρχικοί άρεδροι εξελέγησαν στην Παροικιά ο Νικηφόρος Κυπραίος, ο Αλέξανδρος Μαυρογένης και ο Ανδρέας Γ. Παπακωνσταντίνου και Δημοτικοί Σύμβουλοι του Δήμου Πάρου (Παροικιάς) οι: Κων. Ν. Κονδύλης, Στυλ. Ξ. Καμπάνης, Δ. Μαύρος, Δ. Αργυρόπουλος, Ανδρ. Ψαράκης, Ανδρ. Βαρούχας, Νικ. Βάλληνδρας, Ιωάν. Δ. Βιάζης, Ιωάν. Νικηφόρος, Δημήτρης Πρωτόδικος, Λεων. Βενιέρης, Στ. Μαύρος.

–1905. Φρίτσος Στυλ. Βάλληνδας. Το 1905 σε ηλικία 29 ετών εξελέγη α’ βουλευτής της Επαρχίας Νάξου.

–1905. Γεώργιος Στυλ Βάλληνδας, σπούδασε νομικά. Το 1905 διορίσθηκε στην Τράπεζα Αθηνών και το 1907 διορίσθηκε υποδιευθυντής στο υποκατάστημα Χανίων.

–1911; Κωνσταντίνος Στυλ Βάλληνδας, Γεννήθηκε στην Πάρο, γιος του Στυλ. Βάλληνδρα σπούδασε γεωλογία και ορυκτολογία  σε Βιέννη, Μόναχο και Ελβετία. Εργάστηκε στα μεταλλεία λευκόλιθου Ερμιόνης.

 

Βαλούρδος: Μικρασιάτης, κάτοικος Νάουσας

 

Βαλσαμάκης

–1821. Η Μαρούσα, χήρα του Ιωάννη Βαλσαμάκη, αιτείται αποζημίωσης από την Επιτροπή του Αγώνος για τις υπηρεσίες που πρόσφερε κατά την Επανάσταση ο αποβιώσας σύζυγός της και επισυνάπτει τα σχετικά δικαιολογητικά: 1 αίτηση, 6 συνημμένα πιστοποιητικά, 3 ομολογίες δημοσίου και 1 τιμητικό δίπλωμα (περιλαμβάνεται συνοδευτικό δίφυλλο) Βαλσαμάκης Ιωάννης: Η αίτησή του εξετάστηκε κατά την υπ΄αριθμόν 252/83 συνεδρίαση του στρατιωτικού τμήματος της Επιτροπής Αγώνος.

–1831. Ο παππούς του Ιωάννη Δημ. Πρωτόδικου (βλέπε αγωνιστής 1821), ο Μιχελάκης Πρωτόδικος αναφέρεται σε έγγραφο Παροικιάς, 10 Αυγούστου του 1812 εκτός από Δημήτριο είχε και τρείς κόρες: την Κυριακούλα (σύζυγος της ο Π. Βαλσαμάκης), τη Ζαμπγιώ (σύζυγός της ο Δημήτριος Αυλήτης) και την Αναστασουλιώ σε έγγραφα. 3 Μαρτίου 1831 (ΓΑΚ, 219, 212 r-v).

–1835. Σε ομαδικό έλεγχο του δημοτικού σχολείου Πάρου του 1835, υπάρχει εγγεγραμμένος ο μαθητής Κωνσταντίνος Βαλσαμάκης.

 

Βαλσαμής ή Βαρσαμής ή Βαρσάμης: Το επώνυμο Βαλσαμής, Βαρσαμής ή Βαρσάμης απαντά στην Πάρο ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα. Σύμφωνα με τον Νίκο Αλιπράντη, συνδέεται ετυμολογικά με το «βάλσαμο» και τους ιταλικούς τύπους Balsamo και Balsamini.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία στην Πάρο εντοπίζεται στις 15 Αυγούστου 1718, όταν ο Γεώργιος Βαρσαμής εμφανίζεται ως ανάδοχος σε βάπτιση στην Πάρο.  Ιδιαίτερη σημασία έχει προικοσύμφωνο των Λευκών, 5 Νοεμβρίου 1743, όπου αναφέρεται ο «Μυκονιάτης σιόρ Μιχαλάκης Βαρσαμής», ενώ στο ίδιο έγγραφο μνημονεύεται και ο Πέρρος Βαρσαμής. Η συγκεκριμένη αναφορά τεκμηριώνει σύνδεση τουλάχιστον ενός Βαρσαμή της εποχής με τη Μύκονο.

Οι Βαλσαμήδες στον Κέφαλο

Κατά τον 19ο αιώνα η οικογένεια συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον Κέφαλο και το Τζιπίδο, τη σημερινή περιοχή της Μάρπησσας. Ο Ιωάννης Βαλσαμής εμφανίζεται ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μεταξύ των τοπικών προκρίτων και σε έγγραφα που αφορούν τις μονές της περιοχής. Το 1820 καταγράφεται μεταξύ των προεστών του Τζιπίδου.

Ο Ιωάννης Βαλσαμής και η Επανάσταση

Ο Ιωάννης Βαλσαμής είχε ενεργό ρόλο και κατά την Επανάσταση. Σε χειρόγραφο της Φιλικής Εταιρείας, με ημερομηνία 12 Μαΐου 1821, αναφέρεται η μύησή του, ενώ στις 20 Αυγούστου 1821, στη Νάουσα της Πάρου, υπογράφει δήλωση μαζί με άλλους Παριανούς στρατιώτες για μετάβαση στην Πελοπόννησο και ένταξη στις δυνάμεις του Δημητρίου Υψηλάντη.

Η παρουσία του συνεχίζεται και στα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους. Στις 26 Ιουλίου 1823 διορίστηκε αστυνομικός επιστάτης στα χωριά του Κεφάλου, ασκώντας παράλληλα και καθήκοντα λιμενάρχη. Το 1829 περιλαμβάνεται μεταξύ των εκλογέων της επαρχίας Πάρου και Αντιπάρου.

Μονές και εκπαίδευση

Ιδιαίτερη ήταν και η σχέση του με τις μονές και την εκπαίδευση. Το 1830 αναφέρεται ως επίτροπος του Αγίου Αντωνίου Κεφάλου και της Παναγίας Ξεχωριανής, ενώ στις 18 Αυγούστου 1830 συμμετείχε στην επιτροπή διαχείρισης της μονής Αγίου Αντωνίου.

Το 1832, σε διοικητική πράξη της περιόδου του Αυγουστίνου Καποδίστρια, διορίστηκε Έφορος των διδακτικών καταστημάτων της Πάρου και επίτροπος κοινών μοναστηριών, μεταξύ των οποίων η Λογγοβάρδα, οι Ταξιάρχες Κουνάδου, ο Άγιος Αντώνιος και η Εκατονταπυλιανή.

Η οικογένεια στον 19ο και 20ό αιώνα

Η παρουσία της οικογένειας συνεχίζεται και κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Στους εκλογικούς καταλόγους του 1875 εμφανίζονται Βαλσαμήδες στον Δήμο Υρίας, κυρίως ως γεωργοί και κτηματίες.

Στα δημοτολόγια του Δήμου Μάρπησσας, το 1903, καταγράφονται μεταξύ άλλων ο Πέτρος Εμμανουήλ Βαλσαμής, η Ζαφείρα Πέτρου Βαλσαμή, ο Μιχαήλ Εμμανουήλ Βαλσαμή και η Φλώρα Εμμανουήλ Βαλσαμή.

Μια οικογένεια με βαθιές ρίζες στην Πάρο

Οι μαρτυρίες αυτές δείχνουν ότι οι Βαλσαμήδες αποτελούσαν ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα εγκατεστημένο παριανό επώνυμο, με ιδιαίτερη παρουσία στον Κέφαλο και το Τζιπίδο κατά τον 19ο αιώνα. Ο Ιωάννης Βαλσαμής ξεχωρίζει για τη συμμετοχή του στη Φιλική Εταιρεία, στην Επανάσταση, στην τοπική διοίκηση, αλλά και στη διαχείριση μονών και εκπαιδευτικών υποθέσεων.

Η σύνδεση ενός πρώιμου Βαρσαμή με τη Μύκονο είναι τεκμηριωμένη από την αναφορά του 1743. Η πλήρης γενεαλογική σύνδεση των πρώιμων Βαρσαμήδων της Πάρου με συγκεκριμένη οικογένεια της Μυκόνου, όμως, δεν έχει ακόμη αποδειχθεί και χρειάζεται περαιτέρω έρευνα στα μυκονιάτικα αρχεία.

Πηγές

[1] Νίκος Αλιπράντης, Παριανά ονόματα – επίθετα και οικόσημα, λήμμα «Βαλσαμής ή Βαρσαμής ή Βαρσάμης».

[2] Δημοτικό Σχολείο Νάουσας Πάρου, αφιέρωμα στους Παριανούς Φιλικούς και αγωνιστές του 1821.

[3] Εκλογικοί κατάλογοι Δήμου Υρίας, 1875, με καταγραφές Βαλσαμήδων.

Σημείωση: Η αναφορά στον Μιχαλάκη Βαρσαμή ως «Μυκονιάτη» αποτελεί συγκεκριμένο τεκμήριο για την καταγωγή του συγκεκριμένου προσώπου και όχι από μόνη της απόδειξη ότι ολόκληρη η οικογένεια των Βαλσαμήδων της Πάρου προερχόταν από τη Μύκονο.

–1718. Στις 15 Αυγούστου 1718 Βαπτίστηκε ο Αντώνιος Κονδύλης, γιός του Παύλου και της Άννας. Είχε αναδόχους τον Γεώργιο Βαρσαμή και τη Μαρία Γ. Αλησάφη. Κατοικούσε στη Μάλτα, όπουτ σπούδαζε λατινικά.

–1743. Στις Λεύκες στις 5 Νοεμβρίου 1743 ο χωροεπίσκοπος Κεφάλου Γεμελιάρης συντάσσει το προικοσύμφωνο της Ανδριανάκης Ιωάν. Ραγκούση και του Πέρρου Βαρσαμή.

–1743. Σε προικοσύμφωνο Λευκών στις 5 Νοεμβρίου του 1743 αποκαλύπτεται η καταγωγή της οικογένειας, «…ο Μυκονιάτης σιόρ Μιχαλάκης Βαρσαμής…».

–1810. Ομολογία προεστώτων Λευκών, 1810, 13 Μαρτίου. «Οι προεστώτες των Λευκών Ιωάννης Βλασαμής, Ανδρέας Ραγκούσης, Βασίλειος Χανιώτης, ο ιερέας Νικόλαος Παντολέων που γράφει στο όνομά του μαστρο Γεωργίου Δρακάκη, και ο Αρκάς Νικόλαος, ο γράψας και το έγγραφο, ομολογούν και φανερώνουν ότι έστειλαν τον κοινόν αποκόφτην κυρ Μοσχονά Χανιώτη και ετήμασε θεόψυχα όλα τα πράγματα του μακαρίτου Αντωνίου Κατζαούνη και της γυναίκας του Κρεούζας. Τα εκτίμησε δε για 440 γρόσια. (Παριανά 81).

–1813. Ο Σκευοφύλαξ Κονταράτος υπογράφει σε σημείωμα στις Λεύκες στις 29 Αυγούστου 1813. Αναφέρεται στην μεταπώληση χωραφιών από την Κατερίνα σύζυγο του μακαρίτη Νικ. Κονταράτου. Το κείμενο συντάχθηκε από τον χαρτοφύλακα Λευκών ιερέα Στέφανο Χανιώτη με μάρτυρες τον σκευοφύλακα Κονταράτο και τον Ιωάννη Βαλσαμή.

–1816. Πώληση χωραφιού. Λεύκες 1816, Ιουνίου 6. «Η κυρά Ρήνη χήρα του Παναγιωτάκη Παπαδόπουλου πωλεί στον Νικολάκη Παντελαίο ένα χωράφι που βρίσκεται στον οικισμό Μάλτες για 50 γρόσια, ο δε Μοσχονάς Χανιώτης το έχει αποκόψει ως αποκόπτης – εκτιμητής, για 40 γρόσια». Το έγγραφο συνέταξε ο Μιχαήλ Βαλσαμής και υπέγραψε ως μάρτυρας ο παπα Πέτρος Αρκάς, εφημέριος Λευκών.

–1818. Κατάλογος της ακίνητης περιουσίας της Παναγίας Ξεχωριανής 16 Απρ. 1818, χωράφι εις το Πίσω Λιβάδι πλησίον Μελανίτης Νικόλαος και Ιωάννης Βαλσαμής, κοντά Άγιος Αντώνιος.

–1818. Στις 26 Σεπτεμβρίου 1818 Σκευοφύλακα Παπαδόπουλος και ο σιόρ Γιαννάκης Βαλσαμής, σύντροφοι στην Ξεχωριανή.

–1820. Προικοσύμφωνο Γεωργίου Τζαντουλή. Κηπίδος 1820, Ιανουαρίου 30. Ενώπιον του ιερέως Εμμανουήλ Μονόπατου, που συνέταξε το έγγραφο και μαρτυρεί, μαρτυρούντων του Ιωάννη Βαλσαμή και του Κωνσταντίνου Τζιγώνια, η Μαρία, σύζυγος του Δημητρίου Πούλιου, προικίζει τη θυγατέρα της Θεοφύλακτη, η οποία παίρνοι ως σύζυγο τον Γεώργιο Τζαντουλή, γιο του μακαριστού ιερέως του Τζιπίδου Γεωργίου Τζαντουλή. Στο προικοσύμφωνο αυτό μνυμονεύονται και οι σύμβιοι σε χωράφια, Δημήτριος Άγουρος, Ιωάννης Λιονταράκης, παπα Φραντζέσκος Μαργαρίτης, Νικόλαος Πούλιος, Αννέζα γυνή ποτέ Δημητρίου Μαυρίκου, Ιωάννης Βαλσαμής, παπα Εμμανουήλ Μονόπατος, Σπυρίδων Παπαδόπουλος, Μανώλης Κονταράτος, Αντώνιος Καντιώτης και Μανόλης Μελέχας. Πηγή Παριανά 158.

–1820. Ανάμεσα στους προύχοντες του Τζιπίδουτο 1820 ήταν και ο Ιωάννης Βαλσαμής που είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρία.

–1821. Παριανός αγωνιστής του 1821 ο Θεόδωρος (Μ.Υ.18834) στρατιώτης και ο Ιωάννης Βαλσαμής.

–1821. Ο Παναγιώτης Δ. Δημητρακόπουλος εμυήθη εγκαίρως στην Φιλική Εταιρία στην οποία ήταν και ο επικεφαλής στην Πάρο. Σε χειρόγραφο του τελετουργικού της μυήσεως στην Φιλική Εταιρία αναφέρεται η δράση σε σχετικό σημείωμα. 1821 των Φιλικών τη 12 Μαΐου. Καθιέρωσα τον Ιωάννη Πέτα Βαλσαμή. ‘Έλαβαν γρόσια 65.

–1821. Οι υπογεγραμμένοι στρατιώτες υπόσχονται να ακολουθήσουν τον Φιλικό Παναγιώτη Δ. Δημητρακόπουλο και να απέλθωσιν εις Πελοπόννησο για να ενωθούν υπό τις οδηγίες του εκ λαμπρότατου Πρίγκηπος Δημήτριο Υψηλάντη ελληνικών στρατευμάτων. Εις βεβαίωση υπογράφονται Νάουσα Πάρου τη 20 Αυγούστου 1821, δια χειρός εμού Ιωάννης Βαλσαμής.

–1822. Σε έγγραφο των Παριανών στους Υδραίους στις 13 Απριλίου 1822 αναφέρεται ο Ιωάννης Βαλσαμής κάτοικος Μαρμάρων και ο Μιχαήλ Βαλσαμής κάτοικος Λευκών.

–1823. Ο Γενικός Αστυνόμος της Επαρχίας Πάρου-Αντιπάρου Στέφανος Κάππαρης με έγγραφο του (Παροικιά, 26 Ιουλίου 1823) διόρισε τους αστυνομικούς επιστάτες στα χωριά της Πάρου. Στα χωριά του Κεφάλου διορίσθηκε ο Ιωάννης Βαλσαμής, που εκτελούσε και χρέη λιμενάρχη, όπως και της Νάουσας ο Αντώνιος Κορτιάνος, αφού «ούσα παραθαλάσσιος χώρα η Νάουσα καθώς και τα του Κεφάλου χωριά έχουν λιμένας πλησίον».

–1823. Σε έγγραφο του χωριού Κεφάλου (Μάρμαρα) προς τον υπουργό της θρησκείας σχετικά με τον Άγιο Αντώνιο «Ελάβομεν την διαταγήν του Ιερού Υπουργείου της θρησκείας διορίζουσαν τον Κύριον Στέφανον Μαυρογένην προστάτην του μεγάλου Αντωνίου και τον κύριον Αθανάσιον Ιεροκήρυκα, ηγούμενον τούτου διά να συνάγουσιν όλα τα εισοδήματα και να υποσυρθή εις τα ίδια ο σκευοφύλαξ των χωριών Κεφάλου όστις πρότερον εδιωρίσθη ηγούμενος τούτου παρά του αυτού Ιερού υπουργείου βλέπομεν ότι το υπουργείον της θρησκείας ενασχολούμενον εις αναγκαιοτέρας υποθέσεις δεν δύναται να εξετάση ακριβώς την αλήθειαν. Η Κυρία Μαδώ του Μαυρογένη διά αναφοράς της ηπάτησε το υπουργείον τούτο λέγουσα ότι είναι κτήμα πατρικόν της εις τα συγκίλια τούτου με το από ΄κτήμα πατρικόν της είς της κοινότητος τούτο το μοναστήριον πρό χρόνων το εκαταξουσίαζεν δυναστικώς η Δόμνα του Μαυρογένους, ως εκ τούτου εφαντάζετο η απόγονος της ότι είναι κτήμα πατρικόν των ημείς λοιπόν, σεβασμιώτατε, δεν ημπορούμεν να αποχωρίσωμεν το δίκαιον της κοινότητος αλλά θέλουμεν να δικαιολογηθούμεν προς το Ιερόν τούτο υπουργείον καθώς και ο ίδιος παραστάτης μας θέλει σας πληροφορήσει όλην την αλήθειαν δια να μην απατάται και διατάττει τοιαύτας επιταγάς παρακαλούμεν λοιπόν να μη νομίσητε τούτο μας το φέρσιμον απείθειαν προς την σεβαστήν διοίκησιν μένομεν με όλον το σέβας. Τη 20 Οκτωβρίου 1823 των χωρίων Κεφάλου. Υπογράφει ο κάτοικος Τζηπίδου Ιωάννης Βαλσαμής κ.α. (Τ.Σ. ΠΑΡΟΣ ΜΑΡΜΑΡΑ 1820) (Γ.Α.Κ.).

–1824. Επιστολή στις 8 Απριλίου 1824 του οικονόμου Κεφάλου Δημητρίου Άγουρου, αναφορά στον Ιωάννη Βαλσαμή για τον Μονόπατο Εμμανουήλ.

–1824. Στις 8 Απριλίου 1824, Αστυνόμος Πάρου φέρεται ο Ιωάννης Βαλσαμής.

–1825. Στις 24 Μαΐου 1825 ο Επίτροπος της μονής Αγίου Αντωνίου και Παναγίας Ξεχωριανής Ιωάννης Βαλσαμής υπογράφει τη διαθήκη του Ιωάννη Τζιώτη.

–1825. Την 1η Αυγούστου 1825 δημογέροντας Τσιπίδου Ιωάννης Βαλσαμής.

– 1825. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1825, το εκτελεστικό Σώμα της Προσωρινής Κυβέρνησης της Ελλάδος δια τον πρόεδρο του Γεωργ. Κουντουριώτη ειδοποιεί το Υπουργείο Λατρείας (Θρησκείας), ότι ενέκρινε τον διορισμό Επιτροπής διά να επιστατεί τον Άγιο Αντώνιο. Μέλη αυτής ορίσθηκαν ο Ιωάννης Βαλσαμής, ο Γεώργιος Βιτζαράς και ο ιερέας Κωνσταντίνος Γεμελιάρης.

–1826. Σε επιστολή στις 18 Σεπτεμβρίου του 1826, αναφέρεται ο δημογέροντας Τσιπίδου Ιωάννης Βαλσαμής.

–1826. Στις 14 Οκτωβρίου 1826 σε έγγραφο της Ξεχωριανής αναφέρεται ο σκευοφύλαξ Θεόδωρος Παπαδόπουλος και ο Ιωάννης Βαλσαμής.

–1827. Πώληση ακινήτου υπό αριθμού 198 χιλίους οκτακοσίους είκοσι επτά (1827) Ιουλίου 27: Νάουσα της Πάρου. Την σήμερον επαρισιάσθη εις την Κοινήν Νοταρίαν της χώρας ταύτης η κάτωθεν υπογεγραμμένη Παρασκευώ γυνή Βαγγέλη Βαλσαμάκη, οπού με την γνώμην του ανδρός της και υιού της Νικολάου και λέγει ότι πως με ιδίαν της βουλήν και γνώμην δίνει και παντί ελεύθερα πουλεί εις τον Μάρκον Βλάση ένα μαγαζί αργαστήρι οπού έχει την μητρικόν της ομού με το τζάκιν του εις την ρούγα του Ευαγγελισμού πλησίον: άνωθεν τα παιδιά ποτέ Λουκά Θηβαίου και εις το πλάγι ίδια πωλήτρια, το οποίον του το δίδει διά γροσια διακόσια εξήντα: Ν260, ως καθού… εις το δημόσιον από τον ίδιον αγοραστήν, τα οποία γρόσια την τιμήν μας λέγει η άνω λεγομένη πωλήτρια ότι τα έλαβε σωστά και καλά μένοντας πλημένα και καλά ευχαριστημένα, και από την σήμερον το αποξενώνεται και το απαραιτεί εις την εξουσίαν και κυριότητα του αγοραστή να το κάνει ως θέλει και βούλεται ως ίδιον του απόκτημα και ως συγχήσει την παρόν πουλησίαν να ζημιούται εις την ευρισκομένην εξουσίαν γρόσια εκατόν τριάντα, πληρώνοντας τα πάντα και πάλιν η παρών να έχη το κύρος και την ισχύν εις αιώνα τον άπαντα. Και εις πίστωσιν υπογράφεται παρ’ αυτής διά … και παρά των αξιοπίστων μαρτύρων εις ασφάλειαν. Παρασκευώ γυνή Βαγγέλη Βαλσάμου, διά χειρός εμού του υιού της Νικολάου βεβαιοί τα άνωθεν. Βαγγέλης Βαλσάμου Βεβαιώνει τα άνωθεν, δια χειρός εμού Δημητρίου Καράντζα, όστις και μαρτυρώ. Ο δημόσιος νοτάριος της χώρας ταύτης Ιωάννης Σταματελάκης βεβαιώ.

–1829. Σε έγγραφο της Εκατονταπυλιανής «Εν Παροικία της Πάρου» την 19 Μαΐου 1829 αναφέρονται οι εκλογείς της επαρχίας Πάρου και Αντιπάρου: Αθανάσιος Μαύρος, Μ.Μ. Μαυρογένης, Δημήτριος Καλαβρός, Νικ. Μαλατέστας, Ιω. Μεταξάς, Θ. Ρικιέρης, Ιάκωβως Λουκής, Ν. Μωραΐτης, Μιχαήλ Τζιγώνιας, Ιω. Βαλσαμής, Ευστράτιος Στάμενας, Ζέπος Δελαγραμμάτης, Ν. Κονταράτος, Ν. Ρούσσος, Γεώργιος …, Τζανής Μάτζας, Δαμιανός Μπιάζης, Γεώργιος Βιτζαράς.

–1830. Στις 18 Αυγούστου 1830. Εν Παροικία. Η Πενταμελής Επιτροπή του αγίου Αντωνίου Κεφάλου, αποτελούμενη από τους: Δημήτριο Κιοσσέ, Ελευθέριο Χαμάρτο, σιόρ Ιωάννη Βαλσαμή, Μιχαήλ Τσιγώνια και Κωνσταντίνο Σιφάκη, εκθέτει προς Γραμματεία των Εκκλησιαστικών τα πορίσματα της περί της καταστάσεως της μονής σχετικά με τον προσφάτως τοποθετηθέντα Βαρλαάμ, και στην κτηριακή κατάσταση της προτείνοντας λύσεις προτού ερημώσει και διαλυθεί η μονή.

–1830. Στην 1η Οκτωβρίου 1830 ο Χαρτοφύλαξ Κεφάλου Κονταράτος υπήρξε και Έφορος της Αλληλοδιδακτικής Σχολής Κεφάλου μαζί με δύο άλλους: τον Ιωάννη Βαλσαμή από τον Τζιπίδο και τον Γ. Γαϊτανόπουλο από τα Μάρμαρα. Έγγραφό τους προς τον τοποτηρητή Πάρου Αντιπάρου Δ. Κιοσσέ.

–1830. Επίτροπος Μονής Αγίου Αντωνίου Κεφάλου και Ξεχωριανής το 1830 ο Ιωάννης Βαλσαμής.

–1831. Λεύκες 1831 Μαΐου 2. Ο μαθητής της Αλληλοδιδακτικής Σχολής Λευκών Βαλσαμής Θ. Εμμανουήλ και Βαλσαμής Θ. Ιωάννης.

–1831. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1831 σε πωλητήριο Τσιπίδου υπογράφουν ως μάρτυρες ο Ιωάννης Βαλσαμής και ο Νικόλαος Πούλιος.

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Ιωάννης, Θεόδωρος και ο Μιχάλης Βαλσαμής από το χωρίων Κεφάλου.

–1832. Το 1832 ο Ιωάννης Βαλσαμής Επίτροπος της μονής Αγίου Αντωνίου είχε διορισθεί από τον Κυβερνήτη Αυγουστίνο Καποδήστρια Έφορος των διδακτικών Καταστημάτων της Πάρου και Επίτροπος των Κοινών Μοναστηριών [Λογγοβάρδας, Ταξιαρχών Κουνάδου, Αγίου Αντωνίου και Εκατονταπυλιανής] Ναύπλιο, 17 Μαρτίου 1832.

–1835. Σε ομαδικό έλεγχο του δημοτικού σχολείου Μάρπησσας του 1835, υπάρχει εγγεγραμμένος ο μαθητής Βαλσαμής Ιωάννης.

–1838. Ο υποφαινόμενος Ανδρέας ποτέ Δημητρίου Αγούρου πουλεί εις τον κυρ Μιχάλη Καρυστινό ένα μαγαζί όπου έχει εις τοποθεσία του Τζιπίδου εις το αυτό πλησίον ο ίδιος αγοραστής και Κωνσταντίνος Καλαβρός, το οποίον του το δίνει διά δραχμάς εβδομήντα αρ. 70 καθώς το αναμεταξύ εσυμφώνησαν και από την σήμερον το απαραιτεί ο πουλητής εις την εξουσίαν και δεσποτείαν του αγοραστή να το κάνει ως βούλεται, ως καλά πληρωμένος ουλείς εναντιούμενος. Όθεν διά το αληθές εγένετο το παρόν υπογεγραμμένον παρά του ιδίου, παρ’ άλλου και υπό αξιοπίστων μαρτύρων εις ένδειξιν. 7 Ιανουαρίου 1838. Ιωάννης Βαλσαμής μαρτυρώ.

–1846. Ο Θεόδωρος Βαλσαμής αιτείται αποζημίωσης από την Επιτροπή του Αγώνος για τις υπηρεσίες που πρόσφερε κατά την Επανάσταση και καταθέτει τα σχετικά δικαιολογητικά: 1 πιστοποιητικό Βαλσαμής Θεόδωρος: Η αίτησή του εξετάστηκε κατά την υπ΄αριθμόν 404/25 συνεδρίαση του στρατιωτικού τμήματος της Επιτροπής Αγώνος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Δραγουλά του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο Βαλσαμής Πέτρος, 35 ετών εργάτης και ο Βαλσαμής Εμμανουήλ 31 ετών εργάτης.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 25χρονος γεωργός Εμμανουήλ Θ. Βαλσαμής, ο 35χρονος κτηματίας Θεόδωρος Βαλσαμής, ο 33χρονος κτηματίας Ιωάννης Θ. Βαλσαμής και ο 25χρονος γεωργός Περικλής Βαλσαμής.

–1862. Απόφαση αριθ,1, της 31ης Ιανουαρίου του 1862 του Δημοτικού Συμβουλίου Μάρπησσας. «Εγκρίνει επ’ ονόματι του τελευταίου πλειοδότου Ν. Εμμ. Αρκά του Δημοτικού επί του ελαίου φόρου δια δραχμάς εβδομήκοντα. Η παρούσα κοινοποιηθήσεται όπου δέον εν τω Δημοκαταστήματι την 31 Ιανουαρίου 1862. Το Δημ. Συμβούλιο ο Πρόδρος Γεώργιος Χ. Χανιώτης, Κ. Αρκάς, Β. Χανιώτης, Ιωάννης Ν. Κονταράτος, Πέτρος Πυργής, Εμμ. Μ. Βαλσαμής, Εμμ. Ν. Αρκάς, Γεώργιος Εμ. Δελαγραμμάτης.

–1865. Απόφαση 3η της 13ης Ιουνίου 1865, του Δημοτικού Συμβουλίου Μάρπησσας. Το Δημοτικό Συμβούλιο. (Αφορά στη μεταφορά στον προϋπολογισμό του δήμου, του τρέχοντος έτους.

Ο Δημαρχεύων Ιωάννης Ν. Ρούσσος. Το Δημοτικό Συμβούλειον, ο Προεδρεύων, Εμμ. Ν. Αρκάς, Ν.Μ. Ρούσσος, Ι. Οικονομίδης, Εμμ. Μ. Βαλσαμής, Πέτρος Πυργής, Π.Ι. Χανιώτης, Ν.μ. Ρούσσος, Κ. Αρκάς, Ιωάννης Ν. Κονταράτος.

–1872. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 43χρονος υπαξιωματικός Κωνσταντίνος Π. Βαλσαμής, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 10 Ιουνίου 1872.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Υρίας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 35χρονος Βαλσαμής Γεώργιος του Κυριάκου γεωργός όπως και ο 50χρονος Βαλσαμής Εμμανουήλ του Θεόδωρου, γεωργός, αλλά και ο 38χρονος Ζώρζης Βαλσαμής του Θεοδώρου γεωργός. Στον ίδιο κατάλογο είναι εγγεγραμμένος ο Βαλσαμής Νικόλαος του Θωμά 26 χρονών υπηρέτης αλλά και ο Περικλής Βαλσαμής του Θεόδωρου 50 χρονών γεωργός.

–1894. «Εις τας 25 του Μαρτίου 1894 έδωσα εις τον Ιάκωβο Καβάλλην τα χόρτα της Κεροδοσίας δραχμάς 25,00 μάρτυρες Μιχαήλ Βαλσάμης, Ιωάννης Μηλαίος και Γεώργιος Τζανακόπουλος».

–1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Πέτρος Εμμανουήλ Βαλσαμής, ετών 38, γεωργός, έγγαμος.

–1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Ζαφείρα Πέτρου Βαλσαμή, ετών 37, οικιακά, έγγαμος.

–1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Μιχαήλ Εμμανουήλ Βαλσαμής, κάτοικος Αθήνας, ετών 40, υπηρέτης, άγαμος.

–1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Φλώρα Εμμανουήλ Βαλσαμή, ετών 26, οικιακά, άγαμος.

–1920. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 64χρονος εργατικός Μιχαήλ Εμμ. Βαλσαμής άγαμος. Έδωσε όρκο στις 15 Μαΐου 1920.

 

Βαλσαμόπουλος:

–1835. Σε ομαδικό έλεγχο του δημοτικού σχολείου Πάρου του 1835, υπάρχει εγγεγραμμένος ο μαθητής Παναγής Σ. Βαλσαμόπουλος, τέχνη πατέρα πλοίαρχος.

–Βαμβακάρης: Ο παριανός κλάδος έχει καταγωγή από Σύρο, Καθολικού δόγματος.

–1955. Εργολάβος οικοδομών στην Παροικιά το 1950 ο Στέφανος Βαμβακάρης.

–1963. Σε μαθητική φωτογραφία των Χριστουγέννων του 1963 απεικονίζεται ο μαθητής Γεώργιος Βαμβακάρης.

–1973. Σε σχολικές εκδηλώσεις στις 9 Ιουλίου 1973, στην Παροικιά, διακρίνεται ο Γιώργος Βαμβακάρης.

–1990. Τουριστικός πράκτορας στην Παροικιά Γεώργιος Βαμβακάρης και υιοί Στέφανος και Δημήτρης.

–2008. Τουριστικός πράκτορας στην Παροικιά Γεώργιος Βαμβακάρης και υιοί Στέφανος και Δημήτρης.

 

Βανέτος:

–1845. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 23χρονος ναυτικός Πέτρος Βανέτος. Έδωσε όρκο στις 21 Ιουλίου 1845.

 

Βαντάρος ή Βαντόρος ή Βαντώρος ή Προσκυνητής:

–1821. Παριανός αγωνιστής του 1821 ο Προσκυνητής Αναστ. Βαντώρου (Μ.Υ.13962) Στρατιώτης.

–1826. Στα δημοτολόγια Παροικίας του 1826 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο Αναστάσιος Βαντόρος σε ηλικία 31 ετών.

–1846. Ο Αναστάσιος Βαντώρος Προσκυνητής αιτείται αποζημίωσης από την Επιτροπή του Αγώνος για τις υπηρεσίες που πρόσφερε κατά την Επανάσταση και καταθέτει τα σχετικά δικαιολογητικά: 1 αίτηση και 1 συνημμένο πιστοποιητικό (περιλαμβάνεται συνοδευτικό δίφυλλο) Βαντώρος Αναστάσιος: Η αίτησή του εξετάστηκε κατά την υπ΄αριθμόν 266/41 συνεδρίαση του στρατιωτικού τμήματος της Επιτροπής Αγώνος. (ΓΑΚ)

–1847. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 43χρονος γεωργός Βαντάρος Ιωάννης, ο 43χρονος γεωργός Μάρκος Βαντάρος και ο 52χρονος ναύτης Αναστάσιος Βαντόρος.

 

Βαντόρος: Βλέπε Βαντάρος

 

Βαξεβανίδης: Το επώνυμο Βαξεβανίδης συνδέεται με την Πάρο μέσω οικογένειας μικρασιατικής καταγωγής, η οποία διατήρησε ιδιαίτερους οικογενειακούς δεσμούς με τις Λεύκες.

Σύμφωνα με προφορική οικογενειακή μαρτυρία, ο Χρήστος Βαξεβανίδης, πρώτος γνωστός πρόγονος του συγκεκριμένου κλάδου, καταγόταν από τον Άγιο Γεώργιο της περιοχής της Προύσας στη βορειοδυτική Μικρά Ασία. Κατά την οικογενειακή παράδοση, ένας παλαιότερος πρόγονος της οικογένειας είχε δωρίσει στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου την καμπάνα της.

Μετά τα γεγονότα του 1922, ο Χρήστος Βαξεβανίδης έφυγε από τη Μικρά Ασία και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Ο γάμος με την Αικατερίνη Μαυραγκά

Στην Αθήνα γνώρισε την Αικατερίνη Μαυραγκά, το γένος Ραγκούση, η οποία καταγόταν από οικογένεια των Λευκών Πάρου. Οι δύο τους παντρεύτηκαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Βύρωνα και της Καισαριανής, όπου δημιούργησαν την οικογένειά τους.

Σύμφωνα με οικογενειακή παράδοση, η Αικατερίνη είχε μεταβεί παλαιότερα στην Αθήνα και είχε μαθητεύσει στη μαγειρική κοντά στον Νικόλαο Τσελεμεντέ.

Έτσι, η σύνδεση των Βαξεβανίδηδων με τις Λεύκες δεν προέκυψε από μόνιμη εγκατάσταση του Χρήστου στο χωριό, αλλά μέσα από τον γάμο του με την Αικατερίνη Μαυραγκά και τους οικογενειακούς δεσμούς που δημιουργήθηκαν.

Τα παιδιά στην Πάρο κατά την Κατοχή

Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η σχέση της οικογένειας με την Πάρο κατά τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής.

Σύμφωνα με την προφορική μαρτυρία του Γεωργίου Βαξεβανίδη, γιου του Χρήστου, οι γονείς του, προκειμένου να προστατεύσουν τα δύο παιδιά τους από τη μεγάλη πείνα που έπληττε την Αθήνα, τα έστειλαν στην Πάρο. Τα παιδιά, ο Γεώργιος Βαξεβανίδης και η Θεοδώρα Βαξεβανίδη, έμειναν στο νησί κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

Η παραμονή τους στην Πάρο δεν ήταν μόνιμη. Σύμφωνα με την ίδια οικογενειακή μαρτυρία, επέστρεψαν στην Αθήνα το 1946. Από τότε, όμως, διατήρησαν τη σχέση τους με τις Λεύκες, τις οποίες επισκέπτονταν ως παραθεριστές.

Οι Βαξεβανίδηδες στις Λεύκες

Η παρουσία της οικογένειας στις Λεύκες αποτυπώνεται και σε οικογενειακό φωτογραφικό υλικό. Σε φωτογραφία του 1939, από το σπίτι του Δημητρίου Μαυραγκά στις Λεύκες, εικονίζονται πέντε κόρες της Αννίτσας Μαυραγκά και ο μικρός Γεώργιος Βαξεβανίδης, περίπου πέντε ετών, στην αγκαλιά της.

Σύμφωνα με την οικογενειακή αναγνώριση, μεταξύ των εικονιζομένων βρίσκονται η Κατερίνα Βαξεβανίδη, η Νίνα, η Καλυψώ Γεωργούση, η Ειρήνη Κουπελίδη και η Ανέζω Καπάρου.

Η φωτογραφία αποτελεί ένα ακόμη τεκμήριο των στενών συγγενικών δεσμών που συνέδεαν την οικογένεια Βαξεβανίδη με την οικογένεια Μαυραγκά και, κατ’ επέκταση, με τις Λεύκες.

Η μαρτυρία για τη ζωή στην Πάρο

Ο Γεώργιος Βαξεβανίδης έχει επίσης αναφερθεί στη ζωή του στην Πάρο κατά τη δεκαετία του 1940. Θυμάται, μεταξύ άλλων, ότι φύλαγε μαζί με άλλους ένα σπαρμένο χωράφι που είχε νοικιάσει ο θείος του, Χρήστος Κουπελίδης, μαζί με τον Τάσο Θεοχαρίδη, από κτήματα που προέρχονταν από τα κληροδοτήματα της Εκατονταπυλιανής.

Η μαρτυρία αυτή φωτίζει μια λιγότερο γνωστή πλευρά της καθημερινής ζωής των παιδιών και των οικογενειών της εποχής, όταν η γεωργική παραγωγή και η πρόσβαση σε τρόφιμα είχαν ζωτική σημασία.

Μια οικογένεια μικρασιατικής καταγωγής με δεσμούς στην Πάρο

Η ιστορία των Βαξεβανίδηδων παρουσιάζει μια διαφορετική μορφή της σχέσης των μικρασιατών προσφύγων με την Πάρο. Ο Χρήστος Βαξεβανίδης, πρόσφυγας από την περιοχή της Προύσας, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και δημιούργησε εκεί την οικογένειά του. Μέσω όμως του γάμου του με την Αικατερίνη Μαυραγκά, το γένος Ραγκούση, συνδέθηκε με μια οικογένεια των Λευκών.

Κατά την Κατοχή, οι οικογενειακές αυτές σχέσεις απέκτησαν ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς τα δύο παιδιά του ζευγαριού μεταφέρθηκαν στην Πάρο για να προστατευθούν από τις συνθήκες πείνας στην Αθήνα.

Έτσι, οι Βαξεβανίδηδες αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας μικρασιατικής προσφυγικής οικογένειας που εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, αλλά απέκτησε και διατήρησε ισχυρούς συγγενικούς και βιωματικούς δεσμούς με τις Λεύκες και την Πάρο.

Πηγές:
Νίκος Χρ. Αλιπράντης, «Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες στην Πάρο», όπου το επώνυμο Βαξεβανίδης καταγράφεται μεταξύ των μικρασιατικών οικογενειών που συνδέονται με τις Λεύκες.

Οικογενειακές πηγές: προφορικές πληροφορίες του Γεωργίου Βαξεβανίδη, οικογενειακό φωτογραφικό αρχείο και οικογενειακές μαρτυρίες.

Σημείωση: Η ειδικότερη αναφορά στον Άγιο Γεώργιο της περιοχής Προύσας, καθώς και η παράδοση σχετικά με τη δωρεά της καμπάνας στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, προέρχονται από την οικογενειακή μαρτυρία.

–1939. Σε φωτογραφικό ντοκουμέντο εικονίζεται το σπίτι του Δημητρίου Μαυραγκά στις Λεύκες το 1939. Σ’ αυτήν εμφανίζονται οι πέντε κόρες της Αννίτσας Μαυραγκά (σύζ. Δημητρίου Μαυραγκά) και ο Βαξεβανίδης Γεώργιος σε ηλικία πέντε χρόνων στην αγκαλιά της. Όρθιες είναι η Καλυψώ (Γιωργούση), η Κατερίνα (Βαξεβανίδη), η αδελφή της η Νίνα και καθιστές η Ειρήνη Κιουπελίδη η γιαγιά του Γεωργίου Βαξεβανίδη και η Ανεζώ (Καπαρού).

–1940. Ο Βαξεβανίδης Γεώργιος διηγείται την φύλαξη ενός σπαρμένου χωραφιού που είχε νοικιάσει ο θείος του Κιουπελίδης Χρήστος με την Τάσο Θεοχαρίδη το 1940 από τα κληροδοτήματα της Εκατονταπυλιανής για 10 χρόνια.


Βάος ή Μπάος: Βλέπε Μπάος

 

Βαράπας:

–1899. Το 1899 γεννιέται ο Βαράπας Νικόλαος του Δημητρίου εργάτης κάτοικος Αντιπάρου. Απεβίωσε το 1949.

 

–Βαρβαρήγος: Βλέπε Μπαρμπαρήγος

 

–Βαρβέρης:

–1911. Ιωάννης Βαρβέρης, αστυνομικός στον Δήμο Υρίας το 1911.

 

–Βαρδαλάμος:

–1829. Σε πληρεξούσιο του 1829 αναφέρεται ο Δημήτριος Βαρδαλάμος.

 

Βαρδής: Κρητική καταγωγή. Το επώνυμο Βαρδής συνδέεται στην παριανή ιστορία με τον Άνθιμο Βαρδή, 26ο Μητροπολίτη Παροναξίας, ο οποίος διετέλεσε Μητροπολίτης από το 1743 έως το 1779. Ο Άνθιμος Βαρδής καταγόταν από την Κρήτη και αποτελεί τεκμηριωμένη μαρτυρία της παρουσίας του επωνύμου στην Πάρο κατά τον 18ο αιώνα.

–1743. Ο 26ος Μητροπολίτης Παροναξίας Άνθιμος Βαρδής (1743-1779). Από την Κρήτη.

 

Βαρελάς: Το επώνυμο Βαρελάς καταγράφεται στην Πάρο, τουλάχιστον κατά τον 20ό αιώνα, και φαίνεται να έχει παρωνυμική προέλευση, πιθανότατα σχετιζόμενη με το «βαρέλι» ή τον βαρελά, δηλαδή τον τεχνίτη που κατασκεύαζε ή επισκεύαζε ξύλινα βαρέλια.

–1967. Σε τάφο στο ξωκλήσι του Αγίου Κωνσταντίνου στον Κούναδο, Βαρελάς Αγγ. Αντώνιος. 14 Αυγούστου 1967. Απεβίωσε 11 μαρτίου 2019.

 

–Βαρθακοκύλης: Διαλεκτικός τύπος του βάτραχου, βάρθακας. Προέλευση από Νάξο.

 

–Βαρθακούρης: Το επώνυμο Βαρθακούρης αποτελεί ένα ιδιαίτερο επώνυμο που συνδέεται με την Παροικιά, όπου η πρώτη μέχρι σήμερα γνωστή καταγραφή του εντοπίζεται ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. Η ακριβής προέλευση της οικογένειας, ωστόσο, δεν έχει ακόμη εξακριβωθεί.

Η πρώτη καταγραφή στην Πάρο

Στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1847, ο οποίος περιλάμβανε και την Αντίπαρο, καταγράφεται ο Νικόλαος Βαρθακούρης, ηλικίας 30 ετών και επαγγέλματος γεωργού. Η ηλικία του τοποθετεί τη γέννησή του περίπου στο 1817, χωρίς όμως να γνωρίζουμε τον τόπο γέννησής του. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι γεννήθηκε στην Πάρο ούτε να αποκλειστεί πιθανή μετακίνηση της οικογένειας από άλλο τόπο.

Η παρουσία του επωνύμου συνεχίζεται στις παριανές καταγραφές. Το 1894 γεννιέται ο Ηρακλής Μιχαήλ Βαρθακούρης, αλιεύς και κάτοικος Παροικιάς, ενώ το 1900 ο Χαράλαμπος Μιχαήλ Βαρθακούρης, φαροφύλακας και κάτοικος Παροικιάς.

Στις αρχές του 20ού αιώνα συναντούμε επίσης τον Ιωάννη Αντωνίου Βαρθακούρη (1907), γεωργό, τον Ιάκωβο Αντωνίου Βαρθακούρη (1917), γεωργό, και τον Γεώργιο Αντωνίου Βαρθακούρη (1923), εργάτη, όλους κατοίκους Παροικιάς.

Οι παραπάνω καταγραφές αποδεικνύουν τη μακρά παρουσία του επωνύμου στην Παροικιά, χωρίς όμως να είναι ακόμη δυνατό να αποδειχθεί από τα διαθέσιμα στοιχεία ότι όλα τα συγκεκριμένα πρόσωπα ανήκαν στην ίδια άμεση γενεαλογική γραμμή.

Ο Γιάννης Πάριος

Στις 8 Μαρτίου 1946 γεννήθηκε στην Πάρο ο Ιωάννης Βαρθακούρης, ο οποίος έγινε γνωστός σε ολόκληρη την Ελλάδα ως Γιάννης Πάριος.

Πατέρας του ήταν ο Χαράλαμπος (Χαραλάμπης) Βαρθακούρης, ψαράς και αργότερα φαροφύλακας, ενώ μητέρα του ήταν η Μαρουσώ. Η οικογενειακή σχέση με τη θάλασσα και το επάγγελμα του φαροφύλακα αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία της παριανής κοινωνίας της εποχής.

Ο Ιωάννης Βαρθακούρης υιοθέτησε το καλλιτεχνικό όνομα Γιάννης Πάριος, συνδέοντας έτσι το όνομά του με την ιδιαίτερη πατρίδα του. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους ερμηνευτές και δημιουργούς του ελληνικού τραγουδιού.

Μια οικογένεια με άγνωστες ακόμη ρίζες

Η μέχρι σήμερα έρευνα επιβεβαιώνει ότι το επώνυμο Βαρθακούρης απαντά στην Παροικιά τουλάχιστον από το 1847. Η παλαιότερη γνωστή καταγραφή, όμως, δεν αρκεί για να προσδιορίσουμε την αρχική καταγωγή της οικογένειας, καθώς δεν γνωρίζουμε ακόμη πού γεννήθηκε ο Νικόλαος Βαρθακούρης.

Η ετυμολογία του επωνύμου έχει συσχετιστεί με διαλεκτικούς τύπους της λέξης «βάτραχος», χωρίς η ερμηνεία αυτή να θεωρείται οριστικά τεκμηριωμένη.

Έτσι, οι Βαρθακούρηδες της Παροικιάς αποτελούν μια οικογένεια με τεκμηριωμένη παρουσία στην Πάρο από τον 19ο αιώνα, της οποίας όμως η βαθύτερη καταγωγή παραμένει ένα ενδιαφέρον ανοιχτό ερευνητικό ζήτημα. Από τις παριανές καταγραφές του 1847 φτάνουμε, έναν αιώνα αργότερα, στον Γιάννη Πάριο, έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού.

Πηγές

·        Εκλογικός κατάλογος Παροικιάς 1847.

·        Παριανές δημοτολογικές/εκλογικές καταγραφές.

·        «Παριανά ονόματα – επίθετα και οικόσημα», λήμμα «Βαρθακούρης».

·        Δημόσιες μαρτυρίες του Γιάννη Πάριου.

·        Βιογραφικές καταγραφές για τον Γιάννη Πάριο.

–1817. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 30χρονος γεωργός Νικόλαος Βαρθακούρης (γεν.1817).

–1894. Το 1894 γεννιέται ο Βαρθακούρης Ηρακλής του Μιχαήλ αλιεύς κάτοικος Παροικιάς.

–1900. Το 1900 γεννιέται ο Βαρθακούρης Χαράλαμπος του Μιχαήλ φαροφύλαξ κάτοικος Παροικιάς.

–1907. Το 1907 γεννιέται ο Βαρθακούρης Ιωάννης του Αντωνίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1917. Το 1917 γεννιέται ο Βαρθακούρης Ιάκωβος του Αντωνίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1923. Το 1923 γεννιέται ο Βαρθακούρης Γεώργιος του Αντωνίου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1945. Το 1945 γεννιέται στην Πάρο ο τραγουδιστής Γιάννης Πάριος (Βαρθακούρης).

–1953. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Κουτσουράκη Παρασκευή το γένος Ηρακλής Βαρθακούρης, όνομα συζύγου Αντώνιος κάτοικος Παροικιάς.

–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Βαρθακούρη Φοινικιώ, όνομα συζύγου Ηρακλής όνομα πατρός Εμμανουήλ Σαρρής.

 

Βαρθαλίτης: Καταγωγή από την Σύρο, καθολικού δόγματος

–1910. Το 1910 γεννιέται ο Βαρθαλίτης Αντώνιος του Ισίδωρου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1946. Στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1946 είναι εγγεγραμμένος ο Βαρθαλίτης Αντώνιος του Ισίδωρου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

 

Βαρότσης: Βλέπε Μπαρότσης

 

Βαρούτας:

–1928. Σε τάφο στο ξωκλήσι του Αγίου Κωνσταντίνου στον Κούναδο, Βαρούτα Α. Μαργαρίτα 1928. Απεβίωσε 26 Ιουνίου 2010 σε ηλικία 82 ετών.


Βαρούχας: Το επώνυμο Βαρούχας ανήκει σε παλαιά κρητική οικογένεια. Η κρητική παράδοση συνδέει τους Βαρούχες με τα λεγόμενα «12 αρχοντόπουλα» που εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη κατά τη βυζαντινή περίοδο και ειδικότερα με την περιοχή του Αμαρίου Ρεθύμνου. Η παράδοση αυτή έχει καταγραφεί ήδη από τον Στέφανο Ξανθουδίδη, όμως η ιστορικότητα των σχετικών αφηγήσεων και εγγράφων δεν θεωρείται απολύτως ασφαλής.

Ανεξάρτητα από αυτή την παράδοση, το επώνυμο απαντά στην Κρήτη ήδη από παλαιότερους αιώνες. Μεταξύ των γνωστών Κρητών Βαρούχαδων υπήρξε ο Δημήτριος Βαρούχας ή Λόγιος, αγωνιστής της Κρήτης στις αρχές του 19ου αιώνα.

Η παρουσία στην Πάρο

Σύμφωνα με την οικογενειακή και τοπική παράδοση, ο παριανός κλάδος των Βαρούχαδων προήλθε από τη Φολέγανδρο. Η παριανή παρουσία του επωνύμου είναι τεκμηριωμένη τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα.

–1804. Στις 23 Οκτωβρίου 1804, ο Πέτρος Νιώτης πωλεί στον Ιωάννη Βαρούχα, στον Τριό, ένα κρεμμυδοχώραφο εκτάσεως μιας ζευγαριάς και ένα χωράφι στα Λιβάδια Τσιπιδινά, έναντι συνολικά 180 γροσίων. Το έγγραφο συνέταξε ο Νικόλαος Μπιάζος. Η περιοχή του Τζιπίδου αντιστοιχεί στη σημερινή Μάρπησσα.

Κατά τον 19ο αιώνα οι Βαρούχες εμφανίζονται κυρίως στη Μάρπησσα, ως κτηματίες και έμποροι.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας καταγράφονται ο Δομίνικος Βαρούχας και ο Γεώργιος Βαρούχας, 30 ετών, σκυτοτόμος.

–1875. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας εμφανίζεται ο Γεώργιος Βαρούχας του Γεωργίου, 32 ετών, έμπορος.

Στα δημοτολόγια του Δήμου Μάρπησσας του 1903 καταγράφονται επίσης ο Γεώργιος Γεωργίου Βαρούχας, γεννημένος το 1843, κτηματίας, καθώς και μέλη της οικογένειάς του.

Ο Ανδρέας Βαρούχας και το Πάριον Χρονικόν

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της οικογένειας κατέχει ο Ανδρέας Π. Βαρούχας (1858–1926), κτηματίας, με καταγωγή από τη Φολέγανδρο. Παντρεύτηκε τη Μαρία Λεωνίδα Βενιέρη (1867–1946), κόρη του γιατρού Λεωνίδα Γ. Βενιέρη.

Το 1897, σε κτήμα του Ανδρέα Βαρούχα στην περιοχή Θόλος της Παροικιάς, βρέθηκε τμήμα του Παρίου Χρονικού, το οποίο σήμερα φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πάρου.

Η πληροφορία ότι το εύρημα φυλάχθηκε προσωρινά στην οικία του Βαρούχα και στη συνέχεια παραδόθηκε στο Μουσείο αποτελεί μέρος της τοπικής παράδοσης. Το ασφαλές στοιχείο είναι η σύνδεση του κτήματος του Ανδρέα Βαρούχα με την εύρεση του σημαντικού αυτού αρχαιολογικού τεκμηρίου.

Η Ειρήνη Βαρούχα – Χριστοδουλοπούλου

Κόρη του Ανδρέα και της Μαρίας ήταν η Ειρήνη Βαρούχα–Χριστοδουλοπούλου (1896–1979), η οποία γεννήθηκε στην Πάρο και εξελίχθηκε σε σημαντική Ελληνίδα αρχαιολόγο και νομισματολόγο.

Γύρω στο 1931 οργάνωσε την πρώτη οργανωμένη συλλογή που αποτέλεσε τον πυρήνα του Βυζαντινού Μουσείου Πάρου. Η συλλογή στεγάστηκε αρχικά στα ισόγεια κελιά της βόρειας πτέρυγας της Εκατονταπυλιανής.

Παρουσία στα κοινά

Η οικογένεια είχε ενεργό παρουσία και στη δημόσια ζωή της Πάρου. Ο Ανδρέας Βαρούχας εξελέγη δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Πάρου το 1903 και Πρόεδρος της Κοινότητας Πάρου το 1914.

Πηγές

• Στέφανος Ξανθουδίδης, Οι Άρχοντες Βαρούχαι ως Φεουδάρχαι, 1908.
Παριανά ονόματα – επίθετα και οικόσημα, λήμμα «Βαρούχας».
• Ιερά Μητρόπολη Παροναξίας, Βυζαντινό Μουσείο Εκατονταπυλιανής.
• Νομισματικό Μουσείο Αθηνών, Ιστορία του Μουσείου.

–1804. Αγορά χωραφιού. Τζιπίδος 1804, Οκτωβρίου 23. «Ενώπιον των μαρτύρων ιερέων Ρούσσου, πριμικηρύου, και του πρ. σακελλίωνος Δημητρίου Τζιώτη, και του Δημητρίου Γαβαλά, ο Πέτρος Νιώτης πωλεί στον Ιωάννη Βαρούχα στον Τριό ένα κρεμμυδοχώραφο εκτάσεως μίας ζευγαριάς για 100 γρόσια καθώς και ένα χωράφι εις τα Λιβάδια τα Τσιπιδινά για γρόσια 80». Το έγγραφο συνέταξε ο Νικόλαος Μπιάζος.

–1843. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Γεωργίου Βαρούχας (γεν. 1843), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 60, κτηματίας, έγγαμος.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο Δήμου Μάρπησσας στις 5 Μαΐου 1844 υπάρχει εγγεγραμμένος ο Δομίνικος Βαρούχας και ο 30χρονος Γεώργιος Βαρούχας σκυτοτόμος

–1853. Το Πάριον Χρονικόν, μετά την ανακάλυψη του, φυλάχθηκε προσωρινά στο σπίτι του Βαρούχα, ο οποίος ακολούθως, το δώρισε στο Μουσείο της Πάρου. (Ανδρέας Π. Βαρούχας Φολέγανδρος 1853-Αθήνα 1926). Ο Ανδρέας Βαρούχας από την Φολέγανδρο, κτηματίας, είχε νυμφευθεί τη Μαρία Λεων. Βενιέρη (Φολέγανδρος 1867- Πάρος 1946), Φολεγάνδρια, κόρη του γιατρού Λεωνίδα Γ. Βενιέρη, γενάρχη των Βενιέρηδων της Πάρου, κατά τον 20ο αιώνα.

–1854. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Φλωρέντζα Γεωργίου Βαρούχας (γεν. 1854), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 49, οικιακά, έγγαμη.

–1858. Γεννιέται το 1858 ο Ανδρέας Βαρούχας. Σύζυγός του η Μαρία Βενιέρη (1867)  του Λεωνίδα και της Ολυμπιάς. Τέκνα τους η Ολυμπιάς (1890), η +Ειρήνη (1893), η Ειρήνη (1895) σύζυγός της ο Πίνδαρος Χριστοδουλόπουλος, ο Πέτρος (1898) και η Έλλ (1900) σύζ. Ιωάννη Μαρινόπουλου.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Βαρούχας Γεώργιος του Γεωργίου 32 ετών έμπορος.

–1875. Στις 3 Σεπτεμβρίου 1901 πεθαίνει στην Παροικιά η Ελεονώρα Γ. Βαρούχα (1875-1901) σε ηλικία μόλις 26 ετών, εγγονή εκ μητρός του Ιωάννη Κονδάκη, γόνου της ιστορικής οικογένειας Α. Κονδάκη, του Αγ. Πέτρου Κυνουρίας. Ήταν σύζυγος του Δημητρίου Αγιοπετρίτου. Σχετική νεκρολογία δημοσιεύεται στο «Αιγαίο» 9 Σεπτεμβρίου 1901.

–1877. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Ιωάννης Γεωργίου Βαρούχας (γεν. 1877), κάτοικος Πειραιά, ετών 26, μηχανουργός.

–1880. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Άννα Γεωργίου Βαρούχα (γεν. 1880), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 23, οικιακά.

–1884. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Ουρανία Γεωργίου Βαρούχα (γεν. 1884), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 19, οικιακά.

–1889. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Αντιγόνη Γεωργίου Βαρούχα (γεν. 1889), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 14, οικιακά.

–1890. Γεννιέται το 1890 η Ολυμπιάς Βαρούχα του Ανδρέα και της Μαρίας. Σύζυγός της ο Θεόδωρος Κωνσταντινίδης.

–1891. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Αθανάσιος ή Κον Ζάννης Γεωργίου Βαρούχας (γεν. 1891), κάτοικος Μαρπήσσης, 12 ετών, μαθητής.

–1893. Γεννιέται το 1893 η Ειρήνη Βαρούχα του Ανδρέα και της Μαρίας. Απεβίωσε μετά από λίγο. Οι γονείς της έδωσαν το ίδιο όνομα στην αμέσως επόμενη κόρη τους.

–1895. Γεννιέται το 1895 η Ειρήνη Βαρούχα του Ανδρέα και της Μαρίας. Σύζυγός της ο Πίνδαρος Χριστοδουλόπουλος. Τέκνα τους η Αυγή (σ. Χαράλαμπος Προυκάκης).

–1896. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Φραγκίσκος Γεωργίου Βαρούχας (γεν. 1896), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 7, μαθητής, άγγαμος.

–1896. Η πρώτη αυτή συλλογή στεγάστηκε αρχικά στα ισόγεια κελιά της βόρειας πτέρυγας της Εκατονταπυλιανής, γνωστή ως "Βυζαντινό Μουσείο Πάρου", που οργάνωσε γύρω στο 1931 η παριανή αρχαιολόγος Ειρήνη Βαρούχα Χριστοδουλοπούλου (1896 - 1979). Με το θάνατο όμως του πατρός Γεωργίου Σκαραμαγκά, ο οποίος από το 1936 είχε διοριστεί έκτακτος επιμελητής αρχαιοτήτων, το μουσείο έκλεισε.

–1898. Γεννιέται το 1898 ο Πέτρος Βαρούχας του Ανδρέα και της Μαρίας.

–1900. Γεννιέται το 1900 η Έλλη Βαρούχα του Ανδρέα και της Μαρίας. Σύζυγός της ο Ιωάννης Μαρινόπουλος.

–1902.  Ο Ανδρέας Π. Βαρούχας, πατέρας της μεγάλης αρχαιολόγου – νομισματολόγου Ειρήνης Βαρούχα – Χριστοδουλοπούλου, «εθρήνησε προ ημερών [τον Ιανουάριο του 1902] την απώλειαν του 4ετούς Πέτρου του». (ΑΙΓΑΙΟΝ φ30, 27 Ιαν. 1902).

–1903. Στα 1903 έχουμε τις εκλογές για την ανάδειξη Δημάρχων, Δημαρχικών παρέδρων και Δημοτικών Συμβούλων.

Για την υποψηφιότητα ως Δημαρχιακού Παρέδρου στην Παροικιά, η εφημερίδα «Αιγαίον» γράφει στις 30 Αυγούστου 1903:  Δημαρχικοί άρεδροι εξελέγησαν στην Παροικιά ο Νικηφόρος Κυπραίος, ο Αλέξανδρος Μαυρογένης και ο Ανδρέας Γ. Παπακωνσταντίνου και Δημοτικοί Σύμβουλοι του Δήμου Πάρου (Παροικιάς) οι: Κων. Ν. Κονδύλης, Στυλ. Ξ. Καμπάνης, Δ. Μαύρος, Δ. Αργυρόπουλος, Ανδρ. Ψαράκης, Ανδρ. Βαρούχας, Νικ. Βάλληνδρας, Ιωάν. Δ. Βιάζης.

–1904. Μαρινοπούλου Έλλη, όνομα συζύγου: Ιωάννης, Κύριο όνομα και επώνυμο πατρός: Αν. Βαρούχας. Έτος γέννησης: 1904. Επάγγελμα: οικοκυρά.

–1906. Στα 1906 τελέστηκαν ως γνωστόν, οι δεύτεροι Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αθήνα. «Απήλθον, λοιπόν, χάριν των αγώνων εις Αθήνας αι οικογένειαι των συμπολιτών κ.κ. Θ. Ολυμπίου, Ιωάν. Αργυροπούλου, Ανδρ. Βαρούχα και Δελαγραμμάτου» (εφ. Αιγαίο 15 Απρ. 1906).

–1906. «Ελθών εκ Πάρου προχτές όπως παρευρεθή εις τας Εξετάσεις της χαριεστάτης δος Θυγατρός του Ολυμπιάδος, μαθήτριας της Γαλλικής Σχολής, ο συμπολίτης κ. Ανδρέας Βαρούχας, ανεχώρησε πάλιν εκείσε συναποκομίζων τα συγχαρητήρια όλων μας διά τας επιτυχείς εξετάσεις της αξιολόγου θυγατρός του (17 Ιουνίου 1906). [Πρόκειται για το πρωτότοκο παιδί του κτηματία και αρχαιολάτρη Ανδρέα Βαρούχα, πατέρας της γνωστής και διακεκριμένης αρχαιολόγου Ειρήνης Βαρούχα – Χριστοδουλοπούλου.

–1914. Πρόεδρος της κοινότητας Πάρου, Ανδρέας Βαρούχας το 1914.

–1950. Σε εκλογικό κατάλογο του 1950 του Δήμου Μάρπησσας είναι εγγεγραμμένη η Πατέλη Στ. Αλεξάνδρα, σύζυγος του Βαρούχα Φραγκίσκου, κάτοικος Μάρπησσας.

–1950. Στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Παροικιάς στις 17 Μαΐου 1950 είναι εγγεγραμμένη η Μαρινοπούλου Έλλη (γεν. 1904), όνομα συζύγου Ιωάννης, όνομα πατρός Αν. Βαρούχας.


Βαρριάς: Καταγωγή από την Χίο. Γενάρχης του παριανού κλάδου ο Αριστείδης Σ. Βαρριάς.

–1979. Αριστείδης Σ. Βαρριάς. Από το 1979 ζει και εργάζεται στην Πάρο ως εκπαιδευτικός και ως γλύπτης, αναζητώντας την αλήθεια του προσώπου, τόσο μέσα από τις διαύλους της διανόησης και της επιστημονικής έρευνας, όσο και μέσα από τους αποκαλυπτικούς δρόμους της τέχνης. Είναι παντρεμένος με τη Μαρία Αρκουλή και έχει δύο γιους. Τα τελευταία χρόνια είναι σύνδεσμος της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα των Βράχων (E.C.O.S.), υπηρέτησε ως αντιπρόεδρος του Διεθνούς Κύκλου Τέχνης Πάρου ( I.P.A.C.) και δίδαξε γλυπτική στο Hellenic International School of Arts ( H.I.S.A.).

 

Βαρσαμής: Βλέπε Βαλσαμής. 


Βασάλος ή Βασσάλος: Οικογένεια καταγόμενη από Μάλτα και Βενετία, καθολικού δόγματος πριν εξελληνιστούν.

Ο Κλάδος της Κρήτης όπου προέρχονται οι περισσότεροι Κυκλαδίτες με το επώνυμο Βασσάλος / Βασάλος / Βασσαλάκης, είναι Ενετικός οικ. Vassalini, Vassalino, Ver. 1159 στα επαγγελματικά. Και σήμερα Vassalo. Από τις μαρτυρίες φαίνεται ότι πρόκειται για τον βεν. Οίκο Vassalo, αφού αναφέρεται και φεουδάρχης Marcus Vassalo feudatore 1374, βέβαια και από την λέξη vassal= υποτελής, υπάκουος και γαλλικά Vassal, Vassard, αλλά και βαφτιστικό Vassalo που χαρακτηρίζει την κοινωνική κατάσταση. 

Το επώνυμο Βασάλος υπάρχει από τον 13ο αιώνα, στην Κρήτη  μέχρι σήμερα Βασσάλος και Βασσαλάκης), στη Μήλο και στη Νάξο από το 16ο αιώνα, στην Τήνο τον 18ο αιώνα ως Vassalo, στην Σύρο Μπασσάλου, στη Ζάκυνθο στα 1600 και στη Σαντορίνη γνωστή η οικογ. Κωνσταντίνου Συρίγου-Βασάλου από τον 16ο αιώνα, Στην Σίφνο και στην Κύθνο.

Το όνομα ΒΑΣΣΑΛΟΣ προέρχεται από την λατινική λέξη VASSALE και ανήκει στα επώνυμα που προέρχονται από παρωνύμια που σημαίνει υποτελής (φόρου υποτελής). Για να είναι υποτελής γράφετε το όνομα με ένα σίγμα.

Σε παλιά έγγραφα τους υποτακτικούς  που ήταν στην υπηρεσία του τοπικού άρχοντα, τους ονομάζουν ή Βιλάνους (αυτός που ζει στη Βίλα, στην εξοχή) ή Βασσάλους.

–1724. Οικογένεια Βασάλου υπήρχε τον 18ο αιώνα στη Νάουσα, (προικοσύμφωνο Ιωάννου Βασάλου και Αννέζας Κορτιάνου, Νάουσα, 27 Σεπτ. 1724)

–1724. Προικοσύμφωνο Ιωάννη Βασάλου και Αννέζας (Νάουσα 27 Σεπτ. 1724) «έτερον χωράφι εις τον Ξηροπόταμο πλησίον βικαρίου Γεράρδη, έτερον χωράφι εις την Κατηφόρα πλησίον Ιωάννης Τριαντάφυλλους».

–1730. Έγγραφο Ναούσης, Άννα Βασάλου 18 Οκτ. 1730.

 

Βασγιουρούκης:

–1953. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Βασγιουρούκη Μαρία το γένος Γεώργιος Καρνάζος, όνομα συζύγου Γεώργιος κάτοικος Παροικιάς και η Βασγιουρούκη Θέκλα, όνομα συζύγου Ευάγγελος όνομα πατρός Νικ. Καϊκσόγλου.

 

Βασιλάκης:

–1729. Σε έγγραφο Ναούσης στις 20 Δεκεμβρίου 1729 αναφέρεται ο Πρωτοσύγκελλος Νάουσας, ηγούμενος της μονής των Αγίων Αποστόλων Παπαδόπουλος να συμφωνεί μετά του κύρ Ιωάννη Βασιλάκη να μοιράσουν το αμπέλι στη μέση.

–1737. «Προικοσύμφωνο του μαστρο Τζοάνε Βασιλάκη με την Ζαμπέτα θυγάτηρ παπα Αντώνη Μουσούρη». «Ο ιερεύς της Παροικιάς Αντώνιος Μουσούρης δίδει στην κόρη του Ζαμπέτα την εκκλησίαν Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου σιμά και απέναντι των σπιτιών [που] έδωσεν εις βοήθειαν και κυβέρνησίν τος».

–1741. Κατά τη Γενική Συνέλευση, της 18 Νοεμβρίου 1741, οι προεστοί και κοινοτικοί εκπρόσωποι της Παροικιάς Πάρου, αποφάσισαν να συλλάβουν, να φυλακίσουν και τέλος να εκτοπίσουν από το νησί τους τον συντοπίτη τους Ιωάννης Βασιλάκης, λόγω του σκανδαλώδους τρόπου της ζωής του και άλλων ανάρμοστων πράξεων.

–1949. Στο ναό της Υπαπαντής στις Λεύκες στην εικόνα της Αγίας Θεοκτίστης, κάτω αριστερά η επιγραφή: «Αφιέρωμα Χρίστου Παντελαίου», και δεξιά «Α. Βασιλάκης, 1949».

 

Βασιλάρης: Γενάρχης της οικογένειας Βασιλάρη στην Πάρο ο Γεώργιος Βασιλάρης από την Ήπειρο. Η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Πάρου τον προσέλαβε ως τυροκόμο στο τυροκομείο Προδρόμου. Εκεί γνώρισαι και την μετέπειτα γυναίκα του και έζησαν μόνιμα στην Πάρο

–1965 Σε φώτο του 1965 στο τυροκομείο Προδρόμου απεικονίζετε ο τυροκόμος Βασιλάρης Γεώργιος..


Βασιλειόπουλος ή Βασιλιόπουλος ή Βασιλόπουλος: Είναι τρεις μορφές με τις οποίες συναντάται στην Πάρο το ίδιο πατρωνυμικό επώνυμο. Η ονομασία προέρχεται από το βαπτιστικό Βασίλειος και δηλώνει αρχικά τον «γιο του Βασιλείου».

Η παλαιότερη ασφαλής μαρτυρία: 1652

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα τεκμηριωμένη αναφορά που μπορούμε να παραθέσουμε με ασφάλεια τοποθετεί την οικογένεια στο 1652.

Κατά την ίδρυση αγιοταφίτικου μετοχίου στην Πάρο, καταγράφεται στο σχετικό αδελφάτο της «Χώρας Άγουσας» ο Φραντζέσκος Βασιλιώπουλος, μαζί με αναφορά στη σύζυγό του Ζαμπέτα και στους απογόνους του: «+ Φραντζέσκος Βασιλιώπουλος, γόνοι Κωνσταντής, Ζαμπέτα».

Ο Φραντζέσκος είναι, επομένως, η παλαιότερη μέχρι σήμερα εντοπισμένη μορφή του επωνύμου στην Πάρο.

Υπάρχουν παλαιότερες δευτερογενείς αναφορές που τοποθετούν το επώνυμο στη Νάουσα ήδη από το 1495, ενώ άλλες αναφέρουν τον Φραντζέσκο Βασιλειόπουλο το 1625 ή το 1626. Οι αναφορές αυτές παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Νάουσα και Αμπελάς τον 18ο αιώνα

Η παρουσία του επωνύμου γίνεται πλέον πολύ πιο καθαρή κατά τον 18ο αιώνα και συνδέεται ιδιαίτερα με τη Νάουσα και την περιοχή του Αμπελά.

Στις 21 Ιανουαρίου 1719, σε προικοσύμφωνο της Νάουσας μεταξύ του Γληνάκη Αξιώτη και της Μαργαρίτας Αλιπράντε, αναφέρονται τα χωράφια της προίκας στη θέση Αμπελά, «πλησίον του Ιωάννου Βασιλειόπουλου». Η συγκεκριμένη αναφορά αποτελεί σημαντική ένδειξη ότι ο Ιωάννης Βασιλειόπουλος είχε ήδη εγκατασταθεί και ήταν γνωστός ως πρόσωπο της περιοχής.

Το 1720, σε νοταριακή πράξη της περιοχής του Αμπελά, ο ίδιος Ιωάννης Βασιλειόπουλος αναφέρεται ως «κολητεράνος», δηλαδή γείτονας. Έναν χρόνο αργότερα, το 1729, σε προικοσύμφωνο της Νάουσας, αναφέρεται κατοικία στη Ρούγα της Θεοσκέπαστης, κοντά στο σπίτι της «κυρά-Άννας Βασιλειόπουλου». Οι δύο αυτές μαρτυρίες δείχνουν ότι το επώνυμο είχε πλέον σταθερή παρουσία μέσα στον οικιστικό και αγροτικό χώρο της Νάουσας.

Η οικογένεια τον 19ο αιώνα

Η συνέχεια της οικογένειας φαίνεται και στους εκλογικούς καταλόγους της Νάουσας.

Το 1844 καταγράφονται ο Μιχαήλ Βασιλειόπουλος και ο Δημήτριος Βασιλειόπουλος, και οι δύο εργάτες. Αργότερα, στον εκλογικό κατάλογο του 1883, εμφανίζεται ο Δημήτριος Βασιλειόπουλος του Μιχαήλ, ηλικίας 29 ετών, κάτοικος Νάουσας.

Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο κατάλογος του 1885, όπου ο ίδιος Δημήτριος, ηλικίας 31 ετών, αναφέρεται ως εργάτης από τη Νάουσα και καταγράφονται ως τέκνα του ο Μιχαήλ, ο Ιωάννης και ο Μοσχονάς. Η ακολουθία αυτή αποτελεί μία από τις σαφέστερες γενεαλογικές ενδείξεις που διαθέτουμε για τον ναουσαίικο κλάδο του επωνύμου.

Το 1946, ο εκλογικός κατάλογος της Κοινότητας Νάουσας καταγράφει τον Μιχαήλ Βασιλειόπουλο του Δημητρίου, 56 ετών, αλιέα, και τον Δημήτριο Βασιλειόπουλο του Μιχαήλ, 34 ετών, εργάτη. Η παρουσία των ίδιων πατρωνυμικών σχέσεων δείχνει τη συνέχεια του κλάδου στη Νάουσα και κατά τον 20ό αιώνα.

Από τη Νάουσα στον Πειραιά και σε άλλες περιοχές

Κατά τον 20ό αιώνα μέλη της οικογένειας μετακινήθηκαν εκτός Πάρου. Ο Μοσχονάς Βασιλειόπουλος συνδέεται με την ίδρυση του Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου στον Πειραιά το 1920, ενώ μεταγενέστερες καταγραφές της οικογένειας δείχνουν διασπορά στον Κορυδαλλό, τη Νέα Ερυθραία, τα Μέγαρα, την Πάτρα, τη Σύρο, τη Μύκονο, αλλά και παραμονή στην Πάρο, κυρίως στη Νάουσα και στα Μάρμαρα.

Η μετακίνηση αυτή δεν αναιρεί τον ισχυρό δεσμό του επωνύμου με τη Νάουσα. Αντίθετα, δείχνει μία χαρακτηριστική πορεία παριανών οικογενειών του 19ου και 20ού αιώνα: από τον τοπικό οικισμό προς τα μεγάλα αστικά κέντρα και τα γειτονικά νησιά, χωρίς να εξαφανίζεται η σχέση με τον τόπο καταγωγής.

Ο Ιωάννης Βασιλειόπουλος και η ιστορική μνήμη της Νάουσας

Στη νεότερη εποχή ξεχωρίζει ο Ιωάννης Βασιλειόπουλος, συλλέκτης και μελετητής της ιστορίας της Νάουσας. Από το 2010 συνδέθηκε με το Μουσείο Όθων Κάπαρη, συμβάλλοντας στη συγκέντρωση και διατήρηση τεκμηρίων της τοπικής ιστορίας. Το όνομά του συνδέεται επίσης με την έρευνα και ανάδειξη ιστορικών γεγονότων της Νάουσας και της Πάρου.

Μια οικογένεια με μακρά ναουσαίικη παρουσία

Η μέχρι σήμερα τεκμηριωμένη πορεία του επωνύμου Βασιλειόπουλος – Βασιλιόπουλος – Βασιλόπουλος στην Πάρο μπορεί να παρακολουθηθεί με ασφάλεια τουλάχιστον από το 1652 και εξής.

Από τον Φραντζέσκο Βασιλιώπουλο του 1652, περνάμε στον Ιωάννη Βασιλειόπουλο του Αμπελά το 1719–1720, στην Άννα Βασιλειόπουλου της Νάουσας το 1729, στους Βασιλειόπουλους των εκλογικών καταλόγων του 19ου αιώνα και στις επόμενες γενιές που εξαπλώθηκαν εντός και εκτός Πάρου.

Πηγές: Παριανά ονόματα – επίθετα και οικόσημα, «Παριανά επίθετα Β και V»· GREEK SURNAMES, «Τα επίθετα της Πάρου»· GREEK SURNAMES, «Κυκλαδίτικα επώνυμα»· δημοσιευμένες αναφορές σε παριανά συμβόλαια, προικοσύμφωνα και εκλογικούς καταλόγους.

Στον δάσκαλό μου

Στη μνήμη του Ιωάννη Βασιλειόπουλου, του δασκάλου μου, όπως πάντα τον αποκαλούσα. Του ανθρώπου που με έκανε να αγαπήσω ακόμη περισσότερο την ιστορία του τόπου μας, που απαντούσε με υπομονή σε κάθε μου απορία και μου άνοιξε δρόμους στη γνώση. Η απουσία του είναι μεγάλη. Η παρακαταθήκη του, όμως, θα μείνει ζωντανή.

–1652. Ίδρυση στην Πάρο αγιοταφίτικου μετοχίου κατά το έτος 1652.

Της Πάρου αδελφάτα «Χώρα Άγουσα»

+Φραντζέσκος Βασιλιώπουλος (Βασιλειόπουλος, γνωστό ως σήμερα), γόνοι Κωνσταντής, Ζαμπέτα.

–1719. Προικοσύμφωνο Γληνάκη Αξιώτη και Μαργαρίτας Αλιπράντε

(Καστέλλι Ναούσης, 21 Ιανουαρίου 1719)

Πάρος, Καστελλίω Νάουσα 21 Ιανουαρίου 1719. Εις δόξαν του παντοδύναμου και ζώντος Θεού. Εις την πρεσβείαν της αυτού μητρός, του αγίου μεγαλομάρτυρος Προκοπίου και πάντων των αγίων.

+Έθος παλαιόν και νόμος εδόθη παρά Θεού Παντοκράτορος προς το πληνθητικών (sic) των ανθρώπων, την ευλογίαν ενέλαβον ο Αβραάμ και η Σάρρα ελθέτω και όσοι τους νύν συμφωνούντας την σήμερον ήλθον εις συνίβασιν υπανδρείας τα δύο μέρη από το εν μέρος ο μαστρο Γλημάκης Αξώτης και από το έτερον η κερά Μαρούσα γυνή του ποτέ Μιχαήλ Αλιπράντε έχων η ρηθείσαν Μαρούσα θυγατέραν ονόματι Μαργαρίτα όπως την λάβη ο ρηθείς Γλημάκης διά γυναίκαν του νόμιμην και ευλογητικήν καθώς προστάζου οι θείοι και ιεροί νόμοι των θειων κανόνων εν πρώτοις και διά χάριν ποιρκός τάζει η κερά Μαρούσα της θυγατρός αυτής πρώτον τας ευχάς του Δεσπότου Χριστού και της Παναγίας, των γονέων της του πατρός της και την εδικήν της έπειτα της δώνει την εικόνα της Παναγίας το Γενέσιον να την εορτάζουν διά ψυχικήν των σωτηρίαν τα σπίτια όλα ανώγια και κατώγιον κάτωθεν και το αργαστήρι κάτωθεν των αυτών σπιτιών περό να της δώνη ο γαμπρός της ο μαστρο Γλημάκης ρεάλια μετρητά είκοσι πέντε, νούμερο ρεάλια 25- να τα κάνη ως βούλεται. Δύο τηλάρια, σεντόνια ζεύγη πέντε, κουρτίνες δύο, ένα πάπλωμα, πολίτικο μαξελάρια ζεύγη τέσσερα με τα ντύματάν τως από τις φορεσιές ης μπουστομάνικα ζευγη πέντε, τα τρία μεταξωτά μπουστομπράτζολα ζεύγη τρία χρυσά, κάρτζες ζευγη δυο κόκκινες, το ένα χρυσές και το άλλο σκλέτες, δύο ζεύγη μάνικες βελούδες, ένα καβάδι τζαητουνί να το κάμη ρούχο, τέσσερα κομμάτια δακτυλίδι μισή ντουζίνα περονοκούταλα ασημένια και μίαν κούπα ασημένη, ένα λύχνος της βίδας, μίαν ντουζίνα πιάτα και έξι απλάδενες του Αγκώνα, ένα χάλκωμα μικρό και ένα τηγάνι, δύο κασέλες, ένα τραπέζι το μεγάλο, ένα κατρέπτη μεγάλο μαύρο, μίαν τουζίνα πετζέτες και ένα ταβλομάντηλο, ένα βατζέλι μαρμαρένιο, από δε τα εξωτικά, το αμπέλι εν τη θέσει Κούμπαρένιος πλησίος Γεωργάκη Λευκάρου, τα χωράφια εν τη θέσει Αμπελά όλα, πλησίον του Ιωάννου Βασιλειόπουλου, το χωράφι εν τη θέσει Ξιφάρας με όλας του τα δικαιώματα, πλησίον Γερμάνου Κοντιτζά και ένα κρασοβούτζι, άλλο και την ευχήν της. Από δε το έτερον μέος ο μαστρο Γλημάκης πρώτον τας ευχάς του Δεσπότου Χριστού και της Παναγίας και των γονέων του το χωράφι εν τη θέσει Προκόπου, πλησίον Αγγελετάκη Νταμία, το έχει αγορά από την Κατερίνα του Ιωάννου Νταμία, έτερο χωράφι εν τη θέσει Βορού, πλησίον Ιωάννου Ντελέντα, ένα κομμάτι αμπέλι εν τη θέσει Μαράθι, πλησίον Δημήτρη Αναπλιώτη, ένα χάλκωμα της ρακής και ένα μικρό και οκτώ σαχάνια τρία παπλώματα πολίτικα, δύο πεύκια, ένα ζευγάρι μπουστομάνικα μεταξωτά και ρεάλια μετρητά τριακόσια, νούμερο ρεάλια 300. Άλλο και την ευχήν των γονέων του. Ξεκαθαρίζοντας τέρμεν δύο χρόνους με τον ερχομόν του να στεφανωθού ή και πρωτύτερα έλθει να έχει άδειαν να στεφανώνεται ειδέ και παντρευτεί ο Γλημάκης να παίρνη η κοπέλα από τα τίποτις των πενήντα γροσώ πράγμα ο μόνμπλιλέ (μόμπιλε), ο στάμπλιλέ είδε και πανδρευτή η κοπέλα να πάρη ο Γλημακης από των πραγμάτων της πενήντα γροσώ πράγμα.

Ακόμα λέσει και ετούτην  την κοντετζιόν, όντας έλθη το θέλημα του αφέντη του Θεού να στεφανωθού και αποβιώσου χωρίς να αφήσουν κληρονόμους να πηγαίνουν τα άνω γεγραμμένα πράγματα εις τους πλέον σιμωτέρους των συγγενών τος μην εξουσιάζοντας άλλο η νύμφη πάρεξ είκοσι γροσώ πράγμα να αφήνη διά την ψυχήν της ο στάμπιλε ο μόνμπιλε και ούχι περισσότερο, εις τούτο είναι στερκτή και τα δύο μέρη. Και εις ένδειξιν εγεγόνει το παρόν διαμαρτυρικόν των κάτωθεν αξιοπίστων και παρακαλετών μαρτύρων εις ασφάλειαν. Ακόμα δώνει η κερά Μαρούσα της θυγατρός της τις μάνδρες και σπιτότοπους κείμενες εις την Βρύση.

Διαμάρτυρας Γεώργιος Μοσχονάς.

Ιωάννης Κορτιάνος μάρτυρας παρακαλετός

Anduano Afermo quanto [di] sopra [=βεβαιώνω ως άνωθεν]

Ιωάννης μάρτυρας παρακαλετός ο Μαλατέστας

Τζάνες ο Καλλέργης πιστώς γέγραφα.

–1720 Σε νοταριακή πράξη της περιοχή του Αμπελά, αναφέρεται ως κολητεράνος (γείτονας) ο Ιωάννης Βασιλειόπουλος.  

–1729. Προικοσύμφωνο Νάουσας 30 Οκτ. 1729 «ένα σπίτι εις την Ρούγαν της Θεοσκέπαστης πλησίον της κυρά- Άννας Βασιλειόπουλου εδικό της». 

–1840. Σε νοταριακή πράξη του 1840,  αναφέρεται ο Ιωάννης Βασιλειόπουλος που το σπίτι του βρίσκεται στο "Νιό Χωριό ή Ξόμπουργο" το σημερινό κηπάριο με το άγαλμα το Γυμνασιάρχη Σαγκριώτη.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 27χρονος εργάτης Μιχαήλ Βασιλειόπουλος, ο 30χρονος εργάτης Δημήτριος Βασιλειόπουλος.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο  Βασιλειόπουλος Δημήτριος του Μιχαήλ, 29 ετών, εργάτης. 

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Βασιλειόπουλος Δημήτριος του Μιχαήλ, ετών 31, εργάτης από τη Νάουσα. Τα τέκνα αυτού είναι ο Μιχαήλ, ο Ιωάννης και ο Μοσχονάς.

–1920 από τους ιδρυτές, όπως προκύπτουν από το βιβλίο πρακτικών του Συνδέσμου «Εν Πειραίει Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου» είναι ο Βασιλόπουλος Μοσχονάς.

–1930. Το 1930 γεννιέται ο Βασιλόπουλος Κωνσταντίνος του Μιχαήλ, κάτοικος Νάουσας, μετέπειτα ναυτικός.

–1930. Ο Μοσχονάς Βασιλειόπουλος αναφέρεται στο πρώτο καταστατικό του μεσοπολέμου το 1930; σαν ιδρυτικό μέλος του συλλόγου Ναουσαίων Αθηνών και Πειραιώς. Ήταν κάτοικος Κορυδαλλού. ο αδερφός του Ιωάννης την ίδια περίοδο κατοικούσε στο Μαρούσι. Και οι δύο ήταν άκληροι ενώ ο τρίτος αδερφός τους που έμενε στην Πάρο ο Μιχάλης που ήταν γεννημένος στη Νάουσα το 1892, είχε εννέα παιδιά. Οι κληρονόμοι του σήμερα είναι διασκορπισμένοι με τα επίθετα Βασιλειόπουλος και Βασιλόπουλος, στον Κορυδαλλό, στη Νέα Ερυθραία, στα Μέγαρα, στην Πάτρα, στη Σύρο, στη Μύκονο και στην Πάρο στη Νάουσα και τα Μάρμαρα. 

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 56χρονος κάτοικος Νάουσας, Βασιλειόπουλος Μιχαήλ του Δημητρίου, αλιεύς και ο 34χρονος εργάτης Βασιλειόπουλος Δημήτριος του Μιχαήλ.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Βασιλοπούλου Αικατερίνη, όνομα συζύγου Μιχαήλ, όνομα πατρός Ιάκωβος Χαμηλοθώρης.

–2010. Ιωάννης Βασιλειόπουλος, συλλέκτης, φιλίστορ και μελετητής, Νάουσα. Υπεύθυνος στο μουσείο Όθων Κάπαρη από το 2010. Απεβίωσε τον Απρίλιο του 2026.

 

Βασιλείου: Πατρωνυμικό επίθετο, ο γιός του Βασίλη. Στην Πάρο μία οικογένεια Καρατζά άλλαξε το επώνυμό της σε Βασιλείου.

–1827. Στα δημοτολόγια του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου) το 1827, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Βασιλείου Ιωάννης.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Στρατής Βασιλείου 40 ετών ναύτης, η σύζυγός του Κουνζάνη Βασιλείου και ο ψυχογιός του Αντώνιος Βασιλείου 22 ετών

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 33χρονος σανδαλοποιός Βασιλείου Ιωάννης.

–1857. Στην «Εταιρία των Μαρμάρων της Πάρου» στο Μαράθι ένας εκ των διευθυντών του ο Γ. Βασιλείου.

–1870. Το 1870 η Ξανθή Βασιλείου του πατρός Σταμάτη Κάππαρη 50 ετών έγγαμη από την Πάρο, αναφέρεται σε απογραφή της Πόλης Ερμούπολης καθώς και οι κάτοικοι Ερμούπολης με καταγωγή από την Πάρο όπως οι: 32χρονος Θεοχάρης Βασιλείου του Ιωάννη, Βασίλειος Βασιλείου του Ιωάννη 14 ετών, Σταμάτης Βασιλείου του Ιωάννη 10 ετών, Ελένη Βασιλείου του Ιωάννη, 23 ετών, Μαρία Βασιλείου του Ιωάννη 19 ετών, Μαλαματένια Βασιλείου του Ιωάννη 19 ετών και ο 12χρονος Κωνσταντίνος Βασιλείου του Ιωάννη, κάτοικοι Χείμαρρου Ερμούπολης.  

–1871. Στις 28 Ιανουαρίου 1871 ο 23χρονος μεταπράτης από την Πάρο Γεώργιος Δημητρακόπουλος του Λεωνίδα και της Φλουρούς, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 17χρονη από την Πάρο Μαριγώ Βασιλείου, του Ιωάννη και της Ξανθής.

–1872. Στις 11 Ιουνίου 1872 ο 42χρονος οψοπώλης από την Πάρο Βασίλειος Βιτζαράς του Ιάκωβου και της Μαρίας Βασιλείου, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 48χρονη από την Πάρο Ειρήνη Κονταράτου, του Νικολάου και της Μαρίας.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο Βασιλείου Θεοχάρης του Ιωάννη 48 ετών, Στρατιώτης κάτοικος Αθήνας και ο Βασιλείου Ιωάννης του Βασιλείου, 76 ετών, παπουτσής, κάτοικος Σύρου.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Βασιλείου Ιωάννης του Βασιλείου, 78 ετών, υποδηματοπώλης από τη Νάουσα, κάτοικος Σύρου.

 

Βασιλικιώτης: Βλέπε Βασιλικότης

 

Βασιλικότης ή Βασιλικιώτης:

–1825. Στα δημοτολόγια Παροικίας του 1825 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 27χρονος Κωνσταντίνος Βασιλικιώτης.

–1835. Σε ομαδικό έλεγχο του δημοτικού σχολείου Πάρου του 1835, υπάρχει εγγεγραμμένος ο μαθητής Ανδρέας Κ. Βασιλικότης, τέχνη πατρός ναύτης.
–1847. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 49χρονος ναύτης Κωνσταντίνος Βασιλικιώτης,

 

Βασιλιόπουλος: Βλέπε Βασιλειόπουλος

 

Βασιλόπουλος: Βλέπε Βασιλειόπουλος

 

Βασταζής:

–1674. Γράφει ο ιστορικός της καθολικής κοινότητας Νάξου Ι. Μαρκόπολις, «Δια την χαρμόσυνον είδησιν εγκαταστάσεως των Καπουκίνων στην Νάουσαν, οι κάτοικοι της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατασυγκινηθέντες από τα επαγωγά διδάγματα των πατέρων Καπουκίνων, προέβησαν εις επανειλημμένας ενεργείας παρά τοις αρμοδίοις δια την μονίν εγκατάστασιν των πτωχών της Ασσίζης εις την πόλιν των. Επί μακράν σειράν ετών εξακολουθούν να απευθύνουν εγγράφους αιτήσεις προς τας προϊσταμένας αρχάς του τάγματος δια την εκπλήρωσιν του κοινού πόθου των. Επί τέλους το 1674 η αίτησις των εγένετο αποδεκτή. Απερίγραπτος υπήρξε η χαρά και πρωτοφανής ο ενθουσιασμός των κατοίκων της Ναούσης δια την χαρμόσυνον είδησιν περί οριστικής εγκαταστάσεως των Καπουκίνων εις την κωμόπολιν των. Επ’ ευκαιρία του ευφροσύνου αγγέλματος προσύλθον διάφοροι ορθόδοξοι ιερείς και οι προύχοντες της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, ενώπιον του Γάλλου υποπρόξενου , και υπέγραψαν το έγγραφον. Εις δόξαν Χριστού αμήν. Εν έτει 1674 Δεκεμβρίου 25, εν κάστρω Νάουσας, όλοι ομόγνωμα και ομονιασμένοι προσμένουμε τους αιδεσιμοτάτους πατέρες να έρθουν εδώ να κτίσουν ένα μοναστήρι και δια σημάδι και βεβαίωσιν πως τους δεχόμαστε με κάθε μας καρδίαν και πολλά μετά χαράς υπογράφομε το παρόν γράμμα οι υποκάτωθεν υπογεγραμμένοι…» (υπογράφουν 12 ορθόδοξοι ιερείς και δυο καθολικοί, ο π. Λεονάρδος Φρέρης εφημέριος του Αγίου Γεωργίου Νάουσας και ο π. Δομένιος Κρίσπης. Και 40 πρόκριτοι εκ των οποίων οι αδερφοί Γιράρδοι κ.α.). Ο Σακελλάριος Ναούσης, ο Σκευοφύλαξ Ναούσης παπά Νικόλαος Κορτιάνος, Πρωτόπαπας, Ηλίας ιερεύς και Σακελλάριος Ναούσης, Πρωτοσύγκελος Νικόδημος ιερομόναχος, παπα Νικόλαος Ρούσης (ίσως Ρούσσος), Παπα Δημητρης, Παπα Θεόδωρος Πατελάς (ίσως Πατέλης), Παπα Τζάνες Καλούργης (Καλλέργης), παπα Χριστόφορος, Παπα Γιώργης Πουλός, Θεόδωρος …, παπα Νικολός Μαρκαντάτος, Ανεγνώστης Ρινιέρης (Ρενιέρης), Ανδρέας Καλούργης (Καλλέργης), Ιωάννης Κορτιάνος, Ιωάννης Ντελαγραμμάτικας, Γιωάννης Νταμουλής, Γιάκουμος Ρούσος (Ρούσσος), Γεώργης Καλλέργης,  PRE Domenico Crispo, Νικηφόρος Γεράρδης, Μιχελέτος Σπυρίδος, Αντώνης Μαλαξός, Ανδρέας Σμυρνιός, Φρατζέσκος Γρίσπος, Γεώργης Σαλονικιός, Τζάνες Καζανόβας, Ιωάννης Λευκαρός, Μιχέλης Σαλονικιός, Marco Foscolo, Ιωάννης Μοσκονάς, Αντώνης Γρυπάρης, Ιωάννης Σκούταρης, Φρατζέσκος Καλέργης, Ανεγνώστης Καρτιάνος, Γεώργης…, Ντεμενεγος Μεντρινός (Μενδρινός), Δημήτρης Στοφιλάς, Αντώνης Γρυπάρης, Γεώργης …, Δημήτρης …, Γεώργης …, Γεώργης Αλαβάνος, Δημήτρης Βασταζής, Νικολής Μπάρμπερης, Δημήτρης …, Μπατίστας Γεράρδης, Νικόλαος Γεράρδης.

 

Βατής: Το επώνυμο Βατής είναι σπάνιο και απαντά και εκτός Πάρου. Η ετυμολογία του δεν έχει τεκμηριωθεί με βεβαιότητα· πιθανότερα συνδέεται με παλαιό προσωπικό όνομα ή παρωνύμιο Βατής.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1847 είναι εγγεγραμμένος ο Βατής Νικόλαος 27 ετών διδάσκαλος.


–Βατιμπέλας ή Βατημπέλας ή Βατιμπέλλας: Οι Βατιμπέλα, που απαντούν στις παριανές πηγές και ως Βατημπέλας και Βατιμπέλλας, συγκαταλέγονται στις παλαιές και κοινωνικά ισχυρές οικογένειες της Πάρου. Η παρουσία τους στο νησί ανάγεται τουλάχιστον στις αρχές του 17ου αιώνα, ενώ τα μεταγενέστερα τεκμήρια δείχνουν μια οικογένεια με σημαντική ακίνητη περιουσία, οικονομική επιφάνεια, εκκλησιαστική παρουσία και συμμετοχή στα κοινά.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή γραπτή μαρτυρία βρίσκεται στη Νάουσα, στον Άγιο Ιωάννη στα Κραύγα, όπου σώζεται επιτύμβια πλάκα με χρονολογία 1611. Η επιγραφή έχει αποδοθεί ως:

«ΑΥΤΗ Η ΚΑΤΑΠΑΥΣΙΣ ΜΟΥ ΕΙΣ ΑΙΩΝΟΣ ΒΙΣΚΟΝΤΗ ΒΑΤΗΜΠΕΛΑ 1611»

Η πηγή χαρακτηρίζει το μνημείο ως επιτύμβια πλάκα του καθολικού Βισκόντη Βατιμπέλα.

Πρόκειται για το παλαιότερο τεκμήριο που γνωρίζουμε σήμερα. Ο άνθρωπος που μνημονεύεται στην επιγραφή είχε ήδη ζήσει και πεθάνει έως τότε· επομένως το επώνυμο και η οικογένεια υπήρχαν ασφαλώς πριν από το 1611.

Δυτική προέλευση – τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να πούμε

Η παλαιότερη μαρτυρία και η καθολική ιδιότητα του Βισκόντη Βατημπέλα εντάσσονται στο δυτικό/λατινικό περιβάλλον που υπήρχε στην Πάρο. Η μεταγενέστερη ιστορία της οικογένειας ενισχύει την εικόνα μιας οικογένειας που είχε ισχυρούς δυτικούς δεσμούς και στη συνέχεια ενσωματώθηκε πλήρως στην παριανή κοινωνία.

Οι μορφές Vatimbella και Vatimpella είναι τεκμηριωμένες ως λατινικές/δυτικές γραφές.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στο «Βισκόντης» της επιγραφής. Δεν πρέπει να μετατραπεί αυθαίρετα σε Visconti, ούτε να θεωρηθεί ότι ο Βισκόντης Βατιμπέλας ανήκε στον γνωστό ιταλικό οίκο των Visconti. Η λέξη μπορεί να αποτελεί τίτλο ή προσωνύμιο.

Οι Βατιμπέλα της Νάουσας τον 18ο αιώνα

Κατά τον 18ο αιώνα η οικογένεια εμφανίζεται πλέον με ιδιαίτερη συχνότητα στις παριανές πηγές.

Το 1715, έγγραφο του καθολικού επισκόπου αναφέρει τον αφέντη Τζουανάκι Βατιμπέλα, ενώ το 1717 σε προικοσύμφωνο της Νάουσας αναφέρεται αμπέλι που συνορεύει με ιδιοκτησία του Ιωάννη Βατιμπέλα. Το 1719 εμφανίζεται ο ιερομόναχος Διονύσης Βατιμπέλας, ενώ το 1724 ο Τζουανάκης Βατιμπέλας αγοράζει κτήματα στον Δραγουλά, δηλαδή τον σημερινό Πρόδρομο.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το προικοσύμφωνο της 29ης Ιανουαρίου 1727, που συνδέει άμεσα τους Βατιμπέλα με την οικογένεια Κονδύλη.

Η Φοινικιά Βατιμπέλα, κόρη του «εκλαμπρότατου» Τζουανάκη Βατιμπέλα και της κυρίας Μαρούσας, παντρεύτηκε τον Λεονάρδο Κονδύλη του Μιχαήλ. Το προικοσύμφωνο, που φυλάσσεται στην ΕΒΕ (Ξ 963), καταγράφει σπίτια, αμπέλια, χωράφια, εικόνες, κοσμήματα και άλλα περιουσιακά στοιχεία. Η γλώσσα του εγγράφου —«εκλαμπρότατος», «αρχόντισσα», «αρχοντοπούλα»— φανερώνει και την κοινωνική θέση των συμβαλλομένων.

Οικονομική δύναμη και συμμετοχή στα κοινά

Η οικονομική επιφάνεια του Τζουανάκη Βατιμπέλα φαίνεται ακόμη καθαρότερα λίγα χρόνια αργότερα.

Το 1730 αγόρασε μαζί με τον Ιάκωβο Μπαζέγιο και τον Νικόλαο Μαυρογένη τον φόρο της δεκάτης της Πάρου για ένα έτος. Την 1η Μαρτίου 1731 εμφανίζεται επίσης ως πλειοδότης σε δημόσιο πλειστηριασμό της Παροικιάς για τους τελωνειακούς δασμούς και την αλυκή του νησιού, έναντι 96 ρεαλιών.

Τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν μόνο οικονομική επιφάνεια. Δείχνουν ότι μέλη της οικογένειας μπορούσαν να συμμετέχουν σε δραστηριότητες που συνδέονταν άμεσα με τα οικονομικά συμφέροντα και τη διοίκηση της παριανής κοινότητας.

Ο Νικόλαος Βατιμπέλας και η υπόθεση του 1740

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά τεκμήρια είναι έγγραφο της 3ης Ιανουαρίου 1740, που προέρχεται από την οικογένεια Βατιμπέλα.

Το έγγραφο περιγράφει ένοπλη επίθεση στη Νάουσα εναντίον του «Σιόρ Νικολός Βατιμπέλλας», τον οποίο το ίδιο το κείμενο χαρακτηρίζει «Σιόρ Κονσούλος των Εγγλέζων». Οι ένοπλοι εισέβαλαν στην κατοικία του και τον συνέλαβαν βίαια. Οι γιοι του ύψωσαν την αγγλική σημαία και επικαλέστηκαν ακόμη και τη γαλλική προστασία, αναφέροντας τα «καλά μέριτα» του αποθανόντος πατέρα τους.

Η διατύπωση αυτή αποτελεί εξαιρετικά ενδιαφέρον τεκμήριο για τις διεθνείς διασυνδέσεις της οικογένειας.

Στο ίδιο περιβάλλον συναντούμε τον Νεόφυτο Βατιμπέλλα, αρχιδιάκονο το 1740, καθώς και τον παπά Φραγκίσκο Βατιμπέλα και τον Κωνσταντή Βατιμπέλα σε κοινοτικές πράξεις των επόμενων δεκαετιών.

Έτσι, μέσα σε λίγες γενιές, βλέπουμε την οικογένεια να εμφανίζεται όχι μόνο ως γαιοκτήμονες και οικονομικοί παράγοντες, αλλά και μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία και στους θεσμούς της παριανής κοινότητας.

Από τη Νάουσα στα Μάρμαρα και τη Μάρπησσα

Η παρουσία των Βατιμπέλα συνεχίζεται και κατά τον 19ο αιώνα.

Το 1846 εμφανίζεται ο Νικόλαος Βατιμπέλας σε έγγραφο της Τσιπίδου, δηλαδή της σημερινής Μάρπησσας. Το 1850 ο Νικόλαος Βατιμπέλας και ο Ιωάννης Τζουμέτης, κτηματίες και κάτοικοι Μάρπησσης, πωλούν ακίνητο στην τοποθεσία Δασωνάρι. Το 1856 ο Νικόλαος Βατιμπέλας, 58 ετών, κτηματίας, περιλαμβάνεται στον κυβερνητικό κατάλογο ευκατάστατων και ευυπόληπτων πολιτών των Κυκλάδων.

Το 1859, μάλιστα, ο Γεώργιος Νικολάου Ζουμής αγοράζει τη μονή του Αγίου Ανδρέα στη Νάουσα (Κραύγα) από τους Σφαέλο και Βατιμπέλα.

Η οικογένεια Βατιμπέλα και η Μαντώ Μαυρογένους

Μία από τις γνωστότερες συνδέσεις της οικογένειας με την ιστορία της νεότερης Πάρου είναι η φιλοξενία της Μαντώς Μαυρογένους.

Η Μαντώ βρέθηκε στην Πάρο κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής της και, σύμφωνα με ιστορικές πηγές, φιλοξενήθηκε στην οικία του Αλκιβιάδη Βατιμπέλα. Εκεί προσβλήθηκε από τυφοειδή πυρετό και πέθανε τον Ιούλιο του 1840, σε ηλικία 44 ετών.

Η παριανή παράδοση συνδέει την οικία αυτή με την επιγραφή:

«Εν τη οικία ταύτη απέθανε η τον Πυρσόν της Ελληνικής Ελευθερίας κρατήσασα Μαντώ η Μαυρογένους».

Η συνέχεια στον 19ο και τον 20ό αιώνα

Η οικογένεια εξακολουθεί να εμφανίζεται στην Πάρο και μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους. Το 1877 ο Όθων Βατιμπέλας του Νικολάου καταγράφεται ως κτηματίας στα Μάρμαρα, ενώ το 1900 το όνομα του Αλκιβιάδη Ε. Βατιμπέλα βρίσκεται χαραγμένο σε μαρμάρινη πλάκα πάνω από τη δυτική είσοδο του ναού του Αγίου Φωκά στην Παροικιά, ως ένας από τους επιτρόπους που συνέβαλαν στην ανέγερση του ναού.

Από την Πάρο στην Αλεξάνδρεια

Ένας κλάδος της οικογένειας συνδέθηκε στη συνέχεια με την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου το όνομα διατηρήθηκε και στη λατινική γραφή Vatimbella / Vatimpella.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το αρχείο της Μαριέττας Ν. Βατιμπέλλα (Γρυπάρη), 1881–1966, στο Αρχείο Καβάφη του Ιδρύματος Ωνάση. Εκεί καταγράφεται ως σύζυγος του Νικολάου Βατιμπέλα και μέλος της οικογένειας που έζησε στην Αλεξάνδρεια. Υπάρχει επίσης αυθεντική χειρόγραφη επιστολή της προς τον Κ. Π. Καβάφη, με ημερομηνία 24 Δεκεμβρίου 1932, από την Αλεξάνδρεια. Το αρχείο καταχωρίζει μάλιστα την ίδια γυναίκα με τη μορφή Vatimpella ως δημιουργό της επιστολής.

Πηγές

·        Παριανά ονόματα – επίθετα και οικόσημα, λήμμα «Βατιμπέλας ή Βατημπέλας»

·        Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, προικοσύμφωνο Λεονάρδου Κονδύλη – Φοινικιάς Βατιμπέλα, Νάουσα, 29 Ιανουαρίου 1727, ΕΒΕ Ξ 963.

·        Αρχείο Κ. Π. Καβάφη – Ίδρυμα Ωνάση, Μαριέττα Ν. Βατιμπέλλα και επιστολή της προς τον Καβάφη, 24 Δεκεμβρίου 1932.

·        Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών / ΕΙΕ – Πανδέκτης, τεκμήρια για τη Μαντώ Μαυρογένους και τον θάνατό της στην Πάρο το 1840.

·        Η Καθημερινή, βιογραφικό/ιστορικό αφιέρωμα στη Μαντώ Μαυρογένους, με αναφορά στη φιλοξενία της στην οικία του Αλκιβιάδη Βατιμπέλα στην Πάρο.

–1611 Στον Αγ. Ιωάννη στα Κραύγα υπάρχει στο κάτω τμήμα του ανάγλυφου χαραγμένη η επιγραφή: Αυτή η κατάπαυσής μου εις αιώνος Βισ-κοντη Βατημπέλα 1611. Πρόκειται για επιτύμβια πλάκα του καθολικού Βισκόντη Βατιμπέλα. 

–1611. Βιοκόντης Βατημπέλας 1611 και την ίδια χρονολογία ο Βισκόντης Βατημπέλας.

–1715. Σε έγγραφο του καθολικού επισκόπου τον Ιανουάριο του 1715 αναφέρει τον αφέντη Τζουανάκι Βατιμπέλα. 

–1717. Σε προικοσύμφωνο του Γ. Χειλά και Μαρκέτας Ροδαίου (Καστρί Νάουσας 21 Οκτ. 1717) «το αμπέλι όπου έχω στου Ούγγαρι σύμπλιον του Ιωάννη Βατιμπέλα».

–1719. Στις 11 Ιανουαρίου 1719 στη Νάουσα αναφέρεται ο ιερομόναχος Διονύσης Βατιμπέλας.

–1724. Το 1724 αναφέρεται σε έγγραφα ο Τζουανάκης Βατιμπέλας να αγοράζει κτήματα στον Δραγουλά την 1η Μαρτίου 1724.

–1727. Στις 19 Ιανουαρίου 1727 αναφέρεται σε έγγραφο ο ιερομόναχος Διονύσιος Βατιμπέλας. Στα 1727 έχει ήδη πεθάνει. 

–1727. Ο Λεονάρδος Κονδύλης του Μιχαήλ, νυμφεύθηκε (1727) την Φοινικιά Τζουάνε Βατιμπέλα.

Προικοσύμφωνο του σιόρ Λεονάρδου Κονδύλη και της αρχοντοπούλας Φοινικιά  Βατιμπέλα» Νάουσα 29 Ιανουαρίου 1727.

«Ο εκλαμπρότατος, ο ρηθείς αφέντης Τζουανάκης Βατιμπέλας με την αρχόντισσά τους κυρία Μαρούσα δίδουν στην αρχοντοπούλα κόρη τους Φοινικιά εικόνες της Σταυροποσκυνήσεως και του Αγίου Γεωργίου, και (…). Και η αρχόντισσα κυρία Μαρούσα Κοντίλενα δίδει στον γιό της ονόματι αφέντη Λεονάρδο Κοντίλη (…). Ακόμη η κυρία Ειρήνη, σύζυγος του σιόρ Φραντζέσκου Φραντζέσκη (ο οποίος υπογράφει στα λατινικά) και αδερφή του Λεονάρδου, «του προικοτάζει (…) τα σπίτια οπού κάθονται εις το Μέσα Κάστρο [γειτονιά του καθολικού Αγίου Γεωργίου], ανώγια και κατώγια κ.α.. (ΕΒΕ, Ξ 963)

Το προικοσύμφωνο αυτό είναι από τα σπουδαιότερα του νησιού, επειδή αφορά δύο αρχοντικές οικογένειες, Βατιμπέλα και Κονδύλη, των οποίων τα παιδιά τους ενώνουν τη ζωή τους, τις τύχες τους και τις περιουσίες τους, και μέσα από το κείμενο αυτό γίνονται γνωστά πολλά περιουσιακά στοιχεία, κινητά και ακίνητα, μεγάλης αξίας και ενδιαφέροντος.

Ο Τζουανάκης Βατιμπέλας είχε αγοράσει στις 20 Ιουλίου 1730 τον φόρο της δεκάτης του νησιού μαζί με τους Ιάκωβο Μπαζέγιο και Νικόλαο Μαυρογένη για ένα χρόνο και την 1η Μαρτίου 1731 είχε αγοράσει σε δημόσιο πλειστηριασμό της Παροικιάς ως πλειοδότης τους τελωνειακούς δασμούς και την αλυκή του νησιού «δια ριάλια ενενήντα έξη» (Ελ. Κούκαου, Οι κοινοτικοί θεσμοί)

–1727. Ο ιερέας Διονύσης Βατιμπέλας αναφέρεται σε έγγραφο Ναούσης στις 29 Ιανουαρίου 1727.

–1728. Ιερομόναχος Νεόφυτος Βατιμπέλας αναφέρεται σε ενθύμηση Ευαγγελίου, εκδόσεως Βενετίας 1728 που υπάρχει στη μονή του Αγ. Αντωνίου Μάρπησσας. 

–1730. Ο Τζουανάκης Βατιμπέλας είχε αγοράσει στις 20 Ιουλίου 1730 τον φόρο της δεκάτης του νησιού μαζί με τους Ιάκωβο Μπαζέγιο και Νικόλαο Μαυρογένη για ένα χρόνο.

–1730. Σε πρακτικό πωλήσεως του φόρου της δεκάτης του κοινού Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, της 26 Ιουλίου 1730 μαρτυρείται ο Τζουανάκης Βατιμπέλας. Η κοινότητα «πουλάει» τη «δεκατιά» της χρονιάς εκείνης, «ηγούν το πέμπτον της γής» στους αφέντες Ιάκωβο Μπαζέγιο, Τζουανάκη Βατιμπέλα και Νικολάκη Μαυρογένη, καθώς και τους φόρους της Αλυκής και το κουμέρκι».

–1730. «Προικοσύμφωνο ύστερο του Αγγελή Λατέρνου και Καλήτζας Βατιμπέλα» Νάουσα, 8 Νοεμβρίου 1730. «Ο εκλαμπρότατος αφέντης Τζουανάκης Βατιμπέλας με την αρχόντισσαν του κυρία Μαρούσα δίδουν στην κόρη τους Καλίτζα (…). Ο μαστρο Κυρίτζης Λατέρνος …. . (ΕΒΕ, Ξ 967).

Η Καλίτζα είναι η άλλη κόρη του ζεύγους Τζουανάκη και Μαρούσας Βατιμπέλα, που παντρεύουν. Η πρώτη ήταν η Φοινικιά που είχε πάρει σύζυγο ένα εξίσου λαμπρό γόνο αρχοντικής οικογένειας, τον Λεονάρδο Κονδύλη

–1731. Σε δημόσιο πλειστηριασμό του κοινού της Παροικιάς, σε πρακτικό Γενικής Συνέλευσης της 1 Μαρτίου 1731 μαρτυρείται ο Τζουανάκης Βατιμπέλας. Η κοινότητα «πουλάει» τη «δεκατιά» της χρονιάς εκείνης, «ηγούν το πέμπτον της γής» στον αφέντη Τζουανάκη Βατιμπέλα, καθώς και τους φόρους της Αλυκής και το κουμέρκι για 96 ριάλια και στην τιμή συμπεριλαμβάνεται και το χρέος της κοινότητας προς τον Καπουδάν Πασά».

–1733. Σε δημόσιο πλειστηριασμό του κοινού της Παροικιάς, σε πρακτικό Γενικής Συνέλευσης το 1733. Η κοινότητα «πουλάει» τη «δεκατιά» της χρονιάς εκείνης, «ηγούν το πέμπτον της γής» στον αφέντη Τζουανάκη Βατιμπέλα, καθώς και τους φόρους της Αλυκής και το κουμέρκι για 96 ριάλια και στην τιμή συμπεριλαμβάνεται και το χρέος της κοινότητας προς τον Καπουδάν Πασά».

–1735. Σε δημόσιο πλειστηριασμό του κοινού της Παροικιάς, σε πρακτικό Γενικής Συνέλευσης του 1735. Η κοινότητα «πουλάει» τη «δεκατιά» της χρονιάς εκείνης, «ηγούν το πέμπτον της γής» στον αφέντη Τζουανάκη Βατιμπέλα, καθώς και τους φόρους της Αλυκής και το κουμέρκι για 96 ριάλια και στην τιμή συμπεριλαμβάνεται και το χρέος της κοινότητας προς τον Καπουδάν Πασά».

–1740. Σε έγγραφο του 1740 της οικ. Βατιμπέλλα αναφέρει "Νήσος Πάρος Καστελιω εις τα 1740 νέο 3 Ιανουαρίου ημέρα Κυριακή και ώρα 3 της ημέρας. Ήλθασι εις την Νάουσα τέσσερις λεβέντες αρματωμένοι από το μπαστιμέντο του Καπετάν Φραγκίσκου Μαρία κοματάντε μίαν πουλάκα αρματωμένη εις την αμάχη με πατιέρα της Μάλτας οι άνθρωποι όπου ήλθαν ήτον ένας σαρτζελτές, το όνομά του Μπορταλαμαίος, με άλλους τρείς αρματωμένους και ερισαλτάρασι με δύναμιν των αρμάτων των επάνω εις το σπίτι του Σιόρ Κονσούλου των Εγγλέζων ονοματισμένος Σιόρ Νικολός Βατιμπέλλας. Και αυτός θεωρόντας του με τα άρματα και ξεσαθωμένοι εσφαλίκτη μέσα εις την κάμαράν του και αυτοί ψάχνοντας του και τον έβγαλαν από μέσα, τον εκατέβασαν κάτω σύροντας τον ώσαν κατάδικον και τα κοπέλλια του θεωρόντας την τόσην καταδίκην όπου του έκανα, αρμπούρισαν την παντιέρα του Βασιλέως της Εγγλιτέρας διά να διαφεντευθή και εφανέρωσαν και την διαφέντευσιν του Βασιλέως της Φράντζας δια τα καλά μέριτα του μακαρίτου πατρός του εφανέρωσαν και τις διαφέντεψες ιδικές των και με όλα αυτά από τον νούν των δεν επέρασαν μόνον το επήραν ως κατάδικον ξεσκισμένον και τον επήγαν ξεσπαθωμένοι μέσα εις την Παρκιά και εγύρευσαν καιρόν να τον σκοτώσουν, μα τον ακολούθησαν κόσμος πολύς και δεν ευρίσκαν άδειαν να κάμουν την όρεξιν τους, και πηγαινάμενοι εις την Παρκιάν αν δεν ήθελεν ευρεθή εις το Πόρτο ο Καπετάν Λούης Γζιπέτρος από το Σαν Τραπέ και ο καπετάν Αντώνιος Μαρτίν από το Σαν Τραπέ καπετάνιος εις ένα καράβι και ο καπετάν Κάρλος και ο καπετάν Τζουάνες αν ήθελαν λείψει αυτοί δεν ηξεύρομεν το τέλος όπου είχαν να πράξουν χωρίς κανένα νιτερέσσο και εις τούτο δίνομεν την παρόν μαρτυρίαν εις την ψυχήν μας πως τα είδαμεν με τα μάτια μας και υπογράφουμεν εις βεβαίωσιν. Το σφραγίζομεν και με την σραγίδα της κοινότης μας. Οικονόμος Νάουσας μαρτυρώ, Σακελλάριος Νάουσας μαρτυρώ, Σκευοφύλαξ Νάουσας μαρτυρώ, ο Προηγούμενος του Βατοπεδίου Αθανάσιος μάρτυς, Αρχιδιάκως Νεόφυτος Βατιμπέλλας μαρτυρώ ως είδα, Λοΐζος Τζιμπέρ μάρτυς. Γεώργιος Βιτσαράς μάρτυς, Γεώργιος Μαρμπαρήγος μάρτυς, Σακέλιως Ναούσης μαρτυρώ, Παπά Φραντζέσκος Νταβερώνας μαρτυρώ, Παπά Μαρίνος Ραγγούσης μαρτυρώ, Γεώργιος Νταμιραλής μαρτυρώ, Ιωάννης Τριαντάφυλλος Μαρτυρώ, Κωνσταντίνος Βατιμπέλας μαρτυρώ, Δημήτριος Αυλωνίτης μαρτυρώ, Νικόλαος Λευκαρός μαρτυρώ. Εγώ Νικολός Κανάλες μαρτυρώ, Κωνσταντίνος Σκορδίλης, Ανδρέας Βιτσαράς μαρτυρώ, Ιωάννης Μπρούτος, Τζάνες ο Καλλέργης Καντζιλάριος Ναούσης πιστώς γέγραφα"

–1740. Αρχιδιάκονος στα 1740 ο Νεόφυτος Βατιμπέλλας. 

–1744. Κατά τη Γενική Συνέλευση εκπροσώπων όλων των κοινών της Πάρου, της 6 Απριλίου 1744, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους δραγουμάνου Νικολάου Μαυρογένη, εναντίον των εις βάρος του συκοφαντιών μερικών συμπατριωτών τους, προς τις τουρκικές αρχές. υπογράφει ο παπά Φραγκίσκος Βατιμπέλας και ο Κωνσταντής Βατιμπέλας

–1747. Σε πρακτικό εκλογής απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό της Παροικιάς σε Γενική Συνέλευση στις 26 Οκτωβρίου 1747 μαρτυρείται ο Κωνσταντίνος Βατιμπέλας και ο παπά Φραγκίσκος Βατιμπέλας.

–1749. Σε εκλογή απεσταλμένου για την Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 12 Οκτωβρίου 1749, μαρτυρείται ο Κωνσταντίνος Βατιμπέλας.

–1750. Σε Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου των επτά κοινών της Πάρου (Παροικιάς, Νάουσας, Κεφάλου, Τζιπίδου, Λευκών, Μαρμάρων, Δραγουλάς) στην Κωνσταντινούπολη της 23 Αυγούστου 1750, μαρτυρείται ο παπάς Κεφάλου Φραγκίσκος Βατιμπέλας.

–1752. Το 1752, Το κοινό της Παροικιάς Πάρου, με γράμμα τους προς τους εγκατεστημένους στην Κωνσταντινούπολη συμπατριώτες τους, τους παρακαλούν να συνδράμουν και βοηθήσουν την εκεί απεσταλμένη τριμελή επιτροπή του νησιού τους, για να επιτύχουν μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων, εκ μέρους των οθωμανικών αρχών. Υπογράφουν… ο αφέντης Κωνσταντάκης Βατιμπέλας.

–1770. Στις 20 Νοεμβρίου 1770 ο οικονόμος Παροικιάς Πρωτόδικος υπογράφει αφιέρωση χωραφιού της Μαρουσάκης «θυγάτηρ Μαργετακίου Βατιμπέλα» στην Εκατονταπυλιανή.

–1798. Το 1798 γεννιέται ο Νικόλαος Βατιμπέλας. Ο Νικόλαος Βατί(μ)μπέλα, παντρεμένος με την Καλυψώ Βαλσάμη, γνωστή ως «κοκόνα Καλυψώ», είχε σπουδάσει στη Χίο πριν επιστρέψει στην Πάρο. Απέκτησαν επτά παιδιά: τον Αρίσταρχο, τον Φραγκίσκο (έπαρχο), τον Όθωνα (δήμαρχο Μάρπησσας), τη Μαρούσο (παντρεύτηκε δάσκαλο), την Αλεξάνδρα (παντρεύτηκε τον γαιοκτήμονα Δημήτρη Πατέλη), την Ελεφάντα (παντρεύτηκε τον διευθυντή καπνοβιομηχανίας Δημήτρη Παπαδόπουλο) και την Ανέτα, που έμεινε ανύπαντρη.

Ο Αρίσταρχος σπούδασε στην Αθήνα και δεν επέστρεψε στην Πάρο. Εργάστηκε στην ελληνική πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνώρισε τη σύζυγό του Παππά, από οικογένεια της Βέροιας. Ο πατέρας ή ο παππούς της φέρεται να απαγχονίστηκε από τους Τούρκους το 1821 μαζί με τον Πατριάρχη Γρηγόριο. Αργότερα ο Αρίσταρχος εγκαταστάθηκε στην Αίγυπτο, πρώτα στην Τάντα, μετά από παρότρυνση του φίλου του, ποιητή Αναστάσιου Βυζάντιου, και στη συνέχεια στην Αλεξάνδρεια.

Ο Αρίσταρχος απέκτησε τρία παιδιά: τον Νικόλαο (1879–1957), που γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και έγινε γνωστός δικηγόρος, τον Αναστάσιο, επίσης δικηγόρο που εργάστηκε μαζί του, και την Καλυψώ, που παντρεύτηκε στην Αλεξάνδρεια τον δικηγόρο Νικόλα Ταταράκη, από γνωστή οικογένεια της Μήλου.

Ο Νικόλαος παντρεύτηκε τη Μαριέττα Γρυπάρη, από γνωστή οικογένεια της Μυκόνου. Απέκτησαν τρία παιδιά: τον Αρίσταρχο (1916–1990), πατέρα του Νικολάου (1956) και του Αλέξανδρου (1958), ο οποίος παντρεύτηκε τη Γαλλίδα Νικόλ Πομερί· τη Μάρω, καλλιτέχνιδα, που παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο Σταθάτο, γιο στρατηγού του ελληνικού στρατού, και απέκτησαν τη Σοφία και τον Γιάννη· και τον Γιάννη, ο οποίος ήταν αεροπόρος στον βρετανικό στρατό και σκοτώθηκε στην Κρήτη κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν το αεροσκάφος του καταρρίφθηκε από τους Γερμανούς.

–1824. Ο παπά-Φραγκίσκος Βατιμπέλας οικονόμος και νοτάριος στα Μάρμαρα. Υπογράφει πρακτικό εκλογής των «εκλεκτών» στις 21 Σεπτεμβρίου 1824.

–1825. Ο ιερεύς Φραγκίσκος Βατιμπέλας υπογράφει στις 19 Αυγ. 1825 έγγραφο προς την «υπέρτατη διοίκηση».

–1829. Σε πληρεξούσιο του 1829 αναφέρεται ο Ελευθέριος Βατιμπέλας.

–1829. Σε έγγραφο της Δημογεροντίας Πάρου και Αντιπάρου στις 19 Μαΐου 1829 υπογράφουν οι προσ. Επαρχ. Δημογέροντες: Δημήτριος Χαμάρτος, Νικόλαος Αρκάς, Ν. Μαλατέστας, και ο Γραμματέας της δημογεροντάς Πάρου Αντιπάρου Νικόλαος Βατιμπέλας.

–1829. Σε πληρεξούσιο στις 3 Ιουνίου του 1829 αναφέρεται ο Δημογέροντας Νικόλαος Βατιμπέλας.

–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της πόλεως Παροικιάς

Βατιμπέλας Πέτης ετών 11.

–1830. Ο παπά Φραγκίσκος Βατιμπέλας αναφέρεται στον Κατάλογο του μητροπολίτη Παροναξίας Ιερόθεου στις 8 Φεβρουαρίου 1830. 

–1831. Ο παπά Φραγκίσκος Βατιμπέλας συντάσσει και υπογράφει προικοσύμφωνο του Νικολάκη Μωραΐτη και Ειρηνακιού Μιχ. Μηλαίου, Μάρμαρα, 24 Φεβρουαρίου 1831.

–1831. Σε έγγραφο Παροικιάς, 20 Απρ. 1831, μνημονεύεται «το αμπέλιον κείμενο εις την Αμπέλαν πλησίον ο οικονόμος Βατιμπέλας.

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Ν. Βατιμπέλας.

–1832. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Φραγκίσκος Νικολάου Βατιμπέλας (γεν. 1832), κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 71, κτηματίας, άγαμος.

–1832. Το 1832 ο Ελευθέριος Βατιμπέλας απέρχεται εις την Κωνσταντινούπολη και καθιστά ενταύθα [στην Πάρο] αντιπρόσωπων του τον κύριο Νικόλαο Π. Κυπραίον εις το να επιστάτη και να φροντίζει να καλλιεργώνται όλα τα υποστατικά, αμπέλια και χωράφια της συζύγου του Μαργαριταρακιού και θα συνάζει τους καρπούς αυτών…».

–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο Ι. Βατιμπέλας και ο Κ. Βατιμπέλας.

–1835. Στο προικοδοτήριο της 17ης Αυγούστου 1835 ο Μάρκος Μάτσας Μαυρογένης δίδει στην κόρη του Μαρουσώ «το χωράφι (που) έχει και Αγίαν Βαρβάραν πλησίον Νικ. Βατιμπέλα».

–1835. Σε ομαδικό έλεγχο του δημοτικού σχολείου Πάρου του 1835, υπάρχει εγγεγραμμένος ο μαθητής Αλκιβιάδης Βατιμπέλας.

–1836. Στην 1η Οκτωβρίου 1836 ο δήμαρχος Μαρπήσσης Νικόλαος Βατιμπέλας αναφέρεις προς το Β. Διοικητήριον Νάξου περί ενός ιερομονάχου Μακαρίου Σκουρταίου καλουμένου, ζωγράφου το επάγγελμα, ετών 45, πατρίδα έχοντος την Χίο και ο οποίος ζητεί όπως ησυχάση εις την εν λόγω μονήν του αγίου Ιωάννου καθ’ όλον το επίλοιπον του βίου του στάδιον». 

–1837. Στις 11 Αυγούστου 1837 κατά τον δήμαρχο Μάρπησσας Νικόλαου Βατιμπέλα μνημονεύεται ο εφημέριος Δραγουλά Ιωάννης Σιφάκης. 

–1839. Στις 8 Μαΐου 1839 ο ιερέας Ευστράτιος Άγουρος υπογράφει έγγραφο του Δημάρχου Μάρπησσας Νικολάου Βατιμπέλα.

–1840. Σε έγγραφο στις 26 _ 1840 υπογράφει ο Δήμαρχος Μάρπησσας Ν. Βατιμπέλας.

–1840. Το 1843 ο Γεώργιος Δελλαγραμάτικας ζητάει με έγγραφό του την διάλυση του συμβουλίου της μονής του Αγίου Αντωνίου, η οποία δεν έγινε δεκτή εκ μέρους του Υπουργείου Οικονομικών.1840. η κινητή περιουσία της μονής του Αγίου Αντωνίου Κεφάλου, ιδίως εκκλησιαστικά σκεύη, διάφορα άλλα αντικείμενα και έγγραφα, περιήλθαν στο κράτος (στο κεντρικό ταμείο του οιπουργείου Οικονομικών) με πρωτόκολλο στις 7 Μαΐου 1840, υπογράφει ο Δήμαρχος Μάρπησσας Νικόλαος Βατιμπέλας.

–1840. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Αρίσταρχος Νικολάου Βατιμπέλας (γεν. 1840), ετών 63, υπάλληλος, κάτοικος Αιγύπτου, έγγαμος.

–1840. Το 1840 πεθαίνει και ενταφιάζεται στην Πάρο η ηρωίδα Μαντώ Μαυρογένους. Το ίδιο έτος Δήμαρχος Πάρου ο Μαρκάκης Μάτζας – Μαυρογένης. Η Ελενη Μάτζα Μαυρογένη με την αδερφή της Μαρκάκη, Μαρουσώ σαβανώνουν την Μαντώ, στο σπίτι της συγγενικής οικογένειας Βατιμπέλλα που την φιλοξενούσε. Σε αυτή την οικία της Παροικιάς υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα που γράφει «Εν τη Οικία ταύτη, απέθανε η τον Πυρσόν της Ελληνικής Ελευθερίας, κρατήσασα, Μαντώ η Μαυρογένους». Τότε στο σπίτι ζούσε η Μαργαρίτα χήρα του Ελευθερίου Βατιμπέλα.

Στην κηδεία της Μαντώς ο αγωνιστής του 1821 Δημήτριος Πρωτόδικος ήταν ντυμένος με φουστανέλα και φέροντας τα γαλόνια του λοχία που είχε αποκτήσει επί Καποδίστρια.

–1843. Στις 17  Οκτωβρίου 1843 η συνέλευση της αντιπολίτευσης επαναλαμβάνεται, αλλά πάλι χωρίς τον Δήμαρχο Θ. Καμπάνη ο οποίος κατηγορείται από τους παρευρισκομένους ότι «αισθάνεται ανώτερος του νόμου και προβάλει ανύπαρκτες προφάσεις». Η συνέλευση αποφασίζει να προχωρήσει στην εκλογή χωρίς τον Δήμαρχο! Πρόεδρος ανέλαβε ο Δ. Χαμάρτος και προσυπέγραψαν τα 5 γεροντότερα μέλη Ν. Πούλιος, Ιωάννης Καπαρός, Λεονάρδος Κονδύλης, Ηλίας Σαράντος, Νικόλαος Ρούσσος. Οι εκλογείς ήταν οι εξής:
Πόλις Παροικίας (Δήμαρχος Θ. Καμπάνης): Ζώρζης Μ Μαυρογένης, Δημήτριος Χαμάρτος, Πέτρος Μαυρομμάτης, Ν Α Ψαράκης, Αντ Ελ Χαμάρτος, Λεονάρδος Κονδύλης.
Κωμόπολις Λευκών (Πάρεδρος Κωνσταντίνος Χανιώτης): Εμμανουήλ Ν Αρκάς, Νικόλαος Γ Ρούσσος, Νικόλαος Γ Παντελαίος, Ιωάννης Α Δεσύλλας.

Κωμόπολις Ναούσης (Δήμαρχος Ν. Μαλατέστας): Δημήτριος Π Δημητρακόπουλος, Ηλίας Σαράντος, Ιωάννης Μεταξάς, Αντώνιος Κορτιάνος (δεν παρευρέθη λόγω ασθενείας).
Χωρίον Κώστου(Πάρεδρος Ιωάννης Α. Καπαρός): Ιωάννης Α Καπαρός, Αναστάσιος Ρούσσος
Χωρίον Δραγουλά (Πάρεδρος Νικήτας Ν. Άγουρος): Γεώργιος Κληρονόμος
Χωρίον Μαρμάρων (Πάρεδρος Νικήτας Ν. Άγουρος): Ιωάννης Γιαννουλάκης, Νικήτας Άγουρος (δεν παρευρέθη λόγω ασθενείας).

Χωρίον Τσιπίδου (Δήμαρχος Μαρπήσσης ΓΣ Δελαγραμμάτης): Νικόλαος Βατιμπέλας, Νικόλας Πόυλιος, Γεώργιος Σ Δελαγραμμάτης (απών).

Χωρίον Ωλιάρου (Πάρεδρος Δ. Βιάζης): Παναγής Καλάργυρος, Ματθαίος Μαούνης.
Τα αποτελέσματα ανέδειξαν πληρεξουσίους Πάρου τους Δ. Π. Δημητρακόπουλο (21 ψήφοι) και Ζ. Μάτσα Μαυρογένη (21). Συμμετείχαν και οι Νικόλαος Ψαράκης (Παροικιά, 11 ψήφοι), Ν. Βατιμπέλας (Τσιπίδος, 7), Λεονάρδος Κονδύλης (Παροικία, 7), Νικόλαος Μαλατέστας (Νάουσα, 6 ψήφοι), Κωνσταντίνος Δαμίας (Παροικία, 6), Π. Μαυρομάτης (Παροικία, 6).

Ο Δήμαρχος Πάρου αρνήθηκε να επικυρώσει τις υπογραφές και συνεπώς την εκλογή.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο Δήμου Μάρπησσας στις 5 Μαΐου 1844 υπάρχει εγγεγραμμένος ο Ν. Βατιμπέλας.

–1846. Ο Μαρπησσαίος Γεώργιος Φωκιανός έλαβε μέρος στην Ελληνική Επανάσταση και αγωνίστηκε υπό τις οδηγίες του Παριανού Δημητρίου Σάλλα «κατά το 1826 εις την κατά του Ιμβραήμ πολιορκίαν Τριπολιτσάς (…) και διέμεινεν εκεί μέχρι της πτώσεως της» κατά μαρτυρία των δημοτών και κατοίκων του Δήμου Μαρπήσσης, σε έγγραφο τους («εν Μαρπίσση την 16 Μαΐου 1846»). Ακολούθως διέμεινε στα Βέρβαινα και τέλος στο Ναύπλιο. Αρχηγός δε των όπλων ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το πιστοποιητικό το υπογράφουν 48 προύχοντες και κάτοικοι της Μάρπησσας, μεταξύ των οποίων οι: Άγουρος Ιωάννης, Ιωάννης Ασωνίτης, Ελευθέριος Τζιώτης, Αναγνώστης Α. Βιτσαράς, Παναγ. Νικηφοράκης, Αντώνιος Τζιγώνιας, Αρτέμιος Ευλογιάς, Ανδρέας Αλιπράντης, Νικ. Βατιμπέλας, Νικόλαος Πούλιος, Γουλιέλμος Καντιώτης, Μακάριος Στάμενας. Το επικυρώνει δε καθώς και τις υπογραφές, ο δήμαρχος Μάρπησσας Γεώργιος Σιμ. Δελαγραμμάτης («εν Μαρπίσση την 20 Μαΐου 1846»).

–1846. Ο υποφαινόμενος Γεώργιος Δηνιακός κάτοικος του χωριού Τσιπίδου του Δήμου Μαρπήσσης ομολογεί ότι πωλεί εις τον συγχωρίτην του Σταμάτην Καρυστινόν την ιδιόκτητον του ψαρόγαν κειμένην κατά την θέσιν Μογκού, εντός του αυτού Δήμου και συνορευομένην με τον αγρόν του ιδίου αγοραστή Σταμάτη Καρυστινού δυναμένου να την διαθέσει όπως βούλεται… Δια τον αγράμματον Γεώριον Δηνιακό, βεβαιούντα τα άνωθεν, υπογράφω κατ’ αίτησιν του Χρύσης Μικεδάκης. Νικόλαος Τελέντας μαρτυρώ. Νικόλαος Βατιμπέλας ζητηθείς έγραφα το παρόν και μαρτυρώ. Εν Τσιπίδω την 29η 10μβρίου 1846.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 43χρονος κτηματίας Βατιμέλας Νικόλαος.

–1850. Ενώπιον του συμβολαιογράφου Παροικιάς Θεοδώρου Καμπάνη και των μαρτύρων Γερασίμου Κατσαΐτη, ναυτικού και του Ιωάννου Β. Περαντινού, κτηματίου, δημοτών Πάρου, οι Νικόλαος Βατιμπέλας και Ιωάννης Τζουμέτης κτηματίες και κάτοικοι Μαρπήσσης πωλούν στον Σταμάτη Καρυστινό το χωράφι στην τοποθεσία Δασωνάρι, συνορευόμενο με την … Μουδάτσου, για 200δρχ. Στις 1 Ιουνίου 1850.

–1853. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Άννα Νικολάου Βατιμπέλα (γεν. 1853), ετών 50, οικιακά, άγαμος.

–1856. Ως ευκατάστατοι και ευυπόληπτοι πολίτες της Πάρου σημειώνονται από τον Τσιπίδο, τα Μάρμαρα, τον Δραγουλά και τις Λεύκες το 1856 όπως αναφέρονται στον κατάλογο 1278 πολιτών από τις Κυκλάδες (εω Ερμούπολει την 6 Σεπτεμβρίου 1856») που δημοσιεύθηκε στο «Παράρτημα τη Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Εν Αθήναις την 15 Οκτωβρίου 1856»), οι κατωτέρω: Τσιπίδος Ανδρέας Αλιπράντης ετών 51 κτηματίας, Σταύρος Μονόπατος 53 ετών γεωργός και Νικ. Βατιμπέλας 58 ετων κτηματίας. Λεύκες: Γεώργιος Εμμ. Ρούσσος 67 ετών γεωργός, Ιωάννης Ν. Ρούσσος 41 ετών κτηματίας, Ιωάννης Καλόπλαστος, Ιωάννης Κονταράτος, Ιάκωβος Ι. Σκιαδάς και Ιωάννης Γ. Χανιώτης, κτηματίες, Ανδρέα Α. Παντελαίων 40 ετών γεωργός, Δημήτριος Μ. Χανιώτης 50 ετών γεωργός και Δημήτριος Α. Χανιώτης 50 ετών κτηματίας. Μάρμαρα: Αθανάσιος Παπαδόπουλος 43 ετών κτηματίας και Δομίνικος Βαρότζης 40 ετών κτηματίας. Δραγουλάς: Νικήτας Σιφάκης 50 ετών κτηματίας.

–1856. Στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 21 Οκτωβρίου 1856 αναφέρεται ο Νικόλαος Βατιμπέλας κάτοικος Τσιπίδου.

–1859. Το 1859 ο Γιώργος Νικ. Ζουμής αγοράζει το μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα στη Νάουσα (Κραύγα) από τους Σφαέλο και Βατιμπέλα. 

–1864. Ανταλλαγή ακινήτου. Πάρος, 23 Αυγούστου 1864. Ενώπιον του συμβολαιογράφου Πάρου Βασιλείου Καμπάνη, ο οποίος και συνέταξε το έγγραφο, και ενώπιον των δημοτών Πάρου Νικολάου Ι. Κρίσπη, καθηγητού, και της συζύγου του Μαρουσώς γένους Μαύρου, και του Γεωργίου Αθαν. Μαύρου ως συμβαλλομένων, ανταλλάσσουν τα ακίνητα: Το ζεύγος Κρίσπη το αρχοντικό που ήταν προικώο της συζύγου του Μαρουσώς Μαύρου, και τη συνεχόμενη δεύτερη οικία που είχε περιέλθει από κληρονομιά της κόρης τους Αικατερίνης, στην οποία οι γονείς της παρίστανται ήδη ως νόμιμοι και φυσικοί επίτροποι αυτής από το 1862 όταν είχε υιοθετηθή από την προμήτορά της Γαρουφαλλιά Δ. Δελαγραμμάτη, και μετά τον θάνατό της είχε περιέλθει στην κυριότητα της θυγατέρας του συζύγους Κρίσπη…. Του ενοποιημένου μεγαλοπρεπούς αρχοντικού, δηλαδή δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, λοντά στην οδό της Ελεούσης. Συνορεύει δε με τα σπίτια των: Φραγκίσκο Αλέξ. Καμπάνη, του Παναγιώτη Πάσσου, της Γιακουμίνας Πανταζή Κορωναίου και με δημόσιους δρόμους… Το ανωτέρο ακίνητο το παραχωρούν εις ανταλλαγήν προς τον Γεώργιον Αθαν. Μαύρον…, ο οποίος ομολόγισε ότι δίδει αντί της ρηθείσης οικίας ανταλλακτικώς τα κτήματα που βρίσκονται στις τοποθεσίες Βορεινά Λιβάδια, καθώς και ένα οικόπεδο μέσα στην πόλη της Παροικιάς στην θέση Μεγάλη Βρύση ή Ποταμός, προς εξίσωσιν…

Ως μάρτυρες υπέγραψαν οι συμβαλλόμενοι Νικόλαος Ι. Κρίσπης, η σύζυγός του Μαρουσώ Μαύρου και ανιψιός του Φιλικού Αλεξάνδρου Μαύρου. Ως συνορεύοντες με τα ακίνητα, που ανήκουν πλεόν στο ζεύγος Κρίσπη, αναφέρονται οι: Αλκιβιάδης Βατιμπέλας, Παναγιώτης Κομνηνός, Κωνσταντίνος Μιχ. Κρίσπης, Κωνσταντίνος Μάρκου Δαμίας, Ιωάννης Δουλφής, Εμμανουήλ Μαρούκας, κληρονόμοι Σπύρου Κοντόσταυλου, Σπύρος Κρίσπης, Βιολέττα Μπιζά και Ιωάννης Ασπρόπουλος.

Ο Αλκιβιάδης που υπογράφει το ανταλλακτικό έγγραφο, η μητέρα ήταν πρωτοξάδερφη του Δημητρίου Πρωτοδίκου. Πατέρας του σοφού φιλόλογου Ιωάννου Δ. Πρωτόδικου.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Βατιμπέλας Αρίσταρχος του Νικολάου 38 ετών υπάλληλος. Επίσης ο Νικόλαος Βατιμπέλας του Λυκούργου 63 ετών κτηματίας και ο Φραγκίσκος Βατιμπέλας του Νικολάου 40 ετών υπάλληλος.

–1877. Στον εκλογικό κατάλογο των Μαρμάρων του 1877, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Όθων Βατιμπέλας του Νικολάου κτηματίας.

–1900. Πάνω από την δυτική είσοδο του Αγίου Φωκά στην Παροικιά, υπάρχει μαρμάριν πλάκα στην οποία είναι χαραγμένη η επιγραφή: « Εν έτει 1900 Ωκοδομήται ο ναός του ιερομάρτυρος Φωκά διά συνδρομών ενεργεία των Επιτρό|πων Ιω. Σ. Φωκιανού Αλκ. Ε. Βατιμπέλα Εμμ. Σ. Φωκιανού Ιω. Π. Κάππαρη».

–1907. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 11 Μαρτίου 1907, είναι εγγεγραμμένος ο Αρίσταρχος Νικολάου, ετών 71, υπάλληλος, έγγγαμος.

–1911. Ο Κων. Αλκιβ. Βατιμπέλας, υπηρετεί ως δημοδιδάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Παροικιάς το 1911.

–1911. Νικόλαος Αρισταρ. Βατιμπέλας, διακεκριμένος δικαστικός στην Αλεξάνδρεια το 1911.

–1912-1922. Ηρώο Μάρπησσας «Εν έτει 1929 ο Σύνδεσμος Μαρπησσέων Πάρου. Τοις Ενδοξως εν Πολέμοις πεσούσι 1912-1922 Μαρπησσέοις Αρχιλοχιταις» ΒΑΤΙΜΠΕΛΑΣ ΓΕΩΡ. ΑΡ. και ο ΑΕ/ΡΟΣ ΒΑΤΙΜΠΕΛΛΑΣ Ν.

–1919. Διδάσκαλος του Δημοτικού Σχολείου Παροικιας κατά την περίοδο 1919 έως το 1921 ο Κ. Βατιμπέλλας.

–1933. Bατιμπέλας Κωνσταντίνος Αλκιβ. τόπος γέννησης Παροικιά Πάρου 1860 έτος θανάτου 1933.


Βατικιώτης: Πατριδωνυμικό επώνυμο, δηλαδή επώνυμο που δηλώνει την καταγωγή από έναν τόπο. Προέρχεται από τα Βάτικα της Λακωνίας, περιοχή της νότιας Πελοποννήσου, και δηλώνει τον άνθρωπο που κατάγεται από εκεί.

Η παρουσία της οικογένειας Βατικιώτη στην Πάρο μαρτυρείται κυρίως στη Μάρπησσα, όπου εμφανίζονται μέλη της στα δημοτολόγια και στις στρατιωτικές αναφορές του 19ου και 20ού αιώνα.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον Χρήστο Αντ. Βατικιώτη, ο οποίος αναγράφεται στη στήλη των πεσόντων του Ηρώου της Δραγουλάς, ανάμεσα στους Παριανούς στρατιώτες που θυσιάστηκαν στους νεότερους αγώνες του Ελληνισμού.

Στα δημοτολόγια του Δήμου Μάρπησσας καταγράφονται:

Αλέξανδρος Χρ. Βατικιώτης, γεννημένος το 1873, γεωργός, έγγαμος, κάτοικος Μάρπησσας.

Μαρούσα Αλεξάνδρου Βατικιώτη, γεννημένη το 1887, οικιακά, έγγαμη.

Χρ. Βατικιώτης, γεννημένος το 1881, εργάτης, ο οποίος το 1903 αναφέρεται ως κάτοικος Νάξου.

Η οικογένεια Βατικιώτη αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα των μικρών μετακινήσεων πληθυσμών που διαμόρφωσαν την κοινωνία της Πάρου. Άνθρωποι από τη Λακωνία, τις Κυκλάδες και άλλα μέρη του ελληνικού χώρου εγκαταστάθηκαν στο νησί, ενσωματώθηκαν στις τοπικές κοινωνίες και άφησαν το αποτύπωμά τους μέσα από την εργασία, την οικογένεια και τη συμμετοχή τους στη ζωή του τόπου.

–1821 στη στήλη πεσόντων του Ηρώου Δραγουλά, αναγράφεται μεταξύ άλλων ηρώων στρατιωτών της Μικρασιατικής Εκστρατείας, και ο Χρήστος Αντ. Βατικιώτης.

–1873. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Αλέξανδρος Χρ. Βατικιώτης (γεν. 1873), ετών 30, γεωργός, έγγαμος.

–1887. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Μαρούσα Αλέξανδρου Βατικιώτη (γεν. 1887), ετών 16, οικιακά, έγγαμος.

–1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο …ργνιος? Χρ. Βατικιώτης (γεν. 1881), ετών 22, εργάτης, κάτοικος Νάξου άγαμος.


–Βατοπεδινός: Πατριδωνύμιο, προερχόμενος από τη Μονή Βατοπεδίου του Αγ. Όρους.

–1712. Σε πωλητήριο Ναούσης της 2ας Μαΐου 1712 υπογράφει ο ιερομόναχος Σεραφείμ Βατοπεδινός.


–Βαφιόπουλος: Από την Αρκαδία. Ο Παναγιώτης Βαφιόπουλος υπήρξε Αντέπαρχος και Έπαρχος Πάρου και είχε νυμφευτεί την κόρη του Πέτρου Μάτζα – Μαυρογένη και της Μαρία Μαρκοπολίτη, Μαρούσα (Κοκονιώ) Μάτζα Μαυρογένη.  

–1822. Βιβλίο με τίτλο «Όψεις της ιστορίας του ελληνικού τεκτονισμού» (Άρης Κατωπόδης). Στο βιβλίο αυτό βρίσκουμε κατάλογο με τίτλο «Πίνακας τεκτονικών υπογραφών συμμετασχόντων στην ελληνική επανάσταση». Στον κατάλογο αυτόν εντοπίζουμε τους εξής Παριανούς:

1) Βαφιόπουλος Παναγιώτης. Πρώτος αντέπαρχος Πάρου – Αντιπάρου σύμφωνα με έγγραφο της 4/5/1822. Διετέλεσε και αστυνόμος Παροικίας.

2) Μάτζας Μαυρογένης Μάρκος. Ο σημαντικότερος Παριανός φιλικός μαζί με τον Παν. Δ. Δημητρακόπουλο. Διετέλεσε «παραστάτης βουλευτικού Πάρου» (1823) και δημογέροντας Παροικιάς (1827).

3) Χαμάρτος Δημήτριος. Δημόσιος νοτάριος Πάρου σύμφωνα με έγγραφο του 1827.

4) Κρίσπης Μιχαήλ. Επαναστάτησε στην Πάρο εναντίον της κυβέρνησης υπό τον Αυγουστίνο Καποδίστρια και Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Δολοφονήθηκε το 1832.

–1822. Σε αντίγραφο Κριτηρίου Πάρου της 18 Δεκεμβρίου 1822 αναφέρεται ο Παναγιώτης Βαφιόπουλος.

–1822. 30 Απριλίου 1822. Αστυνομικός Παροικιάς Παναγιώτης Βαφιόπουλος και σε έγγραφο στις 23 Δεκεμβρίου 1822. 

–1822. Στις 19 Νοεμβρίου 1822. Ο Αντέπαρχος Πάρου και Αντιπάρου Παναγιώτης Βαφιόπουλος αποστέλλει έγγραφο για την δολοφονία ενός Κωνσταντινουπολίτη στη Νάουσα από έναν Ζακυνθινό, προς τον προσωρινό υπουργό του Πολέμου της Ελλάδος. Το έγγραφο υπογράφουν και οι Γραμματείς, Δημήτριος Χαμάρτος, Γεώργιος Βιτζαράς, Τζαννής Νικολάου Καμπάνης και οι Πέτρος Μάτζας Μαυρογένης, Ελευθέριος Χαμάρτος. 

–1823. Έγγραφο Ιουλίου 1823 του αστυνόμου Παροικιάς Παναγιώτη Βαφιόπουλου. Την ίδια χρονολογία μαρτυρείται και έπαρχος Πάρου – Αντιπάρου.

–1824. Έγγραφο κλοπής του αστυνόμου Παναγιώτη Βαφιόπουλου στην 1η Απριλίου 1824.

–1829. Μετά από οκτώ χρόνια από τον θάνατο του Ηγεμόνα, το 1798, η σύζυγός του Δόμνα Μαριώρα (1756-1829), πωλεί στον ανιψιό τους Πέτρο Γ. Μάτζα – Μαυρογένη, (γιό της Ειρήνης, αδερφή του Ηγεμόνα),  το αρχοντικό καθώς και διάφορα κτήματα στην ειδυλλιακή τοποθεσία των Ψυχοπιανών.

Νέος ένοικος του αρχοντικού γίνεται πλέον ο Πέτρος Μάτζας – Μαυρογένης, που το 1784 είχε νυμφευθεί τη Μαρία ή Μαργαρίτα Μαρκοπολίτη, κόρη του Φιλικού και προεστού Μάρκου Πολίτη από τη Νάξο, και αποκτούν στο αρχοντικό αυτό τα παιδιά τους: το Γεώργιο (Τζωρτζάκη), μετέπειτα σύζυγος του η Μαριώρα Βιτσαρά, το Μάρκο (Μαρκάκη), σύζυγος του η Ελένη Τζώρτζη Δελαγραμμάτη, την Αικατερίνη (Κατίγκω), σύζυγος της σε α’ γάμο ο Κωνσταντίνος Μαρ. Δαμίας (Αγάς), αγωνιστής της Επανάστασης του 1821, τιμηθείς και με Αριστείο Ανδρείας, και σε β’ γάμο της, το Φιλικό Παναγιώτη Δ. Δημητρακόπουλο, υπουργό των Οικονομικών επί κυβερνήσεως Ζαΐμη το 1826 και Γερουσιαστή επί Καποδίστρια από το 1829 μέχρι το θάνατό του και ακόμη τη Μαρούσα (Κοκονιώ), σύζυγος της ο τότε Έπαρχος Πάρου Παναγιώτης Βαφιόπουλος.

 

Βεκρής: Παρωνυμικό επώνυμο. Από την Αμοργό.

–1875. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 35χρονος μουσικός Μιχαήλ Ι. Βεκρής, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 9 Απριλίου 1872.

–1883. Στις 22 Απριλίου 1883 ο 23χρονος καφεπώλης από την Πάρο Ιωάννης Βεκρής, του Μιχαήλ και της Ελένης, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 17χρονη από την Σπάρτη Ελένη Κωνσταντίνου, του Ευάγγελου και της Μαριγώς.

 

–Βελέντζας ή Βελέτζας ή Βελέντσης ή Βαλέντζας ή Βαλέντσας: Το επώνυμο Βαλέντζας, με τις μορφές Βαλέντσας, Βελέντζας, Βελέτζας και Βελέντσης, ανήκει στα παλαιότερα οικογενειακά ονόματα που απαντούν στην Πάρο. Η μέχρι σήμερα έρευνα τεκμηριώνει την παρουσία τουλάχιστον από τις αρχές του 18ου αιώνα, ενώ οι μεταγενέστερες πηγές δείχνουν ότι η οικογένεια είχε αναπτύξει κλάδους κυρίως στη Νάουσα, τον Κώστο και την Παροικιά, αλλά και παρουσία στη Σύρο, τη Σίφνο και αλλού.

Η παλαιότερη ασφαλής μέχρι σήμερα μαρτυρία είναι του 1719, στη Νάουσα. Σε προικοσύμφωνο της 13ης Νοεμβρίου του ίδιου έτους αναφέρεται ο Τζαννής Βαλέντζας και η Σεβαστή Καζανόβα. Στο ίδιο έγγραφο εμφανίζεται και ο κυρ Ιωάννης Βαλέντζας, γεγονός που δείχνει ότι το επώνυμο ήταν ήδη κανονικά διαμορφωμένο και κληρονομικό.

Μερικά χρόνια αργότερα, το 1728, σε νέο προικοσύμφωνο της Νάουσας, συναντούμε τον Περούλη Βαλέντζα, γιο του κυρ Ιωάννη Βαλέντζα και της Μαρίας. Η επανάληψη του ίδιου οικογενειακού ονόματος μέσα σε διαφορετικές πράξεις δείχνει ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένη εμφάνιση αλλά για ήδη εγκατεστημένη οικογένεια.

Οι Βαλέντζες της Νάουσας και ο Άγιος Γεώργιος Μεροβίγλη

Ιδιαίτερη σημασία έχει η παρουσία του παπα-Φιλόθεου Βαλέντζα. Το 1730 αναφέρεται σε έγγραφο της Νάουσας, ενώ το 1737 καταγράφεται ως «πανοσιώτατος άγιος χωρεπίσκοπος Βαλέντζας και καθηγούμενος του μέγα Γεωργίου», με αδελφό τον Ανδρέα Βαλέντζα.

Ο «μέγας Γεώργιος» είναι η μονή του Αγίου Γεωργίου Μεροβίγλη στη Νάουσα, η οποία είχε ιδρυθεί ήδη από το 1652. Ο Φιλόθεος Βαλέντζας υπήρξε ηγούμενός της και αναφέρεται επισήμως στην ιστορία της μονής το 1750 ως χωρεπίσκοπος και ηγούμενος.

Η σχέση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία το 1816, όταν σε πατριαρχικό γράμμα του Κυρίλλου ΣΤ΄ προς τον μητροπολίτη Παροναξίας και τους προκρίτους της Νάουσας γίνεται αναφορά στη διαθήκη του Τζανάκη Βαλέντζα. Σύμφωνα με αυτήν, η μικρή μονή του Αγίου Γεωργίου στο Μεροβίγλι ανήκε στους κληρονόμους της πρεσβυτέρας Μαρκέζινας, αδελφής του Τζανάκη Βαλέντζα.

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι κατά τον 18ο αιώνα η οικογένεια είχε ήδη αποκτήσει σημαντική κοινωνική και εκκλησιαστική παρουσία στη Νάουσα.

Από τη Νάουσα και τον Κώστο στην Παροικιά και στα άλλα νησιά

Η οικογένεια δεν περιορίστηκε στη Νάουσα. Το 1755, σε γενική συνέλευση των Παρίων, οι Περούλης και Ιωάννης Βελέντζας από την Παροικιά εκλέγονται ως απεσταλμένοι της Πάρου στην Κωνσταντινούπολη.

Έτσι, ήδη στα μέσα του 18ου αιώνα έχουμε ασφαλή παρουσία του επωνύμου τόσο στη Νάουσα όσο και στην Παροικιά.

Τον 19ο αιώνα οι μαρτυρίες πληθαίνουν. Σε εκλογικούς καταλόγους του Κώστου το 1847 συναντώνται οι μορφές Βαλέντσας και Βελέντσης, ενώ το 1875 καταγράφονται πολλοί Βαλέντζες διαφορετικών πατρωνύμων. Ανάμεσά τους υπάρχουν οι Αντώνιος, Δημήτριος, Ζαννής, Ιωάννης, Νικόλαος, Αθανάσιος, Μπατίστας και Φραντζέσκος Βαλέντζας.

Η εναλλαγή α/ε και των καταλήξεων -τζας/-τσης φαίνεται να αποτελούσε πραγματική ορθογραφική και φωνητική ποικιλία.

Το 1882, επιγραφή στον Άγιο Παντελεήμονα Κώστου αναφέρει: «Δι εξόδων Ιωάννου Φ. Βελέντζα αωπβ», δηλαδή του 1882, επιβεβαιώνοντας και επιγραφικά την παρουσία της οικογένειας στον Κώστο.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ότι στον επίσημο εκλογικό κατάλογο του Κώστου του 1883 εμφανίζονται Βαλέντζες κάτοικοι τόσο του Κώστου όσο και της Σίφνου και της Αθήνας.

Στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα υπάρχουν μαρτυρίες Βαλέντζων στη Σύρο, ενώ μεταγενέστερα το επώνυμο συναντάται και σε άλλες περιοχές της Πάρου.

Ο Μέγας Ευεργέτης της Πάρου

Πρόκειται για τον Φραγκίσκο Ι. Βελέντζα (1893–1966), με καταγωγή από τον Κώστο της Πάρου. Υπήρξε ναυτικός και ένας από τους σημαντικότερους ευεργέτες του νησιού. Το 1963 ίδρυσε το Βελέντζειο Ίδρυμα Προνοίας και Μορφώσεως, το οποίο συνέχισε να στηρίζει την Πάρο με σημαντικές κοινωνικές, εκπαιδευτικές και κοινωφελείς δράσεις. Η προσφορά του υπήρξε τόσο σημαντική, ώστε τιμάται ως Μέγας Ευεργέτης της Πάρου.

Από πού προέρχεται το επώνυμο;

Εδώ χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή.

Η λέξη βαλέντζα/βελέντζα είναι παλαιό ελληνικό κοινό ουσιαστικό και σημαίνει χοντρό, βαρύ μάλλινο ύφασμα ή σκέπασμα. Η ετυμολογία της συνδέεται γλωσσικά με το ιταλικό Valenza, μέσω της φράσης coperta da Valenza. Η λέξη πέρασε σε διάφορες γλώσσες και διαλέκτους και απαντά με τύπους όπως βελέντζα και βελέτζα.

Υπάρχουν δύο σοβαρές ερμηνευτικές δυνατότητες. Η πρώτη είναι το επώνυμο να συνδέεται άμεσα με το δυτικό Valenza, ως οικογενειακό ή τοπωνυμικό όνομα. Η δεύτερη είναι να προέρχεται από τη λέξη βελέντζα, αρχικά ως παρωνύμιο που χαρακτήριζε κάποιο πρόσωπο.

Και οι δύο είναι γλωσσικά δυνατές. Μέχρι σήμερα, όμως, δεν έχει βρεθεί το κρίσιμο ιστορικό τεκμήριο που να επιτρέπει να επιλέξουμε με βεβαιότητα τη μία από τις δύο.

Για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να θεωρηθεί αποδεδειγμένη η παλαιότερη άποψη ότι οι Παριανοί Βαλέντζες ήταν οικογένεια δυτικής ή καθολικής καταγωγής.

Πηγές: Παριανά αρχεία και νοταριακές πράξεις (1719–1885), εκλογικοί κατάλογοι και επιγραφές Κώστου.

ΓΑΚ: έγγραφα Ι. Μονής Αγίου Αντωνίου Μάρπησσας (1500–1799) και πατριαρχικά έγγραφα Μητρόπολης Παροναξίας (1676–1802).

Αρχειοθήκη Κυκλάδων: αρχεία Πάρου και Νάξου, μεταξύ αυτών το Καθολικό Αρχείο Νάξου (17ος–18ος αι.).

Λεξικογραφικές πηγές: Κριαράς και Ακαδημία Αθηνών, για την ετυμολογία της βαλέντζας/βελέντζας και τη σχέση της με το ιταλικό Valenza.

–1719. Προικοσύμφωνο του Τζαννή Βαλέντζα και Σεβαστής Καζανόβα στην Νάουσα στις 13 Νοεμβρ. 1719.

«ο ειρημένος αφέντης Καζανόβας [Χρυσάκης]» και η σύζυγός του Αγγερουδάκη, στην κόρη του Σαβαστή «εν πρώτοις της δίνει την εικόνα του Τιμίου Προδρόμου να την εορτάζουν διά ψυχικήν τους σωτηρίαν».

Και ο κυρ Ιωάννης Βαλέντζας τάζει: «εν πρώτοις δίνει την εικόνα των Χριστουγέννων να την εορτάζουν διά ψυχικήν τους σωτηρίαν».

–1728. «Προικοσύμφωνο του κυρ Περούλη Βαλέντζα και της Αικατερίνης Μονοβασώτη» Νάουσα, 15 Ιανουαρίου 1728. «Η κυρία Μαρία γυνή του ποτέ Αγγελή Μονοβασώτη ενωμένη με τον υιόν της μαστρο – Φραντζέσκο έχουν θυγατέρα ονόματι Κατερίνα» Της δίδουν την εικόνα του Αγίου Νικολάου. Ο κυρ Ιωάννης Βαλέντζας με την ομόζυγό του Μαρία δίδουν στον υιόν τους Περούλη μίαν εικόνα του Αγίου Γεωργίου να την εορτάζουν τον κάθε χρόνον».

–1730. Σε έγγραφο Νάουσας, 27 Ιανουαρίου 1730 υπογράφει ο παπά-Φιλόθεος Βαλέντζας.

–1737. Χωροεπίσκοπος το 1737 στη Μονή Αγίου Γεωργίου στο Μεροβίγλι Νάουσας ο Φιλόθεος Βαλέντζας.

–1737. Προικοσύμφωνο Νάουσας 7 Νοεμ. 1737 του Ανδρέα Βαλέντζα και Αικατερίνης Καραντζίας «εις την Ρούγα του Δεσπότη Χριστού πλησίον Ιακώβου Καλλέργη». «ο πανοσιώτατος άγιος χορεπίσκοπος Βαλέντζας και καθηγούμενος του μέγα Γεωργίου έχων αδελόν ονόματι Ανδρέα» «του προικοτάζει όλα εκείνα όπου είς το πρώτον του προικοσύμφωνον διαλαμβάνει με όλαις ταις κοντετζιώνες. Ο Ιωάννης Καραντζίας με τη σύζυγό του Μαρκάζενα δίδουν στην κόρη του Κατερίνα δύο εικόνες …» (ΕΒΕ, Ξ 664).

Με το προικοσύμφωνο τούτο μας γίνεται γνωστός ο χωρεπίσκοπος Βαλέντζας, που υπήρξε και ηγούμενος της Μονής Αγίου Γεωργίου στο Μεροβίγλι. 

–1750. Το 1750 Ιερομόναχος και καθηγούμενος στον Αγ. Γιώργη Νάουσας ο Φιλόθεος Βαλέντζας.

–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου 1755 μαρτυρείται ο Περούλης και Ιωάννης Βελέντζας από την Παροικιά. 

–1816. Με επιστολή του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλου ΣΤ’ στις 19 Αυγούστου 1816, προς τον μητροπολίτη Παροναξίας Ιερόθεο Α’ και τους προκρίτους της Νάουσας επισημαίνει ότι το μονύδριο του Αγίου Γεωργίου στο Μεροβίγλι, σύμφωνα με την κτητορική διαθήκη του Τζανάκη Βαλέντζα, ανήκει στους κληρονόμους της πρεσβυτέρας Μαρκεζίνας αδερφής του Τζανάκη Βαλέντζα, και όχι στον Φώτη Πανά.

–1820. Σε προικοσύμφωνο στις 16 Ιανουαρίου 1820 αναφέρεται ο Τζανής Βαλέντζας η γυνή του Μαρία και η θυγατέρα του Κυριακή, ζητεί δια αυτήν ο κυρ Αναστάσιος Πιέρος Ιθακίσιος για γυναίκα του. «Ο Τζανής Βαλέντζας δίδει στη Μαρία, την κόρη του, διά χάριν προικός ένα εικόνισμα τον Ευαγγελισμό», «ο Πιέρος Ιθακήσιος δεν προσφέρει εικόνες».. Ο σακελλάριος Ραγκούσης Ιωάννης υπογράφει προικοσύμφωνο για λογαριασμό του Τζανή Βαλέντζα και της γυναίκας του. (ΓΑΚ, 214 50-ΕΑΙΕΔ 8 (1958) 185)

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (συμπεριλαμβάνεται και ο Κώστος), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 34χρονος φούρναρης Νικόλαος Τζ. Βαλέντζας, ο 27χρονος εργάτης Αντώνιος Τζ. Βαλέντζας, ο 30χρονος εργάτης Παναγιώτης Ν. Βαλέντζας, ο 36χρονος ποιμήν Βαλέντζας Εμμανουήλ, ο 28χρονος εργάτης Βαλέντζας Φραγκίσκος, ο 53χρονος  ποιμήν Ιωάννης Αν. Βελέντζας, ο 50χρονος γεωργός Γεώργιος Ανδ. Βαλέντζας και ο 33χρονος εργάτης Μ. Αν. Βαλέντζας.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Κώστου του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 50χρονος γεωργός Βαλέντσας Γεώργιος του Ανδρέα, ο 33χρονος εργάτης Μπατίστας Αν. Βαλέντσας και ο 53χρονος ποιμήν Ιωάννης Αν. Βελέντσης.

–1871. Στις 18 Νοεμβρίου 1871 ο 22χρονος βυρσοδέψης από την Πάρο Ζαννής Βαλέντζας του Αντωνίου και της Μαριγώς, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Σύρο Αναστασία Ψιχάκη, του Εμμανουήλ και της Καλλιρόης.

–1877. Στις 29 Ιουνίου 1877 ο παριανός εργάτης Ιωάννης Βελέντζας 30 ετών και η γυναίκα του Περσεφόνη Ρήγα κάτοικοι Σύρου δηλώνουν τον θάνατο της κόρης τους Μαριγώ 18 μηνών κάτοικος Ερμούπολης. Ασθένεια: Διάρροια.

–1882. Δεξιά, στο μέσον περίπου του ναού του Αγίου Παντελεήμονα στον Κώστο, βρίσκεται ξυλόγλυπτος αρχιερατικός θρόνος, σύγχρονος, με παλαιά όμως εικόνα του δεσπότου Χριστού. Στο κάτω μέρος της εικόνας η επιγραφή: «Δι εξόδων Ιωάννου Φ. Βελέντζα αωπβ (=1882)».

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο Βαλέντζας Ζαννής του Αντωνίου 38 ετών, εργάτης, κάτοικος Σύρου. Βαλέντζας Ιωάννης του Αντωνίου 30 ετών, γεωργός. Βαλέντζας Γεώργιος του Παναγιώτη, 40 ετών, εργάτης, Βαλέντζας Βασίλειος του Αντωνίου 25 ετών, γεωργός, Βαλένζας Εμμανουήλ του Αντωνίου ετών 24, Στρατιώτης.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο Βελέντζας Αντώνιος του Ζαννή, 62 ετών, γεωργός και ο Βελέντζας Στυλιανός του Νικολάου, 36 ετών, αρτοποιός, κάτοικος Σύρου.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο του Κώστου του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι: Βαλέντζας Αντώνιος του Ιωάννη, 78 ετών, κηπουρός από τον Κώστο, κάτοικος Σίφνου, Βαλέντζας Αθανάσιος του Ιωάννη, 47 ετών, οινοπώλης από τον Κώστο, κάτοικος Αθήνας, Βαλέντζας Ιωάννης του Φραγκίσκου, 46 ετών, εργάτης από τον Κώστο, Βαλέντζας Ιωάννης του Γεωργίου, ετών 52, κτηματίας από τον Κώστο, Βαλέντζας Ιωάννης του Αντωνίου, 38 ετών, εργάτης από τον Κώστο, κάτοικος Σίφνου, Βαλέντζας Μπατίστας του Ανδρέα, ετών 71, εργάτης από τον Κώστο και Βαλέντζας Φραγκίσκος του Ιωάννη, 47 ετών, κηπουρός από τον Κώστο.

–1884. Το 1884 γεννιέται ο Βελέντζας Μιχαήλ του Ιωάννη.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Βελέντζας Αντώνιος του Ζαννή, ετών 64, γεωργός από τη Νάουσα, Βαλέντζας ....ης, του Αντωνίου, 32 ετών, γεωργός από τη Νάουσα, Βαλέντζας Στυλιανός του Νικολάου, 38 ετών, αρτοποιός από τη Νάουσα, κάτοικος Σύρου, Βαλέντζας Βασίλειος του Αντωνίου, 27 ετών, γεωργός από τη Νάουσα, Βαλέντζας Εμμανουήλ του Αντωνίου, 26 ετών, στρατιώτης, από τη Νάουσα, Βαλέντζας Αντώνιος του Ιωάννη, 80 ετών, κηπουρός από την Κώστο, κάτοικος Σίφνου, Βαλέντζας Αθανάσιος του Ιωάννη, 49 ετών, οινοπώλης από τον Κώστο, κάτοικος Αθήνας, Βαλέντζας Ιωάννης του Φραγκίσκου, 48 ετών, εργάτης από τον Κώστο, Βαλέντζας Ιωάννης του Γεωργίου, ετών 54, κτηματίας από τον Κώστο, Βαλέντζας Ιωάννης του Αντωνίου, 40 ετών, εργάτης από τον Κώστο, κάτοικος Σίφνου, Βαλέντζας Μπατίστας του Ανδρέα, ετών 73, εργάτης από τον Κώστο και Βαλέντζας Φραγκίσκος του Ιωάννη, 49 ετών, κηπουρός από τον Κώστο.

–1885. Στις 17 Οκτωβρίου 1885 ο 48χρονος βαστατζής από την Πάρο Ιωάννης Βελέντζας, του Φραγκίσκου και της Ειρήνης, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 35χρονη από την Σύρο Αικατερίνη Μάντακα, του Μιχαήλ και της Αγγερούκας.

–1887. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 41χρονος αρτοποιός Ζαννής Βελέντζας, άγαμος. Έδωσε όρκο στις 27 Ιανουαρίου 1887.

–1888. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 43 ετών Πέτρος Εμμ. Βελέντζας έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 27 Ιανουαρίου 1888.

–1893. Στις 20 Ιουνίου 1893 η παριανή Βελέντζα Μαρία 42 ετών [θεία] κάτοικος Σύρου δηλώνει τον θάνατο του ανιψιού της Ηλιόπουλος Στυλ. Αναστάσιος 3 μηνών κάτοικο Ερμούπολης. Μητέρα θανόντος Μαρουσώ Βελέντζα Δραγάζη. Ασθένεια: Γαστρεντεριτικός κατάρρους.

–1893. Στις 3 Ιουλίου 1893 ο παριανός Πέτρος Βελέντζας 45 ετών κάτοικος Σύρου και η γυναίκα του Μαρία Ρόδενα δηλώνουν τον θάνατο της κόρης τους Ελένη 2 μηνών κάτοικο Ερμούπολης. Ασθένεια: Εντερίτις οξεία.

–1893. Το 1893 γεννιέται ο Βελέντζας Φραγκίσκος του Ιωάννη μηχανικός κάτοικος κοιν. Κώστου.

–1903. Στις 14 Νοεμβρίου 1903 ο 33χρονος αρτοποιός από την Πάρο Ιάκωβος Χαμηλοθώρης του Νικολάου και της Αικατερίνης Βελέντζα [κάτοικοι Πάρου], παντρεύεται στην Ερμούπολη την 18χρονη από την Πάρο Ελπίς Γιαννίτση, του Κωνσταντίνου και της Κυριακής Διαλινού [κάτοικοι Πάρου].

–1907. Το 1907 γεννιέται στη Νάουσα Μαρία Βελέντζα του Ιωάννη.

–1912. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 27χρονος λεμβούχος Μιχαήλ Ζαννή Βελέντζας, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 29 Ιανουαρίου 1912.

–1915. Το 1915 γεννιέται η Βελέντζα Ζαμπέτα του Κωνσταντίνου, κάτοικος Νάουσας Πάρου μετέπειτα σύζυγος του Μπατιστάτου Κωνσταντίνου. 

–1925. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 2 Δεκεμβρίου 1925, είναι εγγεγραμμένος ο Μιχαήλ Ιωάννη Βελέντζας, ετών 41, γεωργός, έγγαμος.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Βελέντζας Ιωάννης του Μάρκου γεωργός, κάτοικος κοιν. Κώστου.

–1932. Το 1932 γεννιέται ο Βελέντζας Εμμανουήλ του Μιχαήλ.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 62χρονος κάτοικος Νάουσας, Βελέντζας Μιχαήλ του Ιωάννη, εργάτης και ο 68χρονος κάτοικος Νάουσας, Βελέντζας Κωνσταντίνος  του Νικολάου, ναυτικός, ο 26χρονος έμπορος Νικόλαος Βελέντζας του Κωνσταντίνου, ο 26χρονος εργάτης Βελέντζας Ελευθέριος του Βασιλείου και ο 29χρονος εργάτης Βελένζας Αντώνιος του Βασιλείου.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Μάρπησσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 57χρονος Βελέντζας Μιχαήλ του Ιωάννη εργάτης.

–1947. Στις 20 Ιουνίου 1947, το στο Κοινοτικό Συμβούλιο Κώστου συμμετέχει και ο Μάρκος Ι. Βελέντζας.

–1950. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 19 Αυγούστου 1950, υπάρχει εγγεγραμμένη η Μαρία Βελέντζα, όνομα πατέρα Κωνσταντίνος Βελέντζας.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Θεοφίλη Αργυρώ, όνομα συζύγου Κωνσταντίνος, όνομα συζύγου Νικόλαος, όνομα πατρός Κωνσταντίνος Βελέντζας και η Βελέντζα Ευαγγελία, όνομα συζύγου Αντώνιος, όνομα πατρός Νικόλαος Βεντουρής.

–1959. 5 Απριλίου 1959. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΚΛΟΓΩΝ ΝΑΟΥΣΗΣ

Ψηφίσαντες 582 άκυρα 3

Συνδυασμός «ΕΞΩΡΑΪΣΜΟΣ» υπό του κ.κ. Σταύρον Κορτιάνον ψηφοδέλτια 325.

Εκλέγονται 4 οι εξής: Κορτιάνος Στ. σταυροί προτιμήσεως 227, Μπαφίτης Γ. Πέτρος 104, Μαλαματένιος Ν. Λεονάρδος 62 και Βελένζας Νικόλαος 58.

Συνδυασμός «ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ» υπό τον κ. Δημ. Καρποδίνην ψηφοδ. 153. Εκλέγονται δύο: Καρποδίνης Δ. με 127 και Βιτσαδάκης Παναγ. 37.

Συνδυασμός «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΣ» ψηφοδ. 108. Εκλέγεται ο αρχηγός του Συνδυασμού και νυν Πρόεδρος της Κοινότητος κ. Αντώνιος Σιφναίος με ψήφους 72.

ΤΑ ΦΑΙΔΡΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΕΙΣ ΝΑΟΥΣΑΝ

Εις τας Κοινοτικάς εκλογάς εν Ναούση υπέβαλον υποψηφιότητα 35 υποψήφιοι διεκδικούντες τας 582 ψήφους εις έκαστον των οποίων αντιστοιχούσι 16 ψηφοφόροι!

Την ορθήν κρίσιν εις τους 35, οι πλείστοι των οποίων υπέβαλον υποψηφιότητα δια καθαρώς προσωπικούς και εγωιστικούς λόγους, έδωσε ψηφοφόρος, όστις αντί ψηφοδελτίου έρριψεν εις την ψηφοδόχον την «ΦΩΝΗΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ»

Είθε η «ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ» να εισέλθη πραγματικά εις τα ώτα των μη ακουόντων Ναουσαίων ίνα μη συμβούν παρόμοιαι ανοησίαι εις μελλούσας Κοινοτικάς εκλογάς.

–1964. Κοινοτικαί Εκλογαί 5 Ιουλίου 1964. Εις ΝΑΟΥΣΑ: Κατήλθον 2 συνδ. ο εις υπό τον Πρόεδρον της Κοινότητος και ο έτερος υπό τον κ. Στ. Κορτιάνον. Υπερεψήφισεν ο πρώτος και το Κ.Σ. καταρτίσθη ως ακολούθως: Πρόεδρος ο κ. Νικ. Βελέντζας και μέλη οι κ.κ. Π. Γ. Μπαφίτης, Σαβ. Σιφναίος, Ανδρ. Καούνης, Γ. Κ. Ρούσσος, Στ. Κορτιάνος και Λεον. Αιγινήτης.

–1973. Σε σχολικές εκδηλώσεις στην Παροικιά, στις 9 Ιουλίου 1973 διακρίνεται ο Φραγκίσκος Βελέντζας.

 

Βελισάριος: Βλέπε Βελισσάριος


–Βελισσάριος ή Βαλισάριος: Επίθετο παρατσούκλι και σημαίνει παλικάρι. Ίσως πρόσφυγες.

–1823. Σα δημοτολόγια Παροικίας του 1823 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 22χρονος Βελισάριος Ιωάννης.

–1835. Σε ομαδικό έλεγχο του δημοτικού σχολείου Πάρου του 1835, υπάρχει εγγεγραμμένος η μαθήτρια Βελισάριου Ιω. Αικατερίνη.

–1839. Μάρτυρας σε έγγραφο το 1839 Ιωάννης Βελισσάριος, έμπορος Παροικιάς.

–1847. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 46χρονος καφεπώλης Ιωάννης Βελισάριος.

 

Βελιώτης:

–1861. Τζιπίδος 1861, Ιουλίου 11. «Ενοικίαση κτημάτων». Ο συμβολαιογράφος Πάρου Γεώργιος Σίμωνος [Σίμου] Δελαγραμμάτης, ο οποίος είχε το γραφείο του στον Τζιπίδο, ενώπιον των μαρτύρων Σπυρίδωνος Ασωνίτου, ναυτικού και Σταματίου Μελανίτου, μυλωνά, συντάσσει το κατωτέρω Ενοικιαστήριον, διά του οποίου ωμολόγησε ο Ιωάννης Ελευθερίου Τζιώτης, σκυτοτόμος, ότι με βάση δικαστικές πράξεις «των εν Σύρω Πρωτοδικών» διορίσθηκε επιτροποκηδεμών του Ιωάννου Γ. Τζιώτη, «ανηλίκου τέκνου του αποβιώσαντος Γεωργίου Τζιώτη», και ενοικιάζει, ως εκ τούτου, στον Αντώνιο Παντελαίο τα κτήματα που άφησε ο μακαρίτης στον ανήλικο γιό του, για επτά χρόνια (1861-1868), αντί 40δρχ. κατ’ έτος. Ακολουθεί η αναγραφή των ακινήτων (χωράφια και αμπέλια) που βρίσκονατι στον Λογαρά και στο Μερσίνι, εν όλω πέντε.

Τα ανωτέρω γειτονεύουν με το αμπέλι του εφημέριου του χωριού παπα-Γεωργίου Καραμιτζοπούλου και με ψαρόγα του Ιωάννου Μιχ. Τζαντουλή και Δημητρίου Βελιώτη.

Στο τέλος του κειμένου μνημονεύεται ότι «το ποσόν της ενοικιάσεως οφείλει ο ενοικιαστής να πληρώνει ετησίως, παρελθούση δε της προθεσμίας υπόκειται εις τόκον υπερημερίας» ανά 12% κατ’ έτος. Η υπερημερία είναι η παρέλευσις ταχθείσης προθεσμίας: η μη εμπρόθεσμος εκπλήρωσις υποχρεώσεως τινος». ΠΑΡΙΑΝΑ 159.

 

Βέλκος: Καταγωγή από τη Ρούμελη. Κάτοικος Νάουσας.

–1821. Οι υπογεγραμμένοι στρατιώτες υπόσχονται να ακολουθήσουν τον Φιλικό Παναγιώτη Δ. Δημητρακόπουλο και να απέλθωσιν εις Πελοπόννησο για να ενωθούν υπό τις οδηγίες του εκ λαμπρότατου Πρίγκηπος Δημήτριο Υψηλάντη ελληνικών στρατευμάτων. Εις βεβαίωση υπογράφονται Νάουσα Πάρου τη 20 Αυγούστου 1821, Βασίλειος Βέλκος Ρουμελιώτης.

 

Βενέρης: Βλέπε Βενιέρης


Βενιέρης ή Βενέρης Venier: Το επώνυμο Βενιέρης ή Βενέρης παρουσιάζει στην Πάρο ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον, επειδή συνδέεται ονομαστικά με τον παλαιό βενετικό πατρι­κιάριο οίκο Venier, μέλη του οποίου κυβέρνησαν την Πάρο κατά τον 16ο αιώνα. Η σύνδεση αυτή όμως χρειάζεται προσοχή: η ύπαρξη του ίδιου επωνύμου δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει ότι όλοι οι μεταγενέστεροι Παριανοί Βενιέρηδες κατάγονται από τον συγκεκριμένο ηγεμονικό κλάδο.

Οι Venier στην Πάρο

Η σχέση της οικογένειας Venier με την Πάρο αρχίζει επίσημα το 1520. Η Fiorenza Sommaripa, χήρα του Zuan Francesco Venier και κληρονόμος της Πάρου, αναγνωρίστηκε από τη Βενετία ως νόμιμη κληρονόμος και παρέδωσε την εξουσία στον γιο της Nicolò Venier. Έτσι η Πάρος πέρασε στον βενετικό οίκο Venier.

Ο Nicolò Venier κυβέρνησε μέχρι τον θάνατό του το 1531. Επειδή δεν άφησε επιζώντα νόμιμο διάδοχο, η κληρονομική διαμάχη κρίθηκε τελικά υπέρ της αδελφής του Cecilia Venier και του συζύγου της Bernardo Sagredo, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν από τη Βενετία ως κύριοι της Πάρου.

Το 1537 ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα κατέλαβε την Πάρο. Η Cecilia Venier και ο Bernardo Sagredo υπερασπίστηκαν το κάστρο του Κεφάλου, αλλά τελικά αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Η κατάληψη του Κεφάλου σηματοδότησε το τέλος της ενετικής εποχής στην Πάρο.

Το μεγάλο ερώτημα της μεταγενέστερης οικογένειας

Εδώ βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον σημείο της έρευνας.

Η ανδρική γραμμή του Nicolò Venier, του ηγεμόνα της Πάρου, δεν μπορεί σήμερα να συνδεθεί γενεαλογικά με τους Βενιέρηδες που εμφανίζονται αργότερα στο νησί. Ο γιος του Andrea Venier πέθανε πριν από τον πατέρα του και ο Nicolò δεν άφησε νόμιμο αρσενικό διάδοχο.

Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να γράψουμε ως αποδεδειγμένο γεγονός ότι οι Βενιέρηδες της Πάρου των επόμενων αιώνων είναι απευθείας απόγονοι του Nicolò Venier.

Ωστόσο, ο οίκος Venier ήταν πολύ ευρύτερος και είχε πολλούς κλάδους στον βενετικό χώρο, στην Κρήτη, στα Κύθηρα και αλλού. Το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών καταγράφει, μεταξύ άλλων, οικόσημα μελών του οίκου Venier στην Κρήτη και την Τήνο.

Επομένως, η πιθανότητα να υπήρξε άλλος κλάδος Venier που συνδέθηκε με την Πάρο δεν μπορεί να αποκλειστεί, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί η απαραίτητη γενεαλογική γέφυρα.

Το οικόσημο της Νάουσας

Ιδιαίτερη σημασία έχει ένα οικόσημο της οικογένειας Βενιέρη στη Νάουσα, το οποίο η παριανή καταγραφή τοποθετεί σε οικία της Νάουσας και χρονολογεί στον 16ο αιώνα. Η περιγραφή είναι: «Έξι τελαμώνες σε τρεις σειρές.»

Το στοιχείο αυτό αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα όταν συγκριθεί με την εραλδική παράδοση του οίκου Venier. Το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών καταγράφει αυθεντικά οικόσημα του οίκου Venier σε Κρήτη και άλλες περιοχές και τα ταυτίζει με μέλη του βενετικού πατρικιακού οίκου.

Οι πρώτες ασφαλείς μαρτυρίες στην Πάρο

Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο μετά την κατάληψη του 1537 είναι πάντως πολύ παλιά και τεκμηριωμένη.

Σε έγγραφο της Παροικιάς, της 22ας Ιουλίου 1602, εμφανίζεται: «+διάκονος Βενιέρης μαρτυρώ τα άνοθεν»

Μόλις είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, στο ξωκλήσι της Δευτέρας Παρουσίας, στην Πέρα Μεριά απέναντι από την Παροικιά, βρίσκεται η επιγραφή: «1627 Ν(ι)Κ(ό)Λ(αος) ΒΕΝΕΡΗΣ»

Η παράδοση της οικογένειας συνδέει το εκκλησάκι με τους Βενιέρηδες από τον 17ο αιώνα.

Οι μαρτυρίες αυτές είναι ιδιαίτερα σημαντικές, επειδή το επώνυμο εμφανίζεται στην Πάρο μόλις λίγες δεκαετίες μετά την κατάλυση της ηγεμονίας των Venier.

Μια οικογένεια με ισχυρή παρουσία στην παριανή κοινωνία

Το 1675, σε επιστολή των κατοίκων της Νάουσας προς τον Γάλλο πρεσβευτή, υπογράφει ο «Ανεγνώστης Βενιέρης».

Το 1688 εμφανίζεται ο ιερέας Πέτρος Βενιέρης.

Κατά τις πρώτες δεκαετίες του 18ου αιώνα συναντούμε τους Νικόλαο, Ιωάννη Κωνσταντίνου και Νικήτα Βενιέρη, ενώ από το 1723 και για πολλά χρόνια εμφανίζεται στα κοινοτικά πράγματα της Παροικιάς ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης.

Σε έγγραφο του 1731 διαβάζουμε: «...σύμπλιος ευλαβέστατος παπά-Αντώνης Νικήτας Βενιέρης...»

Η παρουσία τους δεν περιορίζεται στην Παροικιά. Οι Βενιέρηδες εμφανίζονται σε κτηματικές και κοινοτικές πράξεις της Νάουσας και άλλων παριανών περιοχών.

Έτσι, ήδη από τον 17ο αιώνα και καθ’ όλο τον 18ο, διακρίνεται μια οικογένεια με εκκλησιαστική, κοινωνική και οικονομική παρουσία στην Πάρο.

Από τον 19ο αιώνα στη νεότερη οικογένεια

Η παρουσία συνεχίζεται και στον 19ο αιώνα. Το 1821, ο Μανώλης Βενιέρης συγκαταλέγεται στους πρώτους Παριανούς που συμμετείχαν στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας.

Σε προικοσύμφωνο της 25ης Ιανουαρίου 1825 αναφέρεται: «Προικοσύμφωνο κυρίας Σμαραγδής κόρη ποτέ Μιχαλάκη Βενιέρη»

ενώ σε έγγραφο του 1826 εμφανίζεται ο Ιωάννης Βενιέρης ως σύμπλιος σε οικίες στον Ποταμό της Παροικιάς.

Η οικογένεια εξακολουθεί να εμφανίζεται και στη νεότερη εποχή. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Λεωνίδα Γ. Βενιέρη, ο οποίος γεννήθηκε στη Φολέγανδρο το 1834 και αργότερα εγκαταστάθηκε στην Πάρο, όπου άσκησε επί δεκαετίες το επάγγελμα του ιατρού.

Η Casa Rossa στο Σαρακίνικο

Με τον Λεωνίδα Βενιέρη συνδέεται και η γνωστή Casa Rossa στο Σαρακίνικο.

Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση: το σπίτι δεν χτίστηκε αρχικά από τους Βενιέρηδες. Σύμφωνα με την τοπική καταγραφή, η οικία ανεγέρθηκε το 1822 από τον Αντώνιο Ελ. Χαμάρτο. Αργότερα πέρασε στον Λεωνίδα Βενιέρη μέσω του γάμου του με την Ολυμπιάδα Χαμάρτου, ως μέρος της οικογενειακής περιουσίας και προίκας.

Έτσι η Casa Rossa αποτελεί πλέον ένα χαρακτηριστικό νεότερο μνημείο της παρουσίας των Βενιέρηδων στην Πάρο, συνδέοντας την οικογένεια με μία από τις παλαιότερες παριανές οικογένειες του 19ου αιώνα.

Τι μπορούμε τελικά να πούμε για την καταγωγή;

Τα διαθέσιμα στοιχεία επιτρέπουν ένα ασφαλές συμπέρασμα:

Το επώνυμο Βενιέρης/Βενέρης έχει στην Πάρο πολύ παλιά και καλά τεκμηριωμένη παρουσία, τουλάχιστον από το 1602, ενώ υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις που το συνδέουν εραλδικά με τον παλαιό βενετικό οίκο Venier. Το οικόσημο της Νάουσας, ιδιαίτερα, παρουσιάζει αξιοσημείωτη αντιστοιχία με την εραλδική παράδοση του οίκου.

Παράλληλα, η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο από τις αρχές του 17ου αιώνα, η διαδοχή εκκλησιαστικών και κοινοτικών προσώπων κατά τον 17ο και 18ο αιώνα και η συνέχισή του στους νεότερους χρόνους δείχνουν μια παλιά και βαθιά ριζωμένη παριανή οικογένεια.

Αυτό που δεν έχει ακόμη αποδειχθεί είναι η ακριβής γενεαλογική γέφυρα ανάμεσα στους Βενιέρηδες που εμφανίζονται στην Πάρο μετά το 1600 και στον συγκεκριμένο ηγεμονικό κλάδο των Nicolò και Cecilia Venier, που κυβέρνησε το νησί από το 1520 έως το 1537.

Και ακριβώς αυτή η εκκρεμότητα κάνει την ιστορία των Βενιέρηδων της Πάρου ακόμη πιο ενδιαφέρουσα: τα τεκμήρια δείχνουν μια πολύ παλιά σχέση με το νησί, αλλά η τελική γενεαλογική σύνδεση με τον βενετικό οίκο παραμένει ένα ιστορικό ερώτημα που χρειάζεται ακόμη αρχειακή έρευνα.

Πηγές – συνοπτικά

·        Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων / Υπουργείο Πολιτισμού – ιστορία της Πάρου και η κατάληψη του Κεφάλου το 1537 από τον Μπαρμπαρόσα.

·        William Miller, The Latins in the Levant και παλαιότερη γενεαλογική/ιστορική βιβλιογραφία για τους Venier και την Πάρο.

·        Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών – Πανδέκτης / SearchCulture, για τα οικόσημα του οίκου Venier στην Κρήτη και την εραλδική παράδοση της οικογένειας.

·        «Παριανά ονόματα – επίθετα και οικόσημα», για το οικόσημο της Νάουσας και τις παριανές επιγραφές και αρχειακές μαρτυρίες των Βενιέρηδων.

·        Treccani, Dizionario Biografico degli Italiani, για την Cecilia Baffo και τη σχέση της με τον Nicolò Venier και την Πάρο.

–1518. Πεθαίνει το 1518 χωρίς απόγονο ο τελευταίος της δυναστείας των Σομμαρίπα. Η Βενετία αποφασίζει να τον διαδεχτεί η αδερφή του Fiorenza, παντρεμένη με τον Giovanni Francesco Venier. Έτσι με το γιός τους αρχίζει μια νέα δυναστεία των Βενιέρηδων στην Πάρο το 1520.

–1520. Το 1520 ξεκινάει η Δυναστεία Βενιέρη στην Πάρο. Τζιοβάνι Βενιέρη Nicolo BVenier έως το θάνατό του το 1531.

–1520. Oι Βενιέρηδες κράτησαν το Δουκάτο της Πάρου έντεκα χρόνια, δηλαδή από το 1520 ως το 1531. Το 1520, όταν ο τελευταίος πέθανε άκληρος Σομμαρίπα, η Βενετία, προστάτης του νησιού, ανέγνωσε για νόμιμο κληρονόμο του την Φλωρεντία Σομμαρίπα, γυναίκα του άρχοντα των Κυθήρων Βενιέρι. Η Φλωρεντία, κατά το έθιμο της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, σαν αδελφή του Σομμαρίπα, ήταν και η νόμιμη κληρονόμος του νησιού. Έτσι η Πάρος πέρασε στους Βενιέριδες.

–1531. Το 1531 η Βενετία αναγνωρίζει ως κληρονόμο της Πάρου την Καικκιλία Βενιέρι, γυναίκα του Βενετσιάνου Μπενάρντο Σαγκρέντο, που ο ηρωισμός του στην άμυνα του νησιού εναντίον των Τούρκων είναι μια από τις τελευταίες σελίδες της Φραγκοκρατίας του Αιγαίου.

–1535. Η Καικιλία (αδερφή του Νικολό Β’ Βενιέρη) και ο Βερνάρδος Σαγκρέδος, τελευταίοι Βενετοί ηγεμόνες της Πάρου και υπερασπιστές του κάστρου του Κεφάλου, όπου γράφτηκε η τελευταία ηρωική σελίδα της Ενετοκρατίας στην Πάρο το 1537.

–1537. Το 1537, το νησί ανήκε στη Σερίλια Βενιέρ, που είχε παντρευτεί τον Μπερνάρ Σαγκρέντο. 

–1537 Η άλωση του κεφάλου από τον Χαϊμεντήν Μπαρμπαρόσα. Μαζί και η Καικιλία Βενιέρη, η γυναίκα του ευπατρίδη Σαγρέρου, που σύμφωνα με την παράδοση, γκρεμίστηκε από το Κάστρο.

–1566. Καταλύεται το Δουκάτο του Αιγαίου επί Σελήν Β’ (1566-1574) σύζυγος της Καικιλίας Βενιέρη, κόρη του βενετού ηγεμόνα Nicolo BVenier, και ανιψιάς της συνονόματης της Καικιλίας Βενιέρη, συζύγου του Βερνάρδου Σαγρέδου.

–1580. Το 1580 ο Μουράτ Γ’ έδωσε αρκετά προνόμια στους νησιώτες. Σ’ αυτό συνετέλεσε και στο ότι η μητέρα του Μουρλατ ήταν παριανή. Ως σκλάβα είχε μεταφερθεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου εκεί έγινε γυναίκα του Σελίμ Β’ και ως σουλτάνα είχε ενδιαφερθεί για την τύχη των συμπολιτών της. Καλούνταν Καικιλία Βενιέρη ή Νούρ Μπανού (γυναίκα του φωτός).

–1602. Έγγραφο Παροικιάς, 22 Ιουλίου 1602 «+διάκονος Βενιέρης μαρτυρώ τα άνοθεν».

–1627. Στην οικογένεια Βενιέρη ανήκε από τον 17ο αιώνα το ξωκλήσι της Δευτέρας Παρουσίας που υπάρχει μέχρι σήμερα στην απέναντι ακτή του κόλπου της Παροικιάς, τοποθεσία Πέρα Μεριά. Στο ανώφλιο του πλαγίου παραθύρου η επιγραφή «1627 Ν(ι)Κ(ό)Λ(αος) ΒΕΝΕΡΗΣ» (Ορλάνδος, ΑΒΜΕ Θ’ 1961).

–1675. 15 Μαΐου 1675. Σε επιστολή Ναουσαίων προς τον πρεσβευτή των Γάλλων, αιτώντας Καπουκίνους πατέρες  υπογράφει ο Ανεγνώστης  Βενιέρης.

–1688. Ο ιερέας Πέτρος Βενιέρης συντάσσει πωλητήριο Καστελλίου Παροικιάς, 13 Δεκεμβρίου 1688. 

–1710. Χωράφι στις Σωτήρες σύμπλιος Νικόλας Βενιέρης και χωράφι στα Θολά σύμπλιος Ιωάννης Κωνσταντίνου Βενιέρης.

–1716. Σε κληρονομικό δικαίωμα των συζύγων αναφέρεται στις 24 Ιανουαρίου 1716 ο μάρτυρας Νικήτας Βενιέρης.

–1718. Χωράφι στα Λειβάδια σύμπλιος Νικόλας Βενιέρης.

–1723. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 30 Ιανουαρίου 1723 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης.

–1724. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 13 Δεκεμβρίου 1724 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο χωροεπίσκοπος Παροικιάς Βενιέρης.

–1725 στο βενετικό φρούριο του Αγίου Αντωνίου στα Κεφαλομάρμαρα (Μάρμαρα) όπου ζούσε και ο Νικόλαος Μαυρογένης, κτηματίας της περιοχής είναι ο πρίγκιπας Βενιέρι που υπερασπίστηκε με μεγάλη γενναιότητα απέναντι στον Μπαρμπαρόσα, παραδόθηκε λόγο λιμού.

–1729. Σε κληρονομικό δικαίωμα των συζύγων αναφέρεται στις 11 Οκτωβρίου 1729 ο Ιωάννης Κώστα Βενιέρης.

–1730. Αμπέλι Λυγαριώτισσα σύμπλιος Νικήτας Βενιέρης και αμπέλι Καλαμαυχά σύμπλιος Νικήτας Βενιέρης.

–1730. Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου του κοινού της Παροικιάς στην Κωνσταντινούπολης στις 28 Ιανουαρίου 1730 αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης.

–1730. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 12 Νοεμβρίου 1730, αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Παροικιάς Βενιέρης.

–1731. Σε έγγραφο Παροικιάς 11 Φεβρ. 1731 «έτερον χωράφι στο Κρωτήρι, έχει μέσα την εκκλησίαν Αγίους Αναργύρους, σύμπλιος ευλαβέστατος παπά-Αντώνης Νικήτας Βενιέρης...».

–1731. Σε δημόσιο πλειστηριασμό του κοινού της Παροικιάς, σε πρακτικό Γενικής Συνέλευσης της 1 Μαρτίου 1731 μαρτυρείται ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης.

–1731. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 6 Δεκεμβρίου 1731, αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης.

–1732. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4 Ιανουαρίου 1732, αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης.

–1733. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4 Ιανουαρίου 1733, αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης και ο παπά Αντώνης Βενιέρης.

–1733. Σε δημόσιο πλειστηριασμό του κοινού Παροικιάς στις 20 Ιουνίου 1733, αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης.

–1733. Σε έγγραφο Παροικιάς για μαρτυρία του θανάτου του Δοτόρε Κοντίλλη Κ. Γεωργίου αναφέρεται στις 25 Οκτωβρίου 1733 ο Χωροεπίσκοπος Βενιέρης.

–1733. Πρακτικό εκλογής απεσταλμένων του κοινού της Νάουσας στην Κωνσταντινούπολη στις 26 Οκτωβρίου 1733 αναφέρεται ο σακελλίου Βενιέρης

–1734. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 18 Ιανουαρίου 1734, αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης.

–1734. Στις 24 Φεβρουαρίου 1734, οι προεστοί και επίτροποι του κοινού Παροικιάς Πάρου, με συστατικό γράμμα βεβαιώνουν ότι ο κάτοικος του νησιού τους, γαλλικής καταγωγής, Γιόζε Ντάλες, δια της βίας και παρά τη θέλησή του συνεργάστηκε με ξένους πειρατές, ένας εκ αυτών είναι ο παπά Αντώνης Βενιέρης.

–1734. Ο ιδιοκτησία του ιερέως, σκευοφύλακος Ντε Φεράρη. Στο προικοσύμφωνο Παροικιάς 8 Ιουλίου 1734 αναφέρεται ο χοροπίσκοπος Βενιέρης.

–1734. Ο ιδιοκτησία του ιερέως, σκευοφύλακος Ντε Φεράρη. Στο προικοσύμφωνο Παροικιάς 8 Ιουλίου 1734 αναφέρεται ο Χουσάκης με ένα αμπέλι εις το Χοριδάκι σιμπλίος Νικολός Ντουλουφής ένα χωράφι εις του Θολα σιμπλιος Ιωάννη Βενιέρη.

–1734. Απόφαση του κοινού της Παροικιάς για επαναπατρισμό συμπατριωτών τους (λόγω της βαριάς φορολογίας από τους Τούρκους, με το οποίο τους καλούσε να επιστρέψουν στο νησί τους, δίνοντας την υπόσχεση για μείωση των φόρων τους) στις 16 Σεπτεμβρίου 1734, υπογράφει ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης.

–1736. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 22 Ιανουαρίου 1736, αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης.

–1736. Πρόσκληση επαναπατρισμού κατοίκων Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση του κοινού Παροικιάς, της 24 Φεβρουαρίου 1736, υπογράφει και ο χωροεπίσκοπος επίτροπος Βενιέρης.

–1737. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς την 1η Μαρτίου 1737 αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης και ο παπά Αντώνιος Βενιέρης.

–1737. Στις 21 Αυγούστου 1737 «αλλαξιά παπά Νικολάου Δαμασκηνού με τον Ιωάννη Βενιέρη και αμπέλι και χωράφι».

–1738. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς τον Μάρτιο του 1738 αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης.

–1739. Πρακτικό εκλογής κοινοτικών επιστατών του ναού της Εκατονταπυλιανής σε Γενική Συνέλευση του κοινού της Παροικιάς στις 10 Μαρτίου 1739 αναγράφεται ο παπα Αντώνης Βενιέρης.

–1739. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 14 Απριλίου του 1739 αναφέρεται ο χωρεπίσκοπος Βενιέρης αλλά και ο παπά Αντώνιος Βενιέρης.

–1739. Πρόσκληση επιστροφής προς τους ξενιτεμένους Παρίους στις 30 Αυγούστου 1739, υπογράφεται και από τον χωροεπίσκοπο Βενιέρη και ο παπά Αντώνης Βενιέρης

–1740. Σε δημόσιο πλειστηριασμό του κοινού Παροικιάς στις 12 Απριλίου 1740, αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Παροικιάς Βενιέρης.

–1741. Για την εκλογή απεσταλμένων στην Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Παροικιάς στη Γενική συνέλευση το 1741 αναφέρεται ο χωροπίσκοπος Βενιέρης.

–1741. Εκλογή προβλεπτών υγειονομικών μέτρων από το κοινό Παροικιάς Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της 2 Μαΐου 1741, υπογράφει και ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης και ο παπά Αντώνης Βενιέρης.

–1741. Τα κοινά της Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της 20 Ιουλίου 1741, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους άρχοντα Νικόλαου Μαυρογένη, εναντίων των συκοφαντών κατοίκων της Νάξου, οι οποίοι τον κατηγορούν για συνεργασία με τους πειρατές, υπογράφει και ο χωροεπίσκολος Βενιέρης.

–1741. Κατά τη Γενική Συνέλευση, της 18 Νοεμβρίου 1741, οι προεστοί και κοινοτικοί εκπρόσωποι της Παροικιάς Πάρου, αποφάσισαν να συλλάβουν, να φυλακίσουν και τέλος να εκτοπίσουν από το νησί τους τον συντοπίτη τους Ιωάννης Βασιλάκης, λόγω του σκανδαλώδους τρόπου της ζωής του και άλλων ανάρμοστων πράξεων. Υπογράφει ο χωροεπίσκοπος Βενιέρης.

–1742. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 1η Μαρτίου του 1742 αναφέρεται ο επίτροπος για ένα χρόνο ο χωρεπίσκοπος Βενιέρης.

–1747. Στη διαθήκη του σακελίου Βιτζαρά ιερέως Κωνσταντίου στις 30 Μαρτίου 1747 αναφέρεται ο αφέντης παπακυρ Αντώνης Βενιέρης.

–1750. Σε Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου των επτά κοινών της Πάρου (Παροικιάς, Νάουσας, Κεφάλου, Τζιπίδου, Λευκών, Μαρμάρων, Δραγουλάς) στην Κωνσταντινούπολη της 23 Αυγούστου 1750, μαρτυρείται ο ιερέας Παροικιάς Αντώνης Βενιέρης και ο σακελλίου Νάουσας Βενιέρης.

–1752. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Παροικιάς σε Γενική Συνέλευση στις 6 Σεπτεμβρίου 1752 μαρτυρείται ο παπά Αντώνης Βενιέρης.

–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου 1755 μαρτυρείται ο κάτοικος Δραγουλά Ιωάννης Βενιέρης.

–1813. Τον Ιούνιο του 1813 υπογράφει ο πρωτοπαπάς Νικήταε Βενιέρης το αβαντάριο της Ευαγγελίστριας.

–1816. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1816 υπογράφει έγγραφο στην Παροικιά ο πρωτόπαπας Βενιέρης Παροικιάς Βενιέρης.

–1818. Ο πρωτοπαπάς Νικήτας Βενιέρης αναφέρεται σε βεβαιωτικό έγγραφο περιουσίας της Ευαγγελίστριας , Παροικιά, 31 Μαρτίου 1818.

–1820. Στις 1 Απριλίου του 1820 αναφέρεται ο πρωτοπαπάς Παροικιάς Βενιέρης.

–1821. Εν της Πάρου τη 24 Απριλίου 1821 ο συμπατριώτης σας Παναγιώτης Δ. Δημητρακόπουλος Κάτωθεν της προκηρύξεως της απευθυνθείσης εις Νάουσα σημειώνονται τα ονόματα των πρώτων προσελθόντων για να συμμετέχουν εις τον ιερό υπέρ της ελευθερίας αγώνα: Μανώλης Βενιέρης κ.α.

–1822. Το μεγάλο και επιβλητικό αρχοντικό του Σιόρ Μιχελή Κρίσπη, Δημογέροντα και πληρεξουσίου, με τα υστεροαναγεννησιακά μαρμάρινα παράθυρα, δίπλα στην εκκλησία Σεπτεμβριανή, προικοδοτήθηκε στη Σύζυγό του Κατίγκω Ν. Μάτσα το 1822 από τη Μητέρα της Ραμπελιώ Ν. Μάτσα, γένος Νικολάου Ιωάν. Δελαγραμμάτη, καθώς και άλλα υποστατικά. Γόνοι του σιόρ Μιχελή Κρίσπη και της Κατίγκως Μάτσα-Δελαγραμμάτη είναι οι οικογένειες: Γιάννη Βας. Γράβαρη, Συμβούλου Επικρατείας, Φλωρίτσας Ψαλτάκη-Βλάχου, Νικολάου και Μιχαήλ Κρίσπη, Ρένας Κρίσπη-Λάζαρη (σημερινή ιδιοκτήτρια), Γιάννη Μαρινάκη, Ειρήνη Ρούσσου, η οικογένεια Τώλη Δημητρακόπουλου, αντιναυάρχου, Αγνής Δημητρακοπούλου-Βάγια, Γιάννη Βάγια, καθηγητή Εθν. Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Βασίλη Κατσουρού, Ρενέ Ζάννου, Ολυμπιάδος Βενιέρη – Αγγελοπούλου κ.α.

–1825. «Προικοσύμφωνο κυρίας Σμαραγδής κόρη ποτέ Μιχαλάκη Βενιέρη» Παροικιά, 25 Ιανουαρίου 1825. «Την σήμερον ήλθον εις συμβατικόν τρόπον υπανδείας η κυρία Μάλαμα (βαπτ.) σύζυγος ποτέ Μιχελάκη Βενιέρη μετά του κυρίου Νικολάου Χαλκιά και η μέν πρώτη δίδει στην κόρη της Σμαραγδή Βενιέρη διά βοήθειαν της την εικόνα της Δευτέρας Παρουσίας ανημένιαν με τα πορτέλα της εικόνας του Αγίου Χαραλάμπους, την εικόνα του Μέγα Ταξιάρχη Μιχαήλ» (ΓΑΚ, 215, 108r). Σύμφωνα με τον καθηγητή Ν.Χ. Αλιπράντη: Ως προς την εικόνα της Δευτέρας Παρουσίας, είναι η πρώτη που προσφέρεται σε μελλόνυμφο. Ο λόγος είναι ότι στην οικογένεια Βενιέρη ανήκε από τον 17ο αιώνα το ξωκλήσι  της Δευτέρας Παρουσία που υπάρχει μέχρι σήμερα στην απέναντι ακτή του κόλπου της Παροικιάς κοντά στα Λιβάδια. Στο ανώφλιο του πλαγίου παραθύρου η επιγραφή «1627 Ν(ι)Κ(ό)Λ(αος) ΒΕΝΕΡΗΣ» (Ορλάνδος, ΑΒΜΕ Θ’ 1961).

–1825. Πωλητήριο έγγραφο Παροικιάς, 22 Φεβρουαρίου 1825 αναφέρεται ο πρωτόπαπας Νικήτας Βενιέρης καθώς και οι θυγατέρες του Μαρουσάκι, Αναστασία και Ειρήνη..

–1826. Στη διαθήκη του Νικολάου Γ. Μπιζά (Παροικιά 13 Μαρτίου 1826) «δύω οσπίτια αγοράν του κατώγια εν τω μαχαλέ Ποταμώ σύμπλιος Ιωάννης Βενιέρης».

–1826. Σε πωλητήριο Παροικιάς, 2 Δεκεμβρίου 1826 φαίνεται η συγγενική σχέση των οικογενειών Ιορδάνη και Βενιέρη: «… ο κύριος Λαζαράκης ποτέ πρωτόπαπας Νικήτας Βενιέρης πωλεί προς την θεία του κυρίαν Καλητζάκην σύζυγον Παύλου Ιορδάνη το αμπέλιον».

–1827. «Προικοσύμφωνο Γεράσιμου Λεβαντόρου και της συμβίας αυτού Ευδοκίας» Παροικιά, 6 Φεβρουαρίου 1827. «Η Αγγέλικα χήρα Φραντζέσκου Βενιέρη δίδει στην ανιψιά της (από τον αδερφό της) Ευδοκία 4 εικόνες. (ΓΑΚ, 215, 116).

–1827, Η Μάλαμα (και Μάλαγμα) Μιχ. Βενιέρη στις 5 Οκτωβρίου 1827 συντάσσει τη διαθήκη της. Εκτός από την Σμαράγδα είχε γιό τον Ιωάννη Ρεΐρ που ήταν κοινός επίτροπος της Παροικιάς (ΓΑΚ, 218, 18ω)

–1830. Διαθήκη του Ιωάννη Μαυρίκη, Παροικιά, 7 Μαρτίου 1830 «αφήνει της θυγατέρας του Διάνης το χωράφι πλησίον ο κ. Ζαννάκης Στ. Καμπάνης και ο αποθανών πρωτόπαπας Νικήτας Βενιέρης.

–1830. Ο Γεώργιος Ιωάννου Βενιέρης είχε μεταναστεύσει στα Βαλκάνια το 1830.

–1831. Σε έγγραφο του 1831 αναφέρεται η Ευφροσύνη σύζυγος Ιωάννης Βενιέρης.

–1834. Το 1834 γεννιέται στην Φολέγανδρο ο ιατρός Πάρου Λεωνίδας Γ. Βενιέρης. Απεβίωσε στην Πάρο το 1906. Σύζυγός του (γάμος 1865) ο Ολυμπία Αντ. Χαμάρτου (1840). Απέκτησαν τον Γεώργιο Βενιέρη (Φολέγανδρος 1866 - Αθήνα 1927), την Μαρία Βενιέρη Βαρούχα (Φολέγανδρος 1867 - Πάρος 1946), την Αικατερίνη Βενιέρη Καρτέση (Φολέγανδρος 1868 -Αθήνα 1957), τον Ελευθέριο Βενιέρη (Φολέγανδρος 1872-Αθήνα 1952) σύζυγός του η Ελένη Π. Δημητρακοπούλου και ο Αριστόδημος Βενιέρης (Φολέγανδρος 1874 - Ρόδος 1941) ιατρός, σύζυγός του η Άννα Θεμ. Ολυμπίου.

ΚΑΖΑ ΡΟΣΣΑ στο Σαρακίνικο. Η πλάκα στον εξωτερικό τοίχο γράφει ότι ανεγέρθηκε το 1822 από τον Αντώνιο Ελ. Χαμαρτο. Ο Αντώνιος Ελ. Χαμαρτος ως Δήμαρχος Πάρου κάλεσε τον Λεωνίδα Βενιέρη που ήταν τότε γιατρός από την Φολέγανδρο να έρθει στο νησί να εκτελέσει χρέη δημοσίου γιατρού Πάρου και Αντιπάρου. Ο Λεωνίδας Βενιέρης δέχτηκε, μετακόμισε στην Πάρο και ο Αντώνιος Ελ. Χαμαρτος τον πάντρεψε με μια από τις κόρες του, την Ολυμπία. Το σπίτι στο Σαρακίνικο ήταν μέρος της προίκας που έδωσε ο Χαμαρτος στον Βενιέρη.

–1866. Γεννιέται στην Φολέγανδρο ο ιατρός και βουλευτής ΠαροναξίαςΓεώργιος Βενιέρης του Λεωνίδα και της Ολυμπιάς Α. Χαμάρτου. Σύζυγός του η Ευθαλπία Ησαΐα (1878). Τέκνα τους ο Ίων (1904), ο Λεωνίδας (1905), ο Ηλίας (1907) και η Νίκη (1908). Απεβίωσε το 1928.

–1867. Εν Πάρω σήμερον, την εικοστήν εβδόμην Μαΐου του χιλιοστού οκτακοσιοστού εξηκοσού εβδόμου έτους, ημέραν Σάββατο προ μεσημβρίας, εν τω ειρηνοδικιακώ καταστήματι Πάρου, ενώπιον ημών του Ειρηνοδίκου Νικήτα Ν. Βλαβιανού, δημοσία και εκτάκτως συνεδριάζοντος εν τω ακροτηρίω παρόντος και του Γραμματέως Ιωάννου Ν. Βιτσαρά ενεφανίσθη ο Λεωνίδας Βενιέρης (από την Φολέγανδρο), ιατρός, κάτοικος του Δήμου Πάρου όστις ητήσατο να ορκισθή ενώπιον ημών, συμφώνως με την από 23 Μαΐου ε.ε. και υπ’ αριθ. 4141 παραγγελίαν προς ημάς του κυρίου Εισαγγελέως των εν Σύρω Πρωτοδικών, εκδοθείσαν δυνάμει της υπ’ αριθ. 18 Μαΐου ε.ε. αιτήσεως του αυτού ιατρού και την από την αυτήνημερομηνίαν και υπ αριθ. 165 ημετέρου προς τον κύριον Εισαγγελέα εγγράφου, τον οποίον και ωρκίσαμεν εις το Ιερόν Ευαγγέλιον ως εξής: «Ομνύω, συνειδώς τας επικειμένας εις την ψευδομαρτυρίαν ποινάς, ότι θέλω δίδει την γνώμην μου και θέλω κάμνει σωστήν έκθεσιν εν συνειδότι και τιμή διά παραγγελίας ανακριτικών αρχών, ούτως ειη μοι ο Θεός βοηθός και το Ιερόν αυτού Ευαγγέλιον». Προς τούτο συνετάχθη η παρούσα έκθεσις, ήτις αναγνωσθείσα ευκρινώς εις επήκοον του ορκισθέντος υπεγράφη υπ’ αυτού, ημών και του Γραμματέως. Ο ορκισθείς Λ. Βενιέρης, ο Ειρηνοδίκης Ν.Ν. Βλαβιανός, ο Γραμματεύς Ιωαν. Ν. Βιτσαράς.

–1867. Γεννιέται το 1867 η Μαρία Βενιέρη του Λεωνίδα και της Ολυμπιάς. Σύζυγός της ο Ανδρέας Βαρούχας (1858) και τέκνα τους η Ολυμπιάς (1890), η +Ειρήνη (1893), η Ειρήνη (1895) σύζυγός της ο Πίνδαρος Χριστοδουλόπουλος, ο Πέτρος (1898) και η Έλλη (1900) σύζ. Ιωάννη Μαρινόπουλου. Απεβίωσε το 1946.

–1868 Γεννιέται το 1868 η Αικατερίνη Βενιέρη του Λεωνίδα και της Ολυμπιάς. Σύζυγός της ο Δημήτριος Κορτέσης (1860) και τέκνα τους ο Γιάγκος (1896), ο Πλουτώ (1898), η Ολυμπιάς (1899), ο Λεωνίδας (1900) και η Χαρίκλεια (1902). Απεβίωσε το 1957.

–1872. Ελευθέριος Βενιέρης (1872-1952). Ειρηνοδίκης, γιός του γενάρχη  των Βενιέριδων της Φολεγάνδρου, ιατρού Λεωνίδα Γ. Βενιέρη (1834-1906) και της Ολυμπιάς Α. Χαμάρτου (1840). Σύζυγός του η Ελένης Παν. Δημητρακοπούλου (1879). Τέκνα τους η Ολυμπιάς και ο Λεωνίδας.

Στις 19 Ιουλίου 1903 «Υπό τας διαπύρους ευχάς Εκ Πάρου 19 Ιουλίου 1903 –γονέων και συγγενών εν οικογενειακώ κύκλω ετελέσθησαν οι γάμοι του λαμπρού νέου κ. Ελ. Βενιέρη, ειρηνοδίκου, μετά της ευειδεστάτης και χαριεστάτης Δος Ελένης Π. Δημητρακοπούλου, θυγατρός του λαοφιλούς συμπολίτου μας κ. Π. Δημητρακόπουλου. Εις το ευ ηρμοσμένον ζεύγος τον νίον ανθόσπαρτον από καρδίας ευχόμεθα». 

–1874. Γεννιέται το 1874 ο ιατρός Ρόδου Αριστόδημος Βενιέρης του Λεωνίδα και της Ολυμπιάς. Σύζυγός του η Άννα Ολυμπίου (1885). Τέκνα τους η Ολυμπιάς (σ. Απόστολος Αγγελόπουλος) και ο Λεωνίδας. Απεβίωσε το 1941.

–1875. ο Δήμαρχος Πάρου, Προς τον ιατρόν Κον Λεωνίδαν Βενιέρην. Σας διορίζομεν δημοτικόν ιατρόν του οποίου προϊστάμεθα Δήμου και σας παρακαλούμεν να δεχθήτε την υπηρεσίαν ταύτην από την σήμερον, με την υποχρέωσιν του να επισκέπτησθε δωρεάν άπαντας κατοικοδημότας της τε Πρωτευούσης και του χωρίου Ωλιάρου, ως και την Μονήν των Καλογραιών. Η δε μισθοδοσία υμών θέλει πληρώνεσθαι κατά μήνα παρά του Δημοτικού Εισπράκτορος επί τη βάσει του παρά της Β. Νομαρχίας εγκριθέντος ποσού εν τω Δημοτικώ Προϋπολογισμώ ε.ε., όμως είσετι δεν περιήλθεν εις την υπηρεσίαν μας επιφυλασσόμεθα δε να συντάξωμεν το σχετικόν (;) συμβόλαιον άμα τη λήψει του προϋπολογισμού.

Εν Πάρω την 1ην Ιανουαρίου 1875. Ο Δήμαρχος Σ.Γ. Μαύρος.

–1875. Προς τον Κύριον Δήμαρχο Πάρου. Πληροφορηθείς ότι, την εξ εκανόν πεντήκοντα δραχμών μηνιαίας αντιμισθίαν, ήν το δημοτικόν συμβούλιον ώρισε διά τον δημοϊατρόν, εμείωσεν ο Κύριος Νομάρχης κατά εικοσιπέντε δραχμάς και επειδή την ποσότητα ταύτην (των 125 δρχ.) θεωρώ λίαν ομικράν και ανεπαρκή προς συντήρησιν μου, διά ταύτα παρακαλώ υμάς όπως με απαλλάξητε του βάρους της του δημοϊατρού υπηρεσίας, ήν κατά την πρώτην του αρξαμένου έτους, ημέραν, του 1875, μοί αναθέσατε, ευρίσκοντες άλλον δυνάμενον προς το συμφέρον του Δήμου και αμισθί, ει δυνατόν, να υπηρετήση.

Εγώ και την εκατονπεντηκοντάδραχμον μηνιαίαν αμισθίαν εθεώρουν ελαχίστη και ανεπαρκή προς συντήρησιν του εν γένει επιστήμονος ιατρού και προσέτι αναξιοπρεπή. Εδέχθην όμως και υπηρέτου με ποσότητα τοιαύτην γνωρίζων ότι οι μέν πόροι του Δήμου δεν επέτρεπον προσφορά ποσότητος μεγαλυτέρας, αποβλέπων δε μόνον εις τας αγαθάς υπέρ του Δήμου, ού προΐστασθε, διαθέσεις σας προς άς ηθέλησα το κατά δύναμιν να συντελέσω.

Δεν σας διαφεύγει, Κύριε Δήμαρχε, πόσον φορτική και οχληρά είναι η του δημοϊατρού εν Πάρω υπηρεσία και κινδυνώδης συνάμα, καθόσον, ως γνωρίζετε, προς τους την Παροικίας κατοίκους προστίθενται και οι της Ωλιάρου, ούς οφείλει να επισκέπτηται ο ιατρός οπόσους ήθελον λάβει ανάγκην ή εν καιρώ τρικυμίας, ή νυκτός ή χειμώνος και βροχής και άλλων οποίων ενοχλήσεων.

Εάν όμως ως ο Κύριος Νομάρχης εν τη επί του προϋπολογισμού του αρξαμένου έτους αποφάσει του υπαινίσσεατι, είναι δυνατόν, άλλος τις αλιγώτερον να υπηρετήση, τούτο και εις εμέ είναι ευχάριστον λίαν.

Εν Πάρω τη 12 Φεβρουαρίου 1875 Ευπειθέστατος ο μέχρι τούδε δημοϊατρός Λ. Βενιέρης.

–1875. Βασίλειον της Ελλάδος. Ο Δήμαρχος Πάρου Προς τον Δημοϊατρόν Κον Λ. Βενιέρην.

Λαβόντες την υπό σημερινήν ημερομηνίαν αναφοράν σας και αναγνόντες αυτήν, παρετηρήσαμεν μετά λύπης την εν αυτή αναφερομένην παραίτησίν σας αν και αναγνωρίζωμεν τους δικαίους λόγους τους ωθήσαντας υμάς εις τους διορισμένους όρους να διαμείνητε ως δημοϊατρός, κατόπιν το Δ. Συμβούλιον εφεσίβαλεν την Νομαρχιακήν απόφασιν ενώπιον του Σ. Υπουργείου. Ελπίζομεν δε ότι και ο Κος Νομάρχης και εν ανάγκη το Σ. Υουργείον θέλουσιν αναγνωρίσει τα δίκαιά σας και διορθώσει το κακόν, παρατηρούντες υμίν πάντοντε, ότι η αντιμισθία υμών έσται η εν τω προϋπολογισμώ κανονισθησομένη αν δε τουναντίον, τότε είσθε ελεύθερος να πράξητε όπως βούλεσθε.

Εν Πάρω την 12 Φεβρουαρίου 1875 ο Δήμαρχος Σ.Γ. Μαύρος.

–1875. Βασίλειον της Ελλάδος. Ο Δήμαρχος Πάρου Προς τον Δημοϊατρόν Κον Λ. Βενιέρην.

Κοινοποιούμεν υμίν παραπόδας της παρουσης την υπ’ αριθ. 4686 περίληψιν περί ακριβούς τηρήσεως του περί Νεκροταφείων και ενταφιασμού των νεκρών Β. Διατάγματος, προς γνώσιν και συμμόρφωσιν σας. Εν Πάρω την 22 Μαρτίου 1875 Ο Δημαρχών Α’ Πάρεδρος Ν.Σ. Δελαγραμμάτης.

Βασίλειον της Ελλάδος Το υπουργείον των Εσωτερικών. Προς τους Νομάρχας του Κράτους και την Διεύθυνσιν της Αστυνομίας Αθηνών και Πειραιώς.

Πολλάκις συνέβη πολλαχού να ενταφιάζωνται ως πράγματι νεκροί άνθρωποι ζώντες έτι, εν καταστάσει όμως νεκροφανείας, εξ ής η επιστήμη δύναται να επαναφέρη τον πάσχοντα είς την ζωήν, μήπως εκλιπούσαν. Οφείλοντες να προνοήσωμεν ίνα προλαμβάνονται τοιαύτα άδικα θύματα ή των προλήψεων ή της ακηδείας και αβελτηρίας των επισπευδίντων τον ενταφιασμόν των εκ νεκροφανείας ή και πράγματι τελευτώντων, ελκύομεν την προσοχήν υμών εις τας διατάξεις των υπ’ αριθ. 9 ή 10 του από 28 Μαρτίου 1834 Β. Διατάγματος περί νεκροταφείων και ενταφιασμού των νεκρών, καθ’ άς επ’ ουδενί λόγω επιτρέπεται ο ενταφιασμός των νεκρών πρίν ή το πτώμα επιθεωρηθή υπό του αρμοδίου νεκρόπτου και βεβαιωθή ο θάνατος πραγματικός ων, και πριν ή παρέλθωσιν επί τούτω κατά μέν τους χειμερινούς μήνας ώραι 48, κατά (δε) τους θερινούς 36 ώραι, πλην όταν ο θάνατος προέρχεται εκ λοιμώδους τινός νόσου ή αναφαινομένη ταχυτέρα σήψις του πτώματος απαιτεί να επιταχυνθή ο ενταφιασμός.

Δεν αμφιβάλλομεν δε, ότι εκ της ταύτης, ήν δίδομεν υμίν, θέλετε οδηγηθή εις το να επεμείνητε την προσοχήν απάντων των υφ’ υμάς αστυνομικών οργάνων, ώστε να εκτελώνται κατά γράμμα αι επί του προκειμένου διατάξεις μετά της προσηκούσης προνοίας, ώστε να μη συμβή ποτέ το μέγιστον άτοπον ή αδίκημα, ίνα ενταφιάζωνατι ως νεκροί άνθρωποι ζώντες έτι. Εν Αθήνα την 12 Φεβρουαρίου 1875 ο Υπουργός Δ.Γ. Βούλγαρης.

–1885. Προς τον Ιατρόν Κύριον Λεωνίδαν Βενιέρην. Διορίζομεν υμάς Δημοτικόν ιατρόν του ού προΐστασθε Δήμου επί μηνιαίω μισθώ δραχμών εκατόν δέκα τριών (113) εκ του Δημοτικού ταμείου Πάρου υπό τας εξής υποχρεώσεις: Οφείλετε να επισκέπτησθε αμισθί άπαντας εν γένει τους πάσχοντας κατοικοδημότας του Δήμου Πάρου του τμήματος Παροικίας και Ωλιάρου ως και τας Καλογραιάς του μονυδρίου του Χριστού κατά θέσιν Δάσους άνευ ουδεμιάς εγχειρίσεις επί των ασθενών τούτων, λαμβάνοντες μόνον παρά των ασθενών την αξίαν των προς αυτούς χορηγουμένων παρ υμών φαρμάκων συμφώνως προς την Β. Διατίμησιν το δε έξοδον (αγώγιον και ναύλον) των εις Ωλίαρον μεταβάσεως σας διά τους κατοικούντας εκεί. Οφείλετε προς τούτοις να εκτελήτε άνευ ουδεμιάς ετέρας αμοιβής τα χρέη αστυνομικού ιατρού οπόταν ανάγκην προς τούτο παρουσιάζεται και προσκαλείσθε παρά της Δημοτικής αρχής. Γνωστοποιούντες τούτο υμίν ακράδαντον έχομεν πεποίθησιν ότι θέλετε εκτελεί μετά ζήλου και προθυμίας ην αναθέτομεν σπουδαίαν και φιλάνθρωπον υπηρεσίαν και ότι προσκαλούμενος θέλετε παρέχει την συνδρομήν υμών εν πάση ώρα.

Πάρος την 20 Αυγούστου 1885 ο Δήμαρχος Κ.Ν. Κονδύλης

–1902. Ο Ανδρέας Βαρούχας από την Φολέγανδρο, κτηματίας, είχε νυμφευθεί τη Μαρία Λεων. Βενιέρη, Φολεγάνδρια, κόρη του γιατρού Λεωνίδα Γ. Βενιέρη, γενάρχη των Βενιέρηδων της Πάρου, κατά τον 20ο αιώνα. Τον Ιανουάριου του 1902 απεβίωσε ο 4χρονος γιός τους Πέτρος.

–1903. Στα 1903 έχουμε τις εκλογές για την ανάδειξη Δημάρχων, Δημαρχικών παρέδρων και Δημοτικών Συμβούλων.

Για την υποψηφιότητα ως Δημαρχιακού Παρέδρου στην Παροικιά, η εφημερίδα «Αιγαίον» γράφει στις 30 Αυγούστου 1903:  Δημαρχικοί άρεδροι εξελέγησαν στην Παροικιά ο Νικηφόρος Κυπραίος, ο Αλέξανδρος Μαυρογένης και ο Ανδρέας Γ. Παπακωνσταντίνου και Δημοτικοί Σύμβουλοι του Δήμου Πάρου (Παροικιάς) οι: Κων. Ν. Κονδύλης, Στυλ. Ξ. Καμπάνης, Δ. Μαύρος, Δ. Αργυρόπουλος, Ανδρ. Ψαράκης, Ανδρ. Βαρούχας, Νικ. Βάλληνδρας, Ιωάν. Δ. Βιάζης, Ιωάν. Νικηφόρος, Δημήτρης Πρωτόδικος, Λεων. Βενιέρης, Στ. Μαύρος.

–1904 Γεννιέται ο Ίων Βενιέρης του Γεωργίου (1866) και της Ευθαλπίας. Σύζυγός του η Φλώρια και τέκνο τους ο Γεώργιος.

–1905. Το 1905 γεννιέται ο Λεωνίδας Βενιέρης του Γεωργίου (1866) και της Ευθαλπίας Ησαΐα. Χημικός. Σύζυγός του η Μαρία Δεληγιώργη. Απέκτησε μία κόρη την Θάλεια. Απεβίωσε το 1987.

–1905. Το 1885 γεννιέται η Άννα Ολυμπίου του Θεμιστοκλή (1848-1927), σύζυγός της ο Αριστόδημος Βενιέρης. Απέκτησαν δύο παιδιά. Απεβίωσε το 1961.

–1906. Ο Λεωνίδας Γ. Βενιέρης ιατρός έχει καταγωγή από την Φολέγανδρο. Παντρεύτηκε την κόρη του Παρίου Δημάρχου Αντώνιου Χαμάρτου. Πέθανε στο εξοχικό του στην περιοχή Σαρακίνικο τον Οκτώβριο του 1906.

–1907. Το 1907 γεννιέται ο Ηλίας Βενιέρης του Γεωργίου (1866) και της Ευθαλίας Ησαΐα. Απεβίωσε το 1987.

–1908. Γεννιέται το 1908 η Νίκη Βενιέρη του Γεωργίου (1866) και της Ευθαλπίας. Σύζυγός της ο Ορέστης Φυντικάκης και τέκνα τους ο Νίκος και η Ελβίνα.

–1908. Γεννιέται το 1908 στην Παροικιά ο Λεωνίδας Βενιέρης. Γόνος της εξέχουσας οικογένειας του ιατρού Λεωνίδα Βενιέρη. Γονείς του ο εισαγγελέας Ελευθέριος Βενιέρης και η Ελένη Παν. Δημητρακοπούλου. Είχε υπηρετήσει ως δικαστικός στην Μακεδονία. Το 1929 πήρε το πτυχίο της Νομικής Σχολής και δικηγόρησε για λίγο διάστημα (1930-1939). Ακολούθως εισήλθε στον δικαστικό κλάδο. Υπηρέτησε στις Σέρρες, στη Θεσσαλονίκη, στην Κέρκυρα, στην Αθήνα κ.α. ως πρωτοδίκης, πρόεδρος πρωτοδικών, εφέτης και, τέλος, προήχθη σε Αρεοπαγίτη το 1970. Είχε νυμφευθεί τη γεωπόνο Ελένη Γρηγοριάδου από την Θεσσαλονίκη, όπου εκεί ζούσε, μόνιμα πλέον από το 1972. Πέθανε τον Ιούνιο του 1993.

–1910. Το 1910 γεννιέται ο νομικός Λεωνίδας Βενιέρης του Αριστόδημου και της Άννας Ολυμπίου. Απεβίωσε το 1959.

–1911. Ελευθέριος Λεων. Βενιέρης, Ειρηνοδίκης της Σπάρτης το 1911. Έφεδρος υπολοχαγός του Πεζικού.

–1920 από τους ιδρυτές, όπως προκύπτουν από το βιβλίο πρακτικών του Συνδέσμου «Εν Πειραίει Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου» είναι ο Βενιέρης Δ.

–1923. Βουλευτές Κυκλάδων οι Παριανοί Γεώργιος και Ιωάννης Βενιέρης.

–1946. Το 1646 απεβίωσε στην Πάρο η Μαρία Βενιέρη, κόρη του ιατρού Λεωνίδα Γ. Βενιέρη και της  Ολυμπιάς Αντ. Χαμάρτου. Είχε γεννηθεί στην Φολέγανδρο το 1867.  Σύζυγός της ο Ανδρέας Βαρούχας κτηματίας. Απέκτησαν την Ολυμπία (Κωνσταντινίδου) +1970, την Ειρήνη 1893-1894, της Ειρήνη (Χριστοδουλοπούλου) +1979 , αρχαιολόγος,  τον Πέτρο 1898-1903 και την Έλλη (Ι. Μαρινοπούλου).

–1987. Τον Ιούνιο του 1987 απεβίωσε ο Ηλίας Γ. Βενιέρης, γιός του γιατρού και βουλευτή Πάρου Γεωργίου Λ. Βενιέρη, με πανεπιστημιακή μόρφοση,έφθασε σε ανώτατο βαθμό στο Υπουργείο Οικονωμικών. Έζησε χρόνια 79.

Το ίδιο έτος απεβίωσε και ο αδερφός του Λεωνίδας Βενιέρης. Είχε σπουδάσει χημικός στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.


–Βεντούρας: Βλέπε Βεντουρής


–Βεντουρής ή Βεντούρης ή Βεντούρας:
Το επώνυμο Βεντουρής, Βεντούρης και Βεντούρας συγκαταλέγεται στα παλαιότερα οικογενειακά ονόματα της Πάρου. Η μέχρι σήμερα έρευνα μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε την παρουσία του στο νησί τουλάχιστον από τα μέσα του 17ου αιώνα και στη συνέχεια μέσα από διαδοχικές γενιές στις Λεύκες, τον Κώστο, τη Νάουσα και την Παροικιά. Παράλληλα, κλάδοι της οικογένειας συνδέθηκαν με τη Σύρο και άλλες περιοχές των Κυκλάδων.

Η πρώτη ασφαλής μαρτυρία στην Πάρο

Μια παλαιότερη αναφορά του 1622/1624, η οποία είχε αποδοθεί στο επώνυμο Βεντουρής, δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ασφαλής. Στο συγκεκριμένο έγγραφο το Βεντουρής φαίνεται να είναι βαπτιστικό όνομα και όχι οικογενειακό επώνυμο, ενώ το πρόσωπο αναφέρεται ως Αντώνιος Λιπράντος.

Η πρώτη ασφαλής μέχρι σήμερα μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο βρίσκεται στα κατάστιχα του 1652, που συνδέονται με το μετόχι του Παναγίου Τάφου.

Εκεί συναντούμε στη Χώρα τον Νικολό Βεντουρή, με γιους τον Ανδρέα και τον Κάντια. Σε διαφορετική καταγραφή, στην περιοχή Κώστου και Λευκών, αναφέρεται ο Δημήτρης, γιος του Μανουήλ Βεντουρή και της Σοφίας, με παιδιά τον Γουλιαρμή, τον Κυριάκο και την Άννα.

Από τις παλιές παριανές οικογένειες στους ανθρώπους της Νάουσας και της Παροικιάς

Κατά τους επόμενους αιώνες οι Βεντουρήδες συνεχίζουν να εμφανίζονται στις παριανές κοινότητες και ιδιαίτερα στη Νάουσα και την Παροικιά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρουσία του επωνύμου στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Ο Σταμάτης Βεντούρης συγκαταλέγεται στους Παριανούς που έλαβαν μέρος στις πρώτες κινητοποιήσεις του 1821 και συνδέεται με την ομάδα των Παριανών αγωνιστών της Νάουσας που αποφάσισαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον Αγώνα.

Λίγες δεκαετίες αργότερα, το επώνυμο εμφανίζεται ήδη αρκετά διαδεδομένο στη Νάουσα. Στον εκλογικό κατάλογο του 1844 συναντούμε τον Νικόλαο Βεντουρή, ηλικίας 69 ετών, τον Χριστόδουλο Βεντουρή, 27 ετών, τον Αντώνιο Βεντουρή, 35 ετών, που καταγράφεται ως αλιέας, και τον Κωνσταντίνο Βεντουρή, 34 ετών, εργάτη.

Οι Βεντουρήδες και η βυρσοδεψία της Παροικιάς

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της οικογένειας φαίνεται να κατέχει η βυρσοδεψία.

Σε συμβολαιογραφική πράξη της Σύρου του 1860 αναφέρεται ο Αντώνιος Βεντουρής, βυρσοδέψης και κάτοικος Πάρου, μαζί με τη σύζυγό του Μαριγώ Μαλατέστα.

Η παρουσία των Βεντουρήδων ως βυρσοδεψών γίνεται ακόμη πιο χαρακτηριστική στις καταγραφές του 19ου αιώνα. Στην Παροικιά, στην περιοχή των Ταμπάκικων, αναφέρεται βυρσοδεψείο που συνδέεται με τον Αντώνη Βεντουρή και την οικογένειά του. Τα σχετικά στοιχεία δείχνουν ότι η δραστηριότητα αυτή δεν ήταν περιστασιακή, αλλά συνδεόταν με οικογενειακή επαγγελματική παράδοση.

Στους καταλόγους του 1883–1885 συναντούμε περισσότερους Βεντουρήδες ως βυρσοδέψες, μεταξύ των οποίων τον Αντώνιο του Χριστοδούλου, τον Γεώργιο του Χριστοδούλου, τον Ιωάννη του Χριστοδούλου και τον Χριστόδουλο του Νικολάου.

Παράλληλα, άλλοι Βεντουρήδες καταγράφονται ως κτίστες και ναυτικοί.

Από την Πάρο στη Σύρο και στις άλλες Κυκλάδες

Η κινητικότητα των Βεντουρήδων δεν περιοριζόταν στο ίδιο το νησί.

Το 1871, ο Νικόλαος Βεντουρής, γιος του Κωνσταντίνου, κηπουρός από την Πάρο, καταγράφεται σε γάμο στη Σύρο με την Κυριακούλα Ρήγα από τη Σύρο.

Η παρουσία Βεντουρήδων στη Σύρο έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς το νησί κατά τον 19ο αιώνα αποτελούσε σημαντικό εμπορικό και ναυτικό κέντρο και λειτουργούσε ως φυσικός προορισμός για οικογένειες των Κυκλάδων που μετακινούνταν για επαγγελματικούς ή οικογενειακούς λόγους.

Η οικογένεια στον 20ό αιώνα

Η παρουσία του επωνύμου συνεχίζεται και στον 20ό αιώνα. Σε κατάλογο της Νάουσας του 1946 εμφανίζονται, μεταξύ άλλων, ο Ιωάννης του Γεωργίου, ναυτικός, ο Σταύρος του Γεωργίου, βυρσοδέψης, ο Βασίλειος του Λογγίνου, κτίστης, ο Νικόλαος του Γεωργίου, εργάτης, ο Γεώργιος του Νικολάου, αλιέας, και ο Χρήστος του Λογγίνου, κτίστης.

Η εικόνα που σχηματίζεται είναι αυτή μιας οικογένειας με έντονη παρουσία στη ζωή της Πάρου, ιδιαίτερα στη Νάουσα και την Παροικιά, που συμμετείχε σε επαγγέλματα άμεσα συνδεδεμένα με την οικονομία του νησιού: θάλασσα, αλιεία, οικοδομή, βυρσοδεψία και χειρωνακτική εργασία.

Η ετυμολογία και η παλαιότερη παράδοση

Ως προς την προέλευση του ονόματος, οι τύποι Βεντούρας, Βεντούρης, Venturi και Venturin παρουσιάζουν σαφή ονοματολογική συγγένεια με το ιταλικό Ventura, όνομα που συνδέεται με την έννοια της τύχης και θεωρείται ότι σχετίζεται με το Bonaventura.

Στην παριανή ιστοριογραφική παράδοση οι Βεντούροι έχουν συνδεθεί με οικογένειες ιταλοβενετικής και καθολικής προέλευσης, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου εντάχθηκαν στον ορθόδοξο πληθυσμό των Κυκλάδων.

Επομένως, η ιταλική ονοματολογική σχέση είναι ισχυρή, ενώ η ακριβής γεωγραφική προέλευση των πρώτων Βεντουρήδων της Πάρου παραμένει ανοικτό ερευνητικό ζήτημα.

Ο Κωνσταντίνος Βεντούρας και η μεγάλη διαδρομή εκτός Πάρου

Ένας κλάδος της οικογένειας απέκτησε ιδιαίτερη ιστορική σημασία μέσα από τον Κωνσταντίνο Βεντούρα, τον εκ Πάρου, ο οποίος στις αρχές του 18ου αιώνα ανέλαβε το υψηλό αξίωμα του δραγομάνου του οθωμανικού στόλου.

Ήδη το 1713 αναφέρεται με αυτόν τον τίτλο. Ήταν γιος του Ιωάννη Βεντούρα, επίσης διερμηνέα του στόλου, και συνδέθηκε με τους κύκλους της Κωνσταντινούπολης και των παραδουνάβιων ηγεμονιών. Υπήρξε στενός συνεργάτης του Μιχαήλ Ρακοβίτσα και τελικά εκτελέστηκε στο πλαίσιο της πολιτικής σύγκρουσης γύρω από τον ηγεμόνα.

Ο ιστορικός Αλεξάντρου Ξενοπόλ θεωρεί τον συγκεκριμένο Κωνσταντίνο γενάρχη της οικογένειας Ventura της Μολδαβίας, ενώ ο Νικόλαος Ιόργκα τον χαρακτηρίζει ρητά ως άνθρωπο «εκ Πάρου».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η σχέση του με τον Καισάριο Δαπόντε. Το 1731, όταν ο νεαρός λόγιος έφθασε στην Κωνσταντινούπολη, ο Βεντούρας τον φιλοξένησε και τον ανέλαβε υπό την προστασία του μετά τον θάνατο του Χρύσανθου Νοταρά. Στη συνέχεια τον σύστησε στον κύκλο του Μιχαήλ Ρακοβίτσα, συμβάλλοντας στην εγκατάστασή του στο Βουκουρέστι. Ακόμη σημαντικότερη είναι η πληροφορία ότι ο πατέρας του, Ιωάννης Βεντούρας, είχε ήδη υπηρετήσει ως διερμηνέας του στόλου και είχε χρηματοδοτήσει το 1703 την κατασκευή του άμβωνα του Πατριαρχικού Ναού στο Φανάρι.

Πηγές

·        Κατάστιχα του Παναγίου Τάφου στην Πάρο, 1652.

·        Παριανοί εκλογικοί και δημοτολογικοί κατάλογοι 1844, 1883–1885 και 1946, καθώς και συμβολαιογραφικές πράξεις της Σύρου του 19ου αιώνα.

·        Μιχαήλ Σ. Ραντουλέσκου, Genealogii greco-române (2014), μελέτη «Ventura: din Insula Paros pe malurile Dunării».

·        Αλεξάντρου Ντ. Ξενοπόλ και Νικόλαος Ιόργκα, για τον Κωνσταντίνο Βεντούρα της Πάρου και την οικογένεια Ventura της Μολδαβίας.

·        Παριανή ιστοριογραφική παράδοση για τις οικογένειες Βεντούρη.

–1622. Ο ιερεύς Νοτάριος Κεφάλου Λιπράντος Βεντουρής υπογράφει αφιερωτικό έγγραφο Ξεχωριανής στη μονή της Πάτμου, 26 Δεκεμβρίου 1622.

–1634. Ο ιερεύς Νοτάριος Κεφάλου Λιπράντος Βεντουρής υπογράφει αφιερωματικά έγγραφα.

–1652. Ίδρυση στην Πάρο αγιοταφίτικου μετοχίου κατά το έτος 1652.

Της Πάρου αδελφάτα «Χώρα Άγουσα»

+Νικολός Βεντουρής, γονοί Ανδρέας, Κάντια.

–1652. Ίδρυση στην Πάρο αγιοταφίτικου μετοχίου κατά το έτος 1652.

Της Πάρου αδελφάτα «Χωρίο Κώστος και Λεύκες»

+Δημήτρης του Μανουήλ Βεντουρή και Σοφίας, υιοί Γουλιαρμής, Κυριάκος, Άννα.

–1724. Απόφαση του κοινού της Παροικιάς για την διατίμηση των προϊόντων και την απογραφή της κτηματικής περιουσίας όλων των κατοίκων (Η απόφαση και η καταχώριση στο κτηματολόγιο του νησιού έγινε και με την παρακίνηση του τότε Έλληνα δραγομάνου Κωνσταντίνου Βεντούρα. Κατά τη Γενική Συνέλευση της 13 Δεκεμβρίου 1724.

–1730. Από τους πιο σπουδαίους του Παριανού κλάδου υπήρξε ο Κωνσταντίνος Βεντούρας όταν έλαβε το 1730 από σουλτάνου Μαχμούτ Α’ το αξίωμα του διερμηνέα του Οθωμανικού στόλου που ήταν τότε Ναύαρχος ο Τζανούμ Χότζας. Ήταν ο πρώτος μη Φαναριώτης που λάμβανε αυτό το αξίωμα. Το τέλος του ήταν τραγικό αφού ο Σουλτάνος τον κατηγόρησε και αποκεφαλίστηκε.

–1821. Εν της Πάρου τη 24 Απριλίου 1821 ο συμπατριώτης σας Παναγιώτης Δ. Δημητρακόπουλος Κάτωθεν της προκηρύξεως της απευθυνθείσης εις Νάουσα σειμειούνται τα ονόματα των πρώτων προσελθόντων για να συμμετέχουν εις τον ιερό υπέρ της ελευθερίας αγώνα: Σταμάτης Βεντουρής κ.α.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 27χρονος Χριστόδουλος Βεντουρής, ο 69χρονος Βεντουρής Νικόλαος, ο 35χρονος αλιεύς Βεντουρής Αντώνιος και ο 34χρονος εργάτης Κωνσταντίνος Βεντουρής.

–1860. Στις 16 Ιανουαρίου 1860 σε συμβολαιογραφική πράξη [Εξόφληση] στην Σύρου αναφέρεται ότι ο κάτοικος Πάρου Αντώνης Βεντουρής βυρσοδέψης και η σύζυγός του Μαρηγώ Μαλατέστα εξοφλούν τον κάτοικο Πάρου νοσοκομειακό υπάλληλο Κουτσοδόντη Εμμανουήλ.

–1871. Στις 11 Ιουλίου 1871 ο 24χρονος Κηπουρός από την Πάρο Νικόλαος Βεντούρης του Κωνσταντίνου και της Λαμπρινής, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 18χρονη από την Σύρο Κυριακούλα Ρήγα, του Ιωάννη και της Κωνσταντίνας.

–1876. Το 1876 γεννιέται ο Βεντουρής Νικόλαος του Αντωνίου καφεπώλης κάτοικος Παροικιάς.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο Βεντούρης

Αντώνιος του Χριστόδουλου 48 ετών, βυρσοδέψης, κάτοικος Παροικιάς. Βεντούρης Γεώργιος του Λογγίνου 51 ετών, κτίστης. Βεντούρης Γεώργιος του Κωνσταντίνου, 48 ετών, κτίστης. Βεντούρης Γεώργιος του Χριστόδουλου, 35 ετών, βυρσοδέψης , Βεντούρης Ιωάννης του Χριστόδουλου, ετών 47, βυρσοδέψης, κάτοικος Σύρου, Βεντούρης Χριστόδουλος του Νικολάου, 69 ετών, βυρσοδέψης, Βεντούρης Κωνσταντίνος του Γεωργίου 22 ετών, ναυτικός, Βεντούρης Ιωάννης του Αντωνίου 42 ετών, ναυτικός. 

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Βεντουρής Γεώργιος του Λογγίνου, ετών 53, κτίστης από τη Νάουσα, Βεντουρής Λογγίνος του Γεωργίου, ετών 23, σοβατζής από τη Νάουσα, Βεντουρής Γεώργιος του Κωνσταντίνου, 50 ετών, κτίστη από τη Νάουσα, Βεντουρής Γεώργιος του Χριστόδουλου. 37 ετών, βυρσοδέψης από τη Νάουσα, Βεντουρής Ιωάννης του Αντωνίου, ετών 44, ναυτικός από τη Νάουσα, Βεντουρής Ιωάννης του Χριστόδουλου, 49 ετών, βυρσοδέψης από τη Νάουσα, κάτοικος Σύρου, Βεντουρής Χριστόδουλος του Νικολάου, ετών 71, βυρσοδέψης από τη Νάουσα και Βεντουρής Κωνσταντίνος του Γεωργίου, ετών 24, ναυτικός από τη Νάουσα.

–1888. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 25 ετών καπνοκόπτης Μιχαήλ Λ. Βεντουρής άγαμος. Έδωσε όρκο στις 28 Ιανουαρίου 1888.

–1890. Το 1890 γεννιέται ο Βεντουρής Σταμάτης του Αντωνίου ξυλουργός κάτοικος Παροικιάς.

–1891. Το 1891 γεννιέται ο Βεντουρής Γεώργιος του Αντωνίου βυρσοδέψης κάτοικος Παροικιάς.

–1894. Στις 13 Οκτωβρίου 1894 ο 25χρονος υποδηματοποιός από την Πάρο Ιωάννης Ρουμελιώτης του Θεόδωρου και της Αικατερίνης Βεντουρή, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 18χρονη από την Πάρο Ειρήνη Νταβαρία, του Γεωργίου και της Ελένης Γεμελιάρη.

–1899. Στις 20 Δεκεμβρίου 1899 ο 28χρονος κηπουρός από την Πάρο Δημήτριος Ρουμελιώτης  του Θεόδωρου και της Αικατερίνης Βεντουρή, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 22χρονη από την Μύκονο Μαρουσώ Κοντιζά, του Παναγιώτη και της Μαριγώς Βουδαντά.

–1913. Το 1913 γεννιέται ο Βεντουρής Διονύσης του Νικολάου καφεπώλης κάτοικος Παροικιάς.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Βεντουρής Πέτρος του Νικολάου, κάτοικος Νάουσας, μετέπειτα αλιεύς.

–1931. Το 1931 γεννιέται ο μετέπειτα αλιεύς Βεντουρής Ιωάννης του Νικολάου.

–1933. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 43χρονος ναυτικός Γεώργιος Αντ. Βεντουρής. Έδωσε όρκο στις 15 Νοεμβρίου 1933.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 72χρονος κάτοικος Νάουσας, Βεντουρής Ιωάννης του Γεωργίου, ναυτικός, ο 68χρονος κάτοικος Νάουσας, Βεντουρής Σταύρος του Γεωργίου, βυρσοδέψης, ο 33χρονος κτίστης Βεντουρής Βασίλειος του Λογγίνου, ο 60χρονος εργάτης Βεντουρής Νικόλαος του Γεωργίου, ο 24χρονος αλιεύς Βεντουρής Γεώργιος του Νικολάου και ο 46χρονος κτίστης Βεντουρής Χρήστος του Λογγίνου.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Βεντουρή Μαργαρίτα, όνομα συζύγου Νικόλαος, όνομα πατρός Πέτρος Βρανάς, η Βεντουρή Ελένη του Λυγκίνου, η Αναγνωστοπούλου Αγγελική, όνομα συζύγου Σταύρος, όνομα πατρός Ιωάννης Βεντουρής και η Βελέντζα Ευαγγελία, όνομα συζύγου Αντώνιος, όνομα πατρός Νικόλαος Βεντουρής.

–1953. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Σιλιτζίρη Ειρήνη το γένος Ν. Βεντουρή, όνομα συζύγου Δημήτριος κάτοικος Παροικιάς.


–Βερνίκος: Η οικογένεια Βερνίκος αποτελεί μία από τις παλιές οικογένειες της Πάρου, με παρουσία που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, κυρίως στις Λεύκες και αργότερα στα Μάρμαρα. Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, ο παριανός κλάδος προήλθε από τη Νάξο, πιθανότατα από το Γαλανάδο.

Η ετυμολογία του επωνύμου δεν είναι απολύτως βέβαιη. Έχει συνδεθεί με το βαπτιστικό Βερόνικος, αλλά και με τη λέξη βερνίκι.

Ιδιαίτερα σημαντικό νέο στοιχείο είναι η ύπαρξη στα ΓΑΚ Νάξου της «Συλλογής Ιωάννου Βερνίκου», με έγγραφα δικαιοπραξιών από το Σαγκρί, χρονολογημένα 1809–1834. Πρόκειται για την παλαιότερη μέχρι σήμερα συγκεκριμένη αρχειακή μαρτυρία Βερνίκου στη Νάξο που εντοπίστηκε.

Στην Πάρο, η οικογένεια εμφανίζεται στις Λεύκες ήδη από το 1846, με τον Γεώργιο Βερνίκο. Το 1873 καταγράφονται ο Γεώργιος Βερνίκος και ο Ανδρέας Βερνίκος του Γεωργίου, καπνοκαλλιεργητής, ενώ το 1875 εμφανίζεται ο Γεώργιος Βερνίκος του Ανδρέα, 28 ετών, γεωργός. Στα μητρώα αρρένων των Λευκών συνεχίζεται η οικογένεια με τους Γεώργιο (1900, 1902), Νικόλαο (1905), Βερνίκο (1907), Ιωάννη (1909) και Ελευθέριο (1913), παιδιά του Ανδρέα.

Η οικογένεια διατήρησε έτσι την παρουσία της στις Λεύκες και αργότερα στα Μάρμαρα, αποτελώντας μέχρι σήμερα ένα από τα παλαιά παριανά οικογενειακά ονόματα.

Πηγές: ΓΑΚ Νάξου, Συλλογή Ιωάννου Βερνίκου (1809–1834) και ναξιακά αρχειακά σύνολα 1699–1844· παριανή ονοματολογική και δημοτολογική τεκμηρίωση για τους Βερνίκους των Λευκών.

–1846. Γεώργιος Βερνίκος από τις Λεύκες, έτος 1846.

–1873. Στα δημοτολόγια Λευκών, έτος 1873 αναφέρεται ο Βερνίκος Γεώργιος.

–1873. Το 1873 γεννιέται ο καπνοκαλλιεργητής από τις Λεύκες Ανδρέας Βερνίκος του Γεωργίου.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Υρίας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 28χρονος Γεώργιος Βερνίκος του Ανδρέα, γεωργός.

–1900. Το 1900 ο Ανδρέας Βερνίκος από τις Λεύκες φέρεται να καλλιεργεί καπνό.

–1900. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1900 στις Λεύκες ο Βερνίκος Γεώργιος του Ανδρέα.

–1902. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1902 στις Λεύκες ο Βερνίκος Γεώργιος του Ανδρέα.

–1905. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1905 στις Λεύκες ο Βερνίκος Νικόλαος του Ανδρέα.

–1907. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1907 στις Λεύκες ο Βερνίκος Βερνίκος του Ανδρέα.

–1909. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1909 στις Λεύκες ο Βερνίκος Ιωάννης του Ανδρέα.

–1913. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1913 στις Λεύκες ο Βερνίκος Ελευθέριος του Ανδρέα.

 

Βέτας:

–1847. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο Βέτας Δομένικος 43 ετών βαρελοποιός. Απεβίωσε το ίδιο έτος.

 

Βέττας:

–1953-55. Διοικητής του Σταθμού Χωροφυλακής της Κοινότητας των Λευκών Πάρου από το 1953-55 ο Παναγιώτης Βέττας από την Ιστιαία Β. Ευβοίας.

 

Βήσας:

Ο Ηγούμενος των Αγίων Αποστόλων το 1721 Άνθιμος Βήσας ήταν θείος της «Ζαμπιδάκης θυγατέρα του Αλέξανδρου Νταμία και γυνής του Μαρίνου Μυκονιάτη».

–1721. Ο ηγούμενος της μονής των Αγίων Αποστόλων, μετόχιο της μονής Λογγοβάρδας σε έγγραφο Νάουσας, 9 Ιανουαρίου 1721 υπογράφει ο παπακυρ-Άνθιμος Βήσας. Το ίδιο έτος φέρετε αποθανών.

 

Βήχος: Παρωνύμιο. Καταγωγή από την Μήλο. Γενάρχης της οικ. Βήχου της Πάρου ο Σπύρος Βήχος που γεννήθηκε στο Κληματοβούνι της Μήλου και ήρθε με μετάθεση ως χωροφύλακας στις Λεύκες. Σε κάποια επίσκεψη του στον Δραγουλά γνώρισε τη Χρυσούλα Λιβανίου κι έμεινε. Υπηρέτησε και στη Σύρο, αλλά η βάση του ως τον θάνατο του ήταν ο Πρόδρομος.

– 1955 ο Σπύρος Βήχος που γεννήθηκε στις 26 Ιουνίου 1928 στο Κληματοβούνι της Μήλου και ήρθε με μετάθεση ως χωροφύλακας στις Λεύκες το 1955.

–1960. Γαμήλια φωτογραφία στον Πρόδρομο το 1960. Ζευγάρι ο Σπύρος Βήχος και η Χρυσούλα Λιβάνιου.

–1965. Σε Φώτος στο χωριό Πρόδρομος απεικονίζονται τα παιδιά Γιάννης και Ερατώ Βήχου.

–1966. Σε φώτο στον Πρόδρομο το 1966 απεικονίζονται οι Σπύρος Βήχος, Ερατώ Βήχου (3 ετών), 

 

–Βιάζης ή Μπιάζης ή Μπιάζος: Η οικογένεια Βιάζης – Μπιάζης ανήκει στις παλιές οικογένειες της Πάρου, με παρουσία που τεκμηριώνεται τουλάχιστον από τα μέσα του 18ου αιώνα. Το επώνυμο απαντά στις παλαιότερες πηγές με διαφορετικές μορφές, κυρίως Μπιάζης, Μπιάζος, Μπιάζενα και Βιάζης, ενώ η παρουσία της οικογένειας μπορεί να παρακολουθηθεί μέσα από συμβόλαια, προικοσύμφωνα, δημόσια έγγραφα, εκλογικούς καταλόγους και εκκλησιαστικές επιγραφές.

Οι παλαιότερες μαρτυρίες στην Πάρο

Η παλαιότερη συγκεκριμένη αναφορά που έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα είναι του 1760. Σε έγγραφο που αφορά χωράφι στη Σκαμνιά αναφέρεται: «το χωράφι εις την Σκαμνιάν πλησίον η κυρά-Μαργαριταράκη Μπιάζη».

Το 1804, σε πράξη αγοράς χωραφιού στον Τσίπιδο, σημειώνεται: «Το έγγραφο συνέταξε ο Νικόλαος Μπιάζος».

Ιδιαίτερη σημασία έχει το προικοσύμφωνο του Νικολάου Μωραΐτη και της Κατερίνας Κονταράτου, στα Μάρμαρα, στις 3 Νοεμβρίου 1820. Ανάμεσα στις περιγραφές των προικώων ακινήτων αναφέρονται: «πλησίον Μαργαριταράκη Μπιάζενα (Βιάζη)»

και λίγο παρακάτω: «το χωράφι εις την Σκαμνιάν πλησίον η κυρά – Μαργαριταράκη Μπιάζη».

Από τον Μπιάζη στον Βιάζη

Σε έγγραφο της Εκατονταπυλιανής, στην Παροικιά, της 19ης Μαΐου 1829, στον κατάλογο των εκλογέων της επαρχίας Πάρου και Αντιπάρου καταγράφεται: «Δαμιανός Μπιάζης».

Μόλις δύο χρόνια αργότερα, στις 6 Ιουνίου 1831, κατά την ίδρυση της Μνημονίας της Αντιπάρου, ως πρώτος μνήμων αναφέρεται: «Δαμιανός Βιάζης».

Η οικογένεια στην Πάρο και την Αντίπαρο τον 19ο αιώνα

Το 1847, σε εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς, ο οποίος περιλαμβάνει και την Αντίπαρο, καταγράφεται: «Δαμιανός Βιάζης, 53 ετών, κτηματίας».

Την ίδια χρονιά, στον εκλογικό κατάλογο του Ωλιάρου, εμφανίζεται: «Πέτρος Δ. Βιάζης, 26 ετών, κτηματίας».

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σαφής στους εκλογικούς καταλόγους του 1875. Στον Ωλιάρο καταγράφονται:

«Βιάζης, Αντώνιος – Δαμιανός – κτηματίας – 43»

«Βιάζης, Δαμιανός – Πέτρος – κτηματίας – 22»

«Βιάζης, Μιχαήλ – Πέτρος – μεταπράτης – 24».

Η οικογένεια είχε επίσης ακίνητη περιουσία στην περιοχή του Δραγουλά. Σε έγγραφο του 1870 αναφέρεται: «Εξωμάνδρι του Βιάζη στον Δραγουλά».

Μια μαρμάρινη επιγραφή του 1889

Ένα από τα ωραιότερα τεκμήρια της οικογένειας είναι μια μαρμάρινη επιγραφή που σώζεται μέχρι σήμερα στον ναό της Ζωοδόχου Πηγής στην Παροικιά.

Η επιγραφή αναφέρει ότι ο ναός, ο οποίος είχε οικοδομηθεί αρχικά το 1784, ανακαινίστηκε εκ βάθρων το 1889 με τη συνδρομή των Παρίων και την επιμέλεια του δημάρχου Ιωάννη Κ. Μάτσα και των εκκλησιαστικών επιτρόπων:

«Δημητρίου Ζαφειρόπουλου, Ιωάννου Δ. Βιάζη και Γεωργίου Πατέλη, αρχιμανδρίτου».

Η ίδια οικογένεια εμφανίζεται και στην τοπική αυτοδιοίκηση. Το 1903 ο Ιωάννης Δ. Βιάζης καταγράφεται μεταξύ των δημοτικών συμβούλων του Δήμου Πάρου. Το 1907 η εφημερίδα Αιγαίον τον αναφέρει ξανά μεταξύ των εκλεγμένων δημοτικών συμβούλων.

Η παρουσία στην Αντίπαρο και στη Σύρο

Η οικογένεια είχε ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία στην Αντίπαρο. Το 1911 καταγράφονται εκεί ο Γεώργιος Π. Βιάζης, ιδιοκτήτης καφενείου, και ο Δαμιανός Αντ. Βιάζης, ιατρός.

Παράλληλα, η έρευνα δείχνει και μετακίνηση μέλους της οικογένειας προς τη Σύρο. Στα δημοτολόγια της Ερμούπολης το 1907 καταγράφεται: «Ιωάννης Αντ. Βιάζης, 42 ετών, υπάλληλος, έγγαμος», με καταγωγή από την Πάρο. Η συγκεκριμένη αναφορά είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, γιατί δείχνει τη σύνδεση της παριανής οικογένειας με την Ερμούπολη, το σημαντικότερο αστικό και εμπορικό κέντρο των Κυκλάδων εκείνη την εποχή.

Η ονοματολογική προέλευση

Η μορφή Βιάζης – Μπιάζης έχει συσχετιστεί ονοματολογικά με τα ιταλικά Biasi / De Biasi, τα οποία συνδέονται με το Biagio και τελικά με το λατινικό Blasius, δηλαδή τον Βλάσιο.

Η ομοιότητα είναι πραγματική και παρουσιάζει ενδιαφέρον, ιδιαίτερα σε ένα νησί όπως η Πάρος, όπου υπήρχαν επί αιώνες επαφές με τον δυτικό και λατινικό κόσμο. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί συγκεκριμένο έγγραφο που να συνδέει τον παριανό κλάδο των Βιάζηδων με συγκεκριμένη οικογένεια De Biasi ή με συγκεκριμένο βενετικό οίκο.

Ο Σπυρίδων Βιάζης – Μαύρος

Ξεχωριστή αναφορά αποτελεί ο Σπυρίδων Βιάζης – Μαύρος, ο οποίος συνδέεται με την παριανή ιστορία της Φιλικής Εταιρείας. Πηγές για την Επανάσταση του 1821 τον αναφέρουν μαζί με τον Αλέξανδρο Μαύρο, ενώ ο τελευταίος και ο Σπυρίδων Μαύρος παρουσιάζονται ως πρόσωπα της Φιλικής Εταιρείας πριν από την Επανάσταση.

Πηγές: Παριανή ονοματολογική και αρχειακή τεκμηρίωση για τις αναφορές 1760–1907· εκλογικοί κατάλογοι Πάρου 1875· στοιχεία για τη μαρμάρινη επιγραφή της Ζωοδόχου Πηγής· δημοτολόγια Ερμούπολης· τεκμήρια για τους Παρίους της Φιλικής Εταιρείας.

–1760 «το χωράφι εις την Σκαμνιάν πλησίον η κυρά-Μαργαριταράκη Μπιάζη».

Ραμπελιώ Δελαγραμμάτη ¬ Νικόλαος Μάτσας *6 ¬ Πέτρος Μάτσας, Τζώρτζης Μάτσας, Κατίγκω Μάτσα Κρίσπη ¬ Σιόρ Μιχελής Ιω. Κρίσπης *7 ¬ Δημήτριος Μάτσας ¬ Μαρία Δ. Χαμάρτου ¬ Ραμπελιώ Ν. Καμπάνη *8, Μαρουσώ Δ. Μαύρου, Νικόλαος Δ. Μάτσας, Γεώργιος Δ. Μάτσας ¬ Σμαράγδα Βιάζη ¬ Δημήτριος Μάτσας ¬ Αναστασία Ραγκούση ¬ Γεώργιος Δ. Μάτσας ¬ Καλυψώ Μέγκουλα ¬ Δημήτριος Γ. Μάτσας-Μαυρογένης (Αρχαιολόγος) ¬ Χρύσα Κ. Καραδήμα (Αρχαιολόγος).

–1804. Αγορά χωραφιού. Τζιπίδος 1804, Οκτωβρίου 23. «Ενώπιον των μαρτύρων ιερέων Ρούσσου, πριμικηρύου, και του πρ. σακελλίωνος Δημητρίου Τζιώτη, και του Δημητρίου Γαβαλά, ο Πέτρος Νιώτης πωλεί στον Ιωάννη Βαρούχα στον Τριό ένα κρεμμυδοχώραφο εκτάσεως μίας ζευγαριάς για 100 γρόσια καθώς και ένα χωράφι εις τα Λιβάδια τα Τσιπιδινά για γρόσια 80». Το έγγραφο συνέταξε ο Νικόλαος Μπιάζος.

–1820. Προικοσύμφωνο Νικολάου Μωραΐτη και Κατερινακίου Κονταράτου (Μάρμαρα, 3 Νοεμβρίου 1820).

«εις δόξαν Χριστού αμήν του αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος Προκοπίου.

+ Έθος παλαιόν επεκράτησεν και νόμος εδόθη παρά Θεού Παντοκράτορος, έφησε Παύλος το της Εκκλησίας εδρέωμα, εθέσπισαν οι θεοφόροι πατέρες συμφωνίας υπανδείας και καθαρόν συνοικέσιον, καθώς ορίζει η αγία καθολική εκκλησία. Ούτω σύν Θεώ αγίω ερχόμενα τα δύο μέρη, το ένα μέρος ο παπα –κύρ Κωνσταντίνος Γεμελιάρης και το έτερον μέρος ο κύρ Δημήτριος Μωραΐτης, διά να λάβη ο υιός του Νικολάκης την ανεψιάν του παπά ονόματι Κατερινάκη διά γυναίκαν του νόμιμον και ευλογητικήν του, και διό γράφει ο παπά –κύρ Κωνσταντίνος την εικόνα του Τιμίου Σταυρού, τα εισόδια της Θεοτόκου και τα επίλοιπα τα όσα της ευρέθησαν τα γονικά της, τα οσπίτια της καθώς ευρίσκονται τα γονικά της με τους αέρηδες τους και με ταις τοποθεσίαις τους, από συρμή του οσπιτίου τρείς κασέλαις, ένα τραπέζι, δύο καρέγλαις μακριαίς και μικραίς, τέσσερα δακτυλίδια μαλαγματένια, ένα κορδόνι μαλαγματένιο με κορφή, ένα λαιμόν ποτόνια με ένα σταυρόν, μίαν φορεσιάν ρούχα ατλαζένια, άλλην φορεσιά παρακατιανή, τέσσερα ζευγάρια σεντόνια με πλεκτά και δύο σκλέτα, και πέντε κουρτούναις, ένα στρώμα γεμάτον με μαλλί και ένα ψιδί και παννί πήχες: 53: πετζέταις: 12: ένα ταβλομάντηλον, τέσσεις νιφτόμπολαις, μίαν τουζίνα  πιάτα εγγλέζικα και άλλην μίαν χοντρά, ένα καντηλιέρι πρού ζινον από δε τα υποστατικά, το χωράφι εις τον Τίμιον Σταυρόν σύμλιος ο άνωθεν παπάς, έτερον χωράφι εις το ομοίον μέρος πλησίον Μαργαριταράκη Μπιάζενα (Βιάζη), ένα λιβαδάκι πλησίον Αντωνάκης Ραγκούσης, ένα εξαμπέλισμα στην Κολυβού πλησίον Κωνσταντίνος Σιφάκης, το χωράφι εις την Σκαμνιάν πλησίον η κυρά – Μαργαριταράκη Μπιάζη, το χωράφι εις τον Πλακωτόν πλησίον Μανολιός Άγουρος, το χωράφι εις τον Άγιον Βασίλειον πλησίον ο αυτός τις μάνδραις με το αλώνι, ένα χωράφι εις τον Άγιον Βασίλειον πλησίον ο παπάς, το χωράφι εις τους Μαγιαλούπους πλησίον Δημήτρης Στέλλας ένα αμπέλι όπου είναι εις την Γλυφάδα (Γλυφάδες) πλησίον Μαρουσάκη Μπελέγρα χωράφι εις ταις Αγκαθιαίς πλησίον Γεώργης Φιλίνης μίαν ελαίαν εις τον Άγιον Ιωάννης της κερά Αντριάνας τέσσερα χαρανιά μικρά και μεγάλα δύο τηγάνια, έξε τζάραις, ένα ξυλοβούτζι, δύο βουτζά του κρασιού μίαν κρεβαταριάν, τέσσερεις απλάδεναις μεγάλες.

Από δε το έτερο μέρος ο κυρ Δημήτριος δίδει του υιού του Νιολάκη την εικόνα του Αγίου Βασιλείου, τα οσπίτια της μητρός του καθώς ευρίσκονται, το χαρανί της ρακής: 8 τζάραις, ένα βουτζί, δύο ζευγάρια σεντόνια με τα πλεκτά, τρία ζευγάρια σκλέτα, τρείς κουρτούναις, δύο μοναίς και η άλλη μεταξωτή, ένα στρώμα γεμάτον και μίαν μαξελάραν, ένα πάπλωμα καινούριον, δώδεκα πετζέταις φίναις, ένα τραπεζομάντιλον φίνον και έτερον χοντρό ένα ζευγάρι σκολαρίκια μαλαματένια, δύο δακτυλίδια μαλαματένια, ένα ζευγάρι σκολαρίκια μαλαματένια, δύο δακτυλίδια μαλαματένια, ένα ζευγάρι φιούμπες ασημένιαις: 14 κουμπιά ασημένια, δύο ασημένια πιρούνια, μίαν τουζίνα μαχαιροπίρουνα, μίαν πιάτα και πέντε αλάδεναις, δύο καντηλιέρια, μία κασέλα καρυδένη από δε τα υποστατικά, το χωράφι εις τον Σχίνον, πλησίον Μανολιός Άγουρος, το εξαμπέλισμα εις την Ευαγγελίστρα, πλησίον καπετάν Δημητρακης, το λιβάδι εις τον Βρόντα πλησίον ο αυτός αποθανόντας του, ένα χωράφι εις τα Φυρόγια πλησίον Μανολιός Άγουρος, άλλο χωράφι εις τον Κάψαλον πλησίον Άγιος Αντώνιος δέκα κεφάλια πρόβατα, ένα βόδι, και μίαν αγελάδα, την μάνδρα την αξεστέαστην πλησίον Αννάκη του Μανολιού. Ταύτα πάντα και την ευχήν των γονέων τους έτι του δίδει και μετρητά γρόσια: 500: δίδει της και ο πάρπα της ο παπά κύρ Κωνσταντίνος: 1000.

Κωνσταντίνος ιερεύς Κομπαδάκης

Έγραψα το παρον και πιστώς μαρτυρώ.

–1821. Ίσως το σπουδαιότερο μέλος της οικογένειας Μαύρου της Πάρου ήταν ο Αλέξανδρος Μαύρος, φημισμένος έμπορος της Οδησσού και της Κωνσταντινούπολης, ένας από τους κορυφαίους Φιλικούς, που είχε διατελέσει και ταμίας της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία είχε μυήσει και παριανούς που είτε κατοικούσαν στα μέρη εκείνα είτε τον επισκέπτονταν, όπως ο Σπυρίδων Βιάζης – Μαύρος και ο Παναγιώτης Δημητρακόπουλος, ο προύχοντας της Νάουσας που ξεσήκωσε στην Επανάσταση τους Παριανούς, στις 24 Απριλίου 1821.

–1829. Σε έγγραφο της Εκατονταπυλιανής «Εν Παροικία της Πάρου» την 19 Μαΐου 1829 αναφέρονται οι εκλογείς της επαρχίας Πάρου και Αντιπάρου: Αθανάσιος Μαύρος, Μ.Μ. Μαυρογένης, Δημήτριος Καλαβρός, Νικ. Μαλατέστας, Ιω. Μεταξάς, Θ. Ρικιέρης, Ιάκωβως Λουκής, Ν. Μωραΐτης, Μιχαήλ Τζιγώνιας, Ιω. Βαλσαμής, Ευστράτιος Στάμενας, Ζέπος Δελαγραμμάτης, Ν. Κονταράτος, Ν. Ρούσσος, Γεώργιος …, Τζανής Μάτζας, Δαμιανός Μπιάζης, Γεώργιος Βιτζαράς.

–1831. Στις 6 Ιουνίου 1831. Ιδρύεται Μνημονία στην Αντίπαρο με πρώτο μνήμονα τον Δαμιανό Βιάζη. Η Μνημονία ήταν το συμβολαιογραφείο επί Καποδίστρια, και μνήμονες αναφέρονται στην Παροικιά ο Δημήτριος Καλαβρός και στον Τσιπίδο ο Μιχαήλ Τσιγώνιας (έγγραφο 27 Οκτωβρίου 1831).

–1843. Στις 17  Οκτωβρίου 1843 η συνέλευση της αντιπολίτευσης επαναλαμβάνεται, αλλά πάλι χωρίς τον Δήμαρχο Θ. Καμπάνη ο οποίος κατηγορείται από τους παρευρισκομένους ότι «αισθάνεται ανώτερος του νόμου και προβάλει ανύπαρκτες προφάσεις». Η συνέλευση αποφασίζει να προχωρήσει στην εκλογή χωρίς τον Δήμαρχο! Πρόεδρος ανέλαβε ο Δ. Χαμάρτος και προσυπέγραψαν τα 5 γεροντότερα μέλη Ν. Πούλιος, Ιωάννης Καπαρός, Λεονάρδος Κονδύλης, Ηλίας Σαράντος, Νικόλαος Ρούσσος. Οι εκλογείς ήταν οι εξής:
Πόλις Παροικίας (Δήμαρχος Θ. Καμπάνης): Ζώρζης Μ Μαυρογένης, Δημήτριος Χαμάρτος, Πέτρος Μαυρομμάτης, Ν Α Ψαράκης, Αντ Ελ Χαμάρτος, Λεονάρδος Κονδύλης.
Κωμόπολις Λευκών (Πάρεδρος Κωνσταντίνος Χανιώτης): Εμμανουήλ Ν Αρκάς, Νικόλαος Γ Ρούσσος, Νικόλαος Γ Παντελαίος, Ιωάννης Α Δεσύλλας.

Κωμόπολις Ναούσης (Δήμαρχος Ν. Μαλατέστας): Δημήτριος Π Δημητρακόπουλος, Ηλίας Σαράντος, Ιωάννης Μεταξάς, Αντώνιος Κορτιάνος (δεν παρευρέθη λόγω ασθενείας).
Χωρίον Κώστου(Πάρεδρος Ιωάννης Α. Καπαρός): Ιωάννης Α Καπαρός, Αναστάσιος Ρούσσος
Χωρίον Δραγουλά (Πάρεδρος Νικήτας Ν. Άγουρος): Γεώργιος Κληρονόμος
Χωρίον Μαρμάρων (Πάρεδρος Νικήτας Ν. Άγουρος): Ιωάννης Γιαννουλάκης, Νικήτας Άγουρος (δεν παρευρέθη λόγω ασθενείας).

Χωρίον Τσιπίδου (Δήμαρχος Μαρπήσσης ΓΣ Δελαγραμμάτης): Νικόλαος Βατιμπέλας, Νικόλας Πόυλιος, Γεώργιος Σ Δελαγραμμάτης (απών).

Χωρίον Ωλιάρου (Πάρεδρος Δ. Βιάζης): Παναγής Καλάργυρος, Ματθαίος Μαούνης.
Τα αποτελέσματα ανέδειξαν πληρεξουσίους Πάρου τους Δ. Π. Δημητρακόπουλο (21 ψήφοι) και Ζ. Μάτσα Μαυρογένη (21). Συμμετείχαν και οι Νικόλαος Ψαράκης (Παροικιά, 11 ψήφοι), Ν. Βατιμπέλας (Τσιπίδος, 7), Λεονάρδος Κονδύλης (Παροικία, 7), Νικόλαος Μαλατέστας (Νάουσα, 6 ψήφοι), Κωνσταντίνος Δαμίας (Παροικία, 6), Π. Μαυρομάτης (Παροικία, 6).

Ο Δήμαρχος Πάρου αρνήθηκε να επικυρώσει τις υπογραφές και συνεπώς την εκλογή.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Ωλιάρου είναι εγγεγραμμένος ο 26χρονος κτηματίας Πέτρος Δ. Βιάζης.

–1855. Το 1855 γεννιέται ο Ιωάννης Δημ. Βιάζης. Απεβίωσε το 1929. Παντρεύτηκε την Αικατερίνη Ζησιμοπούλου και υιοθέτησαν μια κόρη την Άννα.

–1847. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 53χρονος κτηματίας Δαμιανός Βιάζης.

–1864. Το 1864 γεννιέται ο Βιάζης Δαμιανός του Αντωνίου ιατρός κάτοικος Παροικιάς.

–1870. Εξωμανδρι του Βιάζη στον Δραγουλά 1870.

–1870. Διαθήκη Νικήτα Ν. Σιφάκη (Δραγουλάς, 12 Μαρτίου 1870) «εις την θυγατέρα αυτού Ταρώ, σύζυγο Εμμανουήλ Αλιπράντη, αφήνει μιαν άμπελον εκ ζευγαριών τεσσάρων κατά την θέσιν Καλαμίτσαν του αυτού δήμου Μαρπήσσης». «εις την θυγατέρα αυτού Μαριγώ αφήνει δύο εξωμάνδρια εις θέσν Σμυρίγλια του Δήμου τούτου, ομορεύοντα με εξωμάνδριον Βιάζη Καρούτσα, Γεωργίου Ρωμανού και ετέραν του διαθέτουν, με την παρατήρησιν ότι αν ποτέ ήθελε γίνει εξόρυξις σμύριδος εξ αυτών να είναι προς όφελος εξίσου αυτής και της αδερφής αυτής Ταρώς διαδοχικώς και εις τους κληρονόμους αυτών».

–1889. Μαρμάρινη πλάκα στον ενοριακό ναό της Ζωοδόχου Πηγής στην Παροικιά, η οποία σήμερα είναι εντοιχισμένη πάνω από τη νότια θύρα του ναού και η οποία αναγράφει τα εξής: «Ο ιερός ώδε ναός οικοδομηθείς το πρώτον εν έτει 1784 νυν εξ εδάφους ανεκαινίσθη συνδρομή ευσεβών Παρίων και επιμελεία Δημάρχου Ιωάννου Κ. Μάτσα και των εκκλησιαστικών επιτρόπων Δημητρίου Ζαφειρόπουλου, Ιωάννου Δ. Βιάζη και Γεωργίου Πατέλη, αρχιμανδρίτου 1889.

–1895. Το 1895 γεννιέται στην Αντίπαρο Βιάζη Ι. Παρασκευή, μετέπειτα σύζυγος του Γεώργιου Φαρούπου.

–1900. Το 1900 γεννιέται η κάτοικος Αντιπάρου Βιάζη Κλαίρη του Ιωάννη, μετέπειτα σύζυγος Κωνσταντίνου Τριαντάφυλλου.

–1903. Στα 1903 έχουμε τις εκλογές για την ανάδειξη Δημάρχων, Δημαρχικών παρέδρων και Δημοτικών Συμβούλων.

Για την υποψηφιότητα ως Δημαρχιακού Παρέδρου στην Παροικιά, η εφημερίδα «Αιγαίον» γράφει στις 30 Αυγούστου 1903:  Δημαρχικοί άρεδροι εξελέγησαν στην Παροικιά ο Νικηφόρος Κυπραίος, ο Αλέξανδρος Μαυρογένης και ο Ανδρέας Γ. Παπακωνσταντίνου και Δημοτικοί Σύμβουλοι του Δήμου Πάρου (Παροικιάς) οι: Κων. Ν. Κονδύλης, Στυλ. Ξ. Καμπάνης, Δ. Μαύρος, Δ. Αργυρόπουλος, Ανδρ. Ψαράκης, Ανδρ. Βαρούχας, Νικ. Βάλληνδρας, Ιωάν. Δ. Βιάζης, Ιωάν. Νικηφόρος, Δημήτρης Πρωτόδικος, Λεων. Βενιέρης, Στ. Μαύρος.

–1904. Το 1904 ετελέσθησαν οι γάμοι του Δημητρίου Μ. Πρωτοδίκου, κτηματία, και της Σοφίας Α. Νικηφόρου. Τους νυφικούς στεφάνους αντήλαξαν ο ιατρός Βιάζης και η Ειρήνη Ν. Κρίσπη (Αιγαίων φ. 130, 10 Απρ. 1904).

–1907. Η εφημερίδα «Αιγαίον» στο φ. 260, 14 Ιουλίου 1907 ανακοινώνει: «Όπως πάντοτε εν πλήρει ησυχία και τάξει διεξήχθησαν την προπαρελθούσαν Κυριακήν αι δημοτικαί εκλογαί, εκλεχθέντων δημάρχων του μεν δήμου Πάρου του κ. Πέτρου Μπάου, επί οκταετίαν ήδη τοιούτου, Υρίας του κ. Φραγκ. Χανιώτου, Ναούσης του κ. Σπυρίδωνος Κονταρίνη και Μαρπίσσης κ. Σταματίου Μαλαματένιου. Δημοτικοί Σύμβουλοι εκ του Δήμου Πάρου εξελέγησαν κατά σειράν επιτυχίας οι κάτωθι: 1)Ηρακλής Φωκιανός 2) Ιωάν. Νικηφόρος 3) Γεώργιος Πελοποννήσιος 4) Ιωάν. Βιάζης 5) Δημ. Μαύρος 6) Νικόλαος Φραγκούλης 7) Αθανάσιος Μαρινόπουλος 8) Γ. Γράβαρης 9) Δημ. Καλλίερος 10) Χρ. Πανταζόπουλος 11) Αθαν. Μαύρος».

–1907. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 42 ετών υπάλληλος Ιωάννης Αντ. Βιάζης έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 5 Ιανουαρίου 1907.

–1907. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1907 κάτοικος Αντιπάρου Βιάζης Δαμιανός του Πέτρου εργάτης και ο Βιάζης Στυλιανός του Ιωάννη έμπορος.

–1908. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1908 κάτοικος Αντιπάρου Βιάζης Δαμιανός του Γεράσιμου γεωργός.

–1911. Το 1911 γεννιέται στην Αντίπαρο η Ελένη Ι. Βιάζη, μετέπειτα σύζυγος του Ιωάννη Μαριάνου.

–1911. Γεώργιος Π. Βιάζης, ιδιοκτήτης καφενείου στην Αντίπαρο το 1911.

–1911 Δαμιανός Αντ. Βιάζης, ιατρός στην Αντίπαρο.

–1915. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1915 κάτοικος Αντιπάρου Βιάζης Μάρκος του Πέτρου εργάτης.

–1928. Το 1928 γεννιέται ο Βιάζης Αντώνιος του Γεράσιμου, κάτοικος Αντιπάρου.

–1950. Σε εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 2 Σεπτεμβρίου 1950 υπάρχει εγγεγραμμένη η Βιάζη Φλώρα, όνομα συζύγου Στυλιανού, όνομα πατρός Κ. Τριαντάφυλλος.

–1951. Στις 10 Μαΐου 1951. Αποτελέσματα Κοινοτικών Εκλογών Αντιπάρου: Ψήφησαν 220: Του Κόμματος «Ρεύματος» (Φιλελευθέρων) έλαβον ψήφους: Στυλιανός Ι. Βιάζης 133, Ιωάννης Κ. Τριαντάφυλλος 130, Δημ. Εμμ. Πατέλης 128, Δαμιανός Γερ. Βιάζης 124 και Δημ. Γ. Καράντζας 119.

Του Κόμματος «Βιολέτα» (Λαϊκού) έλαβον: Στρατής Παναγιώτης Ρούσσος 104, Θεολόγος Παντελ. Καλάργυρος 102, Ιωάννης Ξενοφ. Μαριάνος 92 και Ιωάννης Κ. Φαρούπος 86.


–Βίγλας: Πατριδωνύμιο τοπωνύμιο –Γόνοι Δελαγραμματαίων Παροικίας: Τζώτζης Συμ. Δελαγραμμάτης *1 (1770) Νοτάριος – Πρόξενος της Ρωσίας στα Ορλωφικά στην Πάρο: Ελένη Δελαγραμμάτη ¬ Μάρκος Μάτζας Μαυρογένης *4 (Δήμαρχος-Βουλευτής) ¬ Μαρουσώ Δ. Δημητρακοπούλου, Ερατώ Νικ. Κονδύλη, Αγγελική Δαμία, Πέτρος Μάτζας Μαυρογένης ¬ Καλυψώ Ζαννή Μάτζα ¬ Μάρκος Μαυρογένης ¬Χαϊδεμένη Σπ. Κρίσπη ¬ Καλυψώ Μάρκ. Μαυρογένη ¬ Κων/νος Ιω. Γράβαρης (Συμβολαιογράφος) ¬ Ιωάννης Κων. Γράβαρης (Συμβολαιογράφος) ¬ Μαρία Χανιώτη ¬ Κων/νος Ι. Γράβαρης (Επιχ/τίας) ¬ Αντιγόνη Γ. Βίγλα (Φαρμακοποιός).

 

Βιδάλης: Το επώνυμο Βιδάλης ή Βιτάλης ανήκει σε εκείνες τις παλιές οικογένειες του Αιγαίου που φαίνεται να συνδέονται με τη μακραίωνη παρουσία των Βενετών στην Ανατολική Μεσόγειο. Σύμφωνα με την ερευνήτρια Χρυσάνθη Τσικριτσή – Κατσιανάκη, οι τύποι Βιδάλης και Βιτάλης αποτελούν παραλλαγές της ίδιας ιταλικής οικογένειας Vidali, μιας οικογένειας με παρουσία στη Βενετία και στις βενετοκρατούμενες περιοχές.

Το επώνυμο συναντάται ήδη από τον 16ο αιώνα στην Κρήτη, όπου οι Vidali καταγράφονται ανάμεσα στις οικογένειες της βενετικής διοίκησης και των εμπόρων. Το 1536 αναφέρονται οι Nico και Pero Vidali μεταξύ των στρατευσίμων των Χανίων, ενώ αργότερα, το 1644, η οικογένεια καταγράφεται στους Nobili Cretensi di Canea (Χανιά), καθώς και στους εμπόρους της Κρήτης. Σημαντική μορφή υπήρξε ο Hieronymus Vidalis, ο οποίος το 1647 εμφανίζεται στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας.

Μετά την πτώση του Χάνδακα το 1669, αρκετές κρητικές οικογένειες μετακινήθηκαν προς τα Επτάνησα και άλλες περιοχές του ελληνικού χώρου. Μεταξύ των προσφύγων της Κρήτης στην Κέρκυρα το 1683 αναφέρονται πρόσωπα με το επώνυμο Vitali, γεγονός που επιβεβαιώνει τη διάδοση της οικογένειας στις περιοχές υπό βενετική επιρροή.

Στην Πάρο η παρουσία των Βιδάληδων μαρτυρείται ήδη από τα τέλη του 16ου αιώνα. Το παλαιότερο μέχρι σήμερα γνωστό τεκμήριο είναι από τα Μάρμαρα της Πάρου, όπου σε πωλητήριο έγγραφο της 1ης Απριλίου 1597 εμφανίζεται ως μάρτυρας ο:

«Μαστροϊωάννης Βιδάλης»

Η παρουσία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς αποδεικνύει ότι η οικογένεια είχε εγκατασταθεί στην Πάρο ήδη κατά την ύστερη περίοδο της βενετικής κυριαρχίας στο Αιγαίο.

Κατά τους νεότερους χρόνους, κλάδοι της οικογένειας Βιδάλη εμφανίζονται με καταγωγή από την Τήνο, ενώ μέλη τους εγκαταστάθηκαν στην Παροικιά και στον Κώστο της Πάρου, συνεχίζοντας την παρουσία του επωνύμου στο νησί.

Η ιστορία των Βιδάληδων αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα της πολυπολιτισμικής ταυτότητας της Πάρου, όπου οικογένειες με ρίζες από τη Βενετία, την Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου ενσωματώθηκαν στην τοπική κοινωνία και έγιναν μέρος της ιστορικής συνέχειας του τόπου.

Βιδάλης: ένα παριανό επώνυμο με ίχνη που οδηγούν στη Βενετία, στην Κρήτη και στην παλιά κοινωνία των Μαρμάρων.

–1597. Σε πωλητήριο έγγραφο Μαρμάρων της 1 Απριλίου 1597 υπογράφει ο Μαστροιωάννης Βιδάλης μάρτυρας.

–Από τα τέλη του 20ου αι. κλάδοι της οικογένειας Βιδάλη με καταγωγή από την Τήνο. Κάτοικοι Παροικιάς και Κώστου. 

 

Βιδούρης:

–1887. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 65χρονος βυρσοδέψης Λάζαρος Νικ. Βιδούρης, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 23 Ιανουαρίου 1887.

 

Βιζάσης: ίσως πρόκειται για την οικογένεια της Νάουσας Βιάζη ή Μπιάζη.

–1733. Πρακτικό εκλογής απεσταλμένων του κοινού της Νάουσας στην Κωνσταντινούπολη στις 26 Οκτωβρίου 1733 αναφέρεται ο Βιζάσης.


Βιντζηλαίος: Βλέπε Βιτζηλαίος, Βιντζηλαίος.

 

Βιόλας:

–1738. Το 1738 αναφέρεται ο δοτόρε Πάρου Βιόλας.

 

Βιτάλης:

–1718. Χωράφι στον Άμπελο σύμπλιος Ζεπάκης Βιτάλης από τον Αλισάφη.

 


–Βιτζηλαίος ή Βιντζηλαίος ή Μπιτζιλαίος ή Μπιτζηλαίος ή Πιτζηλαίος: Η οικογένεια Βιτζηλαίου, που απαντά επίσης ως Βιντζηλαίος, Μπιτζηλαίος, Μπιντζηλαίος, Πιντζηλαίος και Πιτζηλαίος, αποτελεί μία από τις χαρακτηριστικές οικογένειες του Άσπρου Χωριού της Πάρου. Η οικογενειακή παράδοση του παριανού κλάδου αναφέρει ως τόπο προέλευσης τη Νάξο και ειδικότερα την Κωμιακή, ενώ η ίδια παράδοση τοποθετεί την εγκατάσταση στην Πάρο το 1860. Η ναξιακή καταγωγή επιβεβαιώνεται και από παλαιότερη καταγραφή της οικογένειας στην Κωμιακή, όπου αναφέρεται ότι οι Βιτζηλαίοι του Άσπρου Χωριού θεωρούσαν πως κατάγονταν από το χωριό.

Οι παλαιότερες μαρτυρίες στη Νάξο

Η ιστορία του επωνύμου στην Κωμιακή είναι αρκετά παλαιότερη. Σε έγγραφο του 1694 αναφέρεται ο Γεώργιος Μπίτζης, ενώ σε φορολογικό κατάστιχο της Κωμιακής του 1757 καταγράφονται οι Γιώργης, Δημήτρης, Κωνσταντής και Καλή Μπιτζηλέου. Η τοπική έρευνα θεωρεί ότι από το παλαιότερο Μπίτζης προέκυψε το Μπιτζηλέος, με την έννοια του ανθρώπου «του Μπίτζη» ή απογόνου του. Η γλωσσική εξέλιξη προς τους μεταγενέστερους τύπους Βιτζηλαίος/Βιντζηλαίος δεν μπορεί να θεωρηθεί απολύτως λυμένη.

Για την απώτερη καταγωγή των ναξιακών Μπιτζηλαίων έχουν διασωθεί διαφορετικές παραδόσεις. Η έρευνα της Κωμιακής διακρίνει τρεις διαφορετικούς κλάδους: έναν που συνδέεται με το Αϊβαλί, έναν κρητικής προέλευσης και έναν που συνδέεται με τους Μπέκουδους ή Λιαρμάκηδες. Επομένως, η παλαιότερη άποψη ότι οι Βιτζηλαίοι της Πάρου ήταν Κρητικής καταγωγής δεν μπορεί να θεωρηθεί τεκμηριωμένη. Ειδικά για τους Ξιδάδες, η ίδια παράδοση αναφέρει ότι ήταν «οι Βιτζηλαίοι της Χώρας και ίσως της Πάρου»·.

Ιδιαίτερη θέση στην τοπική μνήμη κατέχει και ο Βιτζηλαιαδίστικος, παραδοσιακός ανδρικός χορός της Κωμιακής, που πήρε το όνομά του από την οικογένεια των Βιτζηλαίων.

Η παλαιότερη ρίζα του «Μπιτζηλ-»

Στην Κρήτη απαντούν συγγενείς τύποι, όπως Μπίτζος, Μπίτζιος και Μπιτζίνης, ενώ έχει προταθεί σύνδεση του Μπίτζος με το βενετικό Bizzo και των Μπίτζης/Μπίτζιος με το ιταλικό Bigi, από το bigio («γκρίζος»).

Έτσι, η πιο ασφαλής υπόθεση σήμερα είναι: Μπίτζης → Μπιτζηλέος → Μπιτζηλαίος → Βιντζηλαίος/Βιτζηλαίος, με πιθανό παλαιότερο ιταλοβενετικό ονοματολογικό υπόβαθρο, αλλά χωρίς ακόμη οριστική απόδειξη της αρχικής ετυμολογίας.

Η εγκατάσταση στην Πάρο

Η παράδοση του Άσπρου Χωριού αναφέρει ότι οι Βιτζηλαίοι κατάγονταν από την Κωμιακή και ότι ο Γιώργος Βιτζηλαίος, από τη Νάξο, εγκαταστάθηκε στο Άσπρο Χωριό το 1860. Οι απόγονοί του συνδέθηκαν με σημαντικές εκτάσεις στο Άσπρο Χωριό, περιοχή γνωστή παλαιότερα ως «των Αξώτω».

Ο Γιώργος Βιτζηλαίος που, σύμφωνα με την παράδοση, εγκαταστάθηκε το 1860 στην Πάρο, μπορεί να ήταν ο πατέρας του Οδυσσέα που γεννήθηκε το 1837. Στην περίπτωση αυτή δεν θα επρόκειτο για μεμονωμένη μετακίνηση, αλλά για εγκατάσταση οικογενειακού πυρήνα από τη Νάξο στην Πάρο.

Παράλληλα, το 1847 εμφανίζεται στις Λεύκες ο Ιωάννης Γ. Μπιτζιλαίος, 25 ετών, ενώ αργότερα καταγράφονται ο Κωνσταντίνος και ο Κυριάκος του Ιωάννη. Δεν αποκλείεται να ανήκε στην ίδια οικογένεια με τον Οδυσσέα, όμως και αυτή η συγγένεια παραμένει προς απόδειξη.

Ο Κάμπος του Άσπου Χωριού και «των Αξώτω»

Η οικογένεια συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον Κάμπο του Άσπρου Χωριού, όπου απέκτησε σημαντικές αγροτικές εκτάσεις. Η περιοχή αναφέρεται παλαιότερα ως «των Αξώτω».

Η μακρά παραμονή στην περιοχή συνδέθηκε με τη γεωργική ζωή των Λευκών και του Άσπρου Χωριού. Οι Βιτζηλαίοι αποτέλεσαν σταδιακά οργανικό τμήμα της τοπικής κοινωνίας, ενώ η οικογενειακή παρουσία αποτυπώνεται σε εκλογικούς καταλόγους, μητρώα αρρένων, γάμους και άλλες κοινοτικές καταγραφές. Οι πολλές γραφές του επωνύμου —Μπιντζηλαίος, Πιντζηλαίος, Πιτζηλαίος, Πιτιλαίος, Πιτσιλέος, Μπιτζηλαίος και Βιντζηλαίος— αποδίδονται από τον Ευάγγελο Καστανιά κυρίως σε φωνητικές και ορθογραφικές παραλλαγές του ίδιου επωνύμου.

Μια οικογένεια με συνεχή παρουσία στην Πάρο

Κατά τις επόμενες γενιές οι Βιτζηλαίοι πολλαπλασιάστηκαν και παρέμειναν στενά συνδεδεμένοι με τις Λεύκες και το Άσπρο Χωριό, ιδιαίτερα με την περιοχή του Κάμπου. Οι καταγραφές των τελών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα μαρτυρούν τη συνέχεια διαφορετικών οικογενειακών γραμμών, μεταξύ άλλων του Οδυσσέα Βιτζηλαίου του Γεωργίου, του Ιωάννη Βιτζηλαίου του Κυριάκου, του Οδυσσέα του Παναγιώτη, του Ιωάννη του Κωνσταντίνου, καθώς και μεταγενέστερα του Γεωργίου και του Νικολάου Βιτζηλαίου.

Η οικογένεια δεν περιορίστηκε στην αγροτική ζωή. Ο Γεώργιος Κ. Μπιτζηλαίος συνδέεται με επισκευές και δωρεές σε ναούς των Λευκών κατά τις δεκαετίες 1930, ενώ ο Ιωάννης Π. Βιτζηλαίος συμμετείχε στα κοινοτικά πράγματα των Λευκών, καταγράφεται στο Κοινοτικό Συμβούλιο το 1947 και στις κοινοτικές εκλογές του 1951.

Ιδιαίτερη θέση κατέχει ο Στέφανος Γ. Βιτζηλαίος, ο οποίος το 1966 εξέδωσε μαθηματικό βοήθημα για τη Γ΄ Γυμνασίου, έκδοση που έχει καταχωριστεί στη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων. Η παρουσία του δείχνει ότι ο παριανός κλάδος ανέδειξε ανθρώπους και στον χώρο της εκπαίδευσης και των γραμμάτων.

Παράλληλα, ο Νικόλαος Βιτζηλαίος διασώζεται σε φωτογραφία του 1951 να παίζει κλαρίνο σε καφενείο της Παροικιάς, ενώ άλλες μεταπολεμικές μαρτυρίες δείχνουν τη συνέχιση της οικογένειας στις Λεύκες και στο Άσπρο Χωριό. Η παρουσία αυτή φθάνει έως τις μέρες μας, με χαρακτηριστική περίπτωση τον πρωτοπρεσβύτερο Νικόλαο Βιτζηλαίο, ο οποίος υπηρέτησε επί σειρά ετών στην εκκλησιαστική ζωή του Άσπρου Χωριού και απεβίωσε το 2026.

Ο Άρης Βιτζηλαίος αποτελεί χαρακτηριστική μορφή της νεότερης παριανής μουσικής παράδοσης. Είναι κατασκευαστής τσαμπουνών και τσαμπουνιέρης, έχοντας κατασκευάσει δεκάδες όργανα που ταξίδεψαν στην Πάρο, σε άλλα νησιά, αλλά και στην Αθήνα.

Έτσι, μέσα σε περίπου ενάμιση αιώνα, οι Βιτζηλαίοι πέρασαν από την αρχική εγκατάσταση του 19ου αιώνα στη δημιουργία ενός σταθερού παριανού κλάδου, με παρουσία στη γεωργία, την κοινοτική ζωή, την Εκκλησία, την εκπαίδευση και τον λαϊκό πολιτισμό.

Πηγές

Ν. Ι. Λεβογιάννης, Οι Μπιτζηλαιάδες της Κωμιακής· Παριανά ονόματα – επίθετα και οικόσημα, «Παριανά επίθετα Β και V»· Ευάγγ. Ν. Καστανιάς, «Οι πρόγονοί μας», Φιλελεύθερος Πάρου· Ν. Χ. Αλιπράντης, Τα τοπωνύμια της Πάρου, Αθήνα 1990.

–1837. Το 1837 γεννιέται ο Πητζηλαίος Οδυσσεύς. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 25χρονος γεωργός Ιωάννης Γ. Μπιτζιλαίος.

–1860. Το 1860 γεννιέται στις Λεύκες ο Μπιτζηλαίος Κωνσταντίνος του Ιωάννη. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1860. Γιώργος Βιτζηλαίος από τη Νάξο, εγκαταστάθηκε στο Άσπρο Χωριό το 1860.

–1862. Το 1862 γεννιέται στις Λεύκες ο Μπιτζηλαίος Γεώργιος του Οδυσσεύς. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1867. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος 1867. Πιντζιλαίος Κυριάκος του Ιωάννη.

–1875. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1875 ο Μπιτζιλαίος Παναγιώτης του Νικολάου.

–1876. Σε πίνακα των γάμων που τελέστηκαν το έτος 1876 στις Λεύκες αναφέρεται ότι ο 27χρονος Γ. Πιτζηλαίος του Ιωάννη και της Μαργαρίτας να νυμφεύεται την 20χρονη Κυριακή Δρακάκη του Δημητρίου και της Αικατερίνης.

–1882. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1882 ο Πιντζιλαίος Ιωάννης του Γεωργίου.

–1885. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1885 ο Πιντζιλαίος Ιωάννης του Μνήγου.

–1890. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1890 στις Λεύκες ο Μπιτζιλαίος Νικόλαος του Μνηγού.

–1891. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1891 στις Λεύκες ο Πιτζιλαίος Ιωάννης του Ιάκωβου.

–1893. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1893 στις Λεύκες ο Πιτζιλαίος Απόστολος του Νικολάου.

–1894. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1894 στις Λεύκες ο Μπιτζηλαίος Οδυσσέας του Γεωργίου.

–1896. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1896 στις Λεύκες ο Μπιτζιλαίος Ιωάννης τουΚυριάκου, ο Μπιτζιλαίος Οδυσεύς του Παναγιώτη και ο Μπιτζιλαίος Ιωάννης του Κωνσταντίνου.

–1900. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1900 στις Λεύκες ο Μπιτζιλαίος Ιωάννης του Παναγή.

–1901. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1901 στις Λεύκες ο Μπιτζιλαίος Αναστάσιος του Κυριάκου, ο Μπιτζιλαίος Γεώργιος του Μνηγού και ο Μπιτζιλαίος Νικόλαος του Γεωργίου.

–1902. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1902 στις Λεύκες ο Πιτζιλαίος Χριστόδουλος του Παναγιώτη.

–1905. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1905 στις Λεύκες ο Μπιτζιλαίος Νικόλαος του Παναγιώτη.

–1909. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1909 στις Λεύκες ο Μπιτζιλαίος Αγαπητός του Γεωργίου.

–1911. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1911 στις Λεύκες ο Μπιτζιλαίος Ηλίας του Παναγιώτη και ο Μπιτζιλαίος Νικόλαος του Παναγιώτη.

–1912. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1912 στις Λεύκες ο Μπιτζιλαίος Νικηφόρος του Γεωργίου.

–1923. Μέλος του Εξωραϊστικού Φιλοδασικού Συλλόγου Λευκών, εν Λεύκαις τη 17 Απριλίου 1923 ο Παναγιώτης Μπιτζιλαίος.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Μπιτζηλαίος Νικόλαος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος κοιν. Λευκών.

–1927. Το 1927 γεννιέται ο Μπιτζηλαίος Νικόλαος του Ιωάννη υποδηματοποιός κάτοικος κοιν. Λευκών.

–1928. Γεννιέται στις Λεύκες ο εκπαιδευτικός και συγγραφέας Νικόλαος Απ. Βιτζηλαίος. Απεβίωσε στην Αθήνα το 1996.

–1930. Μαρμάρινη πλάκα στην πρόσοψη του ναού της Αγίας Θεοδοσίας στις Λεύκες αναφέρει: «Επισκευάσθη δαπάνη Γεωργίου Κ. Μπιτζηλαίου, εν έτει 1930».

–1931. Σε εικόνα του Αγίου Γεωργίου στην Αγία Τριάδα Λευκών, στην αργυρή επένδυση υπάρχει η επιγραφή: «Δωρεά Β. Καριώτη, Δ. Καριώτη, Ιωάννη Γ. Κονταράτου, Ελ. Κωτ(η), Ν. Κοτ(η), Πέτρ. Μαρίν. Ρούσσου, Γ.Κ. Μπιτζιλέου, 1931».

–1947. Στις 20 Ιουνίου 1947, το στο Κοινοτικό Συμβούλιο Λευκών συμμετέχει και ο Ιωάννης Π. Βιτζηλαίος.

–1948. Στην «Φωνή της Πάρου» του 1948 διαφημίζει η Κατίνα Ι. Βιτζηλαίου το εργαστήριο γυναικείων φορεμάτων στην οδό Δυοβουνιώτου 33α στο Κουκάκι.

–1951. Σε Φωτογραφεία του 1951 ο Νικόλαος Βιτζηλαίος παίζει κλαρίνο σε καφενείο της Παροικιάς.

–1951. Πρόεδρος της κοινότητας Λευκών ο Νικόλαος Φρ. Περράκης το 1951-54. Στις 10 Μαΐου 1951. Αποτελέσματα Κοινοτικών Εκλογών Λευκών: Εξελέγησαν κατά σειράν επιτυχίας: Νικόλαος Φραγκ. Περάκης με ψήφους 240 επί ψηφισάντων 287, Παντελαίος Πέτρος 215, Παντελαίος Αντ. Εμμ. 198, Κοντός Τζανέτου Κωνσταντίνος 178, Καπούτσος Αντ. Μπενέτος 146, Βιντζηλαίος Π. Ιωάννης 100. Εκ των άλλων υποψηφίων έλαβαν ψήφους: Ηλίας Ανδρ. Ζουμής 97, Ανδρ. Ιωάν. Χανιώτης 90, Εμμ. Βασ. Ραγκούσης 74 και Γεώργιος Νικήτα Χανιώτης 59.

–1953. Σε μαρμάρινη πλάκα, που έχει εντοιχισθεί στην πρόσοψη του Αγίου Νικολάου Λευκών, αναφέρει: «Ανεκαινίσθη ο ιερός ούτος ναός εν έτει 1953 χορηγία αξιεπαίνω Χρυσ. Μαραγκοπούλου και υιού αυτής Κωνσταντίνου | φροντίδι δε Μαρίας Βιτζηλαίου και Νικολάου Κων. Καστανιά».

–1973. Σε προτομή στο ναό της Ζωοδόχου Πηγής στο Άσπρο Χωριό, εικονίζεται ο Άρχων Μιχαήλ «Δέησις οικογενείας Ιωάννου Π. Βιτζηλαίου 1973» «Δια χειρός Α. Νόνη».


Βιτζορέος: Βλέπε Βιτζαράς, Βιτσαράς, Βιτσορέος, Βιτζορέος.

 

Βιτσαδάκης ή Βιτζαδακης ή Βουτζαδάκης: Η οικογένεια Βιτσαδάκη, γνωστή στις παλαιότερες παριανές καταγραφές και ως Βιτζαδάκη, Βουτζαδάκη και Βουτσαδάκη, είναι μία από τις παλαιές οικογένειες της Νάουσας Πάρου. Η μέχρι σήμερα γνωστή τεκμηριωμένη παρουσία της στο νησί αρχίζει ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του ελληνικού κράτους και συνεχίζεται αδιάλειπτα μέχρι τις ημέρες μας.

Οι Κρήτες του Καλλέργη και η παράδοση των Βιτσαδάκηδων

Για την προέλευση της οικογένειας υπάρχει μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα παριανή ιστορική παράδοση, η οποία αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν συνδυαστεί με τις πρώτες αρχειακές μαρτυρίες. Σύμφωνα με αυτήν, οι Βιτσαδάκηδες ήταν μεταξύ των κρητικών οικογενειών που ήρθαν στην Πάρο με το τάγμα του άρχοντα Δημητρίου Καλλέργη, κατά το μεγάλο κύμα Κρητών που πέρασε από τις Κυκλάδες το 1823, στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Στην ίδια κατηγορία αναφέρονται οι Γαλανάκηδες και οι Τσουνάκηδες. Η παράδοση τους διαχωρίζει από τους Κρήτες που παρέμειναν στην Πάρο ως «άτακτοι» και συνδέθηκαν με λεηλασίες και συγκρούσεις με τον τοπικό πληθυσμό.

Η ίδια παράδοση δίνει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι οι οικογένειες αυτές διατήρησαν τα πραγματικά οικογενειακά τους επώνυμα, αντί να αποκτήσουν ένα νέο πατριδωνυμικό όνομα. Αντίθετα, για αρκετούς από τους Κρήτες που παρέμειναν στην Πάρο και χαρακτηρίστηκαν «άτακτοι», αναφέρεται ότι τα επώνυμά τους μετατράπηκαν αργότερα σε Κρητικός ή Χανιώτης κ.α.

Το 1824, μόλις έναν χρόνο μετά την κάθοδο των Κρητών του Καλλέργη στις Κυκλάδες, καταγράφονται στη Νάουσα οι Γεώργιος Βουτζαδάκης και Παναγιώτης Βουτζαδάκης.

Το επώνυμο

Η ετυμολογία του επωνύμου δεν μπορεί ακόμη να θεωρηθεί απολύτως βέβαιη. Έχει προταθεί σύνδεση με τις λέξεις βουτσί, βουτζί, βουτσάς ή βουτζάς, που σχετίζονται σε διάφορα ελληνικά ιδιώματα με το βαρέλι και την παραδοσιακή βαρελοποιία.

Η παλαιότερη παριανή έρευνα συνδέει ειδικότερα το όνομα με τον «πάτο του βαρελιού».

Οι πρώτοι Βουτζαδάκηδες στη Νάουσα

Η πρώτη μέχρι σήμερα γνωστή γραπτή μαρτυρία της οικογένειας στην Πάρο ανάγεται στο 1824.

Στο Δημοτολόγιο του Δήμου Νάουσας, όπου περιλαμβάνεται και ο Κώστος, καταγράφονται οι:

Γεώργιος Βουτζαδάκης
Παναγιώτης Βουτζαδάκης

Δεν γνωρίζουμε ακόμη από την ίδια την καταγραφή πότε ακριβώς εγκαταστάθηκαν στην Πάρο. Το γεγονός όμως ότι εμφανίζονται ήδη το 1824 υποδηλώνει ότι η εγκατάσταση είχε προηγηθεί.

Γεωργοί της Νάουσας

Στις 18 Μαρτίου 1844, σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Νάουσας, καταγράφονται:

Γεώργιος Βουτζαδάκης, 34 ετών, γεωργός.

Παναγιώτης Βουτζαδάκης, 28 ετών, γεωργός.

1878. Η οικογένεια στη Σύρο

Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα συναντούμε μέλη της οικογένειας και στην Ερμούπολη της Σύρου.

Στις 30 Μαρτίου 1878, ο Σπύρος Γ. Βιτσαδάκης, 29 ετών, ξυλουργός και κάτοικος Ερμούπολης, δηλώνει τον θάνατο του αδελφού του Σπύρου, 24 ετών, σιδηρουργού, γιου του Γεωργίου και της Μαλαματένιας.

Βουτσαδάκηδες στη Νάουσα

Η οικογένεια εξακολουθεί να καταγράφεται στη Νάουσα.

Σε εκλογικό κατάλογο του 1883 αναφέρονται:

Εμμανουήλ Βουτσαδάκης του Παναγιώτη, 36 ετών, γεωργός.

Σπύρος Βουτσαδάκης του Παναγιώτη, 40 ετών, γεωργός.

Η αναφορά του πατρωνύμου «του Παναγιώτη» παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς συνδέει τους δύο άνδρες με τον Παναγιώτη Βουτζαδάκη που συναντούμε στις παλαιότερες καταγραφές της Νάουσας.

Βουτζαδάκης και Βουτσαδάκης στην ίδια οικογένεια

Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα μαρτυρία για την εξέλιξη του επωνύμου βρίσκεται στον εκλογικό κατάλογο του 1885.

Ο Εμμανουήλ Βουτζαδάκης του Παναγιώτη και ο Σπύρος Βουτσαδάκης του Παναγιώτη καταγράφονται με διαφορετική γραφή του επωνύμου.

Οι πηγές δείχνουν μάλλον μια μακρά περίοδο φωνητικής και ορθογραφικής συνύπαρξης διαφορετικών τύπων.

Η επικράτηση του τύπου Βιτσαδάκης

Κατά τον 20ό αιώνα η μορφή Βιτσαδάκης είναι πλέον εκείνη που επικρατεί στην Πάρο.

Η εξέλιξη από Βουτζαδάκης → Βουτσαδάκης → Βιτσαδάκης δεν πρέπει να θεωρηθεί μηχανική ή απόλυτα γραμμική. Οι παλαιότερες καταγραφές δείχνουν ότι οι διαφορετικοί τύποι συνυπήρχαν, ενώ η σημερινή μορφή επικράτησε σταδιακά στη νεότερη Νάουσα.

Η οικογένεια, παράλληλα, παρέμεινε στενά συνδεδεμένη με τη θάλασσα και τα επαγγέλματα της Νάουσας.

Ναυτικοί και άνθρωποι της θάλασσας

Στις νεότερες οικογενειακές καταγραφές συναντούμε Παναγιώτη Βιτσαδάκη, με τους γιους του Σπύρο, Εμμανουήλ και Κωνσταντίνο, οι οποίοι συνδέονται με την αλιεία και τη ναυτοσύνη.

Ανάμεσά τους καταγράφεται και ο Γρηγόριος Βιτσαδάκης, γεννημένος το 1931, ο οποίος ακολούθησε το επάγγελμα του ναυτικού. Η μετατόπιση αυτή από τη γεωργία προς την αλιεία και τη ναυτοσύνη αντανακλά και τη γενικότερη οικονομική εξέλιξη της Νάουσας, ενός τόπου που από παλαιό αγροτικό χωριό εξελίχθηκε σε σημαντικό ναυτικό και αλιευτικό κέντρο της Πάρου.

Η κοινωνική παρουσία της οικογένειας

Στις 5 Απριλίου 1959, ο Παναγιώτης Βιτσαδάκης εξελέγη κοινοτικός σύμβουλος με τον συνδυασμό «Εργαζόμενοι». Η παρουσία του στα κοινοτικά πράγματα δείχνει τη συμμετοχή της οικογένειας στη δημόσια ζωή της Νάουσας κατά τον 20ό αιώνα.

Από τους πρώτους γεωργούς στη σημερινή Νάουσα

Η συνέχεια του επωνύμου είναι εμφανής και στη σημερινή Νάουσα, όπου το Βιτσαδάκης παραμένει συνδεδεμένο με επαγγελματικές δραστηριότητες, μεταξύ άλλων με την αλιεία και την εστίαση. Σύγχρονες καταχωρίσεις εξακολουθούν να καταγράφουν οικογένειες Βιτσαδάκη στη Νάουσα, ενώ το όνομα είναι ιδιαίτερα γνωστό στην τοπική κοινωνία.

Έτσι, από τους Γεώργιο και Παναγιώτη Βουτζαδάκη του 1824 φθάνουμε σε μία οικογένεια που εξακολουθεί να φέρει το ίδιο όνομα στη Νάουσα σχεδόν δύο αιώνες αργότερα.

Μια οικογένεια με δύο ονόματα στην ιστορική της διαδρομή

Η ιστορία των Βιτσαδάκη – Βιτζαδάκη – Βουτζαδάκη είναι χαρακτηριστική περίπτωση όπου η εξέλιξη ενός επωνύμου μπορεί να παρακολουθηθεί μέσα από τις ίδιες τις διοικητικές και ληξιαρχικές πηγές.

Η παλαιότερη γνωστή μορφή στην Πάρο είναι Βουτζαδάκης. Ακολουθεί η παράλληλη χρήση του Βουτσαδάκης, ενώ στη συνέχεια επικρατεί ο σημερινός τύπος Βιτσαδάκης.

Η οικογένεια εμφανίζεται αρχικά ως γεωργική οικογένεια της Νάουσας, στη συνέχεια αποκτά κλάδο με τεχνίτες στη Σύρο, ενώ στον 20ό αιώνα συνδέεται έντονα με την αλιεία, τη ναυτοσύνη και την κοινωνική ζωή της Νάουσας.

Η παράδοση για την κρητική καταγωγή παραμένει ένα ενδιαφέρον και πιθανό κεφάλαιο της προϊστορίας της οικογένειας. Η παρουσία του ίδιου επωνύμου στη δυτική Κρήτη, ιδίως στην περιοχή Κισσάμου–Ροδωπού, αποτελεί σημαντικό παράλληλο στοιχείο, αλλά όχι ακόμη απόδειξη συγκεκριμένης γενεαλογικής σύνδεσης.

Το βέβαιο είναι ότι από το 1824 και εξής οι Βουτζαδάκηδες, Βουτσαδάκηδες και αργότερα Βιτσαδάκηδες αποτελούν τεκμηριωμένο και διαρκές κομμάτι της ιστορίας της Νάουσας Πάρου.

Πηγές

Δημοτολόγιο Δήμου Νάουσας 1824 και εκλογικοί κατάλογοι 1844, 1883 και 1885, όπως αποδελτιώνονται στην έρευνα των παριανών επωνύμων.

Ληξιαρχικές και δημοτολογικές μαρτυρίες Ερμούπολης, για τον Σπύρο και τον Κωνσταντίνο Βιτσαδάκη και την παρουσία παριανών οικογενειών στη Σύρο.

Ιστορικές μαρτυρίες δυτικής Κρήτης και Κισσάμου, για την παράλληλη παρουσία του επωνύμου Βουτσαδάκης στην Κρήτη.

–1824. Στο δημοτολόγιο του Δήμου Νάουσας (συμπεριλαμβάνεται και ο Κώστος) το 1824, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Βουτζαδάκης Γεώργιος και Παναγιώτης.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (συμπεριλαμβάνεται και ο Κώστος), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 34χρονος γεωργός Βουτζαδάκης Γεώργιος και ο 28χρονος γεωργός Παναγιώτης Βουτζαδάκης.

–1878. Στις 30 Μαρτίου 1878 ο παριανός Βιτσαδάκης Γ. Σπύρος 29 ετών ξυλουργός κάτοικος Σύρου δηλώνει τον θάνατο του αδερφού του Σπύρου 24 ετών σιδηρουργός του Γεωργίου και της Μαλαματένιας κάτοικο Ερμούπολης. Ασθένεια: Νόσος χρ..

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο Βουτσαδάκης Εμμανουήλ του Παναγιώτη, 36 ετών, γεωργός και ο Βουτσαδάκης Σπύρος του Παναγιώτη, 40 ετών, γεωργός.

–1884. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 36χρονος ξυλουργός Κωνσταντίνος Γ. Βιτσαδάκης, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 11 Απριλίου 1884.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Βουτζαδάκης Εμμανουήλ του Παναγιώτη, 38 ετών, γεωργός από τη Νάουσα και Βουτσαδάκης Σπύρος του Παναγιώτη, 42 ετών γεωργός από τη Νάουσα.

–1931. Το 1931 γεννιέται ο μετέπειτα ναυτικός Βιτσαδάκης Γρηγόριος του Παναγιώτη.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 54χρονος κάτοικος Νάουσας, Βιτσαδάκης Παναγιώτης του Σπυρίδωνα, αλιεύς, ο 30χρονος αλιεύς Βιτσαδάκης Σπύρος του Παναγιώτη, ο 25χρονος αλιεύς Βιτσαδάκης Εμμανουήλ του Παναγιώτη και ο 23χρονος ναυτικός Βιτσαδάκης Κωνσταντίνος του Παναγιώτη.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Βιτσαδάκη Μαγδαληνή, όνομα συζύγου Εμμανουήλ, όνομα πατρός Σπύρου Μπαφίτη, η Βιτσαδάκη Μυρσίνη, όνομα συζύγου Κωνσταντίνος, όνομα πατρός Ιωάννης Πετρόπουλος.

–1959. 5 Απριλίου 1959. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΚΛΟΓΩΝ ΝΑΟΥΣΗΣ

Ψηφίσαντες 582 άκυρα 3

Συνδυασμός «ΕΞΩΡΑΪΣΜΟΣ» υπό του κ.κ. Σταύρον Κορτιάνον ψηφοδέλτια 325.

Εκλέγονται 4 οι εξής: Κορτιάνος Στ. σταυροί προτιμήσεως 227, Μπαφίτης Γ. Πέτρος 104, Μαλαματένιος Ν. Λεονάρδος 62 και Βελένζας Νικόλαος 58.

Συνδυασμός «ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ» υπό τον κ. Δημ. Καρποδίνην ψηφοδ. 153. Εκλέγονται δύο: Καρποδίνης Δ. με 127 και Βιτσαδάκης Παναγ. 37.

Συνδυασμός «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΣ» ψηφοδ. 108. Εκλέγεται ο αρχηγός του Συνδυασμού και νυν Πρόεδρος της Κοινότητος κ. Αντώνιος Σιφναίος με ψήφους 72.

ΤΑ ΦΑΙΔΡΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΕΙΣ ΝΑΟΥΣΑΝ

Εις τας Κοινοτικάς εκλογάς εν Ναούση υπέβαλον υποψηφιότητα 35 υποψήφιοι διεκδικούντες τας 582 ψήφους εις έκαστον των οποίων αντιστοιχούσι 16 ψηφοφόροι!

Την ορθήν κρίσιν εις τους 35, οι πλείστοι των οποίων υπέβαλον υποψηφιότητα δια καθαρώς προσωπικούς και εγωιστικούς λόγους, έδωσε ψηφοφόρος, όστις αντί ψηφοδελτίου έρριψεν εις την ψηφοδόχον την «ΦΩΝΗΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ»

Είθε η «ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ» να εισέλθη πραγματικά εις τα ώτα των μη ακουόντων Ναουσαίων ίνα μη συμβούν παρόμοιαι ανοησίαι εις μελλούσας Κοινοτικάς εκλογάς.

 

–Βιτσαράς ή Βιτζαράς ή Βουτζαράς ή Βιτζορέος ή Βιτσεράς: Μια από τις ισχυρότερες οικογένειες της ιστορικής Πάρου, από τον Άγιο Γεώργιο της Νάουσας έως την Εκατονταπυλιανή, την Πάδοβα και τη Νάξο.

Βιτσαράς, Βιτζαράς, Βουτζαράς, Βιτζορέος, Βιτσεράς. Το επώνυμο εμφανίζεται με αρκετές μορφές στις παριανές πηγές και συνδέεται με μία οικογένεια της οποίας η παρουσία στην Πάρο υπήρξε ασυνήθιστα πυκνή και πολυσχιδής. Πρόκριτοι, κτήτορες ναών, επίτροποι, νοτάριοι, ιερείς, μοναχοί, εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι, γαιοκτήμονες, κοινοτικοί άρχοντες και μορφωμένοι σε μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα εμφανίζονται σε διαδοχικές γενιές.

Το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών κατατάσσει τους Βιτζαράδες στις οικογένειες των προκρίτων της Πάρου.

Η ετυμολογία του επωνύμου Βιτζαράς

Για την ετυμολογία του επωνύμου έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις. Ο Τήνιος Καθολικός ιερέας και ιστορικός ερευνητής π. Μάρκος Φώσκολος το συνδέει με το ιταλικό Vinciguerra, με σημασιολογικό πυρήνα το vincere («νικώ, κατακτώ») και guerra («πόλεμος»), δηλαδή την έννοια εκείνου που «νικά τον πόλεμο». Άλλοι ερευνητές θεωρούν πιθανότερη μια ελληνική, παρατσουκλιστική προέλευση, από τη βίτσα – βιτσάρα, δηλαδή τη λεπτή βέργα ή ράβδο. Η άποψη αυτή βρίσκει ιδιαίτερα χαρακτηριστική εικονογραφική επιβεβαίωση στο οικόσημο της οικογένειας: ένα χέρι που κρατά τρεις βίτσες, το οποίο το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών χαρακτηρίζει «ομιλούν οικόσημο», καθώς αποδίδει εικαστικά το ίδιο το επώνυμο.

Το οικόσημο των τριών βεργών

Το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών χαρακτηρίζει την παράσταση ομιλούν οικόσημο και την αποδίδει στον Νικόλαο Βουτζαρά, πρόκριτο της Πάρου, που πέθανε το 1617. Το οικόσημο βρίσκεται σε επιτύμβια πλάκα στον νάρθηκα της Παναγίας Εκατονταπυλιανής.

Το ίδιο εραλδικό θέμα επανεμφανίζεται ένα χρόνο αργότερα, το 1618, σε ιδιωτική οικία της Παροικιάς και αποδίδεται από το ΕΙΕ στον Αναγνώστη Βουτζαρά, πρόκριτο της Πάρου.

Η παριανή εραλδική έρευνα έχει εντοπίσει και άλλες παραστάσεις σε παλαιά αρχοντικά της Παροικιάς: μία στην είσοδο κατοικίας στον παλαιό δρόμο των αρχοντικών και μία στο εσωτερικό του αρχοντικού Δαμία, σήμερα Παπαιωάννου, στην παλιά αγορά. Η επιγραφή της Οικίας Δαμία (πρώην Βιτσαρά), πιθανότατα τέλη 17ου – αρχές 18ου αιώνα, φέρει το «+SALOMONE» και το λατινικό ρητό «AMANTES VITAM INSINUAMUS UT AMETIS AETERNAM», από τον Ευχέριο Λυών: «Εσείς που αγαπάτε την πρόσκαιρη ζωή, σας διδάσκουμε να αγαπήσετε την αιώνια». Έχει επίσης καταγραφεί διαφορετική εραλδική παράσταση που συνδέεται με τον Πέτρο Βιτζαρά της Πάδοβας.

Οι παλαιότερες μαρτυρίες και ο Άγιος Γεώργιος της Νάουσας

Η σύνδεση των Βιτσαράδων με τη Νάουσα και τον καθολικό κόσμο είναι ιδιαίτερα παλιά. Ο αββάς Δον Αντώνιος Βιτσαράς, Ναουσαίος στην καταγωγή, συνδέεται με την ίδρυση της προσωπικής του καπέλας στον Άγιο Γεώργιο του Καστελλιού της Νάουσας. Νεότερη ακαδημαϊκή έρευνα τον εντάσσει στην καθολική διοίκηση της Πάρου και αναφέρει ότι ίδρυσε την καπέλα με δικά του έξοδα.

Η μαρμάρινη σταυρική επιγραφή που συνδέεται με τον ναό δίνει την ημερομηνία:

20 Αυγούστου 1500.

Η τοπική ιστορική παράδοση αναφέρει ότι η επιγραφή βρέθηκε στα ερείπια του παλαιού ναού και αργότερα εντοιχίστηκε σε γεφυράκι της Νάουσας.

Οι Βιτζαράδες της Εκατονταπυλιανής

Η οικογένεια αφήνει στην Εκατονταπυλιανή μια σειρά από εξαιρετικά σημαντικά ίχνη.

Το 1611, ο Μανώλης Βιτζορέος, επίτροπος της Εκατονταπυλιανής, χρηματοδότησε το μαρμάρινο τέμπλο του παρεκκλησίου του Αγίου Νικολάου. Η επιγραφή αναφέρει:

«+ ΜΝΗΣΤΗΤΙ ΚΕ ΤΙ ΨΥΧΙ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΘΥ ΜΑΝΟΛΙ ΒΙΤΖΟΡΕΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ 1611».

Το 1613, σε μαρμάρινη επιτύμβια πλάκα στο Ταξιαρχάκι, διαβάζεται:

«1613 Μαρίνος Βιτζαρ(άς) ο κτίτορ της Αγίας».

Το 1617, ο Νικόλαος Βουτζαράς, πρόκριτος της Πάρου, άφησε το μνημείο του στην Εκατονταπυλιανή. Η επιγραφή του αναφέρει:

«ΕΓΩ ΝΙΚΟΛΑC ΒΟΥΤΖΑΡΑC ΗΚΑΜΑ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΜΝΗΜΙΟΝ ΕΠΙ ΖΩΗΣ ΜΟΥ… ΕΤΟΥC 1617».

Πάνω στο μνημείο βρίσκεται και το οικογενειακό οικόσημο με το χέρι και τις τρεις βίτσες. Το ΕΙΕ ταυτίζει συγκεκριμένα το εραλδικό μνημείο με τον Νικόλαο Βουτζαρά.

Το 1633 εμφανίζεται ακόμη ένας Βουτζαράς σε μαρμάρινη επιγραφή της Εκατονταπυλιανής:

«Στεφανής τουπίκλη Βουτζαράς Γεωργιλάς Αβάζος κτήστις».

Αναγνώστης Βουτζαράς και τα Εισόδια της Θεοτόκου

Ο Αναγνώστης Βουτζαράς είναι μία από τις σημαντικότερες μορφές του οικογενειακού αρχείου.

Το 1618 συνδέεται με το οικογενειακό οικόσημο σε ιδιωτική οικία της Παροικιάς, ενώ το 1645, στο ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου, σώζεται η επιγραφή:

«Αναγνώστης Βουτζαράς 1645 Μαΐω 2».

Το ΕΙΕ αναφέρει ότι μέλη της οικογένειας υπήρξαν κτήτορες του ναού των Εισοδίων στην Παροικιά.

Έτσι ο Αναγνώστης συνδέεται με δύο από τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία της οικογενειακής παρουσίας: οικόσημο και εκκλησιαστική κτητορική δράση.

Ιερείς, νοτάριοι και άνθρωποι των γραμμάτων

Η δύναμη της οικογένειας δεν περιοριζόταν στην κατοχή γης ή στα αρχοντικά.

Το 1600–1611 εμφανίζεται ο ιερέας Σάββας Βουτζαράς, οικονομολόγος και νοτάριος της Παροικιάς. Σε πράξη της 17ης Ιανουαρίου 1611, σχετική με αμπελώνα στην περιοχή Χαλαρά/Καστέλλι, υπογράφει ως ιερέας, νοτάριος και οικονόμος της Παροικιάς.

Το 1630 αναφέρεται ο Ιάκωβος Βουτζαράς, ιερομόναχος, σε επιγραφή στον Άγιο Ιωάννη Πρόδρομο στο Δάσος:

«…δια συνδρομής … Ιακώβου ιερομονάχου το επίκλη Βουτζαρά 1630».

Το 1670, ο ιερέας Μανουήλ Βιτζαράς αφιερώνει κτήμα στην Παναγία Ξεχωριανή και εμφανίζεται ως σακελλάριος του Κεφάλου.

Το 1684, ο Πέτρος Βιτζαράς, ιερέας και νοτάριος της Παροικιάς, εμφανίζεται σε συμβολαιογραφική πράξη που πιστοποιείται από τον Βενετό πρόξενο Antonio Spirido.

Τον 18ο αιώνα οι αναφορές πολλαπλασιάζονται: Δημήτριος, Ιωάννης, Κωνσταντίνος, Νικόλαος, Γεώργιος, Χρύσανθος, Φραγκίσκος, Αντώνιος, Ιωσήφ και άλλοι Βιτσαράδες εμφανίζονται σε κοινοτικά, εκκλησιαστικά και συμβολαιογραφικά έγγραφα.

Καθολικοί και Ορθόδοξοι Βιτσαράδες

Η θρησκευτική ιστορία της οικογένειας είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, επειδή δεν υπήρξε μονοσήμαντη.

Στις πηγές συναντούμε Καθολικούς και Ορθοδόξους Βιτσαράδες, ακόμη και μέσα στο ίδιο ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον.

Το 1671, οι Στέφανος και Χρύσανθος Βιτζαράς υπογράφουν αναφορά προς τον Καθολικό Αρχιεπίσκοπο Παροναξίας Βαρθολομαίο Πόλλα, η οποία απευθυνόταν στην Propaganda Fide της Ρώμης. Το 1672, μεταξύ των Παριανών που υπογράφουν σχετική αναφορά προς τους Ιησουίτες βρίσκονται οι Χρύσανθος, Γεώργιος, Φραγκίσκος και Ιωάννης Βιτζαράς.

Το 1737, η διαθήκη του ιερέως Δημητρίου Βιτ(σ)ζαρά τον χαρακτηρίζει ρητά άνθρωπο του καθολικού δόγματος.

Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο αμπάτες Αντώνιος Π. Βιτζαράς, Καθολικός ιερέας και Βικάριος Πάρου, που συνδέεται με το Φραγκομονάστηρο της Παροικιάς. Η σφραγίδα του, που διασώζεται στο Ιστορικό Αρχείο Νάξου, φέρει το οικογενειακό οικόσημο μαζί με τα διακριτικά του εκκλησιαστικού του αξιώματος.

Ο Πέτρος Βιτζαράς στην Πάδοβα

Ένα από τα εντυπωσιακότερα τεκμήρια της κοινωνικής και μορφωτικής ακτινοβολίας της οικογένειας βρίσκεται εκτός Πάρου.

Το 1679 καταγράφεται στην Πάδοβα: «Petrus Vizzara, Paro, consigliere giurista», δηλαδή Πέτρος Βιτζάρα, Πάρος, νομικός σύμβουλος.

Σε άλλο πανεπιστημιακό τεκμήριο αναφέρεται ως: «Petrus Vizzara, parius f. Georgii», δηλαδή Πέτρος Βιτζάρα, Πάριος, γιος του Γεωργίου.

Ο Πέτρος αυτός έχει συνδεθεί από νεότερη ναξιακή έρευνα με τον κλάδο των Βιτσαράδων/Βιτσεράδων της Νάξου. Η παριανή εραλδική καταγραφή του αποδίδει διαφορετικό οικόσημο, με όρθιο, εστεμμένο λιοντάρι που κρατά σκήπτρο.

Η Νάξος και η συνέχεια του οίκου

Η ναξιακή παράδοση συνδέει συγκεκριμένο κλάδο των Βιτσαράδων της Νάξου με την Πάρο. Ο Βαρθολομαίος Π. Βιτζαράς, που παντρεύτηκε το 1726 την Άννα Δημητράκη Καΐρη, θεωρείται από τη σχετική έρευνα πρόγονος του ναξιακού κλάδου.

Η παράδοση αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή η οικογένεια διαθέτει ταυτόχρονα παριανό οικόσημο, παρουσία στην Πάδοβα και καθολικούς εκκλησιαστικούς αξιωματούχους στη Νάξο.

Από τους προεστούς στους νεότερους Βιτσαράδες

Η οικογένεια εξακολουθεί να πρωταγωνιστεί στη Νάουσα και τον 19ο αιώνα.

Το 1804 εμφανίζεται ο Γεώργιος Βιτζαράς σε πωλητήριο της Νάουσας.

Το 1812 ο ίδιος αναφέρεται ως προεστός και κοινός επιστάτης της Νάουσας. Σε έγγραφο της 20ής Αυγούστου 1812 βεβαιώνει, μαζί με τον Ιωάννη Μαυρογένη, σχετική υπόθεση κτημάτων της περιοχής.

Το 1821 καταγράφεται ο Αναστάσιος Βιτζαράς ως Παριανός αγωνιστής.

Το 1826 εμφανίζονται ο Γεώργιος και ο Αναγνώστης Βιτζαράς ως έφοροι της Νάουσας, ενώ τον 19ο αιώνα το επώνυμο παραμένει ιδιαίτερα πολυάριθμο.

Στον εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885 βρίσκουμε, μεταξύ άλλων, Γεώργιο Βιτσαρά του Ιωάννη, Γεώργιο Βιτσαρά του Εμμανουήλ, Ιωάννη Βιτζαρά του Νικολάου, Ιάκωβο Βιτσαρά του Γεωργίου, Κωνσταντίνο και Λάζαρο Βιτσαρά του Εμμανουήλ και Νικήτα Βιτσαρά του Γεωργίου.

Η συνέχεια φθάνει στον 20ό αιώνα, με οικογένειες Βιτσαράδων εγκατεστημένες στη Νάουσα, αλλά και μετανάστες σε άλλα μέρη της Ελλάδας και στο εξωτερικό.

Τα οικόσημα που γνωρίζουμε – και εκείνα που πιθανότατα χάθηκαν

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν σώζονται όλα τα οικόσημα που υπήρχαν κάποτε στην Πάρο. Η καταστροφή παλαιών αρχοντικών, οι ανακαινίσεις, οι επαναχρησιμοποιήσεις μαρμάρων, η φθορά των επιγραφών και η εγκατάλειψη παλαιών οικογενειακών κατοικιών εξηγούν γιατί ένα μεγάλο μέρος της εραλδικής κληρονομιάς μπορεί να έχει χαθεί. Δεν μπορούμε όμως να γνωρίζουμε πόσα ήταν.

Αυτό κάνει τα σωζόμενα οικόσημα ακόμη σημαντικότερα: αποτελούν τα ελάχιστα πλέον ορατά κατάλοιπα μιας πολύ μεγαλύτερης εραλδικής παρουσίας.

Ένας παριανός οίκος με εξαιρετική διάρκεια

Η ιστορία των Βιτσαράδων δεν είναι η ιστορία ενός μόνο προσώπου ούτε ενός μόνο κλάδου. Είναι η ιστορία μιας οικογένειας που εμφανίζεται ξανά και ξανά σε διαφορετικούς θεσμούς και σε διαφορετικές εποχές της Πάρου: στον καθολικό κόσμο της Νάουσας, στην Εκατονταπυλιανή, στα παριανά αρχοντικά, στα συμβολαιογραφικά έγγραφα,
στην κοινοτική διοίκηση, στην Ορθόδοξη και την Καθολική Εκκλησία,
στην Πάδοβα, στη Νάξο και αργότερα στη διασπορά.

Γι’ αυτό οι Βιτσαράδες δικαιούνται ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στους μεγάλους παριανούς οίκους. Και ίσως το πιο χαρακτηριστικό σύμβολο της ιστορικής τους παρουσίας να παραμένει εκείνο το μικρό, αλλά μοναδικό οικόσημο της Εκατονταπυλιανής: ένα χέρι που κρατά τρεις βίτσες.

Ένα απλό λογοπαίγνιο που, πέντε αιώνες αργότερα, εξακολουθεί να δηλώνει έναν ολόκληρο παριανό οίκο.

Πηγές

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών – Πανδέκτης, Αρχείο Εραλδικών Μνημείων του Ελλαδικού Χώρου, οικόσημα Βιτζαρά/Βουτζαρά 1617–1618. Ν. Χ. Αλιπράντης, «Οικογένειες και οικόσημα της Πάρου», Δελτίον Εραλδικής και Γενεαλογικής Εταιρείας Ελλάδος, 5 (1985), 42–119. Α. Ορλάνδος, Οι μεταβυζαντινοί ναοί της Πάρου. Archivio Veneto, «La Nazione Oltremarina a Padova», για τον Petrus Vizzara, Paro, 1679. Αρχεία Καθολικής Αρχιεπισκοπής Νάξου–Τήνου και νεότερη ακαδημαϊκή έρευνα για την Καθολική Κοινότητα Πάρου. Παριανά ονόματα – επίθετα και οικόσημα, συγκεντρωμένες επιγραφικές, συμβολαιογραφικές και οικογενειακές μαρτυρίες, οι οποίες διασταυρώθηκαν όπου ήταν δυνατόν με θεσμικές και ακαδημαϊκές πηγές.

–1460 ο Δον Αντώνιο Βιτζαρά θεμελιώνει την προσωπική του Καπέλλα στο Κεστέλλι της Νάουσας. Πρόκειται για το σημερινό ενοριακό παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου των Καθολικών.

–1600. Το παλιό Φαρμακείο. “Curriculum vitae” Α. Το κτίριο: Αποτελεί – καθέτως – το μισό του όλου κτιριακού συγκροτήματος, μαζί με την παρακείμενη εκκλησία «Άγιος Νικόλαος», που οικοδομήθηκε στις αρχές του 1600, σαν μεγάλη υστεροαναγεννησιακή κατοικία της ιερατικής και ιστορικής Οικογένειας της Πάρου, Βιτσαρά, που παρέμεινε ως το 1700. (Άλλες τρεις βυζαντινο-ενετικής μορφής κατοικίες Βιτσαρά, διασώζονται στην Παροικία.) Στη συνέχεια, με θηλυγονική προικοδότηση περιέρχεται στον Αντώνη Σκυφιάνο και στη Σύζυγό του Νικολέτα Ιωάν. Κρίσπη που και αυτοί την προικοδοτούν στη κόρη τους, Μαργαρίτα, Σύζυγο Γεωργίου Χριστιανόπουλου. Το 1834, οι Χριστιανόπουλοι, χωρίζουν την κατοικία και δίνουν στην κόρη τους Μαρούσα το βορινό τμήμα, μαζί με την εκκλησία – που είναι η προμάμμη του μέχρι σήμερα ιδιοκτήτη – και το νότιο στο γιό τους Ιάκωβο Χριστιανόπουλο, στην οικογένεια του οποίου παραμένει ως το 1896. Με αγορά του Γιάννη Γεωργ. Αργυρόπουλου, και με προικοδότηση στη κόρη του Άννα, Σύζυγο του πρώτου Φαρμακοποιού της Πάρου, Πέτρου Ιωαν. Αυλήτη, φθάνει στον εγγονό του Πέτρο Ανδρ. Αυλήτη, απ’ τον Πατέρα του Φαρμακοποιό Ανδρέα Αυλήτη. Η θέση, λόγω του υπάρχοντος ως σήμερα, παλιού πηγαδιού – από το οποίο υδρευόταν το κεντρικό τμήμα της Παροικίας – και καλυμμένο πλέον, γράφεται και λιγότερο ακούγεται «Στου Παϊζάνου το πηγάδι». Β. Το Φαρμακείο: Δημιουργήθηκε στο νότιο ισόγειο τμήμα του ιστορικού κτιρίου, από τον Πέτρο Ι. Αυλήτη, με την επωνυμία «Ο Δαμβέργης» προς τιμήν του Φαρμακοποιού Πρύτανη. Ο εσωτερικός σκελετός, μοναδικός και χαριτωμένος, που κινεί το ενδιαφέρον και την περιέργεια των περαστικών και των επισκεπτών, -που δύσκολα και στην Ευρώπη ανευρίσκεται- έχει μεταφερθεί απ’ την Ερμούπολη Σύρου, το 1900, έτος που δημιουργήθηκε το Φαρμακείο, και αποτελούσε αντίστοιχο παλαιότερα, στην ανθούσα τότε πρωτεύουσα των Κυκλάδων, στην οποία αρχικά είχε σταλεί από την Φραγκόφωνη Ευρώπη. Ο πρώτος της Πάρου Φαρμακοποιός διατήρησε το Φαρμακείο ως το 1935 και ο γιός του ως το 1970, που έκλεισε. Και στις δύο περιόδους, το Φαρμακείο χώρος αισθητικά ζεστός, αποτελούσε τη θέση συγκεντρώσεων των Γιατρών και των Επιστημόνων, που με ευγένεια τους δεχόταν πρώτα ο γενειοφόρος, Παλαμαϊκής εμφάνισης Φαρμακοποιός, και ύστερα ο χωρίς γένια πλέον ευρωπαϊκής εμφάνισης, γιός του. Την τελευταία 35ετία, κλειστό, άνοιγε μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες, για να το θαυμάσουν και να το φωτογραφίσουν οι Τουρίστες. Πηγή: Σπυρίδων. Δελ. Ναυπλιώτης Αρχιτέκτων Μηχανικός.

–1600. Ο παπά Σάββας Βουτζαράς είχε διατελέσει νοτάριος και οικονόμος στην Εκατονταπυλιανή κατά τα έτη 1600, 1610.

–1602. Ο παπά Σάββας Βουτζαράς, οικονόμος και νοτάριος Παροικιάς, υπογράφει έγγραφο προσηλώσεως του μοναχού Ιωάννη στη μονή της Πάτμου, 22 Ιουλίου 1602.

–1610. Νοτάριος και οικονόμος Πάρου ο Σάββας Βουτζαράς.

–1611. Ο παπά Σάββας Βουτζαράς σε έγγραφο μονής Διονυσίου Αγίου Όρους (είχε μετόχια στην Πάρο το μονύδριο Ταξιάρχου Μιχαήλ Παροικιάς), 17 Ιανουαρίου 1611.

–1611. Το 1611 επίτροπος Εκατονταπυλιανής ο Βιτζορέος Μανόλης. Το περίτεχνο μαρμάρινο τέμπλο εξαιρετικής τέχνης, του παρεκκλησίου του Αγίου Νικολάου της Εκατονταπυλιανής, του 1611, φιλοτεχνήθηκε με έξοδα του Μανολη Βιτζορέου (παραλλαγή του επων. Βιτσαράς).  +ΜΝΗΣΤΗΤΙ ΚΕ ΤΙ ΨΥΧΙ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΘΥ ΜΑΝΟΛΙ ΒΙΤΖΟΡΕΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ 1611.

–1613. Στο ιερό βήμα του προσαρτημένου παρεκκλησίου στη μονή Ταξιαρχάκι νοτιοανατολικά της Παροικιάς, έχει μεταφερθεί και εναποτεθεί μικρή μαρμάρινη επιτύμβια πλάκα με επιγραφή «1613 Μαρίνος Βιτζαρ(άς) ο κτίτορ της Αγίας».

–1617. Το 1617 απεβίωσε ο Νικόλαος Βουτζαράς. Στο κενοτάφιό του στην είσοδο της Εκατονταπυλιανής γράφει «+ΕΓω ΝΙΚΟΛΑC ΒΟVTZAΡΑC ΗΚΑΜΑ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΜΝΗΜΙΟΝ ΕΠΙ ΖωΗΣ ΜΟV ΚΑΙ Ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΝΑ ΒΑΛΗ ΕΙΣ ΤΑΙΣ AΓΚΑΛΕC ΤΟV ΤΗΝ ΨΗΧΗ ΜΟV ΕΤΟVC 1617».

–1618. Στο σπίτι του Ιωάννη Φωκιανού στην Παροικιά, στο υπέρθυρο της εισόδου στη σκάλα που οδηγεί στον άνω όροφο, εκατέρωθεν του γνωστού οικοσήμου Βιτζαρά συναντώνται τρεις αιώνες: 17ος, 18ος και 19ος.

Στην χρονολογία 1618 αντιστοιχούν τα γράμματα ΑΤ Β που συμπληρώνονται: Α(ναγνώσ(Τ)ης Β(ουτζαράς), κτήρορας και ιδιοκτήτης του αρχοντικού που βρίσκεται, στον κεντρικό δρόμο της πόλης όπου και τα άλλα αρχοντικά των Μαυρογένηδων, των Κρίσπη κ.α. Το ότι ο κάτοχος του οικοσήμου είναι ο Αναγνώστης Βουτζαράς το γνωρίζουμε και από την επιγραφή του υπερθύρου του ναού της Παναγίας των Εισδύων που βρίσκεται κοντά στο σπίτι του, και του οποίου υπήρξε κτήτορας (Αναγνώστης Βουτζαράς 1645 Μαΐω 2).  

–1630. Στο υπέρθυρο του ναού Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στο Δάσος υπάρχει η επιγραφή «+Ανακαινίστη εκ βόθρου ούτος ο θείος και πάντιμος | ναός του τιμίου Προδρόμου, δια συνδρομής κ(αι) εξόδου |αναξίου δούλου αυτού Ιακώβου ιερομονάχου το επίκλη Βουτζαρά 1630».

–1630. Πώληση χωραφιού. Καστέλλι Κεφάλου, 6 Φεβρουαρίου 1630. «Ενώπιον του ιερέα Δημητρίου Λουκή και οικονόμου Κεφάλου που συνέταξε το πωλητήριο αυτό έγγραφο στο καστέλλι του Κεφάλου, στον Τζιπίδο, ο Ιωάννης Γουλιαρμή Λουκής πωλεί στον εγγονό του ιερέα Ιωάννη Παπαδόπουλο το χωράφι οπού έχει οπίσω εις το Πελιγάρδιν τους (περιβόλι), για 25 ρεάλια, που υπολογίζονταν σε 200 άσπρα, συν τον έγγειο φόρο τον Βασιλικό.

Το έγγραφο υπογράφουν ο Ιωάννης Παιδιάτης (ή Πεδιάτης), ο Σάββας Βουτζαράς, ο Γιάκωβος Συρίγος, ο Μιχέλης Βιτζαράς και ο Γεώργιος Μνηγού Σκορδίλης.

–1632. Ο Σακελλάριος Βιτζαράς Δημήτριος συντάσσει την διαθήκη του Αντώνη Ταμία στον Άγιο Μηνά στις 27 Νοεμβρίου 1632.

–1633. Στην Καταπολιανή, σε λοξότμητο κοσμήτη που υπήρχε σε κατεδαφισμένο μεταγενέστερο τοίχο της πρόσοψης της είναι χαραγμένα: «1633 Στεφανής  τουπίκλι Βουτζαράς Γεωργιλάς Αβάζος κτήστις».

–1634. Σε χάραγμα στη βάση μαρμάρινη μανουαλίου Ευαγγελίστριας: «1634 Βουτζαρ(άς)».

–1643. Μαρίνος Βυτζαράς.

–1645. Βουτζαράς Αναγνώστης. Επιγραφή του υπερθύρου του ναού της Παναγίας των Εισδύων που βρίσκεται κοντά στο σπίτι του, και του οποίου υπήρξε κτήτορας (Αναγνώστης Βουτζαράς 1645 Μαΐω 2).

–1651. Ιδιοκτήτες της μονής Αγίας Κυριακής Λευκών και της Παναγίας Εισοδίων της θεοτόκου στον Πρόδρομο η οικογένεια Βιτσαρά. Το τέμπλο της Αγίας Κυριακής φιλοτεχνήθηκε με έξοδα του Μεχελάκη Βιτσαρά (1651).

–1652. Ο χωρεπίσκοπος Παροικιάς Νικόλαος συντάσσει έγγραφο αφιερώσεως του μονυδρίου του Αγίου Πέτρου και του παρεκκλησίου του Αγίου Νικολάου, περιοχής Παροικιάς (άγνωστο σήμερα), στον Άγιο και Ζωοδόχο Τάφο, στον οποίο τα αφιερώνουν, το πρώτο ο «μαστρο-Χρούσης του Νικόλα Βιτζαρά με την γυνή του Μαρία» και το δεύτερο «ο κυρ-Θοδωρής του Χρούση Ρίτζου με θέλημα του πεθερού του Γεώργη». Ινστρουμέντο της Πάρω, Καστέλλι Παροικιάς, 11 Απριλίου 1652.

–1652. Ίδρυση στην Πάρο αγιοταφίτικου μετοχίου κατά το έτος 1652 απριλίω 15.

Της Πάρου αδελφάτα «Χώρα Παροικιάς»

+Νικολάκης Βιτζαράς, γόνοι Μιχελέτος, Ειρήνη, η γυνή Μαρία και υιός Μιχελέτος.

+Πέτρος του Χρουσή Βιτζαράς, η γυνή Φλορέζα.

–1658. Ο ιερεύς Φραγκίσκος Βιτζαράς υπογράφει χρεωστική ομολογία των ιερέων της Παροικιάς (Καστέλλι Παροικιάς, 31 Μαΐου 1658). Την ίδια ημερομηνία αναφέρεται στην Παροικιά ο ιερεύς Χρύσανθος Βουτζαράς και Βυτζαράς.

–1663. Συμβόλαιο πώλησης οικίας της κυρά Γιαννούλας γυνή του Κωνσταντή Μοστράτου από τη Νάουσα Πάρου στον ηγούμενο Ιησουϊτών της μονής Νάξου π. Εμμανουήλ Γασπάρο. «εις δόξαν Χριστού αμήν 1663 ιουλίου 24 στο καστέλι της άγουσας εις το σπίτι εμένα του υπογράφου γεωργίου σαλονικαίου και νοτάριου της άγουσας… Νικολάκης Αγαλιανός μάρτυρας, Σάββας Βουτζαράς μάρτυρας στα άνωθεν, Γεώργιος Σαλονικαίος και νοτάριος του καστελίου άγουσας με θέλημα των δυο μερίδων έγραψα και μαρτυρώ τα άνωθεν»

–1669. Στις 3 Νοεμβρίου 1669 αναφέρεται ο ιερομόναχος Χριστόφορος Βιτζαράς στο Καστέλλιο Παροικιάς ονομαζόμενον Χάλαρα. «Πάκτωση της Ευαγγελίστριας από τον ιερομόναχο Χριστόφορο Βιτζαρά».

–1670. Αφιέρωση κτήματος στην Ξεχωριανή από τον ιερέα Μανουήλ Βιτζαρά στις 30 Απριλίου 1670.

–1670. Στις 4 Μαΐου 1670 αναφέρεται ο Σακελλάριος Κεφάλου Βιτζαράς Μανούήλ να Πακτώνει τα κτήματα της Ξεχωριανής.

–1671. Ο ιερέας Στέφανος Βιτζαράς και ο ιερέας Χρύσανθος Βιτζαράς υπογράφει στην Παροικιά, 1 Μαΐου 1671, αναφορά ορθοδόξων ιερέων και προεστών της Πάρου, για τον Βαρθολομαίο Πόλλα, καθολικό αρχιεπίσκοπο Παροναξίας, προς την Propaganda Fide (Ρώμη).

–1672. Σε αίτημα των παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας Πατέρα της Καθολικής Εκκλησίας  Jacques Dinet για να ζητήσουν πατέρες της καθολικής εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο. «Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας, ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ ενδόξου συντροφιάς υου Ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον μας πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την επιστήμην δια τους μεταγεναστέρους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος άλλο δεν είναι εις όλα τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται…»

Πάρος: εν έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29) εις το παλαιόν: + Ταπεινός Μητροπολίτης Παροναξίας Μελέτιος.

Το πιο πάνω αίτημα υπογράφουν χριστιανοί, καθολικοί και ορθόδοξοι, μεταξύ άλλων και ο Ιερεύς Χρύσανθος Βιτζαράς, Γεώργιος Βυτζαράς, Φραγκίσκος Βιτζαράς και Ιωαν. Βιτζαράς.

–1674. Στις 7 Μαΐου του 1674 η κοινότητα της Παροικιάς δώρισε στους Πατέρες Ιησουίτες εν Νάξο, εκ των κτημάτων του ναού της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής, οικόπεδο για την ανέγερση Μονής. «Εις δόξαν χριστού αμήν 1674 εις τας 7 του μαϊου εν καστέλιω Παροικίας οι αιδεσιμωτάτοι πατέραις εκ της συντροφίας του Ιησού, διά να κτίσουσι μοναστήρι και σκολιό, και μην ευρίσκοντας τόπον αρμόδιον διά την αυτήν υπόθεσιν, διά τούτο θέλωμεν ημείς οι κατωθεν υπογεγραμμένοι, και εις το όνομα της κοινώτητος και δίδωμεν διά έργον χάρις των άνωθε αιδεσιμωτάτων πατέρων ένα κομμάτι χωράφι από της παναγίας μας της Καταπολιανής, εις το μάκρος ποδάρια του μέτρου εκατό δέκα και εις πλάτος άλλον τόσον και εις τούτο ομπληγαρόμαιστα οπώταν εις κανένα καιρόν ήθελε σικοθή τινάς να γυρέψει δικαιώματα εις το άνωθε κομμάτι το χωράφι όπου των χαρίζωμεν να ήμαιστε ημείς ομπληγάδοι να το πληρονωμεν της παναγίας, όθεν διά το βέβαιον απογράφωμεν διά χειρίσμας και εις το όνομα της άνωθε κοινότητος.

Οικονόμος Παροικίας, σακελλάριος Παροικίας, Νικόλαος ιερεύς πρωτοπαπάς Παροικίας, Πέτρος ιερεύς Βιτζαράς, Κώστας Μαίζας, Τεμένιγος ιερεύς, παπα Ιω. Γαλανός, Ελευθέριος ιερεύς Λουρδας, Νικόλαος ιερεύς…, παπα Ιωάννης …, παπα Πέτρος Μπουλαξής, παπα Στέφανος Βυτζαράς, παπα Φραντζέσκος Βιτζαράς, Γιακουμής Πατέλας, παπα Μιχαλής Κοντα΄ρατος, Μάρκος ιερεύς, Χωροεπίσκοπος Παροικιάς, Τζουάνες Σκληρός, Νικολός Κοντίλης, Μανόλης Αλισάφης, Μιχαήλ Βιτζαράς, Νικολός Κοτίλης, Γιώργης …, Μανώλης Αλεξάκης, Φραντζέσκος Μιχαλέτος Γραμματικός, Ιω. Βιτζαράς, Ιω. Σκιάδος, Ιω. Βιτζαράς, Κωστάκης Γαλανός, Τζώρτζης Ρουτες, Ιω. Σκιάδας, Γεώργης Μαυρομάτης, Ιω. Σπυρίδος, Δημήτρης Ταργέτας, Νικολός …, Μιχελής Δημητ…, Ιω. Πατελας, Ιω. Τουτέσκος, Bartolo Rozza, Γιαννούλης Ταργέντας, Αντώνης Αλλησάφης, τζουάνες Γιράρδης, Τζώρτζης Νταμόστος, Ιω. Του μαστρο Γιάκουμου, Γιόνης Μυστράτος, Δημήτρης Μαβρομάτης, Giacomo Zellini, Domenico Ferrari, Γιάννης Ντελαγραμμάτικας, Γεώργης Τακορόνιας.

Εμμανουήλ Κομητας επίτροπος βεβαιώνω ως άνωθεν και δια όνομα όλης της Κοινότητος»

–1678. Στις 2 Οκτωβρίου 1678 αναφέρεται σε έγγραφο  της Ευαγγελίστριας Παροικιάς ο ιερομόναχος Χριστόφορος Βιτζαράς

–1678. Ο εκ Πάρου Πιέρρος (Πέτρος) Βιτσαράς φοιτητής του Πανεπιστημίου της Πάδοβας το 1678. Petrus Vicera. Έφερε οικόσημο διαφορετικό και περιγράφεται: «Σε πεδίο ασημένιο, λιοντάρι όρθιο χρυσό, εστεμμένο με στέμμα πέντε κορυφών του ίδιου που προκύπτει και κρατά σκήπτρο του ίδιου».

–1680  Σε έγγραφο Παροικιάς του 1680, αναφέρονται μερικές καθολικές οικογένειες της Πάρου που ζούσαν στην  συνοικία Νιό (Καινούργιο) Πηγάδι Παροικιάς. Η συνοικία αυτή γνωστή μέχρι πρόσφατα ως Καθολική συνοικία.

+Εις δόξαν Χριστού αμήν. 1680 εν μηνί Φλεβαρίου 2 εις το Καστέλι της Παροικίας και εις εμένα το νοτάριο Παροικίας και εις τους κάτωθεν αξιοπίστους με όλον της το θέλημα και με καλήν της γνώμην η κερά Μαρία Τζανή Μπαρμπαρή μαζί με την θυγατέραν της την Κατερίνα δόνουν και ελεύθερα πουλούσι του ευλαβεστάτου πρέ Φραντζέσκου Κρίσπου ένα σπίτι κατόγι οπού έχουσι εις το Καινούριον Πηγάδι σιμά εις τον Άγιον Νικόλαον (πρόκειται για τον Άγιο Νικόλαο τον Αρρανό που ήταν η καθολική ενορία) με όλαν του τα δικαιώματα διά ριάλια δώδεκα ήτοι 12 ως καθώς το εποκόψασι ο κύρ Νικολός Φώσκολος και ο κυρ Φραγκούλης Ιωάννου Κονταράτου σύμπλιος εις το αυτό σπίτι Γεώργης Νικολού Ντουλόνος και ο Άγιος Νικόλαος, τα οποία ριάλια 12 τα μετρά την σήμερα των άνωθεν πουλητάδων ημπρεζέντζια των κάτωθε μαρτύρων και από την σήμερον να είναι το αυτό σπίτι του άνωθεν πρε Φραντζέσκου και των αυτού διαδόχων, πουλήση, χαρίση, προικοδοτήση, να το κάμη ως θέλει και βούλεται ωσάν καλά οπού το επλήρωσε να παίρνοντες οι άνωθεν πουλήτρες να μαντηνίρουν και να ντεφεντέρουν τον αυτόν αγοραστήν εις κάθε καιρόν που ήθελε τον εναντιωθή τινάς, μην ημπορώντας κανείς δια κανένα καιρόν να … δικαιώματα εις πένα και κοντά… του κατά καιρού ζαπτιτζή ριάλια 6 και πάντα το παρόν να έχει το βέβαιον.

… εις πίστωσιν του παρόντος βάνοντε και παρακαλετοί μάρτυρες.

Δια μαρτυρίας του Ιωάννη Γεωργίου Μαούνη

Πέτρος ιερεύς Βητζαράς νοτάριος Παροικιάς έγραψα

ATONIO SPIRIDO PER LA GERENISSIMO REPUBLICA DI VENEZIA CONSOLE DI PAROS

Πιστοποιώ το βέβαιον της υπογραφής του νοτάριου παπα Πέτρου Βητζαρά και του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.

Πάρος 6 Μαΐου 1684 νέο ANTONIO SPIRIDO CONSOLE VENETO

Εμμανουήλ Κομητάς πρόξενος καντζιλιέρης.  

ΠΗΓΗ: Νικ. Χ. Αλιπράντη - Σίμου Συμεωνίδη, Το Καινούργιο Πηγάδι Παροικίας, συνοικία Καθολικών τον 17ο αι., Παριανά Δʹ, τ. 13, 1983, σελ. 126 - 132). 4. ΦΕΚ 209/Β/17-3-1989 και 426/Β/3-7-1992.

–1681 Έγγραφο αγοραπωλησίας που είχε δημοσιευθεί στα «ΠΑΡΙΑΝΑ» 1983 από την συλλογή του Σίμου Συμεωνίδη.

+ Εις δόξαν Χριστού αμήν, 1681 εν μηνί Ιουνίου 12 εις το Καστέλι της Παροικιάς ενέμπροστεν εις εμένα τον νοτάριον Παροικιάς και εις τους υποκάτωθεν αξιοπίστους και παρακαλετούς μάρτυρες, την σήμερον με όλον του το θέλημα και με καλήν του γνώμην ο κυρ Πατίστας Νταλούφος δίνει και ελεύθερα πουλεί του ευλαβεστάτου παπά κύρ Φραντζέσκου Κρίσπου, ένα σπίτι κατώγι όπου έχει εις το Καινούργιο Πηγάδι με την αυλογυρισιά του ο διά ρεάλια δεκάξη ήτοι ρεάλια 16 σύμπλιος ο Νικολός Γαβρίλης και Αντωνίνα Μάρκου Ντουλούφη και από την σήμερον να είναι το αυτό σπίτι του άνωθεν Κρίσπου πουλήσει, χαρίσει, προικοδοτήσει, να το κάμη ως θέλει και βούλεται ώσαν καλά όπου το επλήρωσε και παίρνεται να ντεφεντέρη τον αυτόν αγοραστήν εις κάθε καιρόν που ήθελε τον εναντιωθεί κανείς μην ημπορεώντας ξανείς διά κανένα καιρόν να γυρέψη δικαιώματα και πένα και κοντάνα του κατά καιρό ζαπιτζή ριάλια 8 και πάντα το παρόν να έχη το βέβαιον. Όθεν εις πίστωσιν της αληθείας υπογράφουν και παρακαλετοί μάρτυρες.

-διά μαρτυρίας Αυγουστή Φαρούγη

-διά μαρτυρίας του Φραγκούλη Κονταράτου.

Πέτρος ιερεύς Βητζαράς και νοτάριος Παροικίας έγραψα και μαρτυρώ ως άνωθεν.

(Τ.Σ.) Εμείς ANTONIO SRIRIDO πρόξενος Βενετίας στην Πάρο βεβαιώνουμε την υπογραφή του ανωτέρω παπά Πέτρου Βητζαρά καθώς και την αυθεντικότητα του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.

Πάρος 6 Μαΐου 1684 νέο

ANTONIO SPIRIDO CONSOLE VENETO

Εμμανουήλ Κομητάς Προξενικός καντζιλιέρης.

–1681. Ο ιερέας, νοτάριος και χωροεπίσκοπος Πέτρος Βιτζαράς συντάσσει πωλητήριο έγγραφο Παροικιάς, Καστέλλι, 6 Αυγούστου 1681.

–1682. Ο ιερέας, νοτάριος και χωροεπίσκοπος Πέτρος Βιτζαράς συντάσσει πωλητήριο έγγραφο Παροικιάς, Καστέλλι, 30 Μαρτίου 1682.

–1682. Έγγραφο αγοραπωλησίας που είχε δημοσιευθεί στα «ΠΑΡΙΑΝΑ» το 1983 από την συλλογή του Σίμου Συμεωνίδη σχετικά με την Καθολική Συνοικία στην Παροικία.

+ Εις δόξαν Χριστού αμήν, 1682 εν μηνί μαρτίου 30 κατά το παλαιό. Προσκαλεσμένος εγώ ο νοτάριος υπογεγραμμένος Παροικίας από ένσταση της κερ’ Αντριάνας θυγάτηρ του ποτέ Ιωάννη Καλαβρέ, γυνή του πατρόν Φραντζέσκου Ρόσι ομάδι με την αδελφήν της την κερά Μαρία οι οποίες λέγουσι πως τους ευρίσκεται κληρονομική της άνωθεν Αντριάνας από την Άννα θυγάτηρ του ποτέ μαστο Γιάκουμου Αρτήμη μία εκκλησία καλούμενη Άγιος Νικόλαος ο Αρρανός εν τη τοποθεσία Καινούργιο Πηγάδι καθώς παρών την σήμερον εμαρτύρησαν η κεράτζα της και η αδελφή της μάνας της αυτής Αντριάνας πως είναι η εκκλησία ιδική των ονομαζόμενες Ειρήνη και Μαργαρίτα, σύμπλιος της αυτής εκκλησίας Τζώρτζης Χριστιανόπουλος και Μιχάλης Κατζαούνης και Πατίστας Ντουλόνος και Μαρκάκης Καλλέργης, η οποία κέρ Αντριάνα προβλέποντας και καταλεπτώς γνωρίζοντας ότι εφοβέριζε κίνδυνος κατά κράτος χαλασμού, διά τούτο πρίν χαλάσει εβουλήθηκε να προμηθέψη να την ανακαινίση και να την αναστήση διά ψυχινήν της σωτηρίαν και παντοτεινόν μνημόσυνον αυτηνής και των γονέων της και των κληρονόμων της με το να των τηνε αφιερώσουν δορυφόρων διά πάντοτε – λοιπόν βουλόμενοι συνγνωμικώς το άνω αντρόγυνο, ήγουν ο πατρόν Φραντζέσκος και η συμβία του Αντριάνα έχοντας παντοία γνώμη ως άνωθεν μαρτυρούσι οι άνωθεν Ειρήνη και Μαργαρίτα η κεράτζαν της πώς είναι καθολική νοικοκυρά και κληρονόμησα γνωρίζοντας το συμφέρον της ψυχής της και διά καλόν επιτηρητήν τον ευλαβέστατον εν ιερεύσι προ Φραντζέσκο Κρίσπο καπελάνο του αλτάριου του λατίνου εις την κερία την Καταπολιανή τον οποίο στερκτοί αποφασιστικά θέλουν και ελεύθερα χωρίς κανενός παρακίνηση προσηλώνουν, δόνουν, χαρίζουν και απαρατούν από την σήμερον τουν αυτόν ναόν με πάσαν του δικαίωμα που τον αγκίζει να ημπορή να κτίση, να αναστήση και να αυξήση και ως ορέγεται διά καλύτερον εις αυτόν να πράξη ως πράγμα ιδικόν του:

-ξεκαθαρίζοντας ότι όποτε θεού θέλημα είχε γενεί ο Μπατίστας ο υιός της άνωθεν Αντριάνας άξιος ιερεύς και επιτήδειος διά την υπηρεσίαν ταύτης της Εκκλησίας να προτιμάται υπέρ άλλου μετά τον θάνατον του ειρημένου Κρίσπου καθολικού εφημέριου να έχη την χάριν να εφημερεύει την αυτήν εκκλησίαν. Έστον τας ακόμη και τούτο, να έχουν μέσα εις τον αυτόν ναόν την μπαντοτεινή τως κατοικίαν, να θάβουνται και να μνημονέβουνται αιωνίως αυτοί και οι γονοί των και οι κληρονόμοι των και αν κανείς από τους κληρονόμους τονε κληρονόμος είχε αμφιβάλει εναντίον της θεαρέστου κανά πληρή κοντάνα της κατά καιρούς αφεντίας ριάλια 20 και να κληρονομά και την κατάρα του αγίου και των γονέων τως, μάλιστα να διαφεντέρουν και να ξεμηστεύουν από πάσαν κακότροπον άνθρωπον τον αυτόν υπηρέτην λεγόμενον Κρίσπον ως καθολικό οικοκύρη και κληρονόμο τους και ειρηνικού και παντοτεινό Ποσέσο διά το οποίον εις βεβαίωσιν τοιαύτης μισταποδόσεως προσκαλούμεν και μάρτυρες παρακαλετοί εις ασφάλειαν:

-διά μαρτυρίας του Τζώρτζη Λαζανιά

-δια μαρτυρίας του Ιωάννη Καλόπλαστου

Διά μαρτυρίας του Μανθέου Μπαρπέρη Κρητικού

Πέτρος ιερεύς Βιτζαράς νοτάριος Παροικίας έγραψα

(Τ.Σ.) Εμείς ANTONIO SPIRIDO Πρόξενος Βενετίας στην Πάρο βεβαιώνουμε την υπογραφή του ανωτέρω παπά Πέτρου Βητζαρά καθώς και την αυθεντικότητα του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.

Πάρος 18 Απριλίου 1684 νέο ANTONIO SPIRIDO CONSOLE VENETO

Εμμανουήλ Κομητάς Προξενικός Καντζιλιέρης.

–1684.  Έγγραφο αγοραπωλησίας που είχε δημοσιευθεί στα «ΠΑΡΙΑΝΑ» το 1983 από την συλλογή του Σίμου Συμεωνίδη.

+ Εις δόξαν Χριστού αμήν, 1681 εν μηνί αυγούστου 6 εις το Καστέλι της Παροικιάς, ενέμπροστε εις εμένα το νοτάριο Παροικίας και εις τους υποκάτωθεν αξιοπίστους και παρακαλετούς μάρτυρες:  Την σήμερνον με όλον της το θέλημα και με καλήν της γνώμην η κερά παπαδιά του ποτέ παπά Νικολού Καλάργυρου δίνει και ελεύθερα πουλεί του ευλαβεστάτου πρε Φραντζέσκου Κρίσπου το λιβάδι όπου έχει εις το Καινούργιο Πηγάδι είς τον Άγιον Νικόλαον διά ρεάλια δώδεκα ήτοι ρεάλια 12, ως καθώς το εποκόψασι ο κύρ Ιωάννης Μάρκου Κοντού και Τζανής Γιαννάκη Πουλήτη (σήμ. Πολίτης) και από την σήμερον να είναι το αυτό λιβάδι όλο ως καθώς της το επουρκήσασι οι γονοίς της με όλα του τα δικαιώματα του άνωθε Κρίσπου και πουλήση, χαρίση, προικοδοτήση, να το κάμη ως θέλει και βούλεται ώσαν καλά οπού το επλήρωσε ημπρεζέντντζια (παρουσία) των κάτωθε γεγραμμένων μαρτύρων και παίρνει τα η άνωθε πουλήτρα να μαντηνίρη (διατηρώ, συντηρώ) και να ντεφεντλερη (υπερασπίζει) τον αυτόν, αγοραστήν εις κάθε καιρόν που ήθελε του εναντίωθη κανείς μην ημπορώντας κανείς να γερέψη δεκαιώματα εις πένα και κοντάνα του κατά καιρού ζαπτιτζή ρεάλια 6 και πάντα το παρόν να έχει το βέβαιον όθεν εις πίστωσιν της αληθείας υπογράφουν και παρακαλετοί μάρτυρες – νομενάροντας ότι είς το αυτό λιβάδι έχει μέσα μία πάρτη ο Μαθιός της Μελητίνης ως καθώς φαίνουνται τα σημαδούρια.

-Ιωάννης Βιτζαράς μάρτυρας παρακαλετός.

-Κωνσταντίνος Γαλανός μαρτυρώ τα άνωθε.

-Πέτρος ιερεύς Νητζαράς και νοτάριος Παροικιάς έγραψα.

(Τ.Σ.) Εμείς ANTONIO SPIRIDO πρόξενος της Βενετίας στην Πάρο βεβαιώνουμε την υπογραφή του ανωτέρου παπά Πέτρου Βητζαρά καθώς και την αυθεντικότητα του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.

Πάρος 6 Μαΐου 1684 νέο ANTONIO SRIRIDO COSOLE VENETO

Εμμανουήλ Κομητάς Πρόξενος καντζιλιέρης.

–1685. Ο ιερεύς Χρουσής Βιτζαράς υπογράφει έγγραφο Παροικιάς, 14 Ιουλίου 1685.

–1688. Νικόλαος Αντώνη Βιτζαράς. Υπογράφει έγγραφο Παροικιάς της 13 Δεκεμβρίου 1688.

–1690. Φλωρεντζάκη δοτόρε Βιτζαρά, σε έγγραφο Τσιπίδου της 5 Αυγούστου 1690.

–1695. Ο Σακελλάριος και Σακελλίου Κωνσταντίνος Βιτζαράς υπογράφει έγγραφα Παροικιάς 5 Φεβρουαρίου 1695.

–1710. Το 1710 αναφέρεται «το περιβόλι του Μαυρομμάτη σύμπλιος οικονόμος Παροικιάς Νταμέτζος, σύμπλιος αμπάτες [καθολικός ιερέας ή ηγούμενος] Βιτζαράς».

–1710. Χωράφι Λυαροκόπι σύμπλιος Γιαννάκη χωροπισκόπου Βιτζαρά.

–1715. Χωράφι Κουλλούρι σύμπλιος Φλωρεντζάκι δοτόρε Βιτζαρά.

–1716. Σε πρακτικό εκλογής νοταρίου – καγκελαρίου από το κοινό της Παροικιάς στη Γενική Συνέλευση της 14 Ιανουαρίου 1716, μαρτυρείται ο σακελλάριος Βιτζαράς, ο παπά Δημήτρης Βιτζαράς, ο παπά Γιώργης, ο παπά Κωνσταντής, ο παπά Ιωάννης Βιτζαράς, ο Αντώνης ο Κυριάκος και ο Ιωάννης Βιτζαράς.

–1716. Ιερεύς Βιτζαράς Δημήτριος, υπογράφει διοριστήριο έγγραφο της καντζελλαρίας Παροικιάς, 14 Ιανουαρίου 1716.

–1716. Σε κληρονομικό δικαίωμα των συζύγων αναφέρεται στις 24 Ιανουαρίου 1716 η αρχοντοπούλα Μαρίνα Βιτζαρά του αφέντη δοτόρε Βιτζαρα να παντρεύεται τον πρωτονοτάριο Τζουανές.

–1717. Αντώνιος Βυτζαράς, ιερεύς. Εκοιμήθη το 1717.

–1721. Σε έγγραφο στις 30 Οκτωβρίου 1721 αναφέρει ότι το Κοινό της Παροικιάς αποφάσισε και εξέλεξαν επίτροπο του τον Αμπάτε Βιτζαρά και τον Νικολάκη Μαυρογένη για να ενεργήσουν με κάθε τρόπο προς τον Άρχοντα Δραγουμάνο ώστε να ελαφρύνουν λίγο τα δοσίματα.

–1723. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 30 Ιανουαρίου 1723 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο σακελλάριος Βιτζαράς, ο παπά Κωνστανής, ο παπά Δημήτρης, ο παπά Τζώρτζης, ο Αντώνης και ο Ιωάννης Βιτζαράς.

–1724. Απόφαση του κοινού της Παροικιάς για την διατίμηση των προϊόντων και την απογραφή της κτηματικής περιουσίας όλων των κατοίκων. Κατά τη Γενική Συνέλευση της 13 Δεκεμβρίου 1724, αναφέρεται ο Αντώνης Γεωργίου Βιτζαράς.

–1726. Ειρήνη Κονδύλη. Κόρη του Μιχαήλ. Σύζυγος του Francesco de Franceschi. Ο γιός τους, Μαρκάκης Φρατζέσκης νυμφεύεται (1716) την Ζαμπιδάκη, θυγατέρα του γιατρού Πέτρου Βιτζαρά. Ο γιός του γιατρού Π. Βιτζαρά, Βαρθολομαίος Π. Βιτζαράς (γενάρχης των Βιτσερά της Νάξου) νυμφεύεται (1726) την Άννα Δημητράκη Καΐρη, αδερφή της Φλωρέντζας συζύγου Πέτρου Ιω. Μαυρογένη (μητέρας του ηγεμόνα Νικολάου Π. Μαυρογένη) και πρωτοξάδερφη του γιατρού Γεωρ. Κονδίλλη. Ο αδερφός των προηγουμένων, αμπάτες Αντώνιος Π. Βιτζαράς ήταν Καθολικός ιερέας (ενώ ο αδελφός του πατέρα του ήταν ο παπα-Γιαννάκης Βιτζαράς, Ορθόδοξος ιερέας) και διετέλεσε Βικάριος Πάρου. Στο Ιστορικό Αρχείο Νάξου σώζεται η σφραγίδα του αμπάτε με το οικόσημο Βιτσαρά και τα διακριτικά του εκκλησιαστικού του βαθμού.

–1730. Αμπέλι Λάκκους σύμλπιος Φλωρεντζάκι δοτόρε Βιτζαρά.

–1730. Η περιουσία του άρχοντα Νικολάκη Μαυρογένη αναφέρεται στο κτηματολόγιο Πάρου κάπου το 1730:

Αμπέλι προκόπο σύμλπιος Γκεωργάκης Γιαννάκη Βιτζαρά [από τον Αντώνη Νταμόρο, δεκατίζεται ως λέγον στον Ταξιάρχη μοναστήρι].

–1730. Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου του κοινού της Παροικιάς στην Κωνσταντινούπολης στις 28 Ιανουαρίου 1730 μαρτυρείται ο Ιωάννης Βιτζαράς.

–1730. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 12 Νοεμβρίου 1730, αναφέρει τον οικονόμο Παροικιάς Μπορταλαμιό Βιτζαρά.

–1730. Σε πρακτικό πωλήσεως του φόρου της δεκάτης του κοινού Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, της 26 Ιουλίου 1730 μαρτυρείται ο σακελλιός, ο σακελλάριος Παροικιάς, ο παπά Δημήτρης, ο Μπορταλαμιός και ο Ιωάννης Βιτζαράς.

–1731. Σε κληρονομικό δικαίωμα των συζύγων αναφέρεται στις 21 Μαρτίου 1731 διαιτητική απόφαση εις διαφορά του παπα Δημήτρη Βιτζαρά με τον Κοντίλη Θεοτόκη.

–1731. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 6 Δεκεμβρίου 1731, αναφέρεται ο σακελλάριος Γιαννάκης Βιτζαράς.

–1731. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 6 Δεκεμβρίου 1731, αναφέρεται ο Μπορταλαμιός Βιτζαράς.

–1731. Το κοινό της Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, 26 Δεκεμβρίου 1731, εκλέγει τον χωροεπίσκοπο Ιωάννη Βιτζαρά επίσκοπο.

–1732. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4 Ιανουαρίου 1732, αναφέρεται ο σακελλάριος Βιτζαράς ο Μπορταλαμιός Βιτζαράς και ο Ιωάννης Βιτζαράς.

–1732. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4 Ιανουαρίου 1732, αναφέρεται ο παπά Γεώργης Βιτζαράς και ο Ιωάννης Βιτζαράς.

–1732. Πρακτικό εξουσιοδοτήσεως απεσταλμένου του κοινού Παροικιάς, κατά τη Γενική Συνέλευση στις 17 Ιανουαρίου 1732 αναφέρεται ο παπά Δημήτρης, ο παπά Τζώρτζης και ο Μπαρταλαμιός Βιτζαράς,

–1732. Πωλητήριο στην Παροικιά στις 14 Απρ. 1732 και σε διαθήκη Σακελλαρίου Βιτζαρά.

–1733. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4 Ιανουαρίου 1733, αναφέρεται ο χωροεπίσκοπος Ιωάννης Βιτζαράς, ο σακελλάριος Γιαννάκης Βιτζαράς και ο παπά Τζώρτζης Βιτζαράς.

–1733. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4 Ιανουαρίου 1733, αναφέρεται ο σακελλίου Βιτζαράς, ο παπά Δημήτρης Βιτζαράς, και ο Μπορταλαμιός Βιτζαράς.

–1733. Σε δημόσιο πλειστηριασμό του κοινού Παροικιάς στις 20 Ιουνίου 1733, αναφέρεται ο σακελλάριος Βιτζαράς καθώς και ο Μπορταλαμιός Βιτζαράς.

–1733. Ο Ιωάννης Βιτζαράς υπογράφει και βεβαιώνει έγγραφο στις 13 Οκτωβρίου 1733.

–1733. Σε έγγραφο Παροικιάς για μαρτυρία του θανάτου του Δοτόρε Κοντίλλη Κ. Γεωργίου αναφέρεται στις 25 Οκτωβρίου 1733 ο Σακελλάριος Βιτζαράς.

–1734. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 18 Ιανουαρίου 1734, αναφέρεται ο σακελλίου Βιτζαράς, ο Μπορταλαμιός Βιτζαράς και ο Ιωάννης Βιτζαράς.

–1734. Υπήρξαν περιπτώσεις κουρσάρων και πειρατών που βαριεστημένοι από την πειρατική ζωή, αποφάσιζα, αφού παντρευόντουσαν στα νησιά, να ζήσουν την υπόλοιπη ζωή τους ήσυχα και ειρηνικά. Για να νομιμοποιήσουν όμως αυτό τον αποχρωματισμό τους, ιδιαίτερα οι πειρατές, έπρεπε να εφοδιαστούν με κατάλληλο έγγραφο από τη νοταρία του τόπου τους. Σε μια τέτοια περίπτωση αναφέρεται το παρακάτω έγγραφο.  «Εις δόσαν Θεού αμή. 1734 Φεβρουαρίου 24. Πάρος, Παροικιά. Επειδή και ο μουσού Γιοζές Ντάλες φρανκέζης να έμεινεν και να ήτον κάτοικος εις τον ντόπον μας μερικοί χρόνοι τώρα και εις τον γκαιρόν ετούτον επαντρεύτη κι επήρε γυναίκα απ’ εδώ, πλην όλον τούτον τον γκαιρόν έζησεν και επέρνα πάντα φρόνιμα και τακτικά, χωρίς να προξενήση καμίαν, την όλην μικροτέραν ενόχλησιν ή πίκρα κανενός, και επειδή να είναι άνθρωπος της θάλασσας και με μίαν βάρκαν να εταξίδευεν πηγαινόμενος τώρα εις την Μύκονο τον αντάμωσεν αφέντης καπετάν Τζων Πέτρος και έχοντας χρεία από την δούλεψιν του ομοίου Ντάλε τον επήρε στανικώς. Δια τούτο λοιπόν και δια να αποδείξη εις κάθε αφέντη και εξουσιαστή πως με το θέλημά του δεν το θέλη ζητά την μπαρούσαν μαρτυρία μελετώντας πάλε αν ο θεός το θέλη να μεταγυρίση και να απομείνη κάτοικος ως όλους μας πληρώνοντας τα δοσίματα του και χαράτζια του σαν γκαλός και ευπειθής ραγιάς. Δια τούτο τόνε συντροφιάζομεν δια μέσου του παρόντος φανερού γράμματος εις ένδειξινκαι βεβαίωσιν του.

Οικονόμος Πρωτόδικος

Σακελλάριος Βιτζαράς

Σκευοφύλαξ Ντεφεράρης

μάρτυς ο παπά Τζώρτζης Βιτζαράς ο Μπαρταλαμιός και ο Ιωάννης Βιτζαράς.

–1734. Παροικιά, 4 Απρ. 1734: Του αδερφού του Γιαννάκη αφήνει την εκκλησία του Αγ. Γεωργίου με το περιβολάκι και το λιβάδι Βορνά, σύμπλιος Μάρκου Αξιώτη. «και εν πρώτοις μεν θέλει και ζητά να θαύγεται εις την εκκλησίαν Μέγα Ταξιάρχη γονικό ντος και αφήνει του εφημέριου της όμοιας εκκλησίας παπά-κύρ Ιωάννου Μοστράτου το ξώφορόν του τζοχίτικο μαύρο».

–1734. Ο Σακελλάριος και Σακελλίου Κωνσταντίνος Βιτζαράς υπογράφει έγγραφα Παροικιάς 8 Ιουλίου 1734.

–1734. Εκλογή εκπροσώπων των  κοινών της Πάρου για να διευθετήσει σοβαρό θέμα με «Επιδρομή πειρατών». Σε έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης στις 6 Αυγούστου 1734 αναφέρεται ο επίτροπος Παροικίας Ιωάννης Βιτζαράς.

–1734. Γράμμα των κοινών της Πάρου προς τον καπουδάν πασά, εξ αφορμής του σοβαρού θέματος που δημιουργήθηκε με την αιχμαλωσία Οθωμανών, κατά την επιδρομή πειρατών στην Πάρο. Σε έγγραφο σε ικετήριας επιστολής της συνέλευσης στις 6 Αυγούστου 1734 προς τον καπουδάν Πασά Κιααγιά μπέη αναφέρεται ο επίτροπος Παροικιάς Ιωάννης Βιτζαράς.

–1734. Απόφαση του κοινού της Παροικιάς για επαναπατρισμό συμπατριωτών τους (λόγω της βαριάς φορολογίας από τους Τούρκους, με το οποίο τους καλούσε να επιστρεψουν στο νησί τους, δίνοντας την υπόσχεση για μείωση των φόρων τους) στις 16 Σεπτεμβρίου 1734, υπογράφει ο σακελλάριος και ο σακελλίου Βιτζαράς, ο παπά Δημήτρης Βιτζαράς, ο Μπορταλαμιός και ο Ιωάννης Βιτζαράς επίτροπος Παροικιάς.

–1735. Στις 6 Ιανουαρίου 1735: «παπα Γεώργος Βυτζαράς μαρτυρώ». Στις 5 Απριλίου 1735 συντάσσει τη διαθήκη του: «Διαθήκη μακαρίτου ενδεσίμου σακελλαρίου Βιτζαρά»

–1736. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 22 Ιανουαρίου 1736, αναφέρεται ο παπά Δημήτρης Βιτζαράς ο Ιωάννης και ο Μπορταλαμιός Βιτζαράς.

–1736. Πρόσκληση επαναπατρισμού κατοίκων Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση του κοινού Παροικιάς, της 24 Φεβρουαρίου 1736, υπογράφει και ο Μπορταλαμιός και ο Ιωάννης Βιτζαράς.

–1737. Προικοσύμφωνο του μαστρο Τζουάνε Βασιλάκη με την Ζαμπέτα θυγατήρ παπά Αντώνη Μουσούρη στην Παροικιά στις 3 Φεβρουαρίου 1737. Βεβαιώνει ο μάρτυρας Μπαρταλαμιός Βιτζαράς.

–1737. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς την 1η Μαρτίου 1737 αναφέρεται ο σακελλίου Βιτζαράς, ο Ιωάννης ο παπά Χοούσης ο Μπαρταλαμιός και ο Νικόλαος Βιτζαράς.

–1737. Διαθήκη του ιερέως (καθολικού δόγματος) Δημητρίου Βιτ(σ)ζαρά (Παροικιά, 14 Απρ. 1737), σύμφωνα με την διαθήκη το, κατά την οποία ο ανωτέρω ιερέας αφήνει του ανιψιού του Αντώνη την εκκλησία Άγιος Βασίλειος.

–1737. Διαθήκη παπά-Δημήτρη Βιτσαρά (Παρ. 14 Απρ. 1737) «έτερο άλλο χωράφι εις τοποθεσίαν Τουρλομπερέτη σύμλιος Γιαννάκη Βιτζαρά έχει την εκκλησία του Χριστού μέσα».

–1737. Ο ιερεύς Τζώρτζης Βιτζαράς υπογράφει διαθήκη Παροικιάς, 30 Ιουλίου 1737.

–1737. Αμοιβαία διαθήκη συζύγων της 30 Ιουλίου 1737 στην Παροικιά της κυρά Ζαμπέτας συμβίας Ανδρουλή Παπαγιάννενου της έτυχε θάνατος του ανδρός της, αναφέρεται η κυρά Μαρκιέτα θυγατέρα παπά Τζόρτζη Βιτζαρά.

–1738. Στις 14 Οκτωβρίου 1737 ο σακελλάριος Γιαννάκης Βιτζαράς αγοράζει τον ναό του Αγίου Γεωργίου στην περιοχή των Λιβαδιών της Παροικιάς.

–1738. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς την 1 Μαρτίου του 1738 αναφέρεται ο σακελλίου Βιτζαράς, ο παπά Τζώρτζης και ο Μπορταλαμιός Βιτζαράς και παπά Χουσής Βιτζαράς.

–1738. Σε προικοσύμφωνο Παροικίας στις 8 Απριλίου 1738, ο Μιχελέτος του Σπιρίδου με την κερα Νικολέττα θυγατέρα του Γεωργίου Σκιαδά, αναφέρεται ο μάρτυρας παπά Τζώρτζης Βιτζαράς.

–1738. Μαρτυρία υπερασπίσεως συμπατριώτη τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά (για αντίδραση στην συγκέντρωση της φορολογίας), κατά τη Γενική Συνέλευση από τα κοινά της Πάρου, της 16 Ιουλίου 1738, υπογράφει ο παπά Χούσης Βιτζαράς, ο Μπορταλαμιός, ο Ιωάννης και ο Νικόλαος Βιτζαράς από την Παροικιά και ο Γεώργιος Βιτζαράς από τη Νάουσα της Πάρου.

–1738. Επίτροπος του Κοινού της Παροικιάς σε έγγραφο, 16 Οκτωβρίου 1738 αναφέρεται ο Αμπάτες [=ηγούμενος] Βιτσαράς πρωτονοτάριος αποστολικός.

–1738. Καταγραφή [Παροικιά, 13 Νοεμ. 1738] της περιουσίας της Ευαγγελίστριας, κτήματα τους γειτονεύουν με τα κτήματα της Ευαγγελίστριας, παπά Δημήτρης Βιτζαράς.

–1739. Πρακτικό εκλογής κοινοτικών επιστατών του ναού της Εκατονταπυλιανής σε Γενική Συνέλευση του κοινού της Παροικιάς στις 10 Μαρτίου 1739 αναγράφεται ο ιερέας Κωνσταντίνος Βιτζαράς, ο παπα Τζώρτζης Βιτζαράς, ο παπα Χούσης Βιτζαράς, ο Ιωάννης Βιτζαράς και ο Μπορταλαμιός Βιτζαράς.

–1739. Στη διαθήκη της η Μαρουσάκη Τζανάκη Μαυρογένη (Παροικιά 27 Μαρτίου 1739) παραγγέλλει όπως «την ημέραν Αγίου Ελευθερίου να βάνει η Ειρήνη Βιτζαρά άλλους τέσσαρους ιερείς να λειτουργούν εις μνημόσυνον Ιωάννου και Μαρία του Σκληρού.

–1739. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 14 Απριλίου του 1739 αναφέρεται ο σακελλίου Βιτζαράς, ο Ιωάννης και ο Μπορταλαμιός Βιτζαράς.

–1739. Ο ιερεύς Τζώρτζης Βιτζαράς υπογράφει προικοσύμφωνο Παροικιάς, 30 Ιουνίου 1739.

–1739. Πρακτικό εκλογών κατά την Γεν. Συνέλευση στις 30 Αυγούστου 1739 απεσταλμένου των κοινών της Πάρου στην Κωνσταντινούπολη, εκλέγουν τον Νικόλαο Μαυρογένη, προκειμένου να διαπραγματευθεί τα οικονομικά θέματα του νησιού. Αναφέρεται ο σακελλίου Παροικιάς Βιτζαράς, ο παπά Χούσης, ο Βαρθολομιός Βιτζαρας από την Παροικιάς, ενώ από την Νάουσα ο Γεώριος Βιτζαράς.

–1739. Πρόσκληση επιστροφής προς τους ξενιτεμένους Παρίους στις 30 Αυγούστου 1739, υπογράφεται και από τον Ιωάννη και τον παπά Χούση Βιτζαρά.

–1740. Σε έγγραφο του 1740 της οικ. Βατιμπέλλα αναφέρει "Νήσος Πάρος Καστελιω εις τα 1740 νέο 3 Ιανουαρίου ημέρα Κυριακή και ώρα 3 της ημέρας. Ήλθασι εις την Νάουσα τέσσερις λεβέντες αρματωμένοι από το μπαστιμέντο του Καπετάν Φραγκίσκου Μαρία κοματάντε μίαν πουλάκα αρματωμένη εις την αμάχη με πατιέρα της Μάλτας οι άνθρωποι όπου ήλθαν ήτον ένας σαρτζελτές, το όνομά του Μπορταλαμαίος, με άλλους τρείς αρματωμένους και ερισαλτάρασι με δύναμιν των αρμάτων των επάνω εις το σπίτι του Σιόρ Κονσούλου των Εγγλέζων ονοματισμένος Σιόρ Νικολός Βατιμπέλλας. Και αυτός θεωρόντας του με τα άρματα και ξεσαθωμένοι εσφαλίκτη μέσα εις την κάμαράν του και αυτοί ψάχνοντας του και τον έβγαλαν από μέσα, τον εκατέβασαν κάτω σύροντας τον ώσαν κατάδικον και τα κοπέλλια του θεωρόντας την τόσην καταδίκην όπου του έκανα, αρμπούρισαν την παντιέρα του Βασιλέως της Εγγλιτέρας διά να διαφεντευθή και εφανέρωσαν και την διαφέντευσιν του Βασιλέως της Φράντζας δια τα καλά μέριτα του μακαρίτου πατρός του εφανέρωσαν και τις διαφέντεψες ιδικές των και με όλα αυτά από τον νούν των δεν επέρασαν μόνον το επήραν ως κατάδικον ξεσκισμένον και τον επήγαν ξεσπαθωμένοι μέσα εις την Παρκιά και εγύρευσαν καιρόν να τον σκοτώσουν, μα τον ακολούθησαν κόσμος πολύς και δεν ευρίσκαν άδειαν να κάμουν την όρεξιν τους, και πηγαινάμενοι εις την Παρκιάν αν δεν ήθελεν ευρεθή εις το Πόρτο ο Καπετάν Λούης Γζιπέτρος από το Σαν Τραπέ και ο καπετάν Αντώνιος Μαρτίν από το Σαν Τραπέ καπετάνιος εις ένα καράβι και ο καπετάν Κάρλος και ο καπετάν Τζουάνες αν ήθελαν λείψει αυτοί δεν ηξεύρομεν το τέλος όπου είχαν να πράξουν χωρίς κανένα νιτερέσσο και εις τούτο δίνομεν την παρόν μαρτυρίαν εις την ψυχήν μας πως τα είδαμεν με τα μάτια μας και υπογράφουμεν εις βεβαίωσιν. Το σφραγίζομεν και με την σραγίδα της κοινότης μας.

Οικονόμος Νάουσας μαρτυρώ, Σακελλάριος Νάουσας μαρτυρώ, Σκευοφύλαξ Νάουσας μαρτυρώ, ο Προηγούμενος του Βατοπεδίου Αθανάσιος μάρτυς, Αρχιδιάκως Νεόφυτος Βατιμπέλλας μαρτυρώ ως είδα, Λοΐζος Τζιμπέρ μάρτυς. Γεώργιος Βιτσαράς μάρτυς, Γεώργιος Μαρμπαρήγος μάρτυς, Σακέλιως Ναούσης μαρτυρώ, Παπά Φραντζέσκος Νταβερώνας μαρτυρώ, Παπά Μαρίνος Ραγγούσης μαρτυρώ, Γεώργιος Νταμιραλής μαρτυρώ, Ιωάννης Τριαντάφυλλος Μαρτυρώ, Κωνσταντίνος Βατιμπέλας μαρτυρώ, Δημήτριος Αυλωνίτης μαρτυρώ, Νικόλαος Λευκαρός μαρτυρώ. Εγώ Νικολός Κανάλες μαρτυρώ, Κωνσταντίνος Σκορδίλης, Ανδρέας Βιτσαράς μαρτυρώ, Ιωάννης Μπρούτος, Τζάνες ο Καλλέργης Καντζιλάριος Ναούσης πιστώς γέγραφα"

–1740.Έγγραφο του 18ου αιώνα (1725-1740) από την περιοχή της Νάουσας «χωράφι Καψάλου σύμπλιον Μπαρμπαρήγου από τον παπά-Γιαννάκη Βιτζαρά», «θέλει και παίρνει η θυγατέραν του η κερά Ανδριάννα την εκκλησίαν του Φωτοδότου Χριστού… (ιδιοκτησία του παπά Τζώρτζη Βιτζαρά)».

–1740. Σε δημόσιο πλειστηριασμό του κοινού Παροικιάς στις 12 Απριλίου 1740, αναφέρεται ο Βαρθολομιός Βιτζαράς.

–1740. Σε πρακτικό εκλογής «καταστιχογράφων» των φόρων του κοινού Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση της 23 Απριλίου 1740, μαρτυράτε ο σακελλάριος Βιτζαράς και ο Ιωάννης Βιτζαράς.

–1740. Σε προικοσύμφωνο της Παροικιάς στις 18 Μαΐου 1740, στο οποίο η Μαρουσα Γιακουμή Βιτζαρά μεταξύ άλλων δίδει στο γιό της Αντώνη ως προίκα και «τα σπίτια όλα με τα δικαιώματά του εις τα Χάλαρα αγορά από τον μακαρίτη Μάσο».

–1740. Σε προικοσύμφωνο Παροικίας στις 14 Ιουλίου 1740, του Αντώνη Γιακουμή Βιτζαρά με την θυγατέρα Δημητράκη Μαλακη ονόματι Ανούσα, αναφέρεται ο Γιωργάκης Βιτζαράς με χωραφι στους Λάκους.

–1741. «πατέντα που έκαμεν του αφέντη Βαρθολομιού Βιτζαρά και Πετράκη Καστέλη δια την Χίο να γυρέψουν τη δεκαετία και να επαπληρώσουν τα χαράτζια, ασφαλώς αυτά που δεν πλήρωσαν προηγούμενα εξαιτίας της σύλληψης των Τούρκων φορατζήδων από τους κουρσάρους». Το πρώτο έγγραφο αρχίζει ως εξής: «Εις δόξαν Θεού αμήν, 1741 Φεβρουαρίου 12, Πάρος, Παροικία. Με το να είναι ο τόπος μας εις πολλά υποκείμενα κίνδυνο από τους κουρσάρους, όντας εις τούρκο βοϊβόντα, εβρισκόμεστεν χωρίς καμίαν δύναμιν να αποφεύγωμεν τα κακά μας επροξενούντο, στοχαζόμενοι πως μας είναι χρειαζούμενον και πολλά ωφέλιμον αν ημπορούμεν να μην ηδακατίαμε(;) εις το κοινό δια να λείπωμεν τες αφορμές που δεν δυνόμαστεν να αποβάλωμεν και δια να μην έρθωμεν εις τελείαν ερήμωσιν και να εύρωμεν εις μέρος ανάπαυσιν, περιμαζωμένοι όλοι εις τον διορισμένον τόπον κατά την συνήθειαν γνωρίζοντας τον αφέντη Βαρθολομέον Βιτζαρά δια άξιον και καλόν συμπατριώτη ως πάντα επόθησεν ποθεί και θέλει το όφελος του κοινού με κάθεν πιστοσύνη εψηφίσαν περικαλούν και θένε δια μέσον της παρούσης φανερής πατέντας και υπογράφει η εντιμότης του μαζί και ο τιμιώτατος Πετράκης Καστέλης που και του λόγου του έως τώρα είναι φανερωμένος καλός επιμελητής και σαν βοηθός προς το όφελος μας … κλπ…».

–1741. Στις 2 Μαΐου 1741 ο Πετράκης Μαυρογένης εκλέγεται, μαζί με τον Βαρθολομιό Βιτζαρά, προβλέπτης (επιτηρητής, στην Κίμωλο) «για την άμεση λήψη υγιεινομικών μέσων στο λιμάνι του νησιού τους όπου κατέπλεαν πλοία από χώρες όπου ήταν διαδομένη η επιδημία της πανώλους»

–1741. Ο … Βιτζαράς υπογράφει ως πρωτοσακελλίου και Επίτροπος της Παναγίας στην Εκατονταπυλιανή στις 18 Οκτωβρίου 1741.

–1741. Εκλογή απεσταλμένων στην Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Παροικιάς. Κατά τη Γενική συνέλευση στις 30 Οκτωβρίου 1741 εκλέγουν ηγούμενο (αμπάτε) αφέντη Βιτζαρά και αφέντη Νικολάκη Μαυρογένη.

–1741. Εκλογή προβλεπτών υγειονομικών μέτρων από το κοινό Παροικιάς Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της 2 Μαΐου 1741, εκλέγεται ο Βαρθολομιός Βιτζαράς.

–1741. Για την εκλογή απεσταλμένων στην Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Παροικιάς στη Γενική συνέλευση το 1741 αναφέρεται ο Μπαρτολομιός από την Νάουσα και ο Γεώργιος από την Παροικιά.

–1741. Τα κοινά της Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της 20 Ιουλίου 1741, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους άρχοντα Νικόλαου Μαυρογένη, εναντίων των συκοφαντών κατοίκων της Νάξου, οι οποίοι τον κατηγορούν για συνεργασία με τους πειρατές, υπογράφει και ο παπά Κωνσταντής Βιτζαράς, ο σακελλίου Βιτζαράς καθώς και Μπορταλαμιός και Ιωάνης Βιτζαράς.

–1741. Κατά τη Γενική Συνέλευση, της 18 Νοεμβρίου 1741, οι προεστοί και κοινοτικοί εκπρόσωποι της Παροικιάς Πάρου, αποφάσισαν να συλλάβουν, να φυλακίσουν και τέλος να εκτοπίσουν από το νησί τους τον συντοπίτη τους Ιωάννης Βασιλάκης, λόγω του σκανδαλώδους τρόπου της ζωής του και άλλων ανάρμοστων πράξεων. Υπογράφει ο άρχοντας Βαρθολομιός Βιτζαράς, ο παπά Τζώρτης Βιτζαράς, ο Ιωάννης και ο Νικόλαος Βιτζαράς.

–1742. Ο ιεροδιάκονος Βιτζαράς υπογράφει γράμμα ιερέων της Παροικιάς που απευθύνεται προς τον δραγομάνο, βοεβόδα Νικολάκη Μαυρογένη στις 16 Φεβρουαρίου του 1742.

–1742. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 1η Μαρτίου του 1742 αναφέρεται ο σακελλαρίου Γιαννάκη Βιτζαράς, ο πρωτοσακελλίου Βιτζαράς, ο παπά Τζώρτζης, ο Μπορταλαμιός και ο Ιωάννης Βιτζαράς.

–1743. Εκλογή κατά τη Γενική Συνέλευση «επιτρόπου και προβλέπτη» απεσταλμένου από τα κοινά της Πάρου, στις 20 Φεβρουαρίου 1743 αναφέρεται ο πρώην σακελλίου Βιτζαράς και ο Ιωάννης Βιτζαράς.

–1743. Διαθήκη του παπά Τζώρτζη Βιτζαρά, Παροικιά, 27 Οκτ. 1743 « ακόμη εδικόν της το χωράφι εις τον Βούτημο λεγόμενο του Καλλικάτζαρου σύμπλιος Βασίλης Κωστόπουλος. 

–Η Μαρία Λεκάσα αναφέρεται στην διαθήκη του παπά-Τζώρτζη Βιτζαρά στην Παροικά, 27 Οκτωβρίου 1743. 

–1744. Η μονή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, περιοχή Δάσους, άνηκε στην οικογένεια του χωροεπισκόπου Γιαννάκης Βιτζαράς και πουλήθηκε από την θυγατέρα του Μαρούσα στον Φραντζεσκάκη Ντελαγραμμάτικα.

–1744. Έγγραφο αναφέρεται στον πειρατή Γρύλο που έλεγχε τα στενά περάσματα των Κυκλάδων και λήστευε κυριολεκτικά τα πλεούμενα με ορμητήριο την Πάρο και Αντίπαρο. «Εις δόξαν Θεού αμήν και της διαφεντεύτρας μας Εκατονταπυλιανής αμήν, 1744 Μαρτίου 4, Παροικία. Την σήμερον εφανερώθηκαν προσωπικώς εις την κανκελλαρία μας οι εδώ ονομτισμένοι ένμπροσθεν των υποκάτωθι παρόντα αξιοπίστω μαρτύρω, καραβοκύρης Γεώργιος Κανάρης, Στάμος Ψωμάς, Κωνσταντίνος Κακούρης, Νικολός Χαϊμάδας και Αθανάσιος Φραγκογιάννης οι οποίοι ζητούσαν και θέλουν δια μέσου της παρούσης φανερής υπογραφής των υποκάτωθεν να επιδείσουν ότι μισέβοντας από την Αθήνα με γνώμην Θεού θέλοντος να ξετρέξου τον δρόμον των έως την βασιλεύουσαν πόλιν και πηγαινόμενοι όντας εις το στενό της Άνδρος αιφνιδίως χωρίς τινα είδηση τους επάναβε(;) μία φελούκα μεγάλην και αρματωμένη καλά και αρματωμένη του αφέντη καπετάν Χριστοφίλου ντε Τζουάνε λεγόμενος Γρύλος και αυτός γενόμενος νοικοκύρης εις το καϊκιό των τους επήραν και συντροφία ζώντας τους επήρα εις το κανάλι της Αντιπάρου που εκεί ήτον ο καπετάνιος και το αρμαμέντον του και ερευνώντας το πράμα τους έδωκεν άδειαν και τους έκαμαν καλή πασκοτζέρο που εβρίσκουντανε ομοίως και μερικό από το σαπούνι του γομαριούν της Τζουβάλια πέντε και προβλέποντας, λοιπόν, στενοχωρημένο να μην χάσου και το αποληφθέν τως έβρη παρακαλεστικώς και εδανείστηκα ριάλια δύο χιλιάδες εξακόσια σαράντα ένα που γίνεται ο αριθμός με τα έξοδα έως δύο χιλιάδες επτακόσιαν και τους άφησαν ελεύθερους με το γομάρι του σαπουνιού, όθεν δι ‘ απόδειξιν με φανερά μαρτυρία την εζημία που έως τώρα ετράβηξα τους εσυντροφιάζομε δια μέσου της παρούσης υπογεγραμμένης ως κάτωθεν και τυπωμένη με την κοινή σφραγίδα εφανέρωσα του λεγόμενου καπετάνιου το επαράτησα χωρίς τινα έξοδα εις ασφάλεια, ξεκαθαρίζεται ότι το καΐκι με τες απόδειξες που ο καραβοκύρης εφανέρωσε του λεγόμενου καπετάνιου το επαράτησε χωρίς τινα έξοδα..

Γεώργιος Σπυρίδος μαρτυρώ ως άνωθεν

Μπορταλαμέος Βιτζαράς μάρτυρας

Πέτρος Μαβρογένης μαρτυρώ ως άνωθεν

Ιωάννης Δουδέσκος μάρτυρας

Τζανής Καμπάνης μάρτυρας

Τζουάνες Πρωτονοτάριος Κεφάλου(;) εις αναζήτησιν έγραψα Απόδειξη των Αθηναίων εις την εζημία ετραβήξαν απέ τον καπετάν Γρύλο».

–1744. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 28 Μαρτίου του 1744 αναφέρεται ο σακελλίου Βιτζαράς.

–1744. Κατά τη Γενική Συνέλευση εκπροσώπων όλων των κοινών της Πάρου, της 6 Απριλίου 1744, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους δραγουμάνου Νικολάου Μαυρογένη, εναντίον των εις βάρος του συκοφαντιών μερικών συμπατριωτών τους, προς τις τουρκικές αρχές. υπογράφει και ο Γεώργιος Βιτζαράς.

–1744. Στις 23 Αυγούστου 1744 στην Παροικιά ο ιερέας Γεώργιος Ραγκούσης υπογράφει έγγραφο εκλογής του  αιδεσιμότατου Βιτζαρά ως απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το Κοινό της Πάρου.

–1744. Διαθήκη του ιερομονάχου Παρθένιου. Πάρος, 12 Νοεμβρίου 1744. Αναφέρεται ο «ευγενής αφέντης Πετράκης Μαυρογένης, ο Δημήτρης Πάσος, ο παπα Μιχαήλ Συρίγος, ο Φρανκεσκάκης Ντελαγραμμάτικας, ο αφέντης Τζαννάκης Καμπάνης, ο Κωσταντάκης Πιρόπουλος, ο παπα Αντώνιος Βιτζαράς, ο επίτροπος Παροικιάς Ιωάννης Χαμάρτος και ο καντζελλάριος Παροικιάς Τζουάνες Πρωτονοτάρης.

–1746. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 22 Μαρτίου του 1746 αναφέρεται ο σακελλίου Βιτζαράς.

–1747. Διαθήκη του Σακελλίου Κων. Βιτζαρά (Παρ. 30 Μαρτίου 1747) «το αμπέλι του στις Τζιριτές…».

–1747. Σε πρακτικό εκλογής απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό της Παροικιάς σε Γενική Συνέλευση στις 26 Οκτωβρίου 1747 μαρτυρείται ο Γεώργιος Βιτζαράς.

–1748. Πρακτικό πωλήσεως των φόρων του κοινού της Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, τη 1 Μαρτίου 1748, μαρτυρείται ο σακελλίου Βιτζαράς, καθώς και ο παπά Αντώνης Βιτζαράς.

–1748. Ιερέας Χρουσάκης Βιτζαράς αναφέρεται σε έγγραφο αγοράς, Κέφαλος 5 Οκτωβρίου 1748.

–1749. Σε εκλογή απεσταλμένου για την Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 12 Οκτωβρίου 1749, μαρτυρείται ο Γεώργιος Βιτζαράς.

–1750. Σε Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου των επτά κοινών της Πάρου (Παροικιάς, Νάουσας, Κεφάλου, Τζιπίδου, Λευκών, Μαρμάρων, Δραγουλάς) στην Κωνσταντινούπολη της 23 Αυγούστου 1750, μαρτυρείται ο Γεώργης Βιτζαράς από τη Νάουσα

–1751. Στο προικοσύμφωνο του Ιωάννου Γιωργάκη Γιαννούλη Βιτζαρά και της Αννάκι Τζανάκη. (Καστέλλι Νάουσας, 4 Νοέμ. 1751) «έτερο χωράφι του Λεύχαρου με περιβολάκι, με σπίτια, μάνδρες και κάμαρα», «έτερο χωράφι εις την αυτην τοποθεσίαν καινούργια, όπου ο ναός της Παναγίας σύμπλιος Ιωάννης Ντελαγραμμάτικας με δύο δένδρα συκιές και πατητήρι, λεγόμενο Ξαμπέλισμα». Αναφέρεται και ο Νικόλαος Βιτζαράς με σπίτι στο Ξώπυργο. «Ο κυρ μάστρο Αντώνιος Τζανάκης δίδει στην κόρη του Αννάκι εικόνες…». (ΓΑΚ, 212, 181 και ΕΑΙΕΔ, 8 (1958)177).

Ο Γεωργάκης Βιτζαράς ήταν ιδιοκτήτης της εκκλησίας Παναγιάς της Καινούργιας που σώζεται μέχρι σήμερα στο ανατολικό μέρος του οικισμού των Καμαρών.

–1752. Στα 1752, οι κόρες του μακαρίτη χωροεπισκόπου Βιτζαρά πουλάνε στον Μαυρογένη τα σπίτια τους που έχουν απομείνει χωρίς στέγη.

–1752. Σε έγγραφο Παροικιάς, 17 Μαΐου 1752 αναφέρεται ο αφέντης αμπάτες (καθολικός ηγούμενος) Βιτζαράς πρωτονοτάριος αποστολικός.

–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου 1755 μαρτυρείται ο Γεώργιος Βιτζαράς από τη Νάουσα.

–1785. Γεννιέται το 1785 η Αργυρώ Γ.Ι. Βιτζαρά σύζυγός Παναγιώτης Δ. Δημητρακόπουλος (1781-1832). Απεβίωσε στη Νάουσα το 1815.

Ο Φιλικός, βουλευτής, γερουσιαστής Παναγιώτης Δ. Δημητρακόπουλος παντρεύτηκε το 1804 την Αργυρώ Γ.Ι. Βιτζαρά (1785-1815) και μετά τον πρόωρο χαμό της παντρεύτηκε το 1817 την Αικατερίνη Π. Μάτζα Μαυρογένη (1795-?).

–1787. Ιωσήφ Βιτζαράς, ηγούμενος Μονής Ταξιαρχών 1787. Στον κατάλογο ακινήτων περιουσίας της Ξεχωριανής ο Φραντζεσκάκης Νταμίας (Νάουσα, 21 Ιανουαρίου 1787) «αφήνει επιτρόπους εις όσα εδώρισεν τον άγιον καθηγούμενο των Ταξιαρχών Ιωσήφ Βιτσαρά και τον σιόρ Δημητράκη Δημητρακόπουλο και τον γαμβρόν του Πανάο».

–1800. Πώληση χωραφιού. Πάρος εν τη Νάουσα 1800 Μαγίου 27. Την σήμερον διά του παρόντος μου δηλοποιώ εγώ ο υποκάτωθεν υπογεγραμμένος ότι πουλώ του ενδαισιμωτάτου αγίου σακελλαρίου Μοστράτου, ένα κομμάτι ξαμπέλισμα εις την Πηγάδα του Καγκιλιέρη πλησίον το αμπέλι του Αννακιού θυγατρός Γεωργίου Πρωτονεταρίου: διά γρόσια είκοσι: ήτοι: 20: καθώς το απόκοψιν ο Γιακουμάκης Βιτζαράς, τα οποία του τα εμλετρησεν εις χείρας σωστά και καλά μένοντας πληρωμένος και ευχαριστημένος και από την σήμερον του το απαραιτεί εις την εξουσίαν του να το κάνη ως θέλει και βούλεται ως ίδιος και καθολικός νοικοκύρης υποσχόμενος να το κουματιτέρη (;) εις παντοτεινό ποσέσιον και κόντρα του κάθε εναντίου: ο δε συγχύσας το παρόν να πέφτη είς … και κουντάνα της ευρισκομένης αυθεντίας, γρόσια πάλι είκοσι: και πάλιν το παρόν να έχη το κύρος και την ισχύν όθεν του δίνει την παρόν πουλησία βεβαιωμένη με την υπογραφήν μου εις ασφάλειαν. Φραντζέσκος Μαλατέστας βεβαιώνω το παρόν. Μανόλης Μαλατέστας γέγραφα το παρόν και μαρτυρώ. (Απόκοψες ο Γιακουμάκης Βιτζαράς: Δηλαδή εξετίμησε την αξία του. Ο Ιάκωβος Βιτζαράς ήταν αποκοπτής, πραγματογνώμονας, που διοριζόταν συνήθως από το Δημόσιο και προσονομαζόταν κοινός αποκοπτής).

–1804. Σε πωλητήριο στη Νάουσα το 1804 αναφέρει, Γεώργιος Βιτζαράς.

–1812. Γεώργιος Βιτζαράς, προεστός και κοινός επιστάτης Ναούσης 1812.

–1812. Σε έγγραφο Ναούσης, 20 Αυγούστου 1812, ο οικονόμος εφημέριος Νάουσας Νταμίας Νεόφυτος καταγγέλλει τον Ιωάννη Γαβαλά από τις Λεύκες διότι παρέβη τη συμφωνία κατά την οποία όφειλε να καλλιεργεί  κτήματα του μοναστηριού και να δίδει το δέκατο από την εσοδεία των αγρών. Το έγγραφο βεβαιώνουν ο ζαμπίτης και ταχσιλδάρης Πάρου Ιωάννης Μαυρογένης και ο κοινός επιστάτης Γ. Βιτζαράς, το συντάσσει δε «ο κοινός κανκιλάριος», ιερέας, σακελλάριος Μοστράτος.

–1816. Σε προικοσύμφωνο στις 22 Οκτωβρίου 1816 αναφέρεται η Ανθούλα γυνή πάλε ποτέ Ιάκωβου Βαβανού, όπου πάντρεψε το 1812 τον γιό της με την θυγατέρα του πάλε ποτέ Περούλη Ρούσσου ονόματι Αντωνία, αναφέρεται ο μάρτυρας Γεώργιος Βιτζαράς.

–1817. Το 1827 γεννιέται ο Βιτζαράς Εμμανουήλ κτηματίας κάτοικος Νάουσας.

–1820. Σε προικοσύμφωνο στις 11 Ιανουαρίου 1820 αναφέρεται ο Γεωργάκης Βιτζαράς με χωράφι στην Κουράπα.

–1821. Παριανός αγωνιστής του 1821 ο Αναστάσιος Βιτζαράς. 

–1821. Ο Παναγιώτης Δ. Δημητρακόπουλος εμυήθη εγκαίρως στην Φιλική Εταιρία στην οποία ήταν και ο επικεφαλής στην Πάρο. Σε χειρόγραφο του τελετουργικού της μυήσεως στην Φιλική Εταιρία αναφέρεται η δράση σε σχετικό σημείωμα. 1821 των Φιλικών τη 7 Μαΐου. Καθιέρωσα τον Γεώργιο Ιωαν. Βιτζαρά.  ‘Έλαβαν κριθάρι γρόσια 150.

–1822. Σε έγγραφο των Παριανών στους Υδραίους στις 13 Απριλίου 1822 αναφέρεται ο Γεώργιος και ο Νικόλαος Βιτζαράς από την Παροικιά και ο Γεώργιος Βιτζαράς από τη Νάουσα.

–1822. Στις 19 Νοεμβρίου 1822. Ο Αντέπαρχος Πάρου και Αντιπάρου Παναγιώτης Βαφιόπουλος αποστέλλει έγγραφο για την δολοφονία ενός Κωνσταντινουπολίτη στη Νάουσα από έναν Ζακυνθινό, προς τον προσωρινό υπουργό του Πολέμου της Ελλάδος. Το έγγραφο υπογράφουν και οι Γραμματείς, Δημήτριος Χαμάρτος, Γεώργιος Βιτζαράς, Τζαννής Νικολάου Καμπάνης και οι Πέτρος Μάτζας Μαυρογένης, Ελευθέριος Χαμάρτος.

–1822. Σε αντίγραφο Κριτηρίου Πάρου της 18 Δεκεμβρίου 1822 αναφέρεται ο Γεώργιος Βιτζαράς.

–1823. Την 1η Νοεμβρίου 1823, έπεμψε τας εν λόγω επιταγάς με τον Αναστάση Ρεϊζη Τζιρογώτη προς τον εν Ναούση Γεώργιο Βιτζαρά. δια να φροντίσει να εισπράξει το ποσό και να το εγχειρίσει προς τον ξάδερφο του Νικόλαο Κατζαρό συγκατοικούντα μετ' αυτού εις την εν Ναούση κατοικίαν του.

–1825. Ο ιερέας Νικόλαος Βιτζαράς υπογράφει πωλητήριο έγγραφο Παροικιάς, 8 Φεβρουαρίου 1825.

–1825. Επίτροπος στον Άγιο Αντώνιο Κεφάλου διορίζεται από το υπουργείο της Λατρείας ο Βιτζαράς Γεώργιος, Ναύπλιο 10 Σεπτεμβρίου 1825. Ττο εκτελεστικό Σώμα της Προσωρινής Κυβέρνησης της Ελλάδος δια τον πρόεδρο του Γεωργ. Κουντουριώτη ειδοποιεί το Υπουργείο Λατρείας (Θρησκείας), ότι ενέκρινε τον διορισμό Επιτροπής διά να επιστατεί τον Άγιο Αντώνιο. Μέλη αυτής ορίσθηκαν ο Ιωάννης Βαλσαμής, ο Γεώργιος Βιτζαράς και ο ιερέας Κωνσταντίνος Γεμελιάρης.

–1825. Στις 11 Οκτωβρίου 1825 αναφέρεται ο οικονόμος Νάουσας Γεώργιος Βιτζαράς.

–1825. Σε αποδεικτικό έγγραφο στις 30 Δεκεμβρίου 1825 αναφέρεται ο Γεώργιος Βιτζαράς.

–1826. Ο Γεώργιος Βιτζαράς υπογράφει νοταριακό έγγραφο Παροικιάς στις 21 Απριλίου 1826.

–1826. «Επαρρησιάσθη προσωπικώς εις την δημοσίαν Νοταρίαν ο υπογεγραμμένος κύριος Αλεξανδράκης Δημητρίου Καμπάνης και ομολογεί ότι ιδίαν αυτού βουλήν και αυτοθέλητον γνώμην πωλεί προς τον κύριον Κοσμάν Λιβαδινόπουλον ένα έξαμπέλισμα, έχει γονικόν του εν τη τοποθεσία Σαρακήνικον με τον νερόν έχει μέσα σύμπλιος Ελευθεράκης Χαμάρτος και Ιωάννης Μπαρμαρής διά γρόσια εξακόσια πενήντα πέντε, νούμερο 655, ως επερίσσευσεν την τιμήν του αυτού ο ίδιος αγοραστής εις το Κοινόν δημόσιον, όθεν από την σήμερον το και εξαμπέλισμα με το νερόν (το οποίον νερόν θέλει εξακολουθεί ως το πάλαι) μένει ελεύθερα εις την εξουσίαν και κυριότητα του ειρημένου αγοραστού να το κάμη ως θέλει και βούλεται τόσον ο ίδιος καθώς και οι κληρονόμοι του ως καλώς πωλημένων και καλώς διά δημοπρασίας αγορασμένων, υποσχόμενος ο πωλητής  να διαφεντεύη τον αγοραστή από κάθε εναντιότητα ως έλαβεν την τιμήν του αυτού εξαμπελισμάτου μέχρι και του οβολού εις ένδειξιν δε εγένετο το παρόν πωλητήριον γράμμα εκ της δημοσίας Νοταρίας βεβαιωμένον τη ιδία υπογραφή του πωλητού και εδόθη προς τον αγοραστήν φυλάττοντας αντίγραφον εις τον Κώδικα της Νοταρίας, υπ’αριθ.34. τη 3 Ιουλίου 1826, Παροικία Πάρου. Αλέξανδρος Καμπάνης βεβαιώνω το παρόν. Φραγκίσκος Αλεξάνδρου Καμπάνης βεβαιώνω. Γεώργιος Βιτζαράς.

–1826. Υπογράφων ως έφορος Νάουσας στις 29 Δεκεμβρίου 1826 ο Γεώργιος Βιτζαράς και ο Αναγνώστης Βιτζαράς.

–1827. Απόφαση των προκρίτων της Παροικιάς για την ενοικίαση του μετοχίου Ευαγγελίστριας για να στεγάσει την «Κοινη Σχολή» τους «Εν Παροικία της Πάρου τη 26 Φεβρουαρίου 1827. Οι πατριώτες και προκριτοδημογέροντες της Χώρας Παροικίας. Ελευθέριος Χαμάρτος, Μ. Μάτσας Μαυρογένης, Γεώργιος Βιτζαράς, Ιωάννης Κρίσπης, Τζώρτζης Χαμάρτος, Μιχαήλ Κρίσπης, Λεονάρδος Κονδύλλης, Γεώργιος Κυπριανός και Ζέπος Κυπριανός.

–1827. Σε διανομή κληρονομιάς της 8 Μαρτίου 1827 αναφέρεται ο Σταματέλος Βιτζαράς.

–1827. Σε έγγραφο της 15 Απριλίου 1827 της Παροικιάς Πάρου μαρτυρείται ο Γεώργης Βιτζαράς.

–1827. Καταγραφή των (μερικών) χρεών των κοινοτήτων του κάθε Μέρους κοινού της Πάρου εις την Κωνσταντινούπολιν. 17 Απριλίου 1827.

Ομολογία Γεωργίου Βιτσαρά Κεφάλαιον γρ. 1000.

–1827. Σε εξόφληση κληρονομιάς στη Νάουσα στις 22 Μαΐου 1827 αναφέρεται ο Βιτζαράς Νικόλαος ως μάρτυρας.

–1827. Ποσότης των χρεών της Επανάστασης του χωριού Κηπίδου (Μάρπησσας) τα οποία χρεωστούνται το 1827: Αυγούστου 14 με ομολογίας

Πέτρου Μάτσα Μαυρογένους γρ.3400

Παναγιώτου Δ. Δημητρακοπούλου γρ. 400

Γεωργίου Βιτσαρά γρ. 350

Ιωάννου Παντελούφη γρ. 500

Βήτου Τράντα γρ. 600

Ζαμπέτας Δ. Φραγκή γρ. 270 (ίσως Φραντζή).

Τόσα οποίως χρεωστούντας εις διαφόρους ως τον κατάλογον επαροιστάσαν; οι κάτοικοι του ρηθέντος χορίου.

Το χρέος του χορίου Κηπίδου γρ. 6452

–1827. 24 Νοεμβρίου 1827. Δημογέροντας της Παροικιάς Γεώργιος Βιτζαράς

–1827. Στις 24 Νοεμβρίου 1827. Δημογέροντας της Νάουσας ο Ν. Βιτζαράς και στον Τσιπίδο ο Αναστάσιος Βιτζαράς.

–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της πόλεως Παροικιάς

Βιτσαράς Ανδρέας ετών 11, Βιτζαράς Φραγκίσκος ετών 15 και ο Βιτσαράς Διογένης ετών 7.

–1829. Σε έγγραφο της Εκατονταπυλιανής «Εν Παροικία της Πάρου» την 19 Μαΐου 1829 αναφέρονται οι εκλογείς της επαρχίας Πάρου και Αντιπάρου: Αθανάσιος Μαύρος, Μ.Μ. Μαυρογένης, Δημήτριος Καλαβρός, Νικ. Μαλατέστας, Ιω. Μεταξάς, Θ. Ρικιέρης, Ιάκωβως Λουκής, Ν. Μωραΐτης, Μιχαήλ Τζιγώνιας, Ιω. Βαλσαμής, Ευστράτιος Στάμενας, Ζέπος Δελαγραμμάτης, Ν. Κονταράτος, Ν. Ρούσσος, Γεώργιος …, Τζανής Μάτζας, Δαμιανός Μπιάζης, Γεώργιος Βιτζαράς.

–1829. Ο ονομαστικός κατάλογος των μαθητών του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου της Νάουσας του σχολικού έτους 1829.

«Οι μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της κομοπόλεως Ναούσης»

Εμμανουήλ Βιτζαράς ετών 13.

–1830. Από κατάλογο που είχε στείλει στο Υπουργείο Θρησκείας ο Επίσκοπος Παροναξίας Ιερόθεος στις 8 Φεβρουαρίου 1830, πληροφορούμαστε ότι η Πάρος διέθετε 52 ιερείς.

Κατωτέρω παραθέτουμε ονοματεπώνυμά με τα ανάλογα οφίκια που είχαν: πάροικος, παπα-Νικόλαος Βιτζαράς και ο Δομιτιανός Βιτσαράς.

–1830. Εν Παροικία 18 Φεβρ. 1830. Οι πρόκριτοι της Πάρου Παρευρεθείς λέγω τα αυτά ως και οι πρόκριτοι περί τε της χρηστοηθείας και φιλομαθείας του νέου Γεωργίου Βιτζαρά.

–1830. Με έγγραφο των προκρίτων της Παροικιάς, 27 Απριλίου 1830, δίδεται η άδεια στον Γεώργιο Βιτζαρά και στον άλλον Επίτροπο Παναγιώτη Δ. Καμπάνη «να οικονομήσουντην αποζημίωσιν ταύτην».

–1830. Ο ιερεύς Βιτζαράς Δομένικος υπογράφει το έγγραφο Παροικιάς: προικοσύμφωνο 3 Οκτωβρίου 1830.

–1830. Στην Κωνσταντινούπολη, όπου ζούσαν πολλοί Παριανοί, έφθασαν τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο 1830 ο Φραγκ. Ανδρ. Βιτζαράς.

–1831. Στην Πάρο δημιουργούνται δύο στρατόπεδα: των Καποδιστριακών (Βιτσαράς, Χαμάρτος κ.α.) και των αντικαποδιστριακών (Κ. Κονδύλης, Λεον. Κονδύλης, Μιχ. Κρίσπης, Ν. Μαλατέστας κ.α.). Με παρακίνηση των Υδραίων επαναστατούν τα νησιά κατά του Καποδίστρια το 1831 και αντικαθιστούν τις τοπικές διοικήσεις ή τις κοινοτικές αρχές.

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Γεώργιος Βιτζαράς και ο παπά Νικόλαος Βιτζαράς, όπως και οι Αντώνης και  Αναγνώστης Βιτσαράς από το χωρίων Κεφάλου.

–1832. Εν Ναούση της Πάρου τη 27 Μαρτίου 1832, σε έγγραφο της σχολής του Αγίου Αθανασίου αναφέρεται ο Νικόλαος και Κωνσταντίνος Βιτζαράς.

–1832. Εν Ναούση της Πάρου τη 27 Μαρτίου 1832, σε έγγραφο της σχολής του Αγίου Αθανασίου αναφέρεται ο ρωσικός ατζέντης εις Νάουσα Ιωάννης Βιτζαράς. 

–1833. Ο ιερεύς Βιτζαράς Δομέτιος υπογράφει το έγγραφο Παροικιάς: διαθήκη Βερεζίνας Ιωάν. Μαυρομμάτη, 15 Μαρτίου 1833. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1833: «παπά Δομέτιος Βιτζαράς υπογράφω εις όνομα Μοσχούς Αντωνίου θυγάτηρ Καλακώνα ότι στέργω και μαρτυρώ και εγώ».

–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο Π. Βιτσαράς και ο Τηλέμαχος Βιτσαράς.

–1835. Σε ομαδικό έλεγχο του δημοτικού σχολείου Πάρου του 1835, υπάρχει εγγεγραμμένος ο μαθητής Βιτσαράς Δ. Γεράσιμος, τέχνη πατέρα ιερεύς. Και ο Διογένης Βυτζαράς.

–1838.Ο ιερέας Νικόλαος Βιτζαράς αναφέρεται σε έγγραφο που συντάχτηκε στις 12 Μαρτίου 1838.

–1842. Προικοσύμφωνο Σπυρίδωνα Κοντοστάβλου και Μαρίνας Κατακουζηνού

Παροικιά, 26 Αυγούστου 1842

Τω χιλιοστώ οκτακοσιοστώ τεσσαρακοστώ δεύτερω έτει, την εικοστήν έκτην του μηνός Αυγούστου ημέραν Τετάρτη της εβδομάδος, επροσκλήθην ο υποφαινόμενος Δημήτριος Δελαγραμμάτης, Ειρηνοδίκης και κάτοικος Πάρου, εκπληρών έργα συμβολαιογράφου παρά του κυρίου Αναστασίου Κοντοστάβλου, ασθενούντος, διά να έλθω προς αντάμωσιν του διά να συντάξω το παρόν συμβόλαιον, αυθωρί δε κατά την ενδεκάτην ώραν πρό μεσημβρίας της αναφερομένης ημέρας ήλθον εις ταύτην την πόλιν της Παροικίας κειμένην οικίαν κατά την θέσιν Χάλαρα (Μεσοσπορίτισσα), οπου παρουσιασθέντες οι κύριοι Αναστάσιος Κοντόσταβλος και η σύζυγός αυτού Μαρούσα, Δημόται και κάτοικοι του δήμου Πάρου, κτηματίαι γνωστοί μου και άσχετοι συγγενείας με εμέ, ολιτινες ωμολόγησαν ενώπιον εμού, και των κάτωθεν υποφαινομένων μαρτύρων, ότι με το να ενυμφεύθη ο υιός των Σπυρίδων διά νόμιμον σύζυγον του την κυρίαν Μιρίναν θυγατέρα του Γεωργίου Κατακουζινού κατά τον Ιούλιον του χιλιοστού οκτακοσιοστού εικοστού ογδόου έτους, και επειδή δεν έκαμον εις αυτόν άχρι τούδε προικοσύμφωνον, ητήσαντο… εκ συμφώνου, οι ρηθέντες γονείς του την σύνταξιν του παρόντος προικοσυμφώνου, με το οποίον ομολογούν ότι δίδουν ευχαρίστως και με την ευχήν των προς τον υιόν των Σπυρίδωνα χάριν προικός τα ακόλουθα:

Μίαν εικόνα τιμωμένη Ο Άγιος Σπυρίδων, τον αλευροανεμόμυλον τους κείμενον κατά το βόρειον  παράλιον του λιμένος Παροικίας έξωθεν του Μεγάλου Χωραφιού της Δημοτικής Εκκλησίας Εκατονταπυλιανής μ’ όλα τα εις αυτόν έπιπλα και σκεύη, καθώς είναι και ευρίσκονται τμηματικώς διά δραχμάς τρείς χιλιάδας, την συνεχομένην μ’ αυτόν οικίαν και με τον ψωμόφουρνον και με διάφορα δένδρα, καθώς είναι και ευρίσκεται κείμενον εντός της πόλεως Παροικίας, κατά [το βόρειον παράλιον του λιμένος συνορευομένην με] οικίαν του Τζόρτζη Τζουάννη μ’ εκείνην του Ιωάννη Παπαδόπουλου, με το κηπάριον του Γεωργίου Βιτζαρά και μ’εκείνο του Νικολάου Ψαράκη και με το της  Ειρήνης  Α. Βιτζαρά εκτιμώμενον δια δραχμάς πεντακοσίας. Το πλοίο του Βρατζέρα με τα ημίσια αναλογούντα εις αυτόν έπιπλα και σκεύη, εκτιμώμενον δια δραχμάς διακοσίας, ένα αλώνι του αλευροανεμόμυλου, το οποίον το έχουν εκτός της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, κείμενης κατά βόρειον παράλιον του λιμένος Παροικίας, μίαν κουρούπα του λαδιού κορωνιά, ένα… σούνι σανιδένιο, ένα βαρέλι του κρασιού με σιδερένιο βεργιό, εκτιμηθέντα όλα τα κινητά είδη δια δραχμάς πεντήκοντα.

Όλα τα ρηθέντα κινητά και ακίνητα κτήματα θέλει τα κρατεί εις χείρας του ο αναφερόμενος πατήρ Αναστάσιος Κοντόσταβλος και να καρπούται αυτά εν όσω ούτος ζή, μετά τον θάνατόν του οποίου θέλει τα παραλάβει εις την δεσποτείαν και κυριότητά του ο ρηθείς υιός των Σπυρίδων Κοντόσταβλος, διά να τα κάνη ως θέλει και βούλεται, ως κτήματά του αναπόσπαστα, αναμφισβήτητα και παντοτεινά, παρεκτός του περιβολίου με τα εν αυτώ, το οποίον θέλει το καρπούται η μητήρ του Μαρούσα εν όσω αυτή ζή, μετά τον θάνατόν της οποίας θέλει το παραλάβει και τούτο ο ρηθείς υιός των Σπυρίδων πάντη ελευθέρον εις την εξουσίαν του με την υποχρέωσιν δε του υιού των Σπυρίδωνος, μετά τον θάνατόν του πατρός του, όπου τότε θέλει παραλάβει τον αλευροανεμόμυλον εις την εξουσίαν του, να δίδη κατ’ έτος προς την μητέρα του Μαρούσαν, είκοσι πινάκια αλεύρι κρίθιρον και πινάκια δέκα σιταρένιον, εν όσω αυτή ζή, μετά τον θάνατόν της οποίας θέλει μένει ο ρηθείς υιός των Σπυρίδων ελεύθερος της υποχρεώσεως της αλευρ……. [Και εις ένδειξιν υπεγράφη το] παρόν προικοσύμφωνον έγγραφον εν τη … αναγνωσθέν ευκρινώς και μεγαλοφώνως, εις επήκοον αυτών και των επί τούτων προσκληθέντων μαρτύρων μαρτυρούντων την θέλησιν των λέγω των κυρίων Μάρκου Φ. Κυπραίου, κτηματία και Δημητρίου Εμμ. Σκορδύλη, κτηματία, κατοίκων και δημοτών του Δήμου Πάρου, γνωστών μοι αμφοτέρων και ασχέτων συγγενείας με εμέ και με τους ρηθέντας, υπογράφεται ιδιοχείρως παρά των μαρτύρων μόνον και παρ’ εμού, παρά δε του Αναστασίου Κοντόσταυλουκαι της συζύγου του Μαρούσας δεν υπεγράφθη αγραμμάτων ομολογησάντων είναι.

Μάρκος Κυπραίος μαρτυρώ.

Δημήτριος Εμμ. Σορδύλης μαρτυρώ

Ο εκπληρών έργα συμβολαιογράφου Ειρηνοδίκης Πάρου Δ. Δελαγραμμάτης.

–1843. Σε ονομαστικό κατάλογο των εκλογικών αποτελεσμάτων Νάουσας στις 27 Οκτωβρίου 1843 αναφέρεται ο Νικόλαος Βιτζαράς. Και βεβαιώνει το μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου Πάρου Γεώργιος Βιτζαράς.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 38χρονος κτηματίας Ιωάννης Βιτζαράς, ο 44χρονος γεωργός Νικόλαος Μ. Βιτζαράς, ο 54χρονος γεωργός Βιτζαράς Κωνσταντίνος, ο 29χρονος κτηματίας Βιτζαράς Εμμανουήλ, ο 37χρονος γεωργός Βιτζαράς Γεώργιος, ο 52χρονος γεωργός Νικόλαος Ι. Βιτζαράς, ο 44χρονος γεωργός Νικόλαος Γεωργίου Βιτσαράς, ο 55χρονος εργάτης Γεώργιος Ν. Βιτσαράς.

–1846. Ο Μαρπησσαίος Γεώργιος Φωκιανός έλαβε μέρος στην Ελληνική Επανάσταση και αγωνίστηκε υπό τις οδηγίες του Παριανού Δημητρίου Σάλλα «κατά το 1826 εις την κατά του Ιμβραήμ πολιορκίαν Τριπολιτσάς (…) και διέμεινεν εκεί μέχρι της πτώσεως της» κατά μαρτυρία των δημοτών και κατοίκων του Δήμου Μαρπήσσης, σε έγγραφο τους («εν Μαρπίσση την 16 Μαΐου 1846»). Ακολούθως διέμεινε στα Βέρβαινα και τέλος στο Ναύπλιο. Αρχηγός δε των όπλων ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το πιστοποιητικό το υπογράφουν 48 προύχοντες και κάτοικοι της Μάρπησσας, μεταξύ των οποίων οι: Άγουρος Ιωάννης, Ιωάννης Ασωνίτης, Ελευθέριος Τζιώτης, Αναγνώστης Α. Βιτσαράς, Παναγ. Νικηφοράκης, Αντώνιος Τζιγώνιας, Αρτέμιος Ευλογιάς, Ανδρέας Αλιπράντης, Νικ. Βατιμπέλας, Νικόλαος Πούλιος, Γουλιέλμος Καντιώτης, Μακάριος Στάμενας. Το επικυρώνει δε καθώς και τις υπογραφές, ο δήμαρχος Μάρπησσας Γεώργιος Σιμ. Δελαγραμμάτης («εν Μαρπίσση την 20 Μαΐου 1846»).

–1847. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 26χρονος υπάλληλός Αλέξανδρος Βιτσαράς, ο 26χρονος έμπορος Ανδρέας Α. Βιτσαράς, ο 66χρονος κτηματίας Γεώργιος Βιτσαράς, ο 26χρονος σανδαλοποιός Διογένης Βιτσαράς, ο 29χρονος υπάλληλος Ιωάννης ΠΝ Βιτσαράς, ο 48χρονος έμπορος Βιτσαράς Νικόλαος και ο 33χρονος πλοίαρχος Παντελής Βιτσαράς.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 46χρονος κτηματίας Βιτζαράς Αναγνώστης.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Κώστου του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 44χρονος γεωργός Βιτσαράς Νικόλαος του Γεωργίου και ο 55χρονος εργάτης Γεώργιος Ν. Βιτσαράς.

–1860. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1860 σε συμβολαιογραφική πράξη [υποθηκοδάνειο] στην Σύρου αναφέρεται ότι ο κάτοικος Πάρου Κωνσταντίνος Μελανίτης βυρσοδέψης να δανείζεται και να βάζει υποθήκη κτήματά του από τον Γεώργιο Βυτζαρά έμπορο κάτοικο Πάρου.

–1867. Εν Πάρω σήμερον, την εικοστήν εβδόμην Μαΐου του χιλιοστού οκτακοσιοστού εξηκοσού εβδόμου έτους, ημέραν Σάββατο προ μεσημβρίας, εν τω ειρηνοδικιακώ καταστήματι Πάρου, ενώπιον ημών του Ειρηνοδίκου Νικήτα Ν. Βλαβιανού, δημοσία και εκτάκτως συνεδριάζοντος εν τω ακροτηρίω παρόντος και του Γραμματέως Ιωάννου Ν. Βιτσαρά ενεφανίσθη ο Λεωνίδας Βενιέρης, ιατρός, κάτοικος του Δήμου Πάρου όστις ητήσατο να ορκισθή ενώπιον ημών, συμφώνως με την από 23 Μαΐου ε.ε. και υπ’ αριθ. 4141 παραγγελίαν προς ημάς του κυρίου Εισαγγελέως των εν Σύρω Πρωτοδικών, εκδοθείσαν δυνάμει της υπ’ αριθ. 18 Μαΐου ε.ε. αιτήσεως του αυτού ιατρού και την από την αυτήνημερομηνίαν και υπ αριθ. 165 ημετέρου προς τον κύριον Εισαγγελέα εγγράφου, τον οποίον και ωρκίσαμεν εις το Ιερόν Ευαγγέλιον ως εξής: «Ομνύω, συνειδώς τας επικειμένας εις την ψευδομαρτυρίαν ποινάς,ότι θέλω δίδει την γνώμην μου και θέλω κάμνει σωστήν έκθεσιν εν συνειδότι και τιμή διά παραγγελίας ανακριτικών αρχών, ούτως ειη μοι ο Θεός βοηθός και το Ιερόν αυτού Ευαγγέλιον». Προς τούτο συνετάχθη η παρούσα έκθεσις, ήτις αναγνωσθείσα ευκρινώς εις επήκοον του ορκισθέντος υπεγράφη υπ’ αυτού, ημών και του Γραμματέως. Ο ορκισθείς Λ. Βενιέρης, ο Ειρηνοδίκης Ν.Ν. Βλαβιανός, ο Γραμματεύς Ιωαν. Ν. Βιτσαράς.

–1872. Στις 11 Ιουνίου 1872 ο 42χρονος οψοπώλης από την Πάρο Βασίλειος Βιτζαράς του Ιάκωβου και της Μαρίας Βασιλείου, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 48χρονη από την Πάρο Ειρήνη Κονταράτου, του Νικολάου και της Μαρίας.

–1874. Το 1874 γεννιέται ο Βιτσαράς Φραγκίσκος του Κωνσταντίνου μηχανικός κάτοικος Νάουσας Πάρου. Σύζυγός του η Μαρία Εμμ. Σφαέλου (1893) και τέκνα τους ο Κώστας (1916), ο Μανώλης (1917), ο Μιχάλης (1921), ο Γιώργος (1927), η Μαρουζώ (1929) και η Παρασκευή (1931).

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Βιτζαράς Αναγνώστης του Ανδρέα 75 ετών κτηματίας. Καθώς και ο Ανδρέας Βιτζαράς του Αναγνώστη 37 ετών γεωργός. Αλλά και ο Βιτζαράς Γεώργιος του Αναγνώστη 49 ετών έμπορος.

–1879. Συμβολαιογράφος Πάρου το 1879-97 ο Ιωάννης (Τζαννάκης Π.Ν. Βιτσαράς.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο Βιτζαράς Ιωάννης του Νικολάου, 53 ετών, εργάτης, Βιτσαράς Γεώργιος του Ιωάννης 52 ετών, μεταπράτης, κάτοικος Ικαρίας, Βιτσαράς Γεώργιος του Εμμανουήλ, ετών 36, ναυτικός, κάτοικος Βραζιλίας, Βιτσαράς Ιάκωβος του Γεωργίου, 38 ετών, εργάτης, Βιτσαράς Κωνσταντίνος του Εμμανουήλ, 40 ετών, Κτηματίας, Βιτσαράς Λάζαρος του Εμμανουήλ 34 ετών, ναυτικός, Βιτσαράς Νικήτας του Γεωργίου 34 ετών, εργάτης, κάτοικος Βουρλά.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Βιτσαράς Γεώργιος του Ιωάννη, ετών 54, μεταπράτης από τη Νάουσα, κάτοικος Ικαρίας, Βιτσαράς Γεώργιος του Εμμανουήλ, 38 ετών, ναυτικός από τη Νάουσας, κάτοικος Βρασ(ζ)ιλίας, Βιτζαράς Ιωάννης του Νικολάου, 55 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, Βιτσαράς Ιάκωβος του Γεωργίου, 40 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, Βιτσαράς Κωνσταντίνος του Εμμανουήλ, 42 ετών κτηματίας από τη Νάουσα, Βιτσαράς Λάζαρος του Εμμανουήλ, 36 ετών, ναυτικός από τη Νάουσα και Βιτσαράς Νικήτας του Γεωργίου, 36 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, κάτοικος Βούρλα.

–1895. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 33 ετών μηχανικός Αλέξανδρος Γ. Βιτσαράς έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 1 Δεκεμβρίου 1895.

–1901. Στις 15 Νοεμβρίου 1901 ο 23χρονος γεωργός από την Πάρο Βατίστας Ευρυπιώτης του Γεωργίου και της Φλωρέντζας Βιτσαρά, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 17χρονη από την Σύρο Ειρήνη Καφούρου, του Ανδρέα και της Ζηνοβίας.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Καλλίτσα χήρα Φεωργίου Βιτσαρά, ετών 65, οικιακά.

–1907. Γράφει ο Νικηφόρος Κυπραίος (31 Μαρτίου 1907): «Δεκαπέντε νέοι πλήρεις σφρίγους και ζωής εκ Ναούσης απήλθον προχτές διά την Αμερικήν, διπλάσιοι δε ετοιμάζονται κατ’ αυτάς ν’ ακολουθήσουν τούτους. Δυστυχώς το ρεύμα της μεταναστεύσεως έλαβεν ως εκ της δυστυχίας των κατοίκων και της κακοδιοικήσεως εν τη Νήσω ημών μεγάλας διαστάσεις».

Εκεί θα παραμείνουν, θα αυξηθούν και θα δημιουργήσουν μια συμπαγή κοινότητα, που υπάρχει μέχρι σήμερα. Στο φ. 285 «Αιγαίον» την 1η Μαρτίου 1908, ανακοινώνεται η ίδρυση Συλλόγου από τους Ναουσσαίους: «Τέλος, υπό πρόεδρον τον κάλλιστον νέον εκ Ναούσης Μ. Κ. Βιτσαράν συνεστήθη εν Σικάγω των Ηνωμένων Πολιτειών Σύλλογος υπό την επωνυμίαν “H Παναγία”».

–1911. Νικόλαος Ιω. Π. Ν. Βιτζαράς, θετός γιος του Ιωάννη Π.Ν. Βιτσαρά, ιατρός. Καταγόταν από την Φολέγανδρο και την οικογένεια Λύδη. Το 1911, εξασκούσε το επάγγελμα του ιατρού στην Σούμλη της Βουλγαρίας. Μέχρι το 1897 υπηρετεί στην Βουλγαρικό στρατό ως ανθυπίατρος.

–1915. Στις 17 Ιουνίου 1915 ο 40χρονος μάγειρας από την Πάρο Αντώνιος Ευρυπιώτης του Γεωργίου [μυλωθρός] και της Φλώρας Βιτσαρά [κάτοικοι Πάρου] παντρεύεται στην Ερμούπολη την 34χρονη από την Τήνο Άννα Μαρινάκη, του Άγγελου [ιερεύς], και της Μαριέττας Κονταρίνη.

–1916. Γεννιέται το 1916 ο Κώστας Βιτσαράς του Φραγκίσκου (1875) και της Μαρίας.

–1917. Γεννιέται το 1917 ο Μανώλης Βιτσαράς του Φραγκίσκου (1875) και της Μαρίας. Σύζυγός του η Μαγδαλινή Χάσμαν (1915).

–1921. Γεννιέται το 1921 ο Μιχάλης Βιτσαράς του Φραγκίσκου (1875) και της Μαρίας. Σύζυγός του η Ειρήνη Μιχ. Τριπολιτσιώτη (1928).

–1927. Γεννιέται το 1927 ο Γεώργιος Βιτσαράς του Φραγκίσκου (1875) και της Μαρίας. Σύζυγός του η Ολγα Γρ. Βλάχου και τέκνα τους η Αικατερίνη (1950), ο Φραγκίσκος (1955), ο Κώστας (1956), η Μαρία (1959), η Μαρουσώ (1960) και ο Γρηγόρης (1962).

–1929. Γεννιέται το 1929 η Μαρουσώ Βιτσαρά του Φραγκίσκου (1875) και της Μαρίας.

–1931. Γεννιέται το 1931 η Παρασκευή Βιτσαρά του Φραγκίσκου (1875) και της Μαρίας.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 72χρονος κάτοικος Νάουσας, Βιτσαράς Φραγκίσκος του Κωνσταντίνου, μηχανικός, ο 39χρονος αγωγεύς Βιτσαράς Ιωάννης του Γεωργίου, ο 25χρονος εργάτης Βιτσαράς Μιχαήλ του Φραγκίσκου και ο 30χρονος εργάτης Βιτσαράς Κωνσταντίνος του Φραγκίσκου.

–1950. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 19 Αυγούστου 1950, υπάρχει εγγεγραμμένη η Βιτσαρά Μαρία, όνομα συζύγου Εμμανουήλ, όνομα πατέρα Εμμανουήλ Σφαέλος.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Ταντάνη Αικατερίνη, όνομα συζύγου Ανάργυρος, όνομα πατρός Λυγκίνος Βιτσαράς, η Κρητικού Σωτηρία, όνομα συζύγου Ιωάννης, όνομα πατρός Ιάκωβος Βιτσαράς, η Βιτσαρά Μαριγώ, όνομα συζύγου Ιάκωβος, όνομα πατρός Αντώνης Μπαρμπαρήγος

 

Βιτσεράς: Βλέπε Βιτζαράς.

 

Βιώνης: Το επώνυμο Βιώνης αποτελεί ένα από τα παλαιότερα και πιο ενδιαφέροντα οικογενειακά ονόματα που συναντώνται στην Πάρο και την Αντίπαρο. Η προέλευσή του δεν είναι απολύτως βέβαιη. Μία πιθανή εκδοχή συνδέει το όνομα με την πόλη Βιόνε (Vione) της Λομβαρδίας, στην επαρχία της Μπρέσιας. Υπάρχουν αναφορές για οικογένεια Vioni που συμμετείχε στο Συμβούλιο της Βενετίας ήδη από τον 10ο αιώνα, με καταγωγή από την περιοχή της Ηρακλείας (Eraclea). Αν και η οικογένεια αυτή δεν εμφανίζεται πλέον στην Ιταλία μετά τον 14ο αιώνα, έχει υποστηριχθεί ότι πιθανόν συνδέεται με άλλες βενετικές οικογένειες, όπως οι Vegliani του Torcello.

Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο και την Αντίπαρο μπορεί να συνδεθεί με την έντονη δυτική επιρροή που γνώρισαν τα νησιά κατά τη Φραγκοκρατία και την περίοδο των Κρητοβενετών εποίκων. Δεν μπορεί όμως να αποκλειστεί και η πιθανότητα το επώνυμο να προέρχεται από παρωνύμιο, σχετικό με το ρήμα «βιώνω», δηλαδή εκείνον που έχει αποκτήσει προσωπική εμπειρία και γνώση μέσα από τη ζωή.

Το επώνυμο μαρτυρείται για πρώτη φορά στην Αντίπαρο στις αρχές του 18ου αιώνα, ενώ στην Πάρο εμφανίζεται αρχικά στον Κώστο. Στη συνέχεια η οικογένεια εγκαταστάθηκε κυρίως στην Παροικιά και τη Νάουσα. Όπως πολλές παριανές οικογένειες, μέλη της μετανάστευσαν στο εξωτερικό, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η πρώτη καταγεγραμμένη παρουσία που εντοπίζουμε στην Πάρο είναι από το 1835, όταν σε ομαδικό έλεγχο του Δημοτικού Σχολείου Πάρου αναφέρεται ο μαθητής Νικόλαος Χ. Βιώνης.

Λίγα χρόνια αργότερα, στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1847, ο οποίος περιλάμβανε και την Αντίπαρο, καταγράφονται αρκετά μέλη της οικογένειας: ο Αναστάσιος Βιώνης, 40 ετών, γεωργός, ο Νικόλαος Βιώνης, 48 ετών, επίσης γεωργός, ο Χριστόδουλος Βιώνης, 38 ετών, σανδαλοποιός, και ο Κωνσταντίνος Βιώνης, 26 ετών, γεωργός. Οι καταγραφές αυτές δείχνουν μια οικογένεια ήδη εγκατεστημένη και ενταγμένη στην κοινωνική και οικονομική ζωή του νησιού.

Κατά τον 19ο αιώνα η οικογένεια απαντά κυρίως στην Παροικιά. Το 1872 γεννήθηκε ο Νικόλαος Βιώνης του Παντελή, γεωργός κάτοικος Παροικιάς, ο οποίος πέθανε το 1954. Το 1882 γεννήθηκε ο αδελφός του Μιχαήλ Βιώνης του Παντελή, επίσης κάτοικος Παροικιάς. Το 1892 καταγράφεται ο Παντελής Βιώνης του Στεφάνου, ναυτικός από την Παροικιά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο κλάδος της οικογένειας που συνδέθηκε με τη Νάουσα. Ο Ανδρέας Κ. Βιώνης, γεννημένος περίπου το 1889, υπήρξε ναυτικός στα νεανικά του χρόνια και αργότερα δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά στη Νάουσα, όπου από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 διατηρούσε καφενείο ή παντοπωλείο. Παράλληλα συμμετείχε στα κοινά και διετέλεσε κοινοτικός σύμβουλος Νάουσας, ενώ αναφέρεται ως κοινοτάρχης κατά την περίοδο περίπου 1949–1951.

Ο Ανδρέας Βιώνης ήταν γιος του Κωνσταντίνου Βιώνη και της Δάφνης Αριανούτσου από τη Νάουσα. Παντρεύτηκε μεταξύ 1926 και 1927 την Ευαγγελία Ρούσσου, κόρη του Αναστασίου Ρούσσου από το Μαράθι και της Δέσποινας Τριπολιτσιώτη από τη Νάουσα.

Η οικογένεια του Ανδρέα και της Ευαγγελίας απέκτησε δέκα παιδιά. Η μεταπολεμική περίοδος όμως οδήγησε πολλά από αυτά εκτός Πάρου. Τέσσερα παιδιά μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Χιούστον του Τέξας, ενώ τα υπόλοιπα εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Από τα εγγόνια τους, μόνο ο Ανδρέας Ραυτόπουλος επέστρεψε και εγκαταστάθηκε ξανά στο νησί.

Ένα από τα παιδιά τους, η Δέσποινα Βιώνη, γεννημένη το 1928, παντρεύτηκε το 1956 στην Αθήνα τον Γεώργιο Ραυτόπουλο, με καταγωγή από την Κόρινθο.

Η οικογένεια συνέχισε να εμφανίζεται στα κοινοτικά αρχεία της Νάουσας και τον 20ό αιώνα. Στον εκλογικό κατάλογο του 1946 αναφέρονται ο Ανδρέας Βιώνης του Κωνσταντίνου, καφεπώλης, ο Γεώργιος Βιώνης του Κωνσταντίνου, ο Σπύρος Βιώνης του Κωνσταντίνου και ο Παντελής Κωνσταντίνος Βιώνης, όλοι κάτοικοι Νάουσας.

Στις 20 Ιουνίου 1947 ο Ανδρέας Βιώνης συμμετείχε στο Κοινοτικό Συμβούλιο Ναούσης, επιβεβαιώνοντας τη θέση της οικογένειας στη δημόσια ζωή της περιοχής. Το 1952 καταγράφεται επίσης η Ευανθία Βιώνη, σύζυγος Σπυρίδων, κόρη του Ξενοφώντα Μπαφίτη.

Η ιστορία των Βιώνη στην Πάρο είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας οικογένειας με πιθανές βενετικές ρίζες, η οποία ενσωματώθηκε πλήρως στην κοινωνία του νησιού. Από τους γεωργούς και τεχνίτες του 19ου αιώνα μέχρι τους ναυτικούς, τους επαγγελματίες και τους ανθρώπους της τοπικής αυτοδιοίκησης του 20ού αιώνα, οι Βιώνη αποτελούν μέρος της πολυσύνθετης κοινωνικής ιστορίας της Πάρου.

–1835. Σε ομαδικό έλεγχο του δημοτικού σχολείου Πάρου του 1835, υπάρχει εγγεγραμμένος ο μαθητής Νικ. Χ. Βιώνης.

–1847. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικίας του 1847 (συμπεριλαμβάνει και την Αντίπαρο) είναι εγγεγραμμένος ο 40χρονος γεωργός Αναστάσιος Βιώνης, ο 48χρονος γεωργός Νικόλαος Βιώνης, ο 38χρονος σανδαλοποιός Χριστόδουλος Βιώνης και ο 26χρονος γεωργός Κωνσταντίνος Βιώνης.

–1872. Το 1872 γεννιέται ο Βιώνης Νικόλαος του Παντελή γεωργός κάτοικος Παροικιάς. Απεβίωσε το 1954.

–1882. Το 1882 γεννιέται ο Βιώνης Μιχαήλ του Παντελή γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1889. Ο Ανδρέας Κ. Βιώνης, κοινοτάρχης στη Νάουσα μάλλον μεταξύ του 1949 και 1951. Γεννηθείς ήταν μάλλον το 1889. Γονείς του ήταν ο Κωνσταντίνος Βιώνης του Παντελή και η Δάφνη Αριανούτσου από τη Νάουσα. Για τον Κωνσταντίνο Βιώνη δεν είμαστε σίγουροι αν ήταν από Νάουσα ή από Παροικιά. Ίσως και να ήταν από κάπου ενδιάμεσα, λογικά εκείνος είχε αγοράσει κάποια κτήματα/οικόπεδα στις Κολυμπήθρες (ίσως και να ήταν προίκα, αλλά μάλλον το αποκλείουμε). Ενδέχεται βέβαια και να τα κληρονόμησε από τον πατέρα του Παντελή Βιώνη. 

Ο Ανδρέα Βιώνη, ήταν ναυτικός παλιότερα, ενώ από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 άνοιξε καφενείο η παντοπωλείο στη Νάουσα.

Γυναίκα του Ανδρέα Βιώνη (1889) ήταν η Ευαγγελία Ρούσσου, γεννηθείς μάλλον το 1906. Πατέρας της ήταν ο Αναστάσιος Ρούσσος του Ιωάννη από Μαράθι, ενώ μητέρα της ήταν η Δέσποινα Τριπολιτσιώτη του Νικολάου από Νάουσα.

Ο γάμος μεταξύ Ανδρέα Βιώνη και Ευαγγελίας Ρούσσου έγινε μεταξύ 1926 και 1927. Από τα 10 παιδιά τους δεν έμεινε κάποιο στο νησί, τέσσερα πήγαν Αμερική και συγκεκριμένα στο Χιούστον, Τέξας, ενώ τα υπόλοιπα στην Αθήνα. Από τα εγγόνια τους, επέστρεψε μόνο ο Ανδρέας Ραυτόπουλος στο νησί.

Ένα από τα παιδιά τους, η Δέσποινας Βιώνη (γεννηθείς 1928) το 1956 παντρεύτηκε στην Αθήνα τον Γεώργιο Ραυτόπουλο με καταγωγή από την Κόρινθο.

–1892. Το 1892 γεννιέται ο Βιώνης Παντελής του Στέφανου ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.

–1906. Το 1906 γεννιέται η Ρούσσου Ευαγγελία του Αναστασίου, κάτοικος Νάουσας Πάρου μετέπειτα σύζυγος του Ανδρέα Κ. Βιώνη.

–1918. Στις 4 Ιανουαρίου 1918 ο 26χρονος θερμαστής από την Πάρο Χαράλαμπος Βιώτης του Κωνσταντίνου και της Δάφνης Αριανούτσου [κάτοικοι Πάρου] παντρεύεται στην Ερμούπολη την 19χρονη από την Σύρο Ευαγγελία Καραντινού, του Δημητρίου και της Αγγελικής.

–1923. Το 1923 γεννιέται ο Βιώνης Ηλίας του παντελή εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1928. Το 1928 γεννιέται ο Βιώνης Στέφανος του Παντελή κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.

–1930. Το 1930 γεννιέται ο Βιώνης Κωνσταντίνος του Ανδρέα, κάτοικος Νάουσας, μετέπειτα ναυτικός.

–1931. Το 1931 γεννιέται ο μετέπειτα γεωργός Βιώνης Κωνσταντίνος του Σπύρου.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 56χρονος κάτοικος Νάουσας, Βιώνης Ανδρέας του Κωνσταντίνου, καφφεπώλης, ο 50χρονος γεωργός Βιώνης Γεώργιος του Κωνσταντίνου, ο 42χρονος γεωργός Βιώνης Σπύρος του Κωνσταντίνου και ο 42χρονος γεωργός Βιώνης Παντελής Κωνσταντίνος.

–1947. Στις 20 Ιουνίου 1947, το στο Κοινοτικό Συμβούλιο Ναούσης συμμετέχει και ο Ανδρέας Βιώνης.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Βιώνη Ευανθία, όνομα συζύγου Σπυρίδων, όνομα πατρός Ξενοφών Μπαφίτης.

 

Βλαβιανός: Ίσως καταγωγή από την Σαντορίνη.

–1867. Εν Πάρω σήμερον, την εικοστήν εβδόμην Μαΐου του χιλιοστού οκτακοσιοστού εξηκοσού εβδόμου έτους, ημέραν Σάββατο προ μεσημβρίας, εν τω ειρηνοδικιακώ καταστήματι Πάρου, ενώπιον ημών του Ειρηνοδίκου Νικήτα Ν. Βλαβιανού, δημοσία και εκτάκτως συνεδριάζοντος εν τω ακροτηρίω παρόντος και του Γραμματέως Ιωάννου Ν. Βιτσαρά ενεφανίσθη ο Λεωνίδας Βενιέρης, ιατρός, κάτοικος του Δήμου Πάρου όστις ητήσατο να ορκισθή ενώπιον ημών, συμφώνως με την από 23 Μαΐου ε.ε. και υπ’ αριθ. 4141 παραγγελίαν προς ημάς του κυρίου Εισαγγελέως των εν Σύρω Πρωτοδικών, εκδοθείσαν δυνάμει της υπ’ αριθ. 18 Μαΐου ε.ε. αιτήσεως του αυτού ιατρού και την από την αυτήν ημερομηνίαν και υπ αριθ. 165 ημετέρου προς τον κύριον Εισαγγελέα εγγράφου, τον οποίον και ωρκίσαμεν εις το Ιερόν Ευαγγέλιον ως εξής: «Ομνύω, συνειδώς τας επικειμένας εις την ψευδομαρτυρίαν ποινάς, ότι θέλω δίδει την γνώμην μου και θέλω κάμνει σωστήν έκθεσιν εν συνειδότι και τιμή διά παραγγελίας ανακριτικών αρχών, ούτως ειη μοι ο Θεός βοηθός και το Ιερόν αυτού Ευαγγέλιον». Προς τούτο συνετάχθη η παρούσα έκθεσις, ήτις αναγνωσθείσα ευκρινώς εις επήκοον του ορκισθέντος υπεγράφη υπ’ αυτού, ημών και του Γραμματέως. Ο ορκισθείς Λ. Βενιέρης, ο Ειρηνοδίκης Ν.Ν. Βλαβιανός, ο Γραμματεύς Ιωαν. Ν. Βιτσαράς.

–1873. Συμβολαιογράφος Πάρου το 1873 ο Νικήτας Ν. Βλαβιανός.

–1946. Στην εφημερίδα Φωνή της Πάρου συνήθιζαν οι παριανοί της Αθήνας και του Πειραιά, να βάζουν διαφήμιση για να προσελκύσουν τους συμπατριώτες τους στα μαγαζιά τους, ένα από αυτά τα μαγαζιά το 1946 ήταν το «Πρατήριον Αγροκτήματος και πτηνοτροφείον Ε. Βλαβιανού και Γ. Γεράκη, Αδριανού 120 Τηλ. 26114.


Βλάσης ή Βλάσσης: Πατρωνυμικό επώνυμο. Καταγωγή από την Μικρά Ασία.

Το επώνυμο σήμερα άγνωστο στην Πάρο. Συνεχίζει από θηλυγονία από την οικ. Σαγκριώτη.

–1822. Πώληση χωραφιού. Επαρησιάσθη εις την Αστυνομίαν ο Γ. Φώτης Πανάς και λέγει ότι με ιδίαν του βουλή και γνώμη πουλεί ελευθέρως το χωράφι εις την Καρδιώτισσαν (Ναώνυμο τοπωνύμιο Ναούσης), εις τον Μάρκον Βλάσση, πλησίον: Χρίστος Αρματάς και Μανώλης Ρεκέρης (;) δια γρόσια τετρακόσια πενήντα πέντε, Νο455, ως εσυμφώνησαν εν τω αναμεταξύ τους, τα οποία γρόσια τα έλαβεν ο πουλητής σωστά και καλά και απαραιτεί το αυτό χωράφιον εις την παντελή εξουσίαν και κυριότητα του αγοραστού να το κάμνη ως θέλει και βούλεται ως ιδικόν του απόκτημα καλά πουλημένον και καλά αγορασμένον, ο συγχύσας την παρόν να υπόκειται εις τιμήν (;) και κουντάμα (;) της ευρισκομένης εξουσίας γρόσια διακόσια Ν: 200: διό και εις ένδειξιν έγινεν η παρούσα πούλησις υπογεγραμμένη τη ιδία του χειρί και παρά αξιοπίστων μαρτύρων εις ασφάλειαν. Νάουσα της Πάρου τη 7 Ιουλίου 1822. Φώτης Πανάς βεβαιώ το παρόν. Χρυσουλιώ γυνή Φώτη Πανά βεβεώνει την παρόν διά χειρός καμού σακελλαρίου Ναούσης και μαρτυρώ. Νικόλαος Μαλατέστας μάρτυς. Αντώνιος Κορτιάνος γέγραφα με θέλησιν του άνωθεν και μαρτυρώ.

–1822. Προικοσύμφωνο Μανόλη Σαγκριώτη και Μαθουλιάς Βλάση (Νάουσα, 22 Οκτωβρίου 1822). «Ο Μάρκος Βλάσσης δίδει στην κόρη του Μαθουλιά τρείς εικόναις τον Άγιον Νικόλαον, τον Μέγαν Ταξιάρχη και την Αγίαν Αικατερίναν». «Ο Μανώλης Σαγκριώτης δεν προσφέρει εικόνες». (ΓΑΚ. Κωδ.213, 3v).

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο Βλάσης Αντώνιος του Μάρκου, 56 ετών, ναυτικός, ο Βλάσης Μάρκος του Ζαννή, 48 ετών, εργάτης, Βλάσης Μάρκος του Αντωνίου, 28 ετών, ναυτικός.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Βλάσης Αντώνιος του Μάρκου, 58 ετών, ναυτικός από τη Νάουσα, Βλάσης Μάρκος του Ζαννή, 50 ετών, εργάτης από τη Νάουσα και ο Βλάσης Μάρκος του Αντωνίου, 30 ετών, ναυτικός από τη Νάουσα.

 

Βλασόπουλος: Η οικογένεια Βλασοπούλου (στα Ιταλικά: Vlasopulo) είναι μια απο τις παλαιότερες αρχοντικές δυναστείες της Κέρκυρας και της Ελλάδος.

Η οικογένεια έλκει την καταγωγή της από την Βυζαντινή αυτοκρατορία με παρουσία αιώνων στην περιοχή της Πελοποννήσου καθώς σε αυτήν της Ιθάκης και της Κέρκυρας. Στην Κέρκυρα εγκαταστάθηκαν στα 1555 μετά την φυγή κάποιων μελών της από την Ιθάκη λόγω της κατάστασης που επικρατούσε εκείνη την εποχή στον Ελλαδικό χώρο. Σύντομα αρκετά από τα μέλη της οικογένειας Βλασοπούλου διακρίθηκαν σε διάφορους τομείς της πάλαι ποτέ βενετοκρατούμενης κοινωνίας της Κέρκυρας όπως στην πολιτική, τα γράμματα και τις τέχνες. Το 1642 η οικογένεια Βλασοπούλου γράφτηκε στην Χρυσή Βίβλο των ευγενών της Κέρκυρας (Libro d'Oro). Ατύπως η οικογένεια διατηρούσε τον τίτλο του κόμη. Ο συγκεκριμένος τίτλος δεν αποδόθηκε ποτέ με επίσημο τρόπο από το συμβούλιο των ευγενών της Κέρκυρας (παρόλο που συμμετείχε στο συμβούλιο των ευγενών του νησιού) αλλά των διεκδικούσε η οικογένεια βάση των δεσμών αίματος η οποία είχε με άλλες μεγάλες οικογένειες της Κέρκυρας όπως με την αρχοντική οικογένεια Μαρκορά και την επίσης πριγκιπική οικογένεια Βούλγαρι(η)[2], οι οποίες κατείχαν τον τίτλο.

Η οικογένεια μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα προσφωνούνταν με τον τίτλο του κόμη και ήταν κληρονομικός τόσο για τα άρρενα όσο και για τα θηλυκά μέλη. Η οικογένεια διατηρούσε δεσμούς αίματος και με την αρχοντική οικογένεια Καποδίστρια απο γαμήλια ένωση των δύο οικογενειών.[3] Μέλος της ίδιας οικογένειας είναι και ο Γεράσιμος Μαρκοράς.

Το 1967 κάποια από τα μέλη της οικογένειας είχαν εκφράσει την επιθυμία να κινηθούν δικαστικώς εναντίον του ελληνικού δημοσίου ώστε να επιτύχουν να αποσπάσουν μια de facto αναγνώριση του τίτλου ευγενείας σαν τίτλο τιμής αλλά δεν το έπραξαν λόγω του πραξικοπήματος υπό τη σκέψη ότι θα προκαλούσαν το δημόσιο αίσθημα.

Σύμφωνα με έγγραφα και παπύρους οι οποίοι φυλάσσονται στο ιστορικό αρχείο της Κέρκυρας φαίνεται πως η οικογένεια είχε έντονη σχέση και με τον κλήρο καθώς πολλά από τα μέλη της φέρουν διάφορα εκκλησιαστικά αξιώματα. Σήμερα η οικογένεια Βλασοπούλου έχει απογόνους στην Κέρκυρα, την Λήμνο, την Χίο και την Αθήνα καθώς και σε χώρες του εξωτερικού όπως τις Η.Π.Α., Καναδά και την Γερμανία.

Κλάδος της οικογένειας και στην Πάρο από το 1980.

 

Βλάσσης: Βλέπε Βλάσης


–Βλαστός: Κρητικής αρχοντικής οικογένειας μια των 12 οικογενειών των αναφερομένων ως Αρχοντόπουλων. Πιθανόν κωνσταντινουπολιτικής καταγωγής.

Με γενάρχη τον Δημήτριο Βλαστό, εγκαταστάθηκαν εκεί επί Αλεξίου Κομνηνού. Με βάση

τις κτήσεις τους στο Ρέθυμνο, αντιστάθηκαν στην βενετική κατοχή. Ένα από τα τελευταία κρητικά απελευθερωτικά κινήματα ήταν εκείνο του Σήφη Βλαστού (1453). Η έναρξη της Τουρκοκρατίας, τους ανάγκασε να μεταναστεύσουν στη Ζάκυνθο, τη Χίο και τη Δαλματία. Υπάρχουν πολλοί θυρεοί των Βλαστών με το λογότυπο «βλαστάνω». Ο παρών θυρεός είναι ο αρχαϊκότερος.

Το οικόσημο των Βλαστών βρίσκεται στη Μονή του Πρ. Ηλία Κρήτης και συνδέεται με τον ανακαινιστή της ιερομονάχου Μητροφάνη Βλαστού.

–1650. Ο Γεώργιος Βλαστός, επιδέξιος ζωγράφος και μάλιστα προσωπογράφος, έχει εκτελέσει αρκετά έργα στην Πάρο, από το 1650 εως το 1655.

–1901. Στην εφημερίδα «Αιγαίο» στις 16 Σεπτεμβρίου 1901 αναφέρει: «Βρέφος αρτιγένητον εκ κλειψιγαμίας ευρέθη έξωθι του Ναού της Αγίας Τριάδος εν Υρία νεκρόν. Ο Ειρηνοδίκης μας κ. Βλαστός μετέβη επί τόπου προς ενέργειαν των δεόντων».

 

Βλαστάρης: Παρωνυμικό επώνυμο, βυζαντινής καταγωγής. Σήμερα γνωστό στην Κύθνο.

–1723. Πωλητήριο χωραφιού στις 11 Σεπτεμβρίου 1723 υπογράφει ο μάρτυρας ιερομόναχος Γεράσιμος Βλαστάρης.

–1734. Προικοσύμφωνο του Νικολού υιού του κυρ Μιχάλη Καμπούρη με την θυγατέρα του Γιώργη Βλασταρη ονόματι Μαρία στην Παροικιά στις 13 Νοεμβρίου 1734. Γονικό σπίτι εις τοποθεσίαν Χάλαρα σιμπλιον Μόσκου Αντώνη Λεκατη.

 

Βλαχάκης: Εθνική ή παρωνυμικό με υποκοριστική κατάληξη. Ουσιαστικό του βλάχου με υποκοριστική κατάληξη. Ίσως υποδηλώνει την αρχική καταγωγή της οικογένειας. Στην Πάρο συναντάμε δυο οικογένειες οι οποίες δεν έχουν συγγενικό δεσμό μεταξύ τους. Η μια με καταγωγή από Πειραιά και η άλλη από τη Μήλινα Μαγνησίας.

–1899. Σε καταστατικό της Εν Αθήναις Αδελφότητος «Η Εκατονταπυλιανή» στις 11 Νοεμβρίου 1899 εν Αθήναις υπογράφει ως [Η επί της αναθεωρήσεως Επιτροπή] ο Δημήτριος Ν. Βλαχάκης.

–1962-64. Διοικητής του Σταθμού Χωροφυλακής της Κοινότητας των Λευκών Πάρου από το 1962-64 ο Βλαχάκης Νικόλαος από το Δυρράχιο Ν. Αρκαδίας.

–1985. Ταχυδρομικός υπάλληλος Παροικιάς ο Βλαχάκης Ιωάννης.


–Βλαχογιάννης: Το επώνυμο Βλαχογιάννης είναι σύνθετο ελληνικό επώνυμο, αποτελούμενο από το «Βλάχος» και το βαφτιστικό όνομα «Γιάννης». Τα επώνυμα αυτού του τύπου συχνά δημιουργήθηκαν για να δηλώσουν την καταγωγή ή την ιδιότητα ενός προσώπου, στην προκειμένη περίπτωση πιθανότατα τον Γιάννη με καταγωγή ή σχέση με Βλάχους.

Ο παριανός κλάδος της οικογένειας Βλαχογιάννη δεν ανήκει στις παλαιές οικογένειες που καταγράφονται από τους βενετικούς ή οθωμανικούς χρόνους στο νησί, αλλά αποτελεί νεότερη εγκατάσταση. Γενάρχης του παριανού κλάδου θεωρείται ο Χρήστος Βλαχογιάννης, με καταγωγή από τη Διάβα Καλαμπάκας του Νομού Τρικάλων, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Πάρο και συνδέθηκε ιδιαίτερα με την εκπαιδευτική και κοινωνική ζωή του νησιού.

Η παρουσία του Χρήστου Βλαχογιάννη στην Πάρο συνδέθηκε αρχικά με την εκπαίδευση. Υπηρέτησε ως δάσκαλος στη Μάρπησσα, όπου άφησε το αποτύπωμά του στη σχολική και τοπική ζωή της κοινότητας. Η δράση του στον χώρο της παιδείας τον ανέδειξε ως ένα πρόσωπο με σημαντική προσφορά στην τοπική κοινωνία.

Η οικογένεια απέκτησε ιδιαίτερη θέση στην πολιτική ζωή της Πάρου με την εκλογή του Χρήστου Βλαχογιάννη στη θέση του Δημάρχου Πάρου. Διετέλεσε δήμαρχος κατά την περίοδο 2007–2014 (μετά τη διοικητική μεταρρύθμιση του «Καλλικράτη» ως Δήμος Πάρου), σε μια περίοδο σημαντικών αλλαγών για το νησί.

Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο Χρήστος Βλαχογιάννης συμμετείχε στη διαχείριση θεμάτων που αφορούσαν την ανάπτυξη του νησιού, τις υποδομές και την καθημερινότητα των κατοίκων. Η παρουσία του στην τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί το σημαντικότερο κεφάλαιο της οικογένειας Βλαχογιάννη στη σύγχρονη ιστορία της Πάρου.

Η ιστορία των Βλαχογιάννη δείχνει πως η κοινωνία της Πάρου, πέρα από τις παλαιές οικογένειες με αιώνια παρουσία στο νησί, διαμορφώθηκε και από νεότερες οικογένειες που εγκαταστάθηκαν σε διαφορετικές εποχές και συνέβαλαν στην εξέλιξη της τοπικής κοινωνίας μέσα από την εκπαίδευση, την εργασία και τη δημόσια προσφορά.

–1986. Το έτος 1986 Δάσκαλος Μάρπησσας ο Βλαχογιάννης Χρήστος.

–2007. Δήμαρχος Παρίων 2007-2014 ο Βλαχογιάννης Χρήστος.


–Βλάχος: Το επώνυμο Βλάχος είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα ελληνικά επώνυμα. Προέρχεται από την παλαιά ονομασία «Βλάχος», η οποία συνδέεται με τους Βλαχόφωνους πληθυσμούς, ενώ ως επώνυμο μπορεί να έχει πατριδωνυμικό χαρακτήρα, δηλαδή να δηλώνει καταγωγή, αλλά και να προέρχεται από παρωνύμιο που δόθηκε σε κάποιο πρόγονο. Η λέξη συνδέεται με τη σλαβική μορφή Vlah, που χρησιμοποιήθηκε για την ονομασία των Βλάχων.

Η οικογένεια Βλάχου του Κώστου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα οικογένειας που εγκαταστάθηκε στην Πάρο κατά τη νεότερη περίοδο, μεταφέροντας στο νησί την καταγωγή και τις μνήμες της από τη Σαντορίνη.

Γενάρχης του παριανού κλάδου θεωρείται ο Νικόλος Βλάχος, καταγόμενος από το Μεγαλοχώρι της Σαντορίνης. Σε νεαρή ηλικία, μετά τον θάνατο της συζύγου του, εγκατέλειψε οριστικά τη γενέτειρά του και εγκαταστάθηκε στον Κώστο της Πάρου, έχοντας μαζί του τα τρία ανήλικα παιδιά του: τον Πέτρο, τον Μιχάλη και την Ειρήνη.

Τα παιδιά του μεγάλωσαν στον Κώστο και δημιούργησαν τη νέα ζωή της οικογένειας στο νησί. Από τους τρεις απογόνους μόνο ο Μιχάλης Βλάχος απέκτησε παιδιά, ενώ ο Πέτρος και η Ειρήνη δεν άφησαν απογόνους. Για τον λόγο αυτό η σημερινή οικογένεια Βλάχου στον Κώστο προέρχεται από τον κλάδο του Μιχάλη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μετέπειτα πορεία του Νικολού Βλάχου. Αφού μεγάλωσαν τα παιδιά του και δημιούργησαν τις δικές τους οικογένειες, ακολούθησε τον μοναχικό βίο. Έλαβε το μοναχικό όνομα Νικόδημος και αρχικά εγκαταστάθηκε στη Μονή Λογγοβάρδας, κατά την εποχή του γέροντος Φιλόθεου. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη Μονή Αγίου Γεωργίου, όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Τα οστά του βρίσκονται σήμερα στη Μονή Αγίου Γεωργίου, αποτελώντας ένα ιδιαίτερο θρησκευτικό σημείο αναφοράς για την οικογένεια.

Η ιστορία της οικογένειας Βλάχου της Σαντορίνης έχει καταγραφεί και από τον καθηγητή Νίκο Αλιπράντη στα έργα του «Γενεαλογικά της Σαντορίνης», όπου παρουσιάζονται στοιχεία για τις παλαιότερες ρίζες και τις οικογένειες του νησιού.

Παράλληλα, το επώνυμο Βλάχος εμφανίζεται ήδη από τον 19ο αιώνα στα διοικητικά αρχεία της Πάρου. Σε εκλογικό κατάλογο της 18ης Μαρτίου 1844 του Δήμου Νάουσας καταγράφονται ο Δημήτριος Βλάχος, 35 ετών, εργάτης, και ο Εμμανουήλ Βλάχος, 49 ετών, γεωργός. Η παρουσία τους δείχνει ότι το επώνυμο υπήρχε στην περιοχή της Νάουσας ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα.

Λίγες δεκαετίες αργότερα, στον εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, αναφέρεται ο Ιωάννης Βλάχος του Εμμανουήλ, 50 ετών, γεωργός, ενώ το 1885 εμφανίζεται ξανά ως κάτοικος Νάουσας, ηλικίας 52 ετών.

Ο κλάδος όμως που συνδέθηκε περισσότερο με τη σύγχρονη ιστορία της Πάρου είναι αυτός του Κώστου, όπου η οικογένεια μαρτυρείται και κατά τον 20ό αιώνα. Το 1985 καταγράφεται η παρουσία της οικογένειας Βλάχου στον Κώστο, συνεχίζοντας την πορεία που ξεκίνησε ο Νικόλος Βλάχος από το Μεγαλοχώρι της Σαντορίνης.

Η ιστορία των Βλάχου αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα της συνεχούς ανανέωσης του παριανού πληθυσμού. Οικογένειες που ήρθαν από γειτονικά νησιά, όπως η Σαντορίνη, ενσωματώθηκαν στην κοινωνία της Πάρου, δημιούργησαν νέες ρίζες και έγιναν μέρος της ιστορικής και κοινωνικής ταυτότητας του νησιού.

–1822. Το μεγάλο και επιβλητικό αρχοντικό του Σιόρ Μιχελή Κρίσπη, Δημογέροντα και πληρεξουσίου, με τα υστεροαναγεννησιακά μαρμάρινα παράθυρα, δίπλα στην εκκλησία Σεπτεμβριανή, προικοδοτήθηκε στη Σύζυγό του Κατίγκω Ν. Μάτσα το 1822 από τη Μητέρα της Ραμπελιώ Ν. Μάτσα, γένος Νικολάου Ιωάν. Δελαγραμμάτη, καθώς και άλλα υποστατικά. Γόνοι του σιόρ Μιχελή Κρίσπη και της Κατίγκως Μάτσα-Δελαγραμμάτη είναι οι οικογένειες: Γιάννη Βας. Γράβαρη, Συμβούλου Επικρατείας, Φλωρίτσας Ψαλτάκη-Βλάχου, Νικολάου και Μιχαήλ Κρίσπη, Ρένας Κρίσπη-Λάζαρη (σημερινή ιδιοκτήτρια), Γιάννη Μαρινάκη, Ειρήνη Ρούσσου, η οικογένεια Τώλη Δημητρακόπουλου, αντιναυάρχου, Αγνής Δημητρακοπούλου-Βάγια, Γιάννη Βάγια, καθηγητή Εθν. Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Βασίλη Κατσουρού, Ρενέ Ζάννου, Ολυμπιάδος Βενιέρη – Αγγελοπούλου κ.α.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 35χρονος εργάτης Δημήτριος Βλάχος, ο 49χρονος γεωργός Εμμανουήλ Βλάχος.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο Βλάχος Ιωάννης του Εμμανουήλ, 50 ετών, γεωργός.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας, του 1885, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Βλάχος Ιωάννης του Εμμανουήλ, 52 ετών, γεωργός από τη Νάουσα.

–1985. Στον Κώστο της Πάρου μαρτυρείται η οικογένεια Βλάχου.

 

Βογιατζής: κλάδος της οικογένειας Μπογιαντζή από τον Κώστο. Λόγω ορθογραφικών λαθών παρουσιάζονται συχνά τέτοια φαινόμενα. Βλέπε Μπογιατζής.


Βόϊκος: Το επώνυμο Βόϊκος αποτελεί ένα από τα παλαιότερα επώνυμα που καταγράφονται στη νεότερη ιστορία της Νάουσας. Αν και η ακριβής προέλευση του ονόματος δεν έχει μέχρι σήμερα τεκμηριωθεί, η παρουσία της οικογένειας στο νησί μαρτυρείται ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα μέσα από διοικητικά και εκλογικά αρχεία.

Η πρώτη γνωστή αναφορά του επωνύμου στην Πάρο εντοπίζεται στον εκλογικό κατάλογο της 18ης Μαρτίου 1844 του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), όπου καταγράφεται ο Νικόλαος Βόϊκος, ηλικίας 36 ετών, με επάγγελμα μεταπράτης. Η αναφορά αυτή δείχνει ότι η οικογένεια ήταν ήδη εγκατεστημένη στη Νάουσα και δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο, καθώς ο μεταπράτης αποτελούσε σημαντικό επαγγελματικό τύπο της εποχής, συνδέοντας την παραγωγή με την αγορά.

Η οικογένεια φαίνεται ότι συνέχισε την πορεία της και κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Στις 7 Απριλίου 1871, ο Παντολέον Βόϊκος του Νικολάου, 22 ετών, επαγγελματίας ράπτης από την Πάρο, παντρεύτηκε στην Ερμούπολη της Σύρου τη Μαριγώ Λουλούδη, 18 ετών, με καταγωγή από την Άνδρο. Η μετακίνηση αυτή προς τη Σύρο, σημαντικό εμπορικό και ναυτικό κέντρο των Κυκλάδων, φανερώνει τις ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις των παριανών οικογενειών εκείνη την περίοδο.

Στους εκλογικούς καταλόγους της Νάουσας του 1883 εμφανίζονται ξανά μέλη της οικογένειας. Καταγράφεται ο Νικόλαος Βόϊκος του Αναστάση, 73 ετών, μεταπράτης, κάτοικος Σύρου, καθώς και ο Παντελής Βόϊκος του Νικολάου, 34 ετών, ράπτης, κάτοικος Σύρου. Οι καταγραφές αυτές δείχνουν ότι μέλη της οικογένειας είχαν αναπτύξει δεσμούς με τη Σύρο, χωρίς όμως να αποκοπούν από την πατρική τους καταγωγή στη Νάουσα.

Ανάλογη εικόνα παρουσιάζει και ο εκλογικός κατάλογος του 1885, όπου αναφέρονται ο Νικόλαος Βόϊκος του Αναστασίου, 75 ετών, μεταπράτης από τη Νάουσα, κάτοικος Σύρου, και ο Παντελής Βόϊκος του Νικολάου, 36 ετών, ράπτης από τη Νάουσα.

Η οικογένεια Βόϊκου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα παριανής οικογένειας του 19ου αιώνα που συνδύασε την τοπική παρουσία με την κινητικότητα προς τα μεγάλα κυκλαδίτικα εμπορικά κέντρα. Μέσα από το εμπόριο και την τέχνη της ραπτικής, τα μέλη της συμμετείχαν στην οικονομική ζωή της εποχής, διατηρώντας παράλληλα τη σύνδεσή τους με τη Νάουσα της Πάρου.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 36ρονος μεταπράτης Βόϊκος Νικόλαος.

–1871. Στις 7 Απριλίου 1871 ο 22χρονος ράπτης από την Πάρο Παντολέον Βόϊκος του Νικολάου και της Αικατερίνης, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 18χρονη από την Άνδρο Μαριγώ Λουλούδη, του Κωνσταντίνου και της Καλής.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο Βόϊκος Νικόλαος του Αναστάση, 73 ετών, μεταπράτης κάτοικος Σύρου και ο Βόϊκος Παντελής του Νικολάου, 34 ετών, Ράπτης, κάτοικος Σύρου.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Βόϊκος Νικόλαος του Αναστάσιου, 75 ετών, μεταπράτης από τη Νάουσα, κάτοικος Σύρου και Βόϊκος Παντελής του Νικολάου, 36 ετών, ράπτης από τη Νάουσα, κάτοικος Νάουσας.

 

Βολιανός: Το επώνυμο Βολιανός εμφανίζεται στην Πάρο μέσα από τις καταγραφές των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στο νησί μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Κατά τη διάρκεια της επαναστατικής περιόδου και των χρόνων που ακολούθησαν, αρκετοί πληθυσμοί από περιοχές που επλήγησαν από τις πολεμικές συγκρούσεις κατέφυγαν στις Κυκλάδες, μεταξύ αυτών και στην Πάρο. Οι πρόσφυγες αυτοί εγκαταστάθηκαν προσωρινά ή μόνιμα σε διάφορες περιοχές του νησιού και εντάχθηκαν σταδιακά στην τοπική κοινωνία.

Στην απογραφή προσφύγων του 1829, στον Τσιπίδο της Μάρπησσας, αναφέρεται ο Γεώργιος Βολιανός, ηλικίας 20 ετών, με επάγγελμα αλιεύς. Η καταγραφή αυτή αποτελεί την παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία για την παρουσία του επωνύμου Βολιανού στην Πάρο.

Η αναφορά του ως πρόσφυγα και αλιέα δείχνει έναν άνθρωπο συνδεδεμένο με τη θάλασσα, ένα επάγγελμα ιδιαίτερα σημαντικό για τις παράκτιες κοινότητες της Πάρου. Παρότι δεν έχουν εντοπιστεί περισσότερα στοιχεία για την καταγωγή και την εξέλιξη της οικογένειας στο νησί, η παρουσία του Γεωργίου Βολιανού αποτελεί μέρος της ιστορίας των προσφυγικών εγκαταστάσεων που διαμόρφωσαν τη νεότερη κοινωνία της Πάρου.

–1829. Σε απογραφή προσφύγων  το 1829 στον Τσιπίδο (Μάρπησσας) αναφέρεται ο Γεώργιος Βολιανός 20 ετών αλιεύς.

 

Βολιάρης: Το επώνυμο Βολιάρης εμφανίζεται στην ιστορική καταγραφή της Πάρου μέσα από τους εκλογικούς καταλόγους του 19ου αιώνα. Δεν διαθέτουμε μέχρι σήμερα περισσότερα στοιχεία για την προέλευση ή την εξέλιξη της οικογένειας στο νησί, όμως η παρουσία του ονόματος σε επίσημο διοικητικό έγγραφο μαρτυρεί την ένταξή του στην τοπική κοινωνία.

Στον εκλογικό κατάλογο των Μαρμάρων του 1847 αναφέρονται δύο μέλη της οικογένειας: ο Μανώλης Ν. Βολιάρης, ηλικίας 27 ετών, και ο Ιωάννης Ν. Βολιάρης, επίσης 27 ετών, με επάγγελμα και οι δύο εργάτες.

Η ταυτόχρονη καταγραφή δύο μελών της ίδιας οικογένειας, με κοινό πατρώνυμο, δείχνει ότι οι Βολιάρηδες είχαν ήδη παρουσία στην περιοχή των Μαρμάρων στα μέσα του 19ου αιώνα. Η αναφορά τους ως εργάτες αντικατοπτρίζει την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής, όπου μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Πάρου ασχολούνταν με αγροτικές και χειρωνακτικές εργασίες.

Παρότι δεν έχουν εντοπιστεί μέχρι σήμερα περισσότερες πληροφορίες για την καταγωγή και την πορεία της οικογένειας Βολιάρη στην Πάρο, η καταγραφή του 1847 αποτελεί σημαντικό τεκμήριο για την παρουσία της στο νησί κατά τα πρώτα χρόνια του νεότερου ελληνικού κράτους.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 27χρονος εργάτης Μανώλης Ν. Βολιάρης και ο 27χρονος εργάτης Ιωάννης Ν. Βολιάρης.

 

Βολονέλος: Το επώνυμο Βολονέλος αποτελεί ένα από τα λιγότερο συνηθισμένα επώνυμα που συναντώνται στην ιστορική διαδρομή της Πάρου. Η προέλευσή του δεν είναι απολύτως τεκμηριωμένη, όμως η μορφή του παραπέμπει πιθανώς σε γενοβέζικη ή γενικότερα δυτική ιταλική προέλευση.

Η παρουσία δυτικών επωνύμων στην Πάρο δεν είναι ασυνήθιστη, καθώς το νησί, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας και της βενετικής επιρροής στις Κυκλάδες, δέχθηκε πληθυσμούς, οικογένειες και διοικητικούς παράγοντες από τη Δύση.

Η μοναδική μέχρι σήμερα γνωστή αναφορά του επωνύμου στην Πάρο εντοπίζεται στο 1664, όταν ο Βολονέλος Βλάσιος αναφέρεται σε έγγραφο της εποχής. Η καταγραφή αυτή αποτελεί σημαντική μαρτυρία για την παρουσία της οικογένειας στο νησί κατά τον 17ο αιώνα.

Παρότι δεν υπάρχουν περισσότερα στοιχεία για την κοινωνική θέση, την καταγωγή ή την πορεία της οικογένειας Βολονέλου στην Πάρο, η αναφορά του ονόματος σε έγγραφο του 1664 προσθέτει ένα ακόμη μικρό κομμάτι στο μωσαϊκό των οικογενειών που πέρασαν από το νησί κατά τη μεταβατική περίοδο μεταξύ βενετικής και οθωμανικής κυριαρχίας.

–1664. Ο Βολονέλος Βλάσιος αναφέρεται σε έγγραφο του 1664.

 

Βοσυνάκης: Το προηγούμενο επώνυμο της οικογένειας ήταν αρχικά Μποσνάκης και μετά Μποσινάκης. Ανήκει στα πατριδωνυμιακά, από την Μπόσνα σήμερα Νέα Βρύσσα στον Έβρο. Γενάρχης της Παριανής οικογένειας ο καθηγητής Θεόφιλος Βοσυνάκης.

 

Βοσυνιώτης: Το επώνυμο Βοσυνιώτης συνδέεται στην Πάρο κυρίως με την ιστορία της Ιεράς Μονής Λογγοβάρδας, καθώς μέλη της οικογένειας διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην πνευματική και μοναστική ζωή του νησιού κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα.

Η παλαιότερη γνωστή αναφορά του επωνύμου στην Πάρο εντοπίζεται στα μέσα του 19ου αιώνα. Στις 26 Ιανουαρίου 1850, η πρεσβυτέρα Τάρισα (ή Τάρσα) Κοντού, το γένος Νικόδημου Κοντού, μαζί με τον σύζυγό της Εφραίμ ιερέα, προχώρησαν σε «αφιερωτικό συμφωνητικό» με τον ηγούμενο της Μονής Λογγοβάρδας Ιερόθεο Α΄ Βοσυνιώτη. Το γεγονός αυτό αποτελεί μία από τις πρώτες καταγεγραμμένες μαρτυρίες για την παρουσία του επωνύμου στην παριανή εκκλησιαστική ζωή.

Ο Ιερόθεος Α΄ Βοσυνιώτης υπήρξε μία από τις σημαντικές μορφές της Μονής Λογγοβάρδας. Από το 1860 έως το 1887 υπηρέτησε ως αρχιμανδρίτης ιερομόναχος και ηγούμενος της μονής, συμβάλλοντας στη συνέχιση της μοναστικής παράδοσης και στην πνευματική ακτινοβολία της Λογγοβάρδας.

Μετά την περίοδο του Ιεροθέου Α΄, τη σκυτάλη της ηγουμενίας ανέλαβε ο Φιλόθεος Β΄ Βοσυνιώτης, ο οποίος μαρτυρείται ως αρχιμανδρίτης ιερομόναχος της Μονής Λογγοβάρδας από το 1887 έως το 1905. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η καλλιτεχνική του δραστηριότητα, καθώς έργα του σώζονται στην εκκλησιαστική παράδοση της Πάρου. Μεταξύ αυτών αναφέρονται οι εικόνες «Η Ανάληψις του Κυρίου» και «Τα Εισόδια της Θεοτόκου» στον ναό της Αγίας Τριάδας Λευκών, με χρονολογία 1884.

Στις 13 Ιουλίου 1902 ο Φιλόθεος Βοσυνιώτης αναφέρεται ως αρχιμανδρίτης και ηγούμενος της Μονής Λογγοβάρδας, επιβεβαιώνοντας τη σημαντική θέση του στην εκκλησιαστική ζωή της Πάρου.

Την ηγουμενία συνέχισε ο Ιερόθεος Β΄ Βοσυνιώτης, ο οποίος υπηρέτησε ως αρχιμανδρίτης ιερομόναχος της Λογγοβάρδας από το 1905 έως το 1930. Η παρουσία διαδοχικών ηγουμένων με το ίδιο επώνυμο δείχνει τη στενή σύνδεση της οικογένειας Βοσυνιώτη με τη μοναστική παράδοση της μονής.

Η ιστορία των Βοσυνιωτών στην Πάρο δεν συνδέεται τόσο με την οικονομική ή κοινωνική ζωή των παριανών κοινοτήτων, όσο με τον πνευματικό χαρακτήρα του νησιού. Μέσα από την υπηρεσία τους στη Μονή Λογγοβάρδας, οι Ιερόθεος και Φιλόθεος Βοσυνιώτες άφησαν το αποτύπωμά τους στη θρησκευτική ιστορία της Πάρου, σε μία περίοδο κατά την οποία οι μονές αποτελούσαν σημαντικά κέντρα παιδείας, τέχνης και κοινωνικής συνοχής.

–1850. Η πρεσβυτέρα του Τάρισα (ή Τάρσα) Κοντού, το γένος Νικόδημου Κοντού, και ο ηγούμενος της μονής Λογγοβάρδας Ιερόθεος Α’ Βοσυνιώτης, είχαν προβεί σε «αφιερωτικό συμφωνητικό», «… και του συζύγου της Εφραίμ ιερέως…» στις 26 Ιανουαρίου 1850.

–1860. Αρχιμ. Ιερομόναχος Λογγοβάρδας από το 1860 έως το 1887 ο Ιερόθεος Α΄ Βοσυνιώτης.

–1884. Έργα του ιερομονάχου Φιλοθέου Βοσυνιώτη, η Ανάληψις του Κυρίου και Τα Εισόδια της Θεοτόκου στην Αγία Τριάδα Λευκών, αωπδ’ (=1884).

–1887. Ο Φιλόθεος Β’ Βοσυνιώτης μαρτυρείται Αρχιμ. Ιερομόναχος στην Λογγοβάρδα από το 1887 έως το 1905.

–1902. Στις 13 Ιουλίου 1902 αρχιμανδρίτης και ηγούμενος της Μονής Λογγοβάρδας ο Φιλόθεος Βοσυνιώτης.

–1905. Αρχιμ. Ιερομόναχος Λογγοβάρδας από το 1905 έως το 1930 ο Ιερόθεος Β΄ Βοσυνιώτης.

 

Βουαλόπουλος: Το επώνυμο Βουαλόπουλος εμφανίζεται στην Πάρο μέσα από μία καταγραφή του 20ού αιώνα, χωρίς μέχρι σήμερα να έχουν εντοπιστεί περισσότερα στοιχεία για την προέλευση ή την ιστορική πορεία της οικογένειας στο νησί.

Στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1949 αναφέρεται η Δέσποινα Επιτροπάκη του Δημητρίου, ως σύζυγος του Κ. Βουαλόπουλου, κάτοικος της Κοινότητας Παροικιάς.

Η συγκεκριμένη καταγραφή αποτελεί την παλαιότερη γνωστή μαρτυρία του επωνύμου Βουαλόπουλος στην Πάρο και δείχνει την παρουσία της οικογένειας στην πρωτεύουσα του νησιού κατά τη μεταπολεμική περίοδο.

Παρότι δεν διαθέτουμε περισσότερες πληροφορίες για την καταγωγή, την επαγγελματική δραστηριότητα ή την εξέλιξη της οικογένειας, η αναφορά αυτή προστίθεται στο σύνολο των επωνύμων που καταγράφονται στην κοινωνική ιστορία της νεότερης Παροικιάς.

–1949. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1949 είναι εγγεγραμμένη η Επιτροπάκη Δέσποινα του Δημητρίου, όνομα συζύγου Κ. Βουαλόπουλος κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.

 

Βουγιούκας: Το επώνυμο Βουγιούκας ανήκει στις οικογένειες προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην Πάρο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η οικογένεια κατάγεται από την Αλικαρνασσό της Μικράς Ασίας και αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα των μικρασιατικών οικογενειών που ενσωματώθηκαν στη νεότερη κοινωνία του νησιού.

Το 1922, μετά τα γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής και την ανταλλαγή πληθυσμών που ακολούθησε, η οικογένεια Βουγιούκα έφτασε στη Νάουσα της Πάρου ως πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Όπως συνέβη με πολλές προσφυγικές οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στις Κυκλάδες, οι Βουγιούκες μετέφεραν μαζί τους τις μνήμες, τα ήθη και τις παραδόσεις της χαμένης πατρίδας τους, συμβάλλοντας στον εμπλουτισμό της τοπικής κοινωνίας.

Η παρουσία της οικογένειας στη Νάουσα συνεχίστηκε κατά τις επόμενες δεκαετίες, αν και ο κλάδος της οικογένειας στην Πάρο διατηρήθηκε κυρίως μέσω θηλυγονίας. Σήμερα η συνέχεια της οικογένειας συνδέεται με τις οικογένειες Καρποδίνη και Γαβαλά, ενώ κλάδος των απογόνων βρίσκεται και στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.

Μία από τις καταγεγραμμένες μαρτυρίες της οικογένειας στην Πάρο εντοπίζεται στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 19 Αυγούστου 1950, όπου αναφέρεται η Βουγιούκα Μαριγάκη, σύζυγος Θεοδώρου, με πατρώνυμο Μάρκος Καρποδίνης.

Η καταγραφή αυτή επιβεβαιώνει τη συνέχιση της παρουσίας του επωνύμου στη Νάουσα κατά τη μεταπολεμική περίοδο και παράλληλα φανερώνει τη σύνδεση της οικογένειας Βουγιούκα με παριανές οικογένειες μέσω γάμων και συγγενικών σχέσεων.

Η ιστορία των Βουγιούκα αποτελεί μέρος της ευρύτερης ιστορίας των μικρασιατών προσφύγων της Πάρου. Άνθρωποι που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες δημιούργησαν νέα ζωή στο νησί, εντάχθηκαν στην τοπική κοινωνία και άφησαν το δικό τους αποτύπωμα στη σύγχρονη ιστορική μνήμη της Πάρου.

–1922. Φτάνει στη Νάουσα της Πάρου η οικογένεια Βουγιούνα πρόσφυγες από την Μικρά Ασία.

–1950. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 19 Αυγούστου 1950, υπάρχει εγγεγραμμένη η Βουγιούκα Μαριγάκη, όνομα συζύγου Θεόδωρου, όνομα πατρός Μάρκος Καρποδίνης.

 

Βουζουράκης: Το επώνυμο Βουζουράκης εμφανίζεται στην Πάρο κατά τον 20ό αιώνα, με παρουσία κυρίως στην Παροικιά. Από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι η οικογένεια ήταν εγκατεστημένη στην πρωτεύουσα του νησιού και τα μέλη της ανήκαν στην εργατική τάξη της εποχής.

Οι πρώτες γνωστές καταγραφές της οικογένειας εντοπίζονται στις αρχές του 20ού αιώνα. Το 1901 γεννήθηκε ο Στυλιανός Βουζουράκης του Γεωργίου, εργάτης και κάτοικος Παροικιάς. Την επόμενη χρονιά, το 1902, γεννήθηκε ο αδελφός του Ευάγγελος Βουζουράκης του Γεωργίου, επίσης εργάτης και κάτοικος Παροικιάς. Το 1913 γεννήθηκε ο τρίτος αδελφός Φώτιος Βουζουράκης του Γεωργίου, ο οποίος ακολούθησε επίσης το επάγγελμα του εργάτη.

Η παρουσία των τριών αδελφών καταγράφεται ξανά στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1946, όπου αναφέρονται ο Στυλιανός Βουζουράκης του Γεωργίου, ο Ευάγγελος Βουζουράκης του Γεωργίου και ο Φώτιος Βουζουράκης του Γεωργίου, όλοι εργάτες και κάτοικοι Παροικιάς.

Οι καταγραφές αυτές αποτελούν τις μέχρι σήμερα γνωστές μαρτυρίες για την οικογένεια Βουζουράκη στην Πάρο και δείχνουν μια οικογένεια που ήταν ενταγμένη στον κοινωνικό ιστό της Παροικιάς κατά την πρώτη και τη μεταπολεμική περίοδο του 20ού αιώνα. Μέσα από την καθημερινή εργασία και την παρουσία τους στην κοινότητα, οι Βουζουράκηδες αποτελούν μέρος της νεότερης κοινωνικής ιστορίας της πρωτεύουσας του νησιού.

–1901. Το 1901 γεννιέται ο Βουζουράκης Στυλιανός του Γεωργίου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1902. Το 1902 γεννιέται ο Βουζουράκης Ευάγγελος του Γεωργίου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1913. Το 1913 γεννιέται ο Βουζουράκης Φώτιος του Γεωργίου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1946 υπάρχουν εγγεγραμμένα τα αδέρφια Βουζουράκης Στυλιανός του Γεωργίου εργάτης, Βουζουράκης Ευάγγελος του Γεωργίου εργάτης και Βουζουράκης Φώτιος του Γεωργίου εργάτης κάτοικοι Παροικιάς.

 

Βουλαξής: βλέπε Μπουλαξής

 

Βουλιατούζης: Το επώνυμο Βουλιατούζης εμφανίζεται στην Πάρο μέσα από τις καταγραφές των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στο νησί μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Κατά την περίοδο των επαναστατικών αγώνων και των ανακατατάξεων που ακολούθησαν, η Πάρος αποτέλεσε τόπο υποδοχής πληθυσμών που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους. Η Νάουσα, ως σημαντικό λιμάνι και ναυτική κοινότητα, φιλοξένησε αρκετές προσφυγικές οικογένειες, οι οποίες εντάχθηκαν σταδιακά στην τοπική κοινωνία.

Στην απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Αναστάσιος Βουλιατούζης, ηλικίας 33 ετών, επάγγελμα ναύτης, μαζί με τη σύζυγό του Μαριγώ Βουλιατούζη και την κόρη τους Δέσποινα Βουλιατούζη.

Η καταγραφή αυτή αποτελεί την παλαιότερη γνωστή μαρτυρία για την παρουσία της οικογένειας Βουλιατούζη στην Πάρο. Η αναφορά του Αναστασίου ως ναύτη είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική, καθώς η ναυτική δραστηριότητα αποτελούσε βασικό στοιχείο της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της Νάουσας.

Παρότι δεν έχουν εντοπιστεί μέχρι σήμερα περισσότερα στοιχεία για την καταγωγή και την εξέλιξη της οικογένειας στο νησί, η παρουσία της στην απογραφή του 1829 την εντάσσει στις πρώτες προσφυγικές οικογένειες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της νεότερης κοινωνίας της Νάουσας και της Πάρου.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Αναστάσιος Βουλιατούζης 33 ετών ναύτης, η σύζυγός του Μαριγώ Βουλιατούζη και η κόρη του Δέσποινα Βουλιατούζη.

 

Βούλγαρης: Το επώνυμο Βούλγαρης είναι ένα από τα παλαιότερα ελληνικά επώνυμα και συναντάται σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Η προέλευσή του πιθανότατα συνδέεται με παρωνύμιο που δήλωνε καταγωγή ή σχέση με τη Βουλγαρία ή με βουλγαρικούς πληθυσμούς, όπως συνέβη με αρκετά πατριδωνυμικά επώνυμα.

Η παρουσία της οικογένειας Βούλγαρη στην Πάρο καταγράφεται ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του νεότερου ελληνικού κράτους και συνδέεται με την εγκατάσταση προσφύγων στο νησί μετά την Ελληνική Επανάσταση.

Στην απογραφή προσφύγων της Παροικιάς του 1829 αναφέρεται ο Στρατής Βούλγαρης, ηλικίας 60 ετών, με επάγγελμα αλιεύς, μαζί με την οικογένειά του: τη σύζυγό του Τζουτζούλα (ή Τουζούλα) Βούλγαρη, την κόρη του Τάσα Βούλγαρη, τους γιους του Κυριατζή Βούλγαρη, 10 ετών, και Αντώνιο Βούλγαρη, 2 ετών, καθώς και τον αδελφό του Παναγιώτη Βούλγαρη, 18 ετών.

Η καταγραφή αυτή αποτελεί την παλαιότερη γνωστή μαρτυρία για την παρουσία της οικογένειας Βούλγαρη στην Πάρο. Η αναφορά του Στρατή ως αλιέα φανερώνει τη σύνδεση της οικογένειας με τη θάλασσα και την παραδοσιακή ναυτική και αλιευτική δραστηριότητα της Παροικιάς.

Η οικογένεια φαίνεται ότι εντάχθηκε στην κοινωνική ζωή του νησιού, καθώς τα μέλη της δημιούργησαν συγγενικούς δεσμούς με άλλες παριανές οικογένειες. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του 1909, όταν ο Ευάγγελος Μοστράτος του Πέτρου και της Καλλιόπης Βούλγαρη, δικολάβος από την Πάρο, παντρεύτηκε στην Ερμούπολη της Σύρου τη Δέσποινα Οικονόμου.

Η παρουσία των Βούλγαρη στην Πάρο αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα οικογένειας που καταγράφεται μέσα από τις προσφυγικές εγκαταστάσεις του 19ου αιώνα και ενσωματώνεται σταδιακά στον κοινωνικό ιστό του νησιού. Μέσα από την εργασία, τη θάλασσα και τις οικογενειακές σχέσεις, συμμετείχαν στη διαμόρφωση της νεότερης ιστορίας της Παροικιάς.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων της Παροικιάς του 1829 αναφέρεται ο Στρατής Βούλγαρης 60 ετών αλιεύς, ο σύγυγός του Τζουτζούλα ή Τουζούλα Βούλγαρη, ο κόρη του Τάσα Βούλγαρη, ο γιός του Κυριατζής Βούλγαρης 10 ετών, ο γιός του Αντώνιος Βούλγαρης 2 ετών και ο αδερφός του Παναγιώτης Βούλγαρης 18 ετών.

–1909. Στις 25 Ιανουαρίου 1909 ο 30χρονος δικολάβος από την Πάρο Ευάγγελος Μοστράτος του Πέτρου και της Καλλιόπης Βούλγαρη [κάτοικοι Πάρου] παντρεύεται στην Ερμούπολη την 25χρονη από την Σύρο Δέσποινα Οικονόμου, του Παναγιώτη και της Μαρίας Ροδίτη.

 

Βουράκης: Το επώνυμο Βουράκης συνδέεται στην Πάρο με μία από τις μικρασιατικές οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στο νησί κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Η οικογένεια είχε καταγωγή από το Βαϊντήριο της Μικράς Ασίας και αποτελεί μέρος του προσφυγικού ρεύματος που έφερε στην Πάρο ανθρώπους από τις ελληνικές κοινότητες της Ανατολής.

Στα δημοτολόγια της Νάουσας Πάρου, το 1920, καταγράφεται ο Μιχαήλ Βουράκης του Γρηγορίου, ηλικίας 34 ετών, με επάγγελμα υπάλληλος καπνών, προερχόμενος από το Βαϊντήριο. Μαζί του καταγράφεται η σύζυγός του Άννα Βουράκη, ηλικίας 28 ετών, επίσης από το Βαϊντήριο, καθώς και τα παιδιά τους Ασπασία, ηλικίας 3 ετών, και Γρηγόριος.

Η εγγραφή αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς προηγείται της μεγάλης προσφυγικής εγκατάστασης που ακολούθησε τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Δείχνει ότι ήδη πριν από τα γεγονότα της ανταλλαγής πληθυσμών υπήρχαν οικογένειες από τη Μικρά Ασία που είχαν μετακινηθεί προς τις Κυκλάδες και είχαν ενταχθεί στις τοπικές κοινωνίες.

Ο Μιχαήλ Βουράκης, ως υπάλληλος καπνών, ανήκε σε έναν επαγγελματικό χώρο ιδιαίτερα αναπτυγμένο στις μικρασιατικές περιοχές, όπου η καλλιέργεια, η επεξεργασία και το εμπόριο του καπνού αποτελούσαν σημαντικό οικονομικό κλάδο.

Η παρουσία της οικογένειας Βουράκη στη Νάουσα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της συμβολής των μικρασιατών εποίκων στη νεότερη κοινωνική ιστορία της Πάρου. Άνθρωποι που έφεραν μαζί τους την καταγωγή, τις μνήμες και τις επαγγελματικές τους γνώσεις δημιούργησαν νέα ζωή στο νησί και ενσωματώθηκαν στην τοπική κοινωνία.

–1920. Βουράκης Μιχαήλ του Γρηγορίου, ετών 34, υπάλληλος καπνών, Από το Βαϊντήριο

Βουράκη Άννα, σύζυγος Μιχαήλ, ετών 28 από το Βαϊντήριο. Βουράκη Ασπασία, 3 και 11.  Βουράκης Γρηγόριος, τα 2 παιδιά του ζεύγους. Έτος εγγραφής στα δημοτολόγια Ναούσης 1920.

 

Βούρτσης: Το επώνυμο Βούρτσης εμφανίζεται στην Πάρο κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, μέσα από μία καταγραφή που συνδέεται με τη μετακίνηση πληθυσμών μεταξύ των Κυκλάδων.

Η οικογένεια φαίνεται να έχει καταγωγή από τη Νάξο, καθώς στην παλαιότερη γνωστή αναφορά του επωνύμου στην Πάρο ο αναφερόμενος χαρακτηρίζεται ως Αξιώτης, δηλαδή καταγόμενος από τη Νάξο.

Στις 8 Φεβρουαρίου 1830 αναφέρεται ως πάροικος της Πάρου ο ιερεύς Γεώργιος Βούρτσης Αξιώτης. Ο όρος «πάροικος» την εποχή εκείνη δηλώνει τον προσωρινό ή μη μόνιμα εγκατεστημένο κάτοικο ενός τόπου, γεγονός που δείχνει ότι ο Γεώργιος Βούρτσης βρισκόταν στην Πάρο χωρίς να έχει ακόμη πλήρως ενσωματωθεί ως μόνιμος δημότης.

Η παρουσία ενός ιερέα από τη Νάξο στην Πάρο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των συχνών μετακινήσεων ανθρώπων ανάμεσα στα κυκλαδίτικα νησιά. Οι σχέσεις μεταξύ Πάρου και Νάξου υπήρξαν διαχρονικά στενές, με μετακινήσεις κληρικών, εμπόρων, τεχνιτών και οικογενειών.

Η αναφορά του Γεωργίου Βούρτση το 1830 αποτελεί μέχρι σήμερα την παλαιότερη γνωστή μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο και προσθέτει ένα ακόμη μικρό αλλά σημαντικό στοιχείο στην ιστορία των κυκλαδίτικων μετακινήσεων κατά τον 19ο αιώνα.

–1830. Στις 8 Φεβρουαρίου 1830 αναφέρεται ως πάροικος (προσωρινός κάτοικος Πάρου) ο ιερεύς Βούρτσης Γεώργιος Αξιώτης (καταγωγή)

 

Βούσουλας: Το επώνυμο Βούσουλας αποτελεί ένα από τα παλαιότερα επώνυμα που καταγράφονται στην Αντίπαρο. Η παρουσία της οικογένειας στο νησί μαρτυρείται ήδη από τον 19ο αιώνα και συνεχίζεται μέχρι τη νεότερη περίοδο, με μέλη της να συμμετέχουν στην κοινωνική και θρησκευτική ζωή της Αντιπάρου.

Η παλαιότερη γνωστή αναφορά της οικογένειας εντοπίζεται το 1870, όταν ο Αναστάσιος Βούσουλας του Μιχαήλ, ηλικίας 14 ετών, άγαμος, καταγράφεται σε απογραφή της πόλης της Ερμούπολης Σύρου ως μαθητευόμενος σανδαλοποιός από την Αντίπαρο.

Η καταγραφή αυτή είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθώς φανερώνει την επαγγελματική κινητικότητα των νέων της Αντιπάρου κατά τον 19ο αιώνα. Πολλοί νέοι από τα μικρά Κυκλαδίτικα νησιά μετακινούνταν προς τα μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα, όπως η Ερμούπολη, προκειμένου να μαθητεύσουν σε τεχνικά επαγγέλματα και να αποκτήσουν οικονομική ανεξαρτησία.

Η οικογένεια συνέχισε να εμφανίζεται στην Αντίπαρο κατά τον 20ό αιώνα. Το 1920 γεννήθηκε ο Αναστάσιος Βούσουλας του Μιχαήλ, κάτοικος Αντιπάρου, ο οποίος ακολούθησε εκκλησιαστική πορεία και υπηρέτησε ως ιεροψάλτης. Η παρουσία του στην εκκλησιαστική ζωή του νησιού αποτελεί σημαντικό στοιχείο της κοινωνικής προσφοράς της οικογένειας.

Ο ίδιος καταγράφεται στον εκλογικό κατάλογο της Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946, ως κάτοικος Αντιπάρου και επάγγελμα ιεροψάλτης, επιβεβαιώνοντας τη θέση του στην τοπική κοινωνία.

Το 1922 γεννήθηκε η Ειρήνη Μ. Βούσουλα, κάτοικος Αντιπάρου, η οποία αργότερα παντρεύτηκε τον Σταύρο Ρούσσο, ενώ το 1954, στον εκλογικό κατάλογο της Αντιπάρου, αναφέρεται η Βούσουλα Κατίνα του Μιχαήλ, κάτοικος Αντιπάρου.

Η ιστορία της οικογένειας Βούσουλα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα οικογένειας μικρού κυκλαδίτικου νησιού, η οποία διατήρησε τη συνέχεια της παρουσίας της μέσα στον χρόνο. Από τους τεχνίτες και τους νέους που αναζητούσαν επαγγελματικές ευκαιρίες στα μεγαλύτερα κέντρα των Κυκλάδων, μέχρι τα μέλη που συμμετείχαν στην καθημερινή ζωή της Αντιπάρου, οι Βούσουλα αποτελούν μέρος της κοινωνικής ιστορίας του νησιού.

–1870. Το 1870 ο Αναστάσιος Βούσουλας του Μιχαήλ 14 ετών άγαμος μαθητευόμενος σανδαλοποιός από την Αντίπαρο, αναφέρεται σε απογραφή της Πόλης Ερμούπολης.

–1920. Γεννιέται το 1920 ο κάτοικος Αντιπάρου Βούσουλας Αναστάσιος του Μιχαήλ ιεροψάλτης.

–1922. Το 1922 γεννιέται η κάτοικος Αντιπάρου Ειρήνη Μ. Βούσουλα, μετέπειτα σύζυγος Σταύρου Ρούσσου.

–1946. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1920 κάτοικος Αντιπάρου Βούσουλας Αναστάσιος του Μιχαήλ ιεροψάλτης.

–1954. Σε εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 26 Νοεμβρίου 1954 υπάρχει εγγεγραμμένη η Βούσουλα Κατίνα του Μιχαήλ, κάτοικος Αντιπάρου.

 

Βουτζαδάκης ή Βουτσαδάκης: Βλέπε Βιτσαδάκης.


–Βουτζαράς ή Βουτσαράς: Παραφθορά του Βιτζαράς, Βιτσαράς.

–1682. Καθολικός ιερέας το 1682 Βλέπει, Βιτζαράς, Βιτσαράς, Βιτζορέος.

 

Βουτζάς: Βλέπετε Βουτσάς

 

Βουτσάς ή Βουτζάς: Το επώνυμο Βουτσάς ή Βουτζάς αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα επωνύμου που προέρχεται από επαγγελματικό παρωνύμιο. Συνδέεται με τη λέξη βούτσα, δηλαδή το ξύλινο δοχείο ή βαρέλι, και πιθανότατα δήλωνε τον βαρελά ή καδοποιό, τον τεχνίτη που κατασκεύαζε ξύλινα δοχεία.

Η παρουσία της οικογένειας Βουτσά στην Πάρο καταγράφεται ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, μέσα από τα εκπαιδευτικά αρχεία του νησιού, τα οποία αποτελούν σημαντικές πηγές για την κοινωνική ιστορία της εποχής.

Στον ονομαστικό κατάλογο των μαθητών του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου Νάουσας για το σχολικό έτος 1829, με τίτλο «Οι μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της κομοπόλεως Ναούσης», αναφέρεται ο Ηλίας Βουτζάς, ηλικίας 9 ετών.

Λίγα χρόνια αργότερα, στις 28 Απριλίου 1833, σε κατάλογο των μαθητευόμενων παιδιών της Ελληνοδιδακτικής Σχολής Παροικιάς, καταγράφεται ο Ι. Βουτσάς. Η παρουσία του επωνύμου τόσο στη Νάουσα όσο και στην Παροικιά δείχνει ότι η οικογένεια ήταν ήδη εγκατεστημένη σε σημαντικές κοινότητες του νησιού.

Το 1835, σε ομαδικό έλεγχο του Δημοτικού Σχολείου Πάρου, αναφέρεται ο μαθητής Νικ. Α. Βουτσάς, με σημειωμένο ως επάγγελμα του πατέρα του το «καδοποιός». Η συγκεκριμένη αναφορά επιβεβαιώνει την επαγγελματική σύνδεση του επωνύμου με την τέχνη της κατασκευής ξύλινων δοχείων και ενισχύει την άποψη ότι προέρχεται από επαγγελματικό παρωνύμιο.

Οι πρώτες αυτές καταγραφές δείχνουν μια οικογένεια που ήταν παρούσα στην Πάρο ήδη κατά τα πρώτα χρόνια μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Μέσα από τα σχολικά αρχεία διακρίνεται η ένταξή της στην τοπική κοινωνία και η συμμετοχή της στην καθημερινή ζωή των παριανών κοινοτήτων.

Η οικογένεια Βουτσά αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των παριανών επωνύμων που γεννήθηκαν από τα επαγγέλματα των προγόνων και διατηρήθηκαν μέσα στον χρόνο, αφήνοντας το ίχνος τους στα ιστορικά αρχεία του νησιού.

–1829. Ο ονομαστικός κατάλογος των μαθητών του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου της Νάουσας του σχολικού έτους 1829.

«Οι μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της κομοπόλεως Ναούσης»

Ηλίας Βουτζάς ετών 9.

–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο Ι. Βουτσάς.

–1835. Σε ομαδικό έλεγχο του δημοτικού σχολείου Πάρου του 1835, υπάρχει εγγεγραμμένος ο μαθητής Νικ. Α. Βουτσάς, τέχνη πατέρα καδοποιός.


Βρανάς: Το επώνυμο Βρανάς θεωρείται ένα από τα παλαιά ελληνικά επώνυμα με βυζαντινή παρουσία. Η οικογένεια απαντάται ιστορικά σε διάφορες περιοχές του ελληνικού χώρου, ενώ ο παριανός κλάδος συνδέεται με καταγωγή από τη Χίο. Σήμερα γνωρίζουμε την ύπαρξη κλάδου της οικογένειας στην Αθήνα.

Η παρουσία της οικογένειας Βρανά στην Πάρο καταγράφεται ήδη από τον 19ο αιώνα και εντοπίζεται κυρίως στην περιοχή της Νάουσας, η οποία εκείνη την περίοδο αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες κοινότητες του νησιού.

Η παλαιότερη γνωστή αναφορά του επωνύμου στην Πάρο βρίσκεται στον εκλογικό κατάλογο της 18ης Μαρτίου 1844 του Δήμου Νάουσας (στον οποίο συμπεριλαμβανόταν και ο Κώστος), όπου αναφέρεται ο Πέτρος Βρανάς, ηλικίας 55 ετών, με επάγγελμα γεωργός.

Η οικογένεια συνεχίζει να εμφανίζεται στα αρχεία της Νάουσας κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Στον εκλογικό κατάλογο του 1883 καταγράφονται ο Γουλιέλμος Βρανάς του Πέτρου, ηλικίας 58 ετών, εργάτης, και ο Πέτρος Βρανάς του Γουλιέλμου, ηλικίας 30 ετών, επίσης εργάτης.

Ανάλογες καταγραφές συναντούμε και το 1885, όπου αναφέρονται ο Γουλιέλμος Βρανάς του Πέτρου, 60 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, ο Πέτρος Βρανάς του Γουλιέλμου, 32 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, καθώς και ο Λεωνίδας Βρανάς, 34 ετών, εργάτης από τη Νάουσα.

Οι καταγραφές αυτές δείχνουν τη συνέχεια μιας οικογένειας που ήταν ενταγμένη στην κοινωνική ζωή της Νάουσας για πολλές δεκαετίες. Από τον γεωργό Πέτρο Βρανά του 1844 μέχρι τους εργάτες της επόμενης γενιάς, διακρίνεται η παρουσία μιας οικογένειας που συμμετείχε στην καθημερινή οικονομική ζωή της κοινότητας.

Η συνέχεια του επωνύμου καταγράφεται και στον 20ό αιώνα. Στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952 αναφέρεται η Βεντουρή Μαργαρίτα, σύζυγος Νικολάου, με πατρώνυμο Πέτρος Βρανάς, γεγονός που δείχνει ότι η οικογένεια συνέχισε να αποτελεί μέρος του κοινωνικού ιστού της Νάουσας.

Η ιστορία των Βρανά στην Πάρο αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα οικογένειας με παλαιότερες ρίζες στον ελληνικό χώρο, η οποία εγκαταστάθηκε στο νησί και ενσωματώθηκε στην τοπική κοινωνία, αφήνοντας το αποτύπωμά της στη νεότερη ιστορία της Νάουσας.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (συμπεριλαμβάνεται και ο Κώστος), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 55χρονος γεωργός Βρανάς Πέτρος.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι ο Βρανάς Γουλιέλμος του Πέτρου 58 ετών, εργάτης και ο Βρανάς Πέτρος του Γουλιέλμου 30 ετών, εργάτης.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν οι, Βρανάς Γουλιέλμος του Πέτρου, 60 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, Βρανάς Πέτρος του Γουλιέλμου, 32 ετών, εργάτης από τη Νάουσα και Βρανάς Λεωνίδας του ----, ετών 34, εργάτης από τη Νάουσα.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Βεντουρή Μαργαρίτα, όνομα συζύγου Νικόλαος, όνομα πατρός Πέτρος Βρανάς.

 

Βρενάκης: Το επώνυμο Βρενάκης εμφανίζεται στην ιστορική καταγραφή της Πάρου ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα, μέσα από ένα έγγραφο που φωτίζει τις οικογενειακές, κοινωνικές και θρησκευτικές σχέσεις της εποχής.

Η σημαντικότερη μέχρι σήμερα γνωστή αναφορά εντοπίζεται στο προικοσύμφωνο του Αντωνάκη Βρενάκη προς τη Μονή Αγίου Ανδρέα, με ημερομηνία 10 Νοεμβρίου 1723. Το έγγραφο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των συμφωνιών που συνόδευαν τις οικογενειακές σχέσεις και τις μεταβιβάσεις περιουσιακών ή θρησκευτικών κειμηλίων κατά την περίοδο εκείνη.

Στο προικοσύμφωνο αναφέρεται η κυρία Τζάνε Βρενάκη, η οποία παραχωρεί στον γιο της Αντωνάκη εικόνες που κατείχε η οικογένεια, με την υποχρέωση να τις τιμά και να τις εορτάζει κάθε χρόνο. Παράλληλα, στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ο Ανδρεαδάκης Μπάφος με τη σύζυγό του Λαρέντζα, οι οποίοι προικοδοτούν την κόρη τους με τρεις εικόνες: μία του Ευαγγελισμού, μία του Αγίου Ευθυμίου και μία του Τιμίου Προδρόμου, ώστε να εορτάζονται κάθε χρόνο.

Η αναφορά αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς δείχνει τον σημαντικό ρόλο που είχαν οι οικογενειακές εικόνες και οι θρησκευτικές παραδόσεις στην κοινωνία της Πάρου κατά τον 18ο αιώνα. Οι εικόνες δεν αποτελούσαν μόνο αντικείμενα λατρείας, αλλά και οικογενειακά κειμήλια που μεταβιβάζονταν από γενιά σε γενιά και συνδέονταν με την ταυτότητα και τη μνήμη των οικογενειών.

Η παρουσία του επωνύμου Βρενάκη σε ένα τέτοιο έγγραφο του 1723 κατατάσσει την οικογένεια στις παλαιότερα καταγεγραμμένες οικογένειες της Πάρου. Αν και δεν διαθέτουμε μέχρι σήμερα περισσότερα στοιχεία για την καταγωγή και την εξέλιξή της στο νησί, το προικοσύμφωνο του Αντωνάκη Βρενάκη αποτελεί σημαντικό τεκμήριο για την κοινωνική ζωή και τις οικογενειακές δομές της παλιάς παριανής κοινωνίας.

–1723. «Προικοσύμφωνο του Αντωνάκη Βρενάκη εις το μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα», 10 Νοεμβρίου 1723.

«Τάζει ο Ανδρεαδάκης Μπάφος μετά της συζύγου αυτού Λαρέντζας» στην κόρη τους «τρείς εικόνες η μια του Ευαγγελισμού, η άλλη του Αγίου Ευθυμίου και του Τιμίου Προδρόμου να τους εορτάζουν τον κάθε χρόνον».

«Από δε το έτερον μέρος η κυρία Τζάνε Βρενάκη τάζει του υιού της Αντωνάκη όλαις ταις εικόνες όπου έχει να ταις εορτάζει τον κάθε χρόνον».

 

Βρήβας: Το επώνυμο Βρήβας αποτελεί ένα από τα παλαιότερα επώνυμα που καταγράφονται στη Νάουσα της Πάρου, αν και μέχρι σήμερα δεν έχουν εντοπιστεί περισσότερα στοιχεία για την καταγωγή ή την εξέλιξη της οικογένειας στο νησί.

Η παλαιότερη γνωστή αναφορά του επωνύμου εντοπίζεται στις 7 Μαρτίου 1715, σε πωλητήριο έγγραφο της Νάουσας, όπου αναφέρεται ο μοναχός Μελέτιος Βρήβας.

Η παρουσία ενός μοναχού σε συμβολαιογραφικό έγγραφο της εποχής δείχνει τη σύνδεση του επωνύμου με την εκκλησιαστική ζωή της Πάρου κατά τον 18ο αιώνα. Τα μοναστήρια και οι μοναχοί εκείνη την περίοδο αποτελούσαν σημαντικούς κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες, καθώς συμμετείχαν σε αγοραπωλησίες, παραχωρήσεις και άλλες δικαιοπραξίες.

Η αναφορά του Μελετίου Βρήβα το 1715 αποτελεί μέχρι σήμερα την παλαιότερη γνωστή μαρτυρία για το επώνυμο στην Πάρο και προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο στην ιστορία των οικογενειών που καταγράφονται στη Νάουσα κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας.

–1715. Μοναχός Μελέτιος Βρήβας απαντά σε πωλητήριο έγγραφο Νάουσας στις 7 Μαρτίου 1715.

 

Βρότας: Το επώνυμο Βρότας αποτελεί ένα από τα παλαιότερα επώνυμα που καταγράφονται στην Πάρο, με παρουσία ήδη από τον 17ο αιώνα.

Η παλαιότερη γνωστή αναφορά του επωνύμου εντοπίζεται στο έτος 1625, σε κατάλογο εγγράφων που σχετίζονται με τον Όσιο Αντώνιο. Συγκεκριμένα, σε έγγραφο με ημερομηνία 26 Αυγούστου 1625 αναφέρεται η «υποθήκη των κτημάτων της παπαδιάς του παπά Νικόλα Βρότα».

Η αναφορά αφορά τον ιερέα Νικόλαο Βρότα, γεγονός που δείχνει ότι μέλος της οικογένειας είχε ήδη κατά τον 17ο αιώνα παρουσία στην εκκλησιαστική ζωή της Πάρου. Παράλληλα, η αναφορά σε ακίνητα και περιουσιακά στοιχεία αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο οι οικογένειες της εποχής διαχειρίζονταν την περιουσία τους μέσα από επίσημες δικαιοπραξίες.

Παρότι δεν διαθέτουμε περισσότερα στοιχεία για την καταγωγή, την κοινωνική θέση ή την εξέλιξη της οικογένειας Βρότα στο νησί, η μαρτυρία του 1625 αποτελεί σημαντικό τεκμήριο για την παρουσία του επωνύμου στην Πάρο κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας.

Η αναφορά του παπά Νικόλα Βρότα προσθέτει ένα ακόμη κομμάτι στην ιστορία των παλαιών παριανών οικογενειών, των οποίων τα ίχνη διασώζονται μέσα από εκκλησιαστικά και συμβολαιογραφικά έγγραφα.

–1625. Ο ιερέας Βρότας Νικόλαος αναφέρεται σε κατάλογο των εγγράφων του οσίου Αντωνίου «26 Αυγούστου 1625 υποθήκη των κτημάτων της παπαδιάς του παπά Νικόλα Βρότα»

 

Βρυόνης: Ίσως παραφθορά του Βιώνη.

–1865. Στις 14 Ιανουαρίου 1865 ο 20χρονος βυρσοδέψης από την Πάρο Πέτρος Μοσχονησιώτης του Ιωάννη και της Μαρίας Πατέλη, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Πάρο Μαριγώ Βρυόνη, του Αναστάσιου.

 

Βυτζιμάνος: Το επώνυμο Βυτζιμάνος αποτελεί ένα από τα παλαιότερα επώνυμα που καταγράφονται στην Πάρο, αν και μέχρι σήμερα δεν έχουν εντοπιστεί περισσότερα στοιχεία για την καταγωγή ή την πορεία της οικογένειας στο νησί.

Η παλαιότερη γνωστή αναφορά του επωνύμου εντοπίζεται στο έτος 1672 και συνδέεται με την περιοχή της Μάρπησσας. Συγκεκριμένα, σε προικοσύμφωνο του Γεωργίου Άσου και της Περτουμίας Σκορδίλη, με ημερομηνία 21 Οκτωβρίου 1672 στον Τσιπίδο (σημερινή περιοχή Μάρπησσας), αναφέρεται μεταξύ των ορίων αγροτεμαχίου «το χωράφι στην Κερά, σύμπλιο Φραγία Βυτζιμάνου».

Η αναφορά αυτή, παρότι δεν μας δίνει περισσότερες πληροφορίες για το πρόσωπο ή την οικογένεια Βυτζιμάνου, αποτελεί σημαντική μαρτυρία παρουσίας του επωνύμου στην ανατολική Πάρο κατά τον 17ο αιώνα. Η αναφορά ως γειτονικό κτήμα («σύμπλιο») δείχνει ότι ο Βυτζιμάνος ήταν ιδιοκτήτης ή κάτοχος γης στην περιοχή της Κεράς.

Τα προικοσύμφωνα της εποχής αποτελούν πολύτιμες πηγές για την κοινωνική και οικονομική ιστορία της Πάρου, καθώς μέσα από τις περιγραφές των ορίων των κτημάτων διασώζονται ονόματα οικογενειών, ιδιοκτητών και τοπωνυμίων που διαφορετικά θα είχαν χαθεί.

Η καταγραφή του Φραγία Βυτζιμάνου το 1672 αποτελεί μέχρι σήμερα την παλαιότερη γνωστή μαρτυρία για το επώνυμο στην Πάρο και προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο στο μωσαϊκό των οικογενειών που κατοικούσαν και δραστηριοποιούνταν στη Μάρπησσα κατά τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου.

–1672. Στην περιοχή Μάρπησσας. Προικοσύμφωνο Γ. Άσου και Περτουμίας Σκορδίλη (Τζιπίδος 21 Οκτ. 1672) «ακόμη και το χωράφι στην Κερά, σύμπλιο Φραγία Βυτζιμάνου

 

V

Vicerano: Το επώνυμο Vicerano αποτελεί μία από τις παλαιότερες καταγεγραμμένες παρουσίες ξενόγλωσσου επωνύμου στην Πάρο κατά την περίοδο της βενετικής και οθωμανικής κυριαρχίας. Η μορφή του επωνύμου παραπέμπει σε δυτική, πιθανότατα ιταλική ή βενετική προέλευση, γεγονός που συνδέεται με την παρουσία λατινοκαθολικών οικογενειών και βενετικών επιρροών στις Κυκλάδες.

Η παλαιότερη γνωστή αναφορά του επωνύμου εντοπίζεται το 1672, σε ένα σημαντικό έγγραφο της παριανής κοινωνίας. Πρόκειται για αίτημα των κατοίκων της Πάρου προς τον Jacques Dinet, προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας της Καθολικής Εκκλησίας, με το οποίο ζητούσαν την αποστολή πατέρων της Εταιρείας του Ιησού (Ιησουιτών) στο νησί, ώστε να προσφέρουν πνευματική και κοινωνική βοήθεια στους κατοίκους.

Το έγγραφο υπογράφεται από σημαντικούς εκπροσώπους της παριανής κοινωνίας, τόσο ορθοδόξους όσο και καθολικούς, γεγονός που αποκαλύπτει τη σύνθετη θρησκευτική και πολιτισμική πραγματικότητα της Πάρου τον 17ο αιώνα.

Μεταξύ των υπογραφόντων αναφέρεται ο Zuanne Vicerano (Ιωάννης Vicerano), μαζί με άλλους κατοίκους και εκπροσώπους οικογενειών της Πάρου, όπως οι Ρόζας, Ντοματαίοι, Ρούσσοι, Βιτζαράδες, Λορεντάνοι και άλλες παλαιές παριανές οικογένειες.

Η παρουσία του Zuanne Vicerano στο έγγραφο αυτό δείχνει ότι η οικογένεια είχε ήδη θέση μέσα στην κοινωνία της Πάρου το 1672 και συμμετείχε σε ζητήματα που αφορούσαν την οργάνωση της θρησκευτικής και κοινωνικής ζωής του νησιού.

Το συγκεκριμένο τεκμήριο αποτελεί μέχρι σήμερα την παλαιότερη γνωστή μαρτυρία για το επώνυμο Vicerano στην Πάρο και παράλληλα ένα σημαντικό δείγμα της πολυπολιτισμικής σύνθεσης του νησιού, όπου ελληνικά, βενετικά και καθολικά στοιχεία συνυπήρχαν για πολλούς αιώνες.

–1672. Σε αίτημα των παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας Πατέρα της Καθολικής Εκκλησίας  Jacques Dinet για να ζητήσουν πατέρες της καθολικής εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο.

«Αιδεσιμώτατε λογιώτατε σοφώτατε κύριε κύριε δε και πανοσιώτατε εν χριστώ πάτερ.

Βλέπωντας με καθαρα έργα τα άξια και άγια κατωρθώματα οπού ενεργούσιν οι αιδεσιμώτατοι πατέρες εκ της συντροφίας του Ιησού εις όλα τα μέρη του κόσμου και μερικά εις τα σύνορα μας νησιά του αρχιπελάγους, όπου όσαν τους άλλους τόπους και μέρη της οικουμένης όπου κατοικούσαν, όλοι οι χριστιανοί φωτίζουντε, ορθώνουστε και θεόπνευστα θρέφονται με τον θεϊκό λόγο και εις πάσα τρόπο βοηθήζοντας σωματικά σε και πνευματικά και ξεχωριστά λαμβάνουσιν βοήθεια και διαφέντευσιν εις κάθατους χρειάν και ανάγκη όπου τους θέλει συνέβη κατά καιρόν δι’ αυτός συλλογιζόμενοι και σιμβαστικός εις μιαν γνώμη μερικά εις αυτό ενωμένοι, ημείς οι απογεγραμμένοι ιερείς προεστοί πολίτες και κατοικούμενοι εν τη νήσω Πάρος θεωρώντας ταις χρείαις και καθημερινές ανάγκες όπου μας συμβαίνουν, χρειάζοντας την βοήθεια δια φεντευσιν και μεσύτιαν των αιδεσιμωτάτων αυτών πατέρων.

Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας, ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ ενδόξου συντροφιάς υου ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον μας πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την επιστήμην δια τους μεταγεναστέρους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος αλλο δεν είναι εις όλα τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται ούος παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας δια τους οικτιρμούς του θεού και σωτήρος ημών ιησού χριστού να μην εστερηθούμεν από την χάριν όπου της ζητούμεν μάλιστα ως θαρρετά την ελπίζωμεν έτσι να την απολαύσωμεν κατά την ευλάβειά μας εις δόξαν κυρίου απομήνοντας κρατημένοι να παρακαλέσωμεν τον πανελεόν μας θεό να στερεώσει την πανοσιώτη σας πάσαν λογίς χάριν και αγιωσύνην ώστε να ευρεθεί εις το στερέωμα της παντοτινής δόξης του παραδ΄σου όθεν διά βέβαιον απογράφομεν εκ χειρός μας και βάνωμεν και την βούλαν της κυρίας θεοτόκου και μεσήτριας, ονοματισμένη παναγία καταπολιανή κατά το παλαιόν σνήθη και όλοι η κοινώτης με ταπεινήν προσκύνησιν φιλούμεν την αγίαν της δεξιάν»

Πάρος: εν έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29) εις το παλαιόν: + Ταπεινός Μητροπολίτης Παροναξίας Μελέτιος.

Το πιο πάνω αίτημα υπογράφουν χριστιανοί, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατοίκων της Νάουσας και της Παροικιάς μεταξύ άλλων ο Mario Dhiomatero (Ντοματαίος), ο Bartolo Rozza (Ρόζας) ο Ιωάννης Νταμουλής, ο παπά Μάρκος Νταμίας (Δαμίας), ο Ιερεύς Ελευθέριος Λουρδάς (Λορεντάνο), Ιάκωβος Ρούσσος και ο Cortanti Davitdi.

Ο Χρύσανθος Σακελλάριος Παροικιάς, Νικόλαος ιερεύς πρωτοπαπάς Παροικιάς, ο ιερέας Χρύσανθος Βυτζαράς, ο ιερέας Πέτρος Μπουλαξής, ο παπα Φρατζέσκος Βητζαράς, ο ιερεύς Μιχαήλ Αλισάγης, ο ιερέας Μένεγος Κανάκης, ο παπα Ιωάννης Γαλανός, ο Γεώργης Σπιρίδος, ο παπα Δημήτριος Μαλατέστας, ο παπα Μιχαήλ Κονταράτος, ο Νικολός Πρωτόδικος, ο Τζουάνες Σκληρός, ο Νικολός Κοντίλης, ο Μιχαήλ Βιτζαράς, ο Μανώλης Αλησάφης, ο Νικολός Κοτίλης (Κονδύλης), ο Αντώνης Αλλησάφης, ο Γεώργης Μαυρομάτης, ο Zuanne Girardi (Τζουάνες Γεράρδης), ο Zuanne Vicerano, ο Γεώργης Τακορώνιας (Δακορώνιας), ο Benetto Strari

 

Για τα οικόσημα βλέπε εδώ…

5 σχόλια:

  1. Η οικογένεια Βλάχου του Κώστου έχει καταγωγή από το χωριό Μεγαλοχώρι (ή αλλιώς Μεγάλο Χωριό) της Σαντορίνης. Ο πρόγονος πάππους τους ήταν Μεγαλοχωριανός, ο οποίος εγκαταστάθηκε μόνιμα στον Κώστο όταν έφυγε οριστικά από την γενέτειρα του Σαντορίνη σε νεαρή ηλικία στα τέλη του 19ου αιώνα για προσωπικούς του λόγους.
    Ο καθηγητής Νίκος Αλιπράντης, είχε γράψει 2 βιβλία με τίτλο "Γενεαλογικά της Σαντορίνης" τα οποία είχε εκδόσει η εφημερίδα "Θηραϊκά Νέα". Στον Α τόμο, αναφέρεται όλο το ιστορικό της οικογενείας Βλάχου της Σαντορίνης, ρίζα και καταγωγή.
    Αν κάνετε μια επίσκεψη στο Κώστο και συναντήσετε τα εγγόνια του, θα σας δώσουν περισσότερες πληροφορίες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σας ευχαριστώ πολύ για τις πληροφορίες σας

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ο πρόγονος παππούς της οικογένειας Βλάχου του Κωστου λεγόταν Νικολός Βλάχος. Ήταν απο το Μεγαλοχώρι της Σαντορίνης. Οταν χήρεψε σε νεαρή ηλικία, εγκατέλειψε το νησί του παίρνοντας μαζί του τα 3 ανήλικα τέκνα του κι εγκαταστάθηκε μονιμα στον Κωστο της Πάρου. Τα 3 ανηλικα παιδιά του λέγονταν Πέτρος, Μιχαλιος κι Ειρήνη τα οποια μεγάλωσαν κι έζησαν στον Κωστο. Οταν τα παιδια του παντρευτηκαν κι εκαναν τις δικες τους οικογενειες, ο Νικολος Βλαχος εγινε μοναχος. Η οικογένεια Βλάχου του Κωστου σήμερα, αποτελειται απο τα παιδιά κι τα εγγόνια του Μιχαλιου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ο Νικολός Βλάχος όταν έγινε μοναχός πήρε το όνομα Νικόδημος. Αρχικά ηταν στο μοναστήρι της Λογγοβάρδας, επι εποχής γέροντος Φιλόθεου, κι εν συνέχεια πήγε στο μοναστήρι του Αγ.Γεωργίου μέχρι το τέλος της ζωής του. Τα οστά του βρίσκονται στο μοναστήρι του Αγ.Γεωργιου. Απο τα 3 παιδιά του, μονο ο Μιχαλιος απέκτησε παιδιά. Ο Πέτρος κι η Ειρήνη δεν απέκτησαν παιδιά. Για αυτο και η οικογένεια Βλάχου σήμερα στον Κωστο είναι τα παιδιά κι τα εγγόνια του Μιχαλιου.

      Διαγραφή
  4. Ο Μιχαλιός Βλάχος (ο γιός του Νικολού από το Μεγαλοχώρι) παντρεύτηκε την Παρασκευή Γαβαλά. Έκαναν τη Μαρία,το Γιώργο,την Καλλιόπη,τον Νίκο,την Ιωάννα,το Θανάση,την Κατίνα κι την Αναστασία. Παριανούς παντρεύτηκαν μόνο ο Γιώργος, η Καλλιόπη κι η Κατίνα. Τα άλλα παιδιά του Μιχαλιού παντρεύτηκαν στην Αθήνα μη Παριανούς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Αλφαβητικός κατάλογος επιθέτων