Αλφαβητικός κατάλογος επιθέτων

Α, Β, Γ&G, Δ & D, Ε, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ &C&Q, Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο, Π, Ρ, Σ, Τ, Υ, Φ, Χ, Ψ, Ω

*Η ορθογραφία που είναι από αποσπάσματα παλιών εγγράφων παραμένει όπως είναι στο πρωτότυπο.

Ονοματολογία και οικοσημολογία περί Πάρου

Την εποχή της παγκοσμιοποίησης και της ισοπέδωσης γεγονότων και ιδεών, κρατών και λαών, η γενεαλογική έρευνα σαν ιστορική και κοινωνιολογική επιστήμη παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη δημοτικότητα σε πολλές χώρες του κόσμου. Οι άνθρωποι δείχνουν ενδιαφέρον για την φυλετική τους καταγωγή, την εθνική του καταγωγή, τις οικογενειακές τους ρίζες και γενικά για τους προγόνους τους. Στην αναζωπύρωση αυτού του ενδιαφέροντος συντέλεσε και η δημιουργία πολυεθνικών κρατών (ΗΠΑ, Αυστραλία) που εμφανίστηκαν τους τελευταίους δύο αιώνες και τα ισχυρά μεταναστευτικά ρεύματα που ακολούθησαν αυτούς τους αιώνες.

Η ενασχόληση και η έρευνα για την γενεαλογία και τα οικόσημα είναι μια ευγενής πολιτιστική πράξη. Οι πηγές για την καταγωγή των οικογενειών μας επιθέτων είναι τα ιστορικά αρχεία των δημοσίων αρχών και ιδιωτικές συλλογές. Μέσα στις δημοτικές βιβλιοθήκες, ιστορικά αρχεία, εκκλησιαστικά αρχεία μπορούμε να βρούμε έγγραφα, προικοσύμφωνα, νοταριακές πράξεις, μητρώα, τα οποία σηματοδοτούν την καταγωγή μας. Τα εκάστοτε μαρμάρινα οικόσημα, είναι εντοιχισμένα σε οικίες, εκκλησίες, κοιμητήρια, αποτελούν και αυτά μέρος των πηγών αναδεικνύοντας τα σύμβολα των οικογενειακών μας επιθέτων.

Οι πρώτοι και οι πιο σημαντικοί ερευνητές ονοματολογίας στην Ελλάδα υπήρξαν οι Ν. Ανδριώτης και Α. Σιγάλας τον 19ο αιώνα και ο Μ. Τριανταφυλλίδης και Μ. Χατζιδάκης, Χρυς. Τσικριτσή-Κατσιανάκη τον 20ο αιώνα. Έρευνα για τα οικόσημα της Πάρου και αντίστοιχες δημιουργίες έχουν κάνει ο καθηγητής Νίκος Αλιπράντης, ο αρχαιολόγος-αρχιτέκτονας Αναστάσιος Ορλάνδος ο λαογράφος Ζαχαρίας Στέλλας, όπως φυσικά και ο φίλος και πολύτιμος συνεργάτης του blog Ιωάννης Βασιλειόπουλος. Σημειώνουμε ακόμα και τους ξένους Μεσαιωνιστές ιστοριοδίφες όπως ο Γερμανός Κ. Χοπφ, οι Άγγλοι Ο. Μίλλερ και Φ.Ο. Χασλουκ, ο Γάλλος Α. Μπισόν και ο Ολλανδός Β. Σλότ.

Η τοπική ονοματολογία και τα επίθετα της Πάρου χωρίζονται σε ομάδες.

Προέλευση - Καταγωγή

1. Ελληνικά – Παλαιοβυζαντινά βυζαντινά π.χ Αγαλλιανός, Αργυρόπουλος, Αρχολέως, Αλισαφής (πριν το 1204).

2. Φράγκικα - Δυτικά κυρίως Ισπανικά, Ιταλικά και Λοβαρδοβενέτικα π.χ. Κουαρτάνος, Τσιγώνιας, Αλιφιέρης, Αλιπράντης (μετά το 1204). Οι Φράγκοι κατέλαβαν την Πάρο το 1207 και προς ασφάλεια έκτισαν κάστρο στην Παροικιά και αργότερα στη Νάουσα και στα χωριά του Κεφάλου. Οι Παριανοί κατά ένα μεγάλο ποσοστό έχουν Ενετικά-Δυτικά επώνυμα αυτό οφείλεται.

α) στην Βενετοκρατούμενη Πάρο για πάνω απο 3 αιώνες κατα τον μεσαίωνα όπου πολλοί δυτικοί αποίκησαν.

β) μετά τον πόλεμο στην Κρήτη μεταξύ Κρητων, Κρητοβενετών εναντίων των Οθωμανών και νίκη των τελευταίων, πολλοί Κρητοβενετοί κατέφυγαν στις Κυκλάδες

Τα οικογενειακά ονόματα Ενετικής προέλευσης προέρχονται

α) από αναγνωρισμένα και υιοθετημένα νόθα παιδιά των Ενετών,

β) από μικτούς γάμους,

γ) από εξελληνισμένους Βενετούς, που λόγω πτώχευσης έχασαν πρώτα την ευγένειά τους και ύστερα το εθνικό τους φρόνημα,

δ) από βενετικά βαφτιστικά και

ε) πιθανόν και μερικά να προέρχονται από ονόματα Βενετών που επικράτησαν ως παρωνύμια για λόγους σκωπτικούς.

3. Μεταγενέστερα της άλωσης του Μωριά από τους Οθωμανούς και μετά την αποτυχημένη επανάσταση του Ορλόφ. Σε αυτή τη περίοδο κατέφευγαν στις Κυκλάδες πολλές οικογένειες του Μωριά. π.χ. Τριπολιτσιώτης, Δημητρακόπουλος, Μωραΐτης, Αναγνωστόπουλος, Ζησημόπουλος, Γραμματικόπουλος κ.α.

4. Πρόσφυγες. Αρκετοί και οι πρόσφυγες κυρίως από τα Παράλια της Μικράς Ασίας αλλά και απο τα Νησιά του Ανατολικού Αιγαίου μετά τον 19ο αιώνα. Τρία τα μεγάλα κύματα προσφύγων, το 1814 από τα Παράλια, το 1822-24 από Νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και το 1922 πάλι από τα παράλια της Μικράς Ασίας που έμελε να είναι και το τελειωτικό χτύπημα για τον Ελληνισμό της περιοχής.

Κατηγορίες

Εθνικά ή Πατριδωνυμικά-Toπωνυμιακά. Οικογενειακά ονόματα εννοούμε τα ονόματα εκείνα που φανερώνουν τον τόπο όπου ξενοδούλεψε και έζησε ο παρονομασμένος: Πολίτης από την Πόλη, ή πολύ συχνότερα τον τόπο απ’ όπου ήρθε, το χωριό απ’ όπου μετοίκησε. Οι καταλήξεις των πατριδωνυμικών που ακούμε στην Πάρο είναι οι: -αίος, ήτης, -ίτης, -ιος, -ιώτης. Μεταγενέστερες και νεότερες: -αϊτης, -ιάτης, -άνος, -ηνός, -ινός, -(ια)κός.

Επάγγελμα-παρατσούκλι, όπως π.χ. Ράπτης, Μυλωνάς, Χασούρης, Καρποδίνης, Ακάλεστος, Γαλανός, Μαούνης, Μαλαματένιος, κ.α.

Βαπτιστικά, όπως Δημητρίου, Γεωργίου, ή Παυλάκης, Γιαννάκης κ.α.

Αλφαβητικός κατάλογος επιθέτων

Α, Β, Γ, Δ & D, Ε, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ & Q, Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο, Π, Ρ, Σ, Τ, Υ, Φ, Χ, Ψ, Ω


*Η ορθογραφία που είναι από αποσπάσματα σε παλιά έγγραφα παραμένει όπως είναι στο πρωτότυπο.

Παριανά επίθετα Σ και S

άςΓια οικόσημα βλέπε εδώ

Σ

Σαγδερός: Βλέπε Σαγκρέδος ή Σαγρέδος.

 

Σαγκρεντός ή Σαγκρέδος ή Σαγρέδος ή Σαγδερός: είναι διαφορετικές μορφές του ίδιου επωνύμου, το οποίο συνδέεται με τον παλαιό βενετικό οίκο Sagredo, οικογένεια πατρικίων της Βενετίας με σημαντική παρουσία στα βενετοκρατούμενα εδάφη της Ανατολικής Μεσογείου. Το επώνυμο απαντά σε λατινικές και ιταλικές μορφές ήδη από τον Μεσαίωνα, ενώ στην Κρήτη καταγράφεται από τον 13ο αιώνα με τύπους όπως Sacreto, Segreto, Sagredo, Sagreto, Σαγρέδος, Σεγρέδος, Σεκρέτος και Σακρέτος. Απαντά επίσης σε παράγωγες μορφές, όπως Σαγρεδάκης και Σεγρεδάκης.

Η οικογένεια Sagredo ανήκε στους σημαντικούς πατρικίους της Βενετίας και ανέδειξε, μεταξύ άλλων, δόγη της Βενετίας, καθώς και πρόσωπα που κατείχαν ανώτατα διοικητικά αξιώματα στις βενετικές κτήσεις της Ανατολής. Μεταξύ των γνωστών μελών της οικογένειας αναφέρεται ο Zuane Sagredo, ο οποίος συνδέεται με τη διοίκηση της Κρήτης στις αρχές του 17ου αιώνα.

Η παρουσία του επωνύμου στην Κρήτη

Η παρουσία του οίκου Sagredo στην Κρήτη είναι παλαιά. Ήδη το 1268 αναφέρεται μεταξύ των συμβούλων της Κρήτης ο Ιωάννης Sacreto ή Segreto. Το 1434 μνημονεύεται ο Albano Sagredo, Recteur de la Canee (Ρέκτορας Χανίων), ενώ το 1570 ο Hieronimo Sagredo ως Ρέκτορας Ρεθύμνου. Το 1583 αναφέρεται ο Ιωάννης Sagredo του Μάρκου μεταξύ των ευγενών του Ηρακλείου και των φεουδαρχών της υπαίθρου, καθώς και οι αλυκές του Μάρκου Sagredo.

Κατά τον 17ο αιώνα, το επώνυμο εξακολουθεί να απαντά σε σημαντικές θέσεις: το 1608 ο Νικολό Sagredo ως Γενικός Προβλεπτής και το 1611 ο Τζουάνε Σαγκρέντο ως δικαστής. Στον κατάλογο του Trivan (1644) οι Sagredo καταγράφονται μεταξύ των Cittadini di Candia.

Μετά την άλωση του Χάνδακα το 1669, μέλη της οικογένειας κατέφυγαν στα Επτάνησα. Μεταξύ αυτών ήταν ο Εμμανουήλ Σαγρέδος, αριστοκράτης που εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Ζάκυνθο και εγγράφηκε στη Χρυσή Βίβλο των ευγενών το 1670.

Ο Μπερνάρντο Σαγκρέδος και η Πάρος

Η σύνδεση του οίκου Sagredo με την Πάρο είναι ιδιαίτερα σημαντική. Το 1531, μετά τον θάνατο του Νικολό Β΄ Βενιέρη, αναγνωρίστηκε ως κληρονόμος η αδελφή του Καικιλία Βενιέρη, σύζυγος του Βενετού Βερνάρδου (Μπερνάρντο) Σαγκρέδου.

Ο γάμος αυτός έφερε τον Σαγκρέδο στην κορυφή της πολιτικής ζωής της Πάρου. Η Καικιλία Βενιέρη και ο Βερνάρδος Σαγκρέδος θεωρούνται οι τελευταίοι Βενετοί ηγεμόνες του νησιού και συνδέονται με την τελευταία περίοδο της βενετικής κυριαρχίας στην Πάρο.

Το 1535, ο Βερνάρδος Σαγκρέδος ανέλαβε ουσιαστικά τη διοίκηση της Πάρου και βρέθηκε αντιμέτωπος με μία από τις σημαντικότερες δοκιμασίες στην ιστορία του νησιού.

Η επίθεση του Μπαρμπαρόσα το 1537

Το 1537, ο οθωμανικός στόλος υπό τον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα επιτέθηκε στην Πάρο. Ο Βερνάρδος Σαγκρέδος αντιστάθηκε αρχικά στη Νάουσα και στη συνέχεια κατέφυγε με τις δυνάμεις του στο κάστρο του Κεφάλου, όπου οργανώθηκε η τελευταία μεγάλη αντίσταση της βενετικής διοίκησης της Πάρου.

Η πολιορκία και η κατάληψη του Κεφάλου το 1537 αποτέλεσαν το τέλος της βενετικής κυριαρχίας στο νησί. Η οικογένεια του Βερνάρδου Σαγκρέδου συνδέθηκε έτσι με μία από τις τελευταίες και ηρωικότερες σελίδες της βενετικής περιόδου της Πάρου.

Μέλος της οικογένειας του βαρόνου Βερνάρδου Σαγκρέδου ενταφιάστηκε στον Άγιο Γεώργιο των Καθολικών, γεγονός που αποτελεί μία ακόμη ένδειξη της παρουσίας και της κοινωνικής θέσης της οικογένειας στην Πάρο κατά τον 16ο αιώνα.

Το 1540, ο Βερνάρδος Σαγκρέδος επιχείρησε να ανακτήσει την Πάρο, η οποία είχε πλέον περάσει υπό οθωμανική κυριαρχία. Η προσπάθεια δεν ευοδώθηκε και, με τη συνθήκη του 1540, το νησί παρέμεινε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Από το Σαγκρέδο στο Σαγδερός

Με την πάροδο των αιώνων το επώνυμο εξελίχθηκε φωνητικά και ορθογραφικά στον ελληνικό χώρο. Από τον τύπο Σαγρέδος προέκυψε ο τύπος Σαγδέρος και στη συνέχεια Σαγδερός, πιθανότατα μέσα από μετάθεση των συμφώνων και μετατόπιση του τόνου:

Σαγρέδος → Σαγδέρος → Σαγδερός.

Ο τύπος Σαγδερός απαντά από τον 18ο αιώνα και εξής στην Πάρο και συνδέεται πλέον με ελληνόφωνη παριανή οικογένεια.

Η οικογένεια Σαγδερού στην Παροικιά

Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο τεκμηριώνεται με ιδιαίτερη πυκνότητα στα πρακτικά του κοινού της Παροικιάς κατά τον 18ο αιώνα.

Κεντρικό πρόσωπο είναι ο παπά Νικόλαος Σαγδερός, ο οποίος εμφανίζεται επανειλημμένα σε πρακτικά και αποφάσεις του κοινού της Παροικιάς, γεγονός που δείχνει ότι δεν επρόκειτο για περιθωριακή οικογένεια, αλλά για πρόσωπο με ενεργό συμμετοχή στα κοινοτικά πράγματα του νησιού.

Στις 28 Ιανουαρίου 1730, σε πρακτικό εκλογής απεσταλμένου του κοινού της Παροικιάς προς την Κωνσταντινούπολη, αναφέρεται ο παπά Νικόλαος Σαγδερός. Την ίδια χρονιά, στις 26 Ιουλίου 1730, το όνομά του καταγράφεται σε πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης για την πώληση του φόρου της δεκάτης του κοινού της Παροικιάς.

Ο ίδιος αναφέρεται εκ νέου το 1732, το 1733, το 1737 και το 1738 σε πρακτικά εκλογής και συγκρότησης κοινοτικών επιτροπών. Το 1734, παράλληλα με τον παπά Νικόλαο Σαγδερό, αναφέρεται και ο παπά Σπύρος Σαγρέδος, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς αποδεικνύει ότι κατά την ίδια περίοδο συνυπήρχαν στην Πάρο διαφορετικές μορφές του επωνύμου.

Η παρουσία του παπά Νικολάου Σαγδερού συνεχίζεται και κατά τα επόμενα χρόνια. Το 1738 υπογράφει, μαζί με άλλους Παρίους, μαρτυρία υπεράσπισης του συμπατριώτη τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά. Το 1739 συμμετέχει στην εκλογή κοινοτικών επιστατών του ναού της Εκατονταπυλιανής, ενώ το ίδιο έτος συνυπογράφει πρόσκληση προς τους ξενιτεμένους Παρίους να επιστρέψουν στο νησί.

Το 1741 αναφέρεται στην εκλογή προβλεπτών για τη λήψη υγειονομικών μέτρων, ενώ στις 20 Ιουλίου του ίδιου έτους υπογράφει μαζί με άλλους εκπροσώπους των κοινοτήτων της Πάρου επιστολή υπεράσπισης του συμπατριώτη τους άρχοντα Νικόλαου Μαυρογένη.

Το 1743 αναφέρεται εκ νέου ως επίτροπος και προβλεπτής, ενώ το 1744 καταγράφεται ως ιερεύς Νικόλαος Σαγδερός σε πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς.

Ένα επώνυμο με μακρά διαδρομή

Η ιστορία του επωνύμου Σαγκρέντος – Σαγκρέδος – Σαγρέδος – Σαγδερός παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ιστορία της Πάρου, καθώς συνδέει δύο διαφορετικές ιστορικές πραγματικότητες: τον βενετικό κόσμο των πατρικίων και τη μεταγενέστερη κοινωνία της παριανής κοινότητας.

Από τον Βερνάρδο Σαγκρέδο, που συνδέθηκε με την τελευταία φάση της βενετικής διοίκησης της Πάρου και την αντίσταση κατά του Μπαρμπαρόσα το 1537, μέχρι τον παπά Νικόλαο Σαγδερό, ο οποίος έναν αιώνα και πλέον αργότερα συμμετείχε ενεργά στα κοινοτικά πράγματα της Παροικιάς, το επώνυμο εμφανίζεται σε διαφορετικές μορφές και σε διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το γεγονός ότι το επώνυμο μαρτυρείται μέχρι σήμερα στη Σίκινο, στοιχείο που δείχνει ότι η γεωγραφική παρουσία του ονόματος δεν περιορίστηκε στην Πάρο, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο δίκτυο μετακινήσεων και συγγενικών ή κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των Κυκλάδων.

Η ακριβής γενεαλογική σύνδεση ανάμεσα στον βενετικό οίκο Sagredo του 16ου αιώνα και στους μεταγενέστερους Παρίους Σαγδερούς χρειάζεται, ωστόσο, να τεκμηριωθεί με συγκεκριμένα ενδιάμεσα αρχειακά στοιχεία και δεν πρέπει να θεωρηθεί δεδομένη μόνο από την ομοιότητα του επωνύμου. Η συνέχεια του ονόματος είναι τεκμηριωμένη· η άμεση γενεαλογική συνέχεια των δύο κλάδων αποτελεί ξεχωριστό ερευνητικό ζήτημα.

–1531. Το 1531, μετά το θάνατο του Βενιέρη, αναγνωρίζεται κληρονόμος η αδερφή του Βενιέρη Καικιλία, σύζυγος του βενετού Βερνάρδου Σαγκρέδου, ο οποίος και ήταν ο τελευταίος από τους Φράγκους δούκες του νησιού.

–1535. Η Καικιλία (αδερφή του Νικολό Β’ Βενιέρη) και ο Βερνάρδος Σαγκρέδος, τελευταίοι Βενετοί ηγεμόνες της Πάρου και υπερασπιστές του κάστρου του Κεφάλου, όπου γράφτηκε η τελευταία ηρωική σελίδα της Ενετοκρατίας στην Πάρο το 1537.

–1537. Το 1537, το νησί ανήκε στη Σερίλια Βενιέρη, που είχε παντρευτεί τον Μπερνάρ Σαγκρέντο. Ήταν η χρονιά που ο Μπαρμπαρόσα επιτέθηκε στην Πάρο, αντιμετωπίζοντας ισχυρή αντίσταση από τον Σαγκρέντο. Είναι ο τελευταίος Βενετός δούκας που υπερασπίστηκε το δουκάτο του στη Νάουσα και ύστερα στο κάστρο του Κεφάλου από την επίθεση του Ναυάρχου του Τουρκικού στόλου Μπαρμπαρόσα το 1537. Μέλος της οικογένειας του βαρώνου Βενάρδου (Μπερναρ) Σαγκρέντου ενταφιάστηκε στο εσωτερικό του Αγίου Γεωργίου των καθολικών.

–1540. Ο Βαρόνος της Πάρου Μπερνάρντο Σαγκρέντο προσπάθησε να ανακτήσει το χαμένο νησί του που το διοικούσε από το 1535 με προσφορά φόρου (υποτελείας), αυτό παρέμεινε στον Σουλτάνο μετά τη συνθήκη του 1540.

–1730. Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου του κοινού της Παροικιάς στην Κωνσταντινούπολης στις 28 Ιανουαρίου 1730 μαρτυρείται ο παπά Νικόλαος Σαγδερός.

–Σε πρακτικό πωλήσεως του φόρου της δεκάτης του κοινού Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, της 26 Ιουλίου 1730 μαρτυρείται ο παπά Νικόλαος Σαγδερός.

–1732. Πρακτικό εξουσιοδοτήσεως απεσταλμένου του κοινού Παροικιάς, κατά τη Γενική Συνέλευση στις 17 Ιανουαρίου 1732 αναφέρεται ο παπά Νικόλαος Σαγδερός.

 –1733. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4 Ιανουαρίου 1733, αναφέρεται ο παπά Νικολός Σαγδερός.

–1734. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 18 Ιανουαρίου 1734, αναφέρεται ο παπά Σπύρος Σαγρέδος.

–1734. Στις 24 Φεβρουαρίου 1734, οι προεστοί και επίτροποι του κοινού Παροικιάς Πάρου, με συστατικό γράμμα βεβαιώνουν ότι ο κάτοικος του νησιού τους, γαλλικής καταγωγής, Γιόζε Ντάλες, δια της βίας και παρά τη θέλησή του συνεργάστηκε με ξένους πειρατές, ένας εκ αυτών είναι ο παπά Νικόλαος Σαγδερός.

–1737. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς την 1η Μαρτίου 1737 αναφέρεται ο παπά Νικόλαος Σαγδερός.

–1738. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς τον Μάρτιο του 1738 αναφέρεται ο παπά Νικόλαος Σαγδερός.

–1738. Μαρτυρία υπερασπίσεως συμπατριώτη τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά (για αντίδραση στην συγκέντρωση της φορολογίας), κατά τη Γενική Συνέλευση από τα κοινά της Πάρου, της 16 Ιουλίου 1738, υπογράφει ο παπά Νικόλαος Σαγδερός.

–1739. Πρακτικό εκλογής κοινοτικών επιστατών του ναού της Εκατονταπυλιανής σε Γενική Συνέλευση του κοινού της Παροικιάς στις 10 Μαρτίου 1739 αναγράφεται ο παπά Νικόλαος Σαγδερός.

–1739. Πρόσκληση επιστροφής προς τους ξενιτεμένους Παρίους στις 30 Αυγούστου 1739, υπογράφεται και από τον παπά Νικόλαος Σαγδερός.

–1741. Εκλογή προβλεπτών υγειονομικών μέτρων από το κοινό Παροικιάς Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της 2 Μαΐου 1741, υπογράφει και ο Νικόλαος ιερεύς Σαγδερός.

–1741. Τα κοινά της Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της 20 Ιουλίου 1741, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους άρχοντα Νικόλαου Μαυρογένη, εναντίων των συκοφαντών κατοίκων της Νάξου, οι οποίοι τον κατηγορούν για συνεργασία με τους πειρατές, υπογράφει και ο παπά Νικολός Σαγδερός.

–1743. Εκλογή κατά τη Γενική Συνέλευση «επιτρόπου και προβλέπτη» απεσταλμένου από τα κοινά της Πάρου, στις 20 Φεβρουαρίου 1743 αναφέρεται ο παπά Νικόλαος Σαγδερός.

–1744. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 28 Μαρτίου του 1744 αναφέρεται ο ιερεύς Νικόλαος Σαγδερός.

 

Σαγκρέδος: βλέπε Σαγκρέντος.

 

Σαγκριώτης ή Σαγριώτης ή Σακριώτης: Πατριδωνυμικό επώνυμο, δηλαδή επώνυμο που δηλώνει τον τόπο καταγωγής του αρχικού φορέα. Προέρχεται από το Σαγκρί της Νάξου και δηλώνει «ο καταγόμενος από το Σαγκρί». Στο Σαγκρί της Νάξου απαντά το επώνυμο Ξενάκης, με το οποίο συνδέεται η συγκεκριμένη αναφορά στην προέλευση του ονόματος.

Δεν πρέπει, ωστόσο, να συγχέεται με τη γνωστή οικογένεια Ξενάκη των Λευκών της Πάρου, η οποία έχει κρητική καταγωγή και εμφανίζεται στις παριανές πηγές από τα μέσα του 19ου αιώνα και εξής. Πρόκειται για διαφορετική οικογένεια, χωρίς τεκμηριωμένη σχέση με τους Σαγκριώτες.

Πατριάρχης του παριανού κλάδου θεωρείται ο Αντώνιος Σαγκριώτης. Η οικογένεια ανέδειξε στη Νάουσα ναυτικούς, τηλεγραφητές, ανθρώπους των γραμμάτων και κοινοτικούς παράγοντες. Το επώνυμο μαρτυρείται μέχρι σήμερα στη Νάουσα.

Η παλαιότερη γνωστή μαρτυρία είναι του 1725, όταν σε προικοσύμφωνο του Αντώνη Σαγκριώτη και της Τζάννας Καρποδίνη, στη Νάουσα στις 27 Νοεμβρίου, αναφέρεται η θέση «της Κάτω Ρούγας». Το 1755, ο Αντώνης Σαγριώτης καταγράφεται σε Γενική Συνέλευση του κοινού της Πάρου ως απεσταλμένος στην Κωνσταντινούπολη.

Το 1822, σε προικοσύμφωνο του Μανόλη Σαγκριώτη και της Μαθουλιάς Βλάση, αναφέρεται η Νάουσα και καταγράφεται η προίκα της νύφης, μεταξύ άλλων τρεις εικόνες: του Αγίου Νικολάου, του Μεγάλου Ταξιάρχη και της Αγίας Αικατερίνης (ΓΑΚ, Κωδ. 213, 3v).

Το 1830, έγγραφο της Νάουσας αναφέρει χωράφι του Μανώλη Δημητρίου Σαγριώτη στην Κουρέπα, άνωθεν των Λιβαδιών. Η παρουσία της οικογένειας επιβεβαιώνεται στους εκλογικούς καταλόγους της Νάουσας του 1843 και 1844, όπου αναφέρεται ο γεωργός Μανώλης Σαγκριώτης.

Στους εκλογικούς καταλόγους της Νάουσας του 1883 και 1885 καταγράφονται πολλά μέλη της οικογένειας, μεταξύ των οποίων γεωργοί, κτηματίες, εργάτες, φοιτητές, στρατιωτικοί και τηλεγραφητής. Η παρουσία διαφορετικών επαγγελματικών κατηγοριών δείχνει την κοινωνική και επαγγελματική διεύρυνση της οικογένειας στη Νάουσα.

Ιδιαίτερη θέση κατέχει ο Εμμανουήλ Σαγκριώτης (1857–1937), Ναουσαίος γυμνασιάρχης.

Το 1897, ο Νικόλαος Δημ. Σαγκριώτης, γόνος της οικογένειας και φοιτητής της Νομικής, υπηρέτησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στην Ήπειρο κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Ασθένησε από την καταπόνηση και πέθανε το ίδιο έτος στη Νάουσα.

Το 1911, ο Ιωάννης Δημ. Σαγριώτης αναφέρεται ως τηλεγραφικός υπάλληλος στα Μέγαρα, ενώ η οικογένεια συνέχισε να αναδεικνύει στελέχη σε διάφορα επαγγέλματα.

Η παρουσία των Σαγκριωτών στη Νάουσα συνεχίζεται και κατά τον 20ό αιώνα. Το 1931 γεννιέται ο μετέπειτα ναυτικός Εμμανουήλ Σαγκριώτης του Δημητρίου.

Στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας της 30ής Απριλίου 1946 καταγράφονται ο Ζαννής Σαγκριώτης, ο επιπλοποιός Ιωάννης Σαγκριώτης, ο κοινοτικός γραμματέας Γεώργιος Σαγκριώτης, ο τηλεγραφητής Αντώνιος Σαγκριώτης και ο ναυτικός Νικόλαος Σακριώτης. Η παρουσία της οικογένειας επιβεβαιώνεται και στους εκλογικούς καταλόγους του 1950 και 1952.

Οι μορφές Σαγκριώτης, Σαγριώτης και Σακριώτης απαντούν παράλληλα στα παριανά τεκμήρια. Από τον Αντώνιο Σαγκριώτη του 1725 μέχρι τους Σαγκριώτες και Σακριώτες των εκλογικών καταλόγων του 20ού αιώνα, τεκμηριώνεται μια μακρά και συνεχή παρουσία της οικογένειας στη Νάουσα της Πάρου, η οποία μαρτυρείται μέχρι σήμερα.

–1725. Προικοσύμφωνο Αντώνη Σαγκριώτη και Τζάννας Καρποδίνη (Νάουσα 27 Νοεμ. 1725) «εν τη θέσει της Κάτω Ρούγας».

–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου 1755 μαρτυρείται ο Αντώνης Σαγριώτης.

–1792. Γεννιέται το 1792 ο Ιωάννης Σαγκριώτης. Σύζυγός του η Μαρία και τέκνα τους ο Ζαννής (1821) και ο Δημήτρης (1824).

–1821. Γεννιέται το 1821 ο Ζαννής Σαγκριώτης του Ιωάννη (1792) και της Μαρίας. Σύζυγός του η Αλεξάνδρα και τέκνο τους ο Ιωάννης (1849).

–1822. Προικοσύμφωνο Μανόλη Σαγκριώτη και Μαθουλιάς Βλάση (Νάουσα, 22 Οκτωβρίου 1822). «Ο Μάρκος Βλάσσης δίδει στην κόρη του Μαθουλιά τρείς εικόναις τον Άγιον Νικόλαον, τον Μέγαν Ταξιάρχη και την Αγίαν Αικατερίναν». «Ο Μανώλης Σαγκριώτης δεν προσφέρει εικόνες». (ΓΑΚ. Κωδ.213, 3v).

–1824. Γεννιέται το 1824 ο Δημήτριος Σαγκριώτης του Ιωάννη (1792) και της Μαρίας. Τέκνα του ο Γεώργιος (1852) και ο Εμμανουήλ (1857).

–1830. Έγγραφο Νάουσας, 29 Σεπτεμβρίου 1830 «το χωράφι όπου έχει γονικόν του εις την Κουρέπα άνωθεν των Λιβαδιών πλησίον Μανώλης Δημήτρη Σαγριώτης και υιός του ποτέ οικονόμου Μενδρινού…».

–1843. Σε ονομαστικό κατάλογο των εκλογικών αποτελεσμάτων Νάουσας στις 27 Οκτωβρίου 1843 αναφέρεται ο Μανώλης Σαγκριώτης.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 45χρονος γεωργός Σαγκριώτης Μανώλης.

–1849. Γεννιέται το 1849 ο Ιωάννης Σαγκριώτης του Ζαννή (1821) και της Αλεξάνδρας. Σύζυγός του η Μαριά και τέκνο τους ο Ζαννής (1877).

–1852. Γεννιέται το 1852 ο Γεώργιος Σαγκριώτης του Δημητρίου (1824). Σύζυγός του η Ελένη και τέκνο τους ο Δημήτριος (1884).

–1857. Ναουσαίος γυμνασιάρχης Εμμανουήλ Σαγκριώτης 1857 –1937.

–1877. Γεννιέται το 1877 ο Ζαννής Σαγκτιώτης του Ιωάννη (1849) και της Μαρίας. Σύζυγός του η Αικατερίνη Κανάλε (1883) και τέκνα τους η Παρασκευή (1903), ο Ιωάννης (1905), η Αλεξάνδρα (1910) και ο Νικόλαος (1920).

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Σαγκριώτης Αριστείδης του Εμμανουήλ, 35 ετών, γεωργός από τη Νάουσα, Σαγκριώτης Εμμανουήλ του Δημητρίου, 25 ετών, φοιτητής από τη Νάουσα, Σαγκριώτης Δημήτριος του Εμμανουήλ, ετών 51, κτηματίας από τη Νάουσα, Σαγκριώτης Ιωάννης του Εμμανουήλ, ετών 49, γεωργός από τη Νάουσα, Σαγκριώτης Μάρκος του Εμμανουήλ, ετών 39, εργάτης από τη Νάουσα, Σαγκριώτης Ιωάννης του Δημητρίου, 20 ετών, τηλεγραφητής από τη Νάουσα και ο Σαγκριώτης Γεώργιος του Δημητρίου, 24 ετών, στρατιωτικός από τη Νάουσα.

–1884. Γεννιέται το 1884 ο Δημήτριος Σαγκριώτης του Γεωργίου (1852) και της Ελένης. Σύζυγός του η Ευανθία Νικ. Δαμία (1887). Τέκνα τους ο Γεώργιος (1915), ο Αντώνιος (1918), η Στέλλα (1926) και ο Μανώλης (1928).

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Σαγκριώτης Αριστείδης του Εμμανουήλ, 37 ετών, γεωργός από τη Νάουσα, Σαγκριώτης Εμμανουήλ του Δημητρίου, 27 ετών, φοιτητής από τη Νάουσα, Σαγκριώτης Δημήτριος του Εμμανουήλ, ετών 53, κτηματίας από τη Νάουσα, Σαγκριώτης Ιωάννης του Εμμανουήλ, ετών 51, γεωργός από τη Νάουσα, Σαγκριώτης Μάρκος του Εμμανουήλ, ετών 41, εργάτης από τη Νάουσα, Σαγκριώτης Ιωάννης του Δημητρίου, 22 ετών, τηλεγραφητής από τη Νάουσα και ο Σαγκριώτης Γεώργιος του Δημητρίου, 26 ετών, στρατιωτικός από τη Νάουσα.

–1897. Ο Νικόλαος Δημ. Σαγκριώτης, γόνος επίλεκτης οικογένειας από τη Νάουσα, του κτηματία Δημ. Σαγκριώτου, εγγράφει στην Νομική σχολή του Εθνικού Πανεπιστημίου. Ο ατυχής πόλεμος του 1897 τον βρήκε έφεδρο ανθυπολοχαγό του Πεζικού στην Ήπειρο στο επαναστατικό σώμα του Μάρκου Μπότσαρη. Λόγω καταπόνησης της υγείας του αρρώστησε και πέθανε το ίδιο έτος στη Νάουσα της Πάρου.

–1903. Γεννιέται το 1903 η Παρασκευή Σαγκριώτη του Ζαννή (1877) και της Αικατερίνης. Σύζυγός της ο Νικόλαος Τριπολιτσιώτης και τέκνα τους η Φραγκίσκα και η Αικατερίνη.

–1905. Γεννιέται το 1905 ο Ιωάννης Σαγκριώτης του Ζαννή (1877) και της Αικατερίνης. Σύζυγός του η Γαρυφαλλιά Μπατ. Ρούσσου (1908) και τέκνα τους η Στέλλα (1933), η Μαρία (1935), η Ζαμπέτα (1936), η Αικατερίνη (1938), η Ζαφείρω (1941), ο Ζαννής (1944?), ο Βατίστας (1946) και η Παντελία (1950).

–1910. Γεννιέται το 1910 η Αλεξάνδρα Σαγκριώτη του Ζαννή (1877) και της Αικατερίνης.

–1911 Ιωάννης Δημ. Σαγριώτης από τη Νάουσα, υπηρέτησε ως τηλεγραφικός υπάλληλος στα Μέγαρα.

–1915. Γεννιέται το 1915 ο Γεώργιος Σαγκριώτης του Δημητρίου (1884) και της Ευανθίας. Σύζυγός του η Κυριακή Ι. Μαχαίρα (1916) και τέκνα τους η Εύα (1950) και ο Δημήτρης (1953).

–1918. Γεννιέται το 1918 ο Αντώνιος Σαγκριώτης του Δημητρίου (1887) και της Ευανθίας. Σύζυγός του η Νότα και τέκνο τους η Εύα.

–1920. Γεννιέται το 1920 ο Νικόλαος Σαγκριώτης του Ζαννή (1877) και της Αικατερίνης. Σύζυγός του η Ευαγγελία Σπ. Μπατιστάτου και τέκνα τους ο Ζαννής (1944), η Φιλιώ (1948) και ο Σπύρος (1953).

–1926. Γεννιέται το 1926 η Στέλλα Σαγκριώτη του Δημητρίου (1884) και της Ευανθίας. Σύζυγός της ο Κώστα Τσιρώνης.

–1928. Γεννιέται το 1928 ο Μανώλης Σαγκριώτης του Δημητρίου (1884) και της Ευανθίας. Σύζυγός του η Φωτεινή Μαχαίρα και τέκνα τους ο Δημήτριος και ο Στέλιος.  

–1931. Το 1931 γεννιέται ο μετέπειτα ναυτικός Σαγκριώτης Εμμανουήλ του Δημητρίου.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 72χρονος κάτοικος Νάουσας, Σαγκριώτης Ζαννής του Ιωάννη, εργάτης, ο 41χρονος επιπλοποιός Σαγκριώτης Ιωάννης του Ζαννή, ο 31χρονος κοινοτηκός γραμματέας Σαγκριώτης Γεώργιος του Δημητρίου, ο 28χρονος τηλεγραφητής Σαγκριώτης Αντώνιος του Δημητρίου και ο 26χρονος ναυτικός Σακριώτης Νικόλαος του Ζαννή.

–1950. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 19 Αυγούστου 1950, υπάρχει εγγεγραμμένη η Σαγκριώτη Ευαγγελία, όνομα συζύγου Νικόλαος, όνομα πατέρα Σπύρος Μπατιστάτος.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Σαγκριώτη Ευανθία, όνομα συζύγου Δημήτριος, όνομα πατρός Νικόλαος Δαμίας, η Σαγκριώτη Κυριακή, όνομα συζύγου Γεώργιος, όνομα πατρός Ιωάννης Μαχαίρας και η Σαγκριώτη Στυλιανή του Δημητρίου, η Τριπολιτσιώτη Παρασκευή, όνομα συζύγου Νικόλαος, όνομα πατρός Ιωάννης Σαγκριώτης, η Πολυχρόνη Αλεξάνδρα, όνομα συζύγου Θεόδωρος, όνομα πατρός Τζαννής Σαγκριώτης, η Σαγκριώτη Γαρυφαλιά, όνομα συζύγου Ιωάννης, όνομα πατρός Μπατίστας Ρούσσος.


Σαγρέδος: Βλέπε Σαγκρέδος

 

Σακελλάρης: Επώνυμο πιθανότατα επαγγελματικής ή αξιωματικής προέλευσης, από το βυζαντινό σακελλάριος, εκκλησιαστικό και διοικητικό αξίωμα. Η λέξη ανάγεται στο λατινικό sacellarius και συνδέεται με το sacellus («μικρός σάκος»). Η καταγωγή του Πολύκαρπου Σακελλάρη αναφέρεται στον Νομό Φωκίδας.

–1950-53. Διοικητής του Σταθμού Χωροφυλακής της Κοινότητας των Λευκών Πάρου από το 1950-53 ο Πολύκαρπος Σακελλάρης από το Ν. Φωκίδας.

 

Σακελλίος ή Σακελλίων: Επώνυμο πιθανότατα εκκλησιαστικής–αξιωματικής προέλευσης. Προέρχεται από το μεσαιωνικό εκκλησιαστικό σακελλίων, συγγενές προς το σακελλάριος, που αποτελούσε εκκλησιαστικό αξίωμα.

–1835. Ιωάννης Σακελλίων ιεράς Πάρου. Αναφαίρετε ως συνδρομητής σε βιβλίο του 1838 «Η Βοσκοπούλα του Αιγαίου Πελάγους» του Ιωαννη Γρυπάρη από την Μύκονο.

 

Σακκάς: Επώνυμο πιθανότατα επαγγελματικής προέλευσης. Η επικρατέστερη ετυμολογική εκδοχή το συνδέει με το λαϊκό σακκάς, δηλαδή τον κατασκευαστή ή πωλητή σάκων, από το σάκος + -άς. Έχει προταθεί επίσης σύνδεση με το τουρκικό saka, «νεροκουβαλητής».

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 35χρονος γεωργός Μάρκος Σακκάς.

–1879. Σε συμβολαιογραφικό έγγραφο το 1879 «παρόντων των μαρτύρων Αθανασίου Γ. Μαύρου, κτηματίου και Ευαγγέλου Σακκά καφεπώλου».

 

Σακριώτης: Βλέπε Σαγκριώτης

 

Σάλας: Βλέπε Σάλλας

 

Σαλιάρης: Επώνυμο παρωνύμιο, πιθανότατα προερχόμενο από τον χαρακτηρισμό «σαλιάρης», δηλαδή πρόσωπο που είχε ως ιδιαίτερο γνώρισμα τη «σαλιά», την υπερβολική έκκριση σάλιου.

–1816. Σε προικοσύμφωνο στις 22 Οκτωβρίου 1816 αναφέρεται η Ανθούλα γυνή πάλε ποτέ Ιάκωβου Βαβανού, όπου πάντρεψε το 1812 τον γιό της με την θυγατέρα του πάλε ποτέ Περούλη Ρούσσου ονόματι Αντωνία, αναφέρεται ο Γιώργος Σαλιάρης με χωράφι εις τον Πύργον συμπλιος Καμπάνη.


Σαλκετάκης:
Σπάνιο παριανό επώνυμο, άγνωστης μέχρι σήμερα ετυμολογικής και γεωγραφικής προέλευσης. Το 1834 μαρτυρείται στα Μάρμαρα ο Σταμάτης Σαλκετάκης, ο οποίος είχε φυτεύσει δύο αμπελώνες σε κτήματα του Μοναστηριού του Οσίου Αντωνίου. Η μαρτυρία αποτελεί την παλαιότερη γνωστή παρουσία της οικογένειας στην Πάρο.

–1834, στις 14 Απριλίου 1834. Μάρμαρα Πάρου. Επιγραφή επί του νώτου: Σταμάτης Σαλκετάκης. Αναφέρει περί των δύο αμπελώνων τους οποίους εξ ημισείας εφύτευσεν εκ των κτημάτων του Μοναστηριολυ του οσίου Αντωνίου.

 

Σάλλας ή Σάλας: Επώνυμο πιθανής βενετικής ή ιταλικής προέλευσης, που συνδέεται με τα ιταλικά επώνυμα Sala, Dal Sal, Salin και Salini. Το Sala απαντά ιδιαίτερα στη βόρεια Ιταλία και μπορεί να έχει τοπωνυμική προέλευση. Παρόμοιοι τύποι, όπως De La Sala και De Sala, μαρτυρούνται ήδη από τον Μεσαίωνα στην Κωνσταντινούπολη και την Κρήτη. Στην Πάρο το επώνυμο απαντά από τις αρχές του 19ου αιώνα. Ξεχωρίζει ο Γρηγόριος Σάλλας, Παριανός αγωνιστής του 1821, χιλίαρχος και υπασπιστής του Δημητρίου Υψηλάντη, ο οποίος το 1824 υπηρέτησε ως Έπαρχος Πάρου και Αντιπάρου. Το 1833 αναφέρεται και μαθητής Μ. Σάλας στην Ελληνοδιδακτική Σχολή Παροικιάς.

–1821. Παριανός αγωνιστής του 1821 ο Γρηγόριος Σάλλας, ίσως από την Παροικιά. Χιλίαρχος. Υπασπιστής Δ. Υψηλάντη. Του ανάθεσε την αρχηγία της εκστρατείας στη Μακεδονία.

–1824. Την 26η Σεπτεμβρίου 1824, Έπαρχος Πάρου και Αντιπάρου Γρηγόριος Σάλλας.

–1826. Ο Μαρπησσαίος Γεώργιος Φωκιανός έλαβε μέρος στην Ελληνική Επανάσταση και αγωνίστηκε υπό τις οδηγίες του Παριανού Δημητρίου Σάλλα «κατά το 1826 εις την κατά του Ιμβραήμ πολιορκίαν Τριπολιτσάς (…) και διέμεινεν εκεί μέχρι της πτώσεως της» κατά μαρτυρία των δημοτών και κατοίκων του Δήμου Μαρπήσσης, σε έγγραφο τους («εν Μαρπίσση την 16 Μαΐου 1846»). Ακολούθως διέμεινε στα Βέρβαινα και τέλος στο Ναύπλιο. Αρχηγός δε των όπλων ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το πιστοποιητικό το υπογράφουν 48 προύχοντες και κάτοικοι της Μάρπησσας, μεταξύ των οποίων οι: Άγουρος Ιωάννης, Ιωάννης Ασωνίτης, Ελευθέριος Τζιώτης, Αναγνώστης Α. Βιτσαράς, Παναγ. Νικηφοράκης, Αντώνιος Τζιγώνιας, Αρτέμιος Ευλογιάς, Ανδρέας Αλιπράντης, Νικ. Βατιμπέλας, Νικόλαος Πούλιος, Γουλιέλμος Καντιώτης, Μακάριος Στάμενας. Το επικυρώνει δε καθώς και τις υπογραφές, ο δήμαρχος Μάρπησσας Γεώργιος Σιμ. Δελαγραμμάτης («εν Μαρπίσση την 20 Μαΐου 1846»).

–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο Μ. Σάλας.

–1859. Στις 18 Ιανουαρίου 1859 η παριανή Αικατερίνη Σάλα 22 ετών του Δημητρίου και της Αρχοντώ Γεωργίου παντρεύεται στην Σύρο τον Εμμανουήλ Μαυρομμάτη 33 ετών ναυτικό του Παναγιώτη και της Άννας Ζαγλανίκου από την Σμύρνη.

 

Σαλονικαίος ή Σαλονικιός: Πατριδωνυμικό επώνυμο, δηλαδή δηλώνει καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη. Αρχικά πιθανότατα χρησιμοποιήθηκε ως προσωνύμιο για πρόσωπο που είχε μετακινηθεί από τη Θεσσαλονίκη σε άλλο τόπο και στη συνέχεια παγιώθηκε ως οικογενειακό επώνυμο. Στην Πάρο μαρτυρείται ήδη από τον 17ο αιώνα και συνδέεται ιδιαίτερα με τη Νάουσα. Ξεχωρίζει ο Γεώργιος Σαλονικιός, ο οποίος από το 1663 έως τουλάχιστον το 1674 αναφέρεται επανειλημμένα ως νοτάριος του Καστελίου της Άγουσας (Νάουσας), ενώ το 1665 συντάσσει συμβολαιογραφικό έγγραφο. Το επώνυμο απαντά επίσης στους Βασίλη, Μιχέλη, Πέτρο, Ιωσήφ και Διονύσιο Σαλονικιούς, από το 1652 έως το 1694.

–17ο . Στη Νάουσα τον 17ο αιώνα στη Νάουσα ζει ο μισέρ Γεώργης Σαλονικαίος, που το σπίτι είναι στο μέσα κάστρο.

–1652. Ίδρυση στην Πάρο αγιοταφίτικου μετοχίου κατά το έτος 1652.

Της Πάρου αδελφάτα «Χώρα Άγουσα»

+Μάρκος Σαλονικέος, η γυνή Μαρία.

–1663. Δωρεά κληροδοτήματος μοναχής Καλήστρατης στου πατέρες Ιησουήτες ARSI, Gallia 105, 1 φ. 457.

Εις δόξαν Χριστού αμήν 1663 ιούλιος 11.

Έστοντας και ποτέ λυρά Καλήστρατη μοναχή και να αφήση δια την ψυχήν της στα μοναστήρια του αγίου όρους ήγουν στην λάβραν και στην ασημόπετραν δυο σπιτια κατώγια με το εκλησιαδάκι του μέγαν Ταξιάρχην και με τα δικαιώματά των απόξω από το υγιαλόν και να των αφήση και 12 γρόσια να πλερόνουσι χαράτζι της αφεντίας και νάναι σήμερον 25 χρόνοι και επέκεινα και κανείς από τα μοναστίρια να μην τα γυρέψουν μόνον εχαλασθήκασι και αφτώονται και η εκκλησία να γίνη ωσάν αχούρι και ο κόσμος να πλερόνη τόσους χρόνους τοχαράτζι και να ζημιονούμεθα εις τούτο εμάθαμε πως οι πατέρες οι γεζουίταις (Ιησουήτες) θε να έρθουνε και κτίσουνε εδώ μοναστήρι δια την ψυχήν τως ήγουν ο προεστώς πατέρας γάσπα εμανουήλ (Γασπάρο Εμμανουήλ) από την συντροφίαν του Ιησού και να πάρη και άλλους τόπους εκέι κοντά εις τα άνωθεν χαλάσματα εις τούτο εθελήσαμεν εμείς οι υποκάτωθεν υπογεγραμμένοι παπάδες και γέροντες και η επίλοιπη κομουνιτά (κοινότητα) του καστελίου αγούση (Ναούσης) και δίνομεν του αυτού πατέρα τα άνωθεν σπίτια και τα δικαιώματά τως όλα και δίνομεν τους και το χαράτζι (κεφαλικός φόρος) γρόσια 12  δια να μην τα χάνη η χώρα από την σήμερον να τα κτίση να τα κάμη ως θέλει και βούλεται ωσάν καθολικά πράγματα εδικά του να τ’άχουσιν ως τον αιώνα του αιώνος που να στέκη ο κόσμος και κανείς να μην τους τα πέρνη ποτέ και εμείς όλοι μας να τους μαντινιέρωμεν (ιτ. =συντηρούμε) τους άνωθεν πατέρες σε παντοτινόν και αναπαμένον ποσέσο (ιτ. =αναμφισβήτητη κατοχή).

Δια το αληθές γράφομεν και ιδιοχείρος μας όσοι ξεύρομεν και όσοι δεν ηξεύρομεν βάνομεν άλλους να γράψουσιν δια λόγου μας.

Παπα αντώνις στέργω τα άνωθεν (δεν αναφερεται επωνυμο)

Σκελλάριος αγούσης (Σακελλάριος Ναούσης) στέργω τα άνωθεν και επίτροπος

Παπα δημήτρις τριαντάφυλος (Τριαντάφυλλος, πρώτη μαρτυρία) στέργω και επίτροπος

Παπα νικόλαος κρουτιανός στέργω (Κορτιάνος, πρώτη μαρτυρία)

Παπα δημήτρις γαρατιάς στέργω (ίσως Γρατσίας)

Πρωτόπαπας στέργω

Γαβριήλ ιερομόναχος στέργω

Γεώργις Μοσκωνάς στέργω (Μοσχονάς, γνωστό από το 1639).

Ιωάννης σκουτάριος στέργω και επίτροπος (πρωτη μαρτυρία)

Μαστρο γληγόρις μπηρμπηνιας στέργω και επίτροπος (Πιρπινιάς ή Περπινιάς, μαρτυρείται  από το 1652)

Ανεγνώστης Σκορδήλης στέργω (Σκορδίλης, γνωστό από το 1606 )

Παπα Θεόδωρος στέργω

Κωνσταντής Μοστράτος στέργω (μαρτυρείται από το 1658)

Παπα Τζάνες Καλέργης στέργω (μαρτυρείται από το 1652)

Παπα Χριστόφορος στέργω

Γιαννούλης Μπρούτος στέργω (μαρτυρείται από το 1658)

Νικόλα Μαραπότζο στέργω (πρώτη μαρτυρία, γνωστό ως τον 19ο αι.)

Αποστόλης Ραγούσης στέργω (μαρτυρείται από το 1501)

Ανδρέας Ακριβός στέργω (μαρτυρείται από το 1613 μέχρι τον 18ο αι.)

Βασίλης Σαλονικαίος στέργω (μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 18ο αι.)

Δημήτρης Μαλατέστας στέργω (μαρτυρείται από το 1610)

Μιχέλης Ακριβός στέργω (μαρτυρείται από το 1613 μέχρι τον 18ο αι.)

Γεώργις Πιρπηνιάς στέργω (μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 19ο αι.)

Δομένεγος Μεδρινός στέργω (Μενδρινός, μαρτυρείται από το 1602)

Τζόρτζης Μαρκαδιάντος στέργω (Πρώτη αναφορά, γνωστό μέχρι τον 19ο αι.)

Νικόλας Κουρτιάνος στέργω (πρώτη αναφορά)

Γεώργις Φωκάνας στέργω (ίσως Φωκιανός)

Ανεγνώστης Μπελόνιας στέργω (πρώτη αναφορά, γνωστό μέχρι τον 20ο αι.)

Γεώργις Μαλατέστας στέργω

Τζανίς Μαλατέστας στέργω (γνωστό από το 1610)

Φρατζέσκος Καλέργης στέργω (Καλλέργης, γνωστό από το 1652)

Ιωάννης Ραγούσης στέργω (γνωστό από το 1501)

Ιωάννης Γρατσίας στέργω (πρώτη μαρτυρία)

Γεώργιος Σαλονικαίος (μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 18ο αι.)

 και νοτάριος του καστελίου Άγουσας (Νάουσας) έγραψαμεν με θέλημα της κομουνιτάς και στερεώνω τα άνωθεν και τα όπισθεν.

–1663. Πωλητήριο οικίας Μοσκωνά στο μέσα Κάστρο Ναούσης στον ηγούμενο Ιησουϊτών Νάξου Γάσπαρο Εμμανουήλ. ARSI, Gallia 105, 1φ. 458.

Εις το όνομα του Χριστού αληθινού Θεού αμήν. 1663 ιουλίου 18 στο καστέλι της άγουσας από το ένα μέρος ο αφέντης γεωργάκης μοσκωνάς μαζί με την αρχόντισαν του κυράν μαρκέττα και από το άλλο μέρος ο αιδεσιμώτατος πατέρας γάσπαρ εμανουήλ προεστώς της ρεζιδέντζας (ιτ. =κατοικίας, μονής) της συντροφιάς του Ιησού στη ναξίαν και θεληματικώς του αυτού ανδρόγυνου επούλησαν ένα σπίτι οπού το έχουσιν αγορασμένον από τον αφέντη μιχελάκη πρωτόδικο καθώς φαίνεται από το γράμμα καμωμένον στην Παρκιάν στας 6 ιουνίου 1663 τοποθετημένον στο μέσα κάστρο της άγουσας σύμβιο το μισέρ γεώργη σαλονικαίου το σπίτι και αποκάτωθε του σπιτιού του εμανουήλ ραγούση και όξω από το σπίτι εκείνο και κάμεραν ακόμη επούλησεν και τον αέρα και αυλογυρησίαν οπού είχε μεριά του γυαλού με το πηγάδι και πάσαν κομοδιτά και κάθε δικαίωματα ελεύθερον και πάσαν κράτηξιν εξόχως από το χαράτζι της αφεντιάς γρόσια 8 ήγουν οκτώ. Και την παρούσαν πουλησίαν κάμνουσιν το άνωθεν ανδρόγυνο του άνωθεν πατέρα δια ρεάλια 70 .

Την αυτήν ημέραν έμπρωστεν εμού του ιδίου νοτάριου και μαρτύρων το αυτό ανδόγυνο ήγουν αυθέντης ο γεωργάκης μοσκωνάς με την αρχόντισάν τουεδώκασιν του αυτού πατέρα εμανουήλ από την σήμερον δονατζιόνε ίντερ δίδος (λατ., ιτ.= την δωρεα) εκείνου και των διαδόχων του την κάναβα οπού έχουσι σύμπλιο του άνωθεν πουλημένου σπιτιού και αέρα και αυλογυρισίν του με τα δικαιώματα της αυτής κάναβας και με τον αέρα και ανώγι της πορτιανικής κάμερας τον αέρα και κάθε δικαίωμα δια την ψυχήν των σίνωσι των άνωθεν πατέρων της συντροφίας του Ιησού δια να κάμουν εκεί μοναστίρι με την κονδιτζιω (ιτ. = προϋπόθεση) ετούτην αν ίσως και δεν θέλουσιν οι αυτοί πατέρες να κάμουσι μοναστίρι να στρέψουν το άνωθεν σπίτι αγορασμένον και πηγάδι κάναβαν και πορτινήν και κάμεραν με τα δικαίωματά τως στο άνωθεν ανδρόγυνο και εις τους κληρονόμους των και δια βεβαίωσιν του άνωθεν χαρισμάτου και δονατζιώ εγίνηκε το παρόν γράμα εις το οποίον υπογράφουσιν οι ευεργετάδες τάζοντας να το μαντινιέρουν των πατέρων εναντίον εις καθενίς υποχρέωσιν ως άνωθεν και κοντάννα (ιτ. = ποινή) αφεντίας ρεάλια 20 και όλα ελεύθερα και χωρίς άλλην κράτηξιν παρά γρόσια 8 κράτηξιν της αφεντίας.

Γεώργιος Μοσκωνάς στέργω τα άνωθεν για λόγους μου και για την γυναίκα μου Γάσμαρ Εμανουήλ προεστός και στέργω και ατζετάρω την άνωθεν πουλησίαν.

Γεώργις Μαρκαδιάντος, Μπερτουμίς Μπρούτος, Γεώργις και Κωνσταντή Φωκιανού, Γεώργις Σαλονικαίος και νοτάριος (ιτ. =συμβολαιογράφος) του καστελίου άγουσας (Νάουσας) με θέλημα των δύο μερίδων έγραψα και μαρτυρώ.

Τζουάνες Γεράρδης, Νικηφόρος Γεράρδης, Νικόλας Ραγούσης μαρτυρούμε τα άνωθεν.

–1663. Συμβόλαιο πώλησης οικίας της κυρά Γιαννούλας γυνή του Κωνσταντή Μοστράτου από τη Νάουσα Πάρου στον ηγούμενο Ιησουϊτών της μονής Νάξου π. Εμμανουήλ Γασπάρο. «εις δόξαν Χριστού αμήν 1663 ιουλίου 24 στο καστέλι της άγουσας εις το σπίτι εμένα του υπογράφου γεωργίου σαλονικαίου και νοτάριου της άγουσας… Νικολάκης Αγαλιανός μάρτυρας, Σάββας Βουτζαράς μάρτυρας στα άνωθεν, Γεώργιος Σαλονικαίος και νοτάριος του καστελίου άγουσας με θέλημα των δυο μερίδων έγραψα και μαρτυρώ τα άνωθεν»

–1665. Ο ιερέας και νοτάριος Γεώργιος Σαλονικιός συντάσσει έγγραφο Ναούσης στις 10 Ιουλίου 1665.

–1670. Σε έγγραφο Ναούσης στις 25 Νοεμβρίου 1670 αναφέρεται ο Αρσένιος Μαλατέστας, ιερεύς, ηγούμενος της μονής Ταξιαρχών Κουνάδου «εις το σπίτι έμενα του υπογράφου Γεωργίου Σαλονικαίου και νοτάριου Άγουσας».

–1672. Σε αίτημα των παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας Πατέρα της Καθολικής Εκκλησίας  Jacques Dinet για να ζητήσουν πατέρες της καθολικής εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο. «Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας, ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ ενδόξου συντροφιάς υου ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον μας πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την επιστήμην δια τους μεταγενέστερους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος άλλο δεν είναι εις όλα τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται…»

Πάρος: εν έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29) εις το παλαιόν: + Ταπεινός Μητροπολίτης Παροναξίας Μελέτιος.

Το πιο πάνω αίτημα υπογράφουν χριστιανοί, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατοίκων της Νάουσας μεταξύ άλλων και ο Γεώργιος Σαλωνικιός.

–1674. Γράφει ο ιστορικός της καθολικής κοινότητας Νάξου Ι. Μαρκόπολις, «Δια την χαρμόσυνον είδησιν εγκαταστάσεως των Καπουκίνων στην Νάουσαν, οι κάτοικοι της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατασυγκινηθέντες από τα επαγωγά διδάγματα των πατέρων Καπουκίνων, προέβησαν εις επανειλημμένας ενεργείας παρά τοις αρμοδίοις δια την μονίν εγκατάστασιν των πτωχών της Ασσίζης εις την πόλιν των. Επί μακράν σειράν ετών εξακολουθούν να απευθύνουν εγγράφους αιτήσεις προς τας προϊσταμένας αρχάς του τάγματος δια την εκπλήρωσιν του κοινού πόθου των. Επί τέλους το 1674 η αίτησις των εγένετο αποδεκτή. Απερίγραπτος υπήρξε η χαρά και πρωτοφανής ο ενθουσιασμός των κατοίκων της Ναούσης δια την χαρμόσυνον είδησιν περί οριστικής εγκαταστάσεως των Καπουκίνων εις την κωμόπολιν των. Επ’ ευκαιρία του ευφροσύνου αγγέλματος προσύλθον διάφοροι ορθόδοξοι ιερείς και οι προύχοντες της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, ενώπιον του Γάλλου υποπρόξενου , και υπέγραψαν το έγγραφον. Εις δόξαν Χριστού αμήν. Εν έτει 1674 Δεκεμβρίου 25, εν κάστρω Νάουσας, όλοι ομόγνωμα και ομονιασμένοι προσμένουμε τους αιδεσιμοτάτους πατέρες να έρθουν εδώ να κτίσουν ένα μοναστήρι και δια σημάδι και βεβαίωσιν πως τους δεχόμαστε με κάθε μας καρδίαν και πολλά μετά χαράς υπογράφομε το παρόν γράμμα οι υποκάτωθεν υπογεγραμμένοι…» (υπογράφουν 12 ορθόδοξοι ιερείς και δυο καθολικοί, ο π. Λεονάρδος Φρέρης εφημέριος του Αγίου Γεωργίου Νάουσας και ο π. Δομένιος Κρίσπης. Και 40 πρόκριτοι εκ των οποίων οι αδερφοί Γιράρδοι κ.α.). Ο Σακελλάριος Ναούσης, ο Σκευοφύλαξ Ναούσης παπά Νικόλαος Κορτιάνος, Πρωτόπαπας, Ηλίας ιερεύς και Σακελλάριος Ναούσης, Πρωτοσύγκελος Νικόδημος ιερομόναχος, παπα Νικόλαος Ρούσης (ίσως Ρούσσος), Παπα Δημητρης, Παπα Θεόδωρος Πατελάς (ίσως Πατέλης), Παπα Τζάνες Καλούργης (Καλλέργης), παπα Χριστόφορος, Παπα Γιώργης Πουλός, Θεόδωρος …, παπα Νικολός Μαρκαντάτος, Ανεγνώστης Ρινιέρης (Ρενιέρης), Ανδρέας Καλούργης (Καλλέργης), Ιωάννης Κορτιάνος, Ιωάννης Ντελαγραμμάτικας, Γιωάννης Νταμουλής, Γιάκουμος Ρούσος (Ρούσσος), Γεώργης Καλλέργης,  PRE Domenico Crispo, Νικηφόρος Γεράρδης, Μιχελέτος Σπυρίδος, Αντώνης Μαλαξός, Ανδρέας Σμυρνιός, Φρατζέσκος Γρίσπος, Γεώργης Σαλονικιός, Τζάνες Καζανόβας, Ιωάννης Λευκαρός, Μιχέλης Σαλονικιός, Marco Foscolo, Ιωάννης Μοσκονάς, Αντώνης Γρυπάρης, Ιωάννης Σκούταρης, Φρατζέσκος Καλέργης, Ανεγνώστης Καρτιάνος, Γεώργης…, Ντεμενεγος Μεντρινός (Μενδρινός), Δημήτρης Στοφιλάς, Αντώνης Γρυπάρης, Γεώργης …, Δημήτρης …, Γεώργης …, Γεώργης Αλαβάνος, Δημήτρης Βασταζής, Νικολής Μπάρμπερης, Δημήτρης …, Μπατίστας Γεράρδης, Νικόλαος Γεράρδης.

–1675. Στις 15 Μαΐου 1675. Σε επιστολή Ναουσαίων προς τον πρεσβευτή των Γάλλων, αιτώντας Καπουκίνους πατέρες  υπογράφει ο Πέτρος Σαλονικιός.

–1694. Το 1694, ζει ο ιερομόναχος Ιωσήφ Σαλονικιός.

–1694. Ο ιερομόναχος Διονύσιος Σαλονικιός υπογράφει έγγραφο Ναούσης στις 4 Δεκεμβρίου 1694.

 

Σαμαλτάνης: Πατριδωνυμικό ή εθνικό επίθετο, το οποίο συνδέεται με την περιοχή San Martín de Trevejo, στην Εστρεμαδούρα της δυτικής Ισπανίας, κοντά στα σύνορα με την Πορτογαλία. Η ετυμολογική αυτή σύνδεση χρειάζεται περαιτέρω τεκμηρίωση, καθώς μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπιστεί ασφαλής ενδιάμεση μορφή του επωνύμου που να συνδέει την ισπανική περιοχή με την παριανή οικογένεια.

Η πιθανή δυτικοευρωπαϊκή προέλευση του επωνύμου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ιστορία των Κυκλάδων. Από τις αρχές του 14ου αιώνα ο ελλαδικός και αιγαιακός χώρος γνώρισε την έντονη παρουσία των Καταλανών Αλμογάβαρων (Almogávares). Η Καταλανική Εταιρεία, αρχικά σώμα μισθοφόρων από την Ιβηρική χερσόνησο, κλήθηκε το 1302 από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄ για την αντιμετώπιση των Τούρκων. Μετά τη ρήξη της με το Βυζάντιο, εξελίχθηκε σε σημαντική στρατιωτική δύναμη και προκάλεσε επιδρομές και καταστροφές σε περιοχές του Αιγαίου. Η ιστορική αυτή παρουσία καθιστά ενδιαφέρουσα, αλλά όχι αποδεικτική, την αναζήτηση παλαιών ιβηρικών στοιχείων στα νησιά.

Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο τεκμηριώνεται ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα και εμφανίζεται ιδιαίτερα στην Παροικιά, ενώ κατά τον 20ό αιώνα επεκτείνεται και στη Νάουσα. Η συνέχεια αυτή είναι σημαντική, καθώς η οικογένεια παραμένει γνωστή μέχρι σήμερα στην ευρύτερη περιοχή μεταξύ Παροικιάς και Νάουσας.

Το 1833, σε κατάλογο μαθητευόντων της Ελληνοδιδακτικής Σχολής Παροικιάς, στις 28 Απριλίου, αναφέρεται ο Α. Σαμαλτάνης. Το 1847 συναντούμε στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς τον 56χρονο γεωργό Θεόδωρο Σαμαλτάνη και τον 29χρονο γεωργό Ιωάννη Σαμαλτάνη, γεγονός που δείχνει ότι το επώνυμο είχε ήδη παγιωθεί στην παριανή κοινωνία.

Η παρουσία των Σαμαλτάνηδων συνεχίζεται αδιάλειπτα. Το 1864 γεννήθηκε ο Στυλιανός Σαμαλτάνης του Αντωνίου, γεωργός και κάτοικος Παροικιάς, ο οποίος απεβίωσε το 1948. Από τον Στυλιανό καταγράφονται οι Γεώργιος (1890), Κωνσταντίνος (1897), Ηλίας (1902) και Ιωάννης (1903), όλοι κάτοικοι Παροικιάς.

Κατά τον 20ό αιώνα η οικογένεια εξακολουθεί να εμφανίζεται στην Παροικιά, ενώ το 1929 καταγράφεται στη Νάουσα ο Βασίλειος Σαμαλτάνης του Γεωργίου. Την ίδια περίοδο μαρτυρούνται οι Στυλιανός, Μάρκος και Ιωάννης Σαμαλτάνης του Γεωργίου, ενώ το 1947 ο Ι. Σαμαλτάνης συμμετείχε στο Κοινοτικό Συμβούλιο Παροικιάς και το 1954 ο Η. Σαμαλτάνης ήταν υποψήφιος στις κοινοτικές εκλογές με τον συνδυασμό «Πρόοδος – Πολιτισμός».

Οι διαδοχικές μαρτυρίες από το 1833 έως τα μέσα του 20ού αιώνα, με επίκεντρο αρχικά την Παροικιά και αργότερα και τη Νάουσα, δείχνουν ότι οι Σαμαλτάνηδες αποτελούν παλιά και αναγνωρίσιμη οικογένεια της Πάρου. Η πιθανή σύνδεση του επωνύμου με το San Martín de Trevejo προσδίδει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην έρευνα, αλλά απαιτείται εντοπισμός παλαιότερων ενδιάμεσων μαρτυριών για να αποδειχθεί ο δρόμος μέσω του οποίου το επώνυμο έφθασε στην Πάρο.

–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο Α. Σαμαλτάνης.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 56χρονος γεωργός Θεόδωρος Σαμαλτάνης και ο 29χρονος γεωργός Ιωάννης Σαμαλτάνης.

–1864. Το 1864 γεννιέται ο Σαμαλτάνης Στυλιανός του Αντωνίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς. Απεβίωσε το 1948.

–1890. Το 1890 γεννιέται ο Σαμαλτάνης Γεώργιος του Στυλιανού γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1897. Το 1897 γεννιέται ο Σαμαλτάνης Κωνσταντίνος του Στυλιανού γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1902. Το 1902 γεννιέται ο Σαμαλτάνης Ηλίας του Στυλιανού γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1903. Το 1903 γεννιέται ο Σαμαλτάνης Ιωάννης του Στυλιανού γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1912. Σαμαλτάνη Μπιλιώ, όνομα συζύγου: Ηλίας, Κύριο όνομα και επώνυμο πατρός: Λ. Ζουμής. Έτος γέννησης: 1912. Επάγγελμα: οικοκυρά.

–1919. Οπλίτης κατά την περίοδο 1919-1922 ο Σαμαλτάνης Μάρκος.

–1921. Το 1921 γεννιέται ο Σαμαλτάνης Στυλιανός του Γεωργίου κάτοικος της Κοιν. Παροικιάς.

–1923. Το 1923 γεννιέται ο Σαμαλτάνης Μάρκος του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Σαμαλτάνης Ιωάννης του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1929. Το 1929 γεννιέται στη Νάουσα ο Σαμαλτάνης Βασίλειος του Γεωργίου.

–1947. Στις 20 Ιουνίου 1947, το στο Κοινοτικό Συμβούλιο Παροικιάς συμμετέχει και ο Ι. Σαμαλτάνης.

–1950. Στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Παροικιάς στις 17 Μαΐου 1950 είναι εγγεγραμμένη η Σαμαλτάνη Μπιλιώ (γεν. 1912), όνομα συζύγου Ηλίας, όνομα πατρός Α. Ζουμής.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Μπαφίτη Μαρία, όνομα συζύγου Ξενοφών, όνομα πατρός Στέλιος Σαμαλτάνης.

–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Σαμαλτάνη Ευανθία, όνομα συζύγου Ιωάννης όνομα πατρός Κ. Μοστράτος.

–1954. Στις κοινοτικές εκλογές του 1954 υποψήφιος με τον συνδιασμό Παροικιάς Πάρου «ΠΡΟΟΔΟΣ – ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ» ο Η. Σαμαλτάνης.

 

Σαμαρούστας: Η μοναδική μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία στην Πάρο χρονολογείται από το 1820, όταν σε παριανό έγγραφο αναφέρεται ο Νικόλας Σαμαρούστας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η συγγένεια της μορφής με το παρωνύμιο «Σαμαρούπα», που συνδέεται στην παριανή παράδοση με τους Χαμηλοθώρηδες και τον οίκο των Σομαρίπα.

–1820. Σε έγγραφο Πάρου του 1820 αναφέρεται ο Νικόλας Σαμαρούστας.


Σάμιος:
Πατριδωνυμικό επώνυμο, δηλαδή επίθετο που δηλώνει καταγωγή από τη Σάμο. Πρόκειται για λόγιο τύπο, ο οποίος απαντά ως επώνυμο στην Πάρο, ιδιαίτερα στην περιοχή των Μαρμάρων. Στα πατριδωνυμικά επώνυμα είναι πιθανό να δημιουργήθηκαν ανεξάρτητοι οικογενειακοί κλάδοι, χωρίς κοινή συγγένεια, καθώς το κοινό στοιχείο τους ήταν ο τόπος προέλευσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις το πατριδωνύμιο χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως προσωνύμιο και στη συνέχεια παγιώθηκε ως οικογενειακό επώνυμο. Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, ο παριανός κλάδος των Σάμιων εγκαταστάθηκε στην Πάρο προερχόμενος από τα Κύθηρα, ενώ παλαιότερη κοιτίδα της οικογένειας ήταν η Σάμος, από όπου και προήλθε το επώνυμο.

Η οικογένεια μαρτυρείται στα Μάρμαρα ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. Το 1844 καταγράφεται στον εκλογικό κατάλογο ο Γεώργιος Σάμιος, 28 ετών, εργάτης, ενώ το 1847 ο ίδιος εμφανίζεται και πάλι στον εκλογικό κατάλογο, πλέον 30 ετών. Οι πρώιμες αυτές καταγραφές επιβεβαιώνουν την παρουσία του επωνύμου στην περιοχή και δείχνουν ότι η οικογένεια είχε ήδη ενταχθεί στην τοπική κοινωνία.

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της οικογένειας κατέχει ο Κωνσταντίνος Γεωργίου Σάμιος, ο οποίος γεννήθηκε το 1848 και υπηρέτησε ως εφημέριος των Μαρμάρων. Το 1856 αναφέρεται σε έγγραφο ως «Κωνσταντίνος Σάμιος από τα Κύθηρα», μαρτυρία ιδιαίτερης σημασίας για την προφορική και οικογενειακή παράδοση σχετικά με την προέλευση του παριανού κλάδου.

Το 1874 νυμφεύθηκε την Καλλίτζα Γαβαλά και στις 2 Μαΐου 1885 χειροτονήθηκε ιερέας των Μαρμάρων από τον Μητροπολίτη Παροναξίας Γρηγόριο Γιακουμή στη Μητρόπολη Νάξου. Ο ίδιος άφησε και προσωπικές γραπτές μαρτυρίες, υπογράφοντας το 1888 «Έγραψα ιδία χειρί» και το 1895 ως «Κωνσταντίνος Σάμιος ιερεύς». Η παρουσία του συνδέεται επίσης με το ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου στα Λιβάδια Μαρμάρων, ιδιοκτησία του οποίου αποδιδόταν στον ίδιο.

Στο Δημοτολόγιο του Δήμου Μαρπήσσης, στις 28 Νοεμβρίου 1903, καταγράφεται ο ίδιος Κωνσταντίνος Σάμιος, 55 ετών, ιερέας και έγγαμος, μαζί με τη σύζυγό του Καλλιόπη Κωνσταντίνου Σαμίου, 54 ετών. Καταγράφονται επίσης τα παιδιά τους Γεώργιος, 24 ετών, Μενέλαος, 18 ετών, και Λυκούργος, 10 ετών, όλοι με κατοικία στην περιοχή και οι μεγαλύτεροι με επάγγελμα κηπουρού.

Η οικογένεια συνέχισε να έχει παρουσία στην ευρύτερη περιοχή. Το 1911 αναφέρεται ο Ιωάννης Σάμιος ως ιερέας στα Μάρμαρα, ενώ το 1916 γεννήθηκε η Κατίνα Σαμίου του Γεωργίου, μετέπειτα σύζυγος του Εμμανουήλ Άγουρου και κάτοικος Μάρπησσας.

Κατά τον 20ό αιώνα οι Σάμιοι διαδραμάτισαν ενεργό ρόλο και στα κοινοτικά πράγματα της περιοχής. Το 1928, σε έγγραφο της Κοινότητας Αρχιλόχου για καλλιέργεια καπνού στις Γλυφάδες, υπογράφει ως πρόεδρος ο Α. Σάμιος. Το 1946 συναντούμε τον Στυλιανό Σάμιο του Γεωργίου, 38 ετών, ράπτη, στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Μάρπησσας.

Στις 20 Ιουνίου 1947 πρόεδρος της Κοινότητας Αρχιλόχου αναφέρεται ο Λυκούργος Σάμιος, ενώ το 1950 η εφημερίδα Φωνή της Πάρου καταγράφει τον διορισμό του στη θέση του προέδρου. Στις κοινοτικές εκλογές της 21ης Νοεμβρίου 1954 εξελέγη επίσης κοινοτικός σύμβουλος Αρχιλόχου.

Από τον Γεώργιο Σάμιο του 1844 έως τους Σάμιους του 20ού αιώνα, οι διαθέσιμες μαρτυρίες καταγράφουν μια συνεχή παρουσία της οικογένειας στα Μάρμαρα, τη Μάρπησσα και τον Αρχίλοχο. Η οικογενειακή παράδοση για προέλευση από τα Κύθηρα και παλαιότερα από τη Σάμο προσφέρει ένα ενδιαφέρον παράδειγμα δημιουργίας πατριδωνυμικού επωνύμου και μετακίνησης οικογενειακού κλάδου στις Κυκλάδες. Η συστηματική αναζήτηση παλαιότερων κυθηραϊκών και σαμιακών αρχείων θα μπορούσε να φωτίσει περαιτέρω τη διαδρομή της οικογένειας προς την Πάρο.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1844 είναι εγγεγραμμένος ο Σάμιος Γεώργιος 28ετών εργάτης.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο Σάμιος Γεώργιος 30 ετών εργάτης.

–1848. Το 1848 γεννιέται ο εφημέριος Μαρμάρων Κωνσταντίνος Σάμιος. Ιδιοκτησία του το ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου στα Λιβάδια Μαρμάρων. Απεβίωσε το 1927.

–1856. Σε έγγραφο του 1856 ο Κωνσταντίνος Σάμιος από τα Κύθηρα.

–1874. Ιερέας των Μαρμάρων Κωνσταντίνος Σάμιος που είχε νυμφευθεί το 1874 τη Καλλίτζα Γαβαλά και είχε χειροτονηθεί ιερέας του χωριού Μαρμάρων στις 2 Μαΐου 1885 από τον Μητροπολίτη Παροναξίας Γρηγόριο Γιακουμή στη Μητρόπολη Νάξου. «Εγώ Κωνσταντίνος Σάμιος, ιερεύς ενυμφεύθην την 20 Ιανουαρίου μετά της Καλίτζας γένος Γαβαλά το 1874 ημέραν Κυριακήν και ώρα 2 μεταμεσημβρινή».

–1888. «Έγραψα ιδία χειρί την 31 Ιανουαρίου 1888. Κωνσταντίνος Σάμιος ιερεύς».

–1895. «Κωνσταντίνος Σάμιος ιερεύς την 9 Ιανουαρίου 1895. Καλίτσα πρεσβυτέρα θυγάτηρ Γαβαλά και σύζυγος  Κ. Σαμίου ιερέως του χωρίου Μαρμάρων».

–1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Κωνσταντίνος Γεωργίου Σάμιος, ετών 55, ιερέας, έγγαμος.

–1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Καλλιόπη Κωνσταντίνου Σαμίου, ετών 54, οικιακά, έγγαμος.

–1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Κωνσταντίνου Σάμιος, ετών 24, κηπουρός, άγαμος.

–1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Μενέλαος Κωνσταντίνου Σάμιος, ετών 18, κηπουρός, άγαμος.

–1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Λυκούργος Κωνσταντίνου Σάμιος, ετών 10, μαθητής, άγαμος.

–1911. Ιωάννης Σάμιος, ιερέας στα Μάρμαρα το 1911.

–1916. Το 1916 γεννιέται η Σαμίου Κατίνα του Γεωργίου, μετέπειτα σύζυγος του Άγουρου Εμμανουήλ, κάτοικος Μάρπησσας.

–1928. Έγγραφο Αδείας της κοινότητας Αρχιλόχου του 1928 προς τον Νικόλαο Λαουράκη για καλλιέργεια καπνού στο χωράφι του που βρίσκεται στην περιοχή Γλυφάδες. Υπογράφει ο πρόεδρος της κοινότητας Α. Σάμιος.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Μάρπησσας στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο Σάμιος Στυλιανός του Γεωργίου, 38 ετών ράπτης.

–1947. Στις 20 Ιουνίου 1947, το στο Κοινοτικό Συμβούλιο Αρχιλόχου συμμετέχει και ο πρόεδρος Λυκούργος Σάμιος.

–1950. Στην εφημερίδα Φωνή της Πάρου του 1950 διαβάζουμε για τον διορισμό του Λυκούργου Σάμιου ως Πρόεδρος της Κοινότητας Αρχιλόχου.

–1954. 21 Νοεμβρίου 1954 ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ. ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΑΡΧΙΛΟΧΟΥ: Εξελέγησαν οι κ.κ. Κωνστ. Φ. Ραγκούσης, Λυκούργος Σάμιος, Ιωσήφ Βαζαίος, Ιωάν. Κληρονόμος και Αντ. Γ. Δελένδας.


Σαμιώτης:
Πατριδωνυμικό επώνυμο, δηλαδή επίθετο που δηλώνει καταγωγή ή σύνδεση με τη Σάμο. Όπως συμβαίνει γενικότερα με τα πατριδωνυμικά επώνυμα, δεν είναι απαραίτητο όλοι όσοι έφεραν το ίδιο επίθετο να ανήκουν στον ίδιο συγγενικό κλάδο. Σε πολλές περιπτώσεις το αρχικό οικογενειακό επώνυμο αντικαταστάθηκε από ένα προσωνύμιο που δήλωνε τον τόπο προέλευσης· το προσωνύμιο αυτό μπορούσε στη συνέχεια να παγιωθεί ως οικογενειακό επώνυμο.

–1829. Το 1825 αναφέρεται ο Νικόλαος Σαμιώτης (Λεύκες 4 Δεκ. 1825).

–1829. Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Γεώργιος Σαμιώτης 60 ετών ναυτικός, η σύζυγός του Ειρηνού και οι κόρες του Μαργαρίτα και Ζαμπελού.


Σανούδος:
Επώνυμο που συνδέεται με έναν από τους σημαντικότερους πατρίκιους οίκους της Βενετίας, δυτικής και καθολικής καταγωγής. Η οικογένεια εμφανίζεται στην ιστορία της Βενετίας ήδη από τον 11ο αιώνα και απέκτησε ιδιαίτερη ισχύ μετά την Δ΄ Σταυροφορία. Η παλαιά βενετική παράδοση θεωρούσε τους Σανούδους συνέχεια των Candiano, παλαιού οίκου που ανέδειξε δόγηδες της Βενετίας, όμως η γενεαλογική αυτή σύνδεση δεν έχει ιστορικά αποδειχθεί.

Κεντρική μορφή στην ιστορία του οίκου υπήρξε ο Μάρκος Σανούδος, συγγενής του δόγη της Βενετίας Ερρίκου Ντάντολο (Enrico Dandolo). Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους το 1204, ο Μάρκος Σανούδος ανέλαβε εκστρατεία στις Κυκλάδες και κατέλαβε τη Νάξο και τα γειτονικά νησιά. Περί το 1207 αναγνωρίστηκε από τον Λατίνο αυτοκράτορα Ερρίκο ως Δούκας του Αρχιπελάγους, με έδρα τη Νάξο. Στην επικράτεια που δημιούργησε περιλαμβανόταν και η Πάρος, μαζί με την Αντίπαρο, τη Μήλο, τη Σύρο και άλλα νησιά.

Η ένταξη της Πάρου στο Δουκάτο του Αιγαίου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της μεσαιωνικής ιστορίας του νησιού. Η παριανή επικράτεια παρέμεινε συνδεδεμένη με το Δουκάτο της Νάξου επί σχεδόν δύο αιώνες, μέσα στο δυτικό φεουδαρχικό σύστημα που εγκαθιδρύθηκε στις Κυκλάδες μετά την Δ΄ Σταυροφορία. Η δυναστεία των Σανούδων κυβέρνησε το Δουκάτο έως τον 14ο αιώνα, όταν η εξουσία πέρασε διαδοχικά σε άλλους δυτικούς οίκους.

Η ιστορία της Πάρου συνδέθηκε στη συνέχεια με τον οίκο των Σομμαρίπα (Sommaripa). Η μετάβαση αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με την άμεση συνέχεια της δυναστείας των Σανούδων στην Πάρο, καθώς η δουκική εξουσία στη Νάξο πέρασε στον οίκο των Κρίσπο, ενώ η Πάρος ακολούθησε ιδιαίτερη πολιτική και δυναστική πορεία. Οι Σομμαρίπα απέκτησαν σημαντικό ρόλο στην Πάρο κατά τον 14ο και 15ο αιώνα.

Η παρουσία του επωνύμου Σανούδος στη νεότερη Πάρο παρουσιάζει ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον, λόγω της μακραίωνης παρουσίας του δουκικού οίκου στις Κυκλάδες. Ωστόσο, δεν μπορεί χωρίς συγκεκριμένη γενεαλογική ή αρχειακή μαρτυρία να θεωρηθεί ότι κάθε μεταγενέστερος Σανούδος της Πάρου κατάγεται από τον μεσαιωνικό οίκο των Δουκών του Αρχιπελάγους. Η συνωνυμία ενός επωνύμου με έναν ιστορικό οίκο δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη συγγένειας.

Παρά ταύτα, η ύπαρξη του επωνύμου στην Πάρο αξίζει ιδιαίτερη διερεύνηση, ιδίως σε βενετικά, καθολικά και παριανά αρχεία, καθώς και σε παλαιότερα συμβολαιογραφικά έγγραφα, όπου ενδέχεται να αποκαλυφθεί η ακριβής χρονική στιγμή κατά την οποία ο συγκεκριμένος οικογενειακός κλάδος εμφανίζεται στο νησί.

–1207 Η Πάρος προσαρτάται στο Δουκάτο του Αιγαίου που ιδρύει ο Μάρκος Σανούδος ανιψιός του δόγη της Βενετίας και του πρώτου Λατίνου βασιλιά της Κωνσταντινουπόλεως Ερρίκου Dandolo.

–1386 Κτήση του Δουκάτου της Νάξου γίνεται η Πάρος. Από το 1386 περιέρχεται στην οικογένεια Σομμαρίπα (η Ελεονόρα Σανούδου, δούκισσα του Αρχιπελάγους από τον δεύτερο γάμο της με τον Nicolo Sanudo τον Spezzabanda, δίνει την Πάρο και την Αντίπαρο προίκα στην Μαρία Sanudo, που παίρνει σύζυγο τον Gasparo Γάσπαρη) Σομμαρίπα.

–1414. Η άνοδος στο θρόνο του Δουκάτου ο φιλοτέχνης Δούκας, Σωμαρίπας Κουσίνος του Α' 1414-1462, γιός της Μαρίας Σανούδου και του άρχοντα Γκάσπαρι Σομμαρίπα.

–1483. Το νησί δόθηκε στη Μαρία Σανούδου, θυγατέρα του Σπεντζαμπάντα, από τον Φραγκίσκο Α’ Κρίσπο στα 1483, με τον όρο να παραιτηθεί από την Άνδρο και να παντρευτεί τον Γκάσπαρο ντι Σομαρίπα. Εδώ οι Σομαρίπα διαφέντεψαν τον τόπο, με πολλά σκαμπανεβάσματα, μεταξύ των οποίων και ένας πόλεμος το 1503 ανάμεσα στα μέλη των οικογενειών της Πάρου και της Άνδρουπου κράτησε έως το 1517.

 

Σαντοριναίος: Πατριδωνυμικό επώνυμο, που δηλώνει καταγωγή από τη Σαντορίνη. Όπως συμβαίνει με τα πατριδωνυμικά, διαφορετικοί κλάδοι μπορεί να μην έχουν κοινή συγγένεια, καθώς το προσωνύμιο του τόπου καταγωγής μπορούσε να αντικαταστήσει το αρχικό οικογενειακό επώνυμο. Στην Πάρο μαρτυρείται ήδη από το 1637, με τον «παπά-Νικόλαο Σαντοριναίο». Το 1844 καταγράφεται στη Νάουσα ο 35χρονος εργάτης Περής Γ. Σαντοριναίος, ενώ το 1883 και 1885 οι Νικόλαος και Περρής Σαντοριναίοι του Περρή. Το επώνυμο διατηρείται έως σήμερα στην Πάρο, με τον νεότερο κλάδο να συνδέεται από μητέρα με την οικογένεια Κατρή.

–1637. Σε πατμιακό έγγρ. Μαρτυρείται στην Πάρο, το 1637, «παπά-Νικόλαος Σαντοριναίος».
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 35χρονος εργάτης Περής Γ. Σαντοριναίος

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Σανοριναίος Νικόλαος του Περρή, 41 ετών, εργάτης και ο Σαντοριναίος Περρής του Περρή, 40 ετών, εργάτης.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Σαντοριναίος Νικόλαος του Περρή, ετών 43, εργάτης από τη Νάουσα και ο Σαντοριναίος Περρής του Περρή, 42 ετών, εργάτης από τη Νάουσα.

 

Σάντος: Επώνυμο που δεν απαντά σήμερα στην Πάρο, αλλά μαρτυρείται σε παλαιά παριανά έγγραφα, ενώ απαντά και ως βαπτιστικό. Το 1738, σε προικοσύμφωνο της Παροικιάς, αναφέρεται ο καραβοκύρης Πασχάλης Σάντος και η σύζυγός του Διαμάντη, οι οποίοι προικίζουν την κόρη τους Ανεζίνα με δύο εικόνες αγίων.

–1738. Γεώργιος Χιωτάκης και Νικόλαος Θοδωρή Χιωτάκης αναφέρονται σε προικοσύμφωνο Παροικίας στις 18 Φεβρ. 1738. Ο Γιώργος Χιωτάκης με την θυγατέρα Πασκάλη Σάντου, ονόματι Ανεζίνα.

«ο μαστρο Νικολός Θεοδωρή Χιωτάκης και η γυναίκα του δεν προσφέρουν εικόνα στο γιό τους Γεώργιο, ενώ ο καραβοκύρης Πασχάλης Σάντος και η γυναίκα του Διαμάντη δίδουν στην κόρη του Ανεζίνα δύο εικόνες αγίων» (ΓΑΚ, 212, 87ν).


Σαραντινός ή Σαρανρηνός:
Επώνυμο πιθανότατα προερχόμενο από το βαπτιστικό Σαράντης. Ο παριανός κλάδος είναι μονόκλαδος και μαρτυρείται στη Νάουσα, με καταγωγή, σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, από τη Νάξο. Για την ευρύτερη καταγωγή των Σαραντηνών έχουν διατυπωθεί διάφορες παραδόσεις, που τους συνδέουν με βυζαντινές αρχοντικές οικογένειες. Το οικογενειακό οικόσημο, με παράσταση ψαρέματος μεγάλου ψαριού, παραπέμπει σε ναυτική και αλιευτική δραστηριότητα. Στην Πάρο γνωστός υπήρξε ο Χριστόδουλος-Γεώργιος Σαραντινός, καθηγητής Μαθηματικών και πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Πάρου το 2014.

–1974. Χριστόδουλος-Γεώργιος Σαραντινός, καθηγητής Μαθηματικών από τη Νάξο, παντρεύεται την ναουσαία Μαργαρίτα Μπαρμπαρίγου το 1974. Απέκτησαν τον Ιωάννη και την Αντωνία Σαραντινού.

–1980. Χριστόδουλος-Γεώργιος Σαραντινός, καθηγητής Μαθηματικών στο Γυμνάσιο Παροικιάς το 1980.

–2014. Χριστόδουλος-Γεώργιος Σαραντινός, καθηγητής Μαθηματικών, πρόεδρος Δημοτικού Συμβουλίου Πάρου το 2014.


Σαραντόπουλος:
Πελοποννησιακό επώνυμο, με την κατάληξη -όπουλος, που δηλώνει πατρική καταγωγή ή συγγένεια, με σημασία «γιος ή απόγονος του Σαράντη». Στην Πάρο μαρτυρείται το 1804 στη Νάουσα, σε πωλητήριο, όπου αναφέρεται ο Βασιλάκης Σαραντόπουλος.

–1804. Σε πωλητήριο στη Νάουσα το 1804 αναφέρει, Βασιλάκης Σαραντόπουλος.

Σαράντος ή Σαράντου: Πατρωνυμικό επώνυμο, από το βαπτιστικό Σαράντος, παραλλαγή του Σαράντης, που προέρχεται από το αριθμητικό σαράντα και συνδέεται με τους Αγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες. Στην Πάρο μαρτυρείται το 1843 ο Ηλίας Σαράντος και το 1844 οι Ηλίας και Γεώργιος Σαράντου, κηπουροί στη Νάουσα.

–1843. Στις 17  Οκτωβρίου 1843 η συνέλευση της αντιπολίτευσης επαναλαμβάνεται, αλλά πάλι χωρίς τον Δήμαρχο Θ. Καμπάνη ο οποίος κατηγορείται από τους παρευρισκομένους ότι «αισθάνεται ανώτερος του νόμου και προβάλει ανύπαρκτες προφάσεις». Η συνέλευση αποφασίζει να προχωρήσει στην εκλογή χωρίς τον Δήμαρχο! Πρόεδρος ανέλαβε ο Δ. Χαμάρτος και προσυπέγραψαν τα 5 γεροντότερα μέλη Ν. Πούλιος, Ιωάννης Καπαρός, Λεονάρδος Κονδύλης, Ηλίας Σαράντος, Νικόλαος Ρούσσος. Οι εκλογείς ήταν οι εξής:
Πόλις Παροικίας (Δήμαρχος Θ. Καμπάνης): Ζώρζης Μ Μαυρογένης, Δημήτριος Χαμάρτος, Πέτρος Μαυρομμάτης, Ν Α Ψαράκης, Αντ Ελ Χαμάρτος, Λεονάρδος Κονδύλης.
Κωμόπολις Λευκών (Πάρεδρος Κωνσταντίνος Χανιώτης): Εμμανουήλ Ν Αρκάς, Νικόλαος Γ Ρούσσος, Νικόλαος Γ Παντελαίος, Ιωάννης Α Δεσύλλας.

Κωμόπολις Ναούσης (Δήμαρχος Ν. Μαλατέστας): Δημήτριος Π Δημητρακόπουλος, Ηλίας Σαράντος, Ιωάννης Μεταξάς, Αντώνιος Κορτιάνος (δεν παρευρέθη λόγω ασθενείας).
Χωρίον Κώστου(Πάρεδρος Ιωάννης Α. Καπαρός): Ιωάννης Α Καπαρός, Αναστάσιος Ρούσσος
Χωρίον Δραγουλά (Πάρεδρος Νικήτας Ν. Άγουρος): Γεώργιος Κληρονόμος
Χωρίον Μαρμάρων (Πάρεδρος Νικήτας Ν. Άγουρος): Ιωάννης Γιαννουλάκης, Νικήτας Άγουρος (δεν παρευρέθη λόγω ασθενείας).

Χωρίον Τσιπίδου (Δήμαρχος Μαρπήσσης ΓΣ Δελαγραμμάτης): Νικόλαος Βατιμπέλας, Νικόλας Πόυλιος, Γεώργιος Σ Δελαγραμμάτης (απών).

Χωρίον Ωλιάρου (Πάρεδρος Δ. Βιάζης): Παναγής Καλάργυρος, Ματθαίος Μαούνης.
Τα αποτελέσματα ανέδειξαν πληρεξουσίους Πάρου τους Δ. Π. Δημητρακόπουλο (21 ψήφοι) και Ζ. Μάτσα Μαυρογένη (21). Συμμετείχαν και οι Νικόλαος Ψαράκης (Παροικιά, 11 ψήφοι), Ν. Βατιμπέλας (Τσιπίδος, 7), Λεονάρδος Κονδύλης (Παροικία, 7), Νικόλαος Μαλατέστας (Νάουσα, 6 ψήφοι), Κωνσταντίνος Δαμίας (Παροικία, 6), Π. Μαυρομάτης (Παροικία, 6).

Ο Δήμαρχος Πάρου αρνήθηκε να επικυρώσει τις υπογραφές και συνεπώς την εκλογή.

–1843. Σε ονομαστικό κατάλογο των εκλογικών αποτελεσμάτων Νάουσας στις 27 Οκτωβρίου 1843 αναφέρεται ο Ηλίας Σαράντος.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 64χρονος κηπουρός Ηλίας Σαράντου, ο 54χρονος κηπουρός Σαράντου Γεώργιος

 

Σαργέντης: Επώνυμο βενετικής προέλευσης, από το ιταλοβενετικό Sargente ή Sergente, δηλαδή «λοχίας». Στην Κρήτη απαντούν συγγενείς τύποι, όπως Σαρτζέτης, Σαρτζετάκης, Σαργετάτης και Σεργεντάνης. Στην Πάρο μαρτυρείται το 1844 ο Ιωάννης Σαργέτης, 36 ετών, εργάτης στα Μάρμαρα, ενώ το 1847 καταγράφεται ο ίδιος ως Ιωάννης Σαργέντης, 38 ετών, εργάτης.

–1844. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μαρμάρων το 1844 είναι εγγεγραμμένος ο 36χρονος εργάτης Ιωάννης Σαργέτης.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο Σαργέντης Ιωάννης 38 ετών εργάτης.


Σάρδης:
Επώνυμο που μαρτυρείται στην Πάρο από τις αρχές του 19ου αιώνα, χωρίς να έχει διευκρινιστεί μέχρι σήμερα η ετυμολογική του προέλευση. Το 1821 αναφέρεται ο Ελευθέριος Σάρδης στην Παροικιά. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η μαρτυρία του Ιωάννη Σάρδη, παριανού πλοιάρχου και ιδιοκτήτη του πλοίου «Η Αφροδίτη», το 1830. Το 1847 καταγράφεται στην Παροικιά ως έμπορος. Το επώνυμο απαντά και σε συριανό έγγραφο του 1851.

–1821. Τη 8η Φεβρουαρίου 1821, Παροικιά Πάρο ο βεβαιώνει ο Ελευθέριος Σάρδης.

–1822. Σε έγγραφο των Παριανών στους Υδραίους στις 13 Απριλίου 1822 αναφέρεται ο Ελευθέριος Σάρδης από την Παροικιά.

–1827. Σε προικοσύμφωνο της 8 Οκτωβρίου 1827 αναφέρεται ο Ελευθέριος Σάρδης.

–1830. Αναφέρεται ο παροικιώτης πλοίαρχος Ιωάννης Σάρδης σε έγγραφο Παροικιάς στις 10 Αυγούστου 1830. «ο υπογεγραμμένος εγώ, γέννημα της νήσου Πάρου και κάτοικος αυτής…. Ιδιοκτήτης του πλοίου Η Αφροδίτη … με ελληνική σημαία …. Εν Παροικία της Πάρου τη 10 Αυγούστου 1830».

–1830. Έγγραφο του λιμενάρχη Πάρου – Αντιπάρου Δ. Δρίτζα προς τον πλοίαρχο Ιωάννη Σάρδη για το πλοίο του «Η Αφροδίτη» στις 11 Αυγούστου 1830. Το υπογράφουν ο τοποτηρητής Δ. Κιοσσές και ο Γραμματέας  Α.Δ. Χαμάρτος.

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Ιωάννης Σάρδης.

–1834. Το 1834 αναφέρεται ο Σάρδης Ιωάννης.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 40χρονος έμπορος Ιωάννης Σάρδης.

–1851. Σε συριανό έγγραφο αναφέρεται ο Ιωάννης Σάρδης από την Πάρο…

 

Σαρής: Βλέπε Σαρρής

 

Σαριδάκης ή Σαρικάκη ή Νιώτης: Επώνυμο πιθανότατα από το Σαρής/Σαρίς, με την πατρωνυμική κατάληξη -άκης, ιδιαίτερα χαρακτηριστική της Κρήτης. Στην Πάρο μαρτυρείται στη Μάρπησσα από το 1875. Για τον παριανό κλάδο έχει διατυπωθεί η υπόθεση χιακής προέλευσης, χωρίς μέχρι σήμερα να τεκμηριώνεται προσφυγική εγκατάσταση. Το 1903 η Γαρουφαλλιά αναφέρεται ως «Σαριδάκη ή Νιώτη», πιθανώς δηλώνοντας παρωνύμιο.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Σαριδάκης Ιωάννης του Δημητρίου 40 ετών αλιεύς.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Γαρουφαλλιά Ιωάννου Σαριδάκη ή Νιώτη, ετών 55, οικιακά, χήρα.

–1907. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Ιανουαρίου 1907, είναι εγγεγραμμένη η Μαργαρίτα Ιωάννου Σαρικάκη, ετών 37, έγγαμος.


Σαρρής ή Σαρής:
Το επώνυμο Σαρρής ή Σαρής θεωρείται πιθανότερο ότι συνδέεται με το τουρκικό sarı, «ξανθός, κιτρινωπός, ανοιχτόχρωμος». Η λέξη πέρασε στα ελληνικά ιδιώματα ως σαρίς και χρησιμοποιήθηκε ως προσωνύμιο, από το οποίο προέκυψε το επώνυμο Σαρής. Σύμφωνα με γλωσσολογική έρευνα, ο τύπος Σαρής είναι παλαιότερος, ενώ η γραφή Σαρρής αποτελεί μεταγενέστερη ορθογραφική εξέλιξη. Η σχετική έρευνα τεκμηριώνει τον τύπο ήδη από τον 18ο αιώνα.

Έχουν διατυπωθεί και άλλες ετυμολογικές εκδοχές, μεταξύ των οποίων σύνδεση με ιταλικά επώνυμα όπως Saro και Sarri. Για την παριανή οικογένεια, όμως, δεν έχει αποδειχθεί μέχρι σήμερα κάποια συγκεκριμένη ιταλική ή βενετική καταγωγή.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα εντοπισμένη μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο χρονολογείται από το 1827. Στις 15 Απριλίου 1827 αναφέρεται στην Παροικιά ο Νικόλαος Σαρής, ενώ στις 17 Απριλίου καταγράφεται «Ομολογία Νικολάου Σαρή», με κεφάλαιο 100 γρόσια.

Την ίδια χρονιά, στις 8 Οκτωβρίου, αναφέρεται ο Αντώνιος Σαρρής. Το 1829 εμφανίζονται ο Παναγιώτης Σαρρής, ηλικίας 11 ετών, στην Αλληλοδιδακτική Σχολή της Παροικιάς, και ο Μανουήλ Νικολάου Σαρρής. Στις 27 Ιανουαρίου 1830, σε προικοσύμφωνο της Παροικιάς, ο Νικόλαος Σαρρής αναφέρεται ως πατέρας του Γεωργίου.

Η πυκνότητα αυτών των πρώιμων αναφορών έχει ιδιαίτερη σημασία. Το επώνυμο δεν εμφανίζεται στην Πάρο μόνο με έναν μεμονωμένο άνθρωπο, αλλά μέσα σε λίγα χρόνια συναντάται σε περισσότερα πρόσωπα και διαφορετικές οικογενειακές γραμμές. Επομένως, το 1827 αποτελεί την παλαιότερη γνωστή μαρτυρία και όχι κατ’ ανάγκην την ημερομηνία άφιξης της οικογένειας στην Πάρο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η οικονομική κατάσταση των πρώτων Σαρρήδων που συναντούμε στις πηγές. Ο Νικόλαος Σαρής εμφανίζεται ήδη το 1827 σε χρηματική πράξη, ενώ μέσα στην επόμενη δεκαετία οι Σαρρήδες συνδέονται με ακίνητα και αγροτική περιουσία.

Σε διαθήκη της Παροικιάς, την 1η Μαΐου 1838, αναφέρεται ο Εμμανουήλ Ν. Σαρρής ως όμορος αμπελιού στη θέση Σπήλιον. Η μαρτυρία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι δείχνει ότι ήδη πριν από το 1840 υπήρχε στην Παροικιά Σαρρής με ακίνητη περιουσία και άμεση σχέση με καλλιεργήσιμη γη.

Το 1860, σε συμβολαιογραφική πράξη της Σύρου, ο Εμμανουήλ Νικολάου Σαρρής αναφέρεται ως κτηματίας, κάτοικος Πάρου.

Οι μαρτυρίες αυτές δεν επιτρέπουν ακόμη να υπολογίσουμε την έκταση της περιουσίας των Σαρρήδων, δείχνουν όμως ότι η οικογένεια είχε αποκτήσει σταθερή κτηματική βάση στην Πάρο ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του ελληνικού κράτους.

Η οικογένεια στην Παροικιά

Στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1847, ο οποίος περιλαμβάνει και την Αντίπαρο, καταγράφονται επτά άνδρες με το επώνυμο Σαρής ή Σαρρής: ο Ανδρέας, ο Κωνσταντίνος, ο Παναγιώτης, ο Νικόλαος, ο Σπύρος, ο Εμμανουήλ και ο Ιωάννης.

Οι επαγγελματικές τους ιδιότητες είναι ενδεικτικές της κοινωνικής θέσης της οικογένειας: αναφέρονται κτηματίες και γεωργοί, ενώ ο Παναγιώτης Α. Σαρρής καταγράφεται ως δημοδιδάσκαλος.

Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα οι μαρτυρίες πολλαπλασιάζονται. Οι Σαρρήδες εμφανίζονται ως γεωργοί, κτηματίες, έμποροι, ναυτικοί, αλιείς, τεχνίτες και εκπαιδευτικοί, ενώ ορισμένοι ακολούθησαν επιστημονικά και επαγγελματικά σταδιοδρομίες εκτός Πάρου.

Η συνεχής παρουσία πολλών διαφορετικών πατρωνυμικών γραμμών δείχνει ότι μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα είχε ήδη διαμορφωθεί στην Παροικιά ένας πολυπληθής και οικονομικά δραστήριος οικογενειακός πυρήνας.

Η ανάπτυξη της Ερμούπολης δημιούργησε στενούς δεσμούς ανάμεσα στους Σαρρήδες της Πάρου και τη Σύρο. Αρκετοί Παριανοί Σαρρήδες εγκαταστάθηκαν προσωρινά ή μόνιμα στην Ερμούπολη και δραστηριοποιήθηκαν στο εμπόριο, τη ναυτιλία, τις τέχνες και τα γράμματα.

Ξεχωριστή θέση κατέχει ο Ανδρέας Π. Σαρρής, γιος του Παναγιώτη Σαρρή από την Πάρο και της Φραγκώς από τη Χίο. Γεννήθηκε στη Σύρο και αναδείχθηκε σε μαθηματικό, εκπαιδευτικό και συγγραφέα. Δίδαξε επί σειρά ετών στο Γυμνάσιο Σύρου και υπηρέτησε επίσης στο Γυμνάσιο Πατρών κατά τα έτη 1897–1899. Πέθανε στην Πάρο στις 5 Απριλίου 1904.

Αδελφός του ήταν ο Φραγκίσκος Παν. Σαρρής, ο οποίος αναφέρεται ως συμβολαιογράφος της Πάρου.

Οι Σαρρήδες δεν περιορίζονταν στην Παροικιά. Στις 28 Νοεμβρίου 1903, στο δημοτολόγιο της Μάρπησσας, καταγράφεται ο Χρήστος Αντωνίου Σαρρής, 55 ετών, μαζί με τη σύζυγό του Κάνδια και τις τέσσερις θυγατέρες τους.

Η μαρτυρία αυτή αποδεικνύει την παρουσία οικογένειας Σαρρή στη Μάρπησσα στις αρχές του 20ού αιώνα. Δεν έχει όμως ακόμη τεκμηριωθεί η ακριβής συγγενική της σχέση με τους παλαιότερους Σαρρήδες της Παροικιάς.

Το ερώτημα αυτό παραμένει ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα για την ιστορία της οικογένειας.

Μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπιστεί ασφαλής γραπτή μαρτυρία Σαρρή στην Πάρο πριν από το 1827. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο νησί το έτος αυτό.

Αντίθετα, η εμφάνιση μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα πολλών Σαρρήδων, η ύπαρξη ανήλικων μελών της οικογένειας, οι συγγενικές σχέσεις που ήδη καταγράφονται και κυρίως η κτηματική παρουσία της δεκαετίας του 1830 καθιστούν πιθανό ότι η εγκατάσταση ενός ή περισσότερων κλάδων είχε προηγηθεί της πρώτης σωζόμενης μαρτυρίας.

Ιδιαίτερα η περίπτωση του Νικολάου Σαρή του 1827 παρουσιάζει ενδιαφέρον. Δεν εμφανίζεται ως άγνωστος ή περιθωριακός νεοφερμένος, αλλά ως πρόσωπο που συμμετέχει ήδη σε οικονομική πράξη. Εάν στο μέλλον εντοπιστεί προγενέστερο προικοσύμφωνο, πωλητήριο, διαθήκη ή άλλη πράξη που θα συνδέει τον Νικόλαο με παλαιότερο κάτοικο της Πάρου, θα μπορούσε να προσδιοριστεί ο πραγματικός χρόνος εγκατάστασης της οικογένειας.

Για τους Σαρρήδες της Πάρου έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο παριανός κλάδος ενδέχεται να έχει χιακή προέλευση. Η υπόθεση βασίζεται αφενός στην έντονη παρουσία του επωνύμου στη Χίο και αφετέρου στην εμφάνισή του στην Πάρο λίγα χρόνια μετά την καταστροφή της Χίου το 1822.

Η χρονική αυτή σύμπτωση είναι ενδιαφέρουσα, αλλά δεν αποτελεί απόδειξη. Μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπιστεί έγγραφο που να αναφέρει ότι ο συγκεκριμένος Νικόλαος, Αντώνιος ή άλλος πρώιμος Σαρρής της Πάρου προερχόταν από τη Χίο.

Η περίπτωση του Ανδρέα Π. Σαρρή, του οποίου η μητέρα ήταν από τη Χίο, αποτελεί επίσης ενδιαφέρον στοιχείο για τις σχέσεις της οικογένειας με το νησί, αλλά δεν αποδεικνύει χιακή καταγωγή της πατρικής γραμμής.

Επομένως, η χιακή προέλευση πρέπει να παραμείνει ως ιστορική υπόθεση που χρήζει περαιτέρω τεκμηρίωσης.

Η μεγάλη συγκέντρωση των Σαρρήδων στην Παροικιά και η συνεχής παρουσία τους στη δυτική Πάρο δημιουργούν την εντύπωση ενός ισχυρού και παλαιού οικογενειακού πυρήνα. Ωστόσο, οι διαθέσιμες πηγές δεν επιτρέπουν ακόμη να αποδειχθεί ότι όλοι οι Παριανοί Σαρρήδες κατάγονται από έναν κοινό γενάρχη.

Οι διαφορετικές πατρωνυμικές γραμμές που εμφανίζονται στις πηγές —Νικόλαος, Αντώνιος, Γεώργιος, Σπύρος, Εμμανουήλ, Δημήτριος, Ιωάννης κ.ά.— μπορούν να αντιστοιχούν είτε σε απογόνους ενός παλαιότερου προγόνου είτε σε περισσότερους ανεξάρτητους κλάδους που έφεραν το ίδιο επώνυμο.

Για τον λόγο αυτό, ασφαλέστερος είναι ο όρος «παριανοί κλάδοι των Σαρρήδων» και όχι ακόμη «μία ενιαία οικογένεια με κοινό γενάρχη».

Οι Σαρρής ή Σαρής αποτελούν έναν από τους σημαντικούς και πολυπληθείς οικογενειακούς σχηματισμούς της Παροικιάς και της δυτικής Πάρου. Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία τους στο νησί ανάγεται στο 1827, όμως τα στοιχεία που ακολουθούν δείχνουν ότι η οικογενειακή τους παρουσία και η οικονομική τους συγκρότηση είχαν ήδη προχωρήσει σημαντικά μέσα στη δεκαετία του 1830.

Η κτηματική παρουσία, οι πολλαπλές οικογενειακές γραμμές και η οικονομική δραστηριότητα των Σαρρήδων καθιστούν ιδιαίτερα πιθανό ότι η ιστορία τους στην Πάρο δεν αρχίζει το 1827, αλλά ανάγεται σε παλαιότερη, προς το παρόν μη εντοπισμένη, εγκατάσταση.

Η υπόθεση ότι ένας εύπορος πρόγονος εγκαταστάθηκε στην Πάρο και απέκτησε σημαντική ακίνητη περιουσία είναι ενδιαφέρουσα, αλλά δεν μπορεί ακόμη να θεωρηθεί ιστορικά αποδεδειγμένη. Για να επιβεβαιωθεί, απαιτείται εντοπισμός της πρώτης αγοράς γης ή άλλης πράξης που θα συνδέει τους Σαρρήδες με την Πάρο πριν από το 1827.

Η έρευνα στα παλαιότερα συμβολαιογραφικά, εκκλησιαστικά, κοινοτικά και μοναστηριακά αρχεία της Πάρου, καθώς και στα αντίστοιχα αρχεία της Χίου, είναι πιθανό να δώσει την απάντηση για τον πραγματικό χρόνο εγκατάστασης και την προέλευση των παριανών Σαρρήδων.

–1827. Σε έγγραφο της 15 Απριλίου 1827 της Παροικιάς Πάρου μαρτυρείται ο Νικόλαος Σαρής.

–1827. Καταγραφή των (μερικών) χρεών των κοινοτήτων του κάθε Μέρους κοινού της Πάρου εις την Κωνσταντινούπολιν. 17 Απριλίου 1827.

Ομολογία Νικολάου Σαρή  Κεφάλαιον γρ. 100.

–1827. Σε προικοσύμφωνο της 8 Οκτωβρίου 1827 αναφέρεται ο Αντώνης Σαρρής.

–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της πόλεως Παροικιάς

Σαρρής Παναγιώτης ετών 11.

–1829. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1829 αναφέρεται σε έγγραφο Παροικιάς ο Μανουήλ Νικολάου Σαρρής.

–1830. Προικοσύμφωνο Γεωργίου Σαρρή και Μαρίνας Μπαρμπαρή» Παροικιά, 27 Ιανουαρίου 1830. «Ο Νικόλαος Σαρρής δίδει στον γιό του Γεώργιο εικόνα των Παμμεγίστων Ταξιαρχών και η Αννέζα χήρα Κωνσταντή Μπαρμπαρή δίδει στην κόρη της Μαρίνα την εικόνα της Παναγίας Κοιμήσεως και τον Άγιον Γεώργιον και την εικόνα της Βηθλεέμ» (ΓΑΚ, 219, 62r)

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Αντώνιος Σαρρής, ο Κωνσταντής και ο Δημήτριος καθώς και οι Σπύρος και  Ανδρέας Σαρρής από τα χωριά του Κεφάλου.

–1832. Ο Νικόλαος Καλτόρος και η σύζυγός του Μαργαρίτα δίδουν στην κόρη τους Ευδοκία (που θα παντρευόταν τον Νικόλαο Ι. Σαρρή) αρχικά την εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου … (Παροικιά, Δεκέμβριος 1832). (ΓΑΚ, 219, 264r-v)

–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο Π. Σαρής και η Ειρήνη Σαρή.

–Στις 26 Μαΐου 1860 σε συμβολαιογραφική πράξη [πληρεξούσιο] στην Σύρου αναφέρεται ότι ο κάτοικος Πάρου Εμμανουήλ Νικολάου Σαρρής κτηματίας.

–1838. Σε διαθήκη Παροικιάς την 1η Μαίου 1838: «…το χωράφιον εις τοποθεσίαν Σπήλιον ομού και το εμπεριεχόμενον εις αυτό νεοκτισθέν οσπίτιον, πλησίον εις το ρηθέν χωράφι ο κύριος Ελευθέριος Χαμάρτος και ο ίδιος διαθέτης το αμπέλι έχει αγορά από Εμμανουήλ Ρίτζον εις την θέσιν Σπήλιον πλησίον αυτόν ο Εμμανουήλ Ν. Σαρρής και ο ίδιος διαθέτης…».

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 50χρονος κτηματίας Σαρής Ανδρέας, ο 45χρονος γεωργός Κωνσταντίνος Σαρής, ο 28χρονος δημοδιδάσκαλος Παναγιώτης Α. Σαρής, ο 43χρονος γεωργός Νικόλαος Σαρρής, ο 53χρονος γεωργός Σπύρος Σαρρής, ο 51χρονος γεωργός Εμμανουήλ Σαρρής και ο 26χρονος γεωργός Ιωάννης Σαρρής.

–1860. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1860 σε συμβολαιογραφική πράξη [Πωλητήριο] στην Σύρου αναφέρεται ο κάτοικος Πάρου Σαρρής Αντώνιος έμπορος πωλεί τρεχαντήρι στον Σιταρά Ιωάννη ναυτικό κάτοικο Πάρου.

–1861. Ο Ανδρέας Π. Σαρρής, καθηγητής των μαθηματικών υιός του Παναγιώτη από την Πάρο και της Φραγκώς από την Χίο, γεννήθηκε στην Σύρο στις 17 Μαρτίου 1861 και δίδαξε ως δημοδιδάσκαλος για 40 συναπτά έτη στο Γυμνάσιο Σύρου. Στη μαρμάρινη επιτύμβια εντοιχισμένη πλάκα που βρίσκετε στο οικογενειακό τους εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων (Του Σαρρή) αναγράφει: «Τω εθνικώ εργάτη και ελληνικωτάτω συγγραφεί τω μεγαλοϊδεάτη Έλληνι Ανδρέα Π. Σαρρή καθηγητή των Μαθηματικών Γεννηθέντι εν Ερμουπόλει ΙΖ Μαρτίου ΑΩΞΑ (=1861) και θανόντι εν Πάρω Ε Απριλίου Α3Δ (1904) οι εν Πάτραις ισάδερφοι φίλοι και η των Πατρών Σχολή Απόρων Παίδων Ευγνωμονούσα το σήμα τοδ έστησαν».

–1861. Το 1861 γεννιέται ο Σαρρής Σπύρος του Παναγή γεωργός κάτοικος Παροικιάς. Απεβίωσε το 1948.

–1861. Το 1861 γεννιέται ο μαθηματικός και συγγραφέα Ανδρέας Σαρρής του Παναγιώτη. Απεβίωσε το 1904.

–1864. Το 1864 γεννιέται ο Σαρρής Κωνσταντίνος του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς. Απεβίωσε το 1954.

–1869. Το 1869 γεννιέται ο Σαρρής Ιωάννης του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1870. Στις 26 Σεπτεμβρίου 1870 ο 27χρονος βυρσοδέψης από την Πάρο Νικόλαος Σαρρής του Ιωάννη και της Ανδριάνας, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Σύρο Τριανταφυλιά Στρούμπου, του Λεωνή και της Ευδοκίας.

–1870. Το 1870 γεννιέται ο Σαρρής Δημήτριος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1873. Το 1873 γεννιέται ο Σαρρής Ιωάννης του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1875. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 50χρονος δημοδιδάσκαλος Παναγιώτης Α. Σαρρής, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 20 Μαρτίου 1875.

–1876. Το 1876 γεννιέται ο Σαρρής Δημήτριος του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1876. Στις 19 Σεπτεμβρίου 1876 ο παριανή πετράς Σαρρής Στυλιανός 25 ετών κάτοικος Σύρου δηλώνουν ως μάρτυς τον θάνατο της (φίλης) του Μένενα Μαρία 95 ετών από την Χϊο κάτοικο Ερμούπολης. Ασθένεια: Γήρας.

–1876. Στις 3 Οκτωβρίου 1876 ο 27χρονος υδροφόρος από την Πάρο Γεώργιος Μυλαίος [Μηλαίος], του Φίλιππου και της Φραντζαίσκας, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 21χρονη από την Πάρο Ειρήνη Σαρρή, του Εμμανουήλ και της Κυριακής.

–1878. Στις 18 Μαρτίου 1878 ο παριανός λιθοξόος Σαρρής Νικόλαος 30 ετών κάτοικος Σύρου δηλώνει τον θάνατο του συγγενή του Βιδάλη Ευάγγελου του Φρατζ. κάτοικος Ερμούπολης. Ασθένεια: πνιγμός. Μητέρα του η Μαριγώ Μακρή.

–1879. Φραγκίσκος Παν. Σαρρής συμβολαιογράφος και ποιητής (1879).

–1883. Το 1883 γεννιέται ο Σαρρής Παναγής του Εμμανουήλ γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1883. Το 1883 γεννιέται ο Σαρρής Κοσμάς του Νικολάου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1884. Το 1884 γεννιέται ο Σαρρής Μιχαήλ του Νικολάου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1885. Το 1885 γεννιέται ο Σαρρής Γεώργιος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1888. Το 1888 γεννιέται ο Σαρρής Δημήτριος του Εμμανουήλ γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1889. Το 1889 γεννιέται ο Σαρρής Ιωάννης του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1891. Το 1891 γεννιέται ο Σαρρής Κωνσταντίνος του Δημητρίου αγωγεύς κάτοικος Παροικιάς.

–1891. Το 1891 γεννιέται ο Σαρρής Εμμανουήλ του Φραγκίσκου δικηγόρος κάτοικος Παροικιάς.

–1892. Συμβολαιογράφος Πάρου το 1892 ο Φραγκίσκος Παν. Σαρρής, γιός του δισασκάλου Παν. Σαρρή και αδερφός  του μαθηματικού και συγγραφέα Ανδρέα Σαρρή (1861-1904).

–1893. Στις 15 Ιουλίου 1893 ο παριανός Σαρρής Νικόλαος 52 ετών [παππούς] Καραγωγεύς κάτοικος Σύρου η κόρη του Δέσποινα Σαρρή [μητέρα] δηλώνουν τον θάνατο της κόρης της Μαρία Τριαντάφυλλου 11μηνών κάτοικο Ερμούπολης. Ασθένεια: Εντερίτις.

–1894. Το 1894 γεννιέται ο Σαρρής Παναγιώτης του Σπύρου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1894. Το 1894 γεννιέται ο Σαρρής Αντώνιος του Εμμανουήλ γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1895. Το 1895 γεννιέται ο Σαρρής Δημήτριος του Σπύρου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1895. Το 1895 γεννιέται ο Σαρρής Εμμανουήλ του Νικολάου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1897. Κατά τα έτη 1897-1899 ο παριανός Σαρρής Π. Ανδρέας υπηρέτησε στο Γυμνάσιο Πατρών.

–1899. Το 1899 γεννιέται ο Σαρρής Κωνσταντίνος του Ιωάννη ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.

–1899. Το 1899 γεννιέται ο Σαρρής Ιωάννης του Νικολάου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1901. Το 1901 γεννιέται ο Σαρρής Ιωάννης του Σπύρου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1901. (εφ. Αιγαίον, 22 Ιουλίου 1901). Αναφέρεται ο Ανδρέας Π. Σαρρής ο οποίος χαρακτηρίζεται «του καλού εργάτη».

–1903. Το 1903 γεννιέται ο Σαρρής Χαράλαμπος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1903. Το 1903 γεννιέται ο Σαρρής Χαράλαμπος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Χρήστος Αντωνίου Σαρρής, ετών 55, έγγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Κάνδια Χρήστου Σαρρή, ετών 30, οικιακά, έγγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Καλλιόπη Χρήστου Σαρρή, ετών 14, οικιακά, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Σοφία Χρήστου Σαρρή, ετών 10, οικιακά, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Φλώρα Χρήστου Σαρρή, ετών 6, άνευ, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Ασημίνα Χρήστου Σαρρή, ετών 2, άνευ, άγαμος.

–1904. Πέθανε το 1904 και ενταφιάστηκε στην Πάρο και καθηγητής των μαθηματικών Ανδρέας Π. Σαρρής.

–1904. Το 1904 γεννιέται ο Σαρρής Εμμανουήλ του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1905. Το 1905 γεννιέται ο Σαρρής Αναστάσιος του Εμμανουήλ γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1907. Το 1907 γεννιέται ο Σαρρής Χρυσόστομος του Εμμανουήλ γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1907. Το 1907 γεννιέται ο Σαρρής Γεώργιος του Σπύρου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1907. Το 1907 γεννιέται ο Σαρρής Γεώργιος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1907. Το 1907 γεννιέται ο Σαρρής Νικόλαος του Δημητρίου αγροφύλαξ κάτοικος Παροικιάς.

–1908. Το 1908 γεννιέται ο Σαρρής Δημήτριος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1908. Το 1908 γεννιέται ο Σαρρής Δημήτριος του Νικολάου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1908. Το 1908 γεννιέται ο Σαρρής Σπύρος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1909. 1909. Το 1909 γεννιέται ο Σαρρής Γεώργιος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1909. Το 1909 γεννιέται ο Σαρρής Στυλιανός του Σπύρου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1909. Το 1909 γεννιέται ο Σαρρής Δημήτριος του Νικολάου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1910. Το 1910 γεννιέται ο Σαρρής Γεώργιος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1912. Το 1912 γεννιέται ο Σαρρής Αντώνιος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1912. Το 1912 γεννιέται ο Σαρρής Εμμανουήλ του Παναγιώτη αλιεύς κάτοικος Παροικιάς.

–1913. Το 1913 γεννιέται ο Σαρρής Διονύσιος του Εμμανουήλ ξυλουργός κάτοικος Παροικιάς.

–1913. Το 1913 γεννιέται ο Σαρρής Ευθύμιος του Σπυρίδων γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1914. Το 1914 γεννιέται ο Σαρρής Ευάγγελος του Ιωάννη αλιεύς κάτοικος Παροικιάς.

–1914. Το 1914 γεννιέται ο Σαρρής Νικόλαος του Κοσμά γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1916. Το 1916 γεννιέται ο Σαρρής Εμμανουήλ του Δημητρίου κάτοικος της Κοιν. Παροικιάς.

–1916. Το 1916 γεννιέται ο Σαρρής Ιωάννης του Βασιλείου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1916. Το 1916 γεννιέται ο Σαρρής Δημήτριος του Πιέρρου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1916. Το 1916 γεννιέται ο Σαρρής Ηλίας του Νικολάου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1916. Το 1916 γεννιέται ο Σαρρής Σταύρος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1917. Το 1917 γεννιέται ο Σαρρής Κωνσταντίνος του Ιωάννη μυλωθρός κάτοικος Παροικιάς.

–1918. Σαρρή Αικατερίνη, όνομα συζύγου: Διονύσιος, Κύριο όνομα και επώνυμο πατρός: Ι. Γαβαλλάς. Έτος γέννησης: 1918. Επάγγελμα: οικοκυρά.

–1918. Το 1918 γεννιέται ο Σαρρής Δημήτριος του Παναγή εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1919. Το 1919 γεννιέται ο Σαρρής Κωνσταντίνος του Παναγή εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1919. Το 1919 γεννιέται ο Σαρρής Γεώργιος του Κοσμά γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1919. Οπλίτης κατά την περίοδο 1919-1922 ο Σαρρής Στυλιανός ενώ στο ναυτικό υπηρετούν οι Σαρρής Γεώργιος και Σαρρής Γεώργιος.

–1921. Το 1921 γεννιέται ο Σαρρής Σπύρος του Παναγιώτη μηχανικός κάτοικος Παροικιάς.

–1921. Το 1921 γεννιέται ο Σαρρής Ηλίας του Ιωάννη εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1921. Το 1921 γεννιέται ο Σαρρής Νικόλαος του Δημητρίου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1921. Το 1921 γεννιέται ο Σαρρής Θεόδωρος του Ιωάννη μυλωθρός κάτοικος Παροικιάς.

–1922. Το 1922 γεννιέται ο Σαρρής Στυλιανός του Κοσμά εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1924. Το 1924 γεννιέται ο Σαρρής Εμμανουήλ του Γεωργίου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1925. Το 1925 γεννιέται ο Σαρρής Στυλιανός του Παναγή γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1925. Το 1925 γεννιέται ο Σαρρής Εμμανουήλ του Κοσμά γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1925. Το 1925 γεννιέται ο Σαρρής Νικόλαος του Κωνσταντίνου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1925. Το 1925 γεννιέται ο Σαρρής Γεώργιος του Αντωνίου ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Σαρρής Κωνσταντίνος του Γεωργίου ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Σαρρής Νικόλαος του Μιχαήλ κάτοικος της Κοιν. Παροικιάς.

–1929. Το 1929 γεννιέται ο Σαρρής Κωνσταντίνος του Χαράλαμπου κάτοικος της Κοιν. Παροικιάς.

–1930. Το 1930 γεννιέται ο Σαρρής Άγγελος του Αναστασίου αλιεύς κάτοικος της Κοιν. Παροικιάς.

–1930. Το 1930 γεννιέται ο Σαρρής Στυλιανός του Παναγιώτη αλιεύς κάτοικος της Κοιν. Παροικιάς.

–1939. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός [Αντίπαρος] 28 ετών εργάτης Χρήστος Γεωρ. Σαρρής έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 21 Οκτωβρίου 1939.

–1940. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 51 ετών γεωργός Ιωάννης Δημ. Σαρρής έγγαμος, οι κόρες του Μαργαρίτα 17 ετών Άννα 14 ετών, Κωνσταντίνα 12 ετών, Αναστασία 9 ετών και η 41 ετών Μαρία. Έδωσαν όρκο στις 15 Ιουλίου 1940.

–1950. Στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Παροικιάς στις 17 Μαΐου 1950 είναι εγγεγραμμένη η Σαρρή Αικατερίνη (γεν. 1918), όνομα συζύγου Διονύσιος, όνομα πατρός Ι. Γαβαλάς.

–1954. 21 Νοεμβρίου 1954 ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ. ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΠΑΡΟΙΚΙΑ: Εψήφισαν εν όλω έγκυρα ψηφοδέλτια 1152 Έλαβον:

ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ «ΛΑΟΣ – ΕΡΓΑ» 625.

Σταυρούς κατά σειράν προτιμήσεως: Αντ. Οικονόμου 586, Ιωαν. Φραγκούλης 584, Παν. Γ. Κρητικός 375, Ιωάν. Μεν. Μαύρης 229, Γεώργιος Σπ. Δαφερέρας 222, Μιχ. Γ. Κανδεράκης 173, Ιωάννης Α. Μπουρέλης 168, Β. Μεσολογγίτης 139, Χρυς. Σαρρής 136 και Δημ. Ν. Μαύρης 119.

ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ «ΠΡΟΟΔΟΣ – ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ» 526.

Σταυρούς κατά σειράν προτιμήσεως: Ανδρέας Αυλήτης 387, Βαπτιστής Μάτσας 377, Μιχ. Δ. Πρωτόδικος 274, Γρ. Γ. Γράβαρης 272, Βας. Δ. Φωκιανός 237, Κ. Χαρατσάρης 189, Μιχ. Π. Ραγκούσης 162 κλπ.

Οι δύο πρώτοι έρχονται εκ της μειοψηφίας επειδή όμως δεν αποδέχονται, θα εισέλθουν οι δύο επόμενοι, ήτοι ο Μιχ. Πρωτόδικος και ο Γρηγόριος Γράβαρης.

–1959. 5 Απριλίου 1959 ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΠΑΡΟΙΚΙΑ: Εγγεγραμμένοι 2.614 εψήφισαν 1.392, άκυρα και λευκά 3.

Ο Συνδυασμός κ. Ανδρέα Μαρινόπουλου έλαβεν 764 ο δε Συνδυασμός του κ. Μιχ. Κρίσπη 628.
Παραθέτομεν εν λεπτομερεία τους σταυρούς προτιμήσεως τους οποίους έλαβεν έκαστος.

1) Μαρινόπουλος Αθαν. Ανδρέας 626, Δενέγρης Στυλιανός 110, Μονδάνος Ανδ. Αντ. 105, Κατρής Ν. Αγαπητός 103, Βενιζέλος Π. Ραγκούσης 94, Μπάος Π. Αντ. 66, Μαύρης Γ. Αντ. 66, Καπούτσος Γ. Δημ. 60, Σιλβέστρος Π. Κωνστ. 55, Καλακώνας Μενέγου Σάββας 44, Μαλατέστας Μιχ. Κωνστ. 41 κλπ.

2) Κρίσπης Ν. Μιχαήλ 380, Φραγκούλης Νικολ. Ιωάννης 158, Σαρρής Μιχ. Νικόλαος 111, Τσαντάνης Φ. Παναγ. 82, Κυριαζάνος Ι. Μάρκος 66, Αργυρόπουλος Δημ. Ιωάννης 63, Μουρλάς Σπ. Γεώργιος 61, Φωκιανός Δημ. Βασίλειος 53, Κρητικός Γ. Παναγ. 49, Γκίκας Ι. Αναστ. 45, Σπανός Εμμαν. Αντ. 41 κλπ οι οποίοι παραλείπονται ελλείψει χώρου.

Σύμβουλοι εξελέγησαν οι 5 πρώτοι εκ του πρώτου Συν/σμού και οι 4 εκ του δευτέρου.

 

Σαπουνουτζάκης: Επώνυμο πιθανότατα επαγγελματικής προέλευσης, από τον σαπουντζή, δηλαδή τον παρασκευαστή ή πωλητή σαπουνιού, με το υποκοριστικό επίθημα -άκης. Στην Πάρο μαρτυρείται ως προσφυγική οικογένεια στη Νάουσα.

–1829. Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Βασίλειος Σαπουνουτζάκης 50 ετών έμπορος, η σύζυγός του Στεφανάκη Σαμουνουτζάκη, η κόρη του Καλλιόπη Σαπουνουτζάκη, η αδερφή του Ανδριάνα Σαπουνουτζάκη και η παρακόρη του Μαρούσα.

 

Σαπουντζόγλους: Μικρασιατικό επώνυμο, σχηματισμένο από το σαπουντζής, «παρασκευαστής ή έμπορος σαπουνιού», και την τουρκική πατρωνυμική κατάληξη -oğlu, με σημασία «γιος ή απόγονος του σαπουντζή». Στην Πάρο μαρτυρείται ήδη από το 1822 στη Μάρπησσα, όπου καταγράφεται ο Παναγιώτης Σαπουντζόγλους.

–1822. Στα δημοτολόγια του Δήμου Μάρπησσας το 1822 είναι εγγεγραμμένος ο Σαπουντζόγλους Παναγιώτης.

–1844. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1844 είναι εγγεγραμμένος ο 47χρονος σχοινάς Παναγιώτης Σαπουντζόγλους και ο 36χρονος σχοινάς Σταύρος Σαπουντζόγλους.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 50χρονος σχοινάς Παναγιώτης Σαπουντζόγλους.

 

Σβορώνος ή Σβορόνος: Το επώνυμο Σβορώνος ή Σβορόνος είναι σπάνιο και η ακριβής ετυμολογία του δεν έχει μέχρι σήμερα τεκμηριωθεί λεξικογραφικά. Η παλαιότερη και σημαντικότερη γνωστή οικογενειακή παρουσία του επωνύμου εντοπίζεται στην Κεφαλονιά, όπου οι Σβορώνοι καταγράφονται ως Svorono μεταξύ των οικογενειών της λεγόμενης Χρυσής Βίβλου. Η οικογένεια συνδέεται με τα Σβορωνάτα, οικισμό που φέρει το όνομά της.

Οι κεφαλληνιακοί Σβορώνοι εξελίχθηκαν σε σημαντική οικογένεια του επτανησιακού εμποροναυτικού κόσμου. Υπάρχουν αναφορές για Νικόλαο Σβορώνο, ο οποίος εμπορευόταν με ιστιοφόρο στη Μάλτα και το Λιβόρνο κατά τις δεκαετίες 1760–1770, και για Γεώργιο Σβορώνο, που πραγματοποιούσε μεταφορές στα λιμάνια της Αδριατικής από τη δεκαετία του 1770 έως τις αρχές του 19ου αιώνα. Στη δεκαετία του 1820 αναφέρονται πολλοί ακόμη Σβορώνοι ως πλοιοκτήτες και έμποροι.

Τα στοιχεία αυτά παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Πάρο, επειδή το παριανό επώνυμο εμφανίζεται επίσης σε οικογένεια με εμπορική, κτηματική και αργότερα επαγγελματική δραστηριότητα. Μέχρι σήμερα, όμως, δεν έχει εντοπιστεί το ενδιάμεσο γενεαλογικό τεκμήριο που θα επέτρεπε την ασφαλή σύνδεση των δύο κλάδων.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα εντοπισμένη μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο ανάγεται στο 1817. Στα δημοτολόγια της Παροικιάς, στα οποία περιλαμβάνεται και η Αντίπαρος, καταγράφεται ο Νικόλαος Σβορόνος, ηλικίας 26 ετών.

Η χρονολογία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική. Δείχνει ότι το επώνυμο υπήρχε στην Πάρο ήδη πριν από την Ελληνική Επανάσταση και, επομένως, δεν μπορεί να αποδοθεί στους προσφυγικούς πληθυσμούς που έφθασαν στο νησί μετά τα γεγονότα του 1821–1822.

Το 1827, σε προικοσύμφωνο της Παροικιάς της 8ης Οκτωβρίου, αναφέρεται ο Νικόλαος Σβορώνος Νικολούδης, σύζυγος της Μαργετάκης Πρωτόδικου. Το έγγραφο αναφέρει αγρόκτημα στη θέση Φλόγα, όπου βρισκόταν ο ναός του Αγίου Ιωάννη, πλησίον των ιδίων και του Δημητράκη Χαμάρτου. (ΓΑΚ, Κωδ. 218, σ. 175–176).

Η συγκεκριμένη μαρτυρία είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, επειδή δείχνει ότι ο Νικόλαος Σβορώνος είχε ήδη ενταχθεί στον παριανό κοινωνικό ιστό και είχε συνδεθεί μέσω γάμου με την οικογένεια Πρωτόδικου.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1830 το επώνυμο εμφανίζεται και στις Λεύκες. Στις 2 Μαΐου 1831 ο Ευστάθιος Θωμά Σβορώνος καταγράφεται ως μαθητής της Αλληλοδιδακτικής Σχολής Λευκών (ΓΑΚ, Υ.Θ., φ. 39).

Το 1833 στην Ελληνοδιδακτική Σχολή Παροικιάς καταγράφεται ο Γ. Σβορόνος.

Η παρουσία της οικογένειας στις Λεύκες γίνεται σαφέστερη κατά τα επόμενα χρόνια. Το 1844 ο Θωμάς Σβορόνος, 60 ετών, αναφέρεται στον εκλογικό κατάλογο ως κτηματίας. Το 1847 καταγράφεται και πάλι, 63 ετών, μαζί με τον Ιάκωβο Σβορόνο, 26 ετών, γεωργό.

Το 1862 γεννιέται στις Λεύκες ο Αντώνιος Σβορώνος του Ιακώβου, γεγονός που επιβεβαιώνει τη συνέχεια του συγκεκριμένου οικογενειακού κλάδου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο Ιάκωβος Σβορώνος του Θωμά. Το 1875, στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ύριας, καταγράφεται 57 ετών και έμπορος, ενώ ο γιος του Θωμάς Σβορώνος του Ιακώβου, 23 ετών, αναφέρεται ως μεταπράτης. Η μετάβαση από την αγροτική και κτηματική δραστηριότητα στο εμπόριο δείχνει την οικονομική εξέλιξη του κλάδου.

Παράλληλα με τον κλάδο των Λευκών, οι Σβορώνοι είχαν ισχυρή παρουσία στην Παροικιά. Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα εμφανίζονται σε ιδιοκτησίες, εμπορικές δραστηριότητες και κοινωνικές υποθέσεις.

Ιδιαίτερη θέση κατέχει ο Ιωάννης Ν. Σβορώνος, του οποίου η οικία βρισκόταν στην παλιά Αγορά της Παροικιάς. Επιτοίχια πλάκα στην οικία αναγράφει:

«ΟΙΚΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ Ν. ΣΒΟΡΩΝΟΥ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΘΕΙΣΑ ΚΑΤΑ ΙΟΥΝΙΟΝ 1891».

Ο ίδιος πέθανε στις 8 Ιανουαρίου 1898 και στην Αγία Ελεούσα της Παροικιάς σώζεται εντοιχισμένη πλάκα που τον χαρακτηρίζει «κτήτωρ του Ιερού Ναού».

Η αναφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την κοινωνική ιστορία της οικογένειας, καθώς φανερώνει ότι ο Ιωάννης Ν. Σβορώνος διέθετε την οικονομική δυνατότητα να χρηματοδοτήσει ή να συνδεθεί ως κτήτορας με εκκλησιαστικό οικοδόμημα.

Η σχέση των Σβορώνων με τα εκκλησιαστικά ιδρύματα της Παροικιάς δεν περιορίζεται στην Αγία Ελεούσα.

Στον ναό του Αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη, γνωστού ως «του Ραντεβουδιάρη», επιγραφή του 1887 αναφέρει τον Ιωάννη Α. Σβορώνο ως χρηματοδότη και επιμελητή της ανακαίνισης του ναού.

Ακόμη, σε εικόνα του Αγίου Γεωργίου, στην πλατεία Βεντουρή της Παροικιάς, υπάρχει αφιέρωση του Σπυρίδωνος και της Χαδεμένης Σβορώ(νου) του 1905.

Οι μαρτυρίες αυτές δείχνουν ότι κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα μέλη της οικογένειας συμμετείχαν ενεργά στη θρησκευτική και κοινοτική ζωή της Παροικιάς.

Η παράδοση ότι τμήμα της οικογένειας συνεχίστηκε στην Πάρο μέσω θηλυγονίας, με τις οικογένειες Πρωτόδικου και Παπαβασιλείου, παρουσιάζει ενδιαφέρον και πρέπει να διατηρηθεί στην έρευνα.

Η σχέση με τους Πρωτόδικους, πάντως, δεν αποτελεί απλώς προφορική παράδοση. Ήδη το 1827 ο Νικόλαος Σβορώνος Νικολούδης εμφανίζεται σε προικοσύμφωνο ως σύζυγος της Μαργετάκης Πρωτόδικου (ΓΑΚ, Κωδ. 218, σ. 175–176).

Για τη σύνδεση με τους Παπαβασιλείου απαιτείται περαιτέρω έλεγχος ληξιαρχικών και εκκλησιαστικών πράξεων, ώστε να προσδιοριστεί με ακρίβεια ο γυναικείος κλάδος και η γενεαλογική συνέχεια.

Η σημαντικότερη υπόθεση που προκύπτει από τη νέα έρευνα είναι η πιθανή σχέση του παριανού κλάδου με τους Σβορώνους της Κεφαλονιάς.

Η κεφαλληνιακή οικογένεια Svorono περιλαμβάνεται στους καταλόγους των οικογενειών της Χρυσής Βίβλου και συνδέεται με τα Σβορωνάτα, τα οποία φέρουν το όνομα της οικογένειας.

Οι πηγές για την κεφαλληνιακή οικογένεια παρουσιάζουν ιδιαίτερα έντονη εμποροναυτική δραστηριότητα ήδη από τον 18ο αιώνα. Στις αρχές του 19ου αιώνα Σβορώνοι εμφανίζονται σε εμπορικές διαδρομές της Αδριατικής και της δυτικής Μεσογείου, ενώ το 1804 ένας Ιωάννης Σβορώνος καταγράφεται μεταξύ των Ελλήνων εμπόρων του ελληνικού μαγιστράτου του Ταϊγανίου.

Το γεγονός ότι ένας παριανός κλάδος εμφανίζεται ήδη το 1817, ενώ την ίδια περίοδο υπήρχαν Σβορώνοι με έντονη εμπορική και ναυτική δραστηριότητα στον επτανησιακό χώρο, καθιστά την υπόθεση της μετακίνησης ενός κλάδου από το Ιόνιο προς τις Κυκλάδες ιστορικά ενδιαφέρουσα, αλλά όχι αποδεδειγμένη.

Δεν πρέπει, επομένως, να γραφεί ότι οι Σβορώνοι της Πάρου ήταν Κεφαλλήνες χωρίς να βρεθεί ενδιάμεσο γενεαλογικό τεκμήριο.

Το επώνυμο απαντά και στη Μύκονο, γεγονός που δείχνει ευρύτερη παρουσία του στην αιγαιακή περιοχή.

Από τη Μύκονο καταγόταν ο Ιωάννης Ν. Σβορώνος (1863–1922), ο οποίος εξελίχθηκε σε σημαντικό αρχαιολόγο και νομισματολόγο, διετέλεσε διευθυντής του Νομισματικού Μουσείου Αθηνών και καθηγητής Νομισματολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τα Γενικά Αρχεία του Κράτους επιβεβαιώνουν τη γέννησή του στη Μύκονο το 1863 και τη σταδιοδρομία του.

Δεν έχει μέχρι σήμερα τεκμηριωθεί συγγενική σχέση ανάμεσα στον μυκονιάτικο κλάδο και τους Σβορώνους της Πάρου ή της Κεφαλονιάς.

Οι Σβορώνοι της Πάρου αποτελούν παλαιό και κοινωνικά δραστήριο οικογενειακό σύνολο, με την παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή παριανή μαρτυρία να ανάγεται στο 1817. Κατά τον 19ο αιώνα εμφανίζονται στην Παροικιά και στις Λεύκες ως κτηματίες, γεωργοί, έμποροι και μεταπράτες, ενώ μέλη τους συνδέονται με την ανέγερση, ανακαίνιση και υποστήριξη εκκλησιαστικών ναών.

Η χρονολογία του 1817 καθιστά μη τεκμηριωμένη την παλαιότερη υπόθεση ότι πρόκειται για οικογένεια προσφύγων. Αντίθετα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πιθανότητα σύνδεσης με την παλαιά οικογένεια Σβορώνου της Κεφαλονιάς, η οποία ήταν καταχωρισμένη ως Svorono στη Χρυσή Βίβλο και είχε αναπτύξει σημαντική εμποροναυτική δραστηριότητα. Η σύνδεση αυτή, όμως, παραμένει υπόθεση εργασίας.

Το επόμενο κρίσιμο βήμα της έρευνας είναι η αναζήτηση παλαιότερων προικοσυμφώνων, αγοραπωλητηρίων, διαθηκών και εκκλησιαστικών καταγραφών στην Πάρο, ώστε να συνδεθούν γενεαλογικά ο Νικόλαος Σβορόνος του 1817 με τον Νικόλαο Σβορώνο Νικολούδη του 1827 και, στη συνέχεια, με τον Θωμά Σβορόνο των Λευκών. Μόνο τότε θα μπορέσει να εξεταστεί με ασφάλεια εάν οι παριανοί Σβορώνοι αποτελούν έναν ενιαίο κλάδο και εάν υπάρχει κοινός πρόγονος με την κεφαλληνιακή οικογένεια.

–1817. Στα δημοτολόγια Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 26χρονος Σβορόνος Νικόλαος.

–1827. Σε προικοσύμφωνο του Νικολάου Σφορώνου Νικολούδη και Μαργετάκης Πρωτόδικου (Παροικία 8 Οκτ. 1827) «έτι το χωράφι της Φλόγας έχει την εκκλησίαν μέσα του Αγίου Ιωάννου πλησίον οι ίδιοι και ο Δημητράκης Χαμάρτος» «Ο Αντωνάκης Πρωτόδικος και η σύζυγός του Μαρινάκη προσφέρουν στην κόρη τους δύο αγίας εικόνας εις σκέπην και βοήθειάν των, την Παναγίαν Φεβρουαριώτισσαν και τον Άγιον Βασίλειον. Ο Σβορώνος Νικολούδης δεν προσφέρει εικόνες» (ΓΑΚ, 218, 175-176).

–1831. Ο Ευστάθιος Θωμά Σβορώνος ήταν μαθητής της Αλληλοδιδασκαλικής Σχολής Λευκών 1831 Μαΐου 2 (ΓΑΚ, Υ.Θ. φ. 39).

–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο Γ. Σβορόνος.

–1844. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών το 1844 είναι εγγεγραμμένος ο 60χρονος κτηματίας Θωμάς Σβορόνος.

–1846. Ο Θωμάς Σβορώνος σε έγγραφα Παροικιάς της 16ης Μαΐου 1846.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 56χρονος γεωργός Νικόλαος Σβορόνος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 63χρονος κτηματίας Θωμάς Σβορόνος και ο 26χρονος γεωργός Ιάκωβος Σβορόνος.

–1862. Το 1862 γεννιέται στις Λεύκες ο Σβορώνος Αντώνιος του Ιακώβου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ύριας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Σβορώνος Θωμάς του Ιακώβου, ετών 23, μεταπράτης και ο Σβορώνος Ιάκωβος του Θωμά, ετών 57, έμπορος.

–1876. Σε πίνακα των γάμων που τελέστηκαν το έτος 1876 Ιαν. 18 στις Λεύκες αναφέρεται ότι ο 28χρονος Δημήτριος Χανιώτης του Νικολάου και της Ειρήνης να νυμφεύεται την 25χρονη Άννα Σβορώνου του Ιάκωβου και της Μαρίας.

–1887. Στις 11 Νοεμβρίου 1887 ο 37χρονος εμπορουπάλληλος από την Πάρο Γεώργιος Μονδάνος, του Αντωνίου και της Βικτωρίας Σβουρίνα [ίσως Σβορώνου, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 35χρονη από την Πάρο Αικατερίνη Σκορδίλη, του Ιωάννη και της Μαριγώς.

–1887. Επιγραφή στο εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη του Καλυβίτου γνωστό ως «του  Ραντεβουδιάρη» αναφέρει «ΔΑΠΑΝΗ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ Α. ΣΒΟΡΩΝΟΥ ΑΝΕΚΑΙΝΙΣΘΗ Ο …ΛΟΣ.ΟΣ? ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΚΑΛΥΒΙΤΟΥ ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ 1887.

–1890. Ουρανία Σβορώνου, σύζυγός της ο τραπεζικός Ανδρέας Παπαβασιλείου του Δημητρίου. Απέκτησαν έναν γιό τον Δημήτριος Παπαβασιλείου δικηγόρο.

–1891. Επιτοίχια πλάκα στην οικία του Ιωάννη Ν. Σβορώνου στην παλιά Αγορά Παροικιάς αναφέρει: «ΟΙΚΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ Ν. ΣΒΟΡΩΝΟΥ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΘΕΙΣΑ ΚΑΤΑ ΙΟΥΝΙΟΝ 1891».

–1898. Στο νάρθηκα στην Αγία Ελεούσα Παροικιάς υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα, η οποία αναγράφει τα εξής: «Ιωάννης Ν. Σβορώνος απεβίωσεν 8 Ιανουαρίου 1898 κτήτωρ του Ιερού Ναο».

–1898. Πίναξ του Συνδέσμου των εν Λαυρίω, Αθήναις περιχώροις και Πειραιει ΠΑΡΙΩΝ, εμφαίνων ονοματεπώνυμων μελών της Περιόδου 1ης Ιουνίου 1898 ο Σβορόνος Ι. Θωμάς.

–1905 Σε εικόνα του ναού του Αγίου Γεωργίου στην Πλ. Βεντουρή στην Παροικιά. Αφιέρωμα Σπυρίδωνος και Χαδεμένης Σβορών(ου) 1905.

–1977. Ενοικιαζόμενα διαμερίσματα στη Νάουσα το 1977 του Σβορώνου.


Σγαρδέλης ή Σγαρδέλλης:
Είναι σπάνιο οικογενειακό επώνυμο, του οποίου η ακριβής ετυμολογία δεν έχει μέχρι σήμερα τεκμηριωθεί. Για την παριανή οικογένεια υπάρχει παράδοση μικρασιατικής καταγωγής από τον Τσεσμέ της Μικράς Ασίας, ενώ ως προγενέστερο επώνυμο αναφέρεται το Κουσίδης. Η πληροφορία αυτή καταγράφεται από τον Νίκο Χρ. Αλιπράντη στη μελέτη του για τους Μικρασιάτες πρόσφυγες της Πάρου.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο ανάγεται στο 1839, όταν σε συμβόλαιο αγοραπωλησίας αναφέρεται ο Γεώργιος Μ. Σγαρδέλης.

Το 1847, στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς, καταγράφονται τρεις Σγαρδέληδες: ο Γεώργιος, 56 ετών, γεωργός, ο Γεράσιμος, 38 ετών, ποιμήν, και ο Μιχάλης, 30 ετών, γεωργός. Η παρουσία περισσότερων ενηλίκων ανδρών ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα δείχνει ότι η οικογένεια είχε εγκατασταθεί και αναπτυχθεί στην Πάρο.

Ιδιαίτερα ισχυρή υπήρξε η παρουσία της οικογένειας στην Αντίπαρο. Οι μεταγενέστερες δημοτολογικές και εκλογικές καταγραφές επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε διαδοχικές γενιές.

Το 1865 καταγράφεται ο Ανδρέας Σγαρδέλης του Σπυρίδωνα, γεωργός, κάτοικος Αντιπάρου. Ακολουθούν ο Γεράσιμος του Παναγιώτη, γεννημένος το 1881, ο Αριστείδης του Παναγιώτη, γεννημένος το 1891, ο Σταύρος του Ανδρέα, γεννημένος το 1906, και ο Παναγιώτης του Γεράσιμου, γεννημένος το 1907.

Οι πατρωνυμικές αυτές ενδείξεις δείχνουν ότι στην Αντίπαρο αναπτύχθηκαν τουλάχιστον δύο οικογενειακές γραμμές, του Ανδρέα και του Παναγιώτη. Η κοινή παρουσία του επωνύμου στην Πάρο και την Αντίπαρο, ήδη από τον 19ο αιώνα, καθιστά πιθανό ότι πρόκειται για διακλαδώσεις του ίδιου παριανού οικογενειακού κορμού. Ωστόσο, δεν έχει ακόμη εντοπιστεί το πρωτογενές έγγραφο που να συνδέει με βεβαιότητα τις συγκεκριμένες γραμμές.

Ιδιαίτερα χρήσιμη είναι η καταγραφή του 1875, όπου εμφανίζονται ο Μιχάλης Σγαρδέλης του Γεωργίου, 55 ετών, γεωργός, και ο Χρύσης Σγαρδέλης του Μιχαήλ, 24 ετών, επίσης γεωργός. Η πατρωνυμική ακολουθία Γεώργιος – Μιχάλης – Χρύσης παρέχει ένα από τα σημαντικότερα διαθέσιμα στοιχεία για την ανασύσταση του παριανού κλάδου.

Παράλληλα, η παρουσία των Σγαρδέληδων στην Αντίπαρο συνεχίζεται κατά τον 20ό αιώνα. Το 1912 ο Πιέρος Π. Σγαρδέλης περιλαμβάνεται μεταξύ των πεσόντων της περιόδου των Βαλκανικών Πολέμων. Το 1964, στις κοινοτικές εκλογές της Αντιπάρου, εξελέγη πρόεδρος της Κοινότητας ο Παναγιώτης Σγαρδέλης, γεγονός που δείχνει τη σημαντική κοινωνική θέση της οικογένειας στην τοπική κοινωνία.

Ξεχωριστή θέση στις παριανές μαρτυρίες κατέχει ο Μιχαήλ Ι. Σγαρδέλης ή Μελίγκορδας, ο οποίος το 1911 αναφέρεται σε εκλογικό κατάλογο ως γεωργός ηλικίας 107 ετών, ενώ άλλες αναφορές ανεβάζουν την ηλικία του στα 111 χρόνια. Οι ηλικίες αυτές χρειάζονται διασταύρωση με ληξιαρχικές και δημοτολογικές πηγές, καθώς στις παλαιές εκλογικές καταστάσεις εμφανίζονται συχνά αποκλίσεις.

Οι Σγαρδέληδες αποτελούν παλαιό οικογενειακό κλάδο της Πάρου, με πρώτη γνωστή μαρτυρία το 1839 και ισχυρή παρουσία κατά τον 19ο και 20ό αιώνα στην Παροικιά, τη Μάρπησσα, τα Μάρμαρα και κυρίως την Αντίπαρο.

Η μικρασιατική καταγωγή από τον Τσεσμέ και το προγενέστερο επώνυμο Κουσίδης αποτελούν σημαντική οικογενειακή και ιστοριογραφική παράδοση. Η Αντίπαρος δεν φαίνεται να αποτελεί ανεξάρτητη οικογένεια με το ίδιο επώνυμο, αλλά μάλλον διακλάδωση του παριανού οικογενειακού κορμού, υπόθεση που ενισχύεται από τη χρονική συνέχεια και τις πατρωνυμικές καταγραφές, χωρίς ακόμη να έχει αποδειχθεί πλήρως με αδιάσπαστη γενεαλογική αλυσίδα.

–1839. Έγγραφο έτους 1839, συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Γεωργίου Μ. Σγαρδέλη.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο Σγαρδέλης Γεώργιος 56 ετών γεωργός (απεβίωσε), ο 38χρονος ποιμήν Γεράσιμος Σγαρδέλης και ο 30χρονος Μιχάλης Σγαρδέλης γεωργός.

–1865. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1865 κάτοικος Αντιπάρου Σγαρδέλης Ανδρέας του Σπυρίδωνα, γεωργός. Το 1949 μεταγράφετε σε άλλη Κοινότητα.

–1881. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1881 κάτοικος Αντιπάρου Σγαρδέλης Γεράσιμος του Παναγιώτη, εργάτης.

–1885. Το 1885 γεννιέται στην Αντίπαρο η Ελένη Σ. Φαρούπου, μετέπειτα σύζυγος του Γεράσιμου Σγαρδέλη.

–1885. Το 1885 γεννιέται η κάτοικος Αντιπάρου Ειρήνη Σγραρδέλλη του Παναγιώτη, μετέπειτα σύζυγος Δημητρίου Τριαντάφυλλου.

–1891. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1891 κάτοικος Αντιπάρου Σγαρδέλης Αριστείδης του Παναγιώτη, εργάτης.

–1896. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1896 στην Αθήνα ο Σβορώνος Λεωνίδας του Αντωνίου.

–1900. Το 1900 γεννιέται η κάτοικος Αντιπάρου Σγαρδέλη Άννα του Αντωνίου, μετέπειτα σύζυγος Απόκοτος Θεολόγος.

–1901. Το 1901 γεννιέται ο Σγαρδέλης Βασίλειος του Χρήστου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1906. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1906 κάτοικος Αντιπάρου Σγαρδέλης Σταύρος του Ανδρέα εργάτης.

–1907. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1907 κάτοικος Αντιπάρου Σγαρδέλης Παναγιώτης του Γεράσιμου ναυτικός. 

–1911. Μακροβιότερος κάτοικος της Πάρο το 1911 είναι ο γεωργός Μιχαήλ Ι. Σγαρδέλης ή Μελίγκορδας. Σε εκλογικό κατάλογο της Πάρου αναγράφεται η ηλικία του 107 ετών, ενώ κατά άλλους ήταν 111 ετών.

–1912. Στο μνημείο των πεσόντων στο Δημοτικό Σχολείο Αντιπάρου αναγράφεται ως πεσόντας την περίοδο 1912-13 ο Πιέρος Π. Σγαρδέλης

–1921. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1921 κάτοικος Αντιπάρου Σγαρδέλης Παναγιώτης του Αριστείδη εργάτης.

–1924. Το 1924 γεννιέται στην Αντίπαρο η Μαρούσα Γ. Σγαρδέλη.

–1925. Το 1925 γεννιέται ο Σγαρδέλης Χρήστος του Βασιλείου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1946. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1946 είναι εγγεγραμμένος ο Σγαρδέλης Χρήστος του Βασιλείου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1964. Κοινοτικαί Εκλογαί 5 Ιουλίου 1964. Εις ΑΝΤΙΠΑΡΟΣ: Κατήλθον 2 συνδυασμοί ο εις υπό τον τέως Πρόεδρον. Πρόεδρος εξελέγη ο κ. Παναγ. Σγαρδέλης και Σύμβουλοι προερχόμενοι εκ του Συνδυασμού του.

 

Σγαρέτζης: Επώνυμο άγνωστης μέχρι σήμερα ετυμολογίας. Το 1954 μαρτυρείται στην Αντίπαρο η Καλλιόπη Σγαρέτζη του Παναγιώτη, γεννημένη το 1932.

–1954. Σε εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 19 Ιουνίου 1954 υπάρχει εγγεγραμμένη η Καλλιόπη Σγαρέτζη του Παναγιώτη, κάτοικος Αντιπάρου, έτος γέννησης 1932.

 

Σεβαστός: Πατρωνυμικό επώνυμο, πιθανότατα από το βαπτιστικό Σεβαστός, αρχαίο και βυζαντινό όνομα, από το «σέβας» και το «σέβομαι». Η οικογένεια Σεβαστού, με καταγωγή από τη Μικρά Ασία, εγκαταστάθηκε στις Λεύκες της Πάρου μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922.

 

Σεκάδας: Πιθανότατα παραφθορά ή παλαιότερη γραφή του επωνύμου Σκιαδάς, χωρίς όμως να μπορεί να θεωρηθεί αποδεδειγμένη ταύτιση.

–1732. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4 Ιανουαρίου 1732, αναφέρεται ο Δημήτρης Σεκάδας.

 

Σελέντζας;  : Πιθανότατα πρόκειται για παραφθορά ή διαφορετική γραφή του επωνύμου Βελέντζας, χωρίς όμως να μπορεί να αποδειχθεί με βεβαιότητα.

–1747. Σε πρακτικό εκλογής απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό της Παροικιάς σε Γενική Συνέλευση στις 26 Οκτωβρίου 1747 μαρτυρείται ο Γεώργιος Σελάντζας

 

Σεληνιώτης: Πατριδωνυμικό επώνυμο, από τα Σελήνια της Σαλαμίνας, με την κατάληξη -ιώτης.

–1737. Δωρεά μεταξύ συζύγων στις 30 Μαρτίου 1737. Παράδοση έκανε ο Γιώργης Μπαρμπαρής του προγόνου του Αντζολου Σεληνιώτη εις το σπίτι αγορά του από τον Μιχελάκη Νταμέτζο.

 

Σεντές: Επώνυμο άγνωστης μέχρι σήμερα ασφαλούς ετυμολογίας. Έχει διατυπωθεί η υπόθεση Χιώτικης καταγωγής.

–1822. Στο δημοτολόγιο του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου) το 1822, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Ιωάννης Σεντές.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 48χρονος ναυτικός Ιωάννης Σεντές.

 

Σεργιάδης: Επώνυμο του Οσίου Αρσενίου Σεργίου Σεργιάδη, κατά κόσμον Αθανασίου, που γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1800. Σε ηλικία εννέα ετών φοίτησε στη Σχολή των Κυδωνιών και αργότερα έγινε μοναχός στο Άγιο Όρος. Δραστηριοποιήθηκε στην Πάρο και τη Φολέγανδρο, ενώ το 1861 εξελέγη ηγούμενος της Μονής Αγίου Γεωργίου Λαγκάδας. Κοιμήθηκε στη Μονή Χριστού Δάσους Πάρου στις 31 Ιανουαρίου 1877 και είναι γνωστός ως Όσιος Αρσένιος ο εν Πάρω.

–1800. Ο πολιούχος της Πάρου Άγιος Αρσένιος Σεργιάδης (1800-1877).


Σερφιώτης:
είναι πατριδωνυμικό επώνυμο, δηλαδή επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από συγκεκριμένο τόπο. Ο καταγόμενος από τη Σέριφο.

Η παλαιότερη μαρτυρία στην Πάρο

Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο είναι ιδιαίτερα παλαιά. Το 1639, σε διαθήκη του ιερομονάχου Ησαΐα Δαμία, αναφέρεται ο «γαμπρός του Σερφιώτη», σε σχέση με περιουσιακό στοιχείο που ανήκε στο μοναστήρι του. Η μαρτυρία αυτή αποτελεί μέχρι σήμερα την παλαιότερη γνωστή ένδειξη του επωνύμου στην Πάρο.

Η αναφορά είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς δείχνει ότι ήδη στις αρχές του 17ου αιώνα το πατριδωνύμιο είχε αποκτήσει χρήση ως οικογενειακό προσδιοριστικό.

Η οικογένεια κατά τον 18ο αιώνα

Το 1747, σε διαθήκη της 30ής Μαρτίου, αναφέρεται κτήμα του Αντώνη Σερφιώτη. Η νέα αυτή μαρτυρία, περισσότερο από έναν αιώνα μετά την πρώτη, δείχνει τη συνέχιση της παρουσίας του επωνύμου στην Πάρο.

Η χρονική απόσταση μεταξύ των δύο καταγραφών δεν επιτρέπει, χωρίς ενδιάμεσα έγγραφα, να αποδειχθεί ότι πρόκειται για την ίδια γενεαλογική γραμμή.

Οι Σερφιώτηδες της Παροικιάς τον 19ο αιώνα

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η προικοσυμφωνία της 3ης Φεβρουαρίου 1824 στην Παροικιά, μεταξύ του Γεώργη Κορφιάτη Σκλαβούνου και της Μαρίας Σερφιώτη. Στο έγγραφο αναφέρεται ο πατέρας της, Νικολός Κωνσταντή Σερφιώτης, ο οποίος της παραχωρεί ως προίκα τρεις άγιες εικόνες. (ΓΑΚ, 215, φ. 102v.)

Η συγκεκριμένη μαρτυρία είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, επειδή παρέχει πατρωνυμική ακολουθία και επιτρέπει τη σύνδεση του επωνύμου με συγκεκριμένη οικογένεια της Παροικιάς.

Το 1847, στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς, καταγράφονται ο Βαρθολομαίος Σερφιώτης, 36 ετών, γεωργός, και ο Κωνσταντίνος Σερφιώτης, 43 ετών, επίσης γεωργός. Η παρουσία περισσότερων ενηλίκων ανδρών δείχνει ότι το επώνυμο είχε πλέον σταθερή θέση στην κοινωνία της Παροικιάς. Στον εκλογικό κατάλογο του 1875 καταγράφεται επίσης ο Νικόλαος Σερφιώτης του Βαρθολομαίου, 34 ετών, γεωργός.

Η συνέχεια της οικογένειας

Η οικογενειακή παρουσία συνεχίζεται κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα. Το 1869 γεννήθηκε ο Βαρθολομαίος Σερφιώτης του Νικολάου, κτίστης στην Παροικιά, ο οποίος απεβίωσε το 1954. Το 1908 αναφέρεται ο Ιωάννης Σερφιώτης του Βαρθολομαίου, επίσης κτίστης και κάτοικος Παροικιάς.

Στους εκλογικούς καταλόγους του 1946 και του 1950–1953 εμφανίζονται μέλη της ίδιας οικογένειας, γεγονός που επιβεβαιώνει τη συνέχεια του επωνύμου στην Παροικιά έως τα μέσα του 20ού αιώνα.

Οι Σερφιώτηδες αποτελούν παλαιό παριανό οικογενειακό κλάδο, με πρώτη γνωστή μαρτυρία το 1639 και συνεχή παρουσία κατά τον 18ο, 19ο και 20ό αιώνα, κυρίως στην Παροικιά.

–1639. Σε διαθήκη του ιερομ. Ησαϊα Δαμία, του 1639 «ακόμα το δέκατο που έχω και του γαμπρού του Σερφιώτη του μοναστηριού μου».

–1747. Σε διαθήκη στις 30 Μαρτίου του 1747 αναφέρεται το κτήμα του Αντώνη Σερφιώτη.

–1824. «Προικοσύμφωνο Γεώργη Κορφιάτη Σκλαβούνου και της συζύγου αυτού Μαρίας Σερφιώτη» Παροικιά, 3 Φεβρουαρίου 1824. «Ο κυρ Νικολός Κωνσταντή Σερφιώτης δίδει στην κόρη του Μαράκι διά χάριν προικός (…) τρεις αγίας εικόνας, (…), ενώ ο πατέρας του Γεώργη Σκλαβούνου δεν δίδει εικόνα» (ΓΑΚ, 215, φ. 102v).

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 36χρονος γεωργός Βαρθολομαίος Σερφιώτης και ο 43χρονος γεωργός Κωνσταντίνος Σερφιώτης.

–1869. Το 1869 γεννιέται ο Σερφιώτης Βαρθολομαίος του Νικολάου κτίστης κάτοικος Παροικιάς. Απεβίωσε το 1954.

–1908. Το 1908 γεννιέται ο Σερφιώτης Ιωάννης του Βαρθολομαίου κτίστης κάτοικος Παροικιάς.

–1946. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1946 είναι εγγεγραμμένοι οι Σερφιώτης Βαρθολομαίος του Νικολάου και Σερφιώτης Βαρθολομαίος του Νικολάου κτίστες κάτοικοι Παροικιάς.

–1950. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1950 είναι εγγεγραμμένη η Ζουμή Πηγή  όνομα συζύγου Ιωάννης, όνομα πατρός Βαρθ. Σερφιώτης κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.

–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Σερφιώτη Αικατερίνη του Βαρθολομαίου.


Σημαντήρης:
Επαγγελματικό επώνυμο, από το «σημαντήρι», δηλαδή το εκκλησιαστικό σήμαντρο, και τον σημαντήρη, τον άνθρωπο που το κρούει.

–1687 Κτίστης του Αγ. Ιωάννη του Θεολόγου στην Νάουσας.

 

Σηφάκης: Βλέπε Σιφάκης

 

Σιακαβέλας:

–1911. Σπύρος Σιακαβέλας. Χωροφύλακας στον Αστυνομικό Σταθμό Νάουσας το 1911.

 

Σιάκος ή Σιάχος: Επώνυμο άγνωστης ασφαλούς ετυμολογίας. Η μορφή Σιάχος παρουσιάζει ενδιαφέρον, καθώς «Σιάχος» ήταν παλαιότερη ονομασία χωριού της Βοιωτίας, της σημερινής Πέτρας, γεγονός που αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο τοπωνυμικής.

–1936. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός [Μάρπησσα] 15 ετών εργάτης Παναγιώτης Ευστρ. Σιάκος άγαμος. Έδωσαν όρκο στις 1 Οκτωβρίου 1936.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Μάρπησσας στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο Σιάχος Ευστράτιος του Γεωργίου, 67 ετών έμπορος.

 

Σιαμίκος: Στην Πάρο μαρτυρείται το 1946, στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Μάρπησσας.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Μάρπησσας στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο Σιαμίκος Ιωάννης του Αντωνίου, 29 ετών εργάτης.

 

Σιάχος: Βλέπε Σιάκος

 

Σιβήλης: Βλέπε Σιβίλης

 

Σιβίλης ή Σιβήλης ή Κυδωνιάς: Η μορφή «Σιβήλης Κυδωνιάς» πιθανότατα περιλαμβάνει και τοπωνυμικό προσδιορισμό, ο οποίος ενδέχεται να δηλώνει τόπο καταγωγής ή προηγούμενη εγκατάσταση. Στην Πάρο μαρτυρείται ήδη το 1822 στη Νάουσα ο Κωνσταντίνος Σιβίλης. Το 1829, στην απογραφή προσφύγων της Νάουσας, καταγράφεται ο Κωνσταντής Σιβήλης Κυδωνιάς, 40 ετών, άνεργος, με τη σύζυγο και τις τρεις κόρες του, καθώς και ο Μιχάλης Σιβήλης, 37 ετών, καφεπώλης. Το 1844 ο Κωνσταντίνος Σιβίλης, 50 ετών, καταγράφεται ως κρεοπώλης στη Νάουσα.

–1822. Στα δημοτολόγια του 1822 του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Σιβίλης Κωνσταντίνος.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Κωνσταντής Σιβήλης Κυδωνιάς 40 ετών άνεργος, η σύζυγός του Ελένη Σιβήλη Κυδωνιά και η τρεις κόρες του Μαρία, Σταυρούλα και Κατερίνα.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Μιχάλης Σιβήλης 37 ετών καφφεπώλης.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 50χρονος κρεοπώλης Σιβίλης Κωνσταντίνος


Σιγάλας: Ε
ίναι επώνυμο δυτικής, ιταλικής προέλευσης, που απαντά στις μορφές Sigala, Cigala, De Cigala, Τζιγάλας, Τσιγάλας και Κιγάλας. Συνδέεται ετυμολογικά με την ιταλική cicala και τη λομβαρδική μορφή cigala, που σημαίνει «τζίτζικας». Η παράδοση για την καταγωγή της οικογένειας τη συνδέει με τη Γένοβα και τη Λιγουρία, ενώ υπάρχουν αναφορές για παλαιό κλάδο που από το Λέριτσι εγκαταστάθηκε στη Γένοβα.

Η οικογένεια στις Κυκλάδες

Το επώνυμο συνδέθηκε ιδιαίτερα με τη Σαντορίνη, αλλά απαντά επίσης σχεδόν σε όλες τις Κυκλάδες, όπως και την Κέρκυρα. Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της οικογένειας κατέχει ο κλάδος της Σαντορίνης, από τον οποίο προήλθαν πρόσωπα με σημαντική εκκλησιαστική παρουσία. Το οικογενειακό οικόσημο με τον δικέφαλο αετό, που αποδίδεται σε μέλος του σαντορινιού κλάδου, συνδέεται με καθολικό επίσκοπο Τήνου και Μυκόνου και φέρει χρονολογία 1738. Η σχετική επιτύμβια πλάκα μεταφέρθηκε το 1868 από την παλαιά καθέδρα του Αγίου Ιωάννη του Εξωμβούργου στην Τήνο.

Η παρουσία στην Πάρο

Στην Πάρο το επώνυμο μαρτυρείται κατά τον 19ο αιώνα και ιδιαίτερα στην Παροικιά, όπου αναπτύχθηκε οικογένεια με παρουσία σε διαφορετικές επαγγελματικές και κοινωνικές δραστηριότητες.

Το 1881 γεννήθηκε ο Μάρκος Σιγάλας του Νικολάου, κτηματίας, κάτοικος Παροικιάς, ο οποίος απεβίωσε το 1948. Το 1882 αναφέρεται η Μαρουσώ Σιγάλα του Νικολάου, ενώ το 1885 ο Παναγής Σιγάλας του Νικολάου, έμπορος και κάτοικος Παροικιάς. Το 1898 γεννήθηκε ο Κωνσταντίνος Σιγάλας του Αντωνίου, ναυτικός.

Εκπαιδευτική και κοινωνική παρουσία

Η οικογένεια συνδέθηκε και με την εκπαίδευση της Παροικιάς. Το 1916–1917 ο Μάρκος Α. Σιγάλας υπηρετούσε ως δάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Παροικιάς.

Στους εκλογικούς καταλόγους του 1946 καταγράφονται ο Μάρκος Σιγάλας του Νικολάου, κτηματίας, ο Παναγής Σιγάλας του Νικολάου, έμπορος, και ο Κωνσταντίνος Σιγάλας του Αντωνίου, ναυτικός. Η παρουσία τους δείχνει τη σταθερή κοινωνική και οικονομική θέση της οικογένειας στην Παροικιά.

Η οικογενειακή συνέχεια

Η οικογένεια συνεχίζεται και στον 20ό αιώνα. Ο Νικόλαος Σιγάλας του Μάρκου, γεννημένος το 1919, αναφέρεται ως υπάλληλος, ενώ ο Μιχαήλ Σιγάλας του Μάρκου, γεννημένος το 1922, ως γεωργός. Το 1925 γεννήθηκε η Μαρία Σιγάλα του Μάρκου και το 1927 ο Φραγκίσκος Σιγάλας του Μάρκου, ναυτικός. Το 1930 αναφέρεται ο Δημήτριος Σιγάλας του Πανάγου.

Η οικογένεια εμφανίζεται και σε φωτογραφικό και σχολικό υλικό της Παροικιάς κατά τη δεκαετία του 1930 και του 1940, ενώ οι εκλογικοί κατάλογοι του 1950 και 1953 επιβεβαιώνουν τη συνέχεια του επωνύμου.

–1881. Το 1881 γεννιέται ο Σιγάλας Μάρκος του Νικολάου κτηματίας κάτοικος Παροικιάς. Απεβίωσε το 1948.

–1882 Γεννιέται το 1882 η Μαρουσώ Σιγάλα του Νικολάου. Σύζυγός της ο Αθανάσιος Μαρινόπουλος (1873) και έκαναν έξι παιδιά. Τον Ανδρεά (1916).

–1885. Το 1885 γεννιέται ο Σιγάλας Παναγής του Νικολάου έμπορος κάτοικος Παροικιάς.

–1898. Το 1898 γεννιέται ο Σιγάλας Κωνσταντίνος του Αντωνίου ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.

–1916. Διδάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Παροικιάς κατά την περίοδο 1916-17 ο Μάρκος Α. Σιγάλας.

–1919. Το 1919 γεννιέται ο Σιγάλας Νικόλαος του Μάρκου υπάλληλος κάτοικος Παροικιάς.

–1922. Το 1922 γεννιέται ο Σιγάλας Μιχαήλ του Μάρκου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1925. Το 1925 γεννιέται η Σιγάλα Μαρία του Μάρκου κάτοικος της Κοιν. Παροικιάς.

–1927. Το 1927 γεννιέται ο Σιγάλας Φραγκίσκος του Μάρκου ναυτικός κάτοικος κοιν. Παροικιάς.

–1930. Το 1930 γεννιέται ο Σιγάλας Δημήτριος του Πανάγου κάτοικος της Κοιν. Παροικιάς.

–1933. Σε σχολικές εκδηλώσεις στην Παροικιά το 1933, διακρίνεται η μαθήτρια Ειρήνη Σιγάλα.

–1940. Σε φωτογραφεία του 1940 διακρίνεται ο Νικολάκης Σιγάλας αλλά και η Ειρήνη και Φλώρα Σιγάλα.

–1946. Στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1946 είναι εγγεγραμμένοι οι, Σιγάλας Μάρκος του Νικολάου κτηματίας, Παναγής του Νικολάου έμπορος και Κωνσταντίνος του Αντωνίου ναυτικός κάτοικοι Παροικιάς.

–1950. Στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Παροικιάς στις 17 Μαΐου 1950 είναι εγγεγραμμένη η Μαρινοπούλου Ειρήνη (γεν. 1917), όνομα συζύγου Αθανάσιος, όνομα πατρός Ν. Σιγάλας.

–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Σιγάλα Αικατερίνη όνομα συζύγου Παναγιώτης, όνομα πατρός Δημήτριος Φωκιανός.

–1961. Το 1961 απεβίωσε καθηγητής Στέφανος Κονταράτος, γιός του ιατρού Νικ. Κονταράτου και της  Αντωνίας Σκούφου. Σύζυγός του η Φραγκίσκα Σιγάλα. Απέκτησαν τον Ιωάννη Κονταράτο και την Αντωνίνα Δ. Ροζακέα.

 

Σιδεράκης: Σιδεράκης: Η οικογένεια Σιδεράκη συγκαταλέγεται στις παλαιότερα τεκμηριωμένες οικογένειες κρητικής προέλευσης στην Πάρο. Σύμφωνα με την παριανή ιστοριογραφική παράδοση, οι Σιδεράκηδες εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Τσιπίδου, ενώ το επώνυμο περιλαμβάνεται στις οικογένειες που συνδέονται με τον κρητικό εποικισμό της Πάρου. Η παρουσία τους στο νησί είναι γνωστή ήδη από το 1624.

Οι πρώτες μαρτυρίες

Το 1624 μνημονεύεται ο Πέρρος Σιδεράκης, μία από τις παλαιότερες γνωστές αναφορές του επωνύμου στην Πάρο.

Στις 3 Ιουλίου 1646, σε έγγραφο δωρεάς χωραφιού στην Αγία Αναστασία, εμφανίζεται ο Νικόλαος Σιδεράκης, ο οποίος συνέταξε την πράξη. Ο Ιωάννης Νικολού Μεσαρίτης δωρίζει στον συμπέθερό του, ιερέα Ιωάννη Παπαδόπουλο, χωράφι, το οποίο μοιράζεται στα τρία, στα παιδιά του Νικολό και Γιώργη και στον ίδιο τον ιερέα. Μάρτυρες είναι ο Νικολός Σκορδίλης και ο Νικόλα Πορταλαμιός.

Στις 1 Νοεμβρίου 1687 ο ιερομόναχος Μελέτιος Σιδεράκης αναφέρεται σε πράξη πακτώσεως του μετοχίου της Ευαγγελίστριας, στο Καστέλλι της Παροικιάς, με εκκλησίες, σπίτια και χωράφια.

Ο Μελέτιος και η Ξεχωριανή

Ο Μελέτιος αποτελεί το σημαντικότερο πρόσωπο της οικογένειας στις αρχές του 18ου αιώνα. Το 1700 εμφανίζεται ως ιερέας και μάρτυρας σε πωλητήριο χωραφιού στον Τσιπίδο, ενώ το 1706 ο Μάρκος Σιδεράκης αναφέρεται σε πρακτικό της εκλογικής επιτροπής του κοινού της Αντιπάρου.

Το 1707 ο Μελέτιος αναφέρεται ως ηγούμενος της Παναγίας Ξεχωριανής, επιβεβαιώνοντας τη στενή σχέση της οικογένειας με το σημαντικό αυτό εκκλησιαστικό ίδρυμα.

Η διαθήκη του Μελετίου, στον Κέφαλο στις 26 Ιουνίου 1724, αποτελεί σημαντικό τεκμήριο για την οικογένεια. Σε αυτήν μνημονεύεται μεταξύ άλλων ο Αλέξανδρος Καμπάνης, προύχοντας του Κεφάλου και πρώην οικονόμος της Παναγίας Ξεχωριανής.

Ο Φραντζέσκος και ο Δημήτριος

Το 1725 οι μαρτυρίες πληθαίνουν. Στις 23 Φεβρουαρίου, ο Φραντζέσκος Σιδεράκης, ρητά αναφερόμενος ως ανιψιός του Μελετίου, αφιερώνει στην Παναγία Ξεχωριανή χωράφι στην τοποθεσία Τουρτούλη, για την ψυχή του Μελετίου.

Στις 2 Απριλίου 1725, ο Μελέτιος, ως ιερομόναχος και ηγούμενος του Αγίου Αντωνίου Μεσαρίτη, πωλεί στον Δημήτριο Σιδεράκη μοναστηριακό χωράφι στην Ξεχωριανή, το οποίο είχε εκτιμήσει ο Γεώργιος Στεφανή Τζιγώνιας.

Στις 21 Σεπτεμβρίου 1725, σε προικοχάρτι στον Τσιπίδο, η Μαρούσα Μιχάλη Τζαντουλή δίνει στον γιο της Δημήτριο Σιδεράκη, μεταξύ άλλων, το σπίτι που είχε κληρονομήσει στη Μάρπησσα, στον Άγιο Ευστάθιο.

Οι πράξεις αυτές δείχνουν οικογένεια με ακίνητη περιουσία και συγγενικούς δεσμούς σε διαφορετικές περιοχές της Πάρου, αλλά και στενή σχέση με την εκκλησιαστική ζωή της Ξεχωριανής.

Η συνέχεια της οικογένειας

Στις 6 Νοεμβρίου 1731, ο παπά-Εμμανουήλ Τριβυζάς υπογράφει στον Τσιπίδο τη διαθήκη του Δημητρίου Σιδεράκη. Ο Δημήτριος ζητά να ταφεί στον Άγιο Γεώργιο και αφήνει, μεταξύ άλλων, το χωράφι του στο Κάστρο, σύμπλιο με τον γαμπρό του Φραγκιά Παπαδόπουλο.

Η οικογένεια συνεχίζει να καταγράφεται στον Τσιπίδο. Στις 6 Νοεμβρίου 1771, σε διαθήκη του Δημητρίου Σιδεράκη, αναφέρεται η κόρη του Μαρία, στην οποία αφήνει και το σπίτι που είχε αγοράσει από τον μαστρο-Γεώργη Άσο, στη Ρούγα του Αγίου Ηλία.

Μια οικογένεια με παρουσία σε όλη την Πάρο

Οι μαρτυρίες συνδέουν τους Σιδεράκηδες κυρίως με τον Τσιπίδο, αλλά και με την Ξεχωριανή, το Καστέλλι της Παροικιάς, τον Κέφαλο, τη Μάρπησσα και την Αντίπαρο. Οι δωρεές, αγοραπωλησίες, προικοσυμφωνίες και διαθήκες αποκαλύπτουν μια οικογένεια με ακίνητη περιουσία, εκκλησιαστική παρουσία και δεσμούς με άλλες παλιές παριανές οικογένειες.

Η κρητική καταγωγή τους καταγράφεται στην παριανή ιστοριογραφία και συνδέεται με τον κρητικό εποικισμό της Πάρου. Δεν έχει, ωστόσο, μέχρι σήμερα τεκμηριωθεί από ποια συγκεκριμένη περιοχή της Κρήτης προήλθε ο πρώτος Σιδεράκης της Πάρου.

Από τον Πέρρο του 1624 έως τις μαρτυρίες του 1771, οι πηγές τεκμηριώνουν παρουσία της οικογένειας για περισσότερο από ενάμιση αιώνα και δείχνουν τη σταδιακή ένταξή της στην κοινωνική, οικονομική και εκκλησιαστική ζωή της Πάρου.

Πηγές

Παριανή καταγραφή «Παριανά ονόματα – επίθετα και οικόσημα», λήμμα «Σιδεράκης»· αρχειακές πράξεις των ετών 1624, 1646, 1687, 1700, 1706, 1707, 1724, 1725, 1731 και 1771· έγγραφα Τσιπίδου και Κεφάλου· πράξεις της Παναγίας Ξεχωριανής και των μετοχίων της· συμβολαιογραφικά και εκκλησιαστικά αρχεία Πάρου· ιστοριογραφικές καταγραφές για τον κρητικό εποικισμό της Πάρου.

–1624.  Σε εγγραφο του 1624 μνημονεύεται ο Πέρρος Σιδεράκης.

–1646. Έγγραφο δωρεάς χωραφιού στις 3 Ιουλίου 1646. Ενώπιον του Νικολάου Σιδεράκη που συνέταξε το έγγραφο και μαρτυρούντων των Νικολού Σκορδίλη και Νικόλα Πορταλαμιού, ο Ιωάννης Νικολού Μεσαρίτης «αφήνει» (δωρίζει) στον συμπέθερό του ιερέα Ιωάννη Παπαδόπουλο ένα χωράφι στην Αγία Αναστασία, που το μοιράζει στα τρια. Τα δυο στα παιδιά του Νικολό και Γιώργη και το τρίτο στον παπα Παπαδόπουλο.

–1687. Την σήμερον πακτώνει ο ημέτερος αδερφός και οσιώτατος εν ιερομονάχοις κύριος Μελέτιος Σιδεράκης το μετόχιον όπερ έχομεν εν τη νήσω Πάρω εν Καστελλίω Παροικία ονομαζόμενον Ευαγγελίστρια το οποίον μετόχιον τούτο δίδομεν δια χρόνους ήγουν τέσσερεις ακόμα και τα πράγματα της Αξίας, με εκκλησίες, σπίτια, χωράφια [1η Νοεμβρίου 1687].

–1700. Στις 1η Οκτωβρίου 1700 αναφέρεται σε έγγραφο πώλησης χωραφιού στον Τζιπίδο η Ειρήνη του ποτέ Γεώργιου Γερασίμου Καρυωτάκη θυγατέρα…» Ενώπιον του ιερέα και πρωτεκδίκου Κεφάλου Δημητρίου Λουκή η Ειρήνη κόρη του Γεωργίου Γερασίμου Καρυωτάκη πωλεί στον Μανόλη Παπάλεο ένα χωράφι στο Βαρσαμάδο για 15 ρεάλια, και στράτα κουμούνα (δημόσια οδό). Το υπογράφουν ο μοναχός, αγιογράφος Νικόδημος Γεράρδης, ο Νικ. Φιλινάκης? Και ο Ανεγνώστης Μαλατέστας.

Μετά τις υπογραφές έχουμε μια συμπληρωματική παράγραφο, είδος υστερόγραφου (κοντιτζίλε γράφεται στο χειρόγραφο) Υπογράφουν οι: ιερέας Μελέτιος Σιδεράκης, Γ. Τριβυζάς και ο ιερέας Δημήτριος Λουκής που έγραψε και το κοντίτζιλε.

–1706. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Αντιπάρου στις 31 Μαρτίου 1706, αναφέρεται ο Μάρκος Σιδεράκης.

–1707. Σε έγγραφα του 1707 της Ξεχωριανής μνημονεύεται ηγούμενος της Παναγίας Ξεχωριανής ο Μελέτιος Σιδεράκης.

–1724. Ο προύχοντας του Κεφάλου Αλέξανδρος Καμπάνης που μνημονεύεται στη διαθήκη του ιερέως Μελετίου Σιδεράκη (Κέφαλος, 26 Ιουνίου 1724) πρώην οικονόμος της Παναγίας Ξεχωριανής.

–1725. Στις 23 φεβρουαρίου 1725 ο παπά Μάρκος Μπάρπος υπογράφει σε έγγραφο αφιέρωσης στην Ξεχωριανή χωραφιού από τον Φραγκίσκο Σιδεράκη.

–1725. Προικοχάρτι του Δημ. Σιδεράκη, Τζιπίδος 21 Σεπτ. 1725: Εώπιον του πρωτονοταρίου Κεφάλου ιερέως Ευστρατίου Στάμενα, που συνέταξε το έγγραφο, και μαρτυρούντων των παπα Θωμά Μονόπατου, παπα Θεοδωρή Παπαδόπουλου, Δημητρίου Σιδεράκη, παπα Μιχαήλ Στάμενα, ιερομόναχου και πνευματικού Γεδεών Ρίτζου, Μανόλη Παπαλέου και Νικόλα Καντιώτου, η Μαρούσα Μιχάλη Τζαντουλή προικοδοτεί στον γιό της Δημήτρη Σιδεράκη (προφανώς από πρώτο γάμο) και του δίδει το σπίτι της που είχε κληρονομια από τους γονείς της στη γειτονιά της Μάρπησσας στον Άγιο Ευστάθιο…»

–1725. Στις 23 Φεβρουαρίου 1725, Αφιέρωση χωραφιού στην Ξεχωριανή από τον Φραντζέσκο Σιδεράκη, ανιψός του ιδίου παπά Μελέτιου Σιδεράκη, και αφήνει από την σήμερον εις την Κυρία Ξεχωριανή εις το μετόχι του Μέγα Θεολόγου το χωράφι όπου έχει εις τοποθεσία εις του Τουρτούλη δια την ψυχήν του άνωθεν παπά Μελέτιου.

–1725. Στις 2 Απριλίου 1725, σε πωλητήριο Τζιπίδου ο ιερομόναχος, ηγούμενος της μονής του Αγίου Αντωνίου Μεσαρίτης Μελέτιος πωλεί ένα μοναστηριακό χωράφι, στην τοποθεσία Ξεχωριανή, στον Δημήτρη Σιδεράκη καθώς το εστιμάρισε ο Γεώργιος Στεφανή Τζιγώνιας.

–1731. Στις 6 Νοεμβρίου 1731 ο παπά-Εμμανουήλ Τριβιζάς υπογράφει στον Τζιπίδο την διαθήκη του θείου του Δημήτρη Σιδεράκη «παράγγελλει στον ανιψιό του ιερέα Μανώλη Τριβιζά να τον θάψει εις την εκκλησίαν του τον Αγίον Γεώργιον και αφήνει το χωράφι του στο Κάστρο σύμπλιος ο γαμπρός του ο Φραγκιάς Παπαδόπουλος.

–1771. Στη διαθήκη του ο Δημ. Σιδεράκης (Τζιπίδος 6 Νοεμ. 1771) αφήνει στην κόρη του Μαρία «και το σπίτι όπου έχει αγορά από τον μαστρο-Γεώργη Άσο, εις την Ρούγα του Αγίου Ηλία…».


Σιλβέστρος ή Σίλβεστρος ή Συλβέστρος ή Σιλιβέστρος:
Σιλβέστρος: Από το βαπτιστικό όνομα στο παριανό επώνυμο.

Το Σιλβέστρος, Σίλβεστρος, Συλβέστρος ή Σιλιβέστρος είναι όνομα και επώνυμο λατινικής προέλευσης, από το Silvester / silvestris, με σημασία που συνδέεται με το δάσος και τη φύση. Ως επώνυμο μπορεί να προέρχεται από το βαπτιστικό όνομα.

Για την καταγωγή της παριανής οικογένειας έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις. Οικογενειακή παράδοση αναφέρει πιθανή κελτική καταγωγή, ενώ ο Ιάκωβος Ναυπλιώτης Σαραντινός κατατάσσει το Σιλβέστρος στα βαπτιστικά επώνυμα και θεωρεί πιθανή σύνδεση με τη Βενετία. Μέχρι σήμερα, όμως, δεν έχει βρεθεί τεκμήριο που να αποδεικνύει συγκεκριμένη κελτική, βρετανική ή βενετική καταγωγή. Το μόνο ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι η ετυμολογία του ονόματος είναι λατινική.

Οι παλαιότερες μαρτυρίες

Στις 10 Σεπτεμβρίου 1676 αναφέρεται ο ιερομόναχος Σίλβεστρος, πακτωτής των κτημάτων της Παναγίας Ξεχωριανής. Το 1677 καταγράφεται ο θάνατος του ιερομονάχου Σιλβέστρου της Ξεχωριανής, ενώ στις 12 Ιουλίου 1684 αναφέρεται ο αποθανών παπά-Σιλβέστρος, τον οποίο αντικατέστησε ο ιερομόναχος Γρηγόριος ως οικονόμος της Ξεχωριανής.

Οι τρεις αυτές μαρτυρίες είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες, αλλά δεν αποδεικνύουν ακόμη την ύπαρξη του επωνύμου. Είναι πιθανό το «Σίλβεστρος» να ήταν το βαπτιστικό όνομα των συγκεκριμένων κληρικών.

Το επώνυμο τον 18ο αιώνα

Στις 26 Ιανουαρίου 1716, σε κληρονομικό δικαίωμα των συζύγων, αναφέρεται ο Σιλιβέστρος Γράσης, ενώ στις 11 Οκτωβρίου 1729 ο Λουκιεζής Σιλβέστρος. Οι δύο αυτές αναφορές παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την εξέλιξη του ονόματος, αλλά χρειάζεται προσοχή στην ερμηνεία τους, καθώς δεν είναι πάντοτε βέβαιο ποιο είναι το βαπτιστικό και ποιο το οικογενειακό όνομα.

Η οικογένεια Σιλβέστρου και οι Ακάλεστοι

Η παριανή παράδοση συνδέει το επώνυμο Σιλβέστρος με την οικογένεια Ακάλεστου, θεωρώντας το Ακάλεστος παρωνύμιο που επικράτησε ως οικογενειακό όνομα. Η σύνδεση αυτή καταγράφεται στην παριανή ονοματολογική παράδοση, αλλά η ακριβής χρονολογία και ο τρόπος με τον οποίο το παρωνύμιο αντικατέστησε το Σιλβέστρος δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί πλήρως.

Η οικογένεια στην Πάρο τον 19ο και 20ό αιώνα

Το 1847, στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς, όπου περιλαμβάνεται και η Αντίπαρος, καταγράφονται δύο γεωργοί: ο 29χρονος Γεώργιος Σιλιβέστρος και ο 27χρονος Πέτρος Σιλιβέστρος.

Η σύνδεση Σιλβέστρου και Ακάλεστου γίνεται πλέον σαφής στα τέλη του 19ου αιώνα. Το 1883 γεννιέται ο Πέτρος Ακάλεστος ή Σιλβέστρος, γιος του Νικολάου, ξενοδόχος στην Παροικιά, και το 1893 ο Ιωάννης Ακάλεστος ή Σιλβέστρος, γιος του Νικολάου, γεωργός.

Η οικογένεια συνεχίζεται στην Παροικιά με τον Νικόλαο Σιλβέστρο του Πέτρου, ξενοδόχο, που γεννήθηκε το 1923, τις Χρυσούλα και Βασιλική Σιλβέστρου του Ιωάννη, που γεννήθηκαν το 1928 και 1930, και τον Κωνσταντίνο Ιωάννη Σιλβέστρο, που γεννήθηκε στην Πάρο το 1940.

Στις 5 Μαΐου 1945 απεβίωσε σε ηλικία 70 ετών η Αργυρώ Κ. Σιλβέστρου, της οποίας το οστεοφυλάκιο βρίσκεται στον βόρειο τοίχο του ναού της Αγίας Παρασκευής στο Καλάμι.

Στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1953 καταγράφεται η Ευδοκία Σιλβέστρου, σύζυγος Πέτρου, κόρη του Κωνσταντίνου Αλιφιέρη.

Το 1959, στις κοινοτικές εκλογές της Παροικιάς, ο Π. Κωνστ. Σιλβέστρος έλαβε 55 σταυρούς προτίμησης στον συνδυασμό του Ανδρέα Μαρινόπουλου. Τέλος, το 2010 καταγράφεται ο Ιωάννης Κων. Σιλβέστρος, υπάλληλος της ΥΠΑ στον Κρατικό Αερολιμένα Πάρου.

Μια οικογένεια με ανοιχτό ακόμη το ζήτημα της καταγωγής

Οι μαρτυρίες δείχνουν ότι το όνομα Σίλβεστρος απαντά στην Πάρο ήδη από τον 17ο αιώνα, αρχικά πιθανότατα ως βαπτιστικό όνομα και αργότερα ως οικογενειακό επώνυμο. Η σύνδεσή του με τους Ακάλεστους αποτελεί σημαντικό στοιχείο της παριανής οικογενειακής παράδοσης.

Ωστόσο, δεν μπορεί ακόμη να θεωρηθεί αποδεδειγμένη η κελτική, βρετανική ή βενετική καταγωγή της οικογένειας. Η έρευνα των παριανών αρχείων δείχνει τη μακρά παρουσία του ονόματος, αλλά για να αποδειχθεί η προέλευση της συγκεκριμένης οικογένειας χρειάζεται να εντοπιστεί η αλυσίδα που συνδέει τους πρώτους Σιλβέστρους των εκκλησιαστικών πράξεων του 17ου αιώνα με τους Σιλβέστρους και Ακάλεστους του 19ου αιώνα.

Πηγές

Παριανή καταγραφή «Παριανά ονόματα – επίθετα και οικόσημα», λήμμα «Σιλβέστρος»· αρχειακές πράξεις 1676, 1677, 1684, 1716, 1729· εκλογικός κατάλογος Παροικιάς 1847· ληξιαρχικές/δημοτολογικές καταγραφές 1883–1940· εκλογικός κατάλογος Παροικιάς 1953· αποτελέσματα κοινοτικών εκλογών Παροικιάς 1959· στοιχεία ΥΠΑ 2010.

–1676. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1676 ο Ιερομόναχος Σίλβεστρος πακτωτής των κτημάτων της Παναγίας Ξεχωριανής. (ίσως να πρόκειτε για το όνομα και όχι για επώνυμο του ιερομόναχου).

–1677. Το 1677 εκοιμήθη ο ιερομόναχος Ξεχωριανής Σίλβεστρος.

–1684. Στις 12 Ιουλίου 1684 αναφέρεται ο αποθανόν παπά Σιλβέστρος. Ο Ιερομόναχος Γρηγόριος αντικατέστησε στη θέση του οικονόμου της Ξεχωριανής τον αποθανόντα παπά-Σιλβέστρο.

–1716. Σε κληρονομικό δικαίωμα των συζύγων αναφέρεται στις 26 Ιανουαρίου 1716 ο Σιλιβέστρος Γράσης.

–1729. Σε κληρονομικό δικαίωμα των συζύγων αναφέρεται στις 11 Οκτωβρίου 1729 ο Λουκιεζής Σιλβέστρος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 29χρονος γεωργός Γεώργιος Σιλιβέστρος και ο 27χρονος γεωργός Πέτρος Σιλιβέστρος.

–1883. Το 1883 γεννιέται ο Ακάλεστος ή Σιλβέστρος Πέτρος του Νικολάου ξενοδόχος κάτοικος Παροικιάς.

–1893. Το 1893 γεννιέται ο Ακάλεστος ή Σιλβέστρος Ιωάννης του Νικολάου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1923. Το 1923 γεννιέται ο Σιλβέστρος Νικόλαος του Πέτρου ξενοδόχος κάτοικος Παροικιάς.

–1928. Το 1928 γεννιέται η Σιλβέστρου Χρυσούλα του Ιωάννη κάτοικος της Κοιν. Παροικιάς.

–1930. Το 1930 γεννιέται η Σιλβέστρου Βασιλική του Ιωάννη κάτοικος της Κοιν. Παροικιάς.

–1940. Το 1940 γεννιέται στην Πάρο ο Κωνσταντίνος Ιωάννη Σιλβέστρος.

–1945. Στις 5 Μαΐου του 1945 απεβίωσε σε ηλικία 70 ετών η Αργυρώ Κ. Σιλβέστρου. Το οστεοφυλάκιο της είναι στο βόρειο τοίχος του ναού της Αγίας Παρασκευής στο Καλάμι.

–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Σιλβέστρου Ευδοκία, όνομα συζύγου Πέτρος όνομα πατρός Κωνσταντίνος Αλιφιέρης.

–1959. 5 Απριλίου 1959 ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΠΑΡΟΙΚΙΑ: Εγγεγραμμένοι 2.614 εψήφισαν 1.392, άκυρα και λευκά 3.

Ο Συνδυασμός κ. Ανδρέα Μαρινόπουλου έλαβεν 764 ο δε Συνδυασμός του κ. Μιχ. Κρίσπη 628.
Παραθέτομεν εν λεπτομερεία τους σταυρούς προτιμήσεως τους οποίους έλαβεν έκαστος.

1) Μαρινόπουλος Αθαν. Ανδρέας 626, Δενέγρης Στυλιανός 110, Μονδάνος Ανδ. Αντ. 105, Κατρής Ν. Αγαπητός 103, Βενιζέλος Π. Ραγκούσης 94, Μπάος Π. Αντ. 66, Μαύρης Γ. Αντ. 66, Καπούτσος Γ. Δημ. 60, Σιλβέστρος Π. Κωνστ. 55, Καλακώνας Μενέγου Σάββας 44, Μαλατέστας Μιχ. Κωνστ. 41 κλπ.

2) Κρίσπης Ν. Μιχαήλ 380, Φραγκούλης Νικολ. Ιωάννης 158, Σαρρής Μιχ. Νικόλαος 111, Τσαντάνης Φ. Παναγ. 82, Κυριαζάνος Ι. Μάρκος 66, Αργυρόπουλος Δημ. Ιωάννης 63, Μουρλάς Σπ. Γεώργιος 61, Φωκιανός Δημ. Βασίλειος 53, Κρητικός Γ. Παναγ. 49, Γκίκας Ι. Αναστ. 45, Σπανός Εμμαν. Αντ. 41 κλπ οι οποίοι παραλείπονται ελλείψει χώρου.

Σύμβουλοι εξελέγησαν οι 5 πρώτοι εκ του πρώτου Συν/σμού και οι 4 εκ του δευτέρου.

–2010. Υπάλληλος Υ.Π.Α. στο Κρατικό Αερολιμένα Πάρου το 2010 ο Ιωάννης Κων. Σιλβέστρος.  

 

Σιλιγγίρης: Βλέπε Τσιλιγγίρης

 

Σιλιντζίρης: Βλέπε Τσιλιγγίρης ή Σιλιγγίρης

 

Σιλιτζίρης: Βλέπε Τσιλιγγίρης ή Σιλιγγίρης

 

Σιλιτσίρης: Βλέπε Τσιλιγγίρης.

 

Σικηνιώτης: Βλέπε Σικινιώτης.

 

Σικινιώτης ή Σικηνιώτης: Πατριδωνυμικό επώνυμο, που δηλώνει καταγωγή από τη Σίκινο. Το πατριδωνύμιο μπορούσε αρχικά να χρησιμοποιηθεί ως προσδιορισμός ή παρατσούκλι και να εξελιχθεί σε οικογενειακό επώνυμο.

Η παλαιότερη γνωστή παριανή μαρτυρία είναι η Ειρήνη Σικινιώτη, στον Τζιπίδο στις 27 Ιανουαρίου 1757.

Το 1844, στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μαρμάρων, καταγράφεται ο 28χρονος εργάτης Μιχαήλ Σικηνιώτης, ενώ το 1847, στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας, αναφέρεται 32χρονος εργάτης Μιχαήλ Σικινιώτης.

Οι μαρτυρίες τεκμηριώνουν την παρουσία του επωνύμου στην Πάρο από τα μέσα του 18ου αιώνα, χωρίς να επιτρέπουν ακόμη ασφαλή γενεαλογική σύνδεση των προσώπων.

Πηγές: Παριανές αρχειακές καταγραφές 1757· εκλογικοί κατάλογοι Δήμου Μαρμάρων 1844 και Δήμου Μάρπησσας 1847.

–1757. Ειρήνη Σικινιώτη (Τζιπίδος 27 Ιαν. 1757).

–1844. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μαρμάρων το 1844 είναι εγγεγραμμένος ο 28χρονος εργάτης Μιχαήλ Σικηνιώτης.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 32χρονος εργάτης Μιχαήλ Σικινιώτης.

 

Σιναδινός: Η μοναδική μέχρι σήμερα γνωστή παριανή μαρτυρία του επωνύμου ανάγεται στο 1612. Στο υπέρθυρο του ναού του Αγίου Νικολάου, κοντά στην Εκατονταπυλιανή, αναγράφεται ότι ο ναός «ανακαινήθη εκ βόθρου» με έξοδα του Μανόλη Σιναδινού.

Η τόσο πρώιμη αναφορά παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, χωρίς όμως να υπάρχουν μέχρι σήμερα άλλα γνωστά στοιχεία που να επιτρέπουν την ασφαλή σύνδεση του Μανόλη Σιναδινού με μεταγενέστερη οικογένεια στην Πάρο.

Πηγή: Επιγραφή Αγίου Νικολάου, Παροικιά, 1612· «Παριανά ονόματα – επίθετα και οικόσημα», λήμμα «Σιναδινός».

–1612. Στο υπέρθυρο του Αγίου Νικολάου, κοντά στην Εκατονταπυλιανή γράφει: «+ανακαινήθ(η) εκ βόθρ(ου) ούτος ω θίος κ(αι πάτημ(ος) ναός του εν αγίοις πατρ(ός) ημόν Ν(ι)κολάου κ(αι)εξόδου Μανόλι Σιναδινού 1612»

 

Σιναΐτης: Πατριδωνυμικό επώνυμο, που δηλώνει καταγωγή από το Σινά.

Η μέχρι σήμερα γνωστή παριανή μαρτυρία ανάγεται στο 1824, όταν ο Βησσάριος Σιναΐτης, πρωτοσύγκελλος, υπογράφει έγγραφο στην Παροικιά στις 12 Οκτωβρίου 1824. Το όνομά του επανεμφανίζεται σε έγγραφο της 1ης Μαρτίου 1825.

Οι δύο αυτές κοντινές χρονικά αναφορές τεκμηριώνουν την παρουσία του ονόματος στην Πάρο στις αρχές του 19ου αιώνα, χωρίς να επιτρέπουν ακόμη ασφαλή συμπεράσματα για μόνιμη παριανή οικογένεια.

Πηγή: Παριανές αρχειακές καταγραφές 1824–1825.

–1824. Ο Βησσάριος πρωτοσύγκελλος Σιναΐτης υπογράφει έγγραφο στην Παροικιά στις 12 Οκτωβρίου 1824 και στις 1 Μαρτίου του 1825.

 

Σινανιώτης: Ο Ναύαρχος Αθανάσιος Σινανιώτης δεν ήταν παριανός, αλλά ήταν ένας φίλος της Πάρου που έτρεφε απεριόριστη αγάπη για το νησί μας. Σχεδόν κάθε χρόνο από το Πάσχα μέχρι το τέλος του καλοκαιριού διέμενε με τη σύζυγο του, Μαργαρίτα, στην Παροικιά, σ’ ένα σπίτι στη συνοικία Νέος Δρόμος.

Από τη θέση που κατείχε ως Ναύαρχος πρόσφερε τις πολύτιμες υπηρεσίες του στους συμπατριώτες του, αλλά το μεγαλύτερο ενδιαφέρον το έδειξε στο εκκλησάκι του Αγίου Φωκά, εξοπλίζοντας το με ιερά σκεύη, καλύμματα και ό,τι άλλο χρειαζόταν ο ναός, αλλά και ό,τι χρειαζόταν οι προσκυνητές από καθίσματα μέχρι στρώματα, μιας και διέμεναν εκεί, κατά τη διάρκεια των πανηγυριών. Με δικιά του μέριμνα χρησιμοποιούταν το οίκημα του παρακειμένου φάρου προς εξυπηρέτηση των προσκυνητών.

Το 1959 δωρίζει 850 δρχ. δια την πλακόστρωση του δαπέδου. Τον Μάρτιο του 1961, δια την επισκευή των δωματίων και τον εξωραϊσμό του πέριξ χώρου προσφέρει εις την επιτροπή του ναού 500 δρχ. και το 1973 πραγματοποιήθηκε νέα ανακαίνιση με δικά του έξοδα. Ακολούθησαν και άλλες δωρεές για κοινωφελή σκοπό στη πόλη της Παροικιάς, όπως το κοιμητήριο κ.α.

Ήταν ένας ήσυχος, ευσεβής, άνθρωπος που αγαπούσε την Πάρο και τους ανθρώπους της και ευτύχησε να στεφανώσει πολλά ζευγάρια, και να είναι πνευματικός πατέρας πολλών παριανών. (πηγή: Χριστόδουλος Μαούνης)

–1973. Αριστερά της νότιας εισόδου του Αγίου Φωκά στην Παροικιά, υπάρχει μαρμάριν πλάκα η  οποία είναι αχρονολόγητη και αναφέρει: «Ο ναός ούτος | εκτίσθη εις μνήμην | Αγίου Φωκά υπό Παρίων ψαράδων | και ανεκαινίσθη | υπό του ναυάρχου Αθανασίου Π. Σινανιώτη | και της συζύγου του Μαργαρίτα».

 

Σινένας: ; Επώνυμο που μαρτυρείται στην Πάρο ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα.

–1827. Στα δημοτολόγια Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 35χρονος Αλέξανδρος Σινένας;

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 55χρονος γεωργός Αλέξανδρος Σινένας;.

 

Σιρίγος: Βλέπε Συρίγος

 

Σίρμας: Επώνυμο που μαρτυρείται στην Πάρο κατά τον 19ο αιώνα.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 42χρονος γεωργός Σίρμας Παναγιώτης.


Σιταράς:
Πιθανότατα παρωνυμικό ή επαγγελματικό επώνυμο, που συνδέεται με τη λέξη σιταράς, δηλαδή τον έμπορο σιτηρών ή σταρέμπορο, από το «σιτάρι». Η ετυμολογία αυτή αφορά τη λέξη, όχι κατ’ ανάγκην την προέλευση της συγκεκριμένης παριανής οικογένειας.

Η οικογένεια στην Πάρο

Ο Ιωάννης Σιταράς καταγράφεται για πρώτη φορά στα δημοτολόγια του Δήμου Μάρπησσας. Από τα μέσα του 19ου αιώνα η οικογένεια παρουσιάζει σταθερή παρουσία στην Πάρο, ιδιαίτερα στη Μάρπησσα και τις Λεύκες. Κατά τις διαθέσιμες μαρτυρίες, η οικογένεια Σιταρά ήρθε στην Πάρο από τη Σάμο, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να έχει εντοπιστεί πρωτογενές τεκμήριο που να επιβεβαιώνει τη μετακίνηση αυτή.

Ο Ιωάννης Σιταράς καταγράφεται στους εκλογικούς καταλόγους του Δήμου Μάρπησσας, ενώ το 1860 αναφέρεται σε συμβολαιογραφικές πράξεις της Σύρου ως ναυτικός, κάτοικος Πάρου. Σε μία από αυτές διορίζει κυβερνήτη λέμβου τον γιο του Εμμανουήλ Ι. Σιταρά. Οι καταγραφές αυτές δείχνουν τη σύνδεση της οικογένειας με τη ναυτική δραστηριότητα και το διασυριακό εμπορικό περιβάλλον των Κυκλάδων.

Ο ζωγράφος Ιωάννης Γ. Σιταράς

Στις Λεύκες γεννήθηκε ο Ιωάννης Γ. Σιταράς (1875–1959), ζωγράφος και αγιογράφος. Σπούδασε στην Αθήνα και στην Ιταλία και από το 1897 εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη, όπου ανέπτυξε σημαντική καλλιτεχνική δράση. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε στη Σάμο, όπου συνέχισε το έργο του. Η βιβλιογραφία τον χαρακτηρίζει Παριανό στην καταγωγή. Για τη ζωή και το έργο του έχουν δημοσιευθεί ειδικές μελέτες στα Παριανά και αυτοτελής μονογραφία.

Η παριανή καταγωγή του επιβεβαιώνεται και από τις επιγραφές των έργων του. Το 1907, στην Αγία Τριάδα Λευκών, υπογράφει: «Ι. Γ. Σιταρά, Παρίου, Σμύρνη τη 20 Δεκ. 1907», ενώ το 1908, στην Πέρα Παναγιά Μαρμάρων, υπογράφει: «Ι. Σιταράς, Πάριος, Σμύρνη τη 20 Μαρ. 1908». Οι επιγραφές αυτές δείχνουν ότι ο ίδιος δήλωνε την παριανή του καταγωγή, ενώ την εποχή εκείνη δραστηριοποιούνταν στη Σμύρνη.

Η συνέχεια της οικογένειας

Οι μέχρι σήμερα γνωστές αρχειακές καταγραφές φτάνουν στις αρχές του 20ού αιώνα, ενώ η οικογένεια Σιταρά εξακολουθεί να υπάρχει στην Πάρο μέχρι σήμερα. Η μεταγενέστερη συνέχεια μπορεί να συμπληρωθεί με νεότερα δημοτολόγια, ληξιαρχικές πράξεις και οικογενειακές μαρτυρίες.

Πηγές: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσας 1826–1903· Εκλογικοί κατάλογοι Δήμου Μάρπησσας 1844–1875· συμβολαιογραφικές πράξεις Σύρου 1860· επιγραφές Αγίας Τριάδας Λευκών (1907) και Πέρα Παναγιάς Μαρμάρων (1908)· Ευάγγελος Ι. Ζημάλης, Ο ζωγράφος Ιωάννης Γ. Σιταράς, 1875–1959, Αθήνα 2020· Ν. Αλιπράντης, «Ο ζωγράφος Ιωάννης Σιταράς. 50 χρόνια από τον θάνατό του», Παριανά 116 (2010), σ. 40–54· Μ. Γ. Βαρβούνης, «Ο Ιωάννης Σιταράς και η αγιογράφηση του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Νικολάου Σάμου», Παριανά 115 (2009), σ. 464–477.

–1826. Ιωάννης Σιταράς, πρώτη εγγραφή στα δημοτολόγια του Δήμου Μάρπησσας το 1826.

–1838. Γεννιέται το 1838 ο Αντώνιος Ιωάννη Σιταράς. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Αντώνιος Ιωάννη Σιταράς, ετών 65, ναυτικός, έγγαμος.

–1843. Γεννιέται το 1843 η Ανέζα Γεωργίου Σιταρά. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Ανέζα Γεωργίου Σιταρά, ετών 60, οικιακά, κάτοικος Λευκών, έγγαμος.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1844 υπάρχει εγγεγραμμένος ο Ιωάννης Σιταράς ετών 41.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 44χρονος αλιεύς Σιταράς Ιωάννης.

–1854. Γεννιέται το 1854 ο Γεώργιος Ιωάννη Σιταράς. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Ιωάννη Σιταράς, ετών 49, εργάτης κάτοικος Λευκών, έγγαμος.

–1860. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1860 σε συμβολαιογραφική πράξη [ομόλογο] στην Σύρου αναφέρεται ο κάτοικος Πάρου Ιωάννης Σιταράς ναυτικός να δίνει ομόλογο.

–1860. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1860 σε συμβολαιογραφική πράξη [Επιτροπικό] στην Σύρου αναφέρεται ο κάτοικος Πάρου Ιωάννης Σιταράς ναυτικός να διορίζει κυβερνήτη λέμβου τον ενταύθα υιόν του Εμμανουήλ Ι. Σιταρά.

–1860. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1860 σε συμβολαιογραφική πράξη [Πωλητήριο] στην Σύρου αναφέρεται ο κάτοικος Πάρου Σαρρής Αντώνιος έμπορος πωλεί τρεχαντήρι στον Σιταρά Ιωάννη ναυτικό κάτοικο Πάρου.  

–1870. Γεννιέται το 1870 ο Ιωάννης Εμμανουήλ Σιταράς. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Ιωάννης Εμμανουήλ Σιταράς, ετών 33, ναυτικός, έγγαμος.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Σιταράς Αντώνης του Ιωάννη 31 ετών ναυτικός. Όπως και ο Σιταράς Γεώργιος του Εμμανουήλ 23 ετών αλιεύς. Και ο Εμμανουήλ Σιταράς του Ιωάννη 40 ετών αλιεύς.

–1875. Ζωγράφος Ιωάννης Γ. Σιταράς γεννήθηκε το 1875-1959 στις Λεύκες. Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και στη συνέχεια συνέχισε τις σπουδές του στην Ιταλία. Ένας από τους αξιολογότερους ζωγράφους και αγιογράφους, σταδιοδρόμησε στη Σμύρνη από το 1897, όταν έφθασε εκεί σε ηλικία 24 ετών και μετά την Μικρασιατική καταστροφή 1922 στη Σάμο όπου έζησε και δημιούργησε οικογένεια και έδρασε ως καλλιτέχνης. Άφησε πλούσιο έργο σε φορητές εικόνες, τοιχογραφίες σε ναούς της Σάμου, της Χίου, της Σμύρνης κ..α., είχε αποκληθεί Ο Βολανάκης της Σμύρνης. Γονείς του Γεώργιος Ι. Σιταράς και Ανεζάκη Σιταρά, και αδερφή Χρυσούλα (πέθανε το 1960, ένα χρόνο μετά τον θάνατο του αδερφού του). Ο Ιωάννης Σιταράς είχε και άλλες δύο αδερφές την Κατίνα (πέθανε 1956) και την Άννα (πέθανε στις Λεύκες το 1966). Σταμάτης Αρκάς, ανιψιός του Ι. Σιταρά.

–1878. Γεννιέται το 1878 η Αννέζα Ιωάννη Σιταρά. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Αννέζα Ιωάννη Σιταρά, ετών 25, οικιακά, έγγαμος.

–1878. Γεννιέται το 1878 η Αλεξάνδρα Γεωργίου Σιταρά. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Αλεξάνδρα Γεωργίου Σιταρά, ετών 25, οικιακά, άγαμος.

–1879. Γεννιέται το 1879 ο Ιωάννης Γεωργίου Σιταράς. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Ιωάννης Γεωργίου Σιταράς, ετών 24, ζωγράφος, κάτοικος Λευκών, άγαμος.

–1885. Γεννιέται το 1885 η Αικατερίνη Γεωργίου Σιταρά. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Αικατερίνη Γεωργίου Σιταρά, ετών 18, ζωγράφος, κάτοικος Λευκών, άγαμος.

–1899. Γεννιέται το 1899 η Μαρούσα Ιωάννη Σιταρά. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Μαρούσα Ιωάννη Σιταρά, ετών 4, άνευ, άγαμος.

–1900. Γεννιέται το 1900 η …ρία? Γεωργίου Σιταρά. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η …ρία? Γεωργίου Σιταρά, ετών 3, άνευ, άγαμος.

–1907. Στη θύρα τη προθέσεως στην Αγία Τριάδα Λευκών εικονίζεται ο Άρχων Μιχαήλ. Έχει τις επιγραφές: «Δαπάνη Ηλία, Μαργαρίτας και Αγγελικής Ι. Αρκουλή και Υπό Ι. Γ. Σιταρά, Παρίου, Σμύρνη τη 20 Δεκ. 1907».

–1908. Σε εικόνα το Γενέθλιον της Θεοτόκου, στην Πέρα Παναγιά Μαρμάρων, διαβάζουμε την επιγραφή: «Δέησις του δούλου του Θεού Νικολ. Α. Ραγκούση και των αδελφών αυτού» και «Ι. Σιταράς, Πάριος, Σμύρνη τη 20 Μαρ. 1908».


Σιφάκης ή Συφάκης ή Σηφάκης:
Πατρωνυμικό επώνυμο, προερχόμενο πιθανότατα από το βαπτιστικό Ιωσήφ, μέσω του τύπου Σήφης/Σίφης και της υποκοριστικής κατάληξης -άκης. Η σύνδεση αυτή ενισχύεται από τη λεξικογραφική καταγραφή των «Σηφάκης» και «Σιφάκης» στα ομόρριζα επώνυμα του Ιωσήφ.

Η οικογένεια είναι γνωστή στην Πάρο και ιδιαίτερα στον Πρόδρομο μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με την οικογενειακή και τοπική παράδοση, πρόκειται για κρητική οικογένεια, η οποία εγκατέλειψε την Κρήτη εξαιτίας βεντέτας και κατέφυγε στην Πάρο. Κατά την ίδια παράδοση, αρχικά δεν έγινε δεκτή στα Μάρμαρα και εγκαταστάθηκε τελικά στον Δραγουλά, τον σημερινό Πρόδρομο, όπου της παραχωρήθηκε γη.

Η συγκεκριμένη διήγηση είναι σημαντική ως οικογενειακή παράδοση, δεν έχει όμως μέχρι σήμερα εντοπιστεί αρχειακό τεκμήριο που να αποδεικνύει πότε ακριβώς έφυγε η οικογένεια από την Κρήτη, από ποια περιοχή της Κρήτης προερχόταν ή ότι η μετακίνηση οφειλόταν σε συγκεκριμένη βεντέτα.

Η μαρτυρία του 1660

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει έγγραφο της 10ης Απριλίου 1660, συνταγμένο στο Κουσάντασι της Μικράς Ασίας. Σε αυτό αναφέρεται η Φλουρέτζα, θυγατέρα Στέφανου Τζηφάκη (Σηφάκη), η οποία πωλεί το σπίτι της στον Τσιπίδο της Πάρου.

Η μαρτυρία είναι πολύ σημαντική, διότι δείχνει ότι το επώνυμο Σηφάκης/Τζηφάκης απαντά ήδη τον 17ο αιώνα σε πρόσωπο που συνδέεται με την Πάρο και ταυτόχρονα με το Κουσάντασι. Δεν μπορούμε όμως, χωρίς ενδιάμεσα γενεαλογικά τεκμήρια, να αποδείξουμε ότι ο Στέφανος Τζηφάκης του 1660 είναι πρόγονος της οικογένειας Σιφάκη που συναντούμε στον Δραγουλά και στα Μάρμαρα τον 19ο αιώνα.

Η οικογένεια στα Μάρμαρα και στον Δραγουλά

Στις αρχές του 19ου αιώνα η παρουσία των Σιφάκηδων στην ανατολική Πάρο είναι πλέον αδιαμφισβήτητη.

Το 1820, σε έγγραφο των χωριών Κεφάλου για τη Μονή του Αγίου Αντωνίου, υπογράφει ως κάτοικος Μαρμάρων ο Γεώργιος Συφάκης. Την ίδια περίοδο, στο προικοσύμφωνο του Νικολάου Μωραΐτη και της Κατερινακίου Κονταράτου, της 3ης Νοεμβρίου 1820, αναφέρεται ο Κωνσταντίνος Σιφάκης ως όμορος ακινήτου στην Κολυβού.

Το 1822 αναφέρονται οι Γεώργιος Σιφάκης και Κωνσταντίνος Σιφάκης, κάτοικοι Μαρμάρων, σε έγγραφο των Παριανών προς τους Υδραίους.

Το 1823 εμφανίζονται ο ιερέας Ιωάννης Σιφάκης και ο σκευοφύλαξ Ιωάννης Σιφάκης, ενώ το 1824 ο τελευταίος αναφέρεται ως εφημέριος του Δραγουλά. Η παρουσία διαφορετικών μελών της οικογένειας σε εκκλησιαστικούς και κοινοτικούς θεσμούς δείχνει ότι στις δεκαετίες αυτές η οικογένεια είχε ήδη αποκτήσει σταθερή θέση στην τοπική κοινωνία.

Η σύνδεση με τον Δραγουλά – Πρόδρομο

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρουσία των Σιφάκηδων στον Δραγουλά, το σημερινό χωριό του Προδρόμου.

Το 1847, στον εκλογικό κατάλογο Δραγουλά, καταγράφονται ο Νικήτας Σιφάκης, 40 ετών, γεωργός, ο Ιωάννης Σιφάκης, 55 ετών, ιερέας, ο Νικόλαος Ιω. Σιφάκης, 28 ετών, γεωργός, και ο Μιχάλης Ι. Σιφάκης, 25 ετών, εργάτης.

Το 1870 ο Νικήτας Νικ. Σιφάκης, κάτοικος Δραγουλά, συντάσσει διαθήκη, στην οποία αναφέρονται αμπέλια, χωράφια και εξωμάνδρια στην ευρύτερη περιοχή του Δήμου Μαρπήσσης. Το 1875 καταγράφονται και πάλι στον Δραγουλά ο Ευστράτιος Σιφάκης του Κωνσταντίνου και ο Νικήτας Σιφάκης του Κωνσταντίνου, αμφότεροι κτηματίες.

Η οικογένεια στον 19ο αιώνα

Η οικογένεια εμφανίζεται κατά τον 19ο αιώνα όχι μόνο ως αγροτική και κτηματική αλλά και σε επαγγέλματα, εκκλησιαστικούς θεσμούς και εμπορικές δραστηριότητες.

Στα δημοτολόγια του Δήμου Μάρπησσης του 1903 καταγράφεται μεγάλος αριθμός μελών της οικογένειας Σιφάκη, με κλάδους που συνδέονται με τους Κωνσταντίνο, Νικήτα, Ευστράτιο και Μιχαήλ Σιφάκη. Οι εγγραφές δείχνουν ότι η οικογένεια είχε πλέον πολυάριθμη παρουσία στην περιοχή.

Παράλληλα, μέλη της οικογένειας εμφανίζονται στα δημοτολόγια της Ερμούπολης, γεγονός που δείχνει τις επαγγελματικές και ναυτικές μετακινήσεις Παριανών προς τη Σύρο κατά τον 19ο αιώνα.

Μια σημαντική μαρτυρία για τους Κρητικούς εποίκους

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το έγγραφο της 21ης Οκτωβρίου 1831, στο οποίο κάτοικοι της Πάρου απευθύνονται στον Επίτροπο Αιγαίου Πελάγους σχετικά με τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί από την εγκατάσταση Κρητών νεοαποίκων και τις αντιπαραθέσεις τους με τους ντόπιους.

Μεταξύ των υπογραφόντων βρίσκεται ο Κωνσταντίνος Συφάκης από το χωριό Κέφαλος. Η παρουσία του σε αυτό το έγγραφο είναι αξιοπρόσεκτη, επειδή αποδεικνύει ότι το επώνυμο Σιφάκης/Συφάκης υπήρχε ήδη στην παριανή κοινωνία την εποχή της εγκατάστασης Κρητών προσφύγων. Δεν αποδεικνύει όμως από μόνη της ότι οι ίδιοι οι Σιφάκηδες ήταν Κρητικοί νεοάποικοι.

Τι μπορούμε να πούμε με ασφάλεια

Η μέχρι σήμερα έρευνα επιτρέπει να θεωρήσουμε βεβαιωμένη την παρουσία της οικογένειας Σιφάκη στην Πάρο τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα, με ισχυρή παρουσία στα Μάρμαρα και στον Δραγουλά/Πρόδρομο.

Η παλαιότερη αναφορά του 1660 σε Στέφανο Τζηφάκη (Σηφάκη) συνδέεται με την Πάρο και το Κουσάντασι και ανοίγει ένα ενδιαφέρον, αλλά προς το παρόν μη αποδεδειγμένο, ενδεχόμενο για παλαιότερη ιστορία του επωνύμου.

Η κρητική καταγωγή, η βεντέτα ως αιτία της εγκατάστασης και η παραχώρηση γης στον Πρόδρομο επειδή δεν έγιναν δεκτοί στα Μάρμαρα πρέπει να καταγραφούν ως οικογενειακή/τοπική παράδοση και όχι ως αποδεδειγμένα ιστορικά γεγονότα, μέχρι να βρεθεί σχετικό αρχειακό τεκμήριο.

Το γεγονός, πάντως, ότι η οικογένεια εγκαταστάθηκε και ρίζωσε στον Δραγουλά και στην ευρύτερη περιοχή της Μάρπησσας τεκμηριώνεται πλούσια από τις πηγές του 19ου αιώνα και η παρουσία της συνεχίζεται στον Πρόδρομο μέχρι σήμερα.

Ετυμολογία του επωνύμου

Το επώνυμο Σιφάκης/Συφάκης/Σηφάκης δεν έχει σήμερα ασφαλώς τεκμηριωμένη ετυμολογία. Η μορφή Σιφάκης κατατάσσεται στα επώνυμα σε -άκης, χαρακτηριστική κατάληξη που απαντά ιδιαίτερα στην Κρήτη, χωρίς όμως η κατάληξη αυτή από μόνη της να αποδεικνύει κρητική καταγωγή συγκεκριμένης οικογένειας. Η ακριβής προέλευση του πρώτου συνθετικού «Σιφ-» παραμένει προς διερεύνηση.

Πηγές

Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), τεκμήρια Πάρου – Μαρμάρων/Κεφάλου, 1820–1831.
Παριανά δημοτολόγια και εκλογικοί κατάλογοι Δήμου Μαρπήσσης, 1844–1903.
Δημοτολόγια Ερμούπολης, 19ος αιώνας.
Συμβολαιογραφικά και κοινοτικά έγγραφα Πάρου.
Έγγραφο Κουσάντασι, 10 Απριλίου 1660, με αναφορά στη Φλουρέτζα, θυγατέρα Στεφάνου Τζηφάκη (Σηφάκη).

–1660. Στις 10 Απριλίου του 1660. Στο Κουσάντασι (Νέα Έφεσο), πόλη και λιμάνι της Τουρκίας, ζούσαν Παριανοί τον 17ο αιώνα: η Φλουρέτζα, θυγατέρα Στέφανου Τζηφάκη (Σηφάκη), με έγγραφο συνταγμένο στο Κουσάντασι, στις 10 Απριλίου 1660, ομολογεί ότι πωλήθηκε το σπίτι της στον Τσιπίδο με μεσίτη τον Γεώργιο Αρχολέο και αγοραστή τον παπα-Σταύρο Παπαδόπουλο. Το έγγραφο, που υπογράφουν οι κάτοικοι του Κουσάντασι Μπονοφάτζος Μαρής, Νικολός Θωμά Μονόπατος και Σταμάτης Ασικρίτης, μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε παρουσία Παριανών στα παράλια της Ιωνίας, όπου, κυρίως, εμπορεύονταν.

–1806. Το 1806 γεννιέται ο Νικήτας Ν. Σιφάκης κτηματίας κάτοικος Δραγουλά.

–1820. Σε έγγραφο του χωριού Κεφάλου (Μάρμαρα) προς τον υπουργό της θρησκείας σχετικά με τον Άγιο Αντώνιο «Ελάβομεν την διαταγήν του Ιερού Υπουργείου της θρησκείας διορίζουσαν τον Κύριον Στέφανον Μαυρογένην προστάτην του μεγάλου Αντωνίου και τον κύριον Αθανάσιον Ιεροκήρυκα, ηγούμενον τούτου διά να συνάγουσιν όλα τα εισοδήματα και να υποσυρθή εις τα ίδια ο σκευοφύλαξ των χωριών Κεφάλου όστις πρότερον εδιωρίσθη ηγούμενος τούτου παρά του αυτού Ιερού υπουργείου βλέπομεν ότι το υπουργείον της θρησκείας ενασχολούμενον εις αναγκαιοτέρας υποθέσεις δεν δύναται να εξετάση ακριβώς την αλήθειαν. Η Κυρία Μαδώ του Μαυρογένη διά αναφοράς της ηπάτησε το υπουργείον τούτο λέγουσα ότι είναι κτήμα πατρικόν της εις τα συγκίλια τούτου με το από ΄κτήμα πατρικόν της είς της κοινότητος τούτο το μοναστήριον πρό χρόνων το εκαταξουσίαζεν δυναστικώς η Δόμνα του Μαυρογένους, ως εκ τούτου εφαντάζετο η απόγονος της ότι είναι κτήμα πατρικόν των ημείς λοιπόν, σεβασμιώτατε, δεν ημπορούμεν να αποχωρίσωμεν το δίκαιον της κοινότητος αλλά θέλουμεν να δικαιολογηθούμεν προς το Ιερόν τούτο υπουργείον καθώς και ο ίδιος παραστάτης μας θέλει σας πληροφορήσει όλην την αλήθειαν δια να μην απατάται και διατάττει τοιαύτας επιταγάς παρακαλούμεν λοιπόν να μη νομίσητε τούτο μας το φέρσιμον απείθειαν προς την σεβαστήν διοίκησιν μένομεν με όλον το σέβας. Τη 20 Οκτωβρίου 1823 των χωρίων Κεφάλου. Υπογράφει ο κάτοικος Μαρμάρων Συφάκης Γεώργιος κ.α. (Τ.Σ. ΠΑΡΟΣ ΜΑΡΜΑΡΑ 1820) (Γ.Α.Κ.).

–1820. Προικοσύμφωνο Νικολάου Μωραΐτη και Κατερινακίου Κονταράτου (Μάρμαρα, 3 Νοεμβρίου 1820).

«εις δόξαν Χριστού αμήν του αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος Προκοπίου.

+ Έθος παλαιόν επεκράτησεν και νόμος εδόθη παρά Θεού Παντοκράτορος, έφησε Παύλος το της Εκκλησίας εδρέωμα, εθέσπισαν οι θεοφόροι πατέρες συμφωνίας υπανδείας και καθαρόν συνοικέσιον, καθώς ορίζει η αγία καθολική εκκλησία. Ούτω σύν Θεώ αγίω ερχόμενα τα δύο μέρη, το ένα μέρος ο παπα –κύρ Κωνσταντίνος Γεμελιάρης και το έτερον μέρος ο κύρ Δημήτριος Μωραΐτης, διά να λάβη ο υιός του Νικολάκης την ανεψιάν του παπά ονόματι Κατερινάκη διά γυναίκαν του νόμιμον και ευλογητικήν του, και διό γράφει ο παπά –κύρ Κωνσταντίνος την εικόνα του Τιμίου Σταυρού, τα εισόδια της Θεοτόκου και τα επίλοιπα τα όσα της ευρέθησαν τα γονικά της, τα οσπίτια της καθώς ευρίσκονται τα γονικά της με τους αέρηδες τους και με ταις τοποθεσίαις τους, από συρμή του οσπιτίου τρείς κασέλαις, ένα τραπέζι, δύο καρέγλαις μακριαίς και μικραίς, τέσσερα δακτυλίδια μαλαγματένια, ένα κορδόνι μαλαγματένιο με κορφή, ένα λαιμόν ποτόνια με ένα σταυρόν, μίαν φορεσιάν ρούχα ατλαζένια, άλλην φορεσιά παρακατιανή, τέσσερα ζευγάρια σεντόνια με πλεκτά και δύο σκλέτα, και πέντε κουρτούναις, ένα στρώμα γεμάτον με μαλλί και ένα ψιδί και παννί πήχες: 53: πετζέταις: 12: ένα ταβλομάντηλον, τέσσεις νιφτόμπολαις, μίαν τουζίνα  πιάτα εγγλέζικα και άλλην μίαν χοντρά, ένα καντηλιέρι πρού ζινον από δε τα υποστατικά, το χωράφι εις τον Τίμιον Σταυρόν σύμλιος ο άνωθεν παπάς, έτερον χωράφι εις το ομοίον μέρος πλησίον Μαργαριταράκη Μπιάζενα (Βιάζη), ένα λιβαδάκι πλησίον Αντωνάκης Ραγκούσης, ένα εξαμπέλισμα στην Κολυβού πλησίον Κωνσταντίνος Σιφάκης, το χωράφι εις την Σκαμνιάν πλησίον η κυρά – Μαργαριταράκη Μπιάζη, το χωράφι εις τον Πλακωτόν πλησίον Μανολιός Άγουρος, το χωράφι εις τον Άγιον Βασίλειον πλησίον ο αυτός τις μάνδραις με το αλώνι, ένα χωράφι εις τον Άγιον Βασίλειον πλησίον ο παπάς, το χωράφι εις τους Μαγιαλούπους πλησίον Δημήτρης Στέλλας ένα αμπέλι όπου είναι εις την Γλυφάδα (Γλυφάδες) πλησίον Μαρουσάκη Μπελέγρα χωράφι εις ταις Αγκαθιαίς πλησίον Γεώργης Φιλίνης μίαν ελαίαν εις τον Άγιον Ιωάννης της κερά Αντριάνας τέσσερα χαρανιά μικρά και μεγάλα δύο τηγάνια, έξε τζάραις, ένα ξυλοβούτζι, δύο βουτζά του κρασιού μίαν κρεβαταριάν, τέσσερεις απλάδεναις μεγάλες.

Από δε το έτερο μέρος ο κυρ Δημήτριος δίδει του υιού του Νιολάκη την εικόνα του Αγίου Βασιλείου, τα οσπίτια της μητρός του καθώς ευρίσκονται, το χαρανί της ρακής: 8 τζάραις, ένα βουτζί, δύο ζευγάρια σεντόνια με τα πλεκτά, τρία ζευγάρια σκλέτα, τρείς κουρτούναις, δύο μοναίς και η άλλη μεταξωτή, ένα στρώμα γεμάτον και μίαν μαξελάραν, ένα πάπλωμα καινούριον, δώδεκα πετζέταις φίναις, ένα τραπεζομάντιλον φίνον και έτερον χοντρό ένα ζευγάρι σκολαρίκια μαλαματένια, δύο δακτυλίδια μαλαματένια, ένα ζευγάρι σκολαρίκια μαλαματένια, δύο δακτυλίδια μαλαματένια, ένα ζευγάρι φιούμπες ασημένιαις: 14 κουμπιά ασημένια, δύο ασημένια πιρούνια, μίαν τουζίνα μαχαιροπίρουνα, μίαν πιάτα και πέντε αλάδεναις, δύο καντηλιέρια, μία κασέλα καρυδένη από δε τα υποστατικά, το χωράφι εις τον Σχίνον, πλησίον Μανολιός Άγουρος, το εξαμπέλισμα εις την Ευαγγελίστρα, πλησίον καπετάν Δημητρακης, το λιβάδι εις τον Βρόντα πλησίον ο αυτός αποθανόντας του, ένα χωράφι εις τα Φυρόγια πλησίον Μανολιός Άγουρος, άλλο χωράφι εις τον Κάψαλον πλησίον Άγιος Αντώνιος δέκα κεφάλια πρόβατα, ένα βόδι, και μίαν αγελάδα, την μάνδρα την αξεστέαστην πλησίον Αννάκη του Μανολιού. Ταύτα πάντα και την ευχήν των γονέων τους έτι του δίδει και μετρητά γρόσια: 500: δίδει της και ο πάρπα της ο παπά κύρ Κωνσταντίνος: 1000.

Κωνσταντίνος ιερεύς Κομπαδάκης

Έγραψα το παρον και πιστώς μαρτυρώ.

–1822. Σε έγγραφο των Παριανών στους Υδραίους στις 13 Απριλίου 1822 αναφέρεται ο Γεώργιος Σιφάκης και ο Κωνσταντίνος Σιφάκης κάτοικοι Μαρμάρων.

–1823. Ο ιερέας Ιωάννης Σιφάκης υπογράφει αναφορά ιερέων Κεφάλου στις 8 Οκτωβρίου 1823.

–1823. Στις 21 Νοεμβρίου 1823 αναφέρεται σε έγγραφο Κεφάλου ο Σκευοφύλαξ Ιωάννης Σιφάκης.

–1824. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1824 αναφέρεται ο Σκευοφύλαξ Ιωάννης Σιφάκης, Εφημέριος του Δραγουλά να υπογράφει το πρακτικό εκλογής των «εκλεκτών» του Δραγουλά.

–1827. Ποσότης των χρεών του χωριού Μαρμάρων τα οποία χρεωστούνται με ομολογίας εις την Επανάστασην το 1827: Αυγούστου 14.

Εις Πετράκην Μ. Μαυρογένην γρ. 5425.

Μάρκου Μάτσα Μαυρογένους η από της 700: έμηναν 500γρ.

Μακαρίου Αγούρου γρ. 514

Γεωργίου Γαϊτάνου γρ. 1440

Ιωάννου Καντιώτου 67

Κωνσταντίνου Συφάκη 311

Άνευ ομολογίας Ιωάννου Πρωτοκόλου γρ.50

Τα όσα έχει να λάβγ ο επίτροπος του ιδίου χωριού Μανουήλ Παπαδόπουλος γρ.250

Το Μερικόν χρέος του Κοινού του χωριού Μαρμάρων γρ. 8600:100

–1828. Ο Κωνσταντίνος Ιω. Σιφάκης γεννήθηκε το 1828. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος, ετών 75, γεωργός, χήρος.

–1830. Το 1830 αναφέρεται σε έγγραφο Παροικιάς, 18 Αυγούστου 1830, ο επίτροπος της Μονής του Αγίου Αντωνίου Σιφάκης Κωνσταντίνος σχετικά με τον Άγιο Αντώνιο και τα προβλήματά του.

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Κωνσταντίνος Συφάκης από το χωρίων Κεφάλου.

–1837. Στις 11 Αυγούστου 1837 κατά τον δήμαρχο Μάρπησσας Νικόλαου Βατιμπέλα μνημονεύεται ο εφημέριος Δραγουλά Ιωάννης Σιφάκης, ο οποίος ζητάει να του «χορηγηθεί μικρά τις σύνταξις» για να αντιμετωπίσει τη διατροφή της πολυμελούς οικογενείας του.

–1838. Ο Ευστράτιος Κωνσταντίνου Σιφάκης γεννήθηκε το 1838. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος, ετών 65, κτηματίας, έγγαμος.

–1838. Η Μαρούσα Ιωάννη Σιφάκη γεννήθηκε το 1838. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη, ετών 65, οικιακά, άγγαμος.

–1841. Ο Κωνσταντίνος Νικήτα Σιφάκης γεννήθηκε το 1841. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος, ετών 62, γεωργός, έγγαμος.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1844 είναι εγγεγραμμένος ο 60χρονος Σιφάκης Ι. Κωνσταντίνος κτηματίας και ο Σιφάκης Γ. Κωνσταντίνος 30 ετών έμπορος.

–1846. Αγορά ανεμομύλου «Τζηπίδος 1846. Δεκεμβρίου 29» «Ενώπιον του ειρηνοδίκου Πάρου, που εξεπλήρωνε χρέη συμβολαιογράγου, Δημητρίου Δελαγραμμάτη, ευρισκόμενος στο σπίτι του Γεωργίου Δελαγραμμάτη, που ήταν στην οδό Αγίου Ευσταθίου, όπου και η φερώμενη εκκλησία, και ο οποίος συνέταξε το έγγραφο, και των μαρτύρων Ιακώβου Ν. Κυπραίου και Νικήτα Ν. Σηφάκη, κτηματιών, κατοίκων και δημοτών του Δήμου Μαρπήσσης, η Καλλίτσα Σταύρου Τζανδουλή [Τσαντουλή] πωλεί στον βαρελοποιό (βαρελά) Γεώργιο Ιωάν. Τζιώτη τον «ήμισυ αλευροανεμόμυλον, με τα αναλογούντα σε αυτόν έπιπλα και σκεύη, που βρίσκεται στους Απάνω Μύλους, θέση στα δυτικά του χωριού, όπου το υψηλότερο σημείο, αντί 525 δραχμών.

Στο πωλητήριο μνημονεύεται ως όμορος του ανωτέρω μύλου και ο μύλος της Αικατερίνας Μιχ. Κανδιώτου. Αργότερα οι δύο μύλοι, που βρίσκονταν στο μέρος όπου το παλαιό Δημοτικό Σχολείο και η δεξαμενή, περιήλθαν στις ιδιοκτησίες του Αναπλιώτη (Γ. Ναυπλιώτη) και του Ντεμένεου (ανήκαν εξ ημισείας στους Εμμ. Άγουρο και Φραγκίσκου Μελανίτη). ΠΗΓΗ: Παριανά 1982,10.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Δραγουλά του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 40χρονος γεωργός Νικήτας Σιφάκης, ο 55χρονος ιερέας Ιωάννης Σιφάκης, ο 28χρονος γεωργός Νικόλαος Ιω. Σιφάκης και ο 25χρονος εργάτης Μιχάλης Ι. Σιφάκης.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο Σιφάκης Ι. Κωνσταντίνος 63 ετών και ο Σιφάκης Γ. Κωνσταντίνος 30 ετών κτηματίας.

–1848. Η Μαριγώ Ευστρατίου Σιφάκη γεννήθηκε το 1848. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη, ετών 54, οικιακά, έγγαμος.

–1856. Ενώπιον του συμβολαιογράφου Πάρου Γεωργίου Συμ. Δελαγραμμάτη εδεύοντος στη Νάουσα, και των μαρτύρων Νικήτα Ν. Σιφάκη, κτηματία, και του Ιωάννου Αλιπράντη, εμπόρου, κατοίκων Μαρπήσσης, ο Γεώργιος Μπήτρος, ναυτικός, κάτοικος Αιγίνης, πληρεξούσιος σύζυγος της Αικατερίνης Ιωάννου Ν. Πούλιου, πωλεί στην Άννα Σταματίου Καρυστινού, ένα χωράφι στου Λαού για 436δρχ. Στις 13 Αυγούστου 1856 εν τω χωρίω Τζιπίδω εις την κατά την οδόν του Αγίου Ευσταθίου κειμένην οικίαν μου.

–1858. Η Αικατερίνη Κωνσταντίνου Σιφάκη γεννήθηκε το 1858. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη, ετών 45, οικιακά, έγγαμος.

–1865. Ο Κωνσταντίνος Ιωάννου Σιφάκης γεννήθηκε το 1865. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος, ετών 38, κτηματίας, έγγαμος.

–1867. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 37χρονος υπάλληλος Μιχαήλ Ι. Σιφάκης, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 3 Ιουνίου 1867.

–1867. Σε έγγραφο Μαρπησσης στις 8 Νοεμβρίου του 1867 αναφέρεται ο ιερομόναχος Λουρίδης Γρηγόριος «έχει λαμβάνειν παρά του Αντωνίου Ν. Παντελαίου γεωργού, κάτοικο ενταύθα, δραχμας χιλίας εννεακοσίας μιάς. Οι μάρτηρες Αντώνιος Κ. Σηφάκης, έμπορος, κατοικος Μαρμάρων και ο κτηματίας Λάμπρος Παπαζογλου κάτοικος Μαρπήσσης.

–1868. Η Ειρήνη Κωνσταντίνου Σιφάκη γεννήθηκε το 1868. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη, ετών 35, οικιακά, έγγαμος.

–1870. Διαθήκη του Νικήτα Νικ. Σιφάκη στον Δραγουλά στις 12 Μαρτίου 1870.

–1870. Διαθήκη Νικήτα Ν. Σιφάκη (Δραγουλάς, 12 Μαρτίου 1870) «εις την θυγατέρα αυτού Ταρώ, σύζυγον Εμμανουήλ Αλιπράντη, αφήνει μιαν άμπελον εκ ζευγαριών τεσσάρων κατά την θέσιν Καλαμίτσαν του αυτού δήμου Μαρπήσσης». «εις την θυγατέρα αυτού Μαριγώ αφήνει δύο εξωμάνδρια εις θέσν Σμυρίγλια του Δήμου τούτου, ομορεύοντα με εξωμάνδριον Βιάζη Καρούτσα, Γεωργίου Ρωμανού και ετέραν του διαθέτου, με την παρατήρησιν ότι αν ποτέ ήθελε γίνει εξόρυξις σμύριδος εξ αυτών να είναι προς όφελος εξίσου αυτής και της αδερφής αυτής Ταρώς διαδοχικώς και εις τους κληρονόμους αυτών» και «κατά την θέσιν Ανάληψιν ομορεύουσαν με οικίαν Γεωργίου Φούσκη και δημοσίαν οδόν».

–1873. Ο Μιχαήλ Γεωργίου Σιφάκης γεννήθηκε το 1873. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος, ετών 30, εργάτης, κάτοικος Δραγουλά, έγγαμος.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Σι(υ)φάκης Ευστράτιος του Κωνσταντίνου 32 ετών κτηματίας από τον Δραγουλά. Ο Σιφάκης Νικήτας του Κωνσταντίνου κτηματίας από τον Δραγουλά.

–1875. Ο Νικήτας Ευστρατίου Σιφάκης γεννήθηκε το 1875. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος, ετών 28, κτηματίας, έγγαμος.

–1875. Η Ελένη Νικήτα Σιφάκη γεννήθηκε το 1875. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη, ετών 28, οικιακά, έγγαμος.

–1876. Ο Νικήτας Κωνσταντίνου Σιφάκης γεννήθηκε το 1876. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος, ετών 27, γεωργός, άγαμος.

–1878. Ο Ιωάννης Κωνσταντίνου Σιφάκης γεννήθηκε το 1878. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος, ετών 25, γεωργός, άγαμος.

–1880. Έγγραφο στο κατάστιχο Λεβαντή «εις τας 28 Ιαν. 1880 εμβήκαν του Κων. Σιφάκη οι γαιδαροι εις το Τζιμπούκη και το απόκοψε ο αποκοπτής εν πινάκι. Το έλαβα. Μάρτυρες Νικόλαος Παυλάκης, Αντώνιος Γιαρμής, Απόστολος Κεφάλας και Μάρκος Δελέντας».

–1882. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 32χρονος υπάλληλος Ιωάννης Μ. Σιφάκης, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 10 Οκτωβρίου 1882.

–1884. Η Αμυρίνα? Κωνσταντίνου Σιφάκη γεννήθηκε το 1884. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη, ετών 19, οικιακά, άγαμος.

–1886. Ο Νικόλαος Κωνσταντίνου Σιφάκης γεννήθηκε το 1886. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος, ετών 17, εργάτης, άγαμος.

–1887. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 46χρονος υδροφόρος Γεώργιος Κων. Σιφάκης, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 29 Ιανουαρίου 1887.

–1893. Στις 4 Μαρτίου 1893 ο 30χρονος υπάλληλος από την Πάρο Ιωάννης Καπαρός του Γεωργίου και της Αικατερίνης Κωνσταντίνου, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 22χρονη από την Πάρο Ελένη Σιφάκη, του Μιχαήλ και της Ασημίνας Φιλίνη.

–1893. Η Μαριγώ Κωνσταντίνου Σιφάκη γεννήθηκε το 1893. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη, ετών 10, οικιακά, άγαμος.

–1894. Ο Δημήτριος Μιχαήλ Σιφάκης γεννήθηκε το 1894. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος, ετών 9, άνευ, κάτοικος Δραγουλά, άγαμος.

–1894. Η Μαριγώ Νικήτα Σιφάκη γεννήθηκε το 1894. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη, ετών 9, μαθήτρια, άγαμος.

–1896. Η Καλλιόπη Νικήτα Σιφάκη γεννήθηκε το 1896. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη, ετών 7, μαθήτρια, άγαμος.

–1897. Ο Ευστράτιος Κωνσταντίνου Σιφάκης γεννήθηκε το 1897. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος, ετών 6, μαθητής, άγαμος.

–1897. Ο Ιωάννης Κωνσταντίνου Σιφάκης γεννήθηκε το 1897. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος, ετών 6, κτηματίας, έγγαμος.

–1898. Η Ειρήνη Νικήτα Σιφάκη γεννήθηκε το 1898. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη, ετών 5, άνευ, άγαμος.

–1899. Ο Ιωάννης Κωνσταντίνου Σιφάκης γεννήθηκε το 1899. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος, ετών 4, άνευ, άγαμος.

–1900. Η Μαρία Κωνσταντίνου Σιφάκη γεννήθηκε το 1900. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη, ετών 3, άνευ, άγαμος.

–1900. Ο Ηλίας Μιχαήλ Σιφάκης γεννήθηκε το 1900. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος, ετών 3, άνευ, κάτοικος Δραγουλά, άγαμος.

–1901. Η Αικατερίνη Νικήτα Σιφάκη γεννήθηκε το 1901. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη, ετών 2, άνευ, άγαμος.

–1916. Στις 22 Μαΐου 1916 ο 22χρονος υποδηματοποιός από την Πάρο Αντώνιος Φραντζής του Δημητρίου και της Φλώρας Σιφάκη παντρεύεται στην Ερμούπολη την 18χρονη από την Σύρο Ευγενία Κόκκαλη, του Μαρίνου, και της Αναστασίας Μαρκουλή.

–1927. Το 1927 γεννιέται ο Σηφάκης Μιχαήλ του Νικολάου γεωργός κάτοικος κοιν. Αρχιλόχου.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Μάρπησσας στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο Συφάκης Ιωάννης του Κώστα, 46 ετών εργάτης.

 

Σιφιανός: Βλέπε Σκιφιανός

 

Σιφιναίος: Βλέπε Σιφναίος

 

Σιφναίος ή Σιφνέος ή Σιφιναίος ή Σιφουνέος ή Συφναίος: Το επώνυμο Σιφναίος, με τις παραλλαγές Σιφνέος, Σιφιναίος, Σιφνιός, Σιφουνέος και Συφναίος, είναι πατριδωνυμικό επώνυμο, δηλαδή δηλώνει καταγωγή ή προέλευση από τη Σίφνο. Τέτοιου τύπου επώνυμα μπορούσαν να δημιουργηθούν ανεξάρτητα σε διαφορετικές οικογένειες, όταν ένας κάτοικος ενός νησιού εγκαθίστατο σε άλλο τόπο και προσδιοριζόταν από τον τόπο καταγωγής του.

Η παλαιότερη γνωστή παρουσία στην Πάρο

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα τεκμηριωμένη αναφορά του επωνύμου στην Πάρο εντοπίζεται στο 1642, όπου εμφανίζεται ο Νικόδημος Γεωργίου Σιφναίος, μοναχός, ο οποίος υπογράφει έγγραφο σχετικό με την εγκαθίδρυση της Μονής Αγίου Αντωνίου Κεφάλου ως κοινοβιακής.

Η αναφορά αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς αποδεικνύει ότι το όνομα Σιφναίος ήταν ήδη σε χρήση στην Πάρο από τα μέσα του 17ου αιώνα. Ωστόσο, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε τον Νικόδημο Γεωργίου Σιφναίο ως τον πρώτο Σιφναίο που εγκαταστάθηκε στην Πάρο. Το 1642 είναι, με τα σημερινά διαθέσιμα στοιχεία, η παλαιότερη τεκμηριωμένη αναφορά που έχουμε εντοπίσει, όχι κατ’ ανάγκην η ημερομηνία άφιξης της οικογένειας.

Ακόμη περισσότερο, δεν υπάρχει μέχρι σήμερα τεκμηριωμένη απόδειξη ότι ο Νικόδημος ήταν ο γενάρχης όλων των μεταγενέστερων Σιφναίων της Πάρου. Είναι πιθανό να ανήκε σε μία από περισσότερες οικογένειες Σιφνίων που εγκαταστάθηκαν στην Πάρο σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.

Από τον 17ο στον 18ο αιώνα

Η παρουσία του επωνύμου συνεχίζεται στα παριανά τεκμήρια. Το 1665 αναφέρεται ο Ιωάννης Σιφναίος σε διαθήκη που καταγράφεται από τον Τζιπίδο, ενώ το 1675 εμφανίζεται στη Νάουσα ο Στεφανής Σιφνιός, ο οποίος υπογράφει επιστολή των κατοίκων προς τον Γάλλο πρέσβη σχετικά με την εγκατάσταση Καπουκίνων. Η μορφή Σιφνιός απαντά και σε τεκμήριο του 1702.

Στη Νάουσα το επώνυμο μαρτυρείται ήδη από το 1675 και συνεχίζει να εμφανίζεται κατά τον 18ο και 19ο αιώνα. Ενδεικτικά, σε προικοσύμφωνο του 1719 αναφέρεται ο Ιωάννης Σιφναίος, ενώ σε αντίστοιχο έγγραφο του 1739 αναφέρεται η Αικατερίνη, σύζυγος του αποβιώσαντος Τζάννη Σιφινάιου (ΕΒΕ, Ξ 665).

Η συνεχής παρουσία του επωνύμου στη Νάουσα, αλλά και η μεταγενέστερη παρουσία του στην Παροικία και στις Λεύκες, δείχνει ότι μέχρι τον 19ο αιώνα είχαν ήδη διαμορφωθεί περισσότεροι κλάδοι ή οικογενειακές γραμμές. Δεν είναι όμως δυνατόν, χωρίς γενεαλογική σύνδεση των προσώπων, να θεωρηθούν όλοι αυτομάτως απόγονοι ενός κοινού προγόνου.

Παροικία και Λεύκες

Στην Παροικία το επώνυμο τεκμηριώνεται τουλάχιστον από το 1817, με τον Δημήτριο Α. Σιφναίο, ενώ ακολουθούν πολυάριθμες αναφορές σε αγρότες και γαιοκτήμονες κατά τον 19ο αιώνα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το επώνυμο δεν περιοριζόταν στη Νάουσα και την Παροικία. Στον εκλογικό κατάλογο των Λευκών του 1847 εμφανίζονται οι Ανδρέας Ν. Σιφναίος, Αντώνιος Ν. Σιφναίος, Γεώργιος Ν. Σιφναίος, Γεώργιος Σιφναίος και Νικόλαος Σιφναίος, με διαφορετικά επαγγέλματα. Αυτό επιβεβαιώνει την παρουσία της οικογένειας ή οικογενειών Σιφναίων και στις Λεύκες ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα.

Γιατί ήρθαν οι Σιφναίοι στην Πάρο;

Δεν έχει μέχρι σήμερα εντοπιστεί κάποιο συγκεκριμένο γεγονός στη Σίφνο γύρω από το 1642 που να μπορεί να συνδεθεί με μια μαζική έξοδο κατοίκων προς την Πάρο. Αντίθετα, κατά τον 17ο αιώνα η Σίφνος παρουσίαζε σημαντική εμπορική και κοινωνική δραστηριότητα.

Η παρουσία ενός Σιφναίου στην Πάρο ήδη από το 1642 θα πρέπει επομένως να εξεταστεί μέσα στο ευρύτερο φαινόμενο της διανησιωτικής κινητικότητας των Κυκλάδων. Το εμπόριο, η ναυτοσύνη, οι επαγγελματικές δραστηριότητες και οι οικογενειακές σχέσεις συνέδεαν στενά τα νησιά και ευνοούσαν τη μετακίνηση ανθρώπων από τη Σίφνο προς άλλα νησιά.

Η επιστημονική βιβλιογραφία επισημαίνει γενικότερα ότι τα πατριδωνυμικά επώνυμα, όπως το Σιφναίος, μπορούν να αποτελούν ένδειξη παλαιότερης μετοίκησης. Συνεπώς, η σιφνιακή προέλευση του επωνύμου είναι ισχυρή ένδειξη, αλλά δεν μας επιτρέπει ακόμη να προσδιορίσουμε πότε ακριβώς έγινε η πρώτη μετοίκηση ούτε αν υπήρξε ένας μόνο αρχικός μετανάστης.

Ένας ή περισσότεροι «γενάρχες»;

Με τα σημερινά στοιχεία, δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι όλοι οι Σιφναίοι της Πάρου κατάγονται από έναν μοναδικό γενάρχη.

Το γεγονός ότι το επώνυμο είναι πατριδωνυμικό έχει ιδιαίτερη σημασία: διαφορετικοί άνθρωποι που κατάγονταν από τη Σίφνο μπορούσαν ανεξάρτητα να εγκατασταθούν στην Πάρο και να αποκληθούν «Σιφναίοι». Επομένως είναι απολύτως πιθανό να δημιουργήθηκαν περισσότερες από μία παριανές οικογενειακές γραμμές Σιφναίων.

Αυτό που μπορεί να ερευνηθεί περαιτέρω είναι εάν ο Νικόδημος Γεωργίου Σιφναίος του 1642 συνδέεται γενεαλογικά με τον Ιωάννη Σιφναίο του 1665 και στη συνέχεια με τους Σιφναίους της Νάουσας του 1675. Αν βρεθεί τέτοια αλυσίδα, θα έχουμε την πρώτη σοβαρή ένδειξη για έναν συγκεκριμένο παλαιό παριανό κλάδο. Αν δεν βρεθεί, θα πρέπει να παραμείνει ανοικτό το ενδεχόμενο διαφορετικών οικογενειακών προελεύσεων.

Συμπέρασμα

Η μέχρι σήμερα έρευνα επιτρέπει να θεωρήσουμε τον Νικόδημο Γεωργίου Σιφναίο του 1642 ως την παλαιότερη γνωστή τεκμηριωμένη παρουσία του επωνύμου στην Πάρο. Δεν γνωρίζουμε όμως ακόμη πότε εγκαταστάθηκε στην Πάρο ο πρώτος Σιφναίος ούτε εάν ο Νικόδημος υπήρξε πρόγονος όλων των μεταγενέστερων οικογενειακών κλάδων.

Η παρουσία του επωνύμου από το 1642 και η συνεχής εμφάνισή του στη Νάουσα, την Παροικία και αργότερα στις Λεύκες δείχνουν ότι η σχέση της οικογένειας ή των οικογενειών Σιφναίων με την Πάρο είναι πολύ παλαιά και ασφαλώς ανάγεται τουλάχιστον στον 17ο αιώνα. Για να προσδιοριστεί όμως ο πραγματικός πρώτος μετανάστης και η ακριβής γενεαλογική συνέχεια, απαιτείται περαιτέρω έρευνα στα παριανά συμβολαιογραφικά και εκκλησιαστικά αρχεία του 17ου αιώνα και, παράλληλα, στα αντίστοιχα αρχεία της Σίφνου.

Πηγές: παριανά συμβολαιογραφικά και εκκλησιαστικά τεκμήρια του 17ου–19ου αιώνα· εκλογικοί κατάλογοι Παροικίας, Νάουσας και Λευκών· ΕΒΕ, Ξ 665· Nikolaos G. Promponas, μελέτη για τα πατριδωνυμικά επώνυμα και τις μετοικεσίες στις Κυκλάδες· μελέτες για την ιστορική και κοινωνικοοικονομική εξέλιξη της Σίφνου και τις διανησιωτικές μετακινήσεις στον χώρο των Κυκλάδων.

–1642. Ο μοναχός Νικόδημος Σιφναίος υπογράφει το έγγραφο καθιέρωσης της μονής Αγίου Αντωνίου Κεφάλου ως κοινοβιακής Καστελλίου Κεφάλου, 6 Φεβρουαρίου 1642. «προσήλωσις κτημάτων εκ μέρους της Μαρίας, το γένος Σκορδίλη και συζύγου του Μανώλη Μακαρίτη και υιού αυτής Γεωργίου Αρχολέου και καθοσίωσις του Ναού του οσίου Αντωνίου εις Μοναστήριον διαπιστευθέν εις τον αδελφόν αυτής τον και καθηγούμενον παπά Άνθιμον Σκορδίλην». Το έγγραφο υποιγράφουν: ο Μητροπολήτης Παροναξίας Νικόδημος, ο ηγούμενος Άνθιμος Σκορδίλης, οι ιερομόναχοι Μακάριος Καλογεράς και Δαμασκηνός Ντόριας, ο ιεροδιάκονος Χρύσανθος Στέλλας, οι μοναχοί Ιωακείμ του Λαρέντζου και Νικόδημος Γεωργίου Σιφναίος.

–1665. Η διαθήκη Τσιπίδου του Ιωάννη Σιφναίου συντάσσεται  στις 19 Νοεμβρίου 1665.

–1675. Στις 15 Μαΐου 1675. Σε επιστολή Ναουσαίων προς τον πρεσβευτή των Γάλλων, αιτώντας Καπουκίνους πατέρες  υπογράφει ο Στεφανής Σιφνιός.

–1702 Σε έγγραφο Τσιπίδου του 1702 το επώνυμο απαντάται ως Σιφνιός.

–1719. Στις 12 Ιανουαρίου 1719 μνημονεύεται σε προικοσύμφωνο Νάουσας ο Σιφναίος Ιωάννης και η Αντωνίνα. «Πάρος, Καστέλλιω, Νάουσα 12 Ιανουαρίου 1719. Η κυρά Μάτθα γυνή του ποτέ Μανοέλη Γερμάνη», στην κόρη της Αντωνίνα «διά χάριν προικός» «έπειτα της δώνει δύο εικόνας της Παναγίας των Εισοδίων και η άλλη η ποκαλοθήλωσις».

–1739. «Προικοσύμφωνο του Μιχάλη Φιαμένκου» Νάουσα, 6 Νοεμβρίου 1739. «Η Κατερίνα γυναίκα του μακαρίτη Τζαννή Σιφιναίου δίδει στην κόρη της Αννούσα τις εικόνες … , ενώ η Μαρία Γεωργίου Φιαμένκου δίδει στον γιό της Μιχάλη την εικόνα της Υπαπαντής». (ΕΒΕ, Ξ 665).

–1817. Το 1817 γεννιέται ο Σιφναίος Α. Δημήτριος κτηματίας κάτοικος Παροικιάς.

–1820. Σε προικοσύμφωνο Νάουσας στις 11 Ιανουαρίου 1820 αναφέρεται η Φλορέντζα γυνή του Αναστάση Σιφναίου.

–1823. Στις 8 Νοεμβρίου 1823 αναφέρεται σε έγραφο Παροικιάς ο Δημήτριος Σιφναίος (Σηφηνέος) και η κερά Μηλιά.

–1827. Σε έγγραφο της 15 Απριλίου 1827 της Παροικιάς Πάρου μαρτυρείται ο Δημήτρης και ο Αντώνης Σιφναίος.

–1827. Καταγραφή των (μερικών) χρεών των κοινοτήτων του κάθε Μέρους κοινού της Πάρου εις την Κωνσταντινούπολιν. 17 Απριλίου 1827.

Ομολογία Αντωνίου Συφναίου Κεφάλαιον γρ. 100 και Δημητρίου Συφναίου 100γρ.

–1829. Σε πληρεξούσιο του 1829 αναφέρεται ο Αντώνιος Σιφναίος.

–1830. Στις 8 Φεβρουαρίου 1830  αναφέρεται στον κατάλογο του Παροναξίας Ιερόθεου Σακελλίων Απόστολος Σιφναίος.

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Αντώνης Σιφναίος. 

–1832. Εν Ναούση της Πάρου τη 27 Μαρτίου 1832 σε έγγραφο της σχολής του Αγίου Αθανασίου, αναφέρεται ο Αντώνης Σιφναίος.

–1833. Σε προικοσύμφωνο Παροικιάς την 22 Οκτωβρίου 1833: «…ένα χωράφι εις τοποθεσίαν Φραγκιάδενας, πλησίον ο Σπυρίδων Σιφναίος…».

–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο Ν. Σίφνιος.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 39χρονος εργάτης Νικόλαος Σιφναίος, ο 30χρονος εργάτης Μιχαήλ Σιφναίος, ο 26χρονος γεωργός Τζανής Σιφναίος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 43χρονος γεωργός Μιχαήλ Σιφιναίος, ο 28χρονος γεωργός Δημήτριος Σιφναίος και ο 39χρονος γεωργός Ιωάννης Σιφιναίος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 26χρονος γεωργός Ανδρέας Ν. Σιφναίος, ο 26χρονος γεωργός Αντώνιος Ν. Σιφναίος, ο 33χρονος ράπτης Γεώργιος Ν. Σιφναίος, ο 68χρονος φλεβοτόμος Γεώργιος Σιφναίος και ο 55χρονος καφεπώλης Νικόλαος Σιφναίος.

–1865. Το 1865 γεννιέται ο Σιφναίος Γεώργιος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς. Απεβίωσε το 1948

–1872. Στις 9 Ιανουαρίου 1872 ο 25χρονος βυρσοδέψη από την Πάρο Ζαννή Σιφουνέο [Σιφναίο] του Νικολάου και της Ελένης Κομιανού [Κομνηνού], παντρεύεται στην Ερμούπολη την 25χρονη από την Χίο Ασπασία Καλουτά, του Απόστολου και της Ειρήνης.

–1874. Το 1874 γεννιέται ο Σιφναίος Ιωάννης του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1875. Γεννιέται στη Νάουσα της Πάρου το 1875 ο Σιφναίος Νικόλαος του Γεωργίου.

–1876. Το 1876 γεννιέται ο Σιφναίος Δημήτριος του Αντωνίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1876. Το 1876 γεννιέται ο Σιφναίος Αντώνιος του Θεόδωρου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1876. Στις 15 Οκτωβρίου 1876 ο παριανή Ζαννής Σιφναίος 35 ετών βυρσοδέψης και η γυναίκα του Ασπασία Καλουτά  κάτοικοι Σύρου δηλώνουν τον θάνατο της κόρης τους Αναστασίας 20 μηνών κάτοικο Ερμούπολης. Ασθένεια: Γαστρεντερίτις.

–1876. Στις 22 Νοεμβρίου 1876 ο παριανή Ζαννής Σιφναίος 36 ετών βυρσοδέψης και η γυναίκα του Ασπασία Καλουτά  κάτοικοι Σύρου δηλώνουν τον θάνατο της κόρης τους Κωνσταντινιά 50 ημερών κάτοικο Ερμούπολης. Ασθένεια: Δράκος.

–1877. Το 1877 γεννιέται ο Σιφναίος Μάρκος του Εμμανουήλ ναυτικός, κάτοικος Νάουσας Πάρου. Απεβίωσε το 1949.

–1879. Το 1879 γεννιέται ο Σιφναίος Εμμανουήλ του Θεόδωρου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Σιφναίος Βασίλειος του Μιχαήλ, ετών 36, εργάτης από τη Νάουσα, Σιφναίος Γεώργιος του Νικολάου, 40 ετών, βυρσοδέψης από τη Νάουσα, κάτοικος Σύρου, Σιφναίος Ελευθέριος του Ζαννή, ετών 41, εργάτης από τη Νάουσα, Σιφναίος Εμμανουήλ του Ζαννή, 34 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, Σιφναίος Ζαννής του Μιχαήλ, ετών 42, εργάτης από τη Νάουσα και Σιφναίος Ζαννής του Νικολάου, ετών 39, βυρσοδέψης από τη Νάουσα, κάτοικος Σύρου.

–1884. Το 1884 γεννιέται ο Σιφναίος Δημήτριος του Θεόδωρου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Σιφναίος Βασίλειος του Μιχαήλ, ετών 38, εργάτης από τη Νάουσα, Σιφναίος Γεώργιος του Νικολάου, 42 ετών, βυρσοδέψης από τη Νάουσα, κάτοικος Σύρου, Σιφναίος Ελευθέριος του Ζαννή, ετών 41, εργάτης από τη Νάουσα, Σιφναίος Εμμανουήλ του Ζαννή, 36 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, Σιφναίος Ζαννής του Μιχαήλ, ετών 44, εργάτης από τη Νάουσα και Σιφναίος Ζαννής του Νικολάου, ετών 41, βυρσοδέψης από τη Νάουσα, κάτοικος Σύρου.

–1885. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 40χρονος βυρσοδέψης Ζαννής Σιφναίος, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 9 Νοεμβρίου 1885.

–1887. Το 1887 γεννιέται ο Σιφναίος Γεώργιος του Παντελή γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1889. Το 1889 γεννιέται ο Σιφναίος Δημήτριος του Παντελή γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1889. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 50 ετών βυρσοδέψης Αντώνιος Ν. Σιφναίος έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 5 Δεκεμβρίου 1889.

–1890. Το 1890 γεννιέται ο Σιφναίος Νικόλαος του Θεόδωρου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1891. Το 1891 γεννιέται ο Σιφναίος Δημήτριος του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1891. Ο Άγιος Ιωάννης καλοέρια Πάρος (Κακάπετρα) έτος 1891 ανήκει στην οικ Σιφναίου.

–1892. Στις 1 Δεκεμβρίου 1892 ο παριανός Σιφναίος Αντώνης 50 ετών βυρσοδέψης κάτοικος Σύρου και η γυναίκα του Γαρουφαλιά Πάτσογλου δηλώνουν τον θάνατο του γιού τους Κωνσταντίνου 11 μηνών κάτοικο Ερμούπολης. Ασθένεια: Διπλή βρογχοπνευμονία.

–1893. Το 1893 γεννιέται ο Σιφναίος Άγγελος του Σπύρου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1894. Το 1894 γεννιέται ο Σιφναίος Αντώνιος του Παντελή γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1895. Το 1895 γεννιέται ο Σιφναίος Εμμανουήλ του Αντωνίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1897. Στις 16 Ιουλίου 1897 ο παριανός Σιφναίος Αντώνης 60 ετών βυρσοδέψης κάτοικος Σύρου δηλώνει τον θάνατο της Κάκαρη Ι. Θεοδώρας 35 ετών κάτοικο Ερμούπολης. Ασθένεια: Καρδιακό νόσημα.

–1897. Το 1897 γεννιέται ο Σιφναίος Εμμανουήλ του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1898. Το 1898 γεννιέται ο Σιφναίος Δημήτριος του Μιχαήλ γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1901. Το 1901 γεννιέται ο Σιφναίος Δημήτριος του Αντωνίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς. Απεβίωσε το 1954.

–1901. Το 1901 γεννιέται ο Σιφναίος Κωνσταντίνος του Παντελή γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1902. Το 1902 γεννιέται ο Σιφναίος Αντώνιος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1902. Το 1902 γεννιέται ο Σιφναίος Κωνσταντίνος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1903. Το 1903 γεννιέται ο Σιφναίος Σταμάτης του Σπύρου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1903. Το 1903 γεννιέται ο Σιφναίος Κωνσταντίνος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1904. Το 1904 γεννιέται ο Σιφναίος Θεόδωρος του Αντωνίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1905. Το 1905 γεννιέται ο Σιφναίος Στυλιανός του Μιχαήλ γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1908. Το 1908 γεννιέται ο Σιφναίος Ιωάννης του Παντελή γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1909. Το 1909 γεννιέται ο Σιφναίος Γεώργιος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1909. Το 1909 γεννιέται ο Σιφναίος Θεόδωρος του Ιωάννη εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1909. Το 1909 γεννιέται ο Σιφναίος Αντώνιος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1910. Το 1910 γεννιέται ο Σιφναίος Σάββας του Μιχαήλ γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1910. Το 1910 γεννιέται ο Σιφναίος Θεόδωρος του Εμμανουήλ γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1911. Μάρκος Εμμ. Σιφναίος, έμπορος στη Νάουσα το 1911.

–1913. Το 1913 γεννιέται ο Σιφναίος Θεόδωρος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1914. Το 1914 γεννιέται ο Σιφναίος Σταύρος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1914. Το 1914 γεννιέται ο Σιφναίος Κωνσταντίνος του Αντωνίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1917. Το 1917 γεννιέται ο Σιφναίος Γεώργιος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1918. Το 1918 γεννιέται ο Σιφναίος Παντελής του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1919. Το 1919 γεννιέται ο Σιφναίος Ελευθέριος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1919. Το 1919 γεννιέται ο Σιφναίος Νικόλαος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος κοιν. Παροικιάς.

–1920 από τους ιδρυτές, όπως προκύπτουν από το βιβλίο πρακτικών του Συνδέσμου «Εν Πειραίει Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου» είναι ο Σιφναίος Μ.

–1921. Το 1921 γεννιέται ο Σιφναίος Θεόδωρος του Νικολάου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1921. Μαύρη Μαρουσώ, όνομα συζύγου: Γεώργιος, Κύριο όνομα και επώνυμο πατρός: Δ. Σιφναίος. Έτος γέννησης: 1921. Επάγγελμα: οικοκυρά.

–1922. Το 1922 γεννιέται ο Σιφναίος Παντελής του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1923. Το 1923 γεννιέται ο Σιφναίος Παντελής του Αντωνίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1923. Το 1923 γεννιέται ο Σιφναίος Σπύρος του Άγγελου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1924. Το 1924 γεννιέται ο Σιφναίος Αθανάσιος του Νικολάου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1924. Το 1924 γεννιέται ο Σιφναίος Κωνσταντίνος του Αντωνίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1925. Το 1925 γεννιέται ο Σιφναίος Σπύρος του Δημητρίου υποδηματοποιός κάτοικος Παροικιάς.

–1925. Το 1925 γεννιέται ο Σιφναίος Σπύρος του Δημητρίου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1925. Το 1925 γεννιέται ο Σιφναίος Ανδρέας του Νικολάου κάτοικος της Κοιν. Παροικιάς.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Σιφναίος Αναστάσιος του Δημητρίου αγωγεύς κάτοικος κοιν. Παροικιάς.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Σιφναίος Νικόλαος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1927. Το  1927 γεννιέται ο Σιφναίος Πέτρος του Ζαννή ναυτικός, κάτοικος Νάουσας Πάρου.

–1928. Το 1928 γεννιέται ο Μάρκος Σιφναίος του Εμμανουήλ, ναυτικός, κάτοικος Νάουσας Πάρου.

–1929. Το 1929 γεννιέται ο Σιφναίος Αντώνιος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος κοιν. Παροικιάς.

–1930. Το 1930 γεννιέται ο Σιφναίος Γεώργιος του Εμμανουήλ αλιεύς κάτοικος κοιν. Παροικιάς.

–1931. Το 1931 γεννιέται ο Σιφναίος Αντώνιος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος κοιν. Παροικιάς.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 69χρονος κάτοικος Νάουσας, Σιφναίος Μάρκος του Εμμανουήλ, ναυτικός και ο 61χρονος εργάτης Σιφναίος Αντώνιος του Ελευθερίου, ο 43χρονος γεωργός Σιφναίος Ελευθέριος του Νικολάου, ο 34χρονος Σιφναίος Εμμανουήλ του Κωνσταντίνου, οινομάγειρος, ο 61χρονος ναυτικός Σιφναίος Κωνσταντίνος του Εμμανουήλ, ο 31χρονος οινομάγειρας Σιφναίος Φίλιππος Κωνσταντίνος ο 22χρονος παντοπώλης Σιφναίος Εμμανουήλ του Ζαννή, ο 21χρονος ναυτικός Σιφναίος Σάββας του Κωνσταντίνου και ο 71χρονος κτηματίας Σιφναίος Νικόλαος του Γεωργίου.

–1947. Στις 20 Ιουνίου 1947, το στο Κοινοτικό Συμβούλιο Ναούσης συμμετέχει και ο Ιω. Σιφναίος.

–1950. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 19 Αυγούστου 1950, υπάρχει εγγεγραμμένη η Σιφναίου Μαρούλη, όνομα συζύγου Ζαννής, όνομα πατρός Πέτρος Δευτερίγος.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Χανιώτη Μαρία, όνομα συζύγου Αντώνιος, όνομα πατρός Κωνσταντίνος Σιφναίος, η Αλιπράντη Άννα, όνομα συζύγου Ευστάθιος, όνομα πατρός Κωνσταντίνος Σιφναίος, η Μαλαματενιου Ασπασία, όνομα συζύγου Λεονάρδος, όνομα πατρός Ιωάννης Σιφναίος, η Σιφναίου Μαργαρίτα, όνομα συζύγου Αντώνιος, όνομα πατρός Δημήτριος Γαβαλάς, η Σιφναίου Στυλιανή, όνομα συζύγου Αντώνιος, όνομα πατρός Ιωάννης Πετρόπουλος και η Ρουμελιώτη Αννέζα, όνομα συζύγου Κωνσταντίνος, όνομα πατρός Ελευθέριος Σιφναίος.

–1954. Στις κοινοτικές εκλογές του 1954 υποψήφιος με τον συνδυασμό Παροικιάς Πάρου «ΠΡΟΟΔΟΣ – ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ» ο Σ. Σιφναίος

–1959. 5 Απριλίου 1959. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΚΛΟΓΩΝ ΝΑΟΥΣΗΣ

Ψηφίσαντες 582 άκυρα 3

Συνδυασμός «ΕΞΩΡΑΪΣΜΟΣ» υπό του κ.κ. Σταύρον Κορτιάνον ψηφοδέλτια 325.

Εκλέγονται 4 οι εξής: Κορτιάνος Στ. σταυροί προτιμήσεως 227, Μπαφίτης Γ. Πέτρος 104, Μαλαματένιος Ν. Λεονάρδος 62 και Βελένζας Νικόλαος 58.

Συνδυασμός «ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ» υπό τον κ. Δημ. Καρποδίνην ψηφοδ. 153. Εκλέγονται δύο: Καρποδίνης Δ. με 127 και Βιτσαδάκης Παναγ. 37.

Συνδυασμός «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΣ» ψηφοδ. 108. Εκλέγεται ο αρχηγός του Συνδυασμού και νυν Πρόεδρος της Κοινότητος κ. Αντώνιος Σιφναίος με ψήφους 72.

ΤΑ ΦΑΙΔΡΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΕΙΣ ΝΑΟΥΣΑΝ

Εις τας Κοινοτικάς εκλογάς εν Ναούση υπέβαλον υποψηφιότητα 35 υποψήφιοι διεκδικούντες τας 582 ψήφους εις έκαστον των οποίων αντιστοιχούσι 16 ψηφοφόροι!

Την ορθήν κρίσιν εις τους 35, οι πλείστοι των οποίων υπέβαλον υποψηφιότητα δια καθαρώς προσωπικούς και εγωιστικούς λόγους, έδωσε ψηφοφόρος, όστις αντί ψηφοδελτίου έρριψεν εις την ψηφοδόχον την «ΦΩΝΗΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ»

Είθε η «ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ» να εισέλθη πραγματικά εις τα ώτα των μη ακουόντων Ναουσαίων ίνα μη συμβούν παρόμοιαι ανοησίαι εις μελλούσας Κοινοτικάς εκλογάς.

–1964. Κοινοτικαί Εκλογαί 5 Ιουλίου 1964. Εις ΝΑΟΥΣΑ: Κατήλθον 2 συνδ. ο εις υπό τον Πρόεδρον της Κοινότητος και ο έτερος υπό τον κ. Στ. Κορτιάνον. Υπερεψήφισεν ο πρώτος και το Κ.Σ. καταρτίσθη ως ακολούθως: Πρόεδρος ο κ. Νικ. Βελέντζας και μέλη οι κ.κ. Π. Γ. Μπαφίτης, Σαβ. Σιφναίος, Ανδρ. Καούνης, Γ. Κ. Ρούσσος, Στ. Κορτιάνος και Λεον. Αιγινήτης.

 

Σιφνέος: Βλέπε Σιφναίος


Σιφνιός: Βλέπε Σιφναίος.

 

Σιφουνέος: Βλέπε Σιφναίος.

 

Σκαλιάρης: Το επώνυμο Σκαλιάρης είναι τεκμηριωμένο στην Πάρο τουλάχιστον από τις αρχές του 18ου αιώνα και συνδέεται ήδη από τις πρώτες γνωστές αναφορές του με την Παροικιά και τη διοικητική και εκκλησιαστική ζωή της παριανής κοινότητας.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή αναφορά εντοπίζεται το 1716, όταν ο Νικόλαος Σκαλιάρης μαρτυρείται σε πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης του κοινού της Παροικιάς, κατά την εκλογή νοταρίου και καγκελαρίου, στις 14 Ιανουαρίου. Ο ίδιος αναφέρεται εκ νέου το 1724, σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς.

Από το 1739 εμφανίζεται στην ίδια κοινότητα ο Λινάρδος Σκαλιάρης, αρχικά ως ιεροδιάκονος. Το 1741 αναφέρεται ως Λεονάρδος ιερεύς Σκαλιάρης και συμμετέχει επανειλημμένα στις Γενικές Συνελεύσεις και στις αποφάσεις του κοινού της Παροικιάς. Το 1742 υπογράφει γράμμα των ιερέων της Παροικιάς, ενώ το 1746 συνυπογράφει σημαντική απόφαση του κοινού για την προσέλκυση νέων κατοίκων από άλλα μέρη της Ελλάδας, στους οποίους προσφέρονταν φορολογικές και άλλες διευκολύνσεις. Το 1748 αναφέρεται και πάλι ως ιερεύς σε πρακτικό της κοινότητας.

Η επαναλαμβανόμενη παρουσία του Λινάρδου/Λεονάρδου Σκαλιάρη στις αποφάσεις του κοινού δείχνει ότι η οικογένεια είχε ήδη αποκτήσει σημαντική θέση στην κοινωνική και εκκλησιαστική ζωή της Παροικιάς κατά το πρώτο μισό του 18ου αιώνα. Ωστόσο, δεν έχει ακόμη αποδειχθεί γενεαλογικά ότι ο Νικόλαος του 1716 και ο Λινάρδος/Λεονάρδος του 1739–1748 ανήκαν στην ίδια οικογενειακή γραμμή.

Η πιθανή σχέση με την Άνδρο

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαπίστωση ότι το επώνυμο Σκαλιάρης απαντά επίσης στην Άνδρο, όπου φαίνεται να υπήρχε παλαιά και πολυπληθής οικογένεια.

Το 1844 ο Νικόλαος Σκαλιάρης, ηλικίας 40 ετών, καταγράφεται στην πρωτεύουσα της Άνδρου ως αυτόχθων, κάτοχος ακίνητης περιουσίας και ναυτικός.

Στους εκλογικούς καταλόγους του 1865, 1872 και 1877 εμφανίζονται πολλοί Σκαλιάρηδες της Άνδρου, αρκετοί από τους οποίους είναι παιδιά του ίδιου Νικολάου και ασχολούνται με τη ναυτιλία. Το 1877 καταγράφονται, μεταξύ άλλων, ο Δημήτριος, ο Γιαννούλης, ο Μιλτιάδης και ο Λεωνίδας Σκαλιάρης, με πατέρα τον Νικόλαο, ενώ αναφέρεται και Νικόλαος Σκαλιάρης ηλικίας 70 ετών.

Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν ότι υπήρχε παλαιά ανδριώτικη οικογένεια Σκαλιάρη, με ιδιαίτερα έντονη σχέση με τη ναυτική δραστηριότητα. Δεν έχει όμως μέχρι σήμερα βρεθεί τεκμήριο που να συνδέει την ανδριώτικη οικογένεια με τους Σκαλιάρηδες της Πάρου.

Επομένως, η ανδριώτικη προέλευση των Σκαλιάρηδων της Πάρου αποτελεί ενδιαφέρουσα υπόθεση προς διερεύνηση, όχι τεκμηριωμένο συμπέρασμα.

Τι γνωρίζουμε για την προέλευση του επωνύμου

Η ετυμολογία του επωνύμου Σκαλιάρης δεν μπορεί προς το παρόν να προσδιοριστεί με ασφάλεια. Δεν έχει εντοπιστεί αξιόπιστη ιστορική ή λεξικογραφική πηγή που να αποδεικνύει αν πρόκειται για παρωνύμιο, επαγγελματικό χαρακτηρισμό, τοπωνυμικό ή άλλη μορφή επωνύμου. Για τον λόγο αυτό δεν είναι σκόπιμο να αποδοθεί συγκεκριμένη ετυμολογία χωρίς πρόσθετο τεκμήριο.

Συμπέρασμα

Οι Σκαλιάρηδες είναι παλαιά οικογένεια εγκατεστημένη στην Πάρο, με παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή αναφορά τον Νικόλαο Σκαλιάρη του 1716. Κατά το πρώτο μισό του 18ου αιώνα μέλος της οικογένειας, ο Λινάρδος/Λεονάρδος Σκαλιάρης, κατείχε εκκλησιαστική θέση και συμμετείχε ενεργά στα κοινά της Παροικιάς.

Η οικογένεια δεν μπορεί ακόμη να χαρακτηριστεί με βεβαιότητα ως αποκλειστικά παριανής καταγωγής. Η ύπαρξη παλαιάς και πολυμελούς οικογένειας Σκαλιάρη στην Άνδρο, με έντονη ναυτική δραστηριότητα, καθιστά την πιθανότητα μιας παλαιότερης διανησιωτικής σύνδεσης άξια περαιτέρω έρευνας, χωρίς όμως να επιτρέπει ακόμη ασφαλές συμπέρασμα.

Το σημαντικότερο ερευνητικό ζητούμενο είναι πλέον να αναζητηθούν παριανά συμβολαιογραφικά, εκκλησιαστικά και κοινοτικά τεκμήρια πριν από το 1716, ώστε να διαπιστωθεί εάν η οικογένεια υπήρχε στην Πάρο ήδη από τον 17ο αιώνα και, παράλληλα, να εξεταστούν τα παλαιότερα διαθέσιμα ανδριώτικα τεκμήρια για το επώνυμο.

Πηγές: Πρακτικά Γενικών Συνελεύσεων του κοινού της Παροικιάς, 1716–1748· Εκλογικοί κατάλογοι Άνδρου 1844, 1865, 1872, 1877 και 1890· ψηφιακή Αρχειοθήκη Κυκλάδων· Παριανά ονόματα – επίθετα και οικόσημα.

–1716. Σε πρακτικό εκλογής νοταρίου – καγκελαρίου από το κοινό της Παροικιάς στη Γενική Συνέλευση της 14 Ιανουαρίου 1716, μαρτυρείται ο Νικόλαος Σκαλιάρης.

–1724. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 13 Δεκεμβρίου 1724 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο Νικόλαος Σκαλιάρης.

–1739. Πρακτικό εκλογής κοινοτικών επιστατών του ναού της Εκατονταπυλιανής σε Γενική Συνέλευση του κοινού της Παροικιάς στις 10 Μαρτίου 1739 αναγράφεται ο Λινάρδος ιεροδιάκονος Σκαλιάρης.

–1741. Για την εκλογή απεσταλμένων στην Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Παροικιάς στη Γενική συνέλευση το 1741 αναφέρεται ο Λεονάρδος ιερεύς Σκαλιάρης.

–1741. Εκλογή προβλεπτών υγειονομικών μέτρων από το κοινό Παροικιάς Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της 2 Μαΐου 1741, υπογράφει και ο παπά Λινάρδος Σκαλιάρης.

–1741. Κατά τη Γενική Συνέλευση, της 18 Νοεμβρίου 1741, οι προεστοί και κοινοτικοί εκπρόσωποι της Παροικιάς Πάρου, αποφάσισαν να συλλάβουν, να φυλακίσουν και τέλος να εκτοπίσουν από το νησί τους τον συντοπίτη τους Ιωάννης Βασιλάκης, λόγω του σκανδαλώδους τρόπου της ζωής του και άλλων ανάρμοστων πράξεων. Υπογράφει ο παπά Λινάρδος Σκαλιάρης.

–1742. Ο ιερέας Λινάρδος Σκαλιάρης υπογράφει γράμμα των ιερέων της Παροικιάς στις 16 Φεβρουαρίου 1742.

–1742. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 1η Μαρτίου του 1742 αναφέρεται ο Λεονάρδος Σκαλιάρης.

–1746. Απόφαση του κοινού της Παροικιάς στις 8 Μαρτίου 1746, για μετάκληση ξένων στο νησί, εξουσιοδοτούν τον καραβοκύρη Ιωάννη Λαγγούση να προσκαλέσει όσους κατοίκους άλλων μερών της Ελλάδας θα ήθελαν να εγκατασταθούν οικογενειακώς στο νησί τους. Σε όσους δέχονταν υποσχόντουσαν μειωμένη φορολογία και άλλες διευκολύνσεις, όπως κατοικίες, χωράφια κ.α., υπογράφει και ο παπά Σκαλιάρης.

–1748. Πρακτικό πωλήσεως των φόρων του κοινού της Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, τη 1 Μαρτίου 1748, μαρτυρείται ο Λεονάρδος ιερεύς Σκαλιάρης.

 

Σκαλορνίθης: (Βλέπε Καλορνίθης)

 

Σκαναβής: 1763–1829. Η Δόμνα Μαριώρα Μαυρογένη, το γένος Σκαναβή, αποτελεί τη σημαντικότερη μέχρι σήμερα γνωστή σύνδεση του επωνύμου με την Πάρο. Σύμφωνα με την Ιερά Μητρόπολη Παροναξίας, καταγόταν από τα Μουδανιά της Μικράς Ασίας και το 1763 παντρεύτηκε τον Νικόλαο Μαυρογένη, με τον οποίο απέκτησε εννέα παιδιά.

Η οικογένεια Σκαναβή ανήκε στον ευρύτερο ελληνικό εμπορικό και φαναριώτικο κόσμο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Δημήτριος Σκαναβής, πατέρας της Μαριώρας, αναφέρεται σε νεότερες ιστορικές πηγές ως οικονομικά ισχυρός έμπορος και τραπεζίτης, συνδεδεμένος με την Κωνσταντινούπολη και το Μέγα Ρεύμα. Για την καταγωγή της οικογένειας αναφέρεται επίσης χιακή προέλευση, στοιχείο που χρειάζεται να διακρίνεται από τον τόπο καταγωγής της ίδιας της Μαριώρας, ο οποίος σύμφωνα με την παριανή εκκλησιαστική παράδοση ήταν τα Μουδανιά.

Ο σύζυγος της Μαριώρας, Νικόλαος Μαυρογένης, εξελίχθηκε σε σημαντικό αξιωματούχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αργότερα σε ηγεμόνα της Βλαχίας. Μετά τον τραγικό θάνατό του το 1790, η Μαριώρα στερήθηκε μεγάλο μέρος της οικογενειακής περιουσίας, την οποία κατόρθωσε αργότερα να επανακτήσει.

Η σχέση με την Πάρο

Η σχέση της Μαριώρας Σκαναβή με την Πάρο είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η ίδια και τα παιδιά της αφιέρωσαν το 1793 τη Μονή Αγίου Χαραλάμπους στην Εκατονταπυλιανή, η οποία αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα σημαντικότερα τεκμήρια της σχέσης της οικογένειας Μαυρογένη με την Πάρο.

Η Μαριώρα συνδέθηκε έτσι στενά με τον παριανό κλάδο των Μαυρογένηδων και με την περιουσία της οικογένειας στο νησί. Το 1798 αναφέρεται ότι, μαζί με τα παιδιά της, προχώρησε στην πώληση του αρχοντικού και κτημάτων των Μαυρογένηδων στον ανιψιό τους Πέτρο Μάτζα-Μαυρογένη.

Η Μαριώρα απεβίωσε το 1829 στην Προύσσα της Μικράς Ασίας, όπου και τάφηκε.


Σκανδάλης:
Το Σκανδάλης είναι επώνυμο που απαντάται σε διάφορες περιοχές του ελληνικού χώρου και έχει καταγραφεί ήδη από τους νεότερους χρόνους. Η ετυμολογία του θεωρείται πιθανό να συνδέεται με παρωνύμιο, χωρίς όμως να μπορεί να εξαχθεί από αυτό η καταγωγή μιας συγκεκριμένης οικογένειας.

Για τον παριανό κλάδο των Σκανδάληδων διασώζεται οικογενειακή παράδοση σύμφωνα με την οποία η οικογένεια κατάγεται από τα Σφακιά της Κρήτης και, σε παλαιότερη γενιά, από την Κάρπαθο. Σύμφωνα με την ίδια παράδοση, τρία αδέλφια αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, πιθανώς εξαιτίας βεντέτας, και αφού πέρασαν από τη Νάξο κατέφυγαν στην Πάρο. Αρχικά φέρεται να κρύφτηκαν σε σπήλαια στην περιοχή των Αγίων Πάντων, κοντά στις Λεύκες, προτού γίνουν αποδεκτοί από την τοπική κοινωνία. Η παράδοση συνδέει επίσης την εγκατάστασή τους με γάμους με οικογένειες των Λευκών και με την απόκτηση γης στην περιοχή της Αλυκής, η οποία τότε ανήκε διοικητικά στην περιοχή των Λευκών.

Η βασική πτυχή αυτής της παράδοσης —ότι οι πρόγονοι της οικογένειας ήταν Κρητικοί και κατέφυγαν στην Αλυκή έπειτα από βεντέτα— έχει καταγραφεί και ανεξάρτητα σε πρόσφατο δημοσίευμα της Καθημερινής, το οποίο αναφέρεται στους προγόνους της εικαστικού Δήμητρας Σκανδάλη. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπιστεί αρχειακό τεκμήριο που να αποδεικνύει το σύνολο της προφορικής παράδοσης, δηλαδή την καταγωγή από την Κάρπαθο, την πορεία μέσω Νάξου, τα τρία αδέλφια ή την ακριβή χρονολογία της εγκατάστασης στην Πάρο.

Οι πρώτες τεκμηριωμένες παρουσίες στις Λεύκες

Η μέχρι σήμερα έρευνα εντοπίζει την οικογένεια τεκμηριωμένα στις Λεύκες ήδη από το 1831. Στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών καταγράφεται ο Ευστάθιος Σκανδάλης του Κωνσταντίνου, γεννημένος το 1831. Η ίδια αρχειακή σειρά, που αφορά τους γεννημένους στις Λεύκες κατά την περίοδο 1831–1865, περιλαμβάνει και μεταγενέστερες εγγραφές Σκανδάληδων.

Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο εκλογικός κατάλογος των Λευκών του 1847, όπου εμφανίζονται ήδη τρεις ενήλικοι άνδρες με το επώνυμο: ο Γεώργιος Κ. Σκανδάλης, 28 ετών, γεωργός, ο Δημήτριος Σκανδάλης, 35 ετών, εργάτης, και ο Ιωάννης Σκανδάλης, 41 ετών, γεωργός. Η παρουσία διαφορετικών πατρωνυμικών ήδη από αυτή την εποχή δείχνει ότι η οικογένεια είχε αποκτήσει περισσότερους του ενός κλάδους και είχε εγκατασταθεί σταθερά στην περιοχή.

Οι εγγραφές συνεχίζονται αδιάλειπτα κατά τις επόμενες δεκαετίες. Μεταξύ άλλων, καταγράφονται στις Λεύκες ο Κωνσταντίνος του Ευσταθίου το 1849, ο Γεώργιος του Δημητρίου το 1851, ο Θεόδωρος του Ιωάννη και ο Ιωάννης του Γεωργίου το 1857, ο Στέφανος του Ιωάννη το 1860 και ο Ιωάννης του Ευσταθίου το 1861.

Η σύνδεση των Λευκών με την Αγκαιριά και την Αλυκή

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Αγκαιριά, καθώς ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα συναντούμε στοιχεία που συνδέουν τους Σκανδάληδες των Λευκών με τη νότια Πάρο. Στον παλαιό ενοριακό ναό του Αγίου Γεωργίου Αγκαιριάς, σε εικόνα του 1858, υπάρχει η επιγραφή:

«Δι’ εξόδων Κωνσταντίνου Ιω. Σκανδάλη».

Η επιγραφή αποτελεί σημαντικό τεκμήριο για την παρουσία και την οικονομική συμμετοχή μέλους της οικογένειας στη θρησκευτική ζωή της περιοχής ήδη από το 1858.

Η διοικητική ιστορία της περιοχής ενισχύει το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να εξεταστεί αυτή η παράδοση. Με τη διοικητική μεταρρύθμιση του 1834 δημιουργήθηκε ο Δήμος Υρίας, με πρωτεύουσα τις Λεύκες, στον οποίο περιλαμβάνονταν μεταξύ άλλων η Αγκαιριά και η Αλυκή. Επομένως, η οικογενειακή παράδοση που συνδέει τους Σκανδάληδες των Λευκών με γη στην Αλυκή εντάσσεται σε ένα απολύτως υπαρκτό διοικητικό και γεωγραφικό πλαίσιο της εποχής.

Στους εκλογικούς καταλόγους του 19ου αιώνα εμφανίζονται πλέον αρκετοί Σκανδάληδες ως γεωργοί, ενώ μεταγενέστερες καταγραφές δείχνουν την εγκατάσταση κλάδων της οικογένειας στην Αγκαιριά, όπου αρκετοί ασχολήθηκαν με τη γεωργία και αργότερα με τη ναυτική δραστηριότητα.

Η οικογένεια κατά τον 20ό αιώνα

Η παρουσία των Σκανδάληδων στην Αγκαιριά συνεχίζεται κατά τον 20ό αιώνα. Η οικογένεια συνδέθηκε με τη γεωργία, τη θάλασσα και αργότερα με επαγγελματικές και κοινωνικές δραστηριότητες στην Πάρο. Ιδιαίτερη θέση κατέχει η ναυτική παράδοση της οικογένειας, η οποία αποτυπώνεται και σε μεταγενέστερες οικογενειακές μαρτυρίες.

Το 1911 καταγράφεται ο Ευστάθιος Σκανδάλης ως ιερέας στον Δήμο Υρίας, ενώ το 1947 συναντούμε Κωνσταντίνο Σκανδάλη στο κοινοτικό συμβούλιο Αγκαιριάς και το 1964 Αντώνιο Σκανδάλη ως αντιπρόεδρο της κοινότητας. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η οικογένεια δεν αποτελούσε απλώς έναν πολυάριθμο αγροτικό κλάδο, αλλά είχε αποκτήσει και ενεργό ρόλο στην τοπική κοινωνία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει επίσης η επιγραφή του 1968 στις βασιλικές θύρες ναού, όπου αναφέρεται ως δωρητής ο Νικόλαος, ο Σωκράτης και ο Στέφανος, πλοίαρχος, γιοι του Κωνσταντίνου Σκανδάλη. Η αναφορά αυτή αποτελεί χαρακτηριστική ένδειξη της ναυτικής και οικονομικής παρουσίας μεταγενέστερων γενεών της οικογένειας.

Πηγές:
• Καταγραφή οικογενειακής παράδοσης και παριανών γενεαλογικών στοιχείων.
• Ευάγγελος Ν. Καστανιάς, «Οι πρόγονοί μας», στοιχεία από τα μητρώα αρρένων των Λευκών.
• Αρχειοθήκη Κυκλάδων – ΕΙΕ, κατάλογος αρχείου Κοινότητας Λευκών.
• Μαργαρίτα Πουρνάρα, Η Καθημερινή, 20 Αυγούστου 2026, για την οικογενειακή παράδοση των Σκανδάληδων της Αλυκής.

–1831. Το 1831 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκανδάλης Ευστάθιος του Κωνσταντίνου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 28χρονος γεωργός Γεώργιος Κ. Σκανδάλης, ο 35χρονος εργάτης Δημήτριος Σκανδάλης και ο 41χρονος γεωργός Ιωάννης Σκανδάλης.

–1849. Το 1849 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκανδάλης Κωνσταντίνος του Ευσταθίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1851. Το 1851 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκανδάλης Γεώργιος του Δημητρίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1857. Το 1857 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκανδάλης Θεόδωρος του Ιωάννη και ο Σκανδάλης Ιωάννης του Γεωργίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1858. Στον παλαιό ενοριακό ναό του Αγίου Γεωργίου Αγκαιριάς, στο ξύλινο τέμπλο υπάρχουν τρεις εικόνες με την χρονολογία 1858. Στην εικόνα της Παναγίας η επιγραφή: Δι’ εξόδων Κωνσταντίνου Ιω. Σκανδάλη». Η εικόνα του Χριστού «Δε’ εξόδων Ιωάννου Γ. Παντελαίου» και στην εικόνα του Αγίου Γεωργίου Δι’ εξόδων Ιωάννου Αντ. Σκιαδά»

–1860. Το 1860 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκανδάλης Στέφανος του Ιωάννη. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1861. Το 1861 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκανδάλης Ιωάννης του Ευσταθίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1864. Το 1864 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκανδάλης Γεώργιος του Ευσταθίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1865. Το 1865 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκανδάλης Ιωάννης του Κωνσταντίνου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1867. Το 1867 γεννιέται ο Σκανδάλης Μιχαήλ του Ευσταθίου γεωργός κάτοικος κοιν. Λευκών. Απεβίωσε το 1949.

–1873. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1873 ο Σκανδαλης Εμμανουήλ του Κωνσταντίνου.

–1874. Το 1874 γεννιέται ο Σκανδάλης Γεώργιος του Δημητρίου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας.

–1875. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1875 ο Σκανδάλης Γεώργιος του Κωνσταντίνου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ύριας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Γιώργος Σκανδάλης του Δημητρίου, ετών 28, γεωργός.

–1876. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1876 ο Σκανδάλης Γεώργιος του Ζέππου.

–1879. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1879 ο Σκανδάλης Ευστάθιος του Κωνσταντίνου.

–1880. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1880 ο Σκανδάλης Ιωάννης του Δημητρίου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας. Και ο Σκανδάλης Γεώργιος του Κωνσταντίνου.

–1881. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1881 ο Σκανδάλης Γεώργιος του Κωνσταντίνου. Διαγράφεται ως αποβιώσαντας στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1953. Και ο Σκανδάλης Δημήτριος του Κωνσταντίνου.

–1882. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1882 ο Σκανδάλης Ευστάθιος του Ιωάννη.

–1884. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1884 ο Σκανδάλης Ματθαίος του Δημητρίου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας. Και ο Σκανδάλης Γεώργιος του Νικολάου.

–1887. Σκανδάλης Αντώνιος του Νικολάου, Σκανδάλης Μπενέτος του Ιωάννη και Σκανδάλης Εμμανουήλ του Κωνσταντίνου. Έτος γέννησης το 1887 στις Λεύκες. Εγγεγραμμένος στο Μητρώο των Αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1890. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1890 στις Λεύκες ο Σκανδάλης Μιχαήλ του Κωνσταντίνου και ο Σκανδάλης Δημήτριος του Νικολάου.

–1892. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1892 στις Λεύκες ο Σκανδάλης Σταμάτιος του Ιωάννη, έπεσε υπερ πατρίδος στους πολέμους της περιόδου 1912-22.

–1893. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1893 στις Λεύκες ο Σκανδάλης Κωνσταντίνος του Νικολάου ο οποίος έπεσε υπέρ πατρίδος στους πολέμους της περιόδου 1912-22. Και ο Σκανδάλης Μοσχονάς του Δημητρίου.

–1896. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1896 στις Λεύκες ο Σκανδάλης Ευστάθιος του Μιχαήλ. Έπεσε υπερ πατρίδος κατά την περίοδο 1919-22.

–1896. Το 1896 γεννιέται η Ζαμπέττα Σκανδάλη του Ιωάννη, στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1951 φέρεται παντρεμένη με τον Ραγκούση Εμμανουήλ.

–1898. Πίναξ του Συνδέσμου των εν Λαυρίω, Αθήναις περιχώροις και Πειραιει ΠΑΡΙΩΝ, εμφαίνων ονοματεπώνυμων μελών της Περιόδου 1ης Ιουνίου 1898 ο Σκανδάλης Δ. Ιωάννης.

–1900. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1900 στις Λεύκες ο Σκανδάλης Κωνσταντίνος του Γεωργίου, μετέπειτα αλιεύς, κάτοικος Αγγερίας. Ο σκανδάλης Εμμανουήλ του Γεωργίου και ο Σκανδάλης Σταύρος του Ιωάννη.

–1901. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1901 στις Λεύκες ο Σκανδάλης Γεώργιος του Ιωάννη.

–1901. Το 1901 γεννιέται ο Σκανδάλης Κωνσταντίνος του Ιωάννη, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας.

–1902. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1902 στις Λεύκες ο Σκανδάλης Εμμανουήλ του Γεωργίου, μετέπειτα αλιεύς, κάτοικος Αγγερίας.

–1903. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1903 στις Λεύκες ο Σκανδάλης Κωνσταντίνος του Μιχαήλ.

–1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Θεόδωρος Ιωάννη Σκανδάλης, ετών 35, γεωργός, έγγαμος.

–1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Ελένη Θεόδωρου Σκανδάλη, ετών 30, οικιακά, έγγαμος.

–1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Ιωάννης Θεόδωρου Σκανδάλης, ετών 20, εργάτης, άγαμος.

–1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Αντώνιος Θεόδωρου Σκανδάλης, ετών 17, εργάτης, άγαμος.

–1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Ευαγγελία Θεόδωρου Σκανδάλη, ετών 15, εργάτης, άγαμος.

–1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Θεόδωρου Σκανδάλης, ετών 10, άνευ, άγαμος.

–1904. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1904 στις Λεύκες ο Σκανδάλης Δημήτριος του Γεωργίου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας και ο Σκανδάλης Ζέππος του Ιωάννη.

–1905. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1905 στις Λεύκες ο Σκανδάλης Ευστάθιος του Γεωργίου, ο Σκανδάλης Νικόλαος του Ιωάννη και ο Σκανδάλης Νικόλαος του Γεωργίου.

–1906. Το 1906 γεννιέται η Ανδριανή Σκανδάλη του Ιωάννη, στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1951 φέρεται παντρεμένη με τον Ραγκούση Αντώνιο.

–1906. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1906 στις Λεύκες ο Σκανδάλης Ευστάθιος του Γεωργίου.

–1907. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1907 στις Λεύκες ο Σκανδάλης Ιωάννης του Γεωργίου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας.

–1907. Στις 8 Ιουλίου 1907 ο 21χρονος υποδηματοποιός από την Πάρο Αντώνης Σκανδάλης του Νικολάου και της Μαρίας Χανιώτη παντρεύεται στην Ερμούπολη την 18χρονη από την Σύρου Ευαγγελινή Τομαή, του Δημητρίου και της Μαριγώς Καραμολέγκου.

–1908. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1908 στις Λεύκες ο Σκανδάλης Νικόλαος του Γεωργίου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας. Ο Σκανδάλης Κωνσταντίνος του Γεωργίου και ο Σκανδάλης Κωνσταντίνος του Γεωργίου.

–1909. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1909 στις Λεύκες ο Σκανδάλης Γεώργιος του Μιχαήλ.

–1910. Το 1910 γεννιέται ο Σκανδάλης Ιωάννης του Γεωργίου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας.

–1911. Ευστάθιος Σκανδάλης, ιερέας στον Δήμο Υρίας το 1911.

–1912. Το 1912 γεννιέται ο Σκανδάλης Μάρκος του Γεωργίου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας.

–1912. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1912 στις Λεύκες ο Σκανδάλης Ιωάννης του Μιχαήλ.

–1914. Το 1914 γεννιέται ο Σκανδάλης Κωνσταντίνος του Δημητρίου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας.

–1914. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1914 στις Λεύκες ο Σκανδάλης … του Γεωργίου.

–1920. Το 1920 γεννιέται ο Σκανδάλης Στυλιανός του Γεωργίου κάτοικος Αγγερίας.

–1921. Το 1921 γεννιέται ο Σκανδάλης Νικόλαος του Ματθαίου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας.

–1922. Το 1922 γεννιέται ο Σκανδάλης Γεώργιος του Ιωάννη, ο Σκανδάλης Στυλιανός του Γεωργίου και ο Σκανδάλης Ιωακείμ του Γεωργίου, μετέπειτα γεωργοί, κάτοικοι Αγγερίας.

–1925. Το 1925 γεννιέται ο Σκανδάλης Κωνσταντίνος του Ιωάννη, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Σκανδάλης Αντώνιος του Γεωργίου, μετέπειτα γεωργός και εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγελίας του 1947.

–1927. Το 1927 γεννιέται ο Σκανδάλης Ιωάννης του Κωνσταντίνου αλιεύς κάτοικος Αγγερίας.

–1927. Το 1927 γεννιέται ο Σκανδάλης Γεώργιος του Ματθαίου γεωργοκτηματίας, κάτοικος Αγγερίας.

–1927. Το 1927 γεννιέται ο Σκανδάλης Δημήτριος του Ιωάννη ιδ. ταχυδρόμος κάτοικος κοιν. Αρχιλόχου.

–1928. Το 1928 γεννιέται ο Σκανδάλης Γεώργιος του Ματθαίου, ο Σκανδάλης Μσχονάς του Ιωάννη, ο Σκανδάλης Μπενέτος του Δημητρίου και ο Σκανδάλης Αντώνιος του Κωνσταντίνου εγγεγραμμένοι στον εκλογικό κατάλογο Αγγελίας του 1950.

–1928. Το 1928 γεννιέται ο Σκανδάλης Μοσχονάς του Ιωάννη, ο Σκανδάλης Αντώνιος του Κωνσταντίνου και ο Σκανδάλης Μπενέτος του Δημητρίου, μετέπειτα εγγεγραμμένοι στον εκλογικό κατάλογο Αγγελίας του 1950.

–1930. Το 1930 γεννιέται ο Σκανδάλης Ιωάννης του Γεωργίου, εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1953, εργάτης εργοστασίου. Καθώς και ο Σκανδάλης Στέφανος του Κωνσταντίνου, εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1953, εργάτης εργοστασίου.

–1931. Το 1931 γεννιέται ο Σκανδάλης Γεώργιος του Κωνσταντίνου, εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1953, ναυτικός.

–1947. Στις 20 Ιουνίου 1947, το στο Κοινοτικό Συμβούλιο Αγγεριάς συμμετέχει και ο Κωνσταντίνος Σκανδάλης.

–1951. Σε φωτογραφεία του 1951 απεικονίζεται ο Μανώλης Σκανδάλης με την μικρή Μαρία Σκανδάλη.

–1964. Κοινοτικαί Εκλογαί 5 Ιουλίου 1964. Εις ΑΓΓΕΡΙΑ: Κατήλθον 2 συνδυασμοί υπό τον κ. Δημ. Ραγκούσην και Δημ. Παρούσην. Υπερίσχυσεν ο πρώτος και το Κ.Σ. κατηρτίσθη ως εξής: Πρόεδρος ο κ. Δημ. Ραγκούσης, Αντιπρ. Αντ. Σκανδάλης και Σύμβουλοι Μιχ. Λουκής, Δημ. Παρούσης και Εμμ. Ραγκούσης.

–1968. Στο πέτασμα της Ωραίας Πύλης, υπάρχουν οι επιγραφές: «Αφιέρωμα Νικολάου, Σωκράτους και Στεφάνου, πλοιάρχου, υιών Κων/νου Σκανδάλη, τη ευγενή φροντίδι του εφημερίου Αγγεριών, ιερομονάχου Παϊσίου Τοπιντζή». Και «Εκ του αγιογραφικού εργαστηρίου του Ησυχαστηρίου Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης Θαψανών Πάρου, αλξη’, υπό την διδασκαλίαν μοναχού Φιλάρετου (Χολέβα) Λογγοβαρδίτου, 1968».

 

Σκανδαλίδης: Παρωνυμικό επώνυμο. Για την καταγωγή του συγκεκριμένου κλάδου αναφέρεται Μικρασιατική προέλευση, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να έχει εντοπιστεί από την έρευνα συγκεκριμένο αρχειακό τεκμήριο που να την αποδεικνύει.

–1824. Το 1824 μαρτυρείται ο Ιωάννης Σκανδαλίδης, Α’ Γραμματέας του Βουλευτή.


Σκαραμαγκάς:
Οικογένεια της Παροικιάς με τεκμηριωμένη παρουσία στην Πάρο από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Η οικογενειακή παράδοση συνδέει τους Παριανούς Σκαραμαγκάδες με τον παλαιό και ισχυρό χιώτικο οίκο Σκαραμαγκά και ειδικότερα με την εγκατάσταση Χιωτών στη Σύρο μετά την Καταστροφή της Χίου το 1822. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παράδοση για σύνδεση των Σκαραμαγκάδων με την παριανή οικογένεια Μπαφίτη, η οποία φαίνεται να βρίσκει ένα σημαντικό, αν και όχι ακόμη οριστικό, στήριγμα σε παλαιότερες παριανές καταγραφές.

Ο παλαιός οίκος των Σκαραμαγκάδων

Η οικογένεια Σκαραμαγκά συγκαταλέγεται στους παλαιούς και σημαντικούς οίκους της Χίου. Η εγκατάστασή της στο νησί τοποθετείται στον 16ο αιώνα, ενώ η γενεαλογική της παράδοση ανασυστήνεται από περίπου το 1560 και οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες στη Χίο ανάγονται στις αρχές του 17ου αιώνα. Αναπτύχθηκε σε περισσότερους κλάδους, μεταξύ των οποίων οι Βουδομάτη, Καλούπα, Μακαράνα και Κοκού.

Το όνομα είναι παλαιότερο και απαντά στον Ιωάννη Κίνναμο, σε αφήγηση ναυμαχίας του 12ου αιώνα. Η αναφορά αυτή αποτελεί, ωστόσο, παλαιά μαρτυρία του ονόματος και όχι αποδεδειγμένη γενεαλογική συνέχεια έως τον χιώτικο οίκο του 16ου αιώνα.

Κατά την οθωμανική περίοδο οι Σκαραμαγκάδες απέκτησαν σημαντική εμπορική και κοινωνική παρουσία στη Χίο. Μετά την Καταστροφή του 1822, μέλη της οικογένειας εγκαταστάθηκαν στη Σύρο και σε άλλα εμπορικά κέντρα της Ευρώπης και της Ρωσίας.

Ο Αμβρόσιος Πέτρου Σκαραμαγκάς

Σημαντικό μέλος του κλάδου Μακαράνα υπήρξε ο Αμβρόσιος Πέτρου Σκαραμαγκάς, που έζησε έως το 1864 και συνδέθηκε με την Ελληνική Επανάσταση. Στα ΓΑΚ Σύρου, Μητρώο Όρκων Υποταγής, αρ. 5080, καταγράφεται το 1844 ως Χίος, έμπορος και με άφιξη στη Σύρο το 1822.

Η παρουσία του κλάδου του στη Σύρο επιβεβαιώνεται και από τα παιδιά του: ο Ιωάννης Σκαραμαγκάς γεννήθηκε στην Ερμούπολη το 1829, ενώ η Ζεννού Σκαραμαγκά στη Σύρο το 1833, με σχετική καταχώριση στα ΓΑΚ Σύρου. Έτσι, η εγκατάσταση του κλάδου του Αμβροσίου στη Σύρο μετά το 1822 είναι τεκμηριωμένη.

Οι Σκαραμαγκάδες στην Πάρο ήδη από το 1829

Η παριανή παρουσία είναι εξίσου σημαντική.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1829, στον κατάλογο των μαθητευομένων της Αλληλοδιδακτικής Σχολής της Παροικιάς, αναφέρεται:

«Σκαραμαγκάς Μιχαήλ ετών 14».

Ο Μιχαήλ αυτός πρέπει να είχε γεννηθεί περίπου το 1815. Η καταγραφή είναι μέχρι σήμερα η παλαιότερη που έχουμε εντοπίσει για συγκεκριμένο Σκαραμαγκά στην Πάρο.

Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ιστορία της οικογένειας, διότι αποδεικνύει ότι το επώνυμο Σκαραμαγκάς υπήρχε ήδη στην Παροικιά επτά χρόνια μετά την Καταστροφή της Χίου.

Δεν μπορούμε όμως να συμπεράνουμε ότι ο Μιχαήλ του 1829 ήταν πρόσφυγας από τη Χίο ή ότι ανήκε στον ίδιο κλάδο με τον Αμβρόσιο.

Η οικογένεια στην Παροικιά κατά τον 19ο αιώνα

Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η παρουσία των Σκαραμαγκάδων στην Παροικιά γίνεται πλέον πολύ έντονη.

Στον εκλογικό κατάλογο του 1875 καταγράφονται αρκετοί Σκαραμαγκάδες, μεταξύ των οποίων ο Αναστάσιος του Φιλίππου, ο Γεώργιος του Κωνσταντίνου, ο Δημήτριος του Ιωάννη, ο Ιωάννης του Κωνσταντίνου, ο Κωνσταντίνος του Φιλίππου, ο Κωνσταντίνος του Ιωάννη και ο Μιχαήλ του Κωνσταντίνου. Οι περισσότεροι εμφανίζονται ως γεωργοί ή εργάτες, ενώ καταγράφεται επίσης μεταπράτης και στρατιώτης.

Οι μεταγενέστερες γεννήσεις που έχουν καταγραφεί στην Παροικιά δείχνουν ότι η οικογένεια ήταν ήδη πολυάριθμη. Εμφανίζονται διαφορετικοί πατρωνυμικοί κλάδοι, με γεωργούς, σιδηρουργούς, υποδηματοποιούς και άλλους επαγγελματίες. Η εικόνα αυτή δείχνει μια οικογένεια που είχε πλέον ενσωματωθεί πλήρως στην κοινωνική και οικονομική ζωή της Παροικιάς.

Ο αρχιμανδρίτης Γεώργιος Φ. Σκαραμαγκάς

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της οικογένειας κατέχει ο αρχιμανδρίτης Γεώργιος Φ. Σκαραμαγκάς (1867–1944), εφημέριος της Εκατονταπυλιανής.

Η οικογενειακή και τοπική παράδοση τον θεωρεί σημαντικό παράγοντα της εκκλησιαστικής και πολιτιστικής ζωής της Πάρου και τον συνδέει με τη συγκρότηση της συλλογής εικόνων και κειμηλίων της Εκατονταπυλιανής. Η μνήμη του διατηρείται και σε μαρμάρινη επιγραφή στον Άγιο Αρτέμιο Παροικιάς, όπου αναφέρεται μαζί με τη σύζυγό του Άννα Γ. Σκαραμαγκά.

Υπάρχει επίσης παλαιότερη μαρτυρία ότι ο παπα-Γιώργης Σκαραμαγκάς είχε βαπτίσει ή αναλάβει την ανατροφή ορισμένων συγγενικών προσώπων της οικογένειας. Η συγκεκριμένη αφήγηση περιλαμβάνει και τον χαρακτηρισμό ορισμένων παιδιών ως «νόθων» ή χωρίς γνωστούς γονείς. Η πληροφορία αυτή αποτελεί οικογενειακή μαρτυρία και δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως αποδεδειγμένο γεγονός χωρίς τις αντίστοιχες ληξιαρχικές ή εκκλησιαστικές πράξεις.

Η παράδοση για τους Μπαφίτες

Το πιο ενδιαφέρον κεφάλαιο στην ιστορία των Παριανών Σκαραμαγκάδων είναι η πιθανή σχέση τους με την οικογένεια Μπαφίτη.

Σύμφωνα με οικογενειακή μαρτυρία του ερευνητή της παριανής ιστορίας Δημητρίου Σκαραμαγκά, ένας Γεώργιος Μπαφίτης από τη Νάουσα, λίγο πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, μετέβη στη Σύρο και εργάστηκε για τη σημαντική χιώτικη οικογένεια Σκαραμαγκά, η οποία είχε εγκατασταθεί στην Ερμούπολη μετά το 1822. Σύμφωνα με την ίδια μαρτυρία, ο Γεώργιος Μπαφίτης παντρεύτηκε γυναίκα της οικογένειας Σκαραμαγκά και αργότερα επέστρεψε στην Πάρο. Από τα παιδιά του ζευγαριού, σύμφωνα πάντα με την παράδοση, άλλα κράτησαν το επώνυμο του πατέρα και άλλα της μητέρας.

Η μαρτυρία αυτή δεν έχει μέχρι σήμερα επιβεβαιωθεί από το αντίστοιχο συμβόλαιο γάμου ή εκκλησιαστική πράξη.

Ωστόσο, υπάρχει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον παριανό τεκμήριο που δεν πρέπει να αγνοηθεί.

Το 1905 καταγράφεται στην Παροικιά ο: «Μπαφίτης ή Σκαραμαγκάς Μιχαήλ του Κωνσταντίνου», γεωργός.

Η συγκεκριμένη διπλή καταγραφή είναι ιδιαίτερα σημαντική. Δεν αποδεικνύει από μόνη της ποια ήταν η μητέρα του Μιχαήλ ή από ποιον ακριβώς κλάδο προερχόταν, αποδεικνύει όμως ότι στην Πάρο υπήρχε οικογενειακή γραμμή στην οποία τα δύο επώνυμα Μπαφίτης και Σκαραμαγκάς μπορούσαν να συνυπάρχουν για το ίδιο πρόσωπο.

Τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να πούμε σήμερα

Με τα σημερινά δεδομένα μπορούμε να θεωρήσουμε τεκμηριωμένα τα εξής:

·        Οι Σκαραμαγκάδες αποτελούν παλαιό και σημαντικό χιακό οίκο, με παρουσία στη Χίο από τον 16ο αιώνα και ισχυρή εμπορική δραστηριότητα.

·        Μετά το 1822 μέλη του οίκου εγκαταστάθηκαν στη Σύρο και άλλα εμπορικά κέντρα.

·        Ο Αμβρόσιος Πέτρου Σκαραμαγκάς βρισκόταν στη Σύρο από το 1822 και η παρουσία του εκεί τεκμηριώνεται και από αναφορά στα ΓΑΚ Σύρου.

·        Σκαραμαγκάς καταγράφεται στην Παροικιά ήδη το 1829.

·        Η οικογένεια είχε εξελιχθεί σε πολυάριθμο παριανό οικογενειακό κορμό κατά τον 19ο αιώνα.

·        Το 1905 υπάρχει η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα καταγραφή «Μπαφίτης ή Σκαραμαγκάς».

Αντίθετα, δεν έχει ακόμη αποδειχθεί:

·        ότι οι Παριανοί Σκαραμαγκάδες προέρχονται όλοι από τον χιώτικο οίκο,

·        ότι ο Μιχαήλ του 1829 ήταν Χιώτης πρόσφυγας,

·        ότι ο συγκεκριμένος Γεώργιος Μπαφίτης παντρεύτηκε πράγματι γυναίκα Σκαραμαγκά στη Σύρο,

·        ποια ακριβώς ήταν η γυναίκα αυτή,

·        και ποια ήταν η γενεαλογική σχέση της με τους Σκαραμαγκάδες της Πάρου.

Συμπέρασμα

Η ιστορία των Σκαραμαγκάδων της Πάρου είναι επομένως ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, αλλά χρειάζεται να διαχωρίζουμε την τεκμηριωμένη ιστορία από την οικογενειακή παράδοση.

Πηγές

·        Γενικά Αρχεία του Κράτους – ΓΑΚ Σύρου, Μητρώο Όρκων Υποταγής, αρ. 5080.

·        Φίλιππος Λ. Χρυσοβελόνης, Χίος και Χίοι διά μέσου των αιώνων, Αθήνα 1937, σ. 80.

·        Βασίλης Αγιαννίδης, «Η οικογένεια Σκαραμαγκά», Aplotaria, 2016.

·        Koukounis, Settlement Patterns and Defence on Chios, διδακτορική διατριβή, University of Birmingham, για τις παλαιότερες μαρτυρίες του ονόματος και την εγκατάσταση της οικογένειας στη Χίο.

–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της πόλεως Παροικιάς

Σκαραμαγκάς Μιχαήλ ετών 14.

–1867.Το 1867 γεννιέται ο ιερέας Γεώργιος Σκαραμαγκάς. Απεβίωσε το 1944. Η προσωπικότητά του καθώς και η εν γένει κοινωνική του δραστηριότητα και προσφορά άφησε ανεξίτηλα σημάδια στην παριανή κοινωνία. Υπήρξε ο εμπνευστής και ιδρυτής του αξιόλογου Βυζαντινού Μουσείου της Ιεράς Μητρόπολης μας. Παντρεύτηκε την Άννα Ζησιμοπούλου και υιοθέτησαν την ανιψιά της Σμαράγδα, η οποία παντρεύεται τον Σπύρο Μαύρη, τον μετέπειτα ήρωα και σύμβολο της Εθνικής Αντίστασης. Στον ναό του Αγίου Αρτεμίου Παροικιάς μαρμάρινη εντοιχισμέν πλάκα αναφέρει τα εξής: «Αρχιμανδρίτης Γεώργιος Φ. Σκαραμαγκάς, Εφημέριος Εκατονταπυλιανής 1867-1944 και Άννα Γ. Σκαραμαγκά, πρεσβυτέρα 1869-1934».

–1872. Το 1872 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Ιωάννης του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1876. Το 1876 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Κωνσταντίνος του Μιχαήλ γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1878. Το 1878 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Δημήτριος του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1880. Το 1880 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Φίλιππος του Αναστασίου σιδηρουργός κάτοικος Παροικιάς.

–1884. Το 1884 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Λεονάρδος του Μιχαήλ υποδηματοποιός κάτοικος Παροικιάς.

–1890. Το 1890 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Δημήτριος του Κωνσταντίνου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1902. Το 1902 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Βασίλειος του Κωνσταντίνου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1904. Το 1904 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Γεώργιος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1905. Το 1905 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Γεώργιος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1905. Το 1905 γεννιέται ο Μπαφίτης ή Σκαραμαγκάς Μιχαήλ του Κωνσταντίνου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1907. Το 1907 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Νικόλαος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1910. Το 1910 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Ευάγγελος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1910. Το 1910 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Γεώργιος του Κωνσταντίνου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1910. Το 1910 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Κωνσταντίνος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1912. Το 1912 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Μιχαήλ του Βασιλείου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1912. Το 1912 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Μιχαήλ του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1915. Το 1915 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Κωνσταντίνος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1915. Το 1915 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Γεώργιος του Βασιλείου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1916. Σε απόδειξη πληρωμής του 1916 υπογράφουν οι: ιερέας Γ. Σκαραμαγκάς και Φίλιππος Α. Σκαραμαγκάς.

–1917. Το 1917 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Κωνσταντίνος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1917. Το 1917 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Ανδρέας του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1917. Το 1917 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Ευστράτιος του Κωνσταντίνου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1918. Το 1918 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Δημήτριος του Βασιλείου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1919. Το 1919 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Αποστόλης του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1920. Το 1920 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Ηλίας του Δημητρίου σιδηρουργός κάτοικος Παροικιάς.

–1920. Το 1920 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Αντώνιος του Φίλιππου σιδηρουργός κάτοικος Παροικιάς.

–1920. Το 1920 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Κωνσταντίνος του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1920. Το 1920 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Πέτρος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1922. Το 1922 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Γεώργιος του Αθανασίου γεωργός κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.

–1925. Το 1925 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Νικόλαος του Αρτέμιου κάτοικος Παροικιάς.

–1925. Το 1925 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Χαράλαμπος του Φίλιππου ράπτης κάτοικος Παροικιάς.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Σκαραμαγκάς Βασίλειος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1930. Σε φωτογραφείο του Δημοτικού Σχολείο Παροικίας του 1930, διακρίνεται ο γέροντας Παπά-Κώστας Σκαραμαγκάς.


Σκαρπάθιος:
Πατριδωνυμικοί τύποι που συνδέονται με την Κάρπαθο. Η περίπτωση της Πάρου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς στην περιοχή του Μαραθιού απαντούν τοπωνύμια που συνδέονται με καρπαθιακή εγκατάσταση.

–1818. Σε έγγραφο του 18ου αιώνα «Ιωάννης Μιχάλης Σκαρπαθίου». -Κατάλογος με νέους κτηματίες της Παροικιάς στις 22 Μαΐου 1818 "αμπ. Άμπελον σύμπλιος Γιακουμίνας Σκαρπαθιώτη.

Σκηνάς: Επώνυμο που απαντά στην Πάρο ήδη κατά τα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους.

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Ιωάννης Σκηνάς από τα χωριά του Κεφάλου.


Σκιαδάς ή Σκιάδος:
Το επώνυμο Σκιαδάς ή Σκιάδος είναι ένα από τα παλαιότερα και, κατά τον 19ο αιώνα, από τα πολυπληθέστερα παριανά επώνυμα. Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή τεκμηριωμένη παρουσία του στην Πάρο ανάγεται στο 1649, στην Παροικιά.

Οι πρώτες μαρτυρίες – 17ος αιώνας

Στις 21 Απριλίου 1649, επιγραφή στον ναό των Ταξιαρχών στην Παροικιά αναφέρει τον Ιάκωβο Σκιαδά, ιερέα και σακελλάριο, ως χρηματοδότη της ανακαίνισης του ναού. Την ίδια χρονιά, σε νοταριακές πράξεις, εμφανίζονται ο Γιακουμέτος Σκιαδάς και ο αδελφός του Πιέρο Σκιαδάς, γεγονός που δείχνει ότι ήδη από τα μέσα του 17ου αιώνα το επώνυμο εκπροσωπείται στην Πάρο από περισσότερα ενήλικα μέλη με οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα.

Το 1652 συναντούμε τον Ιωάννη Σκιαδά, με γονείς τον Ιάκωβο, ιερέα, και την Κατερίνα, ενώ το 1657 ο Νικόλαος Σκιαδάς, ιερέας και νοτάριος της Παροικιάς, αναφέρεται ως ανακαινιστής της Μονής των Αγίων Αναργύρων, μαζί με τους αδελφούς του Ιωάννη και Αρμάνδο.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η Ιερά Μητρόπολη Παροναξίας αναφέρει πως ο Γιώργος Σκιαδάς, ο οποίος το 1778 πούλησε τη μονή στον Νικόλαο Μαυρογένη, ήταν απόγονος του κτήτορα ιερέα Νικολάου Σκιαδά. Η αναφορά αυτή επιβεβαιώνει τη συνέχεια ενός κλάδου της οικογένειας για περισσότερο από έναν αιώνα.

Η μεγάλη ανάπτυξη στις Λεύκες

Κατά τον 18ο και κυρίως τον 19ο αιώνα, οι Σκιαδάδες αποκτούν ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία στις Λεύκες. Στην καταγραφή των οικογενειών του χωριού το 1829, ο Γεώργιος Καπαρός καταγράφει 10 οικογενειακές μονάδες Σκιαδά, αριθμός που τους κατατάσσει τέταρτους μεταξύ των πολυπληθέστερων οικογενειών των Λευκών. Το 1847 οι εκλογικοί κατάλογοι περιλαμβάνουν τουλάχιστον 23 άνδρες Σκιαδάδες, στην πλειονότητά τους γεωργούς, γεγονός που αποτυπώνει έναν ήδη μεγάλο και σταθερά εγκατεστημένο οικογενειακό πυρήνα. (Γ. Καπαρός· εκλογικοί κατάλογοι Λευκών)

Η οικονομική θέση ορισμένων μελών τεκμηριώνεται και από την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του 1856, όπου ο Ιάκωβος Ι. Σκιαδάς αναφέρεται ως κτηματίας και κάτοικος Λευκών.

Εξάπλωση στην Πάρο

Παράλληλα με τον πυρήνα των Λευκών, οι Σκιαδάδες εμφανίζονται ήδη από τον 19ο αιώνα στην Αγκαιριά και την Αλυκή, στη Νάουσα, στην Παροικιά, ενώ μεταγενέστερα συναντώνται και στην Αντίπαρο. Εκκλησιαστικές αφιερώσεις, δημοτολόγια και εκλογικοί κατάλογοι μαρτυρούν τη συνεχή παρουσία τους και τη συμμετοχή τους στην οικονομική, κοινωνική και θρησκευτική ζωή των παριανών κοινοτήτων.

Η οικογένεια παρουσιάζει επίσης έντονη κινητικότητα. Κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα καταγράφονται Σκιαδάδες στη Σύρο, την Αθήνα, τον Πειραιά, την Κωνσταντινούπολη και τη Ρουμανία, σε επαγγέλματα όπως γεωργοί, ναυτικοί, έμποροι, τεχνίτες και επαγγελματίες.

Η καταγωγή του επωνύμου

Για την καταγωγή των Σκιαδάδων έχουν διατυπωθεί αρκετές διαφορετικές εκδοχές, που προέρχονται από οικογενειακές παραδόσεις και νεότερες ερευνητικές προσεγγίσεις.

Η βρετανική εκδοχή. Σύμφωνα με οικογενειακή μαρτυρία από τους Σκιαδάδες της νοτιοδυτικής Πάρου, η οικογένεια είχε βρετανική καταγωγή και εγκαταστάθηκε στην Πάρο κατά τον 18ο αιώνα. Η παράδοση συνδέει την ονομασία με την εμφάνιση των πρώτων μελών της οικογένειας, τα οποία, λόγω του ανοιχτού χρώματος του δέρματός τους και της ανάγκης προστασίας από τον έντονο ήλιο, φορούσαν πλατιά καπέλα, τις λεγόμενες «σκιάδες». Πρόκειται για μια χαρακτηριστική οικογενειακή αφήγηση που διατηρείται στη νοτιοδυτική Πάρο.

Η εκδοχή της Σκιάθου. Άλλη οικογενειακή παράδοση συνδέει την οικογένεια με τη Σκιάθο. Σύμφωνα με αυτήν, μέλη της οικογένειας έφθασαν στην Πάρο με πλοίο το 1649. Η παράδοση αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς το ίδιο έτος αποτελεί και το παλαιότερο μέχρι σήμερα γνωστό έτος παρουσίας του επωνύμου στην Πάρο. Ωστόσο, τα τεκμήρια του 1649 δείχνουν ότι τότε υπήρχαν ήδη στην Πάρο περισσότεροι Σκιαδάδες, γεγονός που αφήνει ανοιχτό το ζήτημα του πότε και από πού είχε προηγηθεί η εγκατάστασή τους.

Η προέλευση από το «σκιάδι» ή «σκιάδα». Μια τρίτη εκδοχή θεωρεί το επώνυμο παρωνυμικό, προερχόμενο από τη λέξη «σκιάδι» ή «σκιάδα», δηλαδή αντικείμενο που προσφέρει σκιά. Στην ίδια κατεύθυνση έχει διατυπωθεί και η άποψη ότι το όνομα μπορεί να συνδέεται με τα «σκιάδια» που χρησιμοποιούσαν παλαιότερα οι ιερείς. Η ερμηνεία αυτή εντάσσεται στη συνηθισμένη διαδικασία δημιουργίας ελληνικών επωνύμων από παρατσούκλια και χαρακτηριστικά των προσώπων.

Η βυζαντινή – ελληνική εκδοχή. Ο ερευνητής Ιωάννης Βασιλειόπουλος έχει αποδώσει στους Σκιαδάδες βυζαντινή καταγωγή, αναφέροντας παρουσία του επωνύμου στην Κεφαλονιά και στην Πάρο. Η άποψη αυτή τοποθετεί την οικογένεια στον ευρύτερο ελληνικό χώρο και όχι σε μεταγενέστερη δυτικοευρωπαϊκή μετανάστευση.

Η δυτική – σικελική εκδοχή. Ο ερευνητής Γιώργος Καπαρός έχει εξετάσει και την πιθανότητα σύνδεσης του επωνύμου Schiada με τοπωνυμικά ή οικογενειακά ονόματα που απαντούν σε περιοχές της Σικελίας. Στο πλαίσιο αυτό εξετάζεται και η παρουσία ελληνικών και αλβανικών πληθυσμών στη Νότια Ιταλία, όπου οι μετακινήσεις και οι αλληλεπιδράσεις των πληθυσμών δημιούργησαν ένα ιδιαίτερα σύνθετο ονοματολογικό περιβάλλον. Η συγκεκριμένη προσέγγιση θεωρεί πιθανότερη μια παλαιότερη δυτική ή νοτιοϊταλική σύνδεση του επωνύμου.

Τι δείχνουν τα ιστορικά τεκμήρια

Ανεξάρτητα από την τελική ερμηνεία της καταγωγής, τα παλαιότερα παριανά τεκμήρια τοποθετούν με βεβαιότητα την οικογένεια στην Πάρο ήδη από το 1649. Το επώνυμο απαντά τότε στην Παροικιά σε εκκλησιαστικές και νοταριακές πράξεις και κατά τους επόμενους αιώνες αποκτά ισχυρή παρουσία στις Λεύκες και στη συνέχεια στην Αγκαιριά, την Αλυκή, τη Νάουσα και την Παροικιά.

Η μορφή «Σκιάδος» απαντά επίσης σε παλαιότερα έγγραφα παράλληλα με τη μορφή «Σκιαδάς», γεγονός που δείχνει την παλαιά συνύπαρξη των δύο τύπων του επωνύμου.

Έτσι, οι διαφορετικές παραδόσεις για την προέλευση των Σκιαδάδων παραμένουν μέρος της ιστορίας της οικογένειας, ενώ η μέχρι σήμερα τεκμηριωμένη ιστορική διαδρομή τους αρχίζει στην Πάρο τον 17ο αιώνα και εξελίσσεται σε μία από τις πολυπληθέστερες οικογένειες των Λευκών και, αργότερα, σε έναν από τους πιο διαδεδομένους οικογενειακούς κλάδους της Πάρου.

Πηγές: Επιγραφές ναών και παριανά νοταριακά τεκμήρια 17ου αιώνα·· Γ. Καπαρός, «Οι μεγαλύτερες οικογένειες της Πάρου κατά το έτος 1829»· Ιερά Μητρόπολις Παροναξίας· εκλογικοί κατάλογοι και δημοτολόγια Λευκών και άλλων παριανών κοινοτήτων· Εφημερίς της Κυβερνήσεως, 1856.

–1649. Η παλαιότερη μνεία του επωνύμου σε επιγραφή του ναού Ταξιαρχών στην Αγορά της Παροικιάς (21 Απριλίου 1649) όπου μνημονεύεται ο ιερεύς σακελλάριος Ιάκωβος Σκιαδάς ως συνδραμών και δαπανήσας χρήματα για την ανακαίνιση του εν λόγω ενδιαφέροντος, σπουδαίου ναού, «Ανακαινίσθη εκ βάθρων ου-τος ο θείος και πάντινος ναός των Παμεγήστ|ως Ταξιαρ-χών Μιχαήλ και Γαβριήλ διά συνδρομής και εξόδου Ια-κώβ(ου) | ιερέως Σκιαδά και σακελαρίου εν έτει 1649 Απριλίου 21. Ακολουθούν: ο ιερεύς Νικόλαος Σκιαδάς, με έξοδα του οποίου ανακαινίσθηκε το καθολικό της Μονής Αγ. Αναργύρων (τώρα Αγ. Χαράλαμπος) περιοχή Ανεραντζιάς. Ως ιδιοκτήτης της μονής Αγ. Χαραλάμπους, την είχε πωλήσει στον Νικ. Μαυρογένη το 1778. Είχε διατελέσει και νοτάριος Παροικιάς.

–1652. Ίδρυση στην Πάρο αγιοταφίτικου μετοχίου κατά το έτος 1652 απριλίω 15.

Της Πάρου αδελφάτα «Χώρα Παροικιάς»

+Ιωάννης Σκιαδάς, γονοί Ιάκωβος ιερεύς, Κατερίνα.

–1657. Ο ιερέας νοτάριος Παροικιάς Νικόλαος Σκιαδάς συντάκτης εμμάρτυρης ομολογίας του μητροπολίτη Παροναξίας Νικόδημου για 160 δανεικά ρεάλια προς τον αυθέντη Μιχελέτο Κοντόσταυλο (Πάρος, 27 Μαρτίου 1657).

–1657. Πρωτόπαπας και νοτάριος Νικόλαος Σκιαδάς Ανακαινιστής και κτήτωρ της Μονής των Αγίων Αναργύρων (σήμερα Άγιος Χαράλαμπος) στη θέση Δάφνες, νότια της Παροικιάς, στις 10 Αυγούστου 1657, Νικόλαος ιερεύς Σκιαδάς και του αυτού αδερφού Ιωάννη και Αρμάνδου. «+Ανακ(αι)νίσθη εκ βάθρων ούτ(ος) ο θείος και πάντιμος ναός των αγίων ενδόξ(ων) θαυματουργών | Αναργύρων Κωσμά κ(αι) Δαμιανού διά συνδρομ(ής) κ(αι) ξόδου Νικολάου ιερέως Σκιαδά κ(αι) του αυτού | αδεφού Ιω(αν)νου κ(αι) Αρμά(νδου) κ(αι) συνδρομής των Χριστιανών εν έτι 1657 Αυγούστου 10».

–1658. Νοτάριος Παροικιάς ο ιερέας Νικόλαος Σκιαδάς σε έγγραφο στις 31 Μαΐου 1658.

–1663. Ο ιερέας νοτάριος Παροικιάς Νικόλαος Σκιαδάς συντάκτης του ινστρουμέντου (συμβόλαιο, βεβαιωτικό) στο Καστέλλι Παροικιάς στις 22 Ιανουαρίου 1663.

–1672. Στις 29 Μαΐου 1672 υπογράφει ο νοτάριος Παροικιάς ιερέας Νικόλαος Σκιαδάς σχετικό έγγραφο για της εγκατάσταση των Ιησουιτών στη Νάουσα «δι’ ής αιτούνται όπως ιδρυθή και εν τη ειρημένη νήσω μοναστήριον των Ιησουϊτών».

–1674. Στις 7 Μαΐου του 1674 η κοινότητα της Παροικιάς δώρισε στους Πατέρες Ιησουίτες εν Νάξο, εκ των κτημάτων του ναού της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής, οικόπεδο για την ανέγερση Μονής. «Εις δόξαν χριστού αμήν 1674 εις τας 7 του μαϊου εν καστέλιω Παροικίας οι αιδεσιμωτάτοι πατέραις εκ της συντροφίας του Ιησού, διά να κτίσουσι μοναστήρι και σκολιό, και μην ευρίσκοντας τόπον αρμόδιον διά την αυτήν υπόθεσιν, διά τούτο θέλωμεν ημείς οι κατωθεν υπογεγραμμένοι, και εις το όνομα της κοινώτητος και δίδωμεν διά έργον χάρις των άνωθε αιδεσιμωτάτων πατέρων ένα κομμάτι χωράφι από της παναγίας μας της Καταπολιανής, εις το μάκρος ποδάρια του μέτρου εκατό δέκα και εις πλάτος άλλον τόσον και εις τούτο ομπληγαρόμαιστα οπώταν εις κανένα καιρόν ήθελε σικοθή τινάς να γυρέψει δικαιώματα εις το άνωθε κομμάτι το χωράφι όπου των χαρίζωμεν να ήμαιστε ημείς ομπληγάδοι να το πληρονωμεν της παναγίας, όθεν διά το βέβαιον απογράφωμεν διά χειρίσμας και εις το όνομα της άνωθε κοινότητος.

Οικονόμος Παροικίας, σακελλάριος Παροικίας, Νικόλαος ιερεύς πρωτοπαπάς Παροικίας, Πέτρος ιερεύς Βιτζαράς, Κώστας Μαίζας, Τεμένιγος ιερεύς, παπα Ιω. Γαλανός, Ελευθέριος ιερεύς Λουρδας, Νικόλαος ιερεύς…, παπα Ιωάννης …, παπα Πέτρος Μπουλαξής, παπα Στέφανος Βυτζαράς, παπα Φραντζέσκος Βιτζαράς, Γιακουμής Πατέλας, παπα Μιχαλής Κονταράτος, Μάρκος ιερεύς, Χωροεπίσκοπος Παροικιάς, Τζουάνες Σκληρός, Νικολός Κοντίλης, Μανόλης Αλισάφης, Μιχαήλ Βιτζαράς, Νικολός Κοτίλης, Γιώργης …, Μανώλης Αλεξάκης, Φραντζέσκος Μιχαλέτος Γραμματικός, Ιω. Βιτζαράς, Ιω. Σκιάδος, Ιω. Βιτζαράς, Κωστάκης Γαλανός, Τζώρτζης Ρουτες, Ιω. Σκιάδας, Γεώργης Μαυρομάτης, Ιω. Σπυρίδος, Δημήτρης Ταργέτας, Νικολός …, Μιχελής Δημητ…, Ιω. Πατελας, Ιω. Τουτέσκος, Bartolo Rozza, Γιαννούλης Ταργέντας, Αντώνης Αλλησάφης, τζουάνες Γιράρδης, Τζώρτζης Νταμόστος, Ιω. Του μαστρο Γιάκουμου, Γιόνης Μυστράτος, Δημήτρης Μαβρομάτης, Giacomo Zellini, Domenico Ferrari, Γιάννης Ντελαγραμμάτικας, Γεώργης Τακορόνιας.

–1695. Έγγραφο Παροικιάς υπογράφει ο ιερέας Νικόλαος Σκιαδάς στις 5 Φεβρουαρίου 1695.

–1716. Σε πρακτικό εκλογής νοταρίου – καγκελαρίου από το κοινό της Παροικιάς στη Γενική Συνέλευση της 14 Ιανουαρίου 1716, μαρτυρείται ο Γεώργιος και ο Λεονάρδος Σκιαδάς.

–1723. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 30 Ιανουαρίου 1723 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο Γεώργιος Σκιαδάς.

–1726. «Προικοσύμφωνο Μανώλη Σκιαδά και Φλωρέντζας Νιώτη» Νάουσα, 18 Δεκεμβρίου 1726. «Η Αυγουστίνα γυνή του ποτέ Γεωργίου Σκιαδά τάζει στον υιό της Μανώλη το σπίτι οπού κάθεται καθώς ευρίσκεται μ’ όλα τα νοικοκυριά και με εικονίσματα μετά την αποβίωσίν της εδικά του. Και η Αργυρή γυνή του ποτέ Γεώργη Νιώτη δίδει στην κόρη της Φλωρέντζα μιαν εικόνα της Παναγίας να την εορτάζουν τα Επιλόχια». 

–1731. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 6 Δεκεμβρίου 1731, αναφέρεται ο Γεώργιος Σκιαδάς.

–1733. Στα 1733 η Ζαφειράκη του Γεωργάκη Σκιαδά πουλά στον τιμιώτατο Λεονάκη Χαρτουλάρη το μισό της μύλο για 30 ριάλια, από τα οποία τα 15 θα τα κρατήσει ο αγοραστής για να τον επισκευάσει έτσι ώστε «να δίνει όφελος και στους δύο νοικοκύρηδες».

–1734. Ο ιδιοκτησία του ιερέως, σκευοφύλακος Ντε Φεράρη. Στο προικοσύμφωνο Παροικιάς 8 Ιουλίου 1734 αναφέρεται ο Δημητράκης Γεωργάκη Σκιαδάς με ένα χωράφι στον Έλυτα

–1734. Απόφαση του κοινού της Παροικιάς για επαναπατρισμό συμπατριωτών τους (λόγω της βαριάς φορολογίας από τους Τούρκους, με το οποίο τους καλούσε να επιστρέψουν στο νησί τους, δίνοντας την υπόσχεση για μείωση των φόρων τους) στις 16 Σεπτεμβρίου 1734, υπογράφει ο Γεώργιος Σκιαδάς.

–1736. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 22 Ιανουαρίου 1736, αναφέρεται ο Δημήτρης Σκιαδάς.

–1738. Σε προικοσύμφωνο Παροικίας στις 8 Απριλίου 1738, ο Μιχελέτος του Σπιρίδου με την κερα Νικολέττα θυγατέρα του Γεωργίου Σκιαδά. (ο Γεωργάκης Σκιαδάς και η συμβία του Ζαφειράκη θα ξεπουλήσουν τέσσερα χωράφια και άλλη μια πάρτη ανεμόμυλο για να εξοφλήσουν μόλις το μισό χρέος τους των 250 ριαλίων αλλά από την προίκα της κόρης τους δεν θα λείψουν τα μεταξωτά, τα βελούδα, τα χρυσλά σκουλαρίκια και τα δακτυλίδια.

–1739. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 14 Απριλίου του 1739 αναφέρεται ο Δημήτρης Σκιαδάς.

–1741. Για την εκλογή απεσταλμένων στην Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Παροικιάς στη Γενική συνέλευση το 1741 αναφέρεται ο κάτοικος Κεφάλου Κωνσταντής Σκιαδάς.

–1741. Τα κοινά της Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της 20 Ιουλίου 1741, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους άρχοντα Νικόλαου Μαυρογένη, εναντίων των συκοφαντών κατοίκων της Νάξου, οι οποίοι τον κατηγορούν για συνεργασία με τους πειρατές, υπογράφει και ο Κωνσταντής Σκιαδάς από τα χωρία του Κεφάλου.

–1748. Πρακτικό πωλήσεως των φόρων του κοινού της Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, τη 1 Μαρτίου 1748, μαρτυρείται ο Δημήτρης Σκιαδάς.

–1750. Σε Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου των επτά κοινών της Πάρου (Παροικιάς, Νάουσας, Κεφάλου, Τζιπίδου, Λευκών, Μαρμάρων, Δραγουλάς) στην Κωνσταντινούπολη της 23 Αυγούστου 1750, μαρτυρείται ο επίτροπος Λευκών Μπενέτος Σκιαδάς και ο κάτοικος Τζιπίδου Κωνσταντής Σκιαδάς.

οπως σου εχω πει απο την πρωτη μερα, εγω εχω βαπτηστει ορθοδοξα, ειναι και οι δυο μου οι γονεις ορθοδοξοι, ο συνδετικος μου Μπενέτος Σκιαδάς επίτροπος Λευκών.

–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου 1755 μαρτυρείται ο Δημήτρης Σκιαδάς.

–1778. Πώληση χωραφιού Λεύκες 23 Απριλίου 1778. «Ενώπιον των μαρτύρων Γεωργίου Σκιαδά. Δημητρίου Ραγκούση και του ιερέως Λευκών Αυγουστή Παρούση, ο οποίος συνέταξε και το έγγραφο, η κερά Μαρουσάκη Γεώργη Φίλιππα πωλεί στον αιδεσιμώτατο, πρώην σακελλίου Κονταράτο για 37 ρεάλια ένα κομμάτι χωράφι οπού έχει αγορά από τον Μανοέλη Ανερατζόπουλο εις τοποθεσίαν λεγόμενον Απάτου.

–1778. Ο ιδιοκτήτης της μονής Αγ. Χαραλάμπους Γεώργιος Σκιαδάς, απόγονος του κτήτορα της μονής ιερέα Νικολάου Σκιαδά,  πωλεί στον Νικόλαο Μαυρογένη το 1778 τη μονή.

–1804. Σε πωλητήριο χωραφιού του 1804 στη περιοχή Κραύγα Νάουσας, πλησίον Φρατζέσκου Σκιαδά.

–1816. Καστρήνσιος Σκιαδάς υπογράφει τη σετέντζα των προκρίτων της Πάρου τη σχετική με την Μονή του Αγίου Μηνά στις 30 Σεπτεμβρίου 1816.

–1821. Ήρωας του 1821 ο Γεώργιος Σκιαδάς από την Αγκαιρά. πολέμησε το 1821 και του απονεμήθηκε το χάλκινο μετάλλιο του Αγώνα από τον Όθωνα (Φυλάσσεται στο μουσείο Σκορπιός του Μπενέτου Σκιαδά). Η οικογενειακή μαρτυρία λέει ότι ο Γεώργιος Σκιαδάς ήταν γιός του Μιχάλη Σκιαδά από την ΚΕΦΑΛΟΝΙΆ και οποίος σπούδασε γιατρός στη Βενετία και έμενε εκεί (προσωνύμιο σινιορ Βενετάκης). Με το πέρας του Αγώνα ο Γεώργιος Σκιαδάς μετοίκησε στις ΛΕΥΚΈΣ όπου έκανε οικογένεια.

–1821. Παριανός αγωνιστής του 1821 ο Μπενέτος Σκιαδάς από την Αλυκή. Για τη δράση του έλαβε αριστείο ανδρείας.

–1821. Παριανός αγωνιστής του 1821 ο Δημ. Σακελλαρίου Σκιαδάς.

–1824. Ιερέας Ιωάννης Σκιαδάς υπογράφει έγγραφο Παροικιάς στις 2 Νοεμβρίου 1824.

–1825. Οι Παριανοί αγωνιστές του 1821 Γεώργιος Μπενέτου Σκιαδάς από τυην Αλυκή και Δημ. Σακελλαρίου Σκιάδας έφυγαν στις 20 Αυγούστου 1825 από Πάρο για Ναύπλιο να συμμετάσχουν στις μάχες.

–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της πόλεως Παροικιάς

Σκαδέος Κωνσταντίνος ετών 13 (σωστό Σκιαδάς)

–1829. Ο ονομαστικός κατάλογος των μαθητών του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου της Νάουσας του σχολικού έτους 1829.

«Οι μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της κομοπόλεως Ναούσης»

Νικόλαος Σκιαδάς ετών 12 και ο Δημήτριος Σκιαδάς ετών 12

–1830. Στην Κωνσταντινούπολη, όπου ζούσαν πολλοί Παριανοί, έφθασαν τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο 1830 ο Βασίλειος παπά Σακελλάριος Σκιαδάς. 

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Νικόλαος Σκιαδάς από τα χωριά του Κεφάλου.

–1832. Εν Ναούση της Πάρου τη 27 Μαρτίου 1832 σε έγγραφο της σχολής του Αγίου Αθανασίου, αναφέρεται ο Μανώλης και ο Γιώργος Σκιαδάς.

–1835. Το 1835 αναφέρεται ο Σκιαδάς Αθανάσιος.

–1837. Το 1837 γεννιέται η Σκιαδά Μαρία. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1839. Το 1839 γεννιέται η Σκιαδά Αικατερίνη Α.. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1841. Το 1841 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκιαδάς Μάρκος του Ιωάννη. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1844. Το 1844 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκιαδάς Μιχαήλ του Εμμανουήλ, ο Σκιαδάς Γεώργιος του Λουκά και ο Σκιαδάς Εμμανουήλ του Αντωνίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 31χρονος μεταπράτης Νικόλαος Σκιαδάς, ο 36χρονος γεωργός Ιωάννης Σκιαδάς, ο 36χρονος εργάτης Σκιαδάς Θεόδωρος, ο 27χρονος μεταπράτης Δημήτριος Σκιαδάς, ο 30χρονος εργάτης Βασίλειος, ο 40χρονος γεωργός Σκιαδάς Πέτρος, ο 30χρονος Σαράντος Σκιαδάς.

–1846. Το 1846 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκιαδάς Νικόλαος του Εμμανουήλ και ο Σκιαδάς Γεώργιος του Αντωνίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1847. Το 1847 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκιαδάς Ιωάννης του Αντωνίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 35χρονος γεωργός Αβραάμ Σκιαδάς, ο 31χρονος γεωργός Αντώνιος Εμμ. Σκιαδάς, ο 43χρονος γεωργός Αντώνιος Ν. Σκιαδάς, ο 33χρονος γεωργός Γεώργιος Μπεν. Σκιαδάς, ο 33χρονος γεωργός Γεώργιος Ν. Σκιαδάς, ο 38χρονος εργάτης Γεώργιος Ιωάννη Σκιαδάς, ο 50χρονος γεωργός Γεώργιος Γ. Σκιαδάς, ο 26χρονος γεωργός Εμμανουήλ Ζ. Σκιαδάς, ο 28χρονος γεωργός Εμμανουήλ Ι. Σκιαδάς, ο 38χρονος γεωργός Εμμανουήλ Ν. Σκιαδάς, ο 65χρονος γεωργός Ζέπος Σκιαδάς, ο 32χρονος γεωργός Ιάκωβος Ι. Σκιαδάς, ο 43χρονος γεωργός Ιάκωβος Ζ. Σκιαδάς, ο 35χρονος γεωργός Ιωάννης Ν. Σκιαδάς, ο 38χρονος γεωργός Ιωάννης Αθ. Σκιαδάς, ο 63χρονος γεωργός Ιωάννης Γ. Σκιαδάς, ο 28χρονος γεωργός Κυριάκος Ν. Σκιαδάς, ο 36χρονος γεωργός Λουκάς Σκιαδάς, ο 39χρονος ποιμήν Μανόλης Ν. Σκιαδάς, ο 68χρονος γεωργός Μπενέτος Σκιαδάς, ο 27χρονος γεωργός Νικόλαος Μπεν. Σκιαδάς, ο 65χρονος γεωργός Νικόλαος Σκιαδάς, και ο 25χρονος γεωργός Στέφανος Ζ. Σκιαδάς.

–1849. Το 1849 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκιαδάς Μιχαήλ του Αντωνίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1850. Το 1850 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκιαδάς Νικόλαος του Αντωνίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1851. Το 1851 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκιαδάς Χριστόδουλος του Αβραάμ. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1855. Το 1855 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκιαδάς Ιωάννης του Γεωργίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1856. Στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 21 Οκτωβρίου 1856 αναφέρεται ο Ιάκωβος Ι. Σκιαδάς κτηματίας κάτοικος Λευκών.

–1857. Το 1857 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκιαδάς Κωνσταντίνος του Αβραάμ, ο Σκιαδάς Νικόλαος του Γεωργίου και ο Σκιαδάς Μπενέτος του Γεωργίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1858. Στον παλαιό ενοριακό ναό του Αγίου Γεωργίου Αγκαιριάς, στο ξύλινο τέμπλο υπάρχουν τρεις εικόνες με την χρονολογία 1858. Στην εικόνα της Παναγίας η επιγραφή: Δι’ εξόδων Κωνσταντίνου Ιω. Σκανδάλη». Η εικόνα του Χριστού «Δε’ εξόδων Ιωάννου Γ. Παντελαίου» και στην εικόνα του Αγίου Γεωργίου Δι’ εξόδων Ιωάννου Αντ. Σκιαδά»

–1859. Το 1859 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκιαδάς Νικόλαος του Γεωργίου, μετέπειτα γεωργός και εγγεγραμμένος σον εκλογικό κατάλογο Αγγελίας του 1948.

–1859. Το 1859 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκιαδάς Γεώργιος του Αθανασίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1860. “αποδημούντες κληρούχους” του 1860 (σε παρένθεση ο τόπος αποδημίας)

Δημήτριος Ι. Παντουλής - Μαρπίσσης (Αθήνα)

Μπενέτος Ι. Σκιαδάς - Μαρπίσσης (Αθήνα)

Σπύρος Περγαντής - Ναούσης (Αθήνα)

Πέτρος Ι. Πατέλης - Πάρου (Αθήνα)

Αχιλλεύς Ι. Φαρουλός - Πάρου (Κων/πολη)

Ανδρέας Μ. Τριαντάφυλλος - Πάρου (Άγνωστος)

Αντώνιος Ελευθ. Καδής - Πάρου (Αλεξάνδρεια)

Δημήτριος Μ. Λεοντής - Πάρου (Κων/πολη)

–1861. Το 1861 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκιαδάς Δημήτριος του Γεωργίου, ο Σκιαδάς Ιωάννης του Ιακώβου και ο Σκιαδάς Θεόδωρος του Γεωργίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1862. Το 1862 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκιαδάς Γεώργιος του Εμμανουήλ. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1862. Το 1862 γεννιέται στη Νάουσα ο Σκιαδάς Μιχαήλ του Εμμανουήλ.

–1863. Το 1863 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκιαδάς Γεώργιος του Κυριάκου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1864. Το 1864 γεννιέται ο Σκιαδάς Ιωάννης του Νικολάου γεωργός κάτοικος Παροικιάς. Απεβίωσε το 1948.

–1864. Το 1864 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκιαδάς Ιωάννης του Εμμανουήλ. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1865. Το 1865 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκιαδάς Αντώνιος του Αθανασίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1866. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1866 ο Σκιαδάς Κωνσταντίνος Γεωργίου.

–1867. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1867 ο Σκιαδάς Νικόλαος του Αθανασίου, ο Σκιαδάς Γεώργιος του Ιωάννη και ο Σκιαδάς Ιωάννης του Γεωργίου. Έπεσε υπερ πατρίδος (α.α. 374).

–1869. Το 1869 γεννιέται ο Σκιαδάς Ζέππος του Νικολάου γεωργός κάτοικος Παροικιάς. Απεβίωσε το 1948.

–1871. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1871 ο Σκιαδάς Εμμανουήλ του Κυριάκου, απεβίωσε στις 10 Αυγούστου του 1957, και ο Σκιαδάς Γεώργιος του Νικολάου.

–1872. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1872 ο Σκιαδάς Λουκάς του Ζέππου, ο Σκιαδάς Κωνσταντίνος του Λεονάδου και ο Σκιαδάς Ιωάννης του Δημητρίου.

–1873. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1873 ο Σκιαδάς Κωνσταντίνος του Ιωάννη.

–1874. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1874 ο Σκιαδάς Εμμανουήλ του Νικολάου και ο Σκιαδάς Γεώργιος του Πέτρου.

–1875. Το 1875 γεννιέται ο Σκιαδάς Γεώργιος του Ιωάννη, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Υρίας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Σκιαδάς Αβραάμ του Στέφανου ετών 65 γεωργός αλλά και ο Σκιαδάς Αντώνιος του Νικολάου, ετών 59, επίσης γεωργός.

–1876. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1876 ο Σκιαδάς Αντώνιος του Ιωάννη.

–1876. Σε πίνακα των γάμων που τελέστηκαν το έτος 1876 Ιαν. 28 στις Λεύκες αναφέρεται ότι ο 35χρονος Σκιαδάς Ζέπος του Λουκά και της Ευφροσύνης να νυμφεύεται την 25χρονη Κωνσταντίνα Χανιώτου του Κωνσταντίνου και της Χριστίνας.

–1876. Στις 12 Νοεμβρίου 1876 ο 32χρονος γεωργός από την Πάρο Μάρκος Κρητικός, του Ιωάννη και της Ανέζας, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Πάρο Χρυσούλα Σκιαδά, του Γεωργίου και της Ασημίνας.

–1877. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1877 ο Σκιαδάς Αντώνιος του Δημητρίου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας. Ο Σκιαδάς Νικόλαος του Ιωάννη, ο Σκιαδάς Γεώργιος του Χριστόδουλου και ο Σκιαδάς Λουκάς του Γεωργίου.

–1878. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1878 ο Σκιαδάς Γεώργιος του Ιακώβου και ο Σκιαδάς Ανδρέας του Πέτρου.

–1878. Στις 24 Μαΐου 1878 ο 27χρονος γεωργός από την Πάρο Εμμανουήλ Σκιαδάς, του Ιάκωβου και της Άννας, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 25χρονη από την Πάρο Ανέζα Καλακώνα, του Γεωργίου.

–1880. Το 1880 γεννιέται ο Σκιαδάς Εμμανουήλ του Μιχαήλ γεωργός κάτοικος κοιν. Λευκών. Απεβίωσε το 1949.

–1880. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1880 ο Σκιαδάς Λουκάς του Νικολάου.

–1881. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1881 ο Σκιαδάς Μιχαήλ του Εμμανουήλ και ο Σκιαδάς Ιωάννης του Μιχαήλ.

–1882. Το 1882 γεννιέται ο Σκιαδάς Ιωάννης του Δημητρίου γεωργός κάτοικος κοιν. Νάουσας. Απεβίωσε το 1949.

–1882. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1882 ο Σκιαδάς Στέφανος του Γεωγίου και ο Σκιαδάς Αντώνιος του Γεωργίου.

–1883. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1883 ο Σκιαδάς Μιχαήλ του Νικολάου.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Σκιαδάς Βασίλειος του Γεωργίου, 63 ετών, γεωργός από τη Νάουσα, Σκιαδάς Γεώργιος του, Αντωνίου, 53 ετών, γεωργός από τη Νάουσα, Σκιαδάς Δημήτριος του Αντωνίου, 44 ετών, ναύτης από τη Νάουσα, Σκιαδάς Δημήτριος του Πέτρου, 36 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, Σκιαδάς Εμμανουήλ του Νικολάου, 46 ετών, σουβλατζής από τη Νάουσα, κάτοικος Αθήνας, Σκιαδάς Εμμανουήλ του Πέτρου, 57 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, Σκιαδάς Εμμανουήλ του Κυριάκου, 28 ετών, ναύτης από τη Νάουσα, Σκιαδάς Ευστράτιος του Σαράντου, 28 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, Σκιαδάς Κυριάκος του Νικολάου, ετών 61, κρεοπώλης από τη Νάουσα, Σκιαδάς Λεονάρδος του Ιωάννη, 40 ετών, ναύτης από τη Νάουσα, Σκιαδάς Λεονάρδος του Νικολάου, ετών 42, ράπτης από τη Νάουσα, κάτοικος Βλαχίας (Ρουμανία), Σκιαδάς Λουκάς του Θεόδωρου, 50 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, Σκιαδάς Νικόλαος του Ιωάννη, 28 ετών, ναύτης από τη Νάουσα, Σκιαδάς Μιχαήλ του Εμμανουήλ, ετών 21, εργάτης από τη Νάουσα, Σκιαδάς Ιωάννης του Σαράντου, ετών 22, εργάτης από τη Νάουσα, Σκιαδάς Παναγιώτης του Δημητρίου, ετών 42, ζαχαροπλάστης από τη Νάουσα, κάτοικος Κωνσταντινούπολης, Σκιαδάς Ιωάννης του Δημητρίου, 33 ετών, σοβαντζής από τη Νάουσα, κάτοικος Αθήνας, Σκιαδάς Γεώργιος του Βασιλείου, 25 ετών, γεωργός από τη Νάουσα και Σκιαδάς Θεόδωρος του Λουκά, 25 ετών, γεωργός από τη Νάουσα.

–1884. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1884 ο Σκιαδάς Μπονοφάτσος του Γεωργίου, ο Σκιαδάς Αναστάσιος του Ιάκωβου και ο Σκιαδάς Ηρακλής του Γεωργίου.

–1885. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1885 ο Σκιαδάς Νικόλαος του Πέτρου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Σκιαδάς Βασίλειος του Γεωργίου, 65 ετών, γεωργός από τη Νάουσα, Σκιαδάς Γεώργιος του, Αντωνίου, 55 ετών, γεωργός από τη Νάουσα, Σκιαδάς Δημήτριος του Αντωνίου, 46 ετών, ναύτης από τη Νάουσα, Σκιαδάς Δημήτριος του Πέτρου, 38 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, Σκιαδάς Εμμανουήλ του Νικολάου, 48 ετών, σουβλατζής από τη Νάουσα, κάτοικος Αθήνας, Σκιαδάς Εμμανουήλ του Πέτρου, 59 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, Σκιαδάς Εμμανουήλ του Κυριάκου, 30 ετών, ναύτης από τη Νάουσα, Σκιαδάς Ευστράτιος του Σαράντου, 30 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, Σκιαδάς Κυριάκος του Νικολάου, ετών 63, κρεοπώλης από τη Νάουσα, Σκιαδάς Λεονάρδος του Ιωάννη, 40 ετών, ναύτης από τη Νάουσα, Σκιαδάς Λεονάρδος του Νικολάου, ετών 44, ράπτης από τη Νάουσα, κάτοικος Βλαχίας (Ρουμανία), Σκιαδάς Λουκάς του Θεόδωρου, 52 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, Σκιαδάς Νικόλαος του Ιωάννη, 30 ετών, ναύτης από τη Νάουσα, Σκιαδάς Μιχαήλ του Εμμανουήλ, ετών 23, εργάτης από τη Νάουσα, Σκιαδάς Ιωάννης του Σαράντου, ετών 24, εργάτης από τη Νάουσα, Σκιαδάς Παναγιώτης του Δημητρίου, ετών 44, ζαχαροπλάστης από τη Νάουσα, κάτοικος Κωνσταντινούπολης, Σκιαδάς Ιωάννης του Δημητρίου, 35 ετών, σοβατζής από τη Νάουσα, κάτοικος Αθήνας, Σκιαδάς Γεώργιος του Βασιλείου, 27 ετών, γεωργός από τη Νάουσα και Σκιαδάς Θεόδωρος του Λουκά, 27 ετών, γεωργός από τη Νάουσα.

–1886. Το 1886 γεννιέται ο Σκιαδάς Κυριάκος του Ιωάννη, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας.

–1886. Σκιαδάς Νικόλαος του Ιωάννη, Σκιαδάς Γεώργιος του Νικολάου και Σκιαδάς Ζαχαρίας του Γεωργίου. Έτος γέννησης το 1886 στις Λεύκες. Εγγεγραμμένος στο Μητρώο των Αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1886. Στις 17 Απριλίου 1886 ο 30χρονος κρεοπώλης από την Πάρο Ιωάννης Σκιαδάς, του Ιωάννη και της Χρυσούλας, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 18χρονη από τα Ψαρά Ειρήνη Καμπούρη, του Κωνσταντίνου και της Αγγελικής Κόκκαλη.

–1887. Το 1887 γεννιέται ο Σκιαδάς Γεώργιος του Νικολάου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας.

–1888. Σκιαδάς Ιωάννης του Νικολάου. Έτος γέννησης το 1888 στις Λεύκες. Εγγεγραμμένος στο Μητρώο των Αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1888. Το 1888 γεννιέται ο Σκιαδάς Αθανάσιος του Γεωργίου, εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1952.

–1890. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1890 στις Λεύκες ο Σκιαδάς Αντώνιος του Νικολάου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας. Και ο Σκιαδάς Σταύρος του Ιάκωβου.

–1890. Το 1890 γεννιέται ο Σκιαδάς Αβραάμ του Κωνσταντίνου εργάτης, κάτοικος Αντιπάρου. Διαγράφεται από τον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου το 1950.

–1891. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1890 στις Λεύκες ο Σκιαδάς Πέτρος του Ιάκωβου, ο Σκιαδάς Νικόλαος του Γεωργίου, ο Σκιαδάς Γεώργιος του Θεόδωρου, ο Σκιαδάς Ηλίας του Νικολάου, ο Σκιαδάς Δημήτριος του Νικολάου, και ο Σκιαδάς Εμμανουήλ του Ιωάννη.

–1892. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1892 στις Λεύκες ο Σκιαδάς Νικόλαος του Γεωργίου, ο Σκιαδάς Μοσχονάς του Μιχαήλ, ο Σκιαδάς Κωνσταντίνος του Γεωργίου και ο Σκιαδάς Κωνσταντίνος του Νικολάου (έπεσε υπερ πατρίδος στους πολέμους της περιόδου του 1912-22).

–1893. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1893 στις Λεύκες ο Σκιαδάς Ηλίας του Ιωάννη, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας. Ο Σκιαδάς Γεώργιος του Δημητρίου και ο Σκιαδάς Γεώργιος του Μπενέτου.

–1893. Το 1893 γεννιέται η Σκιαδά Αργυρώ του Εμμανουήλ, κάτοικος Νάουσας Πάρου.

–1894. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1894 στις Λεύκες ο Σκιαδάς Κωνσταντίνος του Γεωργίου.

–1895. Το 1895 γεννιέται ο Σκιαδάς Σπύρος του Ζέππου γεωργός κάτοικος Παροικιάς και ο Σκιαδάς Ηλίας του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1895. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1895 κάτοικος Αντιπάρου Σκιαδάς Ιάκωβος του Κωνσταντίνου εργάτης. 

–1895. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1895 στις Λεύκες ο Σκιαδάς Γεώργιος του Κωνσταντίνου, ο Σκιαδάς Ηλίας του Νικολάου και ο Σκιαδάς Δημήτριος του Μιχαήλ.

–1896. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1896 στις Λεύκες ο Σκιαδάς Πέτρος του Ιωάννη.

–1897. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1897 στις Λεύκες ο Σκιαδάς Ιωάννης του Σταύρου και ο Σκιαδάς Ιάκωβος του Κωνσταντίνου

–1898. Πίναξ του Συνδέσμου των εν Λαυρίω, Αθήναις περιχώροις και Πειραιει ΠΑΡΙΩΝ, εμφαίνων ονοματεπώνυμων μελών της Περιόδου 1ης Ιουνίου 1898 ο Σκιαδάς Κυρ. Γεώργιος.

–1898. Το 1898 γεννιέται ο Σκιαδάς Παναγής του Ζέππου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1898. Το 1898 γεννιέται ο Σκιαδάς Εμμανουήλ του Δημητρίου, εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1952.

–1898. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1898 κάτοικος Αντιπάρου Σκιαδάς Νικόλαος του Κωνσταντίνου εργάτης. 

–1898. Το 1898 γεννιέται ο Σκιαδάς Νικόλαος του Κωνσταντίνου, εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1953, γεωργός.

–1899. Το 1899 γεννιέται ο Σκιαδάς Αθανάσιος του Γεωργίου και ο Σκιαδάς Ιάκωβος του Νικολάου μετέπειτα γεωργοί, κάτοικοι Αγγερίας.

–1900. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1900 στις Λεύκες ο Σκιαδάς Κωνσταντίνος του Δημητρίου και ο Σκιαδάς Νικόλαος του Μπενέτου.

–1901. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1901 στις Λεύκες ο Σκιαδάς Κωνσταντίνος του Ιωάννη, ο Σκιαδάς Δημήτριος του Ιωάννη, ο Σκιαδάς Γεώργιος του Θεοδώρου, ο Σκιαδάς Παναγιώτης του Γεωργίου, ο Σκιαδάς Πέτρος του Γεωργίου και ο Σκιαδάς Νικόλαος του Εμμανουήλ.

–1902. Το 1902 γεννιέται ο Σκιαδάς Γεώργιος του Δημητρίου, μετέπειτα γεωργός και εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγελίας του 1947.

–1902. Το 1902 γεννιέται ο Σκιαδάς Κωνσταντίνος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1902. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 53 ετών κρεοπώλης Ιωάννης Σκιαδάς του Λουκά έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 25 Ιανουαρίου 1902.

–1902. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1902 στις Λεύκες ο Σκιαδάς Ιωάννης του Ιάκωβου.

–1903. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1903 στις Λεύκες ο Σκιαδάς Νικόλαος του Θεόδωρου και ο Σκιαδάς Γεώργιος του Μπενέτου.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Ιωάννη Σκιαδάς, ετών 35, μυλοθρός, έγγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Μαργαρίτα Γεωργίου Σκιαδά, ετών 32, οικιακά, έγγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Ειρήνη Γεωργίου Σκιαδά, ετών 9, άνευ, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Άννα Γεωργίου Σκιαδά, ετών 8, άνευ, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Ιωάννης Γεωργίου Σκιαδάς, ετών 7, άνευ, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Νικόλαος Γεωργίου Σκιαδάς, ετών 4, άνευ, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Αρμελίνα Γεωργίου Σκιαδά, ετών 4, άνευ, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Εμμανουήλ Γεωργίου Σκιαδάς, ετών 3, άνευ, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Μόσχου Γεωργίου Σκιαδά, ετών 1, άνευ, άγαμος.

–1904. Το 1904 γεννιέται ο Σκιαδάς Μένεγος του Αντωνίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1904. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1904 στις Λεύκες ο Σκιαδάς Αθανάσιος του Ιωάννη, μετέπειτα αλιεύς, κάτοικος Αγγερίας. Και ο Σκαδάς Ανδρέας του Εμμανουήλ.

–1905. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1905 στις Λεύκες ο Σκιαδάς Ιάκωβος του Νικολάου και ο Σκιαδάς Ηλίας του Νικολάου, μετέπειτα γεωργοί, κάτοικοι Αγγερίας. Και ο Σκιαδάς Λεονάρδος του Ιωάννη

–1905. «Πολλάς ευχαριστίας οι εν Πειραιεί, Αθήναις και Κωνσταντινουπόλει οικούντες συμπολίται Πάριοι διαβιβάζουσι δι ημών τω κ. Στέφανω Σκιαδά, ταχυδρόμω, διά τε τας υπηρεσίας και λοιπάς ευκολίας τας οποίας αυτοίς παρέχει και διά τον ζήλον και άκραν τιμιότητα, ην εν τη εξασκήσει του σωτηρίου δι’ αυτούς επαγγέλματος δεικνύει. Συγχαίρομεν τω καλώ φίλω κ. Σκιαδά (2 Ιουλίου 1905)».

–1906. Το 1906 γεννιέται ο Σκιαδάς Ιάκωβος του Δημητρίου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας.

–1906. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1906 στις Λεύκες ο Σκιαδάς Παναγιώτης του Λουκά, ο Σκιαδάς Νικόλαος του Εμμανουήλ και ο Σκιαδάς Μιχαήλ του Ιωάννη.

–1907. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1907 στις Λεύκες ο Σκιαδάς Δημήτριος του Αντωνίου, γεωργός και ο Σκιαδάς Βασίλειος του Εμμανουήλ, υποδηματοποιός, κάτοικοι Αγγερίας. Ο Σκιαδάς Ιωάννης του Κωνσταντίνου και ο Σκιαδάς Βασίλειος του Εμμανουήλ.

–1908. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1908 στις Λεύκες ο Σκιαδάς Γεώργιος του Ιωάννη, ο Σκιαδάς Πέτρος του Δημητρίου και ο Σκιαδάς Μιχαήλ του Ιωάννη.

–1909. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1909 στις Λεύκες ο Σκιαδάς Ηλίας του Θεόδωρου, ο Σκιαδάς Σάββας του Ιωάννη μετέπειτα αλιεύς, κάτοικος Αγγερίας, ο Σκιαδάς Γεώργιος του Λουκά, ο Σκιαδάς Γεώργιος του Αντωνίου Δ. και ο Σκιαδάς Γεώργιος του Αντωνίου Γ. κάτοικος Παροικιάς.

–1909. Το 1909 γεννιέται η Μαρουσώ Σκιαδά του Αντωνίου, στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1951 φέρεται παντρεμένη με τον Ηλία Χανιώτη.

–1910. Το 1910 γεννιέται ο Σκιαδάς Σίμων του Μιχαήλ, ο Σκιαδάς Αντώνιος του Ιωάννη και ο Σκιαδάς Αντώνιος του Μπενέτου, μετέπειτα γεωργοί, κάτοικοι Αγγερίας.

–1911. Εμμανουήλ Σκιαδάς, δημοτικός εισπράκτορας του Δήμου Υρίας το 1911.

–1911. Ευστράτιος Σ. Σκιαδάς, ιδιοκτήτης καφενείου στη Νάουσα το 1911.

–1911. Το 1911 γεννιέται ο Σκιαδάς Σάββας του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1912. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1912 στις Λεύκες ο Σκιαδάς Ιωάννης του Αντωνίου, εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1953, γεωργός. Και ο Σκιαδάς Κυριάκος του Εμμανουήλ.

–1913. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1913 στις Λεύκες ο Σκιαδάς Δημήτριος του Νικολάου και ο Σκιαδάς Νικόλαος του Γεωργίου.

–1914. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1914 στις Λεύκες ο Σκιαδάς Νικόλαος του Ιωάννη, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας. Και ο Σκιαδάς Σταύρος του Αντωνίου.

–1915. Το 1915 γεννιέται ο Σκιαδάς Πέτρος του Νικολάου, μετέπειτα γεωργός, κάτοικος Αγγερίας.

–1916. Το 1916 γεννιέται ο Σκιαδάς Δημήτριος του Πέτρου, κάτοικος Νάουσας, μετέπειτα κηπουρός.

–1916. Στις 14 Ιανουαρίου 1916 ο 36χρονος ναυτικός από την Πάρο Νικόλαος Σκιαδάς του Γεωργίου και της Αργυρώς Θεοφίλη [κάτοικοι Πάρου] παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Σύρο Χρυσάνθη Χατζησταύρου, του Νικολάου, και της Αικατερίνης Δήμου.

–1917. Το 1917 γεννιέται ο Σκιαδάς Χρυσόστομος του Πέτρου, κάτοικος Νάουσας, μετέπειτα εργάτης ύφανσης.

–1918. Το 1918 γεννιέται ο Σκιαδάς Γεώργιος του Νικολάου γεωργός κάτοικος κοιν. Λευκών.

–1920 από τους ιδρυτές, όπως προκύπτουν από το βιβλίο πρακτικών του Συνδέσμου «Εν Πειραίει Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου» είναι ο Σκιαδάς Ν.

–1920. Το 1920 γεννιέται ο Σκιαδάς Πέτρος του Αντωνίου, ο Σκιαδάς Αντώνιος του Νικολάου και ο Σκιαδάς Ιωάννης του Γεωργίου, μετέπειτα γεωργοί, κάτοικοι Αγγερίας.

–1920. Το 1920 γεννιέται ο Σκιαδάς Νικόλαος του Γεωργίου εργάτης κάτοικος κοιν. Λευκών. Το 1949 διατράφηκε ως ανυπότακτος επιστράτευσης.

–1920. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1920 κάτοικος Αντιπάρου Σκιαδάς Κωνσταντίνος του Αβραάμ εργάτης.

–1921. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1921 κάτοικος Αντιπάρου Σκιαδάς Ιωάννης του Αβραάμ εργάτης και ο Σκιαδάς Κωνσταντίνος του Ιάκωβου εργάτης.

–1921. Το 1921 γεννιέται ο Σκιαδάς Νικόλαος του Ηλία γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1922. Το 1922 γεννιέται ο Σκιαδάς Νικόλαος του Ηλίας, ο Σκιαδάς Νικόλαος του Γεωργίου και ο Σκιάδας Κωνσταντίνος του Αντωνίου, μετέπειτα γεωργοί, κάτοικοι Αγγερίας.

–1923. Το 1923 γεννιέται ο Σκιαδάς Λιπράντος του Γεωργίου, ο Σκιαδάς Εμμανουήλ του Νικολάου και ο Σκιαδάς Νικόλαος του Αντωνίου, μετέπειτα γεωργοί, κάτοικος Αγγερίας.

–1923. Μέλος του Εξωραϊστικού Φιλοδασικού Συλλόγου Λευκών, εν Λεύκαις τη 17 Απριλίου 1923 ο Γεώργιος Πέτρ. Σκιαδάς, ο Αντώνιος Σκιαδάς, ο Εμμανουήλ Σκιαδάς και ο Λουκάς Σκιαδάς.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Σκιαδάς Παναγιώτης του Αντωνίου γεωργός κάτοικος Αγγεριάς.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Σκιαδάς Σπύρος του Δημητρίου λατόμος κάτοικος κοιν. Λευκών.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Σκιαδάς Ιωάννης του Ηλία γεωργός κτηματίας κάτοικος Αγγεριάς.

–1927. Το 1927 γεννιέται ο Σκιαδάς Νικόλαος του Δημητρίου λατόμος κάτοικος κοιν. Λευκών.

–1927. Το 1927 γεννιέται ο Σκιαδάς Πέτρος του Ιάκωβου γεωργός κάτοικος Αντιπάρου.

–1928. Σε εικόνα του Αγίου Νικολάου στην ομώνυμη εκκλησία Λευκών, η επιγραφή: Αφιέρωμα Γεωργ. Πέτρ. Σκια΄δα και Πέτρου Γεωργ. Σκιαδά – Νοέμβριος 1928».

–1928. Το 1928 γεννιέται ο Σκιαδάς Μιχαήλ του Εμμανουήλ, γεωργός, κάτοικος Νάουσας Πάρου.

–1928. Το 1928 γεννιέται ο Σκιαδάς Μπανάδος του Δημητρίου, εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1950, εργάτης.

–1928. Το 1928 γεννιέται ο Σκιαδάς Λιπράνδος του Ιακώβου, εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1950.

–1929. Το 1929 γεννιέται ο Σκιαδάς Στυλιανός του Πέτρου αλιεύς κάτοικος της Κοιν. Παροικιάς.

–1929. Το 1929 γεννιέται στη Νάουσα ο Σκιαδάς Ιωάννης του Εμμανουήλ.

–1929. Το 1929 γεννιέται ο Σκιαδάς Γεώργιος του Ιάκωβου, εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγελίας του 1950.

–1930. Στο ναό του Αγίου Νικολάου στην Αλυκή, σε εικόνα της Αναλήψεως του Κυρίου. Έχει την επιγραφή: «Δαπάνη Εμμανουήλ Αθαν. Σκιαδά, 1930 – Γ. Δεσύλλας, ζωγράφος».

–1930. Το 1930 γεννιέται ο Σκιαδάς Γεώργιος του Δημητρίου, εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1953, εργάτης.

–1931. Το 1931 γεννιέται ο Σκιαδάς Νικόλαος του Ιάκωβου, εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1953, αλιεύς.

–1932. Στο ναό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος και του Αγίου Παντελεήμων στην εικόνα του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου είναι αγιογράφος ο Δ. Ροπακάς του έτους 1932, αφιερωτής και Δαπάνη Γεώργιος Α. Σκιαδάς.

–1932. Το 1932 γεννιέται ο Σκιαδάς Μιχαήλ του Σίμου, εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1954, ναυτικός.

–1946. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1890 κάτοικος Αντιπάρου Σκιαδάς Αβραάμ του Κωνσταντίνου εργάτης. 

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 61χρονος κάτοικος Νάουσας, Σκιαδάς Ιωάννης του Δημητρίου, γεωργός, ο 68χρονος Σκιαδάς Πέτρος του Δημητρίου εργάτης, ο 71χρονος Σκιαδάς Δημήτριος του Λουκά, εργάτης, ο 52χρονος γεωργός Σκιαδάς Εμμανουήλ του Μιχαήλ, ο 56χρονος ναυτικός Σκιαδάς Αντώνιος του Μιχαήλ, ο 49χρονος μυλωθρός Σκιαδάς Σταμάτιος του Στέφανου, ο 84χρονος εργάτης Σκιαδάς Μιχαήλ του Εμμανουήλ, ο 42χρονος γεωργός Σκιαδάς Λουκάς του Θεόδωρου ο 46χρονος γεωργός Σκιαδάς Λουκάς του Θεόδωρου, ο Σκιαδάς Δημήτριος του Ευστρατίου 39 ετών ναυτικός, ο 26χρονος υποδηματοποιός Σκιαδάς Χρυσόστομος του Ευστρατίου, ο 30χρονος μουσικός Σκιαδάς Δημοσθένης του Ευστρατίου, και ο 27χρονος εργάτης Σκιαδάς Αθανάσιος του Δημητρίου.

–1946. Στην εφημερίδα Φωνή της Πάρου συνήθιζαν οι παριανοί της Αθήνας και του Πειραιά, να βάζουν διαφήμιση για να προσελκύσουν τους συμπατριώτες τους στα μαγαζιά τους, ένα από αυτά τα μαγαζιά το 1946 ήταν το «ΚΟΜΜΩΤΗΡΙΟΝ» του Ιωάννου Νικ. Σκιαδά, οδό Κριεζώτου 3, Ιδιοκτήτην και Αντ. Παντελαίου υπάλληλον, εκ Λευκών.

–1950. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 19 Αυγούστου 1950, υπάρχει εγγεγραμμένη η Σκιαδά Δέσποινα, όνομα συζύγου Ευστράτιος, όνομα πατρός Αντώνιος Κρητικός.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Σκιαδά Μαρουσώ, όνομα συζύγου Δημοσθένης, όνομα πατρός Π. Γραμματικόπουλος, η Σκιαδά Μαργαρίτα, όνομα συζύγου Αθανάσιος, όνομα πατρός Ιωάννης Κατακουζινός, η Μπαρμπαρήγου Αθανασία, όνομα συζύγου Ιωάννης, όνομα πατρός Πέτρος Σκιαδάς, η Σκιαδά Αικατερίνη, όνομα συζύγου Χρυσόστομος, όνομα πατρός Κωνσταντίνος Ρουμελιώτης, η Σκιαδά Παρασκευή του Λεονάρδου, η Μπαφίτη Παρασκευή, όνομα συζύγου Στέλιος, όνομα πατρός Δημήτριος Σκιαδάς, η Μαλαματένιου Φλώρα, όνομα συζύγου Δημήτριος, όνομα πατρός Λινάρδος Σκιαδάς και η Τσουνάκη Γαρυφαλλιά, όνομα συζύγου Σταμάτιος, όνομα πατρός Ιωάννης Σκιαδάς και η Σκιαδά Αργυρώ, όνομα συζύγου Πέτρος, όνομα πατρός Νικ. Τριπολιτσιώτης.

–1954. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1954, υπάρχει εγγεγραμμένη η Σκιαδά Παναγιώτα (γεν. 1933), όνομα πατρός Σταμάτης.

–1954. 21 Νοεμβρίου 1954 ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ. ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΑΓΓΕΡΙΑ: Επί 180 ψηφισάντων έγκυρα ψηφοδέλτια 176. Έλαβον σταυρούς προτιμήσεως: Σίμος Σκιαδάς 126, Νικ. Δεσύλας 88, Ζαχ. Ραγκούσης 83, Νικ. Λουκής 72, Α. Χανιώτης 59.

–1962. Η εικόνα της Αγίας Αικατερίνης στον ομώνυμο ναό στις Λεύκες, έχει αργυρή επένδυση και στο κάτω μέρος της την επιγραφή: Αφιέρωμα Νικ. Σκιαδά, ετών 85, 1962».

 

Σκιάθος: Επώνυμο που απαντά στην Πάρο τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα. Η φυσική ερμηνεία του είναι ότι συνδέεται με το ομώνυμο νησί των Βορείων Σποράδων και πιθανότατα δηλώνει τόπο καταγωγής ή προέλευσης.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 68χρονος γεωργός Ανδρέας Σκιάθος και ο 36χρονος γεωργός Ιερώνυμος Σκιάθος.

 

Σκιεμπρής: Το επώνυμο παρουσιάζει ιδιαίτερο ονοματολογικό ενδιαφέρον, καθώς η μορφή Σκιεμπρής είναι πολύ κοντά στο ιταλικό/σιλικό Schembri και στο ελληνικό κερκυραϊκό Σκέμπρης (Skempris). Το Schembri είναι παλαιό επώνυμο της Σικελίας και της Μάλτας και έχει ερμηνευθεί, σύμφωνα με το Dictionary of American Family Names, ως πιθανώς αλβανικής προέλευσης, συνδεόμενο με τοπωνύμιο Shkëmber. Η ίδια ονοματολογική παράδοση αναφέρει διάδοση του επωνύμου από τη Σικελία προς τη Μάλτα και, από εκεί, προς την Κέρκυρα, όπου απαντά ως Skempris.

–1731. Σε δημόσιο πλειστηριασμό του κοινού της Παροικιάς, σε πρακτικό Γενικής Συνέλευσης της 1 Μαρτίου 1731. Ο Περάκης Σκιεμπρής και η συμβία του Τζιτζίλια πουλάνε μαζεμένα 5 ακίνητα, μεταξύ των οποίων ένα λιβάδι και ένα αμπέλι φυτό, για να καλύψουν χρέος τους 150 ριάλια στον Βικέντζο ντε Φρανκέσκη.

 

Σκιφιανός ή Σκιφιάνος ή Σκυφιανός ή Σκυφιάνος ή Σιφιανός ή Σιφιάνος: Σπάνιο παριανό επώνυμο με αξιοσημείωτη ιστορική παρουσία στην Παροικιά από τις αρχές του 18ου αιώνα. Οι μορφές Σκιφιανός, Σκυφιανός και Σιφιανός απαντούν παράλληλα στις πηγές και, ιδίως στην περίπτωση του παπά Σπυρίδος, φαίνεται να αποτελούν γραφικές παραλλαγές του ίδιου επωνύμου. Η μορφή «Σιφιανός» επιβεβαιώνεται και από τη βάση γαμήλιων συμβολαίων του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών, όπου καταγράφεται ο «παπάς Σπυρίδος Σιφιανός» σε παριανό συμβόλαιο.

Η πρώτη παρουσία στην Παροικιά

Μία από τις παλαιότερες γνωστές μαρτυρίες είναι του 1710, όταν αναφέρεται χωράφι στην περιοχή του Έλητα με σύμπλιο τον παπα-Σπύρο Σιφιάνο. Η παρουσία του γίνεται απολύτως σαφής από το 1723, όταν ο παπά Σπυρίδος Σιφιανός συμμετέχει στη Γενική Συνέλευση του κοινού της Παροικιάς. Από τότε και μέχρι το 1752 εμφανίζεται επανειλημμένα στα κοινοτικά πρακτικά.

Ο ίδιος άνθρωπος αναφέρεται άλλοτε ως Σκιφιανός, άλλοτε ως Σιφιανός και άλλοτε ως Σκυφιανός. Δεν πρόκειται απλώς για ένα πρόσωπο που εμφανίζεται περιστασιακά: συμμετέχει σε εκλογές εκτιμητών και επιτρόπων, σε οικονομικές αποφάσεις του κοινού, σε υγειονομικά ζητήματα και στις εκλογές απεσταλμένων της Πάρου προς την Κωνσταντινούπολη. Το 1738 υπογράφει μάλιστα μαρτυρία υπεράσπισης του ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά, ενώ το 1741 συμμετέχει στην υπεράσπιση του Νικολάου Μαυρογένη.

Η εικόνα αυτή δείχνει ότι ο παπά Σπυρίδος ήταν σημαντικό πρόσωπο της κοινωνίας της Παροικιάς και όχι ένας απλός εφημέριος.

Μια σημαντική αρχειακή επιβεβαίωση

Ιδιαίτερη αξία έχει η καταχώριση του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών, όπου σε γαμήλιο συμβόλαιο της Πάρου αναφέρεται ο «παπας Σπυριδος Σιφιανος».

Οι Σκιφιανοί στον παλιό αστικό πυρήνα της Παροικιάς

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η αναφορά του Αντωνίου Σκυφιάνου, ο οποίος, σύμφωνα με την καταγραφή του αρχιτέκτονα Σπυρίδωνος Δ. Ναυπλιώτη για το ιστορικό κτίριο του παλιού φαρμακείου της Παροικιάς, απέκτησε μαζί με τη σύζυγό του Νικολέτα Ιωάννου Κρίσπη την παλαιά κατοικία που προηγουμένως ανήκε στην οικογένεια Βιτσαρά. Αργότερα το ακίνητο πέρασε μέσω προίκας στην κόρη τους Μαργαρίτα, σύζυγο του Γεωργίου Χριστιανόπουλου.

Στην ίδια παράδοση καταγράφεται και επιγραφή στον Άγιο Αθανάσιο του Κάστρου της Παροικιάς, «Δέησις του δούλου Αντωνίου Σκυφιάνου».

Η οικογένεια μετά το 1800

Η συνέχεια του επωνύμου στην Παροικιά είναι πολύ καλά τεκμηριωμένη στις αρχές του 19ου αιώνα. Το 1813 αναφέρεται ο Αντωνάκης Σκιφιανός. Το 1824 η Μαργαριταράκη, σύζυγος του Γεωργάκη Χριστιανόπουλου, χαρακτηρίζεται κόρη του Αντωνίου Σκυφιάνου. Η συγγένεια αυτή επιβεβαιώνεται με ιδιαίτερη σαφήνεια από δύο προικοσύμφωνα.

Στις 3 Νοεμβρίου 1829, στο προικοσύμφωνο του Ιωάννη Σταμ. Καμπάνη με την Καλλίτζα Αντωνίου Σκυφιάνου, η μητέρα της Νικολετάκη της παραχωρεί μεταξύ άλλων θρησκευτικές εικόνες. (ΓΑΚ, 219, 45r–47r). Το 1831, σε νέο προικοσύμφωνο, η Μαργαριταράκη, χήρα Γεωργίου Χριστιανόπουλου, χαρακτηρίζεται και πάλι «κόρη του ποτέ Αντωνίου Σκυφιάνου» και προσφέρει εικόνες «προς μνημόσυνον του πατρός και αδελφών της». (ΓΑΚ, 219, αρ. 355, 174r).

Ο Σπύρος του 1829 – μια πολύ ενδιαφέρουσα γενεαλογική συνέχεια

Στις 27 Οκτωβρίου 1829 καταγράφεται στην Αλληλοδιδακτική Σχολή της Παροικιάς ο «Σκυφιάνος Σπύρος, ετών 11». Άρα πρόκειται για παιδί γεννημένο περίπου το 1818.

Το εύρημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συγκριθεί με τον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1847, όπου εμφανίζεται Σπύρος Σκιφιάνος, 29 ετών, υπάλληλος. Η ηλικία ταιριάζει σχεδόν απόλυτα με τον μαθητή του 1829.

Και το 1864 εμφανίζεται ξανά Σκιφιάνος

Σε ΦΕΚ του 1864, δημοσιευμένο από την ΕΕΤΑΑ, αναφέρεται ο διορισμός του «κ. Σ. Σκιφιάνος» στη θέση του υγειονομικού σταθμάρχου Νάουσας, στη θέση του Δ. Καμπάνη.

Η Αντίπαρος και ο «αρχοντόπουλο» Σκιφιάνος

Η σχέση της οικογένειας με την Αντίπαρο είναι επίσης ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Σε προφορική παράδοση που κατέγραψε ο Σπύρος Ναυπλιώτης για την ιστορία των Αλισάφηδων, αναφέρεται ότι ο αρραβωνιαστικός της κόρης των Αλισάφηδων ήταν Αντιπαριώτης αρχοντόπουλο με το επώνυμο Σκιφιάνος και σκοτώθηκε μαζί με την οικογένεια κατά την πολιορκία του πύργου. Η παράδοση τοποθετεί το γεγονός στις αρχές του 18ου αιώνα.

Το επώνυμο εμφανίζεται αργότερα και στην ευρύτερη διοικητική περιοχή Παροικιάς–Αντιπάρου, ενώ στο μνημείο πεσόντων του Δημοτικού Σχολείου Αντιπάρου αναφέρεται ο στρατιώτης Αλέξανδρος Γ. Σκιφιανός, πεσών στους πολέμους του 1912–1913.

Σχέση με την Πάτμο

Το επώνυμο Σκυφιάνος απαντά επανειλημμένα και στον νοταριακό κώδικα της Πάτμου κατά την περίοδο 1724–1742. Η χρονική σύμπτωση με την έντονη παρουσία των Σκιφιανών στην Πάρο είναι αξιοπρόσεκτη.

Τι μπορούμε να πούμε σήμερα για την οικογένεια;

Η έρευνα οδηγεί σε ένα αρκετά καθαρό συμπέρασμα.

Οι Σκιφιανοί της Παροικιάς αποτελούν παλιά οικογένεια με παρουσία τουλάχιστον από τις αρχές του 18ου αιώνα. Ο παπά Σπυρίδος Σκιφιανός αποτελεί το πρώτο πρόσωπο που μπορούμε να παρακολουθήσουμε για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και φαίνεται ότι είχε σημαντική θέση στα κοινά της Παροικιάς. Στον 19ο αιώνα έχουμε τον Αντώνιο Σκυφιάνο και τις κόρες του, τον νεαρό Σπύρο Σκυφιάνο και, πιθανότατα, τον ίδιο Σπύρο σε μεταγενέστερη κρατική υπηρεσία στη Νάουσα.

Η οικογένεια συνδέεται επίσης με ιδιοκτησία και παλαιές κατοικίες στον αστικό πυρήνα της Παροικιάς, ενώ η παράδοση των Αλισάφηδων και το μνημείο της Αντιπάρου δείχνουν ότι το επώνυμο είχε παρουσία και στην απέναντι νήσο.

Πηγές

·        ΓΑΚ, Αρχεία Πάρου, νοταριακά και κοινοτικά έγγραφα: ΓΑΚ 212 και ΓΑΚ 219, 45r–47r, 174r.

·        Εκλογικοί και σχολικοί κατάλογοι Παροικιάς: 1829 και 1847.

·        Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών – ΙΤΕ, βάση γαμήλιων συμβολαίων Κυκλάδων.

·        ΦΕΚ 13Α/1864, για τον Σ. Σκιφιάνο στη Νάουσα.

·        Σπ. Ναυπλιώτης / Φωνή της Πάρου, για την προφορική παράδοση σχετικά με την Αντίπαρο.

–1700. Το παλιό Φαρμακείο. “Curriculum vitae” Α. Το κτίριο: Αποτελεί – καθέτως – το μισό του όλου κτιριακού συγκροτήματος, μαζί με την παρακείμενη εκκλησία «Άγιος Νικόλαος», που οικοδομήθηκε στις αρχές του 1600, σαν μεγάλη υστεροαναγεννησιακή κατοικία της ιερατικής και ιστορικής Οικογένειας της Πάρου, Βιτσαρά, που παρέμεινε ως το 1700. (Άλλες τρεις βυζαντινο-ενετικής μορφής κατοικίες Βιτσαρά, διασώζονται στην Παροικία.) Στη συνέχεια, με θηλυγονική προικοδότηση περιέρχεται στον Αντώνη Σκυφιάνο και στη Σύζυγό του Νικολέτα Ιωάν. Κρίσπη που και αυτοί την προικοδοτούν στη κόρη τους, Μαργαρίτα, Σύζυγο Γεωργίου Χριστιανόπουλου. Το 1834, οι Χριστιανόπουλοι, χωρίζουν την κατοικία και δίνουν στην κόρη τους Μαρούσα το βορινό τμήμα, μαζί με την εκκλησία – που είναι η προμάμμη του μέχρι σήμερα ιδιοκτήτη – και το νότιο στο γιό τους Ιάκωβο Χριστιανόπουλο, στην οικογένεια του οποίου παραμένει ως το 1896. Με αγορά του Γιάννη Γεωργ. Αργυρόπουλου, και με προικοδότηση στη κόρη του Άννα, Σύζυγο του πρώτου Φαρμακοποιού της Πάρου, Πέτρου Ιωαν. Αυλήτη, φθάνει στον εγγονό του Πέτρο Ανδρ. Αυλήτη, απ’ τον Πατέρα του Φαρμακοποιό Ανδρέα Αυλήτη. Η θέση, λόγω του υπάρχοντος ως σήμερα, παλιού πηγαδιού – από το οποίο υδρευόταν το κεντρικό τμήμα της Παροικίας – και καλυμμένο πλέον, γράφεται και λιγότερο ακούγεται «Στου Παϊζάνου το πηγάδι». Β. Το Φαρμακείο: Δημιουργήθηκε στο νότιο ισόγειο τμήμα του ιστορικού κτιρίου, από τον Πέτρο Ι. Αυλήτη, με την επωνυμία «Ο Δαμβέργης» προς τιμήν του Φαρμακοποιού Πρύτανη. Ο εσωτερικός σκελετός, μοναδικός και χαριτωμένος, που κινεί το ενδιαφέρον και την περιέργεια των περαστικών και των επισκεπτών, -που δύσκολα και στην Ευρώπη ανευρίσκεται- έχει μεταφερθεί απ’ την Ερμούπολη Σύρου, το 1900, έτος που δημιουργήθηκε το Φαρμακείο, και αποτελούσε αντίστοιχο παλαιότερα, στην ανθούσα τότε πρωτεύουσα των Κυκλάδων, στην οποία αρχικά είχε σταλεί από την Φραγκόφωνη Ευρώπη. Ο πρώτος της Πάρου Φαρμακοποιός διατήρησε το Φαρμακείο ως το 1935 και ο γιός του ως το 1970, που έκλεισε. Και στις δύο περιόδους, το Φαρμακείο χώρος αισθητικά ζεστός, αποτελούσε τη θέση συγκεντρώσεων των Γιατρών και των Επιστημόνων, που με ευγένεια τους δεχόταν πρώτα ο γενειοφόρος, Παλαμαϊκής εμφάνισης Φαρμακοποιός, και ύστερα ο χωρίς γένια πλέον ευρωπαϊκής εμφάνισης, γιός του. Την τελευταία 35ετία, κλειστό, άνοιγε μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες, για να το θαυμάσουν και να το φωτογραφίσουν οι Τουρίστες. Πηγή: Σπυρίδων. Δελ. Ναυπλιώτης Αρχιτέκτων Μηχανικός.

–1710. Χωράφι στον Έλιτα σύμπλιος παπα Σπύρος Σιφιάνος.

–1720? «Οι δολοφονίες των Αλισάφιδων»

Η οικογένεια Αλισάφη της Πάρου υπήρξε, ίσως, η πιο αρχοντική του 16ου ως και τον 18ου αι.

Πρόκριτοι με αμέτρητα εκτάρια γης, σπίτια και εκκλησιές, γεμάτα με τα οικόσημά τους. 

Στην συνέχεια η περιουσία τους περνάει στα χέρια των Μαυρογένιδων, με αγορές αλλά και επειδή παντρεύτηκαν  μεταξύ τους.

Ο Πύργος των Αλισάφιδων είναι διώροφος. Το υπόγειο που είχε ύψος τρία μέτρα , σήμερα, έχει άλατα από το νερό που υπήρχε μέσα. Το νερό της πηγής στις Πεταλούδες περνούσε  υπογείως και ανέβλυζε στο σημείο εκείνο με αποτέλεσμα η δεξαμενή να παραμένει γεμάτη. Το στρώμα του άλατος είναι πολύ μεγάλο, αυτό μας δείχνει ότι είχε  χρήση για πολλά χρόνια.

Η είσοδος στον πύργο γινόταν με ανεμόσκαλα την οποία έριχναν από την βορεινή πλευρά του πύργου και όταν ανέβαινες είχε ένα πλατύσκαλο και απέναντι έγραφε «ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΛΙΣΑΦΗΣ 1720?ή 1620? ΕΡΡΩΣΟ» προστακτική του ρήματος ρωννυμι, ένας χαιρετισμός ο οποίος χρησιμοποιείτο ως και τον 20ο αιώνα.

Μέσα αμέσως δεξιά έχει μια πολύ στενή σκάλα που ανέβαινες στον άλλο όροφο ο οποίος δεν υπάρχει πια.

 Η ιστορία του πύργου έχει ως εξής: «Ήταν ο πατέρας η μοναχοκόρη η ωραία και οι έντεκα γιοι. Ο Αλισάφης κατέβηκε μια Κυριακή να εκκλησιαστεί στην Εκατονταπυλιανή και μετά πήγε στο σπίτι του Αντώνη Χαμάρτου ο οποίος ήταν δημογέροντας. Εκείνη την ώρα έρχεται ο τούρκος εισπράκτορας των φόρων. Είδε την κόρη του Αλισάφη και την ζήτησε μέσω του Χαμάρτου. Ο Αλισάφης βέβαια, ούτε που το συζήτησε να δώσει την κόρη του σε τούρκο και γύρισε λοιπόν στο σπίτι του. Μετά από ένα μήνα, στην Πούντα ήρθαν πλοιάρια τούρκικα για να περικυκλώσουν τον πύργο, ο οποίος ήταν σε χρήση μόνο σε έκτακτες ανάγκες. Περικυκλώνουν τον πύργο αλλά οι Αλισάφιδες είχαν και τρόφιμα και νερό που ερχόταν υπογείως*. Άρχισαν την πολιορκία όμως οι τούρκοι δεν μπορούσαν να κάνουν απολύτως τίποτα, δεν μπορούσαν να ανεβούν πάνω αλλά, για την συντήρηση της ιστορίας είχαν και μια τουρκάλα υπηρεσία η οποία τους έστειλε μήνυμα από πάνω ότι μόνο αν τους κόψετε το νερό από πάνω θα παραδοθούν το οποίο και έγινε και όταν είδαν ότι κόπηκε το νερό τότε οι γιοί σκότωσαν την αδερφή και τον πατέρα τους. Μαζί τους ήταν και ο αρραβωνιαστικός της κόρης, ένας Αντιπαριώτης αρχοντόπουλο με το επώνυμο Σκιφιάνος και κατέβηκαν κάτω, σκότωσαν μερικούς τούρκους και σκοτώθηκαν και αυτοί.

Το γεγονός αυτό διαδραματίστηκε στις αρχές του 18ου αιώνα και μου το έχει αφηγηθεί ο αξιαγάπητος κ. Σπύρος Ναυπλιώτης

*Μέχρι και σήμερα υπάρχουν κεραμικοί σωλήνες που έρχονται από το κτήμα Γράβαρη ως τον πύργο.

Οικόσημο των Αλισάφη: Λέων όρθιος αριστερόστροφος που κρατά ράβδο ή δενδρύλλιο.

–1723. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 30 Ιανουαρίου 1723 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο παπά Σπυρίδος Σιφιανός.

–1724. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 13 Δεκεμβρίου 1724 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο παπά Σπυρίδος Σκιφιανός. (ΓΑΚ 212).

–1730. Σε πρακτικό πωλήσεως του φόρου της δεκάτης του κοινού Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, της 26 Ιουλίου 1730 μαρτυρείται ο παπά Σπυρίδος Σκιφιανός.

–1731. Σε δημόσιο πλειστηριασμό του κοινού της Παροικιάς, σε πρακτικό Γενικής Συνέλευσης της 1 Μαρτίου 1731 μαρτυρείται ο παπά Σπυρίδος Σκιφιανός.

–1732. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4 Ιανουαρίου 1732, αναφέρεται ο παπά Σπύρος Σκιφιανός.

–1733. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4 Ιανουαρίου 1733, αναφέρεται ο Σπυρίδος ιερεύς Σκιφιανός.

–1733. Συντάκτης εγγράφου Παροικιάς στις 21 Ιανουαρίου 1733 ο παπά Σπύρος Σιφιανός.

–1734. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 18 Ιανουαρίου 1734, αναφέρεται ο παπά Σπύρος Σκιφιανός.

–1736. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 22 Ιανουαρίου 1736, αναφέρεται ο παπά Σπύρος Σκιφιανός.

–1737. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς την 1η Μαρτίου 1737 αναφέρεται ο παπά Σπυρίδος Σκιφιανός.

–1738. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς τον Μάρτιο του 1738 αναφέρεται ο παπά Σπυρίδος Σκιφιανός.

–1738. Μαρτυρία υπερασπίσεως συμπατριώτη τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά (για αντίδραση στην συγκέντρωση της φορολογίας), κατά τη Γενική Συνέλευση από τα κοινά της Πάρου, της 16 Ιουλίου 1738, υπογράφει ο παπά Σπυρίδος Σιφιανός.

–1739. Πρακτικό εκλογής κοινοτικών επιστατών του ναού της Εκατονταπυλιανής σε Γενική Συνέλευση του κοινού της Παροικιάς στις 10 Μαρτίου 1739 αναγράφεται ο παπά Σπυρίδος Σκιφιανός.

–1739. Πρακτικό εκλογών κατά την Γεν. Συνέλευση στις 30 Αυγούστου 1739 απεσταλμένου των κοινών της Πάρου στην Κωνσταντινούπολη, εκλέγουν τον Νικόλαο Μαυρογένη, προκειμένου να διαπραγματευθεί τα οικονομικά θέματα του νησιού. Αναφέρεται ο παπά Σπύρος Σιφιανός (πρόκειται για ανορθογραφία του επιθέτου Σκιφιανός).

–1741. Για την εκλογή απεσταλμένων στην Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Παροικιάς στη Γενική συνέλευση το 1741 αναφέρεται ο παπά Σπύρος Σκιφιανός.

–1741. Εκλογή προβλεπτών υγειονομικών μέτρων από το κοινό Παροικιάς Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της 2 Μαΐου 1741, υπογράφει και ο παπά Σπυρίδος Σκιφιανός.

–1741. Τα κοινά της Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της 20 Ιουλίου 1741, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους άρχοντα Νικόλαου Μαυρογένη, εναντίων των συκοφαντών κατοίκων της Νάξου, οι οποίοι τον κατηγορούν για συνεργασία με τους πειρατές, υπογράφει και ο παπά Σπυρίδος Σκιφιανός.

–1742 Φεβρουάριος παπά Σπυρίδος Σκιφιανός.

–1742. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 1η Μαρτίου του 1742 αναφέρεται ο παπά Σπυρίδος Σκιφιανός.

–1743. Εκλογή κατά τη Γενική Συνέλευση «επιτρόπου και προβλέπτη» απεσταλμένου από τα κοινά της Πάρου, στις 20 Φεβρουαρίου 1743 αναφέρεται ο παπά Σπυρίδος Σκιφιανός.

–1747. Στη διαθήκη του σακελίου Βιτζαρά ιερέως Κωνσταντίου στις 30 Μαρτίου 1747 αναφέρεται ο αφέντης παπακυρ Σπυρίδος Σιφιανός.

–1750. Σε Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου των επτά κοινών της Πάρου (Παροικιάς, Νάουσας, Κεφάλου, Τζιπίδου, Λευκών, Μαρμάρων, Δραγουλάς) στην Κωνσταντινούπολη της 23 Αυγούστου 1750, μαρτυρείται ο ιερέας Παροικιάς Σπυρίδος Σκιφιανός.

–1752. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Παροικιάς σε Γενική Συνέλευση στις 6 Σεπτεμβρίου 1752 μαρτυρείται ο παπά Σπυρίδος Σκιφιανός.

–1813. Στις 10 Ιουνίου 1813 αναφέρεται ο Αντωνάκης Σκιφιανός.

–1824. Αναφέρεται το 1824 ο Γεωργάκης Χριστιανόπουλος και η σύζυγός του Μαργαριταράκη, κόρη του Αντωνίου Σκυφιάνου.

–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της πόλεως Παροικιάς

Σκυφιάνος Σπύρος ετών 11.

–1829. «Προικοσύμφωνο Ιωάννη Σταμ. Καμπάνη και Καλλίτζας Σκυφιάνου» Παροικιά, 3 Νοεμβρίου 1829. «Η Νικολετάκη σύζυγος Ιακ. Λαζάρου, δίδει στην κόρη της Καλλίτζα Αντων. Σκυφιάνου εν πρώτοις δύο εικονίσματα, της Παναγίας την Κοίμησιν, τον Άγιον Γεώργιον και το Γενέσιον του Προδρομου». «Και ο Ιωάν. Σταματέλου Καμπάνης έχει εις προίκαν τα ακόλουθα είδη: εν εικόνισμα τον Μέγαν Βασίλειον, έτερον τον Άγιον Βλάσιον και τον Άγιο Μοδέστρον και ένα σταυρόν σιταφένιον (=σινταφένιο, μαργαριταρένιο). (ΓΑΚ, 219, 45r-47r).

–1831. Στο προικοσύμφωνο Ζανάκη Δ. Καμπάνη και Βερετζινιώς Χριστιανοπούλου (Παροικιά, 26 Αυγούστου 1831) η μητέρα της νύφης Μαργαριταράκη χήρα Γ. Χριστιανόπουλου, κόρη του ποτέ Αντωνίου Σκυφιάνου, δίδει «την εικόνα της Μεταμορφώσεως, τον Άγιον Νικόλαον να κάμη την αρτοκλασίαν προς μνημόσυνον του πατρός και αδελφών της». (ΓΑΚ, 219, αρ. 355, 174r).

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 29χρονος υπάλληλος Σπύρος Σκιφιάνος.

–1912. Στο μνημείο πεσόντων στο Δημοτικό Σχολείο Αντιπάρου αναγράφονται ως πεσόντας του 1912-13 ο στρ. Αλεξ. Γ. Σκιφιανός.

 

Σκλάβος: ο επώνυμο Σκλάβος απαντά στην Πάρο ήδη από τις 6 Φεβρουαρίου 1630, σε πωλητήριο χωραφιού που συντάχθηκε στο Καστέλλι της Κεφάλου, στον Τζιπίδο. Στο έγγραφο αναφέρεται ο Αντώνης Σκλάβος, εγγονός του ιερέα Ιωάννη Παπαδόπουλου. (ΓΑΚ, αρχειακή μαρτυρία 1630· Παριανά Ονόματα – Επίθετα και Οικόσημα).

Σήμερα. Από το 2024 υπηρετεί στην Πάρο ο καθολικός ιερέας π. Ιωάννης Σκλάβος, με καταγωγή από την Τήνο, ως εφημέριος στην Παροικιά και τη Νάουσα.

–1630. Πώληση χωραφιού. Καστέλλι Κεφάλου, 6 Φεβρουαρίου 1630. «Ενώπιον του ιερέα Δημητρίου Λουκή και οικονόμου Κεφάλου που συνέταξε το πωλητήριο αυτό έγγραφο στο καστέλλι του Κεφάλου, στον Τζιπίδο, ο Ιωάννης Γουλιαρμή Λουκής πωλεί στον εγγονό του ιερέα Ιωάννη Παπαδόπουλο το χωράφι οπού έχει οπίσω εις το Πελιγάρδιν τους (περιβόλι), για 25 ρεάλια, που υπολογίζονταν σε 200 άσπρα, συν τον έγγειο φόρο τον Βασιλικό. Αναφέρεται και ο κυρ Ιωάννης Λουκής και ο εγγονός του Αντώνης Σκλάβος.

Το έγγραφο υπογράφουν ο Ιωάννης Παιδιάτης (ή Πεδιάτης), ο Σάββας Βουτζαράς, ο Γιάκωβος Συρίγος, ο Μιχέλης Βιτζαράς και ο Γεώργιος Μνηγού Σκορδίλης.

–2024. Από το 2024 υπηρετεί στην Πάρο ο καθολικός ιερέας π. Ιωάννης Σκλάβος, με καταγωγή από την Τήνο, ως εφημέριος στην Παροικιά και τη Νάουσα.

 

Σκλαβόπουλος: Το Σκλάβος ανάγεται στο μεσαιωνικό εθνωνυμικό Σκλάβος / Sclavus, που συνδέθηκε με τους Σλάβους και στη συνέχεια απέκτησε και τη σημασία «αιχμάλωτος/δούλος». Το -όπουλος είναι χαρακτηριστική ελληνική πατρωνυμική κατάληξη, ιδιαίτερα διαδεδομένη στην Πελοπόννησο αλλά και σε άλλες περιοχές.

–1733 Σε κληρονομικό δικαίωμα των συζύγων αναφέρεται στην Παροικιά στις 21 Ιανουαρίου 1733 σε προικοσύμφωνο του Στεφανή Σκλαβόπουλου. «Η κερά Αρμελίνα, σύζυγος του αποθανόντος Αντώνη Ρίτζου διά χάριν προικοδότησης δίδει της θυγατέρας της κερά Καλής τέσσερεις εικόνες …. Και ο Στεφανάκης Σκλαβόπουλος, μόνον την ευχή των γονέων του παίρνει. (ΓΑΚ, 212, 57)

 

Σκλαβούνος: Παρωνυμικό επώνυμο. Η οικογένεια Σκλαβούνου στην Πάρο φαίνεται ότι ήταν πολύκλαδη. Ο Νικολός Σκλαβούνος αναφέρεται στις 14 Μαΐου 1697, σε υπόθεση κατά του μοναχού Διονυσίου Σκληρού. Την ίδια περίοδο εντοπίζεται στην Πάρο και το τοπωνύμιο Σκλαβούνα, δυτικά της Νάουσας, κοντά στον μύλο του Αβράμη.

Ο Νικολός Σκλαβούνος φέρεται να καταγόταν από το Πλωμάρι της Λέσβου, όπως και η σημερινή οικογένεια Σκλαβούνου της Πάρου, χωρίς όμως να έχει τεκμηριωθεί μεταξύ τους γενεαλογικός δεσμός. Αντίθετα, ο Γεώργιος Κορφιάτης Σκλαβούνος, που αναφέρεται σε προικοσύμφωνο της Παροικιάς στις 3 Φεβρουαρίου 1824, φέρει το παρωνύμιο «Κορφιάτης», ένδειξη καταγωγής από την Κέρκυρα. Το επώνυμο Κορφιάτης μαρτυρείται ήδη από τον 17ο αιώνα. (ΓΑΚ, 215, φ. 102v · βλέπε και «Κορφιάτης»).

–1697. Στις 14 Μαΐου 1697 μαρτυρείται ο μοναχός Διονύσιος Σκληρός «αθωώνεται και απαλλάσσεται από κάθε κατηγορία που του είχε προσάψει ο Νικολός Σκλαβούνος, άνθρωπος τρελός και σχεδόν έξω φρενών…».

Τοπωνύμιο της Πάρου, Σκλαβούνα, δυτικά της Νάουσας, παρά τον μύλο του Αβράμη.

–1824. «Προικοσύμφωνο Γεώργη Κορφιάτη Σκλαβούνου και της συζύγου αυτού Μαρίας Σερφιώτη» Παροικιά, 3 Φεβρουαρίου 1824. «Ο κυρ Νικολός Κωνσταντή Σερφιώτης δίδει στην κόρη του Μαράκι διά χάριν προικός (…) τρεις αγίας εικόνας, (…), ενώ ο πατέρας του Γεώργη Σκλαβούνου δεν δίδει εικόνα» (ΓΑΚ, 215, φ. 102v)

 

Σκλέντζης: Το επώνυμο Σκλέντζης πιθανότατα είναι παρωνυμικό και συνδέεται με το ιταλικό/βενετικό Sclenza / Sclenzo.

–1718. Ο ιερομόναχος Χρύσανθος Σκλέντζης υπογράφει διαθήκη Ναούσης στις 24 Απριλίου 1718.


Σκληρός:
Το Σκληρός είναι επώνυμο που πιθανότατα ξεκίνησε ως παρωνύμιο, από το ελληνικό «σκληρός». Στην Πάρο τεκμηριώνεται ήδη από τον 17ο αιώνα, ενώ απαντά και κατά τον 18ο και 19ο αιώνα.

Η σχέση με τους βυζαντινούς Σκληρούς

Το επώνυμο είναι γνωστό από τον σημαντικό βυζαντινό οίκο των Σκληρών, οικογένεια της στρατιωτικής αριστοκρατίας της Μικράς Ασίας, με πιθανή αρμενική ή μικτή ελληνοαρμενική καταγωγή. Πρώτος γνωστός εκπρόσωπος θεωρείται ο Λέων Σκληρός, στρατηγός Πελοποννήσου το 805. Ιδιαίτερα γνωστός υπήρξε ο Βάρδας Σκληρός, ενώ από τον ίδιο οίκο προερχόταν και η Θεοφανώ, σύζυγος του Γερμανού αυτοκράτορα Όθωνα Β΄. Ωστόσο, δεν έχει μέχρι σήμερα αποδειχθεί γενεαλογική σύνδεση των Παριανών Σκληρών με τον βυζαντινό οίκο.

Οι Σκληροί στην Πάρο

Η παρουσία της οικογένειας στην Πάρο είναι ιδιαίτερα σημαντική. Στο έμμετρο ιστορικό αφήγημα «Λεηλασία της Παροικιάς της Πάρου», που αναφέρεται στην τουρκική επιδρομή του 1668, γίνεται μνεία στο αρχοντικό του Σκληρού, ένδειξη της κοινωνικής θέσης της οικογένειας στην Παροικιά.

Το 1672, ο Τζουάνες Σκληρός υπογράφει αίτημα των κατοίκων της Νάουσας προς τον Γάλλο Ιησουίτη Jacques Dinet. Το 1673, σύμφωνα με την παράδοση που διασώζει ο Σπυρίδων Δ. Ναυπλιώτης, ο Γάλλος πρέσβης Charles de Nointel φιλοξενήθηκε στο σπίτι των Σκληρών, τους οποίους χαρακτηρίζει μεταξύ των αρχόντων του νησιού. Το 1674, ο ίδιος Τζουάνες Σκληρός συγκαταλέγεται στους υπογράφοντες την παραχώρηση γης της Παροικιάς στους Ιησουίτες για μοναστήρι και σχολείο.

Η συνέχεια της οικογένειας

Η οικογένεια εξακολουθεί να εμφανίζεται σε παριανές πηγές: το 1697 αναφέρεται ο μοναχός Διονύσιος Σκληρός, το 1702 η Μαρούσα Σκληρούδαινα, ενώ το 1739 γίνεται μνημόνευση των Ιωάννη και Μαρίας Σκλήρου. Κατά τον 19ο αιώνα το επώνυμο καταγράφεται και στη Μάρμαρα.

Τα τεκμήρια δείχνουν ότι οι Σκληροί αποτελούσαν παλαιά και κοινωνικά διακεκριμένη οικογένεια της Πάρου, με παρουσία σε θρησκευτικές, κοινοτικές και κοινωνικές υποθέσεις ήδη από τον 17ο αιώνα. Η πιθανή σύνδεση με τον βυζαντινό οίκο των Σκληρών αποτελεί ενδιαφέρουσα υπόθεση, αλλά δεν μπορεί να θεωρηθεί σήμερα αποδεδειγμένη χωρίς ενδιάμεσα γενεαλογικά τεκμήρια.

–1668. Αναφορά στη λεηλασία της Παροικιάς στις 19 Μαΐου του 1668 από τον Καπλάν Πασά και Σαρδάρ. «όσοι από τοιν φόβο ήτανε χωσμένοι, εβγαίναν απ’τζη τρύπες οι καϊμένοι» και αμέσως έτρεξαν να σβήσουν τις φωτιές στο αρχοντικό του Σκληρού, που ακόμα κρατούσαν.

Πηγές

Κριαράς, Λεηλασία της Παροικιάς της Πάρου (1938) · ΓΑΚ, παριανά συμβολαιογραφικά και κοινοτικά αρχεία · Werner Seibt, Die Skleroi (1976) · PMBZ · Σπ. Δ. Ναυπλιώτης

–1672. Σε αίτημα των παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας Πατέρα της Καθολικής Εκκλησίας  Jacques Dinet για να ζητήσουν πατέρες της καθολικής εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο. «Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας, ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ ενδόξου συντροφιάς υου ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον μας πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την επιστήμην δια τους μεταγενέστερους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος άλλο δεν είναι εις όλα τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται…»

Πάρος: εν έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29) εις το παλαιόν: + Ταπεινός Μητροπολίτης Παροναξίας Μελέτιος.

Το πιο πάνω αίτημα υπογράφουν χριστιανοί, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατοίκων της Νάουσας μεταξύ άλλων και ο Τζουάνης Σκληρός.

–1673. Στις 8 Νοεμβρίου 1673 έφτασε στη Νάουσα ο πρεσβευτής της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη Κάρολος Ντε Νουαντέλ, στις 23 Δεκεμβρίου δεύτερη επίσκεψη στην Πάρο. Στην Παροικιά, στο λιμάνι τον υποδέχτηκαν 14 πλοία πειρατών «και εχαιρετίσθη δι’ όλων των τηλεβόλων». Φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Σκληρού, ενός από τους άρχοντες του νησιού. Την παραμονή των Χριστουγέννων τη θεία λειτουργεία παρακολούθησε στο Σπήλαιο της Αντιπάρου.Ήταν κάτι το συγκλονιστικό και αυθόρμητο, που δεν είχε ποτέ άλλοτε συμβή και ούτε συνέβη έκτοτε στον ελληνικό χώρο. Θύμιζαν τα πρώτα «υλοποιημένα» Χριστούγεννα του Αγίου Φραγκίσκου της Ασσίζης στα 1223 που είχε χρησιμοποιήσει φυσική σπηλιά, βράχια, ζώα και άλλα για να νιώσει περισσότερο τη γέννηση του Χριστού. Σχετική επιγραφή σε σταλαγμίτη έχει απαθανατίσει το γεγονός αυτό της παραμονής του Νουαντέλ με τη συνοδεία του στο βάθος του σπηλαίου της Αντιπάρου.

–1674. Στις 7 Μαΐου του 1674 η κοινότητα της Παροικιάς δώρισε στους Πατέρες Ιησουίτες εν Νάξο, εκ των κτημάτων του ναού της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής, οικόπεδο για την ανέγερση Μονής. «Εις δόξαν χριστού αμήν 1674 εις τας 7 του μαϊου εν καστέλιω Παροικίας οι αιδεσιμωτάτοι πατέραις εκ της συντροφίας του Ιησού, διά να κτίσουσι μοναστήρι και σκολιό, και μην ευρίσκοντας τόπον αρμόδιον διά την αυτήν υπόθεσιν, διά τούτο θέλωμεν ημείς οι κατωθεν υπογεγραμμένοι, και εις το όνομα της κοινώτητος και δίδωμεν διά έργον χάρις των άνωθε αιδεσιμωτάτων πατέρων ένα κομμάτι χωράφι από της παναγίας μας της Καταπολιανής, εις το μάκρος ποδάρια του μέτρου εκατό δέκα και εις πλάτος άλλον τόσον και εις τούτο ομπληγαρόμαιστα οπώταν εις κανένα καιρόν ήθελε σικοθή τινάς να γυρέψει δικαιώματα εις το άνωθε κομμάτι το χωράφι όπου των χαρίζωμεν να ήμαιστε ημείς ομπληγάδοι να το πληρονωμεν της παναγίας, όθεν διά το βέβαιον απογράφωμεν διά χειρίσμας και εις το όνομα της άνωθε κοινότητος.

Οικονόμος Παροικίας, σακελλάριος Παροικίας, Νικόλαος ιερεύς πρωτοπαπάς Παροικίας, Πέτρος ιερεύς Βιτζαράς, Κώστας Μαίζας, Τεμένιγος ιερεύς, παπα Ιω. Γαλανός, Ελευθέριος ιερεύς Λουρδας, Νικόλαος ιερεύς…, παπα Ιωάννης …, παπα Πέτρος Μπουλαξής, παπα Στέφανος Βυτζαράς, παπα Φραντζέσκος Βιτζαράς, Γιακουμής Πατέλας, παπα Μιχαλής Κονταράτος, Μάρκος ιερεύς, Χωροεπίσκοπος Παροικιάς, Τζουάνες Σκληρός, Νικολός Κοντίλης, Μανόλης Αλισάφης, Μιχαήλ Βιτζαράς, Νικολός Κοτίλης, Γιώργης …, Μανώλης Αλεξάκης, Φραντζέσκος Μιχαλέτος Γραμματικός, Ιω. Βιτζαράς, Ιω. Σκιάδος, Ιω. Βιτζαράς, Κωστάκης Γαλανός, Τζώρτζης Ρουτες, Ιω. Σκιάδας, Γεώργης Μαυρομάτης, Ιω. Σπυρίδος, Δημήτρης Ταργέτας, Νικολός …, Μιχελής Δημητ…, Ιω. Πατελας, Ιω. Τουτέσκος, Bartolo Rozza, Γιαννούλης Ταργέντας, Αντώνης Αλλησάφης, τζουάνες Γιράρδης, Τζώρτζης Νταμόστος, Ιω. Του μαστρο Γιάκουμου, Γιόνης Μυστράτος, Δημήτρης Μαβρομάτης, Giacomo Zellini, Domenico Ferrari, Γιάννης Ντελαγραμμάτικας, Γεώργης Τακορόνιας.

–1697. Στις 14 Μαΐου 1697 μαρτυρείται ο μοναχός Διονύσιος Σκληρός «αθωώνεται και απαλλάσσεται από κάθε κατηγορία που του είχε προσάψει ο Νικολός Σκλαβούνος, άνθρωπος τρελός και σχεδόν έξω φρενών…»

–1702. Έγγραφο 17ης Μαρτίου 1702, περιλαμβάνει «Δωρεά λιβαδιού εις την μονήν του Αγίου Αντωνίου, υπέρ μακαρίας μνήμης της Μαρούσας Σκληρούδαινας».

–1739. Στη διαθήκη της η Μαρουσάκη Τζανάκη Μαυρογένη (Παροικιά 27 Μαρτίου 1739) παραγγέλλει όπως «την ημέραν Αγίου Ελευθερίου να βάνει η Ειρήνη Βιτζαρά άλλους τέσσαρους ιερείς να λειτουργούν εις μνημόσυνον Ιωάννου και Μαρία του Σκληρού.
–19ως αιώνας στο χωριό Μάρμαρα βρίσκουμε το επίθετο Σκληρός.

Σκυφιάνος: Βλέπε Σκιφιανός

 

Σκοπελής: Η καταγραφή αποτελεί μέχρι σήμερα τεκμήριο παρουσίας του επωνύμου Σκοπελής στην Πάρο ήδη από το 1821 και συνδέει την οικογένεια με το κλίμα κινητοποίησης των Παριανών κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης.

–1821. Εν της Πάρου τη 24 Απριλίου 1821 ο συμπατριώτης σας Παναγιώτης Δ. Δημητρακόπουλος Κάτωθεν της προκηρύξεως της απευθυνθείσης εις Νάουσα σημειώνονται τα ονόματα των πρώτων προσελθόντων για να συμμετέχουν εις τον ιερό υπέρ της ελευθερίας αγώνα: Γιάννης Σκοπελής κ.α.

 

Σκοπελίτης: Το Σκοπελίτης είναι πατριδωνυμικό επώνυμο, από τη Σκόπελο (< Σκόπελ(ος) + -ίτης), δηλαδή αρχικά προσδιόριζε τον άνθρωπο που καταγόταν ή προερχόταν από τη Σκόπελο. Όπως συμβαίνει και με άλλα πατριδωνυμικά, δεν είναι απαραίτητο όλοι οι φορείς του επωνύμου να ανήκουν στον ίδιο οικογενειακό κλάδο· το κοινό στοιχείο μπορεί να ήταν ο τόπος καταγωγής.

–1719 καταγωγή από Μύκονο. Μιχάλης Σκοπελίτης, συζ Κάντιας Μάρκου Ντελέντα (προικος. Νάουσας, 6 Δεκ. 1719).

«Ο Μάρκος Ντελέντας και η σύζυγός του Ειρήνη τάζουν στη θυγατέρα τους Κάντια την εικόνα του Αγίου Νικολάου να την εορτάζουν διά ψυχικήν τους σωτηρίαν και την εικόνα της Αγίας Κυριακής».

–1720. Το 1720 στη Νάουσα ο παπά-Γεώργης Σκοπελίτης «στέργει και βεβαιώνει» έγγρ. 14ης Αυγ. 1720.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 38χρονος πλοίαρχος Σκοπελίτης Θωμάς.

 

Σκοπελίτογλος: Πατριδωνυμικό επώνυμο, πιθανότατα δηλωτικό καταγωγής από τη Σκόπελο, με την κατάληξη -όγλος, που απαντά σε επώνυμα με μικρασιατική γλωσσική επίδραση. Η μορφή του επωνύμου δεν αποδεικνύει, από μόνη της, μικρασιατική καταγωγή της οικογένειας.

–1822. Στο δημοτολόγιο του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου) το 1822, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Δημήτριος και ο Αθανάσιος Σκοπελίτογλος.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 53χρονος αλιεύς Δημήτριος Σκοπελίτογλος και ο 45χρονος αλιεύς Αθανάσιος Σκοπελίτογλος.

 

Σκορδάς: Το Σκορδάς προέρχεται από τη λέξη σκόρδο και πιθανότατα αρχικά ήταν επαγγελματικό ή περιγραφικό παρωνύμιο, για άνθρωπο που καλλιεργούσε ή πουλούσε σκόρδα. Η λέξη «σκόρδο» ανάγεται στο αρχαίο σκόροδον.

–1960-62. Διοικητής του Σταθμού Χωροφυλακής της Κοινότητας των Λευκών Πάρου από το 1960-62 ο Ιωάννης Σκορδάς από την Στερεά Ελλάδα.


Σκορδίλης ή Σκορδύλλης ή Σκορδύλης:
Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο ανάγεται στο 1642 και συνδέεται με τη Μονή Αγίου Αντωνίου στον Κέφαλο. Σε έγγραφο της 6ης Φεβρουαρίου 1642, η Μαρία, το γένος Σκορδίλη, μαζί με τον σύζυγό της Μανώλη Μακαρίτη και τον γιο της Γεώργιο Αρχολέο, προσφέρει κτήματα για την καθιέρωση του ναού του Αγίου Αντωνίου ως μοναστηριού. Το μοναστήρι παραδίδεται στον αδελφό της, τον ιερομόναχο Άνθιμο Σκορδίλη, ο οποίος αναφέρεται ως καθηγούμενος. Πρόκειται για εξαιρετικά σημαντική μαρτυρία, επειδή δείχνει ότι το επώνυμο υπήρχε στην Πάρο ήδη το 1642 και ότι μέλη της οικογένειας είχαν αποκτήσει θρησκευτική και οικονομική παρουσία στον Κέφαλο. 

Υπάρχει επίσης αναφορά σε Αναγνώστη Σκορδήλη από το 1606, σε μεταγενέστερη καταγραφή παριανών ονομάτων. Επειδή όμως το συγκεκριμένο τεκμήριο δεν έχει ακόμη διασταυρωθεί απευθείας από το πρωτότυπο, είναι ασφαλέστερο να θεωρείται παλαιότερη αναφερόμενη μαρτυρία και όχι οριστικά η πρώτη εμφάνιση του επωνύμου στην Πάρο.

Η παρουσία της οικογένειας επιβεβαιώνεται αμέσως μετά. Τον Ιανουάριο του 1645 αναφέρεται ο πρωτόπαπας Γεώργιος Σκορδίλης σε έγγραφο της Κεφάλου, ενώ στις 3 Ιουλίου 1646 ο Νικολός Σκορδίλης εμφανίζεται ως μάρτυρας σε πράξη δωρεάς χωραφιού στην Αγία Αναστασία. Το 1652 ο ιερέας Κωνσταντίνος Σκορδίλης καταγράφεται στο Καστέλλι της Παροικιάς και ο γιος του Πέρος Σκορδίλης στις Λεύκες, στο Αδελφάτο του Παναγίου Τάφου. Την ίδια περίοδο αναφέρονται επίσης Αναγνώστης και Ιωάννης Σκορδίλης στην Παροικιά.

Οι Σκορδίληδες της Κρήτης

Το επώνυμο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή συνδέεται με την ιστορική οικογένεια Σκορδύλη της Κρήτης, μία από τις σημαντικότερες οικογένειες της κρητικής αριστοκρατίας κατά τη βυζαντινή και βενετική περίοδο. Η οικογένεια είχε μεγάλη παρουσία στα Σφακιά, όπου διέθετε εκτεταμένες γαίες, και στη συνέχεια διακλαδίστηκε σε πολλές περιοχές της Κρήτης. Η σχετική μελέτη της Helene S. Pandelakis αποτελεί μία από τις σημαντικότερες σύγχρονες εργασίες για την ιστορία της οικογένειας.

Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή στη γνωστή παράδοση ότι οι Σκορδύληδες ήταν μία από τις «δώδεκα αρχοντικές οικογένειες» που εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη επί Αλεξίου Κομνηνού. Η ιστορική ύπαρξη της οικογένειας στην Κρήτη είναι βέβαιη, αλλά τα σχετικά έγγραφα περί των «δώδεκα αρχοντόπουλων» και των προνομίων τους έχουν αποτελέσει αντικείμενο ιστοριογραφικής συζήτησης. Επομένως, η παράδοση πρέπει να παρουσιάζεται ως ιστορική παράδοση με ισχυρό ιστορικό υπόβαθρο, όχι ως αδιαμφισβήτητη γενεαλογική απόδειξη.

Η Κρήτη και οι Κυκλάδες

Ιδιαίτερα σημαντικό για την περίπτωση της Πάρου είναι ότι η διασπορά των Σκορδύληδων προς τις Κυκλάδες είναι πράγματι τεκμηριωμένη. Η Pandelakis αναφέρει κλάδους της οικογένειας που εγκαταστάθηκαν σε Μήλο, Κύθηρα, Άνδρο και άλλα νησιά. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί ο Εμμανουήλ Σκορδίλης, κρητικής καταγωγής ιερέας και ζωγράφος, ο οποίος δραστηριοποιήθηκε στις Κυκλάδες κατά τον 17ο αιώνα, με σημαντικό κέντρο δράσης τη Μήλο.

Η μετακίνηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Πάρο, επειδή οι πρώτες ασφαλείς μαρτυρίες Σκορδίληδων στο νησί εμφανίζονται ακριβώς μέσα στην περίοδο του Κρητικού Πολέμου, μετά την οθωμανική κατάληψη των Χανίων το 1645. Δεν αποτελεί απόδειξη ότι ο Άνθιμος, ο Γεώργιος ή ο Κωνσταντίνος Σκορδίλης της Πάρου ήρθαν από την Κρήτη, αποτελεί όμως ένα ισχυρό ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η υπόθεση μιας κρητικής μετακίνησης προς την Πάρο γίνεται απολύτως εύλογη.

Η οικογένεια στην παριανή κοινωνία

Κατά τον 18ο και τις αρχές του 19ου αιώνα οι Σκορδίληδες δεν εμφανίζονται ως περιθωριακό επώνυμο. Μέλη της οικογένειας συμμετέχουν στα κοινοτικά πράγματα και συνδέονται με την Κέφαλο, την Παροικιά και τον Δραγουλά. Το 1816, ο Νικόλαος Σκορδίλης αναφέρεται ως προύχοντας του Δραγουλά, συμμετέχοντας μαζί με άλλους προεστούς της Πάρου σε έγγραφο σχετικό με τη Μονή Αγίου Μηνά.

Ιδιαίτερη είναι επίσης η παρουσία των Σκορδίληδων στις Λεύκες. Τα μητρώα αρρένων του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα καταγράφουν διαδοχικές γενιές Αθανάσιου, Ιωάννη, Δημητρίου, Γεωργίου, Νικολάου, Ευάγγελου και Εμμανουήλ Σκορδίλη, γεγονός που δείχνει ότι στις Λεύκες είχε διαμορφωθεί ένας μεγάλος και πολυκλαδικός κλάδος της οικογένειας.

Παράλληλα, από τον 19ο αιώνα εμφανίζονται Σκορδίληδες στη Μάρπησσα, την Ερμούπολη, την Αθήνα και τον Πειραιά. Στη Σύρο συναντούμε βυρσοδέψες, ράπτες και ηλεκτροτεχνίτες, ενώ το 1898 ο Ιωάννης Α. Σκορδίλης ήταν γραμματέας παριανού συλλόγου και το 1920 ο Ευάγγελος Σκορδίλης συγκαταλέγεται στους ιδρυτές του «Εν Πειραιεί Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου». Το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών καταγράφει επίσης τον Γεώργιο Σκορδίλη, γεννημένο στην Πάρο το 1811, ο οποίος ακολούθησε σταδιοδρομία στην εκπαίδευση και το 1834 υπηρετούσε ως δάσκαλος.

Η σημασία του επωνύμου

Η ετυμολογία του ονόματος δεν πρέπει να αποδοθεί απλοϊκά ως «σκόρδο». Σε λεξικογραφικές καταγραφές προτείνεται σύνδεση με το μεσαιωνικό «σκορδύλη», ονομασία ζώου των βάλτων. Υπάρχει παράλληλα παλαιότερη παράδοση που συνδέει το οικογενειακό όνομα και το οικόσημο με το σκόρδο, όμως αυτή δεν αρκεί για ασφαλή γλωσσολογική ερμηνεία.

Συμπέρασμα

Οι Σκορδίληδες ή Σκορδύληδες αποτελούν μία από τις παλαιότερες οικογένειες που τεκμηριώνονται στην Πάρο. Η παρουσία τους μπορεί να αποδειχθεί με ασφάλεια ήδη από το 1642, στη Μονή Αγίου Αντωνίου Κεφάλου, και συνεχίζεται αδιάλειπτα σε διαφορετικές περιοχές του νησιού κατά τους επόμενους αιώνες.

Η σύνδεση με την ιστορική οικογένεια των Σκορδύληδων της Κρήτης παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η κρητική οικογένεια είναι ιστορικά τεκμηριωμένη και υπάρχουν ανεξάρτητες μαρτυρίες για τη διασπορά κλάδων της στις Κυκλάδες κατά τον 17ο αιώνα. Δεν έχει όμως μέχρι σήμερα εντοπιστεί το συγκεκριμένο γενεαλογικό τεκμήριο που να συνδέει τον παριανό κλάδο του 17ου αιώνα με συγκεκριμένο κλάδο των Σκορδύληδων της Κρήτης. Η κρητική καταγωγή επομένως αποτελεί σοβαρή ιστορική υπόθεση, όχι ακόμη αποδεδειγμένη γενεαλογική συνέχεια.

Πηγές: παριανά συμβολαιογραφικά και κοινοτικά τεκμήρια· τεκμήρια της Μονής Αγίου Αντωνίου Κεφάλου· μητρώα αρρένων και δημοτολόγια Πάρου και Ερμούπολης· Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών – Πανδέκτης· Helene S. Pandelakis, «A Byzantine Twelfth Century Family in Crete: The Skordyles», Πρακτικά Θ΄ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Β1, 2004, σσ. 163–180· Παναγιώτα Τζιβάρα, μελέτες για τους βυζαντινούς «αρχοντόπουλους» της Κρήτης.

–1606. Προικοσύμφωνο Πέτρου Αντ. Κυρίτζη και Καλής Τζ. Μαυροϊωάννη. Κέφαλος, Μάρμαρα 20 Οκτωβρίου 1606.

«+Εν ονόματι του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού αμήν. Έτει από της ενσάρκου του Χριστού οικονομίας, 1606 Οκτωμβρίω 20 εν τη νήσω Πάρω εν Καστελλιώ Κεφάλω εις χωρίον λεγόμενον Μάρμαρα εις τον οίκον του κυρ Τζανή Μαυροϊωάννη συμφωνία υπανδρείας ποιούν αμφότερα τα δύο μέρη το έν μέρος ο κυρ Τζανής Μαυροϊωάννης και το έτερον μέρος ο μαστρ’ Αντώνης Κυρίτζης με γνώμην και βούλησην των συμβίων τους ο μέν διά να πάρη του άνωθεν μαστρ’ Αντώνη ο υιός ονόματι Πέτρος την θυγατέρα του άνωθεν κυρ Τζανή ονόματι Καλή διά γυναίκαν του νόμιμην και ευλογητικήν καθώς ορίζει η αγία του Χριστού Εκκλησία, πρώτον τάζει ο ρηθείς κύρ Τζανής προς την αυτού θυγατέρα, διά χάριν προικός, πρώτον μέν σπίτι να του αφήση πλησίον του μαστρο Ιωάννη Καρπούζη με το να κτίσουν μαζί με τον μαστρ’ Αντώνη ακόμη και το μαγαζέ πλησίον του κυρ Κωνσταντή Σκορδίλη και αυτό εδικόν των, το αμπέλι το μισό πλησίον του κύρ Μιχάλη Νταμιράλια και το μισό πατητήρι, φυλάσσοντας το ποτιστικό στην Βρύση το χωράφι ως καθώς ευρίσκεται πλησίον κύρ Μιχάλης Νταμιράλια και κύρ Νικόλαος Αρμπάς, με ελιές, με ρουδιές με όλα τα δέντρα και αυτό εδικόν της. Εις τον Χοιρόλακον το χωράφι πλησίον του κυρ Μάρκου Νταμιράλια ως καθώς ευρίσκεται εις τον Αντικέφαλον το χωράφι ως καθώς ευρίσκεται πλησίον κύρ Γεώργης Σκορδίλης. Ακόμη εις τον αυτόν τόπον απόξω ως ευρίσκεται εμισό την Βλυχάδα το χωράφι πλησίον του κύρ Χρούση Μουδάτζου. Ακόμη εκεί κοντά το χωράφι όπου έχω απέ τον κύρ Ροδ… πλησίον παπά Μανουήλ Λιπράντος, ακόμη από … στου άνωθεν κύρ Φραγκούλη τον κήπον έτερον κομμάτι και αυτό εδικόν της. Παπλώματα τέσσερα, μαξωτά δύο, ένα κόκκινο και ένα πετζάντο και δύο λινά… άσπρο, σεντόνια ζυγιές πέντε, δύο… τα τρία σκλέτα, μαξιλάρια ζυγιές έξι, κουρτούνες τρείς μια… και ασπροκεντητή και έτερη σκλέτη. Χειροκουρτίνα την ουρανία τηλάρι με μαλλί και … μία σκουτέλια δύο και στανιάδες δύο, ακόμη και στάνια έτερα εννέα, λύχνος της βίδας, … κολωνάτη και … ατζαλένη … ένα χάλκωμα και την άλλη μασαρία κατά την τάξιν να μην της λείπει τίποτες, μαντήλια, μπόλιες, πετζέτες, πήχες 40, ήτοι σαράντα, πάγκον έναν, κασέλες δύο, όποιες θέλει, τραπέζι ένα, καμιζόλα κόκκινη και παγονάτζα τη νέα όπου έχει και έτερη κόκκινη εκείνη που φορεί πουστοπράτζολα φτηλάτα ζύγην μίαν, έτερα βελουδένια ζυγιές δύο, μαργαριτάρι χρυσό, 10 ήτοι δέκα, δακτυλίδια μαλαματένια, τέσσερα και έτερο σουλιτάρι μαλαματένιο, σκολαρίκια ζυγήν μίαν, τις κασέλες της που έχμε και αυτές εδικές της, πουνταρέλα ντουζίνα μισή, αγελάδα μίαν, της γαϊδάρας το πουλάρι και αν κάμη και η φοράδα πουλάρι και αυτό εδικόν της. Βουτζία τρία, ήτοι 3. Το εικονοστάσι τον Θεολόγο ήτοι της μάνας της και τούτο να εορτάζη την μίαν όποιαν θέλει. Ταύτα πάντα και την ευχήν μας. Ακόμη και το χωράφι στα Μάρμαρα πλησίον του μαστρο γαλανού μετά τον θάνατόν μας και αυτό εδικόν της.

+Από το έτερον μερος τάζει και δίνει ο ρηθείς μαστρ’ Αντώνης προς τον αυτού υιόν διά χάριν προικός το αμπέλι την φυτείαν εις τον Κάμπν πλησίον του κύρ Αλεξανδή Κυρίτζη, του αδελφούν του, εις το χωρίον του Μαρμάρου, το χωράφι του Μπονοφάτζου ως καθώς ευρίσκεται πλησίον του κύρ Ιωάννη Ρούσου φυλάσσοντας να παίρνει ο πατέρας του ένα σπιτότοπο, ακόμη ένα κοντά από κάτω να κατεβάση τον τοίχον από πέρα στη γωνία του καντουνιού του χωραφιού του Αγίου Αντωνίουνα πάγη στη γουνία στο καντούνι του Μιχάλη Σκορδίλη στο Λιβάδι το χωράφι το εμισό ως καθώς ευρίσκεται με ποτιστικά, πλησίον του Νικόλα Θολόγου Λουκή και Νικόλα Γεωργίου Ρούσου φυλάσσοντας να παίρνει ο πατέρας του στο απάνω πηγάδι ήγουν το κτίσμα να έχη ένα ποτιστικό ορδινάριο, και πάλε μετά τον θάνατόν του να είναι το εμισό δικόν του το χωράφι στα Σκημπιά πλησίον κύρ Γεώργιος Γεμελιάρης και κύρ Γεώργιος Πούλιος το χωράφι στα Λακκιά πλησίον παπα Μανουήλ Λιπράντος, ως καθώς ευρίσκεται το αλώνι στον Άγιον Γεώργιον πλησίον κύρ Γεώργιος Λέφας με μαρ… ως καθώς ευρίσκεται ακόμη και ως εκεί κοντά να κατεβάση τον τοίχον και ως το Ξυλοκερατάδι, στο Μαυρολιό την πάρτη μου που έχω απέ τον Ζαχαρία και αυτό εδικόν του, σεντόνια ζυγή μίαν κεντητή, πάπλωμα γερανιό, ένα στρώμα με το μαλλί, μαξελάρια αμπελοφύλλητα, ζυγήν μίαν, στάνια κομμάτια δώδεκα, καντηλέρι ένα, δακτυλίδι μαλαματένιο ένα…, μαντήλια δύο, ρούχα … φίνες τρείς και ένα φερετζέ ήτοι ζυγιές τρείς, δύο που έχει και έτερη να την έχη ράστη ήτοι θοταργόν του και ένα σηπέτο έδωσε ένα ήτοι … βουτζιά τρία διά την ζωστροφήν του να .. .. .. μαγέρεμα να μην του λείπη. Ταύτα πάντα και την ευχήν μας και εάν .. .. .. να τους είναι απέ του άλλου χωρίς κληρονόμον να στρέφουνται τα πράγματα εις τους πρόσιμους εδικούς έτζι είπαν και εσυνιβάστηκαν και οι δύο μερίδες με θέλημα και με καλήν τους γνώμην και όποιος ήθελεν αλληλογήσει απέ τα δυό μέρη να πέφτη εις πένα και κοντάνα της αυθεντιάς ρεάλια 8, ήτοι οκτώ, τα ήμιση της αυθεντίας και τα ήμισυ της … μερίδας, επροσκάλεσαν και παρακαλετούς και αξιοπίστους μάρτυρας τον κύρ Τζανή Σκορδίλη και κύρ Ιωάννη Παδιάτη και κύρ Νικολό Ιωάννου Ρούσσο και κύρ Γεώργη Σκορδίλη. –Πρωτοπαπάς και νοτάριος Κεφάλου με θέλημα των δύο μερίδων έγραψα και εσφάλησα. (ΓΑΚ, Κ 8ζ, Συλλ. Ζερλέντη).

–1611. Στις 28 Απριλίου 1611. Αγορά του αγρού του Μιχαήλ Σκορδίλη.

–1614. Σε έγγραφο Μαρμάρων σχετικά με τον Άγιο Αντώνιο. Στις 17 Δεκεμβρίου 1614. Αγορά του Νικολάου Σκορδίλη.

–1618. Πρωτόπαπας Μαρμάρων ο Κωνσταντίνος Σκορδίλης, αναφέρεται σε επιγραφεί του ενοριακού ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου στα Μάρμαρα «1618», με έξοδα του παπα-Κωνσταντίνου Σκορδίλη και της πρεσβυτέρας του Βασιλικής στα 1618.

–1624. Πρωτόπαπας Μαρμάρων ο Κωνσταντίνος Σκορδίλης, υπογράφει το γράμμα των κατοίκων Μαρμάρων και Τσιπίδου στις 3 Ιουνίου 1624.

–1626. Στις 27 Μαΐου 1626 αναφέρεται ο ιερομόναχος Νεόφυτος Σκορδίλης να υπογράφει βεβαιωτικό γράμμα των Κάτω Χωριών προς τους κατοίκους Πάρου, σχετικό με την Ξεχωριανής.

–1630. Πώληση χωραφιού. Καστέλλι Κεφάλου, 6 Φεβρουαρίου 1630. «Ενώπιον του ιερέα Δημητρίου Λουκή και οικονόμου Κεφάλου που συνέταξε το πωλητήριο αυτό έγγραφο στο καστέλλι του Κεφάλου, στον Τζιπίδο, ο Ιωάννης Γουλιαρμή Λουκής πωλεί στον εγγονό του ιερέα Ιωάννη Παπαδόπουλο το χωράφι οπού έχει οπίσω εις το Πελιγάρδιν τους (περιβόλι), για 25 ρεάλια, που υπολογίζονταν σε 200 άσπρα, συν τον έγγειο φόρο τον Βασιλικό.

Το έγγραφο υπογράφουν ο Ιωάννης Παιδιάτης (ή Πεδιάτης), ο Σάββας Βουτζαράς, ο Γιάκωβος Συρίγος, ο Μιχέλης Βιτζαράς και ο Γεώργιος Μνηγού Σκορδίλης.

–1632. Σε έγγραφο του Αγίου Αντωνίου Κεφάλου του 1632 αναφέρεται ο Γεώργιος Νικ.Σκορδίλης.

–1633. Πρωτόπαπας Μαρμάρων ο Κωνσταντίνος Σκορδίλης, αναφέρεται ότι κατείχε το οφίκιο το 1633.

–1633. Ειρήνη Θυγατέρα Νικολού Τραχηνού ιδιοκτήτρια ναού το 1633. «Προσηλώνει τον ναό [ποιον?] στην εκκλησία του πρωτοπαππά Κνσταντίνου Σκορδίλη». Επιγραφή σε πλάκα που υπάρχει στην αυλή της Αγίας Μονής, μεταφερμένη από αλλού, από άλλο ναό: ΑΧ+ΛΓ(=1633). Επροσήλωσε η Ερήνη του Νικολού Τραχηνού / θυγάτηρ τον παρόν ναόν στην εκκλησία / εμού του παπα Κωνσταντίνου Σκορδίλη και πρωτοπαπά.

Η εκκλησία που αναφέρει η επιγραφή, και ήταν ιδιοκτησία του παπα-Κωνστντίνου Σκορδίλη, προφανώς θα ήταν ο ναός της Παναγιάς Θαλασσινής (άγνωστο που βρισκόταν), όπως μαρτυρεί επιγραφή του 1618, που είναι εντοιχισμένη στον τοίχο του περιβόλου του ενοριακού ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου στα Μάρμαρα.

–1639. Ιερομόναχος Άνθιμος Σκορδίλης στην Μονή του Αγ. Αντωνίου το 1639. Το επώνυμο Σκορδίλης το συναντούμε και σε άλλες επιγραφές της Πάρου. Συνηθίζεται και σε άλλα νησιά του Αιγαίου και στην Κρήτη.

–1642. Σε έγγραφο του Αγίου Αντωνίου Κεφάλου στις 6 Φεβρουαρίου 1642 αναφέρει. «προσήλωσις κτημάτων εκ μέρους της Μαρίας, το γένος Σκορδίλη και συζύγου του Μανώλη Μακαρίτη και υιού αυτής Γεωργίου Αρχολέου και καθοσίωσις του Ναού του οσίου Αντωνίου εις Μοναστήριον διαπιστευθέν εις τον αδελφόν αυτής τον και καθηγούμενον παπά Άνθιμον Σκορδίλην». Το έγγραφο υπογράφουν: ο Μητροπολήτης Παροναξίας Νικόδημος, ο ηγούμενος Άνθιμος Σκορδίλης, οι ιερομόναχοι Μακάριος Καλογεράς και Δαμασκηνός Ντόριας, ο ιεροδιάκονος Χρύσανθος Στέλλας, οι μοναχοί Ιωακείμ του Λαρέντζου και Νικόδημος Γεωργίου Σιφναίος.

–1645. Ο πρωτόπαπας Γεώργιος Σκορδίλης αναφέρεται σε έγγραφο Κεφάλου τον Ιανουάριο του 1645.

–1646. Έγγραφο δωρεάς χωραφιού στις 3 Ιουλίου 1646. Ενώπιον του Νικολάου Σιδεράκη που συνέταξε το έγγραφο και μαρτυρούντων των Νικολού Σκορδίλη και Νικόλα Πορταλαμιού, ο Ιωάννης Νικολού Μεσαρίτης «αφήνει» (δωρίζει) στον συμπέθερό του ιερέα Ιωάννη Παπαδόπουλο ένα χωράφι στην Αγία Αναστασία, που το μοιράζει στα τρια. Τα δυο στα παιδιά του Νικολό και Γιώργη και το τρίτο στον παπα Παπαδόπουλο.

–1652. Ιερομόναχος Άνθιμος Σκορδίλης. Πρώτος ηγούμενος της μονής του Αγίου Αντωνίου Κεφάλου.

–1652. Στο Καστέλλιο Παροικιάς στις 11 Απριλίου 1652 αναφέρεται ο Ιερέας Κωνσταντίνος Σκορδίλης, πατέρας του Πέρου Σκορδίλη, μέλους του Αδερφάτου του Πανάγιου Τάφου στις Λεύκες.

–1652. Ίδρυση στην Πάρο αγιοταφίτικου μετοχίου κατά το έτος 1652.

Της Πάρου αδελφάτα «Χώρα Άγουσα»

+Αναγνώστης Σκορδίλης, η γυνή Κωνσταντίνα.

+Ιωάννης Σκορδίλης, του Διανέζη και Κολοβούς.

–1652. Ίδρυση στην Πάρο αγιοταφίτικου μετοχίου κατά το έτος 1652.

Της Πάρου αδελφάτα «Χωρίο Λεύκες»

+Πέρος Σκορδίλης του Κωνσταντή ιερέως, Βασιλικής, η γυνή Καλή, υιός Κωνσταντής.

–1663. Δωρεά κληροδοτήματος μοναχής Καλήστρατης στου πατέρες Ιησουήτες ARSI, Gallia 105, 1 φ. 457.

Εις δόξαν Χριστού αμήν 1663 ιούλιος 11.

Έστοντας και ποτέ λυρά Καλήστρατη μοναχή και να αφήση δια την ψυχήν της στα μοναστήρια του αγίου όρους ήγουν στην λάβραν και στην ασημόπετραν δυο σπιτια κατώγια με το εκλησιαδάκι του μέγαν Ταξιάρχην και με τα δικαιώματά των απόξω από το υγιαλόν και να των αφήση και 12 γρόσια να πλερόνουσι χαράτζι της αφεντίας και νάναι σήμερον 25 χρόνοι και επέκεινα και κανείς από τα μοναστίρια να μην τα γυρέψουν μόνον εχαλασθήκασι και αφτώονται και η εκκλησία να γίνη ωσάν αχούρι και ο κόσμος να πλερόνη τόσους χρόνους τοχαράτζι και να ζημιονούμεθα εις τούτο εμάθαμε πως οι πατέρες οι γεζουίταις (Ιησουήτες) θε να έρθουνε και κτίσουνε εδώ μοναστήρι δια την ψυχήν τως ήγουν ο προεστώς πατέρας γάσπα εμανουήλ (Γασπάρο Εμμανουήλ) από την συντροφίαν του Ιησού και να πάρη και άλλους τόπους εκέι κοντά εις τα άνωθεν χαλάσματα εις τούτο εθελήσαμεν εμείς οι υποκάτωθεν υπογεγραμμένοι παπάδες και γέροντες και η επίλοιπη κομουνιτά (κοινότητα) του καστελίου αγούση (Ναούσης) και δίνομεν του αυτού πατέρα τα άνωθεν σπίτια και τα δικαιώματά τως όλα και δίνομεν τους και το χαράτζι (κεφαλικός φόρος) γρόσια 12  δια να μην τα χάνη η χώρα από την σήμερον να τα κτίση να τα κάμη ως θέλει και βούλεται ωσάν καθολικά πράγματα εδικά του να τ’άχουσιν ως τον αιώνα του αιώνος που να στέκη ο κόσμος και κανείς να μην τους τα πέρνη ποτέ και εμείς όλοι μας να τους μαντινιέρωμεν (ιτ. =συντηρούμε) τους άνωθεν πατέρες σε παντοτινόν και αναπαμένον ποσέσο (ιτ. =αναμφισβήτητη κατοχή).

Δια το αληθές γράφομεν και ιδιοχείρος μας όσοι ξεύρομεν και όσοι δεν ηξεύρομεν βάνομεν άλλους να γράψουσιν δια λόγου μας.

Παπα αντώνις στέργω τα άνωθεν (δεν αναφερεται επωνυμο)

Σκελλάριος αγούσης (Σακελλάριος Ναούσης) στέργω τα άνωθεν και επίτροπος

Παπα δημήτρις τριαντάφυλος (Τριαντάφυλλος, πρώτη μαρτυρία) στέργω και επίτροπος

Παπα νικόλαος κρουτιανός στέργω (Κορτιάνος, πρώτη μαρτυρία)

Παπα δημήτρις γαρατιάς στέργω (ίσως Γρατσίας)

Πρωτόπαπας στέργω

Γαβριήλ ιερομόναχος στέργω

Γεώργις Μοσκωνάς στέργω (Μοσχονάς, γνωστό από το 1639).

Ιωάννης σκουτάριος στέργω και επίτροπος (πρωτη μαρτυρία)

Μαστρο γληγόρις μπηρμπηνιας στέργω και επίτροπος (Πιρπινιάς ή Περπινιάς, μαρτυρείται  από το 1652)

Ανεγνώστης Σκορδήλης στέργω (Σκορδίλης, γνωστό από το 1606 )

Παπα Θεόδωρος στέργω

Κωνσταντής Μοστράτος στέργω (μαρτυρείται από το 1658)

Παπα Τζάνες Καλέργης στέργω (μαρτυρείται από το 1652)

Παπα Χριστόφορος στέργω

Γιαννούλης Μπρούτος στέργω (μαρτυρείται από το 1658)

Νικόλα Μαραπότζο στέργω (πρώτη μαρτυρία, γνωστό ως τον 19ο αι.)

Αποστόλης Ραγούσης στέργω (μαρτυρείται από το 1501)

Ανδρέας Ακριβός στέργω (μαρτυρείται από το 1613 μέχρι τον 18ο αι.)

Βασίλης Σαλονικαίος στέργω (μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 18ο αι.)

Δημήτρης Μαλατέστας στέργω (μαρτυρείται από το 1610)

Μιχέλης Ακριβός στέργω (μαρτυρείται από το 1613 μέχρι τον 18ο αι.)

Γεώργις Πιρπηνιάς στέργω (μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 19ο αι.)

Δομένεγος Μεδρινός στέργω (Μενδρινός, μαρτυρείται από το 1602)

Τζόρτζης Μαρκαδιάντος στέργω (Πρώτη αναφορά, γνωστό μέχρι τον 19ο αι.)

Νικόλας Κουρτιάνος στέργω (πρώτη αναφορά)

Γεώργις Φωκάνας στέργω (ίσως Φωκιανός)

Ανεγνώστης Μπελόνιας στέργω (πρώτη αναφορά, γνωστό μέχρι τον 20ο αι.)

Γεώργις Μαλατέστας στέργω

Τζανίς Μαλατέστας στέργω (γνωστό από το 1610)

Φρατζέσκος Καλέργης στέργω (Καλλέργης, γνωστό από το 1652)

Ιωάννης Ραγούσης στέργω (γνωστό από το 1501)

Ιωάννης Γρατσίας στέργω (πρώτη μαρτυρία)

Γεώργιος Σαλονικαίος (μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 18ο αι.)

 και νοτάριος του καστελίου Άγουσας (Νάουσας) έγραψαμεν με θέλημα της κομουνιτάς και στερεώνω τα άνωθεν και τα όπισθεν.

–1665. Ο οικονόμος Γεώργιος Σκορδίλης αναφέρεται σε έγγραφο Κεφάλου στις 30 Μαρτίου 1665 ως οικονόμος Κεφάλου.

–1672. Στην περιοχή Μάρπησσας. Προικοσύμφωνο Γ. Άσου και Περτουμίας Σκορδίλη (Τζιπίδος 21 Οκτ. 1672) «ακόμη και το χωράφι στην Κερά, σύμπλιο Φραγία Βυτζιμάνου».

–1673. Στις 6 Ιανουαρίου 1673 αναφέρεται ο μοναχός Τιμόθεος Σκορδίλης, βρήκε το μετόχιο του Προδρόμου, λόγω θανάτου του εκεί αδερφού «παπακυρ-Δανιήλ», έρημο το παρέδωσε δε στον ιερομόναχο Κάλλιστο Νταρμάρο, ιδιοκτήτη της μονής Ταξιάρχου Μιχαήλ (Ταξιαρχάκι) με τα ακίνητα και κινητά του μετοχίου. Σε γράμμα του δε στις 6 Ιανουαρίου 1673, ο τιμόθεος Σκορδίλης αναφέρει ότι ο ανωτέρω Κάλλιστος προτίθεται να προσηλώσει στη μονή Διονυσίου και το Ταξιαρχάκι, στην τοποθεσία Κορμός, νοτιοανατολικά της Παροικιάς, στην πλαγιά.

–1674. Το 1674 αναφέρεται σε έγγραφο η Παπαδιά οικονόμου Γεώργη Σκορδίλη.

–1676. Ο ιερέας Κωνσταντίνος Σκορδίλης αφαιρετής εικόνας της Παναγίας του Πάθους στο τέμπλο του ενοριακού ναού Αγίου Παντελεήμονα Κώστου το έτος 1676. Την ίδια χρονολογία μαρτυρείται η πρεσβυτέρα του Φλορέντζα Σκορδίλη και ο γιός του ιερέα, Λευτέρης Σκορδίλης. «Δέησις του δούλου του Θεού Κονσταντί ιερέος Σκορδίλι κ(αι) της πρεσβυτέρ(ας) Φλορέντζας κ(αι) του τέκνου Λεφθέρι αχοστ’ (=1676)».

–1681. Οικονόμος Κεφάλου αναφέρεται ο Γεώργιος Σκορδίλης.

–1684. Ο πρωτόπαπας Γεώργιος Σκορδίλης αναφέρεται σε έγγραφο Κεφάλου στις 8 Μαρτίου 1684.

–1686 τον Άνθιμο Σκορδίλη ηγούμενο του Αγίου Αντωνίου διεδέχθη εις την ηγουμενία ο Αθανάσιος Σκορδίλης, τον οποίο βρίσκουμε το 1686 να συντάσσει την διαθήκη του.

–1687. Ιεροδιάκονος Αθανάσιος Σκορδίλης, ηγούμενος της μονής Αγίου Αντωνίου Κεφάλου, μαρτυρείται σε έγγραφα του 1687.

–1690. Μοναχή Μακαρία Νικολάου Σκορδίλη σε κατάλογο εγγράφων του οσίου Αντωνίου στις 21 Σεπτεμβρίου 1690. Είχε κληροδοτήσει κτήματα υπέρ της μονής του αγίου Αντωνίου, κατά την διαθήκη της στις 21 Σεπτεμβρίου 1690.

–1692. Ο πρωτονοτάριος και Ιερομόναχος Κεφάλου Γρηγόριος Σκορδίλης συντάσσει έγγραφο Μαρμάρων στις 3 Νοεμβρίου 1692.

–1696. Το 1696 ο «ηγούμενος του Αγίου Αντωνίου ιερομόναχος Χρύσανθος Στέλλας πωλεί του Γεωργάκη Παπαλεού το σπίτι που έχει αγορά από την Καλή Σκορδίλη».

–1696. Το 1696 μνημονεύεται στο μετόχι της Ξεχωριανής ο ιερομόναχος Νεόφυτος Σκορδίλης. Στις 20 Δεκεμβρίου του 1697 ο ιερομόναχος Νεόφυτος Σκορδίλης από τον Τσιπίδο, αφιερώνεται στη μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου της Πάτμου και γίνεται οικονόμος της Παναγίας Ξεχωριανής, «από της 1697 θέλει πιάσει το μετόχι ο άνωθεν παπακυρ-Νεόφυτος να τρέχει απάνω του. Την σήμερον θέλοντας καγώ Νεόφυτος ιερομόναχος Σκορδίλης μετά ιδίας μου βουλής (…) κάνοντας την παρόν προσήλωσιν και αφιερώνομαι εις το μοναστήρι της Πάτμου του Ευαγγελιστού Ιωάννου και βάνω την μετάνοιά μου ως και η λοιπή Αδελφότητα…»

–1704. Ο πρωτονοτάριος και Ιερομόναχος Κεφάλου Γρηγόριος Σκορδίλης αναφέρεται σε έγγραφο του οσίου Αντωνίου τον Ιανουάριο του 1704.

–1706. Πάκτωση της Ευαγγελίστριας από τον ιερομόναχο Νεόφυτο Σκορδίλη (10 Δεκ. 1706).

–1710. Σακελλάριος, οικονόμος Αντώνιος Σκορδίλης υπογράφει έγγραφο Κεφάλου στις 2 Ιουνίου 1710.

–1711. Σε έγγραφο Τσιπίδου της 9ης Ιαν. 1711 « ανταλλαγή κτημάτων του Νικολάου ιερέως Σκορδίλη και του Γιώργη παπά-Μιχάλη Μηλέου.

–1711. Περιοχή Παροικιάς (Πηγαδάκι) Προικοσύμφωνο Νικολάου Αλιφάφη και Μαρκετάκης Μενδρινού, Μάρμαρα 8 Σεπτ. 1711. Οι Άγιοι Ανάργυροι, ναός και γειτονιά της Παροικιάς, κοντά στο ποτάμι. Το υπογράφει ο ιεροδιάκονος, αδερφός της Μαρκέτας Μενδρινός Αρσένιος του Γεωργίου. Το προικοσύμφωνο υπογραφουν και οι: Σακέλλιος Κεφάλου, ο Γεωργάκης Αλλησάφης, ο Αντώνιος Καμοσανός, ο Γιεώργης Μαυρογιένης, ο Μαρής Μενδρινός και ο Πέτρος Σκορδίλης.

–1714 Αύγουστος 9, Πάρος Μάρμαρα. Έδωσε εξοφλητικόν και σωστόν λογαριασμόν ο παπά-Μιχάλης Τζανιάς της Κοινότης Μαρμάρου διά το κατάστιχον που εσύναξε της απερασμένης χρονιάς (το 1713) και δεν έχει να δώσει της Κοινότης μοναχά ρεάλια τρία ήμισυ και δώνοντας τα μένει είσαι καθάριον και σωστόν λογαριασμόν και δια το βέβαιον υπογράφουν οι προεστοί υποχειρός τους, σακελλάριος Κεφάλου Σκορδίλης, Αλέξανδρος Καμπάνης, Τζανής Μπιζάς, Πρωτοπαπάς Κεφάλου, Ο σακελλίος Κεφάλου, Παπά-Αντώνης Συρίγος επίτροπος.

–1714. Πώληση χωραφιού, Καστέλλι Κεφάλου, Τζιπίδος 1714, Δεκεμβρίου 12. Ο Πέτρος Σκορδίλης πωλεί στον Δημήτριο Μονόπατο το χωράφι στον Τζικαλά (Τσουκαλά) που έχει αγορά από τον Μιχάλη Ροζάκη. Έγγαρφο μαρτυρούντος του παπα Μιχαήλ Στάμενα.

–1716. Σε πρακτικό εκλογής νοταρίου – καγκελαρίου από το κοινό της Παροικιάς στη Γενική Συνέλευση της 14 Ιανουαρίου 1716, μαρτυρείται ο ντοτόρες Ιωάννης Σκορδίλης.

–1717. Σε προικοσύμφωνο Γ. Χειλά και Μαρκεζίνης Ροδαίου (Καστέλλι Νάουσας 21 Οκτ. 1717) «το χωράφι της Παράσκαινας σύμλιον Γεωργάκης Σκορδίλης».
–1718. Στις 26 Ιουνίου 1718 αναφέρεται ο ιερέας Νεόφυτος Σκορδίλης.

–1720. Το 1720 αναφέρεται η Μαρία πρεσβυτέρα ιερέα Κωνσταντίνου Σκορδίλη.

–1720. Το 1720 μνημονεύεται ο Οικονόμος Αντώνιος Σκορδίλης, εφημέριος Μαρμάρων. Με δαπάνες και συνδρομή του έγινε η μαρμαρόστρωση του εδάφους του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και του Τιμίου Προδρόμου στα Μάρμαρα. Σχετική επιγραφή σε μαρμάρινη πλάκα του δαπέδου του μεσαίου κλίτους διαιωνίζει το έργο. «Εστρώθη το έδαφος δι’εξόδου και συνδομής του δούλου του Θεού Αντωνίου ιερέως του Σκορδίλη και οικονόμου Κεφάλου εις μνημόσυνον της [συμβίας] αυτού και δούλης του Θεού Μαργαρίτας πρεσβυτέρας της προκεκοιμημένης 1720».

–1722. Πώληση χωραφιού. Τζιπίδος, 6 Ιανουαρίου 1722.

Ενώπιον του ιερέως Θοδωρή Παπαδόπουλου, χαρτοφύλακα Κεφάλου, που συνέταξε το έγγραφο και μαρτυρεί και των μαρτύρων πάπα Σταυριανού Παπαδόπουλου, ιερομονάχου Ανθίμου Κονταράτου και Ιωάννη Τζουμπά, ο ανωτέρο ιερεύς Σταυριανός Παπαδόπουλος πωλεί στον Αναγνώστη Παπαδόπουλο «το χωράφι που έχει πουρκίν ή άνωθεν κερά Παπαδιά εις τόπον καλούμενον στην Περιβόλα» για 10 ρεάλια.

Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ο Σκορδίλης Γεώργιος και ο Μονόπατος Σταμάτης με συμβιον χωράφια.

–1722. Σε έγγραφο πώλησης περιβολιού στη Μύκονο της 26ης Ιουνίου 1722, έτος προαγωγής του σε αρχιεπίσκοπο Τήνου, ο Αρσένιος Μαρμαρηνός φέρει το επών. Μενδρινός και ο διάδοχος του Αρσενίου Κύριλλος (1736-1742) το ίδιο επώνυμο έφερε. Το έγγραφο υπογραφουν ως μάρτυρες οι: Οικονόμος Παροικιάς Αλλησάφης, Ιωάννης Σκορδίλης και ο σκιεβοφύλαξ Παροικιάς Ντεφεράρης (Δαφερέρας).

–1723. Σε προικοσύμφωνο Νάουσας 7 Φεβρ. 1723 «το οποίον ευρίσκεται εν τη θέσει του Χρυσοστόμου πλησίον Γεωργάκη Σκορδίλη».

–1726. Ο σακελλάριος και οικονόμος Μαρμάρων Αντώνιος Σκορδίλης υπογράφει έγγραφο Κεφάλου στις 13 Ιουλίου 1726.

–1728. Πώληση εργαστηρακίου. Τζιπίδος 1728, Ιουλίου 7. Ενώπιον του ιερέως, σκευοφύλακος Κεφάλου και επιτρόπου Τζιπίδου Κωνσταντίνου Παλαιολόγου που συνέταξε το έγγραφο, με μάρτυρες τον Ιωάννη Μαύρο και τον Αντώνιο Παλαιολόγο καθώς και τον συντάξαντα το πωλητήριο, ο Μιχέλης Μελανίτης πωλεί στον μαστρο Ντεμένεγο Σκορδίλη το αργαστηράκι που έχει στον Άγιον Ηλία δια ρεάλια 5. Υ.Γ. ο Άγιος Ηλίας είναι σήμερα η εκκλησία της Παναγίας Ηλιώτισσας στην Μάρπησσα.

–1729. Ο σακελλάριος και οικονόμος Μαρμάρων Αντώνιος Σκορδίλης συντάσει έγγραφο Κεφάλου στις 6 Οκτωβρίου 1729.

–1729. Ο ιερομόναχος Μελέτιος Μεσαρίτης ως καθηγούμενος υπογράφει τη διαθήκη του Γεωργίου Σκορδίλη, Νάουσα, 5 Σεπτεμβρίου 1729.

–1730. Χωράφι Βορνά Λειβάδια από το Φλωρεντζάκι Σκορδίλη.

–1730. Ηγούμενος του μοναστηριού Αγίου Αντωνίου Κεφάλου το 1730 ο Διονύσιος Σκορδίλης.

–1731. Σε έγγραφο Παροικιάς στις 14 Ιουνίου 1731, γράφεται: «Αγορά Βασιλείου Αλισάφη από τον δοτόρε Σκορδίλη Νικόλαο…».

–1732. Τα κοινά της Πάρου με γράμμα τους της 17 Ιανουαρίου 1732, προς τον δραγουμάνο Γεώργιο Ραμαδάνη, τον παρακαλούν να φροντίσει, όπως η φορολογία του νησιού τους ανατεθεί στους δικούς τους επιτρόπους και αποτρέψει την αποστολή ξένου βοεβόδα. Μαρτυρείται ο εγγεγραμμένος Μανώλης Σκορδίλης, επίτροπος Μαρμάρων.

–1733. Το 1733 ηγούμενος της μονής του Αγίου Αντωνίου Κεφάλου αναλαμβάνει ο Διονύσιος Σκορδίλης. Επιγραφή επί του Κιβωρίου της Αγίας Τράπεζας: «Ετελειώθη κ(αι) ιστορήθη το παρόν διά συνδρομής κ(αί) εξόδου του πανοσιωτάτου αγίου προηγουμένου κυρίου κύρ Διονυσίου Σκορδίλη. Εύχεστε. Έτος 1733.»

–1733. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4 Ιανουαρίου 1733, αναφέρεται ο Αντώνης Σκορδίλης.

–1734. Εκλογή εκπροσώπων των  κοινών της Πάρου για να διευθετήσει σοβαρό θέμα με «Επιδρομή πειρατών». Σε έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης στις 6 Αυγούστου 1734 αναφέρεται ο επίτροπος Μαρμάρων Μανώλης Σκορδίλης.

–1738. Μαρτυρία υπερασπίσεως συμπατριώτη τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά (για αντίδραση στην συγκέντρωση της φορολογίας), κατά τη Γενική Συνέλευση από τα κοινά της Πάρου, της 16 Ιουλίου 1738, υπογράφει ο Αντώνης Σκορδίλης από την Παροικιά, ο οικονόμος Μαρμάρων Σκορδίλης, ο Ιωάννης Σκορδίλης από το κοινό των Μαρμάρων και ο Ντομένεγος Σκορδίλης από το κοινό του Τζιπίδου.

–1739. Πρακτικό εκλογής κοινοτικών επιστατών του ναού της Εκατονταπυλιανής σε Γενική Συνέλευση του κοινού της Παροικιάς στις 10 Μαρτίου 1739 αναγράφεται ο Αντώνιος Σκορδίλης.

–1739. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 14 Απριλίου του 1739 αναφέρεται ο Αντώνης Σκορδίλης.

–1739. Πρακτικό εκλογών κατά την Γεν. Συνέλευση στις 30 Αυγούστου 1739 απεσταλμένου των κοινών της Πάρου στην Κωνσταντινούπολη, εκλέγουν τον Νικόλαο Μαυρογένη, προκειμένου να διαπραγματευθεί τα οικονομικά θέματα του νησιού. Αναφέρεται ο επίτροπος Κεφάλου Μανώλης Σκορδίλης.

–1740. Σε έγγραφο του 1740 της οικ. Βατιμπέλλα αναφέρει "Νήσος Πάρος Καστελιω εις τα 1740 νέο 3 Ιανουαρίου ημέρα Κυριακή και ώρα 3 της ημέρας. Ήλθασι εις την Νάουσα τέσσερις λεβέντες αρματωμένοι από το μπαστιμέντο του Καπετάν Φραγκίσκου Μαρία κοματάντε μίαν πουλάκα αρματωμένη εις την αμάχη με πατιέρα της Μάλτας οι άνθρωποι όπου ήλθαν ήτον ένας σαρτζελτές, το όνομά του Μπορταλαμαίος, με άλλους τρείς αρματωμένους και ερισαλτάρασι με δύναμιν των αρμάτων των επάνω εις το σπίτι του Σιόρ Κονσούλου των Εγγλέζων ονοματισμένος Σιόρ Νικολός Βατιμπέλλας. Και αυτός θεωρόντας του με τα άρματα και ξεσαθωμένοι εσφαλίκτη μέσα εις την κάμαράν του και αυτοί ψάχνοντας του και τον έβγαλαν από μέσα, τον εκατέβασαν κάτω σύροντας τον ώσαν κατάδικον και τα κοπέλλια του θεωρόντας την τόσην καταδίκην όπου του έκανα, αρμπούρισαν την παντιέρα του Βασιλέως της Εγγλιτέρας διά να διαφεντευθή και εφανέρωσαν και την διαφέντευσιν του Βασιλέως της Φράντζας δια τα καλά μέριτα του μακαρίτου πατρός του εφανέρωσαν και τις διαφέντεψες ιδικές των και με όλα αυτά από τον νούν των δεν επέρασαν μόνον το επήραν ως κατάδικον ξεσκισμένον και τον επήγαν ξεσπαθωμένοι μέσα εις την Παρκιά και εγύρευσαν καιρόν να τον σκοτώσουν, μα τον ακολούθησαν κόσμος πολύς και δεν ευρίσκαν άδειαν να κάμουν την όρεξιν τους, και πηγαινάμενοι εις την Παρκιάν αν δεν ήθελεν ευρεθή εις το Πόρτο ο Καπετάν Λούης Γζιπέτρος από το Σαν Τραπέ και ο καπετάν Αντώνιος Μαρτίν από το Σαν Τραπέ καπετάνιος εις ένα καράβι και ο καπετάν Κάρλος και ο καπετάν Τζουάνες αν ήθελαν λείψει αυτοί δεν ηξεύρομεν το τέλος όπου είχαν να πράξουν χωρίς κανένα νιτερέσσο και εις τούτο δίνομεν την παρόν μαρτυρίαν εις την ψυχήν μας πως τα είδαμεν με τα μάτια μας και υπογράφουμεν εις βεβαίωσιν. Το σφραγίζομεν και με την σραγίδα της κοινότης μας.

Οικονόμος Νάουσας μαρτυρώ, Σακελλάριος Νάουσας μαρτυρώ, Σκευοφύλαξ Νάουσας μαρτυρώ, ο Προηγούμενος του Βατοπεδίου Αθανάσιος μάρτυς, Αρχιδιάκως Νεόφυτος Βατιμπέλλας μαρτυρώ ως είδα, Λοΐζος Τζιμπέρ μάρτυς. Γεώργιος Βιτσαράς μάρτυς, Γεώργιος Μαρμπαρήγος μάρτυς, Σακέλιως Ναούσης μαρτυρώ, Παπά Φραντζέσκος Νταβερώνας μαρτυρώ, Παπά Μαρίνος Ραγγούσης μαρτυρώ, Γεώργιος Νταμιραλής μαρτυρώ, Ιωάννης Τριαντάφυλλος Μαρτυρώ, Κωνσταντίνος Βατιμπέλας μαρτυρώ, Δημήτριος Αυλωνίτης μαρτυρώ, Νικόλαος Λευκαρός μαρτυρώ. Εγώ Νικολός Κανάλες μαρτυρώ, Κωνσταντίνος Σκορδίλης, Ανδρέας Βιτσαράς μαρτυρώ, Ιωάννης Μπρούτος, Τζάνες ο Καλλέργης Καντζιλάριος Ναούσης πιστώς γέγραφα"

–1741. Για την εκλογή απεσταλμένων στην Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Παροικιάς στη Γενική συνέλευση το 1741 αναφέρεται ο επίτροπος Νάουσας Σκορδίλης Κωνσταντής, επίτροπος της κοινότητος Κεφάλου Δημήτρης Σκορδίλης και ο κάτοικος Κεφάλου Νικόλαος Σκορδίλης.

–1741. Οι επίτροποι όλων των κοινών της Πάρου, με γράμμα τους, της 20 Φεβρουαρίου 1741, πληροφορούν τον δραγουμάνο Γεώργιο Ραμαδάνη, για την υποκλοπή της κοινοτικής σφραγίδας της Νάουσας, υπογράφουν, ο επίτροπος Νάουσας, Κωνσταντής Σκορδίλης και ο επίτροπος Μαρμάρων Μανώλης Σκορδίλης.

–1741. Τα κοινά της Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της 20 Ιουλίου 1741, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους άρχοντα Νικόλαου Μαυρογένη, εναντίων των συκοφαντών κατοίκων της Νάξου, οι οποίοι τον κατηγορούν για συνεργασία με τους πειρατές, υπογράφει και ο Νικολός και ο Δημήτρης Σκορδίλης επίτροπος Κεφάλου.

–1742. Σε αγορά του δοτόρ Νικολάου Σκορδίλη στις 22 Αυγούστου 1742 από την παπαδιά παπά-Πέτρου Λιπράντη εις το μοναστήρι λεγόμενο Βλογιά.

–1743. Εκλογή κατά τη Γενική Συνέλευση «επιτρόπου και προβλέπτη» απεσταλμένου από τα κοινά της Πάρου, στις 20 Φεβρουαρίου 1743 αναφέρεται ο Δημήτρης Σκορδίλης, ο Νικολός και ο οικονόμος Σκορδίλης.

–1743. Γράμμα των κοινών της Πάρου προς τον Νικόλαο Μαυρογένη στις 20 Φεβρουαρίου 1743. Οι επίτροποι των κοινών παρακαλούν τον Ν. Μαυρογένη να γίνει βοεβόδας του νησιού τους και να αναλάβει την φορολογία του, προκειμένου να αποφύγουν τον ανεπιθύμητο Μακάριο Μαλατέστα, αναφέρεται ο Δημήτρης Σκορδίλης ο οποίος παρακαλέστηκε από μέρος του χωριού Μαρμάρων να υπογράψει.

–1744. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 28 Μαρτίου του 1744 αναφέρεται ο Αντώνης Σκορδίλης.

–1744. Κατά τη Γενική Συνέλευση εκπροσώπων όλων των κοινών της Πάρου, της 6 Απριλίου 1744, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους δραγουμάνου Νικολάου Μαυρογένη, εναντίον των εις βάρος του συκοφαντιών μερικών συμπατριωτών τους, προς τις τουρκικές αρχές. υπογράφει ο Δημήτρης Σκορδίλης επίτροπος Μαρμάρων και ο Νικόλαος Σκορδίλης.

–1747. Σε πρακτικό εκλογής απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό της Παροικιάς σε Γενική Συνέλευση στις 26 Οκτωβρίου 1747 μαρτυρείται ο οικονόμος Σκορδίλης και ο Νικόλαος Σκορδίλης.

–1748. Πρακτικό πωλήσεως των φόρων του κοινού της Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, τη 1 Μαρτίου 1748, μαρτυρείται ο Αντώνης Σκορδίλης.

–1749. Επιγραφή του ναού του Αγίου Γεωργίου του πλούσιου «Δια εξόδου Αντώνιου Σκορδίλη  ιερέως 20 Μαρτίου 1749.

–1749. Σε εκλογή απεσταλμένου για την Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 12 Οκτωβρίου 1749, μαρτυρείται ο Δημήτριος Σκορδίλης.

–1750. Σε Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου των επτά κοινών της Πάρου (Παροικιάς, Νάουσας, Κεφάλου, Τζιπίδου, Λευκών, Μαρμάρων, Δραγουλάς) στην Κωνσταντινούπολη της 23 Αυγούστου 1750, μαρτυρείται ο οικονόμος Κεφάλου Σκορδίλης, ο κάτοικος Κεφάλου Νικολός Σκορδίλης και ο κάτοικος Τζιπίδου Δημήτρης Σκορδίλης.

–1752 Σε υπέρθυρο του ναού Ευαγγελισμού στο Κάστρο Παροικιάς γράφει «1752 Ο ναός ούτος ο θείος της | Παρθένου διά δαπάνης εκ βάθρων ανηγέρθη του Νικολάου Σκοριδήλη |και Μαρίας Ιουλιανής γένος εκ Βυζαντίδος συζύγου | λαμπράς εις αθάνατον μνήμηνδεκτόν γενέσθαι… Παν]αγία το θερμόν αυτών ευλαβείας ως δώρον γενόμενον| Χριστέ μου μεσήτης προς τον θεόν… και στήναι τη κρίσει τη φοβερά ως ευσπλαχνος… … φύλαξ βοηθός μου της σωτηρίας.

–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου 1755 μαρτυρείται ο Κωνσταντής Σκορδίλης από τη Νάουσα.

–Σε αφιέρωση περιουσίας στην Ξεχωριανή ο Γεώργιος ιερεύς και οικονόμος Σκορδίλης, είναι μάρτυρας της πράξης, ενώ ο Δημήτριος Σκορδίλης υπογράφει από μέρους του Κωσταντάκη Μαραμανιά και τισινβίας αυτού.

–1785. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1785 ο ιερέας Μαργαρίτης Μιχαήλ συντάσσει και υπογράφει πωλητήριο χωραφιού στον Τζιπίδου. «Ενώπιον των μαρτύρων Αντώνη Τζιγώνια, Πετράκη Καντιώτου, Γεωργίου Σκορδίλη και του ιερέως Μιχαήλ Μαργαρίτη, ο οποίος συνέταξε το έγγραφο, το κερά Μαρουσάκι γυνή ποτέ Δημητράκη Ρούσου πωλεί στον ανιψιό της χωρεπίσκοπο Άγουρο ένα κομμάτι χωράφι τοποθεμένο εις τα Φυρόγια, σύνορον Ερινάκι Ιωαννάκη Μαυρουδή θυγάτηρ για 30 γρόσια». Εκτιμητής του κτήματος ήταν ο Γεώργιος Μαούνης.

–1796. Ο εφημέριος Μαρμάρων Ευστράτιος Στάμενας και ο ηγούμενος της μονής του Αγίου Αντωνίου Άνθιμος Σκορδίλης, αναφέρονται σε έγγραφα του οσίου Αντωνίου στις 22 Ιανουαρίου 1796 να ανταλάσσουν χωράφια «εξω εις την Γλυφάδα κληρονομιάν από τον πεθερόν του σύμπλιος ο σιόρ Μπαζαίος και Μανόλης Άγουρος. Μάρτυς ο Δημήτριος Μπαζαίος και ο Δημήτριος Άγουρος».

–1806. Κατάλογος κινητής και ακίνητης περιουσίας της Παναγίας Ξεχωριανής 15 Σεπτ. 1806, μίαν ελαία από πάνω από του Σκορδίλη το χωράφι έτερη ελαία εις του Παντελούφη.

–1808. Ο Νικόλαος Σκορδίλης και η γυναίκα του Σοφία αφιερώνουν την εικόνα της Θεοτόκου στη μονή Χριστού Δάσους, όπου βρίσκεται. Φέρει την επιγραφή: Δέησις του δούλου του Θεού Νικολή Σκορδίλη και Σοφίας 1808.

–1816. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1816 Νικόλαος Σκορδίλης, προύχοντας Δραγουλά. Συνυπογράφει με άλλους προεστούς και των άλλων χωριών της Πάρου τη σετέντζα που αφορά στη Μονή του Αγίου Μηνά. Από τον Τσιπίδο υπογράφουν οι Μιχαήλ Τσιγώνιας, Νικόλαος Τζιώτης και Εμμανουήλ Μονόπατος και από τα Μάρμαρα οι Αλέξανδρος Μπαρότζης και Εμμανουήλ Άγουρος, ο οικονόμος Κεφάλου και ένας Βλάσης Πλαζές (?).

–1822. Σε έγγραφο των Παριανών στους Υδραίους στις 13 Απριλίου 1822 αναφέρεται ο Νικόλαος Σκορδίλης κάτοικος Δραγουλά.

–1822. Νικόλαος Σκορδίλης Επιστάτης των Τελωνείων στα Κάτω χωριά. Το 1822.

–1827. Σε έγγραφο της 15 Απριλίου 1827 της Παροικιάς Πάρου μαρτυρείται η Κατερίνα Σκορδίλη.

–1827. Καταγραφή των (μερικών) χρεών των κοινοτήτων του κάθε Μέρους κοινού της Πάρου εις την Κωνσταντινούπολιν. 17 Απριλίου 1827.

Ομολογία Κατερινακίου Σκορδίλη Κεφάλαιον γρ. 100.

–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της πόλεως Παροικιάς

Σκορδίλης Σταύρος ετών 12, Σκορδίλης Αντώνιος ετών 14 και η Σκορδίλη Χαρίκλεια ετών 8. Ο Διδάσκαλος της Αλληλοδιδακτικής Μεθόδου Δημήτριος Σκορδίλης 1829 9βρίου 27

–1830. Σε έγγραφο της 24ης Φεβρ. 1830 ο Γεώργιος Σφακιανός Σκορδίλης».

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Σ. Σκορδίλης.

–1834. Σε έγγραφο Παροικιάς 16 Οκτωβρίου 1834 αναφέρεται ο ιδιοκτήτης του Μ. Ταξιάρχου Μιχαήλ, Σκορδίλης Νικόλαος.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1844 είναι εγγεγραμμένος ο 30χρονος κτηματίας Ιωάννης Σκορδύλης.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 61χρονος μεταπράτης Γεώργιος Σκορδίλης, ο 33χρονος κτηματίας Δημήτριος Σκορδίλης, ο 48χρονος υπάλληλος Σπυρίδων Σκορδίλης, ο 33χρονος διδάσκαλος Σταυρής Σκορδίλης, ο 35χρονος ναύτης Αντώνιος Σκορδίλης και ο 30χρονος διδάσκαλος Σταύρος Σκορδίλης.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 50χρονος γεωργός Γεώργιος Σκορδίλης.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 36χρονος κτηματίας Ιωάννης Σκορδύλλης.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 38χρονος γεωργός Αγγελής Σκορδύλλης και ο 70χρονος γεωργός Ιάκωβος Σκορδύλλης.

–1854. Το 1854 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκορδίλης Νικόλαος του Αγγελή. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1857. Το 1857 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκορδίλης Γεώργιος του Αγγελή. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1860. Στις 8 Νοεμβρίου 1860 σε συμβολαιογραφική πράξη [Υποθηκοδάνειο] στην Σύρου αναφέρεται η κάτοικος Παροικιάς Πάρου Ελένη Γεωργίου Σκορδίλη και ο σύζυγός της Δανιήλ Ανδρέου σανδαλοποιός κάτοικος Παροικιάς Πάρου. 

–1863. Το 1863 γεννιέται στις Λεύκες ο Σκορδίλης Αθανάσιος του Αγελή. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1867. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος 1867 ο Σκορδίλης Ιωάννης του Αγγελή.

–1870. Το 1870 η Ελένη Σκορδίλη 40 ετών, χήρα από την Πάρο, αναφέρεται σε απογραφή της Πόλης Ερμούπολης.

–1874. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 29χρονος βυρσοδέψης Γεώργιος Στεφ. Σκορδίλης, έγγαμος και ο αδερφός του ο 27χρονος βυρσοδέψης Γεράσιμος Στεφ. Σκορδίλης, έγγαμος. Έδωσαν όρκο στις 15 Απριλίου 1874.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Υρίας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Αγγελής Σκορδίλης του Ιακώβου, ετών 58, γεωργός.

–1875. Στις 12 Ιανουαρίου 1875 ο 30χρονος ράπτης από την Πάρο Γεώργιος Σκορδίλης του Ιωάννη και της Μαρίας Κονταράτου, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 18χρονη από την Ύδρα Ελένη Μαρίνου, του Μαρίνου και της Κουράνας.

–1879. Έγγραφο του 1879 «εν Παροικία της Πάρου εν τη ενταύθα κειμένη οικία της Παρασκευής χήρας Δημητρίου Σκορδίλη».

–1882. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1882 ο Σκορδίλης Δημήτριος του Νικολάου, έπεσε υπέρ πατρίδος στους βαλκανικούς πολέμους (1912-1913) και ο Σκορδίλης Γεώργιος του Γεωργίου.

–1882. Στις 18 Ιουλίου 1882 ο 29χρονος βυρσοδέψης από την Πάρο Γεράσιμος Σκορδίλης, του Στέφανου και της Μαρίας, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 17χρονη από την Μύκονο Καλομοίρα Μπέλη, του Νικολάου και της Μαρίας.

–1884. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1884 ο Σκορδίλης Νικόλαος του Γεωργίου.

–1887. Στις 11 Νοεμβρίου 1887 ο 37χρονος εμπορουπάλληλος από την Πάρο Γεώργιος Μονδάνος, του Αντωνίου και της Βικτωρίας Σβουρίνα [ίσως Σβορώνου, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 35χρονη από την Πάρο Αικατερίνη Σκορδίλη, του Ιωάννη και της Μαριγώς.

–1888. Σκορδίλης Γεώργιος του Νικολάου. Έτος γέννησης το 1888 στις Λεύκες. Εγγεγραμμένος στο Μητρώο των Αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1891. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1890 στις Λεύκες ο Σκορδίλης Ευάγγελος του Γεωργίου.

–1895. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1895 στις Λεύκες ο Σκορδίλης Εμμανουήλ του Γεωργίου

–1898. Σε Λογοδοσία του 1898, του Συνδέσμου των εν Λαυρίω, Αθήναις περιχώροις και Πειραιει ΠΑΡΙΩΝ, ο γραμματεύς Ιωάννης Α. Σκορδήλης.

–1900. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1900 στις Λεύκες ο Σκορδίλης Εμμανουήλ του Γεωργίου.

–1901. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1901 στις Λεύκες ο Σκορδίλης Εμμανουήλ του Ιωάννη.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Ιάκωβος Αυγουστή Σκορδίλης, ετών 55, γεωργός, έγγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Βασιλική Ιάκωβου Σκορδίλη, ετών 50, οικιακά, έγγαμος.

–1906. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 24 ετών Ηλεκτροτεχνίτης Εμμανουήλ Δημ. Σκορδίλης άγαμος. Έδωσε όρκο στις 13 Ιανουαρίου 1906.

–1907 Στα «κατάστιχα» του Ιωάννη Λεβαντή από τον Δραγουλά αναφέρει: «Ο Γιακουμής Σκορδίλης κλάδα πάστρα δρχ. 10,00 (1907).

–1907. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1907 στις Λεύκες ο Σκορδίλης Εμμανουήλ του Ιωάννη.

–1912. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1912 στις Λεύκες ο Σκορδίλης Γεώργιος του Νικολάου.

–1914. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1914 στις Λεύκες ο Σκορδίλης Ιωάννης του Νικολάου.

–1916. Ο παριανός Εμμανουήλ Δημ. Σκορδίλης ηλεκτροτεχνίτης, μνημονεύεται στην Αθήνα το 1916 ενώ προγενέστερα στην Ερμούπολη.

–1919. Το 1919 γεννιέται ο Σκορδίλης Δημήτριος του Γεωργίου εργάτης κάτοικος κοιν. Λευκών. Το 1949 διαγράφετε ως ανυπότακτος επιστράτευσης.

–1920 από τους ιδρυτές, όπως προκύπτουν από το βιβλίο πρακτικών του Συνδέσμου «Εν Πειραίει Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου» είναι ο Σκορδίλης Ευάγγελος.

–1925. Το 1925 γεννιέται ο Σκορδίλης Βασίλειος του Γεωργίου υποδηματοποιός κάτοικος κοιν. Λευκών.

–1927. Το 1927 γεννιέται ο Σκορδίλης Γεώργιος του Μιχαήλ σιδηρουργός κάτοικος κοιν. Λευκών.

 

Σκορδούλης: Το επώνυμο Σκορδούλης συνδέεται με οικογένεια Μικρασιατών προσφύγων που εγκαταστάθηκε στη Νάουσα της Πάρου μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Ο ιστοριοδίφης καθηγητής Νίκος Χρ. Αλιπράντης περιλαμβάνει το επώνυμο Σκορδούλης στα μικρασιατικά προσφυγικά επώνυμα της Νάουσας.

Η καταγωγή από τον Γέροντα

Σύμφωνα με την καταγραφή των παριανών επωνύμων, η οικογένεια προερχόταν από τον Γέροντα της Μικράς Ασίας, ελληνικό οικισμό στην περιοχή των Διδύμων, νότια της Μιλήτου. Στον Γέροντα αναφέρεται και η οικία του Νικήτα Σκορδούλη.

Ο Αθανάσιος Σκορδούλης του Νικήτα, γεννημένος το 1887 στον Γέροντα, εγκαταστάθηκε στη Νάουσα μετά το 1922 μαζί με τη σύζυγό του Μαριγούλα Σκορδούλη, το γένος Μητσού, και την κόρη τους Αγγελικώ, η οποία είχε γεννηθεί στον Γέροντα το 1921.

Η προσφυγική διαδρομή της οικογένειας συνδέεται και με άλλους Γεροντιανούς: αδέλφια της Μαριγούλας εγκαταστάθηκαν στο Ρεγγίνι της Λαμίας, ενώ άλλοι κάτοικοι του Γέροντα εγκαταστάθηκαν στη Σάμο, στον Νέο Γέροντα Χρυσούπολης Καβάλας και στη γειτονική Ζαρκαδιά.

Η οικογένεια στη Νάουσα

Στη Νάουσα ο Αθανάσιος και η Μαριγούλα απέκτησαν τα παιδιά τους Νικήτα, Σοφία, Φώτω, Παναγή, Δημήτριο και Γιαννακό.

Ο Νικήτας Σκορδούλης του Αθανασίου γεννήθηκε στη Νάουσα το 1924 και αναφέρεται ως εκλεγμένος στην Κοινότητα Νάουσας.

Ο Δημήτριος Σκορδούλης του Αθανασίου, γεννημένος το 1932, έγινε αλιέας και παρέμεινε κάτοικος Νάουσας. Απεβίωσε το 2016.

Ο Παναγής Σκορδούλης ασχολήθηκε με την εστίαση. Πήγε στην Αμερική και επέστρεψε στην Πάρο, όπου διατηρούσε για χρόνια εστιατόριο στη Νάουσα και στον δρόμο προς τον Αμπελά. Ο Γιαννακός Σκορδούλης βρισκόταν στην Αμερική το 2017.

Η Αγγελικώ Σκορδούλη παντρεύτηκε τον Ιωάννη Παντελαίο του Μιχαήλ, ναυτικό. Απέκτησαν τον Ελευθέριο Παντελαίο, δικηγόρο, τον Μιχαήλ, επαγγελματία, και τη Μαριγούλα, φιλόλογο. Η Αγγελικώ διατηρούσε μέχρι τη δεκαετία του 1960 μικρό παντοπωλείο στην πλατεία της Νάουσας.

Η μαρτυρία του 1946

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η καταγραφή στον εκλογικό κατάλογο της Νάουσας της 30ής Απριλίου 1946. Ο Αθανάσιος Σκορδούλης του Νικήτα, 61 ετών, καταγράφεται ως καπνοπαραγωγός, ενώ στον ίδιο κατάλογο εμφανίζεται ο Νικήτας Σκορδούλης του Αθανασίου, 22 ετών, ως εργάτης.

Η καταγραφή αυτή επιβεβαιώνει την παρουσία της οικογένειας στη Νάουσα ήδη κατά τα πρώτα μεταπροσφυγικά χρόνια.

Η συνέχεια της οικογένειας

Η οικογένεια παρέμεινε συνδεδεμένη με τη Νάουσα και στις επόμενες γενιές. Ο Αθανάσιος Σκορδούλης του Νικήτα καταγράφεται το 2011 σχετικά με το θρυλικό FLEMING GREEK   καφετέρια-μπαρ στο λιμάνι της Νάουσας.

Η παρουσία του επωνύμου στη Νάουσα καταγράφεται έτσι επί πολλές δεκαετίες, από τον προσφυγικό Αθανάσιο Σκορδούλη του Νικήτα, που έφθασε στην Πάρο μετά το 1922, μέχρι τις επόμενες γενιές που δραστηριοποιήθηκαν στην αλιεία, την εστίαση, το εμπόριο και την τοπική κοινωνική ζωή.

Σημείωση: Οι Σκορδούληδες αποτελούν διαφορετική οικογένεια από τους Σκορδίληδες/Σκορδύληδες της Πάρου και δεν υπάρχει μεταξύ τους γενεαλογική σύνδεση.

Πηγές

·        Νίκος Χρ. Αλιπράντης, «Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες στην Πάρο».

·        «Παριανά ονόματα – επίθετα και οικόσημα», λήμμα «Σκορδούλης».

·        Εκλογικός κατάλογος Κοινότητας Νάουσας, 30 Απριλίου 1946.

·        Δήμος Πάρου, Δημοτική Κοινότητα Νάουσας, απόφαση 17/2011.

–1924. Το 1924 γεννιέται στη Νάουσα ο Σκορδούλης Νικήτας του Αθανασίου.

–Το 1932 γεννιέται ο μετέπειτα αλιεύς Σκορδούλης Δημήτριος του Αθανασίου, κάτοικος Νάουσας. Απεβίωσε το 2016.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 61χρονος κάτοικος Νάουσας, Σκορδούλης Αθανάσιος του Νικήτα, καπνοπαραγωγός και ο 22χρονος εργάτης Σκορδούλης Νικήτας του Αθανασίου.

 

Σκουλούδης: η πιθανότερη ερμηνεία είναι ότι Σκουλούδης = ο απόγονος ή ο άνθρωπος που συνδεόταν με τον Σκουλά, με αρχικό παρωνύμιο που πιθανότατα σχετιζόταν με χαρακτηριστικό της εμφάνισης, κυρίως τούφα/τσουλούφι μαλλιών, ή με τη σχετική λέξη «σκουλί».

–1931. Διδάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Παροικιάς κατά την περίοδο 1931-35 ο Νικ. Σκουλούδης.

 

Σκουμπρής: Παλαιότερη μαρτυρία στην Πάρο: Το επώνυμο Σκουμπρής καταγράφεται στην Πάρο ήδη από το 1730.

–1730. Χωράφι σύμπλιος Σκουμπρής από το Μαρουσάκι Καμοσάνου.

 

Σκουρταίος: Βλέπε Σκούρτος


Σκούρτος ή Σκούρτης ή Σκουρταίος:
Το επώνυμο Σκούρτος, με τις μορφές Σκούρτης και Σκουρταίος, καταγράφεται στην Πάρο ως οικογένεια χιακής προέλευσης. Η παρουσία της εντάσσεται στο κύμα των οικογενειών από τη Χίο που εγκαταστάθηκαν στην Πάρο μετά την καταστροφή της Χίου το 1822. Η ίδια οικογένεια καταγράφεται ρητά μεταξύ των χιακών οικογενειών που εγκαταστάθηκαν στο νησί.

Οι μοναχοί και ζωγράφοι της οικογένειας

Η πρώτη συγκεκριμένη μαρτυρία που έχει εντοπιστεί στην Πάρο ανάγεται στο 1826, όταν αναφέρεται ιερομόναχος Σκούρτος στη Μονή του Αγίου Ιωάννη Σπηλιώτη (Καπαρού).

Το 1830 εμφανίζεται ο ιερομόναχος και ζωγράφος Στέφανος Σκούρτος. Στις 8 Φεβρουαρίου 1830 περιλαμβάνεται στον κατάλογο του Μητροπολίτη Παροναξίας, ενώ στις 12 Ιουλίου 1830 υπογράφει αναφορά της αδελφότητας της Μονής Αγίου Αντωνίου προς την Εκκλησιαστική Επιτροπή και τη Γραμματεία.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η μαρτυρία του 1836. Στις 1 Οκτωβρίου 1836, ο δήμαρχος Μαρπήσσης Νικόλαος Βατιμπέλας ενημερώνει το Βασιλικό Διοικητήριο Νάξου για τον ιερομόναχο Μακάριο Σκουρταίο, ηλικίας 45 ετών, ζωγράφο στο επάγγελμα και πατρίδα έχοντα τη Χίο. Ο Μακάριος ζητούσε να παραμείνει στη Μονή του Αγίου Ιωάννη για το υπόλοιπο της ζωής του.

Η μαρτυρία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί δεν μας δίνει μόνο το επώνυμο και το επάγγελμα, αλλά ονομαστικά επιβεβαιώνει τη Χίο ως τόπο καταγωγής.

Ο Μακάριος Σκουρταίος στη Γλυφά και στον Κέφαλο

Η παρουσία του Μακαρίου στην Πάρο συνεχίζεται. Στις 16 Οκτωβρίου 1848 αναφέρεται ως ιερομόναχος της Μονής Αγίου Ιωάννη Σπηλιώτη στη Γλυφά. Τότε υπέβαλε αίτημα να νοικιάσει τη Μονή Αγίου Αντωνίου στον Κέφαλο, προκειμένου να εγκατασταθεί εκεί μαζί με συναδέλφους του και να ακολουθήσουν «μόνιμο και ασκητικό βίο».

Έτσι, μέσα σε διάστημα περίπου δύο δεκαετιών, η οικογένεια συνδέεται με σημαντικά μοναστικά κέντρα της Πάρου: Άγιο Ιωάννη Σπηλιώτη στη Γλυφά, Άγιο Αντώνιο Κεφάλου και την εκκλησιαστική διοίκηση της Παροναξίας.

Η ετυμολογία

Για την ετυμολογία χρειάζεται προσοχή. Η μορφή Σκούρτης έχει ερμηνευθεί ως επώνυμο προερχόμενο από το αρβανίτικο shkurtër, «κοντός», πιθανότατα αρχικά ως παρωνύμιο που δήλωνε σωματικό χαρακτηριστικό.

Δεν υπάρχουν όμως επαρκή στοιχεία για να αποδειχθεί ότι αυτή είναι οπωσδήποτε η ετυμολογία του συγκεκριμένου χιακού κλάδου των Σκούρτων/Σκουρταίων. Επομένως, ασφαλέστερο είναι να παρουσιάζεται ως πιθανή γλωσσική ερμηνεία της μορφής Σκούρτης και όχι ως βεβαιωμένη προέλευση της οικογένειας.

Η μορφή Σκουρταίος φαίνεται να λειτουργεί ως παράλληλος οικογενειακός τύπος του Σκούρτος, όπως δείχνει και η ίδια η παριανή καταγραφή, η οποία παραπέμπει το «Σκουρταίος» στο «Σκούρτος».

Συμπέρασμα

Οι Σκούρτοι / Σκούρτηδες / Σκουρταίοι αποτελούν οικογένεια χιακής προέλευσης, η οποία εγκαταστάθηκε στην Πάρο κατά την περίοδο των προσφυγικών μετακινήσεων που ακολούθησαν την καταστροφή της Χίου το 1822. Στην Πάρο συνδέθηκαν ιδιαίτερα με τον μοναχισμό και τη ζωγραφική, με χαρακτηριστικές μορφές τον Στέφανο Σκούρτο και τον Μακάριο Σκουρταίο, ο οποίος το 1836 δηλώνεται επίσημα ως Χίος και ζωγράφος.

Η περίπτωση του Μακαρίου είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ιστορία του επωνύμου, καθώς αποτελεί άμεση διοικητική μαρτυρία που συνδέει συγκεκριμένο φορέα του επωνύμου με τη Χίο και όχι απλώς μεταγενέστερη οικογενειακή παράδοση.

Πηγές:

·        «Παριανά ονόματα – επίθετα και οικόσημα», λήμμα Σκούρτος / Σκουρταίος.

·        Κατάλογος Μητροπολίτη Παροναξίας, 8 Φεβρουαρίου 1830.

·        Αναφορά της αδελφότητας Αγίου Αντωνίου, 12 Ιουλίου 1830.

·        Έγγραφο δημάρχου Μαρπήσσης Νικολάου Βατιμπέλα προς το Βασιλικό Διοικητήριο Νάξου, 1 Οκτωβρίου 1836.

·        Αίτηση Μακαρίου Σκουρταίου για τον Άγιο Αντώνιο Κεφάλου, 16 Οκτωβρίου 1848.

·        Λεξικογραφικές καταγραφές για Σκούρτης / shkurtër.

–1826 Ιερομόναχος της Μονής του Αγ. Ιωάννη (Καπαρού).

–1830. Ο ιερομόναχος ζωγράφος Στέφανος Σκούρτος αναφέρεται στον κατάλογο του μητροπολίτη Παροναξίας στις 8 Φεβρουαρίου 1830.

–1830. Ο ιερομόναχος ζωγράφος Στέφανος Σκούρτος υπογράφει αναφορά της αδελφότητας της μονής του Αγίου Αντωνίου προς την Εκκλησιαστική Επιτροπή και Γραμματεία στις 12 Ιουλίου 1830.

–1836. Στην 1η Οκτωβρίου 1836 ο δήμαρχος Μαρπήσσης Νικόλαος Βατιμπέλας αναφέρεις προς το Β. Διοικητήριον Νάξου περί ενός ιερομονάχου Μακαρίου Σκουρταίου καλουμένου, ζωγράφου το επάγγελμα, ετών 45, πατρίδα έχοντος την Χίο και ο οποίος ζητεί όπως ησυχάση εις την εν λόγω μονήν του αγίου Ιωάννου καθ’ όλον το επίλοιπον του βίου του στάδιον».

–1848. Την 16 Οκτωβρίου 1848 ο ιερομόναχος της μονής του Αγίου Ιωάννη Σπηλιώτη (Γλυφά) Μακάριος Σκουρταίος ζήτησε να νοικιάσει τον Άγιο Αντώνιο Κεφάλου «δια να μετέλθουν με συναδέρφους του μόνημο και ασκητικόν βίον».

 

Σκούταρης ή Σκουτάριος: η πιθανότερη ετυμολογική βάση του Σκούταρης/Σκουτάριος είναι το παλαιό “σκουτάριος”, πιθανότατα ως επαγγελματικό ή προσωνυμικό όνομα που συνδέθηκε αρχικά με ασπιδοφόρο, υπασπιστή ή αντίστοιχο αξίωμα. Ωστόσο, δεν έχουμε ακόμη εντοπίσει ενδιάμεση παριανή μαρτυρία που να αποδεικνύει βήμα προς βήμα τη μετάβαση από το βυζαντινό αξίωμα στο συγκεκριμένο οικογενειακό επώνυμο.

–1663. Δωρεά κληροδοτήματος μοναχής Καλήστρατης στου πατέρες Ιησουήτες ARSI, Gallia 105, 1 φ. 457.

Εις δόξαν Χριστού αμήν 1663 ιούλιος 11.

Έστοντας και ποτέ λυρά Καλήστρατη μοναχή και να αφήση δια την ψυχήν της στα μοναστήρια του αγίου όρους ήγουν στην λάβραν και στην ασημόπετραν δυο σπιτια κατώγια με το εκλησιαδάκι του μέγαν Ταξιάρχην και με τα δικαιώματά των απόξω από το υγιαλόν και να των αφήση και 12 γρόσια να πλερόνουσι χαράτζι της αφεντίας και νάναι σήμερον 25 χρόνοι και επέκεινα και κανείς από τα μοναστίρια να μην τα γυρέψουν μόνον εχαλασθήκασι και αφτώονται και η εκκλησία να γίνη ωσάν αχούρι και ο κόσμος να πλερόνη τόσους χρόνους τοχαράτζι και να ζημιονούμεθα εις τούτο εμάθαμε πως οι πατέρες οι γεζουίταις (Ιησουήτες) θε να έρθουνε και κτίσουνε εδώ μοναστήρι δια την ψυχήν τως ήγουν ο προεστώς πατέρας γάσπα εμανουήλ (Γασπάρο Εμμανουήλ) από την συντροφίαν του Ιησού και να πάρη και άλλους τόπους εκέι κοντά εις τα άνωθεν χαλάσματα εις τούτο εθελήσαμεν εμείς οι υποκάτωθεν υπογεγραμμένοι παπάδες και γέροντες και η επίλοιπη κομουνιτά (κοινότητα) του καστελίου αγούση (Ναούσης) και δίνομεν του αυτού πατέρα τα άνωθεν σπίτια και τα δικαιώματά τως όλα και δίνομεν τους και το χαράτζι (κεφαλικός φόρος) γρόσια 12  δια να μην τα χάνη η χώρα από την σήμερον να τα κτίση να τα κάμη ως θέλει και βούλεται ωσάν καθολικά πράγματα εδικά του να τ’άχουσιν ως τον αιώνα του αιώνος που να στέκη ο κόσμος και κανείς να μην τους τα πέρνη ποτέ και εμείς όλοι μας να τους μαντινιέρωμεν (ιτ. =συντηρούμε) τους άνωθεν πατέρες σε παντοτινόν και αναπαμένον ποσέσο (ιτ. =αναμφισβήτητη κατοχή).

Δια το αληθές γράφομεν και ιδιοχείρος μας όσοι ξεύρομεν και όσοι δεν ηξεύρομεν βάνομεν άλλους να γράψουσιν δια λόγου μας.

Παπα αντώνις στέργω τα άνωθεν (δεν αναφερεται επωνυμο)

Σκελλάριος αγούσης (Σακελλάριος Ναούσης) στέργω τα άνωθεν και επίτροπος

Παπα δημήτρις τριαντάφυλος (Τριαντάφυλλος, πρώτη μαρτυρία) στέργω και επίτροπος

Παπα νικόλαος κρουτιανός στέργω (Κορτιάνος, πρώτη μαρτυρία)

Παπα δημήτρις γαρατιάς στέργω (ίσως Γρατσίας)

Πρωτόπαπας στέργω

Γαβριήλ ιερομόναχος στέργω

Γεώργις Μοσκωνάς στέργω (Μοσχονάς, γνωστό από το 1639).

Ιωάννης σκουτάριος στέργω και επίτροπος (πρωτη μαρτυρία)

Μαστρο γληγόρις μπηρμπηνιας στέργω και επίτροπος (Πιρπινιάς ή Περπινιάς, μαρτυρείται  από το 1652)

Ανεγνώστης Σκορδήλης στέργω (Σκορδίλης, γνωστό από το 1606 )

Παπα Θεόδωρος στέργω

Κωνσταντής Μοστράτος στέργω (μαρτυρείται από το 1658)

Παπα Τζάνες Καλέργης στέργω (μαρτυρείται από το 1652)

Παπα Χριστόφορος στέργω

Γιαννούλης Μπρούτος στέργω (μαρτυρείται από το 1658)

Νικόλα Μαραπότζο στέργω (πρώτη μαρτυρία, γνωστό ως τον 19ο αι.)

Αποστόλης Ραγούσης στέργω (μαρτυρείται από το 1501)

Ανδρέας Ακριβός στέργω (μαρτυρείται από το 1613 μέχρι τον 18ο αι.)

Βασίλης Σαλονικαίος στέργω (μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 18ο αι.)

Δημήτρης Μαλατέστας στέργω (μαρτυρείται από το 1610)

Μιχέλης Ακριβός στέργω (μαρτυρείται από το 1613 μέχρι τον 18ο αι.)

Γεώργις Πιρπηνιάς στέργω (μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 19ο αι.)

Δομένεγος Μεδρινός στέργω (Μενδρινός, μαρτυρείται από το 1602)

Τζόρτζης Μαρκαδιάντος στέργω (Πρώτη αναφορά, γνωστό μέχρι τον 19ο αι.)

Νικόλας Κουρτιάνος στέργω (πρώτη αναφορά)

Γεώργις Φωκάνας στέργω (ίσως Φωκιανός)

Ανεγνώστης Μπελόνιας στέργω (πρώτη αναφορά, γνωστό μέχρι τον 20ο αι.)

Γεώργις Μαλατέστας στέργω

Τζανίς Μαλατέστας στέργω (γνωστό από το 1610)

Φρατζέσκος Καλέργης στέργω (Καλλέργης, γνωστό από το 1652)

Ιωάννης Ραγούσης στέργω (γνωστό από το 1501)

Ιωάννης Γρατσίας στέργω (πρώτη μαρτυρία)

Γεώργιος Σαλονικαίος (μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 18ο αι.)

 και νοτάριος του καστελίου Άγουσας (Νάουσας) έγραψαμεν με θέλημα της κομουνιτάς και στερεώνω τα άνωθεν και τα όπισθεν.

–1674. Γράφει ο ιστορικός της καθολικής κοινότητας Νάξου Ι. Μαρκόπολις, «Δια την χαρμόσυνον είδησιν εγκαταστάσεως των Καπουκίνων στην Νάουσαν, οι κάτοικοι της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατασυγκινηθέντες από τα επαγωγά διδάγματα των πατέρων Καπουκίνων, προέβησαν εις επανειλημμένας ενεργείας παρά τοις αρμοδίοις δια την μονίν εγκατάστασιν των πτωχών της Ασσίζης εις την πόλιν των. Επί μακράν σειράν ετών εξακολουθούν να απευθύνουν εγγράφους αιτήσεις προς τας προϊσταμένας αρχάς του τάγματος δια την εκπλήρωσιν του κοινού πόθου των. Επί τέλους το 1674 η αίτησις των εγένετο αποδεκτή. Απερίγραπτος υπήρξε η χαρά και πρωτοφανής ο ενθουσιασμός των κατοίκων της Ναούσης δια την χαρμόσυνον είδησιν περί οριστικής εγκαταστάσεως των Καπουκίνων εις την κωμόπολιν των. Επ’ ευκαιρία του ευφροσύνου αγγέλματος προσύλθον διάφοροι ορθόδοξοι ιερείς και οι προύχοντες της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, ενώπιον του Γάλλου υποπρόξενου , και υπέγραψαν το έγγραφον. Εις δόξαν Χριστού αμήν. Εν έτει 1674 Δεκεμβρίου 25, εν κάστρω Νάουσας, όλοι ομόγνωμα και ομονιασμένοι προσμένουμε τους αιδεσιμοτάτους πατέρες να έρθουν εδώ να κτίσουν ένα μοναστήρι και δια σημάδι και βεβαίωσιν πως τους δεχόμαστε με κάθε μας καρδίαν και πολλά μετά χαράς υπογράφομε το παρόν γράμμα οι υποκάτωθεν υπογεγραμμένοι…» (υπογράφουν 12 ορθόδοξοι ιερείς και δυο καθολικοί, ο π. Λεονάρδος Φρέρης εφημέριος του Αγίου Γεωργίου Νάουσας και ο π. Δομένιος Κρίσπης. Και 40 πρόκριτοι εκ των οποίων οι αδερφοί Γιράρδοι κ.α.). Ο Σακελλάριος Ναούσης, ο Σκευοφύλαξ Ναούσης παπά Νικόλαος Κορτιάνος, Πρωτόπαπας, Ηλίας ιερεύς και Σακελλάριος Ναούσης, Πρωτοσύγκελος Νικόδημος ιερομόναχος, παπα Νικόλαος Ρούσης (ίσως Ρούσσος), Παπα Δημητρης, Παπα Θεόδωρος Πατελάς (ίσως Πατέλης), Παπα Τζάνες Καλούργης (Καλλέργης), παπα Χριστόφορος, Παπα Γιώργης Πουλός, Θεόδωρος …, παπα Νικολός Μαρκαντάτος, Ανεγνώστης Ρινιέρης (Ρενιέρης), Ανδρέας Καλούργης (Καλλέργης), Ιωάννης Κορτιάνος, Ιωάννης Ντελαγραμμάτικας, Γιωάννης Νταμουλής, Γιάκουμος Ρούσος (Ρούσσος), Γεώργης Καλλέργης,  PRE Domenico Crispo, Νικηφόρος Γεράρδης, Μιχελέτος Σπυρίδος, Αντώνης Μαλαξός, Ανδρέας Σμυρνιός, Φρατζέσκος Γρίσπος, Γεώργης Σαλονικιός, Τζάνες Καζανόβας, Ιωάννης Λευκαρός, Μιχέλης Σαλονικιός, Marco Foscolo, Ιωάννης Μοσκονάς, Αντώνης Γρυπάρης, Ιωάννης Σκούταρης, Φρατζέσκος Καλέργης, Ανεγνώστης Καρτιάνος, Γεώργης…, Ντεμενεγος Μεντρινός (Μενδρινός), Δημήτρης Στοφιλάς, Αντώνης Γρυπάρης, Γεώργης …, Δημήτρης …, Γεώργης …, Γεώργης Αλαβάνος, Δημήτρης Βασταζής, Νικολής Μπάρμπερης, Δημήτρης …, Μπατίστας Γεράρδης, Νικόλαος Γεράρδης.

–1675. 15 Μαΐου 1675. Σε επιστολή Ναουσαίων προς τον πρεσβευτή των Γάλλων, αιτώντας Καπουκίνους πατέρες  υπογράφει ο Ιωάννης Σκούταρης.


Σκουφάς:

 

Σκούφης ή Σκούφος: Το επώνυμο Σκούφης ή Σκούφος συνδέεται με παλαιά κρητική οικογένεια. Ιδιαίτερη σημασία έχει η μελέτη του Μ. Ι. Μανούσακα «Η κρητική οικογένεια των Σκούφων», δημοσιευμένη στην Επετηρίδα της Εταιρείας Κρητικών Σπουδών του 1939, σ. 325–338. Η κρητική οικογένεια είναι γνωστή ήδη από τον 17ο αιώνα, με σημαντικές προσωπικότητες όπως ο Φιλόθεος Σκούφος και ο συγγενής του Φραγκίσκος Σκούφος.

Δεν έχει, όμως, βρεθεί μέχρι σήμερα τεκμήριο που να συνδέει γενεαλογικά τον συγκεκριμένο παριανό κλάδο με τον Φιλόθεο ή τον Φραγκίσκο Σκούφο. Η κρητική καταγωγή του παριανού κλάδου προέρχεται από την οικογενειακή παράδοση.

Ο παριανός κλάδος

Γενάρχης του παριανού κλάδου θεωρείται ο Εμμανουήλ Σκούφης, γεννημένος στην Κρήτη περίπου το 1780 και εγκατεστημένος αργότερα στην Πάρο, όπου πέθανε πριν από το 1835. Σύζυγός του αναφέρεται η Αντωνικάκη. Απέκτησαν τον Στυλιανό, την Αικατερίνη και τον Γεώργιο Σκούφη.

Ο Στυλιανός γεννήθηκε στην Πάρο το 1815, ενώ η Αικατερίνη το 1817. Ο Γεώργιος Εμμ. Σκούφης γεννήθηκε το 1819 και αποτέλεσε τον πατέρα του μετέπειτα καθηγητή Θεοδώρου Σκούφου.

Η παρουσία της οικογένειας στην Παροικιά επιβεβαιώνεται και από την Αλληλοδιδακτική Σχολή της πόλης: στις 27 Σεπτεμβρίου 1829 καταγράφονται ο Γεώργιος Σκούφης, 10 ετών, και η Αικατερίνη Σκούφη, 12 ετών.

Το 1847 εμφανίζονται στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς ο Γεώργιος Σκούφος, κτηματίας, και ο Στυλιανός Σκούφος, στρατιωτικός. Η οικογένεια διατηρούσε κτήματα και στην Πούντα της Αντιπάρου, όπως προκύπτει από έγγραφο του 1873.

Ο Θεόδωρος Σκούφος (1864–1938)

Ο Θεόδωρος Γ. Σκούφος, γιος του Γεωργίου Εμμ. Σκούφου και της Χαρίκλειας Καμπάνη, γεννήθηκε στην Πάρο στις 5 Μαρτίου 1864. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου αναγορεύθηκε διδάκτωρ Φυσικών Επιστημών το 1888, και συνέχισε τις σπουδές του στη Γερμανία.

Το 1906 έγινε τακτικός καθηγητής Γεωλογίας και Παλαιοντολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Διετέλεσε επίσης κοσμήτορας της Φυσικομαθηματικής Σχολής κατά τις περιόδους 1910–1911, 1929–1930 και 1932–1933.

Παράλληλα ασχολήθηκε με την παλαιοντολογία της Ελλάδας και πραγματοποίησε σημαντικές έρευνες στη Μεγαλόπολη, ενώ πολιτεύθηκε και εξελέγη βουλευτής Παροναξίας το 1910 και το 1920. Το 1922 διετέλεσε υπουργός Παιδείας.

Πέθανε αιφνιδίως στην Τρίπολη στις 9 Οκτωβρίου 1938. Η ημερομηνία 1939 που αναγράφεται στην παλιά επιτοίχια πλάκα της Παροικιάς είναι λανθασμένη· το Πανεπιστήμιο Αθηνών και η νεκρολογία των Χημικών Χρονικών επιβεβαιώνουν το 1938.

Το σπίτι και η πλάκα στην Παλιά Αγορά

Στην Κάτω Βρύση της Παλιάς Αγοράς της Παροικιάς, στο σημερινό οίκημα Ροζακέα, σώζεται η μαρμάρινη πλάκα που αναφέρει ότι εκεί γεννήθηκε ο Θεόδωρος Σκούφος στις 5 Μαρτίου 1864.

Στην ίδια περιοχή συνδέεται και το παλαιό οικόσημο με τα δύο δελφίνια, το οποίο δεν ανήκει στους Σκούφους, αλλά στην παλαιότερη οικογένεια Ντολφίνο – Ντουλφαίος – Δουλφής. Το οικόσημο μεταφέρθηκε μεταγενέστερα στον ναό των Ταξιαρχών.

Ετυμολογία

Το επώνυμο Σκούφος/Σκούφης πιθανότατα προέρχεται από τη λέξη σκούφος, δηλαδή κάλυμμα της κεφαλής, και φαίνεται να ανήκει στα ελληνικά επώνυμα που δημιουργήθηκαν από παρωνύμια. Για την ακριβή δημιουργία του συγκεκριμένου οικογενειακού ονόματος δεν υπάρχει ακόμη ασφαλής τεκμηρίωση.

Συμπέρασμα

Ο παριανός κλάδος των Σκούφη ή Σκούφου, κρητικής καταγωγής, εγκαταστάθηκε στην Πάρο στις αρχές του 19ου αιώνα και αναπτύχθηκε κυρίως στην Παροικιά. Ξεχωριστή θέση στην οικογενειακή ιστορία κατέχει ο Θεόδωρος Γ. Σκούφος (1864–1938), καθηγητής Γεωλογίας και Παλαιοντολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και βουλευτής Παροναξίας.

Πηγές: Μ. Ι. Μανούσακας, Η κρητική οικογένεια των Σκούφων, Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών, Β΄ (1939), 325–338· ΕΚΠΑ, Ιστορικό Αρχείο· Χημικά Χρονικά, 1938· παριανοί εκλογικοί και σχολικοί κατάλογοι· παριανή ονοματολογική έρευνα.

–1780. Γεννιέται στην Κρήτη ο γενάρχης του παριανού κλάδου Εμμανουήλ Σκούφης. Σύζυγός του η Αντωνικάκη. Απέκτησαν τρία παιδιά, τον Στυλιανό Σκούφης, η Αικατερίνη Σκούφη και ο Γεώργιος Σκούφης.

–1815. Γεννιέται στην Πάρο το 1815 ο Στυλιανός Σκούφης του Εμμανουήλ.

–1817. Γεννιέται στην Πάρο το 1817 η Αικατερίνη Σκούφη του Εμμανουήλ. Πέθανε μετά το 1868.

–1819. Το 1819 γεννιέται στην Πάρο ο Γεώργιος Εμμ. Σκούφης, πατέρας του σοφού καθηγητή του Πανεπιστημίου και πολιτικού Θεοδώρου Σκούφου. Σύζυγός του η Χαρίκλεια Θ. Καμπάνη. Απεβίωσε το 1918. Εκτός από τον πολιτικό Θεόδωρο Σκούφο απέκτησαν τον Εμμανουήλ Σκούφο ιατρό (1862-1883), τον Θοδωρή(1864) και την Αντωνίνα Σκούφου (1866-1938).

–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της πόλεως Παροικιάς

Σκούφης Γεώργιος ετών 10 και η Σκούφη Αικατερίνη ετών 12.

–1833. Το οικόσημο των Ντολφίνου (Ντουλφαίος, Δουλφής) είναι στην παλιά αγορά της Παροικιάς στην ενορία των Ταξιαρχών.

Περιγράφεται: Σε πεδίο δύο δελφίνια  κατά ζώνη πυ κολυμπούν το πρώτο κατά κορυφή αριστερόσφροφο, το δεύτερο κατά αιχμή δεξιόστροφο. Στη θέση του λοφίου κρινάνθεμο. 

Το οικόσημο αυτό έγινε και μεταγενέστερη χρονολογία του 1833, όταν τότε στο σπίτι, όπου υπήρχε η πλάκα του οικοσήμου (το σπίτι του καθηγητή του Πανεπιστημίου παλαιοντολόγου και πολιτικού Θεοδώρου Σκούφου). Τοποθετήθηκε στο ναό των Ταξιαρχών την δεκαετία του 50'.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 28χρονος κτηματίας Γεώργιος Σκούφος και ο 35χρονος στρατιωτικός Στυλιανός Σκούφος.

–1862. Εμμανουήλ Σκούφος του Γεωργίου και της Χαρίκλειας, ιατρός, γεννήθηκε στην Πάρο το 1862 και απεβίωσε στρατιώτης το 1883.

–1864. Η πλάκα γράφει: «Εν τη οικία ταύτη εγεννήθη τη 5 Μαρτίου 1864 ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΚΟΥΦΟΣ καθηγητής του Αθήνησιν Πανεπιστημίου. Απέθανεν δ’ εν Τρίπολει τη 9 Οκτωβρίου 1939.

Την πλάκα ταύτην. Μνήμης ένεκεν. Έστησαν τα Κυκλαδικά Νέα».

Η εφημερίδα «Κυκλαδικά Νέα» που έφτιαξε την επιγραφή, κυκλοφορούσε προπολεμικά και εκδότης της ήταν ο Κώστας Ναυπλιώτης.

Ο Θεόδωρος Σκούφος του Γεωργίου και της Χαρίκλειας γεννήθηκε το 1864 στην Πάρο όπου πήγε και Δημοτικό σχολείο. Ο πατέρας του ήταν πρακτικός δικηγόρος στην Πάρο. Τη μητέρα του (την έχασε πρόωρα) την έλεγαν Χαρίκλεια, το γένος Θεόδωρου Καμπάνη. Στη συνέχεια πήγε Γυμνάσιο στην Αθήνα και μετά στο Εθνικό Πανεπιστήμιο. Ως φοιτητής περιόδευε στην Πάρο και την Αντίπαρο καταρτίζοντας σιγά – σιγά την πρώτη του γεωλογική μελέτη.

Το 1888 αναγορεύτηκε Διδάκτωρ των Φυσικών Επιστημών. Στη συνέχεια διατέλεσε για τέσσερα χρόνια (1888 – 1892) βοηθός του καθηγητή της Χημείας Αντ. Χριστομάνου και του καθηγητή της Ορυκτολογίας και Γεωλογίας Κ. Μητσόπουλου, καθώς και καθηγητής της Φυσιογραφίας στη Μέση Εκπαίδευση. Μεταξύ 1892 και 1896 σπούδασε με υποτροφία της Ελληνικής Κυβέρνησης, Γεωλογία και ειδικότερα Παλαιοντολογία, στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και υπήρξε μαθητής του φημισμένου Γερμανού παλαιοντολόγου Karl Alfred von Zittel. Το 1896 επέστρεψε στην Αθήνα και διορίστηκε Επιμελητής του Ορυκτολογικού, Γεωλογικού και Παλαιοντολογικού Μουσείου του Εθνικού Πανεπιστημίου και Καθηγητής στο Αρσάκειο. Το 1903 πραγματοποίησε παλαιοντολογικές ανασκαφές στη λεκάνη της Μεγαλόπολης οι οποίες έφεραν στο φως μεγάλη ποσότητα απολιθωμένων μεγάλων θηλαστικών (πλειστοκαινικής ηλικίας), όπως: ελέφαντες (οστά και χαυλιόδοντες μήκους 3,20m), ρινόκερους, ιπποπόταμους, μαμούθ (το νοτιότερο σημείο ευρέσεως στη γη), καθώς και άλλα ζώα. Το 1906 διορίστηκε τακτικός καθηγητής στη νεοϊδρυθείσα στο Πανεπιστήμιο έδρα της Γεωλογίας και Παλαιοντολογίας και υπήρξε ο πρώτος ειδικός Παλαιοντολόγος της Ελλάδας. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε την Ελένη Παντελοπούλου από αρχοντική οικογένεια της Αρκαδίας. Μαζί της απέκτησε 5 παιδιά εκ των οποίων τα δύο πέθαναν πρόωρα. Την Χαρίκλεια (1910-1936), τον Γεώργιο (1913-1967), την Ουρανία (1914-1979), την Αικατερίνη και τον Εμμανουήλ.

Το 1917 απολύθηκε ως «αντιβενιζελικός» σύμφωνα με το Νόμο «περί άρσεως της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων». Αποκαταστάθηκε το 1920 και δίδαξε παράλληλα και Ζωολογία, ως προσωρινός

καθηγητής επί μια δεκαετία (1922 -1933), καθώς επίσης Ορυκτολογία και Πετρογραφία (1910 – 1912 και 1935 – 1936). Ταυτόχρονα διατέλεσε τακτικός καθηγητής της Γεωλογίας, Ορυκτολογίας και Πετρογραφίας στο Πολυτεχνείο, του οποίου υπήρξε Διευθυντής και από το οποίο απολύθηκε το 1922 από την Επαναστατική Κυβέρνηση. Πολιτεύτηκε και εκλέχτηκε δυο φορές Βουλευτής Παροναξίας (το 1910 και το 1920). Χρημάτισε για μικρό χρονικό διάστημα Υπουργός Παιδείας και Γεωργίας επί κυβερνήσεως Τριανταφυλλάκου, το 1922. Πέθανε στις 9 Οκτωβρίου 1938 αιφνίδια στην Τρίπολη και η κηδεία του έγινε στην γειτονιά στον Άγιο Νικόλαο Αθηνών. Η πανεπιστημιακή κοινότητα κατέθεσε στεφάνια, αλλά δίχως κανένα επικήδειο ύστερα από επιθυμία που είχε εκφράσει ο ίδιος πριν πεθάνει.

–1866. Το 1866 γεννιέται η Αντωνίνα Σκούφου του Γεωργίου και της Χαρίκλειας. Σύζυγός της ο Νικόλαος Ι. Κονταράτος. Τέκνα τους η Χαρίκλεια, ο Γεώργιος, η Ελένη, ο Γιάννης και ο Στέφανος.

–1873. Σε έγγραφα που αφορούν δοσοληψίες στις 26 Ιανουαρίου 1873 αναφέρεται ο μάρτυς Νικόλαος Φ. Καμπάνης πρώην ειρηνοδίκης, ο υποδηματοποιός Εμμανουήλ Ρίτζος και η δημοδιδάσκαλος Μαρουσώ Περαντινού. Ο Γεώργιος Μουρλάς και ο Γεώργιος Σκούφος με κτήματα στην Πούντα (Αντιπάρου), ο Σπυρίδων Μαύρος, Θεόδωρος Καμπάνης και Γεώργιος Γράβαρης με κτήματα στην περιοχή Βολάδα ή Κάτω Κήπος. Ο Μιχαήλ Πρωτόδικος, η Παρασκευή Πέτρου Λάζαρη, ο Κωνσταντίνος Πατέλης και ο Αντώνιος Καλακώνας με κτήματα στην θέση Καβάκι. Οι κληρονόμοι Αριστοτέλη Κυπριανού και η Καλίτζα Μιχαήλ Ζησιμοπούλου.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ύριας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Δημήτριος Σκούφος του Σταύρου, ετών 48, γεωργός.

–1909. Στις 13 Δεκεμβρίου 1909 ο 40χρονος οπωροπώλης από την Πάρο Νικόλαος Παριανός του Νικολάου και της Αργυρώς Σκούφου [κάτοικοι Πάρου] παντρεύεται στην Ερμούπολη την 36χρονη από την Σύρο Ειρήνη Φουάση, του Αντωνίου και της Φραγκίσκας Συμεώνος.

–1910. Στις 23 Δεκεμβρίου 1910 ο ανταποκριτής της εφημερίδας «ΑΙΓΑΙΟΝ»  Μαρπησσαίος Κωνσταντίνος Γ. Ναυπλιώτης αναφέρει για την επανίδρυση του Συλλόγου των Εν Αθήναις Παρίων και Αντιπαρίων: «Η ανάμιξις εν τω Συλλόγω του βουλευτού της Επαρχίας μας και καθηγητού του Πανεπιστημίου κ. Σκούφου ως Προέδρου, του κ. Β. Καμπάνη, δημοδιδασκάλου ως Αντιπροέδρου, του ρέκτου και πρακτικωτάτου εις τας ιδέας κ. Αντ. Μαυραγκά ως Ταμίου, των κ.κ. Κ. Γερασίμου, Αντ. Καλακώνα, Αλεξ., Ζησιμοπούλου, Γ. Χανιώτη, Π., Αρκά, Ν. Καλλαναρρχοπούλου, Φρ. Γαϊτανοπούλου, Εμμ. Καντιώτη, Ν. Παυλή, Γ. Στέλλα, Εμμ., Γαβαλά, Μ. Παπαδοπούλου, Γρηγ. Θρεψιάδου ως Συμβούλων, και του φίλου του «Αιγαίον» κ. Κων. Γ. Ναυπλιώτου ως Γεν. Γραμματέως του Συλλόγου».

–1938. Το 1938 απεβίωσε στην Πάρο η Αντωνίνα Σκούφου του Γεωργίου. Ήταν σύζυγος του ιατρού Νικ. Κονταράτου (Λεύκες 1855-1908) και απέκτησαν πέντε παιδιά, την Χαρίκλεια (Λεύκες 1891-1959), τον Γεώργιο (1893-1954), την Ελένη (+1974), τον Ιωάννη και τον Στέφανο (+1961).

–1954. Θεόδωρος Γ. Σκούφος, καθηγητής του Εθν. Πανεπιστημίου, εκ Πάρου.

–1964. Κοινοτικαί Εκλογαί 5 Ιουλίου 1964. Εις ΛΕΥΚΕΣ: Εις Συνδ. υπό τον κ. Ανδρέαν Κονταράτον. Πρόεδρος Ανδρ. Κονταράτος, Αντιπρ. Ιωάννης Καπαρός και σύμβουλοι Γεώργ. Κοντός, Εμμ. Γ. Ρούσσος και Κωνστ. Τριαντάφυλλος.

 

Σκυλιακάκης η Σκυλακάκης: Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829, όπου καταγράφεται ο Ελευθέριος Σκυλιακάκης, 50 ετών, ράπτης, μαζί με τη σύζυγό του Ανέζα Σκυλιακάκη και την κόρη τους Ελένη Σκυλιακάκη. Η καταγραφή επιβεβαιώνει ότι η οικογένεια βρισκόταν ήδη στη Νάουσα ως προσφυγική οικογένεια το 1829. Η μορφή Σκυλακάκης απαντά και στον νεότερο ελληνικό χώρο, ενώ η κατάληξη -άκης είναι ιδιαίτερα συχνή στα κρητικά επώνυμα. Ωστόσο, η κατάληξη από μόνη της δεν αποτελεί απόδειξη κρητικής καταγωγής. Η ακριβής ετυμολογία του επωνύμου Σκυλιακάκης/Σκυλακάκης παραμένει προς διερεύνηση

–1829. Σε απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Ελευθέριος Σκυλιακάκης 50 ετών ράπτης, η σύζυγός του Ανέζα Σκυλιακάκη και η κόρη του Ελένη Σκυλιακάκη.

 

Σμυρναίος ή Σμυρνιός: Το Σμυρναίος ή Σμυρνιός είναι πατριδωνυμικό επώνυμο, δηλαδή επώνυμο που συνδέεται με τον τόπο καταγωγής ενός προσώπου. Στην περίπτωση αυτή παραπέμπει στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας. Όπως συμβαίνει με πολλά πατριδωνυμικά, δεν είναι απαραίτητο όλοι οι φορείς του επωνύμου να προέρχονται από έναν κοινό γενάρχη.

Η Νάουσα τον 17ο αιώνα

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή αναφορά του επωνύμου στη Νάουσα της Πάρου χρονολογείται στο 1673, όπου αναφέρεται ο Ανδρέας Σμυρναίος, ο οποίος απαντά και ως Ανδρέας Σμυρνιός.

Η παρουσία του ίδιου ονόματος επιβεβαιώνεται στα έγγραφα της κοινότητας της Νάουσας του 1674 και 1675. Στις 25 Δεκεμβρίου 1674, μεταξύ των κατοίκων που υπέγραψαν την αίτηση για την εγκατάσταση των Καπουκίνων στη Νάουσα, βρίσκεται ο Ανδρέας Σμυρνιός. Στις 15 Μαΐου 1675 υπογράφει και πάλι, σε επιστολή των Ναουσαίων προς τον Γάλλο πρεσβευτή, ο Ανδρέας Σμιρνιός. Σε άλλο έγγραφο του 1675 το όνομα απαντά ως Ανδρέας Σμυρναίος.

Η εναλλαγή Σμυρναίος – Σμυρνιός επομένως δεν είναι νεότερο φαινόμενο, αλλά μαρτυρείται ήδη από τον 17ο αιώνα.

Οι Σμυρναίοι της Νάουσας στην Επανάσταση

Ένα ιδιαίτερα σημαντικό τεκμήριο που προηγείται των καταγραφών του 1829 βρίσκεται στο 1821. Στις 20 Αυγούστου 1821, στη Νάουσα της Πάρου, υπογράφει ο Κοσμάς Ιωάννου Σμυρναίος, σε έγγραφο με το οποίο στρατιώτες δηλώνουν ότι θα ακολουθήσουν τον Παναγιώτη Δημητρακόπουλο στην Πελοπόννησο, προκειμένου να ενωθούν με τις ελληνικές δυνάμεις υπό τον Δημήτριο Υψηλάντη.

Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς αποδεικνύει την παρουσία του επωνύμου στη Νάουσα πριν από τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους και πριν από τις μεταγενέστερες δημοτολογικές και εκλογικές καταγραφές.

Η οικογένεια τον 19ο αιώνα

Το 1829 καταγράφεται στον ονομαστικό κατάλογο του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου της Νάουσας ο Δημήτριος Σμυρναίος, 9 ετών.

Το ίδιο έτος στην Παροικιά αναφέρεται ο Βαγγέλης Σμυρναίος, 33 ετών, βαφεύς, μαζί με τη σύζυγό του Ζιμπουρλιά Σμυρναίου. Το 1831, σε προικοσύμφωνο της Παροικιάς, απαντά ο Γεώργιος Ρούσσος Σμυρναίος.

Στον εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1844 καταγράφονται ο Δημήτριος Σμυρναίος, 61 ετών, κτίστης, και ο Εμμανουήλ Σμυρναίος, 26 ετών, εργάτης.

Η μεγάλη οικογενειακή παρουσία του 1883–1885

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικοί είναι οι εκλογικοί κατάλογοι της Νάουσας του 1883 και 1885, καθώς καταγράφουν περισσότερα μέλη του επωνύμου:

·        Δημήτριος Σμυρναίος του Αναστασίου, γεωργός,

·        Νικήτας Σμυρναίος του Αναστασίου, γεωργός,

·        Ιωάννης Σμυρναίος του Δημητρίου, εφαπλωματάς,

·        Θρασύβουλος Σμυρναίος του Δημητρίου, παπλωματάς,

·        Δημήτριος Σμυρναίος του Εμμανουήλ, εργάτης.

Η επανάληψη των ίδιων πατρωνυμικών, ιδιαίτερα οι Δημήτριος και Νικήτας του Αναστασίου και οι Ιωάννης και Θρασύβουλος του Δημητρίου, δείχνει ότι μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα το επώνυμο είχε δημιουργήσει περισσότερους από έναν οικογενειακούς κλάδους στη Νάουσα.

Ο Θρασύβουλος Σμυρναίος του Δημητρίου, μάλιστα, καταγράφεται ως κάτοικος Κυδωνίας, γεγονός που δείχνει ότι μέλη της οικογένειας μετακινούνταν και εκτός Πάρου. Η συγκεκριμένη καταγραφή, όμως, δεν αποδεικνύει καταγωγή της οικογένειας από τις Κυδωνίες.

Η συνέχεια στον 20ό αιώνα

Η οικογένεια εξακολουθεί να είναι παρούσα στη Νάουσα και τον 20ό αιώνα. Το 1920 ο Σμυρναίος Ι. περιλαμβάνεται στους ιδρυτές του «Εν Πειραιεί Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου». Το 1946 καταγράφονται ο Γεώργιος Σμυρναίος του Αναστασίου, ο Αντώνιος Σμυρναίος του Δημητρίου και ο Μιλτιάδης Σμυρναίος του Γεωργίου, ενώ το 1952 το επώνυμο απαντά ως πατρικό επώνυμο της Στυλιανής Δευτερήγου, κόρης του Εμμανουήλ Σμυρναίου.

Η παρουσία του επωνύμου στη Νάουσα μέχρι τη νεότερη εποχή επιβεβαιώνεται και από τον Νίκο Χρ. Αλιπράντη, ο οποίος περιλαμβάνει τους Σμυρναίους στα μικρασιατικά επώνυμα που υπάρχουν στη Νάουσα μέχρι σήμερα.

Μία σημαντική γενεαλογική επιφύλαξη

Η παλαιότητα του επωνύμου στη Νάουσα δεν σημαίνει ότι έχει αποδειχθεί αδιάσπαστη γενεαλογική συνέχεια από τον Ανδρέα Σμυρναίο του 1673 μέχρι τους σημερινούς Σμυρναίους. Για μια τέτοια απόδειξη απαιτείται σύνδεση των προσώπων μέσα από συμβολαιογραφικά, εκκλησιαστικά, δημοτολογικά και οικογενειακά τεκμήρια.

Επίσης, δεν πρέπει να θεωρήσουμε όλους τους Σμυρναίους της Πάρου ως πρόσφυγες του 1922. Το επώνυμο ήταν ήδη εγκατεστημένο στην Πάρο δυόμισι αιώνες πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Είναι επομένως πιθανό να υπήρχαν διαφορετικοί κλάδοι που έφεραν το ίδιο πατριδωνυμικό.

Συμπέρασμα

Οι Σμυρναίοι ή Σμυρνιοί της Νάουσας αποτελούν μία από τις παλαιότερα τεκμηριωμένες οικογένειες της περιοχής. Το επώνυμο μαρτυρείται στη Νάουσα ήδη από το 1673, συνεχίζεται με τον Κοσμά Ιωάννου Σμυρναίο το 1821, εμφανίζεται σε σχολικούς και δημοτολογικούς καταλόγους του 19ου αιώνα και παρουσιάζει πολλαπλούς οικογενειακούς κλάδους στους εκλογικούς καταλόγους του 1883–1885. Η παρουσία του συνεχίζεται στον 20ό αιώνα και έχει διατηρηθεί μέχρι σήμερα στη Νάουσα.

–1673. Παλαιότερη μνεία του επωνύμου σε έγγρ. Νάουσας του 1673 «Ανδρέας Σμυρναίος» ο οποίος γράφεται και ως Σμυρνιός.

–1674. Γράφει ο ιστορικός της καθολικής κοινότητας Νάξου Ι. Μαρκόπολις, «Δια την χαρμόσυνον είδησιν εγκαταστάσεως των Καπουκίνων στην Νάουσαν, οι κάτοικοι της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατασυγκινηθέντες από τα επαγωγά διδάγματα των πατέρων Καπουκίνων, προέβησαν εις επανειλημμένας ενεργείας παρά τοις αρμοδίοις δια την μονίν εγκατάστασιν των πτωχών της Ασσίζης εις την πόλιν των. Επί μακράν σειράν ετών εξακολουθούν να απευθύνουν εγγράφους αιτήσεις προς τας προϊσταμένας αρχάς του τάγματος δια την εκπλήρωσιν του κοινού πόθου των. Επί τέλους το 1674 η αίτησις των εγένετο αποδεκτή. Απερίγραπτος υπήρξε η χαρά και πρωτοφανής ο ενθουσιασμός των κατοίκων της Ναούσης δια την χαρμόσυνον είδησιν περί οριστικής εγκαταστάσεως των Καπουκίνων εις την κωμόπολιν των. Επ’ ευκαιρία του ευφροσύνου αγγέλματος προσύλθον διάφοροι ορθόδοξοι ιερείς και οι προύχοντες της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, ενώπιον του Γάλλου υποπρόξενου , και υπέγραψαν το έγγραφον. Εις δόξαν Χριστού αμήν. Εν έτει 1674 Δεκεμβρίου 25, εν κάστρω Νάουσας, όλοι ομόγνωμα και ομονιασμένοι προσμένουμε τους αιδεσιμοτάτους πατέρες να έρθουν εδώ να κτίσουν ένα μοναστήρι και δια σημάδι και βεβαίωσιν πως τους δεχόμαστε με κάθε μας καρδίαν και πολλά μετά χαράς υπογράφομε το παρόν γράμμα οι υποκάτωθεν υπογεγραμμένοι…» (υπογράφουν 12 ορθόδοξοι ιερείς και δυο καθολικοί, ο π. Λεονάρδος Φρέρης εφημέριος του Αγίου Γεωργίου Νάουσας και ο π. Δομένιος Κρίσπης. Και 40 πρόκριτοι εκ των οποίων οι αδερφοί Γιράρδοι κ.α.). Ο Σακελλάριος Ναούσης, ο Σκευοφύλαξ Ναούσης παπά Νικόλαος Κορτιάνος, Πρωτόπαπας, Ηλίας ιερεύς και Σακελλάριος Ναούσης, Πρωτοσύγκελος Νικόδημος ιερομόναχος, παπα Νικόλαος Ρούσης (ίσως Ρούσσος), Παπα Δημητρης, Παπα Θεόδωρος Πατελάς (ίσως Πατέλης), Παπα Τζάνες Καλούργης (Καλλέργης), παπα Χριστόφορος, Παπα Γιώργης Πουλός, Θεόδωρος …, παπα Νικολός Μαρκαντάτος, Ανεγνώστης Ρινιέρης (Ρενιέρης), Ανδρέας Καλούργης (Καλλέργης), Ιωάννης Κορτιάνος, Ιωάννης Ντελαγραμμάτικας, Γιωάννης Νταμουλής, Γιάκουμος Ρούσος (Ρούσσος), Γεώργης Καλλέργης,  PRE Domenico Crispo, Νικηφόρος Γεράρδης, Μιχελέτος Σπυρίδος, Αντώνης Μαλαξός, Ανδρέας Σμυρνιός, Φρατζέσκος Γρίσπος, Γεώργης Σαλονικιός, Τζάνες Καζανόβας, Ιωάννης Λευκαρός, Μιχέλης Σαλονικιός, Marco Foscolo, Ιωάννης Μοσκονάς, Αντώνης Γρυπάρης, Ιωάννης Σκούταρης, Φρατζέσκος Καλέργης, Ανεγνώστης Καρτιάνος, Γεώργης…, Ντεμενεγος Μεντρινός (Μενδρινός), Δημήτρης Στοφιλάς, Αντώνης Γρυπάρης, Γεώργης …, Δημήτρης …, Γεώργης …, Γεώργης Αλαβάνος, Δημήτρης Βασταζής, Νικολής Μπάρμπερης, Δημήτρης …, Μπατίστας Γεράρδης, Νικόλαος Γεράρδης.

–1675. Στις 15 Μαΐου 1675. Σε επιστολή Ναουσαίων προς τον πρεσβευτή των Γάλλων, αιτώντας Καπουκίνους πατέρες  υπογράφει ο Ανδρέας Σμιρνιός.

–1675. Σε έγγραφο Νάουσας του 1675 αναφέρεται Ανδρέας Σμυρνιός, ο οποίος σε άλλο έγγραφο γράφεται ως Σμυρναίος.

–1829: Σε απογραφή προσφύγων της Παροικιάς του 1829 αναφέρεται ο Βαγγέλης Σμυρναίος 33 ετών βαφεύς και η σύζυγός του Ζιμπουρλιά Σμυρναίου.

–1829. Ο ονομαστικός κατάλογος των μαθητών του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου της Νάουσας του σχολικού έτους 1829.

«Οι μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της κομοπόλεως Ναούσης»

Δημήτριος Σμυρναίος ετών 9.

–1831. Στο προικοσύμφωνο Γεωργίου Ρούσσου Σμυρναίου και Ζαμπίας Μοστράτου (Παροικιά, 6 Ιουνίου 1831) «οι γονείς της νύφης Ιωάννης Φραγκ. Μοστράτος και η γυναίκα του Γρανετάκη δίδουν στην κόρη τους τρείς εικόνες την Μεταμόρφωση του Σωτήρος, την Παναγία με γυαλί εμπροσθεν της εικόνας και τον Άγιο Σπυρίδων…» (ΓΑΚ, 219, αρ. 328, 161ν)

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 61χρονος κτίστης Σμυρναίος Δημήτριος, ο 26χρονος εργάτης Εμμανουήλ Σμυρναίος.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Σμυρναίος Δημήτριος του Αναστασίου, 23 ετών, γεωργός από τη Νάουσα, Σμυρναίος Ιωάννης του Δημητρίου, ετών 39, εφαπλωματάς από τη Νάουσα, ο Σμυρναίος Δημήτριος του Εμμανουήλ, 34 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, ο Σμυρναίος Νικήτας του Αναστάσιου, 28 ετών, γεωργός από τη Νάουσα και ο Σμυρναίος Θρασίβουλος του Δημητρίου, 46 ετών, παπλωματάς από τη Νάουσα, κάτοικος Κυδωνίας.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Σμυρναίος Δημήτριος του Αναστασίου, 25 ετών, γεωργός από τη Νάουσα, Σμυρναίος Ιωάννης του Δημητρίου, ετών 41, εφαπλωματάς από τη Νάουσα, ο Σμυρναίος Δημήτριος του Εμμανουήλ, 36 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, ο Σμυρναίος Νικήτας του Αναστάσιου, 30 ετών, γεωργός από τη Νάουσα και ο Σμυρναίος Θρασίβουλος του Δημητρίου, 48 ετών, παπλωματάς από τη Νάουσα, κάτοικος Κυδωνίας.

–1920 από τους ιδρυτές, όπως προκύπτουν από το βιβλίο πρακτικών του Συνδέσμου «Εν Πειραίει Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου» είναι ο Σμυρναίος Ι.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 75χρονος κάτοικος Νάουσας, Σπυρναίος Γεώργιος του Αναστασίου, εργάτης, ο 47χρονος αγωγεύς Σμυρναίος Αντώνιος του Δημητρίου και ο 28χρονος εργάτης Σμυρναίος Μιλτιάδης του Γεωργίου.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Δευτερήγου Στυλιανή, όνομα συζύγου Πέρρος, όνομα πατρός Εμμανουήλ Σμυρναίος.


Σμυρνιός: Βλέπε Σμυρναίος.

 

Σοβατζής: Το επώνυμο Σοβατζής είναι πιθανότατα επαγγελματικής προέλευσης, από τον «σοβατζή», τον τεχνίτη που ασχολείται με τα επιχρίσματα των οικοδομών. Η μορφή Σουβατζής αποτελεί επίσης παλαιότερη/διαλεκτική απόδοση της ίδιας επαγγελματικής λέξης και δεν πρέπει χωρίς τεκμήριο να θεωρηθεί διαφορετικό επώνυμο.

Πάρος

Η οικογένεια είναι τεκμηριωμένη στην Πάρο ήδη από το 1824, όταν καταγράφεται ο Δημήτριος Σοβατζής, 16 ετών. Το 1828 αναφέρεται ο Αθανάσιος Σοβατζής, 24 ετών, ενώ το 1847 καταγράφονται ο Αθανάσιος Σοβατζής, 43 ετών, πλοίαρχος, και ο Δημήτριος Σοβατζής, 39 ετών, πλοίαρχος. Οι ηλικίες επιτρέπουν την ισχυρή ταύτιση των προσώπων του 1824 και 1828 με εκείνα του 1847.

Στον εκλογικό κατάλογο του 1875 εμφανίζονται ο Κομνηνός Σοβατζής του Αθανασίου, 32 ετών, ναυτικός, ο Νικόλαος Σοβατζής του Αθανασίου, 24 ετών, ναυτικός, και ο Μήτρος Σοβατζής του Κομνηνού, 57 ετών, σοβατζής.

Αντίπαρος

Η σχέση της οικογένειας με την Αντίπαρο είναι παλαιά και συνεχίζεται πολύ αργότερα. Το 1888 αναφέρεται η Αγγελική Σοβατζή, μητέρα της Ελένης Αποκότου, σε πράξη γάμου στην Ερμούπολη.

Ακόμη σημαντικότερη είναι η καταγραφή της 2ας Σεπτεμβρίου 1950 στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου, όπου η Ελένη Τριαντάφυλλου, σύζυγος Μιχαήλ, αναφέρεται ως κόρη του Ν. Σοβατζή.

Πηγές

·        «Παριανά ονόματα – επίθετα και οικόσημα», καταγραφές για το επώνυμο.

·        «Paros 1875 Voters Lists – An Aegean Family Pilgrimage», εκλογικοί κατάλογοι.

·        ΓΑΚ Νομού Κυκλάδων, στοιχεία τεχνιτών που έφθασαν στην Ερμούπολη 1821–1830.

·        Ι. Θ. Μαλακάσης, Η ελληνική εμπορική ναυτιλία στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο

–1824. Στα δημοτολόγια Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 16χρονος Δημήτριος Σοβατζής.

–1828. Στα δημοτολόγια Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 24χρονος Αθανάσιος Σοβατζής.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 43χρονος πλοίαρχος Αθανάσιος Σοβατζής και ο 39χρονος πλοίαρχος Δημήτριος Σοβατζής.

–1888. Το 1888 αναφέρεται η Αγγελική Σοβατζή, μητέρα της Ελένης Αποκότου, σε πράξη γάμου στην Ερμούπολη.

–1950. Σε εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 2 Σεπτεμβρίου 1950 υπάρχει εγγεγραμμένη η Τριαντάφυλλου Ελένη, όνομα συζύγου Μιχαήλ, όνομα πατρός Ν. Σοβατζής.

 

Σοκορέλος: Η παρουσία του στην Πάρο ήταν υπηρεσιακή και δεν αποτελεί ένδειξη παριανής καταγωγής της οικογένειας Σοκορέλου. Το επώνυμο απαντά στην Κορινθία ήδη κατά την ίδια ιστορική περίοδο, γεγονός που συμφωνεί με την αναφερόμενη κορινθιακή καταγωγή, από το Δερβένι.

–1948-50. Διοικητής του Σταθμού Χωροφυλακής της Κοινότητας των Λευκών Πάρου από το 1948-50 ο Βλάσιος Σοκορέλος από το Δερβένι Ν. Κορινθίας.


Σομαρήπας ή Σομαρίπας ή Σομμαρήπας ή Σωμαρίπας ή Σωμμαρίπας ή Σουμμαρίπας ή Σομμαρίπας:
Ο Σομμαρίπας (Sommerive–Sommariva–Sommaripa) ήταν οίκος δυτικής, γαλλοϊταλικής προέλευσης, που εγκαταστάθηκε στο Δουκάτο του Αιγαίου κατά τον 14ο αιώνα. Συνδέθηκε δυναστικά με την Πάρο το 1389, όταν ο Γκασπάρο Σομμαρίπα παντρεύτηκε τη Μαρία Σανούδου. Οι Σομμαρίπα κυβέρνησαν την Πάρο και συνδέθηκαν επίσης με την Αντίπαρο, την Άνδρο και τη Νάξο. Από το 1460 το Κάστρο του Κεφάλου αποτέλεσε την έδρα των ηγεμόνων της οικογένειας.

Τα οικόσημα στην Πάρο

Η παρουσία των Σομμαρίπα στην Πάρο δεν αποτελεί μόνο ιστορική αναφορά αλλά τεκμηριώνεται και από υλικά κατάλοιπα. Οικόσημο του οίκου βρίσκεται στην πρόσοψη του ενοριακού ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου στα Μάρμαρα, κάτω από το κωδωνοστάσιο· σύμφωνα με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, το συγκεκριμένο οικόσημο προέρχεται από το Κάστρο του Κεφάλου.

Ένα ακόμη οικόσημο βρίσκεται στον Άγιο Αντώνιο, στην κορυφή του Κεφάλου, μέσα στον χώρο του παλαιού κάστρου. Η αρχαιολογική έρευνα το συνδέει με την καθολική παρουσία των Σομμαρίπα στο Κάστρο, όπου διατηρούνται επίσης στοιχεία της παλαιότερης καθολικής λατρείας, μεταξύ των οποίων και το μαρμάρινο αρτοφόριο.

Η καθολική οικογένεια και η Νάξος

Οι Σομμαρίπα παρέμειναν για αιώνες συνδεδεμένοι με την καθολική αριστοκρατία των Κυκλάδων. Η παρουσία τους στη Νάξο είναι ιδιαίτερα έντονη: σώζονται οικόσημα και κτίσματα που συνδέονται με μέλη της οικογένειας, ενώ το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών αναφέρει ότι απόγονοι του ναξιακού κλάδου εξακολουθούσαν να υπάρχουν στο νησί.

Στη Νάξο διασώζεται, μεταξύ άλλων, ο Πύργος Σομμαρίπα στο Κανακάρι, με το εντοιχισμένο οικόσημο και την επιγραφή «1656 F.N.S.», που συνδέεται με τον Francesco Nicola Sommaripa. Η γειτονική Παναγία Κανακαριώτισσα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ναού με ιστορική συνύπαρξη καθολικής και ορθόδοξης λατρείας.

Η νεότερη οικογένεια στην Πάρο

Το επώνυμο εμφανίζεται ξανά σε παριανά τεκμήρια τον 19ο αιώνα. Το 1832 καταγράφεται Σπυρίδων Σομμαρίπας στο μητρώο αρρένων των Λευκών, ενώ το 1875 εμφανίζονται στον Δήμο Υρίας οι Σπύρος και Σωκράτης Σουμαρίπας, γιοι του Πέτρου. Επιστολές του 1877–1878 επιβεβαιώνουν την οικογένεια στις Λεύκες. Η παρουσία του επωνύμου συνεχίζεται στον 20ό αιώνα, με καταγραφές στην Παροικιά και στη Μάρπησσα.

Η οικογενειακή παράδοση συνδέει επίσης τους μεταγενέστερους Σομαρίπα με τη Νάουσα και τη Νάξο.

Θρησκευτική μεταβολή

Η ιστορική παρουσία των Σομμαρίπα στην Πάρο και τη Νάξο είναι σαφώς συνδεδεμένη με τον ρωμαιοκαθολικισμό. Για μεταγενέστερη προσχώρηση τμημάτων της οικογένειας στην Ορθοδοξία κατά τις αρχές του 20ού αιώνα υπάρχει οικογενειακή παράδοση, η οποία αξίζει να ερευνηθεί ειδικά σε μητρώα βαπτίσεων, γάμων και θανάτων των καθολικών κοινοτήτων Πάρου και Νάξου, καθώς και στα αντίστοιχα ορθόδοξα μητρώα.

Πηγές

·        Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών – Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Πανδέκτης, οικόσημα του οίκου Σομμαρίπα.

·        Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων, Η Βυζαντινή Πάρος – Κέφαλος.

·        Athanasios K. Vionis, μελέτη για το Κάστρο Κεφάλου και την αρχαιολογία της μεσαιωνικής Πάρου.

·        Παριανά ονόματα – επίθετα και οικόσημα, λήμμα Σομαρίπας.

–1386 Κτήση του Δουκάτου της Νάξου γίνεται η Πάρος. Από το 1386 περιέρχεται στην οικογένεια Σομμαρίπα (η Ελεονόρα Σανούδου, δούκισσα του Αρχιπελάγους από τον δεύτερο γάμο της με τον Nicolo Sanudo τον Spezzabanda, δίνει την Πάρο και την Αντίπαρο προίκα στην Μαρία Sanudo, που παίρνει σύζυγο τον Gasparo Γάσπαρη) Σομμαρίπα.

–1414. Η άνοδος στο θρόνο του Δουκάτου ο φιλοτέχνης Δούκας, Σωμαρίπας Κουσίνος του Α' 1414-1462, γιός της Μαρίας Σανούδου και του άρχοντα Γκάσπαρι Σομμαρίπα.

–1462. Ο Νικόλαος Σομαρίπας (1462-1505) μεταφέρει την έδρα του από το Κάστρο του Κέφαλου. –Διάδοχοι Δούκες στο νησί, της δυναστείας των Σωμαρίπα ως τα 1520 με τους Κρουσίνο τον Β', Δομίνικο και Νικόλαο

–1483. Το νησί δόθηκε στη Μαρία Σανούδου, θυγατέρα του Σπεντζαμπάντα, από τον Φραγκίσκο Α’ Κρίσπο στα 1483, με τον όρο να παραιτηθεί από την Άνδρο και να παντρευτεί τον Γκάσπαρο ντι Σομαρίπα. Εδώ οι Σομαρίπα διαφέντεψαν τον τόπο, με πολλά σκαμπανεβάσματα, μεταξύ των οποίων και ένας πόλεμος το 1503 ανάμεσα στα μέλη των οικογενειών της Πάρου και της Άνδρου που κράτησε έως το 1520, όταν ο τελευταίος πέθανε άκληρος, η Βενετία, προστάτης του νησιού, ανέγνωσε για νόμιμο κληρονόμο του την Φλωρεντία Σομμαρίπα, γυναίκα του άρχοντα των Κυθήρων Βενιέρι. Η Φλωρεντία, κατά το έθιμο της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, σαν αδελφή του Σομμαρίπα, ήταν και η νόμιμη κληρονόμος του νησιού. Έτσι η Πάρος πέρασε στους Βενιέριδες.

–1518. Πεθαίνει το 1518 χωρίς απόγονο ο τελευταίος της δυναστείας των Σομμαρίπα. Η Βενετία αποφασίζει να τον διαδεχθή η αδερφή του Fiorenza, παντρεμένη με τον Giovanni Francesco Venier. Έτσι με το γιός τους αρχίζει μια νέα δυναστεία των Βενιέρηδων στην Πάρο.

–1624. Στο περιοδικό Φλέα τ 61 στην σελίδα 18 γράφει για τους άρχοντες της Άνδρου το 1624. «Οι Λατίνοι άρχοντες που ήθελαν να παραμείνουν καθολικοί είχαν εγκαταλείψει (υπό εκβιαστική πίεση) την Άνδρο προς ασφαλέστερα γι’ αυτούς νησιά (όπως οι Γκριμάλντι και ορισμένοι Σομμαρίπα για Νάξο και Πάρο, οι Τζεραρντίν (Γεράρδης) και Ντα Ραγκούσα για Πάρο». Όπως διαφαίνεται, υπήρξε κι άλλος κλάδος της οικ. Ραγκούση, που ήρθε αργότερα από την Άνδρο.

–1675. Στην 1η Νοεμβρίου 1675. Σε επιστολή ο Φραγκίσκος Χαμερλάτος αποστέλλει στην Ρώμη κατά του αρχιεπισκόπου, του τοποτηρητή Ολιβίου Σομμαρίπα και του σκευοφύλακα Φραγκίσκου Κορονέλλου κατηγορεί αυτούς και τους μεν δυο πρώτους καλεί  «ατιμωτάτους ζώντας μετά παλλακών, τον δε τρίτον μαστροπόν αυτών και πολλά άλλα άσχημα έγραφε. Η επιστολή εγράφει εις τον εν Γαλλία εντολοδότη πατέρα Βοκίλλη αλλά δεν δόθηκε ανοιχθείσα καθ’οδόν επεστράφη εις Νάξο και εδόθη εις τον αρχιεπίσκοπο.

–1702. Το 1702 γεννιέται η Ελενάκη Μαυρογένους, μετέπειτα σύζυγος του Φραντζέσκου Σομαρίπα.

–1713 Δυτική η προέλευση αυτού του επιθέτου, από την εποχή του δουκάτου της Παροναξίας. Υπάρχει αρτοφόριο των καθολικών με οικόσημο των Σομαρίπα στον Αγ. Αντώνιο. Παλαιότερα το επίθετο εμφανίζετε και ως Σομμαρίπα.

–1728. Σε έγγραφο Νάξου στις 18 Οκτωβρίου 1728 αναφέρεται η κόρη του Τζανή και της Μαρούσας Μαυρογένη η επονομαζόμενη Ελένη είχε παντρευτεί τον Ναξιώτη καθολικό άρχοντα Φραντζεσκάκη Ματθαίου Σομμαρίπα.

–1729. Σε κληρονομικό δικαίωμα των συζύγων αναφέρεται στις 11 Οκτωβρίου 1729 ο αφέντης Φρανγκεσκάκης Σουμαρίπας: «ένα κομμάτι αμπέλι εις τα Θαψανά (σύμπλιος) αφέντης Φραντζεσκάκης Σομαρίπας, με την φυτεία…»

–1832. Το 1832 γεννιέται ο Σομμαρίπας Σπυρίδων. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Υρία του 1875, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι: Σουμαρίπας Σπύρος του Πέτρου, ετών 39, υπάλληλος, Σουμαρίπας Σωκράτης του Πέτρου, ετών 31, ναυτικός.

–1877. Επιστολή Αθήνας στις 26 Ιουλίου του 1877 του Σπύρου Σουμαρίπα προς την σύζυγό του Ζαμπέτα και την κόρη του Αικατερίνη που διαμένουν στις Λεύκες. «…ο αδερφός μου Σωκράτης ανεχώρησεν δι’ Αφρικήν…».

–1878. Επιστολή Αθήνας στις 9 Μαρτίου 1878  του Σπύρου Σουμαρίπα προς την σύζυγό του Ζαμπέτα και την κόρη του Αικατερίνη που διαμένουν στις Λεύκες.

Ο Σπύρος Σομμαρίπας εκείνη την περίοδο ήταν γραμματέας στον Δήμο Αθηνών.

–1970. Σε κατάθεση στεφάνου το 1970 στο ηρώο της Παροικιάς, διακρίνεται η μαθήτρια Ζαννέτα Σομαρίπα.

–1989. Δημήτριος Σωμαρίπας [1989] κάτοικος Μάρπησσας.

 

Σομπόνης ή Ζομπόνης ή Σουμπόνης: Το επώνυμο Σομπόνης, με τις μορφές Σομπάνης, Σουμπόνης και Ζομπόνης, αποτελεί παλαιό παριανό επώνυμο, το οποίο παραμένει ζωντανό μέχρι σήμερα, ιδιαίτερα στα Μάρμαρα και τον Πρόδρομο. Η παριανή ονοματολογική έρευνα το τοποθετεί ήδη στα τέλη του 17ου αιώνα, περίπου γύρω στο 1690. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπιστεί το πρωτότυπο τεκμήριο αυτής της χρονολογίας, επομένως το 1690 πρέπει να θεωρείται παλαιότερη αναφερόμενη και όχι οριστικά αποδεδειγμένη πρώτη μαρτυρία.

Ο κλάδος του Ανδρέα στον Δραγουλά το 1875

Η σημαντικότερη μέχρι σήμερα γενεαλογική μαρτυρία βρίσκεται στους εκλογικούς καταλόγους του 1875. Στον Δήμο Μάρπησσης και ειδικότερα στον Δραγουλά καταγράφονται:

·        Γεώργιος Σομπόνης του Ανδρέα, 39 ετών, γεωργός.

·        Εμμανουήλ Σομπόνης του Ανδρέα, 47 ετών, γεωργός.

·        Ηλίας Σομπόνης του Ανδρέα, 49 ετών, ναυπηγός.

·        Νικόλαος Σομπάνης του Ανδρέα, 42 ετών, γεωργός.

Οι τέσσερις αυτές εγγραφές είναι εξαιρετικά σημαντικές, επειδή συνδέονται με το ίδιο πατρώνυμο Ανδρέας και βρίσκονται στον ίδιο οικισμό. Επιπλέον, εμφανίζονται δύο διαφορετικές γραφές του επωνύμου, Σομπόνης και Σομπάνης, γεγονός που δείχνει ότι οι παραλλαγές χρησιμοποιούνταν ακόμη και μέσα στην ίδια οικογενειακή ομάδα.

Η μαρτυρία του 1860

Ήδη από το 1860 εμφανίζεται στην Ερμούπολη ο Ηλίας Σουμπόνης του Ανδρέα, κάτοικος Πάρου και ναυτικός, σε συμβολαιογραφική πράξη πώλησης πλοιαρίου. Το 1875 συναντούμε Ηλία Σομπόνη του Ανδρέα, 49 ετών, ναυπηγό.

Η χρονική, ονομαστική και πατρωνυμική σύμπτωση είναι πολύ ισχυρή και καθιστά πολύ πιθανό ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.

Η περίπτωση αυτή δείχνει επίσης ότι ο συγκεκριμένος κλάδος δεν περιοριζόταν στη γεωργία αλλά είχε παρουσία στη ναυτιλία και τη ναυπηγική δραστηριότητα της εποχής.

Οι πολυάριθμες οικογένειες του 1903

Στα δημοτολόγια του Δήμου Μάρπησσης, στις 28 Νοεμβρίου 1903, καταγράφονται πολυάριθμοι Σομπόνηδες, μεταξύ των οποίων οι οικογένειες του Ανδρέα Γεωργίου Σομπόνη, του Δημητρίου Εμμανουήλ Σομπόνη, του Γεωργίου Νικολάου Σομπόνη και του Αντωνίου Νικολάου Σομπόνη, καθώς και τα παιδιά τους.

Το σημαντικό όμως είναι ότι αυτές οι εγγραφές δεν πρέπει να χαρακτηρίζονται ως «οικογένειες της Μάρπησσας». Πρόκειται για οικογένειες εγγεγραμμένες στον Δήμο Μάρπησσης, ο οποίος περιλάμβανε περισσότερους οικισμούς. Επομένως, χωρίς την ακριβή δημοτολογική στήλη του τόπου κατοικίας, δεν μπορούμε να πούμε ποια από τα πρόσωπα του 1903 ανήκαν στα Μάρμαρα, ποια στον Δραγουλά/Πρόδρομο και ποια στη Μάρπησσα.

Ωστόσο, η παρουσία των Σομπόνηδων στον ίδιο δημοτικό χώρο και η σαφής παρουσία τους στον Δραγουλά ήδη από το 1875 δημιουργούν ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ιστορικό υπόβαθρο για τη σημερινή παρουσία του επωνύμου στον Πρόδρομο και τα Μάρμαρα.

Μια οικογένεια που συνεχίζεται μέχρι σήμερα

Η συνέχεια του επωνύμου στην ίδια περιοχή είναι αδιαμφισβήτητη. Σήμερα καταγράφεται Σομπόνης Κωνσταντίνος στα Μάρμαρα, ενώ στον Πρόδρομο καταγράφεται επίσης ο Σομπόνης Κωνσταντίνος, καθώς και άλλες σύγχρονες καταγραφές του επωνύμου στην Πάρο.

Δεν είναι ακόμη δυνατό, μόνο από τα διαθέσιμα δημοσιευμένα στοιχεία, να αποδείξουμε γενεαλογικά ότι ο σημερινός κλάδος των Μαρμάρων ή του Προδρόμου κατάγεται από συγκεκριμένο έναν από τους Σομπόνηδες του 1875. Η γεωγραφική και πατρωνυμική συνέχεια όμως είναι αρκετά ισχυρή ώστε να δικαιολογεί συστηματική αναζήτηση στα δημοτολόγια, ληξιαρχικά και εκκλησιαστικά μητρώα.

Η πιθανή καθολική προέλευση

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον ερευνητικό ζήτημα της οικογένειας.

Τα Μάρμαρα και ο Δραγουλάς δεν ήταν τυχαίοι οικισμοί ως προς την καθολική παρουσία. Σε καταγραφή της Καθολικής Αρχιεπισκοπής Νάξου του 1830, τα Μάρμαρα εμφανίζονται με 280 κατοίκους και 28 Λατίνους (καθολικούς), ενώ ο Δραγουλάς με 146 κατοίκους και 6 Λατίνους (καθολικούς). Άλλη ακαδημαϊκή επεξεργασία των ίδιων στοιχείων αναφέρει 27 καθολικούς στα Μάρμαρα σε σύνολο 308 κατοίκων. Οι μικρές διαφοροποιήσεις οφείλονται στον τρόπο καταγραφής των κατοίκων, αλλά και οι δύο πηγές επιβεβαιώνουν το βασικό γεγονός: υπήρχε οργανωμένη καθολική παρουσία τόσο στα Μάρμαρα όσο και στον Δραγουλά κατά τον 19ο αιώνα.

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι σύγχρονη ακαδημαϊκή έρευνα για τους Καθολικούς της Πάρου καταγράφει ότι, παρότι σήμερα δεν υπάρχουν καθολικοί στα Μάρμαρα, η καθολική παράδοση διατηρήθηκε στη μνήμη ορισμένων ηλικιωμένων κατοίκων, οι οποίοι εξακολουθούσαν να κάνουν τον σταυρό τους με τον καθολικό τρόπο, λέγοντας ότι «έτσι το έκαναν παλιά».

Αυτό δείχνει ότι η εξαφάνιση της καθολικής κοινότητας δεν σήμαινε απαραίτητα και άμεση εξαφάνιση των παλαιών οικογενειακών παραδόσεων.

Μπορεί οι Σομπόνηδες να ήταν παλαιότερα Καθολικοί;

Η υπόθεση δεν έχει ακόμη αποδειχθεί. Δεν έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα καθολικό μητρώο που να αναφέρει συγκεκριμένο Σομπόνη ή Σομπάνη ως καθολικό.

Όμως πλέον υπάρχουν αρκετά στοιχεία που καθιστούν την υπόθεση σοβαρή ερευνητική πιθανότητα και όχι απλή εικασία.

Επομένως, δεν μπορούμε να γράψουμε ότι οι Σομπόνηδες ήταν Καθολικοί, αλλά μπορούμε πλέον να σημειώσουμε ότι η πιθανότητα ενός παλαιότερου καθολικού κλάδου αξίζει ειδική αρχειακή διερεύνηση.

Η προέλευση του επωνύμου

Η παλαιότερη παριανή ερμηνεία χαρακτηρίζει το επώνυμο ως «βενέτικο» ή «λομβαρδοβενέτικο» και προτείνει διάφορες εκδοχές, μεταξύ αυτών το υποθετικό So Boni, ένα ναυτικό εργαλείο και πιθανή σχέση με το ιταλικό Zamponi. Ωστόσο, καμία από αυτές τις ετυμολογίες δεν συνοδεύεται σήμερα από επαρκές πρωτογενές τεκμήριο.

Ιδιαίτερα η ερμηνεία «So = τόσο» + «Boni = καλός» δεν μπορεί να θεωρηθεί επιστημονικά τεκμηριωμένη. Ούτε έχει βρεθεί μέχρι σήμερα γενεαλογικός σύνδεσμος των Παριανών Σομπόνηδων με την ιταλική οικογένεια Zamponi.

Επομένως, η ακριβής ετυμολογία του επωνύμου παραμένει ανοικτό ζήτημα.

Πηγές

·        Ε. Χατζηπέτρος, Paros 1875 Voters Lists, με βάση τους πρωτότυπους εκλογικούς καταλόγους της Συλλογής Βλαχογιάννη των ΓΑΚ.

·        Παριανά ονόματα – επίθετα και οικόσημα, λήμμα «Σομπόνης ή Ζομπόνης ή Σουμπόνης».

·        Μελέτη του Παντείου Πανεπιστημίου για την Καθολική παρουσία στην Πάρο, με στοιχεία από το Αρχείο της Καθολικής Αρχιεπισκοπής Νάξου.

·        Καταγραφή της Καθολικής Αρχιεπισκοπής Νάξου του 1830 για τους καθολικούς πληθυσμούς των παριανών οικισμών.

·        Σύγχρονες καταγραφές του επωνύμου στα Μάρμαρα και τον Πρόδρομο.

–1833. Στα Δημοτολόγια του Δήμου Μάρπησσης, στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Ανδρέα? Σομπόνης, ετών 70, κηπουρός, χήρος. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1858. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένος ο Δημήτριος Εμμανουήλ Σομπόνης, ετών 44, φούρναρης, έγγαμος. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1858. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένος ο Νικόλαος Εμμανουήλ Σομπόνης, ετών 45, φούρναρης, κάτοικος Αθηνών, έγγαμος. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1860. Στις 10 Ιανουαρίου 1860 σε συμβολαιογραφική πράξη [πωλητήριο] στην Σύρου αναφέρεται ότι ο κάτοικος Πάρου Σουμπόνης Ηλίας του Ανδρέα ναυτικός να πωλεί πλοιάριο.

–1861. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένη η Μαρούλα Δημητρίου Σομπόνη, ετών 42, οικιακά, έγγαμη. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1868. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένος ο Ανδρέας Γεωργίου Σομπόνης, ετών 35, κηπουρός, έγγαμος. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1868. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Νικολάου Σομπόνης, ετών 35, γεωργός, έγγαμος. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Σομπόνης Γεώργιος του Ανδρέα 39 ετών γεωργός. Αλλά και ο Σομπόνης Ηλίας του Ανδρέα 49 ετών ναυπηγός.

–1877. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένος ο Χρήστος Γεωργίου Σομπόνης, ετών 24, κηπουρός, άγαμος. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1879. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένη η Μαρούσα Γεωργίου Σομπόνη, ετών 28, οικιακά, έγγαμη. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1879. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένος ο Αντώνιος Νικολάου Σομπόνης, ετών 24, γεωργός, έγγαμος. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1880. Σε έγγραφο στις 20 Φεβρουαρίου 1880 «εμβήκαν του Φ. Χανιώτη οι γάιδαροι εις του Τζιμπούκη, Αποκοπτής Ιωάννης Κληρονόμος, πινάκια δυο, μάρτυρες Ν. Ζομπόνης, Μάρκος Δελέντας, Ιωαν. Λαχταρίδης. Εις τας 4 Μαρτίου εμβήκεν ο γάιδαρος του Σπανόπουλου εις το Τζιμπούκη, το απόκοχε ο αποκοφτής Ι. Κληρονόμος, πινάκια τρία. Νικόλαος Παυλάκης, Πέτρος Καβάλης».

–1883. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένη η Μαρίνα Δημητρίου Σομπόνη, ετών 16, οικιακά, άγαμη. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1883. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένη η Δέσποινα Αντωνίου Σομπόνη, ετών 20, οικιακά, έγγαμη. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1885. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένη η Ζαμπέτα Δημητρίου Σομπόνη, ετών 11, οικιακά, άγαμη. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1888. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένος ο Εμμανουήλ Δημητρίου Σομπόνης, ετών 8, μαθητής, άγαμος. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1889. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένη η Λαρέντζα Γεωργίου Σομπόνη, ετών 10, άνευ, άγαμη. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1891. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένη η Μαρία Ανδρέα Σομπόνη, ετών 12, μαθήτρια, άγαμη. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1893. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Δημητρίου Σομπόνης, ετών 9, μαθητής, άγαμος. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1894. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένη η Σουλτάνα Γεωργίου Σομπόνη, ετών 9, άνευ, άγαμη. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1894. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένος ο Εμμανουήλ Ανδρέα Σομπόνης, ετών 10, μαθητής, άγαμος. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1895. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένος ο Νικόλαος Ανδρέα Σομπόνης, ετών 5, άγαμος. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1896. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένος ο Ιωάννης Δημητρίου Σομπόνης, ετών 4, άνευ, άγαμος. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1897. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένος ο Μιχαήλ Γεωργίου Σομπόνης, ετών 3, άνευ, άγαμος. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1898. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένη η Μόσχου Γεωργίου Σομπόνη, ετών 2, άνευ, άγαμη. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1900. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένη η Κωνσταντίνα Γεωργίου Σομπόνη, ηλικίας 2 μηνών. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1900. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένη η Ελισάβετ Αντωνίου Σομπόνη, ετών 3, άνευ, άγαμη. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1902. Στα ίδια Δημοτολόγια είναι εγγεγραμμένη η Μαρία Αντωνίου Σομπόνη, ετών 1, άνευ, άγαμη. Πηγή: Δημοτολόγια Δήμου Μάρπησσης, 28 Νοεμβρίου 1903.

–1907. Σε κατάστιχο του Λεβαντή το 1907 «εις το Πάτελο ο Ρίτσος πατητής δρχ 2 και ο Ζομπόνης αγωγιάτης δρχ4».

–1912-1922. Ηρώο Μάρπησσας «Εν έτει 1929 ο Σύνδεσμος Μαρπησσαίων Πάρου. Τοις Ενδοξως εν Πολέμοις πεσούσι 1912-1922 Μαρπησσέοις Αρχιλοχιταις» ΣΟΜΠΟΝΗΣ ΝΙΚ. Α.

–1920. Το 1920 γεννιέται η Σομπόνη Κατίνα του Αντωνίου, μετέπειτα σύζυγος του Άγουρου Νικόλαου, κάτοικος Μάρπησσας.

 

Σορώτος: Το Σορώτος συγκαταλέγεται στα παλαιά επώνυμα της Πάρου που μπορούν να τεκμηριωθούν ήδη από τον 17ο αιώνα. Η αναφορά του Ανδρέα Σορώτου το 1675 και του ιερέα Νικολάου Σορώτου το 1705, μέσα στον αρχειακό κύκλο της Μονής Αγίου Αντωνίου Μάρπησσας, αποτελεί σήμερα τον βασικό κορμό της έρευνας.

–1675. Ο ιερέας Μάρκος Οικονόμου σε Κατάλογο των εγγράφων του οσίου Αντωνίου στις 25 Νοεμβρίου 1675 «Ανταλλαγή κτήματος του παπά Μάρκου Οικονόμου μετά του Ανδρέα Σορώτου.

–1705. Ο ιερέας Νικόλαος Σορώτος αναφέρεται σε έγγραφα του οσίου Αντωνίου στις 4 Νοεμβρίου 1705.

 

Σούμας: Το Σούμας είναι ένα παλαιό επώνυμο που μπορούμε σήμερα να τεκμηριώσουμε στην Πάρο τουλάχιστον από το 1738, όταν ο Βασιλάκης Σούμας αναφέρεται σε προικοσύμφωνο της Παροικιάς.

Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, η Βαρβάρα Σούμα, η οποία είχε φθάσει στη Σύρο το 1829 σε ηλικία 8 ετών, καταγράφεται το 1846 στην Ερμούπολη ως 25χρονη χήρα και ρητά ως Παριανή.

Έχουμε επομένως μια σημαντική ένδειξη ότι το επώνυμο Σούμας συνδέεται με παριανό πληθυσμό ήδη από τον 18ο αιώνα και ότι τουλάχιστον ένας κλάδος του μετακινήθηκε από την Πάρο στη Σύρο κατά τον 19ο αιώνα.

–1738. Σε προικοσύμφωνο Παροικίας στις 18 Φεβρ. 1738. Ο Γιώργος Χιωτάκης με την θυγατέρα Πασκάλη Σάντου, ονόματι Ανεζίνα, αναφέρεται ο Βασιλάκης Σούμας.

–1829. ΒΑΡΒΑΡΑ ΣΟΥΜΑ ετών 8 αφίχθη στην Σύρο το  1829

–1846. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος η παριανή 25χρονη χήρα Βαρβάρα Σούμα. Έδωσε όρκο στις 30 Απριλίου 1846.

 

Σουμπόνης: Βλέπε Σομπόνης

 

Σουρπανός; : Το Σουρπανός είναι ένα εξαιρετικά σπάνιο επώνυμο, το οποίο τεκμηριώνεται μέχρι σήμερα στην Πάρο με μία συγκεκριμένη μαρτυρία:

Η χρονική συγκυρία είναι πολύ ενδιαφέρουσα για πιθανή κρητική προέλευση, αλλά προς το παρόν δεν έχουμε αρκετά στοιχεία για να χαρακτηρίσουμε τον Ιωάννη Σουρπανό Κρητικό πρόσφυγα.

 

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Ιωάννης Σουρπανός.


Σούτσος ή Σούτζος:
Οι Σούτσος ή Σούτζος (Suțu) αποτελούν σημαντικό φαναριώτικο οίκο της Κωνσταντινούπολης, από τον οποίο προήλθαν Μεγάλοι Διερμηνείς της Πύλης και ηγεμόνες της Μολδαβίας και της Βλαχίας. Το οικογενειακό οικόσημο συνδυάζει σύμβολα των δύο Ηγεμονιών.

Οι πρώτες παριανές αναφορές

–1806. Σε παριανή κτηματική καταγραφή αναφέρεται Παναγιώτης Σούτσος με αγροτεμάχιο στην περιοχή του Δραγουλά και αναφορά σε σμύριδα. Η ταύτισή του με τον γνωστό ποιητή Παναγιώτη Σούτσο δεν είναι ασφαλής, καθώς ο ποιητής γεννήθηκε το 1806 στην Κωνσταντινούπολη.

–1826. Σε επιστολή της 18ης Σεπτεμβρίου αναφέρεται Σπύρος Σούτζος, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να διαθέτουμε αρκετά στοιχεία για την ταυτότητά του.

Η Ραλλού Σούτζου και ο Άγιος Αντώνιος

Το σημαντικότερο τεκμήριο είναι του 1835. Η Ραλλού Σούτζου υπέβαλε στις 14 Οκτωβρίου αίτηση στη Νομαρχία Κυκλάδων, ζητώντας να αναγνωριστεί ως ιδιοκτησία της η Μονή Αγίου Αντωνίου στον Κέφαλο της Μάρπησσας, επικαλούμενη κληρονομικά δικαιώματα. Η αίτηση απορρίφθηκε το 1836.

Η Ραλλού αναφέρεται ως συγγενής των Μαυρογένηδων, γεγονός που συνδέει τον οίκο των Σούτζων με μία από τις σημαντικότερες παριανές οικογένειες και με την περιουσία του Αγίου Αντωνίου.

Η συνέχεια στην Πάρο

Το επώνυμο εμφανίζεται και πολύ αργότερα στην Παροικιά: το 1896 καταγράφεται ο Σταύρος Σούτσος του Ιωάννη, ναυτικός, ενώ το ίδιο πρόσωπο εμφανίζεται και στον εκλογικό κατάλογο του 1946.

Συμπέρασμα

Η παρουσία των Σούτσος/Σούτζος στην Πάρο τεκμηριώνεται τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα. Ιδιαίτερη σημασία έχει η υπόθεση της Ραλλούς Σούτζου το 1835, καθώς συνδέει το επώνυμο με τους Μαυρογένηδες και τη Μονή Αγίου Αντωνίου στον Κέφαλο.

Ωστόσο, δεν έχει ακόμη αποδειχθεί γενεαλογική συνέχεια ανάμεσα στους παριανούς Σούτσους και στον ευρύτερο φαναριώτικο οίκο των Σούτζων.

Πηγές: Παριανά Ονόματα – ΕΙΕ/Πανδέκτης – Γενικά Αρχεία του Κράτους – Blue Heritage.

–1806. Έτος 1806 Παναγιώτης Σούτσος αγροτεμάχιο με Σμύριδα στην περιοχή Δραγουλάς. Ο Παναγιώτης Σούτσος είναι ο ρομαντικός ποιητής του 19ου αιώνα και αδερφός του Αλέξανδρου Σούτσου, κι αυτός ποιητής και οι δύο είχαν γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη, ήταν Φαναριώτες.

–1826. Σε επιστολή στις 18 Σεπτεμβρίου του 1826, αναφέρεται ένας Σπύρος όπου είχε ο Σούτζος.

–1835. Αίτηση της Ραλλού Σούτσου κόρη του Νικολάου Μαυρογένη και σύζυγος του Δ. Σούτσου στις 14 Οκτωβρίου 1835 προς την Νομαρχία Κυκλάδων ζητεί όπως παραχωρηθή ως ιδιοκτησία της η μονή του Αγίου Αντωνίου, προβάλλουσα κληξρονομικούς λόγους. Η αίτησή της απερρίφθη τον Μάιο του 1836 ως μη ευσταθούσα.

–1896. Το 1896 γεννιέται ο Σούτσος Σταύρος του Ιωάννη ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.

–1946. Στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1946 είναι εγγεγραμμένος ο Σούτσος Σταύρος του Ιωάννη ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.

–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Σούτσου Διαμάντω όνομα συζύγου Σταύρος, όνομα πατρός Ι. Πατέλης.

 

Σοφάκης: Πιθανότατα ονομαστικό ή πατρωνυμικό επώνυμο, συνδεόμενο με το Σοφία/Σοφός και την υποκοριστική κατάληξη -άκης. Στην Πάρο απαντά ήδη τον 19ο αιώνα. Το 1900 καταγράφεται η Ελένη Σοφάκη του Ιωάννη, μετέπειτα σύζυγος του Κωνσταντίνου Αλιπράντη.

–1900. Το 1900 γεννιέται η Σοφάκη Ελένη, του Ιωάννη, μετέπειτα σύζυγος του Αλιπράντη Κωνσταντίνου.

 

Σοφιανός: Πιθανότατα μητρονυμικό επώνυμο, συνδεόμενο με το γυναικείο όνομα Σοφία. Το επώνυμο απαντά στη Νάξο ήδη από τον 17ο αιώνα και στην Τήνο, ενώ στην Πάρο τεκμηριώνεται στις αρχές του 19ου αιώνα. Ιδιαίτερο πρόσωπο υπήρξε ο Πριμικήριος Σοφιανός, γραφεύς και μάρτυς σε έγγραφο της Ξεχωριανής το 1818 και παρών σε δικαιοπρακτικά έγγραφα του Τζιπίδου το 1820 και το 1825. Η παρουσία του μαρτυρεί πρόσωπο με εκκλησιαστικό και κοινωνικό κύρος στην Πάρο.

–1818. Σε έγγραφο Ξεχωριανής στις 26 Σεπτεμβρίου 1818 ο «Πριμικήρι(ος) Σοφιανός γραφεύς και μάρτυς».

–1820. Σε έγγραφο Τζιπίδου 1820 ο πριμικηρίος Σοφιανός επιβεβαιώνει στην αρχή  ο Ι. Μαυρογένης, ζαμπίτης (αστυνόμος) Πάρου «Παρησιασθέντες έμπροσθεν του πανευγενεστάτου άρχοντος τζελέπη Γιαννάκη Μαυρογένη ζαμπίτη μαε η κερα πρεσβυτέρα του αγίου πριμικηρίου Σοφιανού κάνοντας αγωγή κατά του Ιωάννη Τζιώτη δια τα οσπίτια της οπού είχε χαλασθούν εξαιτίας της εκκλησίας τιυ οπού έκτισεν εις την Αγίαν Παρασκευήν.

–1825. Σε έγγραφο Τζιπίδου στις 24 Μαΐου 1825 ο πριμικήριος Σοφιανός υπογράφει τη διαθήκη του Ιωάννη Ελευθ. Τζιώτη.

 

Σπαθαρόπουλος: Πατρωνυμικό επώνυμο με κατάληξη -όπουλος, πιθανότατα συνδεόμενο με παλαιότερο επαγγελματικό ή προσωνυμικό τύπο Σπαθάρης/Σπαθάριος. Η ακριβής γεωγραφική καταγωγή της παριανής οικογένειας δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί. Στην Πάρο απαντά ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα και συνδέεται με οικογένεια που συμμετείχε στην Επανάσταση του 1821. Το 1831 οι Κωνσταντίνος και Γεώργιος Σπαθαρόπουλος υπέγραψαν επιστολή των Παριανών για τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί από την εγκατάσταση Κρητών νεοαποίκων.

–1821. Παριανός αγωνιστής του 1821 ο Σπαθαρόπουλος Γεώργιος (Μ.Υ.14234) Στρατιώτης και ο ΣΠαθαρόπουλος Κωνσταντίνος (Μ.Υ.14235) Στρατιώτης.

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Κωνσταντίνος και ο Γεώργιος Σπαθαρόπουλος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 33χρονος ναύτης Σπαθαρόπουλος Γεώργιος και ο 33χρονος μυλωνάς Χαράλαμπος Σπαθαρόπουλος.

–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Σπαθαροπούλου Ειρήνη όνομα συζύγου Κωνσταντίνος, όνομα πατρός Φραγκίσκος Σιλιτζίρης.


Σπανόπουλος:
Σύμφωνα με την παριανή παράδοση, οι Σπανόπουλοι εγκαταστάθηκαν στην Πάρο κατά τον 18ο αιώνα, προερχόμενοι από τη Νάξο, και γι’ αυτό τους αποδόθηκε το παρωνύμιο «Αξώτες». Το επώνυμο Σπανόπουλος καταγράφεται στη Νάξο ήδη από τον 17ο αιώνα, μαζί με τα Σπανός και Σπανιόλος.

Η ετυμολογία του επωνύμου δεν μπορεί να θεωρηθεί οριστικά λυμένη. Η πιθανότερη ερμηνεία το συνδέει με το Σπανός και την πατρωνυμική κατάληξη -όπουλος. Παράλληλα, η ναξιακή έρευνα έχει εξετάσει τη σχέση των τύπων Σπανός και Ισπανός. Ο ιερέας και αγιογράφος Νικόλαος Ισπανός, με έργα στη Νάξο από το 1719 έως το 1742, θεωρείται πιθανό να μετέτρεψε το Σπανός σε Ισπανός «επί το ευηχότερο». Επομένως, η παλαιότερη θεωρία περί ισπανικής καταγωγής παραμένει ενδιαφέρουσα, αλλά δεν έχει αποδειχθεί για τους Σπανόπουλους της Πάρου.

Οι πρώτες μαρτυρίες στην Πάρο

Η παλαιότερη γνωστή παρουσία του επωνύμου στην Πάρο τοποθετείται στις αρχές του 18ου αιώνα.

1720. Αποδίδεται στον Γεώργιο Σπανόπουλο η εικόνα «Η εις Άδου Κάθοδος», στον παλαιό ενοριακό ναό της Μεταμορφώσεως του Τσιπίδου. Η συγκεκριμένη χρονολογία χρειάζεται ακόμη επιβεβαίωση από το ίδιο το τεκμήριο και τη δημοσίευση του Α. Ορλάνδου. 1721. Σε προικοσύμφωνο των Λευκών, της 20ής Δεκεμβρίου, αναφέρεται το αλώνι του Νικολάου Σπανόπουλου. Πρόκειται για σημαντική πρώιμη γραπτή μαρτυρία της οικογένειας στην Πάρο. 1734. Ο Νικόλαος Σπανόπουλος εμφανίζεται σε πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης των κοινών της Πάρου, στις 6 Αυγούστου.

1738. Ο παπα-Μαρίνος Σπανόπουλος καταγράφεται ως ιερέας και αγιογράφος και ως εφημέριος των Μαρμάρων. Στις 16 Ιουλίου 1738 υπογράφει μαρτυρία υπεράσπισης συμπατριώτη του. 1747. Ο Κωνσταντής Σπανόπουλος συμμετέχει σε Γενική Συνέλευση της Παροικιάς, στις 26 Οκτωβρίου, για την εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη.

Οι μαρτυρίες αυτές δείχνουν ότι μέσα σε λίγες μόλις δεκαετίες από την πρώτη καταγραφή, μέλη της οικογένειας είχαν ήδη παρουσία στην εκκλησιαστική, καλλιτεχνική και κοινοτική ζωή της Πάρου.

Από τις Λεύκες στα κοινά της Πάρου

Κατά τον 19ο αιώνα οι Σπανόπουλοι εμφανίζονται ιδιαίτερα στις Λεύκες.

Το 1808 ο Γεώργιος Σπανόπουλος αναφέρεται ως μάρτυρας σε προικοσύμφωνο. Το 1822 ο Γεώργιος Σπανόπουλος, κάτοικος Λευκών, υπογράφει παριανή επιστολή προς τους Υδραίους, ενώ το 1823 καταγράφεται ως δωρητής και δημογέροντας του Δήμου Υρίας.

Το 1831 ο Νικόλαος Σπανόπουλος υπογράφει την επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον Επίτροπο του Αιγαίου Πελάγους σχετικά με τα προβλήματα που είχαν προκαλέσει οι εγκαταστάσεις Κρητών νεοαποίκων.

Στους εκλογικούς καταλόγους του 1844 και 1847 εμφανίζονται πολλοί Σπανόπουλοι στις Λεύκες, τη Νάουσα και τον Δραγουλά, κυρίως ως γεωργοί, εργάτες και κτηματίες. Τα μητρώα των επόμενων δεκαετιών επιβεβαιώνουν τη συνέχεια και την αύξηση της οικογένειας.

Νάουσα, Παροικιά και Αντίπαρος

Στα τέλη του 19ου αιώνα η οικογένεια έχει πλέον εξαπλωθεί σε μεγάλο μέρος της Πάρου. Στους καταλόγους της Νάουσας του 1883 και 1885 καταγράφονται αρκετοί Σπανόπουλοι, μεταξύ των οποίων ο Γεώργιος Σπανόπουλος του Ιωάννη, κάτοικος Βουρλών.

Η αναφορά αυτή είναι σημαντική, αλλά δεν πρέπει να δημιουργεί λάθος εντύπωση: δεν αποδεικνύει μικρασιατική καταγωγή της οικογένειας, αφού οι Σπανόπουλοι είναι ήδη τεκμηριωμένοι στην Πάρο από τις αρχές του 18ου αιώνα.

Το 1890 καταγράφεται ο Ιωάννης Σπανόπουλος του Μάρκου, ο οποίος αργότερα έπεσε στους Βαλκανικούς Πολέμους, ενώ το 1893 εμφανίζεται ο Αντώνιος Σπανόπουλος του Μάρκου, αρτοποιός στην Παροικιά, και ο Ιωάννης Σπανόπουλος του Πέτρου στην Αντίπαρο. Η παρουσία συνεχίζεται στον 20ό αιώνα με γεωργούς, εργάτες και ναυτικούς σε Λεύκες, Νάουσα, Παροικιά και Αντίπαρο.

Πηγές: Α. Ορλάνδος, Οι μεταβυζαντινοί ναοί της Πάρου· Γ. Σ. Μαστορόπουλος, μελέτες για τον Νικόλαο Ισπανό· ναξιακές ονοματολογικές μελέτες· παριανά συμβολαιογραφικά, κοινοτικά και εκλογικά τεκμήρια· Παριανά ονόματα – επίθετα και οικόσημα.

–1720. Η πρώτη μαρτυρία για τους Σπανόπουλους της Πάρου είναι του 1720;, μαρτυρείται σε εικόνα εκκλησίας του Τσιπιδου. (βλ. Οι μεταβυζαντινοί Ναοί της Πάρου, Α. Ορλάνδος) ο αγιογράφος Γεώργιος Σπανόπουλος. Την εικόνα Η εις Άδου κάθοδος στον παλαιό ενοριακό ναό της Μεταμορφώσεως Τσιπίδου υπογράφει ο ανώτερο αγιογράφος.

1721. Σε προικοσύμφωνο Λευκών 20 Δεκεμβρίου 1721 όπου η Λαρέντζα Ραγκούση προικίζει την κόρη της Μαρούσα για να παντρευτεί τον γιο του αφέντη χωροεπισκόπου Γεμελιάρη, αναφέρεται το αλώνι του Νικολάου Σπανόπουλου.

–1734. Εκλογή εκπροσώπων των  κοινών της Πάρου για να διευθετήσει σοβαρό θέμα με «Επιδρομή πειρατών». Σε έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης στις 6 Αυγούστου 1734 αναφέρεται ο Νικόλαος Σπανόπουλος.

–1738. Σε έγγραφο Κεφάλου απαντά ο παπά Μαρίνος Σπανόπουλος Αγιογράφος το 1738.

–1738. Στις 16 Ιουλίου 1738 σε έγγραφο «μαρτυρίας» υπερασπίσεως συμπολίτη του από τα Κοινά της Πάρου υπογράφει ο Εφημέριος Μαρμάρων Μαρίνος Σπανόπουλος.

–1747. Σε πρακτικό εκλογής απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό της Παροικιάς σε Γενική Συνέλευση στις 26 Οκτωβρίου 1747 μαρτυρείται ο Κωνσταντής Σπανόπουλος.

–1808. Σε προικοσύμφωνο στις 1 Φεβρουαρίου 1808 αναφέρεται ο μάρτυρας Γεώργιος Σπανόπουλος.

–1822. Σε έγγραφο των Παριανών στους Υδραίους στις 13 Απριλίου 1822 αναφέρεται ο Γεώργιος Σπανόπουλος κάτοικος Λευκών.

–1823. Εγγεγραμμένο σαν επίθετο έτος 1823 στις Λεύκες. Δωρητής και δημογέροντας του Δήμου Υρίας Γεώργιος Σπανόπουλος.

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Νικόλαος Σπανόπουλος.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 54χρονος αγρότης Σπανόπουλος Γεώργιος και ο 28χρονος γεωργός Σπανόπουλος Ιωάννης.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 36χρονος γεωργός Γεώργιος Εμμ. Σπανόπουλος, ο 33χρονος γεωργός Ιωάννης Εμμ. Σπανόπουλος, ο 25χρονος γεωργός Παναγιώτης Εμμ. Σπανόπουλος ο 63χρονος γεωργός Εμμανουήλ Σπανόπουλος, ο 32χρονος γεωργός Ιωάννης Μ. Σπανόπουλος, ο 73χρονος γεωργός Μαρής Σπανόπουλος και ο 48χρονος κτηματίας Νικόλαος Σπανόπουλος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Δραγουλά του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 35χρονος γεωργός Αντώνιος Σπανόπουλος και ο 29χρονος εργάτης Ιωάννης Σπανόπουλος.

–1856. Το 1856 γεννιέται στις Λεύκες ο Σπανόπουλος Εμμανουήλ του Ιωάννη. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1867. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1867 ο Σπανόπουλος Ιωάννης του Παναγιώτη.

–1869. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1869 ο Σπανόπουλος Πέτρος του Ιωάννη.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Υρίας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Σπανόπουλος Ιωάννης του Μαρή, ετών 52 και ο Σπανόπουλος Ιωάννης του Εμμανουήλ, ετών 59.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Σπανόπουλος Αντώνης του Νικολάου 60 ετών εργάτης από τον Δραγουλά.

–1876. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1876 ο Σπανόπουλος Εμμανουήλ του Παναγιώτη.

–1880. Το 1880 γενιέται στις Λεύκες η Αντωνία Σπανοπούλου. Απεβίωσε το 1945.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Σπανόπουλος Βασίλειος του Ιωάννη, 24 ετών, βαφεύς από τη Νάουσα, Σπανόπουλος Εμμανουήλ του Γεωργίου, 73 ετών, γεωργός από τη Νάουσα, Σπανόπουλος Κωνσταντίνος του Ιωάννη, 44 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, Σπανόπουλος Γεώργιος του Ιωάννη, 37 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, κάτοικος Βουρλά και ο Σπανόπουλος Γεώργιος του Νικολάου, 28 ετών, γεωργός από τη Νάουσα.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Σπανόπουλος Βασίλειος του Ιωάννη, 26 ετών, βαφεύς από τη Νάουσα, Σπανόπουλος Εμμανουήλ του Γεωργίου, 75 ετών, γεωργός από τη Νάουσα, Σπανόπουλος Κωνσταντίνος του Ιωάννη, 46 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, Σπανόπουλος Γεώργιος του Ιωάννη, 39 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, κάτοικος Βουρλά και ο Σπανόπουλος Γεώργιος του Νικολάου, 30 ετών, γεωργός από τη Νάουσα.

–1890. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1890 στις Λεύκες ο Σπανόπουλος Ιωάννης του Μάρκου ο οποίος έπεσε υπέρ πατρίδος στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13, και ο Σπανόπουλος Γεώργιος του Εμμανουήλ.

–1893. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1893 στις Λεύκες ο Σπανόπουλος Αντώνιος του Μάρκου αρτοποιός κάτοικος Παροικιάς. Και ο Σπανόπουλος Ιωάννης του Πέτρου.

–1893. Το 1893 γεννιέται ο Σπανόπουλος Ιωάννης του Πέτρου, κάτοικος Αντιπάρου.

–1906. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1906 στις Λεύκες ο Σπανόπουλος Βασίλειος του Ιωάννη.

–1921. Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1921 κάτοικος Αντιπάρου Σπανόπουλος Πέτρος του Ιωάννη ναυτικός.

–1924. Το 1924 γεννιέται ο Σπανόπουλος Νικόλαος του Αθανασίου εργάτης κάτοικος κοιν. Λευκών. Το 1949 κηρύχτηκε ανυπότακτος.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Σπανόπουλος Γρηγόριος του Αθανασίου, ναυτικός, κάτοικος Νάουσας Πάρου.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Σπανόπουλςο Στυλιανός του Αντωνίου εργάτης κάτοικος κοιν.  Παροικιάς.

–1928. Το 1928 γεννιέται ο Σπανόπουλος Εμμανουήλ του Αθανασίου, γεωργός, κάτοικος Νάουσας Πάρου.

–1928. Το 1928 γεννιέται ο Σπανόπουλος Κωνσταντίνος του Ιωάννη, κάτοικος Αντιπάρου.

–1932. Το 1932 γεννιέται ο μετέπειτα ναυτεργάτης Σπανόπουλος Παναγιώτης του Αθανασίου, κάτοικος Νάουσας.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 64χρονος κάτοικος Νάουσας, Σπανόπουλος Αθανάσιος του Γεωργίου, εργάτης, ο 22χρονος εργάτης Σπανόπουλος Νικόλαος του Αθανασίου και ο 24χρονος εργάτης Σπανόπουλος Γεώργιος του Αθανασίου.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Τριπολιτσιώτου Κυριακή, όνομα συζύγου Μιχαήλ, όνομα πατρός Σπανόπουλος Γεώργιος και η Μπαφίτη Αικατερίνη, όνομα συζύγου Αντώνιος, όνομα πατρός Βασίλειος Σπανόπουλος.

–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Σπανοπούλου Μαργαρίτα όνομα συζύγου Αντώνιος, όνομα πατρός Νικ. Καλακώνας.

–1954. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1954, υπάρχει εγγεγραμμένη η Σπανοπούλου Άννα (γεν. 1932), όνομα συζύγου Εμμανουήλ, όνομα πατρός Μπ. Μπαρμπαρήγος.


Σπανός:
Το επώνυμο προέρχεται από το μεσαιωνικό «σπανός», δηλαδή τον άνδρα που δεν έχει ή έχει αραιά γένια. Η λέξη είναι πολύ παλαιότερη από τη δημιουργία των νεότερων επωνύμων και απαντά ήδη σε μεσαιωνικά ελληνικά κείμενα.

Το επώνυμο είναι γνωστό και στη Νάξο, όπου εμφανίζονται παλαιές οικογένειες Σπανού. Ωστόσο, όπως σωστά σημειώνεται και στη ναξιακή ονοματολογική παράδοση, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθούν όλοι οι Σπανοί διαφορετικών τόπων απόγονοι ενός μοναδικού γενάρχη.

Ο Αναγνώστης Σπανός του 1668

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο είναι η διαθήκη του Αναγνώστη Σπανού του 1668, στην οποία αναφέρεται το παρεκκλήσι της Βηθλεέμ, στην Παροικιά, στη συνοικία Καινούργιο Πηγάδι.

Το Καινούργιο Πηγάδι ήταν ήδη τον 17ο αιώνα οργανωμένη συνοικία της Παροικιάς και αναφέρεται σε συμβολαιογραφικές πράξεις ως περιοχή γύρω από τον Άγιο Νικόλαο τον Αρρανό, ο οποίος αποτελούσε την καθολική ενορία. Σε πράξεις του 1680 και του 1681 αναφέρονται σπίτια, λιβάδια και κάτοικοι της συνοικίας.

Ο ναός της Αγίας Βηθλεέμ εξακολουθεί να καταγράφεται ως μνημείο της Παροικιάς και περιλαμβάνεται στην τεκμηρίωση του Α. Ορλάνδου για τους μεταβυζαντινούς ναούς της Πάρου.

Η διαθήκη του 1668 επομένως τοποθετεί έναν Σπανό στον παλαιό αστικό πυρήνα της Παροικιάς ήδη από τον 17ο αιώνα.

Η γενεαλογική αλυσίδα του 19ου αιώνα

Η εικόνα γίνεται πολύ πιο καθαρή από τα μέσα του 19ου αιώνα. 1803. Ο Αντώνιος Σπανός του Νικολάου πρέπει να είχε γεννηθεί περίπου τότε. Στον εκλογικό κατάλογο του 1847 εμφανίζεται ως 45χρονος γεωργός, ενώ στον κατάλογο του 1875 καταγράφεται ως 72 ετών, γεωργός.

Το σημαντικότερο τεκμήριο είναι ο κατάλογος του 1875, όπου καταγράφονται μαζί:

·        Αντώνιος Σπανός του Νικολάου, 72 ετών,

·        Δημήτριος Σπανός του Αντωνίου, 37 ετών,

·        Ιωάννης Σπανός του Αντωνίου, 39 ετών,

·        Νικόλαος Σπανός του Αντωνίου, 42 ετών.

Έτσι έχουμε ασφαλή πατρωνυμική αλυσίδα:

Νικόλαος → Αντώνιος → Δημήτριος, Ιωάννης, Νικόλαος.

Ο κλάδος του Δημητρίου Σπανού συνεχίζεται με τον Ηλία (1861), τον Γεώργιο (1867), τον Πέτρο (1875), τον Σταμάτη (1880) και τον Εμμανουήλ (1883), όλοι καταγεγραμμένοι στην Παροικιά. Παράλληλα αναπτύσσονται και άλλοι κλάδοι των Σπανών, γεγονός που εξηγεί τη μεγάλη παρουσία του επωνύμου στις αρχές του 20ού αιώνα.

Παροικιά και Κάμπος

Εδώ βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον ζήτημα της οικογενειακής παράδοσης.

Σήμερα το επώνυμο Σπανός είναι ιδιαίτερα έντονο στον Κάμπο, όπου εξακολουθούν να υπάρχουν οικογένειες Σπανού και επιχειρήσεις με το όνομα αυτό.

Η σημερινή αυτή παρουσία, σε συνδυασμό με τη μακρά παρουσία των Σπανών στην Παροικιά, κάνει απολύτως πιθανό να δημιουργήθηκε στην περιοχή Παροικιάς–Κάμπου ένας ισχυρός οικογενειακός πυρήνας.

Ο Κάμπος εμφανίζεται ως μεταγενέστερος χώρος έντονης παρουσίας της οικογένειας και όχι ακόμη ως αποδεδειγμένη αρχική κοιτίδα.

Πηγές: Α. Κ. Ορλάνδος, Οι μεταβυζαντινοί ναοί της Πάρου· Ν. Χ. Αλιπράντης – Σ. Συμεωνίδης, «Το Καινούργιο Πηγάδι Παροικίας, συνοικία Καθολικών τον 17ο αι.», Παριανά, Δ΄, τ. 13, 1983, σ. 126–132· παριανά συμβολαιογραφικά και κοινοτικά τεκμήρια· εκλογικοί κατάλογοι Πάρου 1847 και 1875· μητρώα αρρένων· Παριανά ονόματα – επίθετα και οικόσημα.

–1668. Στη διαθήκη του Αναγνώστη Σπανού αναφέρεται το παρεκκλήσι της Βηθλεέμ στην Παροικιά, συνοικία Καινούργιο πηγάδι.

–1798. Το 1798 γεννιέται ο Σπανός Αντώνιος κτηματίας κάτοικος Παροικιάς.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 45χρονος γεωργός Αντώνιος Σπανός.

–1856. Στης Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 15 Οκτωβρίου 1856 αναφέρεται ο Αντώνιος Σπανός κτηματίας κάτοικος Παροικιάς.

–1861.Το 1861 γεννιέται ο Σπανός Ηλίας του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς. Απεβίωσε το 1949.

–1867. Το 1867 γεννιέται ο Σπανός Γεώργιος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς. Απεβίωσε το 1948.

–1873. Το 1873 γεννιέται ο Σπανός Παναγιώτης του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1875. Το 1875 γεννιέται ο Σπανός Πέτρος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1880. Το 1880 γεννιέται ο Σπανός Σταμάτης του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1883. Το 1883 γεννιέται ο Σπανός Δημήτριος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1883. Το 1883 γεννιέται ο Σπανός Εμμανουήλ του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1885.  Το 1885 γεννιέται ο Σπανός Σπύρος του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1896. Το 1896 γεννιέται ο Σπανός Δημήτριος του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1895. Το 1898 γεννιέται ο Σπανός Ιωάννης του Αντωνίου υποδηματοποιός κάτοικος Παροικιάς.

–1901. Το 1901 γεννιέται ο Σπανός Ιωάννης του Πέτρου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1905. Το 1905 γεννιέται ο Σπανός Μιχαήλ του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1906. Το 1906 γεννιέται ο Σπανός Ιωάννης του Νικολάου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1907. Το 1907 γεννιέται ο Σπανός Αντώνιος του Κωνσταντίνου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1908. Τσαντάνη Μαρία, όνομα συζύγου: Σταματέλος, Κύριο όνομα και επώνυμο πατρός: Π. Σπανός. Έτος γέννησης: 1908. Επάγγελμα: οικοκυρά.

–1908. Το 1908 γεννιέται ο Σπανός Ιωάννης του Ηλία επιπλοποιός κάτοικος Παροικιάς.

–1909. Το 1909 γεννιέται ο Σπανός Ιωάννης του Αντωνίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1909. Το 1909 γεννιέται ο Σπανός Νικόλαος του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1909. Το 1909 γεννιέται ο Σπανός Αντώνιος του Πέτρου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1909. Το 1909 γεννιέται ο Σπανός Στυλιανός του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1910. Το 1910 γεννιέται ο Σπανός Στυλιανός του Νικολάου κρεοπώλης κάτοικος Παροικιάς.

–1912. Το 1912 γεννιέται ο Σπανός Πέτρος του Εμμανουήλ επιπλοποιός κάτοικος Παροικιάς.

–1914. Το 1914 γεννιέται ο Σπανός Στέλιος του Σταμάτη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1914. Το 1914 γεννιέται ο Σπανός Ευάγγελος του Γεωργίου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.

–1916. Το 1916 γεννιέται ο Σπανός Σταμάτης του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1919. Το 1919 γεννιέται ο Σπανός Δημήτριος του Εμμανουήλ υποδηματοποιός κάτοικος Παροικιάς.

–1919. Το 1919 γεννιέται ο Σπανός Δημήτριος του Σταμάτη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1919. Το 1919 γεννιέται ο Σπανός Ιωάννης του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1919. Το 1919 γεννιέται ο Σπανός Μάρκος του Παναγιώτη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1920. Το 1920 γεννιέται ο Σπανός Κωνσταντίνος του Σταμάτη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1920. Το 1920 γεννιέται ο Σπανός Αντώνιος του Παναγιώτη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1920. Το 1920 γεννιέται ο Σπανός Ιωάννης του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1924. Το 1924 γεννιέται ο Σπανός Αντώνιος του Εμμανουήλ ράπτης κάτοικος Παροικιάς.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Σπανός Ιωάννης του Εμμανουήλ κάτοικος της Κοιν. Παροικιάς.

–1927. Σε φθαρμένες φωτογραφίες διαβάζουμε. Παραλήπτες Εν Πάρω Μάρδα Σπανού, Τιμόθεος Κασσίδης ή Κασούδης, …. Νταφερέρα και Βασιλική Δαφερέρα. Σύρος 1927.

–1928. Το 1928 γεννιέται ο Σπανός Γεώργιος του Εμμανουήλ επιπλοποιός κάτοικος Παροικιάς.

–1930. Σε πλατεία της Παροικιάς του 1930, διακρίνεται ο νεαρός Σπανός Πέτρος.

–1937. Το 1937 γεννιέται ο Σπανός Πέτρος του Ιωάννη ναυτικός κάτοικος της Κοιν. Παροικιάς.

–1959. 5 Απριλίου 1959 ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΠΑΡΟΙΚΙΑ: Εγγεγραμμένοι 2.614 εψήφισαν 1.392, άκυρα και λευκά 3.

Ο Συνδυασμός κ. Ανδρέα Μαρινόπουλου έλαβεν 764 ο δε Συνδυασμός του κ. Μιχ. Κρίσπη 628.
Παραθέτομεν εν λεπτομερεία τους σταυρούς προτιμήσεως τους οποίους έλαβεν έκαστος.

1) Μαρινόπουλος Αθαν. Ανδρέας 626, Δενέγρης Στυλιανός 110, Μονδάνος Ανδ. Αντ. 105, Κατρής Ν. Αγαπητός 103, Βενιζέλος Π. Ραγκούσης 94, Μπάος Π. Αντ. 66, Μαύρης Γ. Αντ. 66, Καπούτσος Γ. Δημ. 60, Σιλβέστρος Π. Κωνστ. 55, Καλακώνας Μενέγου Σάββας 44, Μαλατέστας Μιχ. Κωνστ. 41 κλπ.

2) Κρίσπης Ν. Μιχαήλ 380, Φραγκούλης Νικολ. Ιωάννης 158, Σαρρής Μιχ. Νικόλαος 111, Τσαντάνης Φ. Παναγ. 82, Κυριαζάνος Ι. Μάρκος 66, Αργυρόπουλος Δημ. Ιωάννης 63, Μουρλάς Σπ. Γεώργιος 61, Φωκιανός Δημ. Βασίλειος 53, Κρητικός Γ. Παναγ. 49, Γκίκας Ι. Αναστ. 45, Σπανός Εμμαν. Αντ. 41 κλπ οι οποίοι παραλείπονται ελλείψει χώρου.

Σύμβουλοι εξελέγησαν οι 5 πρώτοι εκ του πρώτου Συν/σμού και οι 4 εκ του δευτέρου.

 

Σπαροκόπος;: Επώνυμο που μαρτυρείται στην Πάρο ήδη από το 1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς καταγράφονται ο 33χρονος γεωργός Γεώργιος Σπαροκόπος και ο 51χρονος ποιμήν Θεόδωρος Σπαροκόπος.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 33χρονος γεωργός Γεώργιος Σπαροκόπος; Και ο 51χρονος ποιμήν Θεόδωρος Σπαροκόπος;.

 

Σπυριδάκης (Αστριδάκης): Βαπτιστικό με υποκοριστικό επώνυμο. Κρητικής καταγωγής ο παριανός κλάδος, από την Σητεία Κρήτης.

Υπάρχει μια μαρτυρία για έναν Σπυριδάκη ή Αστριδάκη όπου μετοίκησε για εργασία από την Πάρο στην Βόρεια Εύβοια το 1850 περίπου.

–1989. Στα δημοτολόγια Λευκών το 1989 ο Αστυνομικός Σπυριδάκης από το Χώνο Σητείας.

 

Σπιρίδος: Βλέπε Σπυρίδος

 

Σπυρίδονος ή Σπυρίδος ή Σπυρίδων ή Σπυρίδης ή Σπιρίδος: Παλαιά οικογένεια προκρίτων της Πάρου, με σημαντική παρουσία στην πολιτική, εκκλησιαστική και κοινωνική ζωή του νησιού. Το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών κατατάσσει τους Σπυρίδους στις οικογένειες προκρίτων της Πάρου και αναφέρει μεταξύ άλλων μέλη της ως ιδιοκτήτες της Μονής Αγίου Μηνά στο Μαράθι, καγκελαρίους και επιτρόπους της κοινότητας Παροικιάς, καθώς και τουλάχιστον έναν προξενικό πράκτορα της Βενετίας.

Το οικόσημο του 1524

Ιδιαίτερη σημασία έχει το 1524, καθώς οικόσημο που αποδίδεται στην οικογένεια Σπυρίδου είναι εντοιχισμένο σε κατάστημα στην πλατεία Μ. Μαυρογένους της Παροικιάς, στο κτίριο όπου λειτουργούσε παλαιότερα το Goody’s. Η χρονολογία 1524 αποτελεί την παλαιότερη γνωστή εραλδική μαρτυρία που συνδέεται με το οικογενειακό όνομα.

Οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες

Το 1633, στο δυτικό θωράκιο της Παναγίας Εκατονταπυλιανής, κάτω από την εικόνα του Αγίου Λουκά, σώζεται η επιγραφή: «Μνήσθητι Κύριε του δούλου σου Αντωνίου Σπυρίδωνος 1633».

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1639, ο ιερομόναχος Ησαΐας Δαμίας ορίζει μεταξύ των επιτρόπων για το μνημόσυνό του τον «τιμιώτατον Δημογέροντα της Παροικιάς Αντωνάκη Σπυρίδον» και τον «τιμιώτατον Γεωργάκην Σπυρίδον». Η αναφορά του Αντωνάκη ως δημογέροντα δείχνει ήδη την εξέχουσα θέση της οικογένειας στην κοινοτική διοίκηση της Παροικιάς.

Το 1652, σε έγγραφο για την ίδρυση αγιοταφίτικου μετοχίου στην Πάρο, καταγράφεται ο Αντωνάκης Σπυρίδος, επίτροπος, με πατέρα τον Γεώργη, σύζυγο τη Μαρία και γιους τον Γεώργη και τον Μιχαήλ. Η καταγραφή αυτή προσφέρει και πολύτιμο γενεαλογικό στοιχείο για την οικογένεια.

Οι πρόκριτοι και η βενετική παρουσία

Το 1668 συναντούμε τον Γεωργάκη Σπυρίδο, επίτροπο της Μονής Αγίου Μηνά στο Μαράθι και εξέχοντα παράγοντα της Παροικιάς. Η «Λεηλασία της Παροικιάς Πάρου», ποίημα που συνδέεται με την τουρκική επιδρομή του 1668, είναι αφιερωμένη στον «ευγενέστατον αφέντη Γεωργάκη Σπυρίδω». Το σωζόμενο χειρόγραφο είναι μεταγενέστερο, με ημερομηνία αντιγραφής το 1814, ενώ η σύνθεση του ποιήματος τοποθετείται στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα.

Στη συνέχεια, ο Antonio Spirido εμφανίζεται ως πρόξενος της Βενετίας στην Πάρο. Έγγραφα της περιόδου 1680–1684 φέρουν την υπογραφή «ANTONIO SPIRIDO CONSOLE VENETO», επιβεβαιώνοντας τον θεσμικό του ρόλο.

Το οικόσημο του Ιωάννη Σπυρίδου

Ένα δεύτερο, εξαιρετικά σημαντικό εραλδικό τεκμήριο βρίσκεται στην Παναγία Εκατονταπυλιανή της Παροικιάς. Σε επιτύμβια πλάκα του 1701, στο βόρειο κλίτος του ναού, απεικονίζεται το οικογενειακό οικόσημο και σώζεται μερικώς φθαρμένη επιγραφή «ΙΩ ΣΠΙΡΙΔ…».

Το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών αποδίδει το οικόσημο στον Ιωάννη Σπυρίδο, πρόκριτο της Πάρου.

Το οικόσημο απεικονίζει τρίτωνα στραμμένο προς τα δεξιά, που κρατά θαλάσσια κόγχη-βούκινο και στηρίζεται από δύο λέοντες.

Οι Σπυρίδοι στην κοινοτική διοίκηση

Κατά τον 18ο αιώνα η παρουσία της οικογένειας συνεχίζεται με ιδιαίτερη ένταση. Ο Νικόλαος Σπυρίδος αναφέρεται το 1716 ως καγκελάριος της Παροικιάς, ενώ στις 30 Ιανουαρίου 1723 χαρακτηρίζεται σε κοινοτικό έγγραφο «ο τιμιώτατος καντζελάριος της κοινότητός μας Νικόλαος Σπυρίδος».

Η παρουσία του επιβεβαιώνεται και από τον Νοταριακό Κώδικα Παροικιάς Πάρου Χφ212 (1685–1755) των Γενικών Αρχείων του Κράτους, όπου μεταξύ των νοταρίων της Παροικιάς καταγράφεται ο Νικόλαος Σπυρίδος.

Στη δεκαετία του 1730 εμφανίζονται και άλλοι Σπυρίδοι σε κοινοτικά και εκλογικά έγγραφα, μεταξύ των οποίων ο Γεώργιος Σπυρίδος και ο Γεώργιος Τζανάκη Σπυρίδος, γεγονός που δείχνει τη συνέχεια και την πολλαπλότητα των οικογενειακών κλάδων.

Μια οικογένεια με μακρά παρουσία στην Πάρο

Από το οικόσημο του 1524 έως τις σαφείς γραπτές μαρτυρίες του 17ου και 18ου αιώνα, οι Σπυρίδοι εμφανίζονται ως μία από τις παλαιές και ισχυρές οικογένειες της Παροικιάς. Η παρουσία τους συνδέεται με την κοινοτική διοίκηση, τη συμβολαιογραφία, την εκκλησιαστική ζωή, τη Μονή Αγίου Μηνά και τις σχέσεις της Πάρου με τη Βενετία.

Η συνέχεια του επωνύμου στους μεταγενέστερους χρόνους, με μορφές όπως Σπυρίδος, Σπυρίδωνος και Σπυρίδης, αποτελεί ένα ακόμη ενδιαφέρον κεφάλαιο της ιστορίας των παλαιών παριανών οικογενειών.

Πηγές

·        Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών – Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Πανδέκτης, Αρχείο Εραλδικών Μνημείων του Ελλαδικού Χώρου, «Οικόσημο οικογένειας Σπυρίδου».

·        Ν. Χ. Αλιπράντης – Σίμος Συμεωνίδης, «Το Καινούργιο Πηγάδι Παροικίας, συνοικία Καθολικών τον 17ο αι.», Παριανά, Δ΄, τ. 13, 1983, σ. 126–132.

·        Γενικά Αρχεία του Κράτους, Νοταριακός Κώδικας Παροικιάς Πάρου Χφ212, 1685–1755.

·        Κούκκου, Κοινότητες Κυκλάδων – Έγγραφα, τεκμήριο 30 Ιανουαρίου 1723.

·        Τεκμήρια για τη «Λεηλασία της Παροικιάς Πάρου» και την αφιέρωση στον Γεωργάκη Σπυρίδω.

–1524. Οικόσημο της οικογένειας Σπυρίδου το οποίο είναι εντειχισμένο σε κατάστημα (πρώην Goody’s) στην Πλ. Μ. Μαυρογένους φέρει το έτος 1524.

–1633. Στο δυτικό θωρακιο κάτω από την εικόνα του Αγίου Λουκά «Μνήσθητι Κύριε του δούλου σου Αντωνίου Σπυρίδωνος 1633».

–1639. Στη διαθήκη του, το 1639, ο ιερομόναχος Ησαΐας Δαμίας αφήνει «επιτρόπους του να έχουν το μνημόσυνον του ωσάν και τους κτήτορας ήγουν τους ιδικούς του, τον τιμιώτατον   Δημογέροντα της Παροικιάς Αντωνάκη Σπυρίδον και τον τιμιώτατον Γεωργάκην Σπυρίδον και τον ευγενέστατον Ιάκωβον Ταμία και τον ευγενέστατον Ιάκωβον Συρίγον».

–1652. Ίδρυση στην Πάρο αγιοταφίτικου μετοχίου κατά το έτος 1652 απριλίω 15.

Της Πάρου αδελφάτα «Χώρα Παροικιάς»

+Αντωνάκης επίτροπος Σπυρίδος, ο πατήρ Γεώργης, η μητήρ Πιπενίδα, η γυνή Μαρία, υιοί Γεώργης, Μιχαήλ.

–1668. Επίτροπος της Μονής Αγίου Μηνά ο Σπυρίδος Γεωργάκης. Πρόξενος της Βενετίας στην Πάρο και Νάξο. «Ευγενέστατος αφέντης» της Παροικιάς . Σ’ αυτόν είναι αφιερωμένο το κρητικό ποίημα του 1668 «Λεηλασία της Παροικιάς Πάρου»: «Τω ευγενεστάτω αφέντη Γεωργάκη Σπυρίδω».

–1672. Σε αίτημα των παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας Πατέρα της Καθολικής Εκκλησίας  Jacques Dinet για να ζητήσουν πατέρες της καθολικής εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο. «Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας, ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ ενδόξου συντροφιάς υου ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον μας πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την επιστήμην δια τους μεταγενέστερους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος άλλο δεν είναι εις όλα τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται…»

Πάρος: εν έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29) εις το παλαιόν: + Ταπεινός Μητροπολίτης Παροναξίας Μελέτιος.

Το πιο πάνω αίτημα υπογράφουν χριστιανοί, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατοίκων της Νάουσας μεταξύ άλλων και ο Γιώργης Σπιρίδος ο Ιωάννης Σπιρίδος ο Μελέτιος Σπιρίδος και ο νοτάριος Σπιρίδος.

–1674. Στις 7 Μαΐου του 1674 η κοινότητα της Παροικιάς δώρισε στους Πατέρες Ιησουίτες εν Νάξο, εκ των κτημάτων του ναού της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής, οικόπεδο για την ανέγερση Μονής. «Εις δόξαν χριστού αμήν 1674 εις τας 7 του μαϊου εν καστέλιω Παροικίας οι αιδεσιμωτάτοι πατέραις εκ της συντροφίας του Ιησού, διά να κτίσουσι μοναστήρι και σκολιό, και μην ευρίσκοντας τόπον αρμόδιον διά την αυτήν υπόθεσιν, διά τούτο θέλωμεν ημείς οι κατωθεν υπογεγραμμένοι, και εις το όνομα της κοινώτητος και δίδωμεν διά έργον χάρις των άνωθε αιδεσιμωτάτων πατέρων ένα κομμάτι χωράφι από της παναγίας μας της Καταπολιανής, εις το μάκρος ποδάρια του μέτρου εκατό δέκα και εις πλάτος άλλον τόσον και εις τούτο ομπληγαρόμαιστα οπώταν εις κανένα καιρόν ήθελε σικοθή τινάς να γυρέψει δικαιώματα εις το άνωθε κομμάτι το χωράφι όπου των χαρίζωμεν να ήμαιστε ημείς ομπληγάδοι να το πληρονωμεν της παναγίας, όθεν διά το βέβαιον απογράφωμεν διά χειρίσμας και εις το όνομα της άνωθε κοινότητος.

Οικονόμος Παροικίας, σακελλάριος Παροικίας, Νικόλαος ιερεύς πρωτοπαπάς Παροικίας, Πέτρος ιερεύς Βιτζαράς, Κώστας Μαίζας, Τεμένιγος ιερεύς, παπα Ιω. Γαλανός, Ελευθέριος ιερεύς Λουρδας, Νικόλαος ιερεύς…, παπα Ιωάννης …, παπα Πέτρος Μπουλαξής, παπα Στέφανος Βυτζαράς, παπα Φραντζέσκος Βιτζαράς, Γιακουμής Πατέλας, παπα Μιχαλής Κονταράτος, Μάρκος ιερεύς, Χωροεπίσκοπος Παροικιάς, Τζουάνες Σκληρός, Νικολός Κοντίλης, Μανόλης Αλισάφης, Μιχαήλ Βιτζαράς, Νικολός Κοτίλης, Γιώργης …, Μανώλης Αλεξάκης, Φραντζέσκος Μιχαλέτος Γραμματικός, Ιω. Βιτζαράς, Ιω. Σκιάδος, Ιω. Βιτζαράς, Κωστάκης Γαλανός, Τζώρτζης Ρουτες, Ιω. Σκιάδας, Γεώργης Μαυρομάτης, Ιω. Σπυρίδος, Δημήτρης Ταργέτας, Νικολός …, Μιχελής Δημητ…, Ιω. Πατελας, Ιω. Τουτέσκος, Bartolo Rozza, Γιαννούλης Ταργέντας, Αντώνης Αλλησάφης, τζουάνες Γιράρδης, Τζώρτζης Νταμόστος, Ιω. Του μαστρο Γιάκουμου, Γιόνης Μυστράτος, Δημήτρης Μαβρομάτης, Giacomo Zellini, Domenico Ferrari, Γιάννης Ντελαγραμμάτικας, Γεώργης Τακορόνιας.

–1674. Γράφει ο ιστορικός της καθολικής κοινότητας Νάξου Ι. Μαρκόπολις, «Δια την χαρμόσυνον είδησιν εγκαταστάσεως των Καπουκίνων στην Νάουσαν, οι κάτοικοι της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατασυγκινηθέντες από τα επαγωγά διδάγματα των πατέρων Καπουκίνων, προέβησαν εις επανειλημμένας ενεργείας παρά τοις αρμοδίοις δια την μονίν εγκατάστασιν των πτωχών της Ασσίζης εις την πόλιν των. Επί μακράν σειράν ετών εξακολουθούν να απευθύνουν εγγράφους αιτήσεις προς τας προϊσταμένας αρχάς του τάγματος δια την εκπλήρωσιν του κοινού πόθου των. Επί τέλους το 1674 η αίτησις των εγένετο αποδεκτή. Απερίγραπτος υπήρξε η χαρά και πρωτοφανής ο ενθουσιασμός των κατοίκων της Ναούσης δια την χαρμόσυνον είδησιν περί οριστικής εγκαταστάσεως των Καπουκίνων εις την κωμόπολιν των. Επ’ ευκαιρία του ευφροσύνου αγγέλματος προσύλθον διάφοροι ορθόδοξοι ιερείς και οι προύχοντες της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, ενώπιον του Γάλλου υποπρόξενου , και υπέγραψαν το έγγραφον. Εις δόξαν Χριστού αμήν. Εν έτει 1674 Δεκεμβρίου 25, εν κάστρω Νάουσας, όλοι ομόγνωμα και ομονιασμένοι προσμένουμε τους αιδεσιμοτάτους πατέρες να έρθουν εδώ να κτίσουν ένα μοναστήρι και δια σημάδι και βεβαίωσιν πως τους δεχόμαστε με κάθε μας καρδίαν και πολλά μετά χαράς υπογράφομε το παρόν γράμμα οι υποκάτωθεν υπογεγραμμένοι…» (υπογράφουν 12 ορθόδοξοι ιερείς και δυο καθολικοί, ο π. Λεονάρδος Φρέρης εφημέριος του Αγίου Γεωργίου Νάουσας και ο π. Δομένιος Κρίσπης. Και 40 πρόκριτοι εκ των οποίων οι αδερφοί Γιράρδοι κ.α.). Ο Σακελλάριος Ναούσης, ο Σκευοφύλαξ Ναούσης παπά Νικόλαος Κορτιάνος, Πρωτόπαπας, Ηλίας ιερεύς και Σακελλάριος Ναούσης, Πρωτοσύγκελος Νικόδημος ιερομόναχος, παπα Νικόλαος Ρούσης (ίσως Ρούσσος), Παπα Δημητρης, Παπα Θεόδωρος Πατελάς (ίσως Πατέλης), Παπα Τζάνες Καλούργης (Καλλέργης), παπα Χριστόφορος, Παπα Γιώργης Πουλός, Θεόδωρος …, παπα Νικολός Μαρκαντάτος, Ανεγνώστης Ρινιέρης (Ρενιέρης), Ανδρέας Καλούργης (Καλλέργης), Ιωάννης Κορτιάνος, Ιωάννης Ντελαγραμμάτικας, Γιωάννης Νταμουλής, Γιάκουμος Ρούσος (Ρούσσος), Γεώργης Καλλέργης,  PRE Domenico Crispo, Νικηφόρος Γεράρδης, Μιχελέτος Σπυρίδος, Αντώνης Μαλαξός, Ανδρέας Σμυρνιός, Φρατζέσκος Γρίσπος, Γεώργης Σαλονικιός, Τζάνες Καζανόβας, Ιωάννης Λευκαρός, Μιχέλης Σαλονικιός, Marco Foscolo, Ιωάννης Μοσκονάς, Αντώνης Γρυπάρης, Ιωάννης Σκούταρης, Φρατζέσκος Καλέργης, Ανεγνώστης Καρτιάνος, Γεώργης…, Ντεμενεγος Μεντρινός (Μενδρινός), Δημήτρης Στοφιλάς, Αντώνης Γρυπάρης, Γεώργης …, Δημήτρης …, Γεώργης …, Γεώργης Αλαβάνος, Δημήτρης Βασταζής, Νικολής Μπάρμπερης, Δημήτρης …, Μπατίστας Γεράρδης, Νικόλαος Γεράρδης.

–1675. Στις 15 Μαΐου 1675. Σε επιστολή Ναουσαίων προς τον πρεσβευτή των Γάλλων, αιτώντας Καπουκίνους πατέρες  υπογράφει ο Μιχελέτος Σπιρίδος.

–1680  Σε έγγραφο Παροικιάς του 1680, αναφέρονται μερικές καθολικές οικογένειες της Πάρου που ζούσαν στην  συνοικία Νιό (Καινούργιο) Πηγάδι Παροικιάς. Η συνοικία αυτή γνωστή μέχρι πρόσφατα ως Καθολική συνοικία.

+Εις δόξαν Χριστού αμήν. 1680 εν μηνί Φλεβαρίου 2 εις το Καστέλι της Παροικίας και εις εμένα το νοτάριο Παροικίας και εις τους κάτωθεν αξιοπίστους με όλον της το θέλημα και με καλήν της γνώμην η κερά Μαρία Τζανή Μπαρμπαρή μαζί με την θυγατέραν της την Κατερίνα δόνουν και ελεύθερα πουλούσι του ευλαβεστάτου πρέ Φραντζέσκου Κρίσπου ένα σπίτι κατόγι οπού έχουσι εις το Καινούριον Πηγάδι σιμά εις τον Άγιον Νικόλαον (πρόκειται για τον Άγιο Νικόλαο τον Αρρανό που ήταν η καθολική ενορία) με όλαν του τα δικαιώματα διά ριάλια δώδεκα ήτοι 12 ως καθώς το εποκόψασι ο κύρ Νικολός Φώσκολος και ο κυρ Φραγκούλης Ιωάννου Κονταράτου σύμπλιος εις το αυτό σπίτι Γεώργης Νικολού Ντουλόνος και ο Άγιος Νικόλαος, τα οποία ριάλια 12 τα μετρά την σήμερα των άνωθεν πουλητάδων ημπρεζέντζια των κάτωθε μαρτύρων και από την σήμερον να είναι το αυτό σπίτι του άνωθεν πρε Φραντζέσκου και των αυτού διαδόχων, πουλήση, χαρίση, προικοδοτήση, να το κάμη ως θέλει και βούλεται ωσάν καλά οπού το επλήρωσε να παίρνοντες οι άνωθεν πουλήτρες να μαντηνίρουν και να ντεφεντέρουν τον αυτόν αγοραστήν εις κάθε καιρόν που ήθελε τον εναντιωθή τινάς, μην ημπορώντας κανείς δια κανένα καιρόν να … δικαιώματα εις πένα και κοντά… του κατά καιρού ζαπτιτζή ριάλια 6 και πάντα το παρόν να έχει το βέβαιον.

… εις πίστωσιν του παρόντος βάνοντε και παρακαλετοί μάρτυρες.

Δια μαρτυρίας του Ιωάννη Γεωργίου Μαούνη

Πέτρος ιερεύς Βητζαράς νοτάριος Παροικιάς έγραψα

AΝTONIO SPIRIDO PER LA GERENISSIMO REPUBLICA DI VENEZIA CONSOLE DI PAROS

Πιστοποιώ το βέβαιον της υπογραφής του νοτάριου παπα Πέτρου Βητζαρά και του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.

Πάρος 6 Μαΐου 1684 νέο ANTONIO SPIRIDO CONSOLE VENETO

Εμμανουήλ Κομητάς πρόξενος καντζιλιέρης.  

ΠΗΓΗ: Νικ. Χ. Αλιπράντη - Σίμου Συμεωνίδη, Το Καινούργιο Πηγάδι Παροικίας, συνοικία Καθολικών τον 17ο αι., Παριανά Δʹ, τ. 13, 1983, σελ. 126 - 132). 4. ΦΕΚ 209/Β/17-3-1989 και 426/Β/3-7-1992

–1681 Έγγραφο αγοραπωλησίας που είχε δημοσιευθεί στα «ΠΑΡΙΑΝΑ» 1983 από την συλλογή του Σίμου Συμεωνίδη.

+ Εις δόξαν Χριστού αμήν, 1681 εν μηνί Ιουνίου 12 εις το Καστέλι της Παροικιάς ενέμπροστεν εις εμένα τον νοτάριον Παροικιάς και εις τους υποκάτωθεν αξιοπίστους και παρακαλετούς μάρτυρες, την σήμερον με όλον του το θέλημα και με καλήν του γνώμην ο κυρ Πατίστας Νταλούφος δίνει και ελεύθερα πουλεί του ευλαβεστάτου παπά κύρ Φραντζέσκου Κρίσπου, ένα σπίτι κατώγι όπου έχει εις το Καινούργιο Πηγάδι με την αυλογυρισιά του ο διά ρεάλια δεκάξη ήτοι ρεάλια 16 σύμπλιος ο Νικολός Γαβρίλης και Αντωνίνα Μάρκου Ντουλούφη και από την σήμερον να είναι το αυτό σπίτι του άνωθεν Κρίσπου πουλήσει, χαρίσει, προικοδοτήσει, να το κάμη ως θέλει και βούλεται ώσαν καλά όπου το επλήρωσε και παίρνεται να ντεφεντέρη τον αυτόν αγοραστήν εις κάθε καιρόν που ήθελε τον εναντιωθεί κανείς μην ημπορεώντας ξανείς διά κανένα καιρόν να γυρέψη δικαιώματα και πένα και κοντάνα του κατά καιρό ζαπιτζή ριάλια 8 και πάντα το παρόν να έχη το βέβαιον. Όθεν εις πίστωσιν της αληθείας υπογράφουν και παρακαλετοί μάρτυρες.

-διά μαρτυρίας Αυγουστή Φαρούγη

-διά μαρτυρίας του Φραγκούλη Κονταράτου.

Πέτρος ιερεύς Βητζαράς και νοτάριος Παροικίας έγραψα και μαρτυρώ ως άνωθεν.

(Τ.Σ.) Εμείς ANTONIO SRIRIDO πρόξενος Βενετίας στην Πάρο βεβαιώνουμε την υπογραφή του ανωτέρω παπά Πέτρου Βητζαρά καθώς και την αυθεντικότητα του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.

Πάρος 6 Μαΐου 1684 νέο

ANTONIO SPIRIDO CONSOLE VENETO

Εμμανουήλ Κομητάς Προξενικός καντζιλιέρης.

–1682. Έγγραφο αγοραπωλησίας που είχε δημοσιευθεί στα «ΠΑΡΙΑΝΑ» το 1983 από την συλλογή του Σίμου Συμεωνίδη σχετικά με την Καθολική Συνοικία στην Παροικία.

+ Εις δόξαν Χριστού αμήν, 1682 εν μηνί μαρτίου 30 κατά το παλαιό. Προσκαλεσμένος εγώ ο νοτάριος υπογεγραμμένος Παροικίας από ένσταση της κερ’ Αντριάνας θυγάτηρ του ποτέ Ιωάννη Καλαβρέ, γυνή του πατρόν Φραντζέσκου Ρόσι ομάδι με την αδελφήν της την κερά Μαρία οι οποίες λέγουσι πως τους ευρίσκεται κληρονομική της άνωθεν Αντριάνας από την Άννα θυγάτηρ του ποτέ μαστο Γιάκουμου Αρτήμη μία εκκλησία καλούμενη Άγιος Νικόλαος ο Αρρανός εν τη τοποθεσία Καινούργιο Πηγάδι καθώς παρών την σήμερον εμαρτύρησαν η κεράτζα της και η αδελφή της μάνας της αυτής Αντριάνας πως είναι η εκκλησία ιδική των ονομαζόμενες Ειρήνη και Μαργαρίτα, σύμπλιος της αυτής εκκλησίας Τζώρτζης Χριστιανόπουλος και Μιχάλης Κατζαούνης και Πατίστας Ντουλόνος και Μαρκάκης Καλλέργης, η οποία κέρ Αντριάνα προβλέποντας και καταλεπτώς γνωρίζοντας ότι εφοβέριζε κίνδυνος κατά κράτος χαλασμού, διά τούτο πρίν χαλάσει εβουλήθηκε να προμηθέψη να την ανακαινίση και να την αναστήση διά ψυχινήν της σωτηρίαν και παντοτεινόν μνημόσυνον αυτηνής και των γονέων της και των κληρονόμων της με το να των τηνε αφιερώσουν δορυφόρων διά πάντοτε – λοιπόν βουλόμενοι συνγνωμικώς το άνω αντρόγυνο, ήγουν ο πατρόν Φραντζέσκος και η συμβία του Αντριάνα έχοντας παντοία γνώμη ως άνωθεν μαρτυρούσι οι άνωθεν Ειρήνη και Μαργαρίτα η κεράτζαν της πώς είναι καθολική νοικοκυρά και κληρονόμησα γνωρίζοντας το συμφέρον της ψυχής της και διά καλόν επιτηρητήν τον ευλαβέστατον εν ιερεύσι προ Φραντζέσκο Κρίσπο καπελάνο του αλτάριου του λατίνου εις την κερία την Καταπολιανή τον οποίο στερκτοί αποφασιστικά θέλουν και ελεύθερα χωρίς κανενός παρακίνηση προσηλώνουν, δόνουν, χαρίζουν και απαρατούν από την σήμερον τουν αυτόν ναόν με πάσαν του δικαίωμα που τον αγκίζει να ημπορή να κτίση, να αναστήση και να αυξήση και ως ορέγεται διά καλύτερον εις αυτόν να πράξη ως πράγμα ιδικόν του:

-ξεκαθαρίζοντας ότι όποτε θεού θέλημα είχε γενεί ο Μπατίστας ο υιός της άνωθεν Αντριάνας άξιος ιερεύς και επιτήδειος διά την υπηρεσίαν ταύτης της Εκκλησίας να προτιμάται υπέρ άλλου μετά τον θάνατον του ειρημένου Κρίσπου καθολικού εφημέριου να έχη την χάριν να εφημερεύει την αυτήν εκκλησίαν. Έστον τας ακόμη και τούτο, να έχουν μέσα εις τον αυτόν ναόν την μπαντοτεινή τως κατοικίαν, να θάβουνται και να μνημονέβουνται αιωνίως αυτοί και οι γονοί των και οι κληρονόμοι των και αν κανείς από τους κληρονόμους τονε κληρονόμος είχε αμφιβάλει εναντίον της θεαρέστου κανά πληρή κοντάνα της κατά καιρούς αφεντίας ριάλια 20 και να κληρονομά και την κατάρα του αγίου και των γονέων τως, μάλιστα να διαφεντέρουν και να ξεμηστεύουν από πάσαν κακότροπον άνθρωπον τον αυτόν υπηρέτην λεγόμενον Κρίσπον ως καθολικό οικοκύρη και κληρονόμο τους και ειρηνικού και παντοτεινό Ποσέσο διά το οποίον εις βεβαίωσιν τοιαύτης μισταποδόσεως προσκαλούμεν και μάρτυρες παρακαλετοί εις ασφάλειαν:

-διά μαρτυρίας του Τζώρτζη Λαζανιά

-δια μαρτυρίας του Ιωάννη Καλόπλαστου

Διά μαρτυρίας του Μανθέου Μπαρπέρη Κρητικού

Πέτρος ιερεύς Βιτζαράς νοτάριος Παροικίας έγραψα

(Τ.Σ.) Εμείς ANTONIO SPIRIDO Πρόξενος Βενετίας στην Πάρο βεβαιώνουμε την υπογραφή του ανωτέρω παπά Πέτρου Βητζαρά καθώς και την αυθεντικότητα του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.

Πάρος 18 Απριλίου 1684 νέο ANTONIO SPIRIDO CONSOLE VENETO

Εμμανουήλ Κομητάς Προξενικός Καντζιλιέρης.

–1684.  Έγγραφο αγοραπωλησίας που είχε δημοσιευθεί στα «ΠΑΡΙΑΝΑ» το 1983 από την συλλογή του Σίμου Συμεωνίδη.

+ Εις δόξαν Χριστού αμήν, 1681 εν μηνί αυγούστου 6 εις το Καστέλι της Παροικιάς, ενέμπροστε εις εμένα το νοτάριο Παροικίας και εις τους υποκάτωθεν αξιοπίστους και παρακαλετούς μάρτυρες:  Την σήμερνον με όλον της το θέλημα και με καλήν της γνώμην η κερά παπαδιά του ποτέ παπά Νικολού Καλάργυρου δίνει και ελεύθερα πουλεί του ευλαβεστάτου πρε Φραντζέσκου Κρίσπου το λιβάδι όπου έχει εις το Καινούργιο Πηγάδι είς τον Άγιον Νικόλαον διά ρεάλια δώδεκα ήτοι ρεάλια 12, ως καθώς το εποκόψασι ο κύρ Ιωάννης Μάρκου Κοντού και Τζανής Γιαννάκη Πουλήτη (σήμ. Πολίτης) και από την σήμερον να είναι το αυτό λιβάδι όλο ως καθώς της το επουρκήσασι οι γονοίς της με όλα του τα δικαιώματα του άνωθε Κρίσπου και πουλήση, χαρίση, προικοδοτήση, να το κάμη ως θέλει και βούλεται ώσαν καλά οπού το επλήρωσε ημπρεζέντντζια (παρουσία) των κάτωθε γεγραμμένων μαρτύρων και παίρνει τα η άνωθε πουλήτρα να μαντηνίρη (διατηρώ, συντηρώ) και να ντεφεντλερη (υπερασπίζει) τον αυτόν, αγοραστήν εις κάθε καιρόν που ήθελε του εναντίωθη κανείς μην ημπορώντας κανείς να γερέψη δεκαιώματα εις πένα και κοντάνα του κατά καιρού ζαπτιτζή ρεάλια 6 και πάντα το παρόν να έχει το βέβαιον όθεν εις πίστωσιν της αληθείας υπογράφουν και παρακαλετοί μάρτυρες – νομενάροντας ότι είς το αυτό λιβάδι έχει μέσα μία πάρτη ο Μαθιός της Μελητίνης ως καθώς φαίνουνται τα σημαδούρια.

-Ιωάννης Βιτζαράς μάρτυρας παρακαλετός.

-Κωνσταντίνος Γαλανός μαρτυρώ τα άνωθε.

-Πέτρος ιερεύς Νητζαράς και νοτάριος Παροικιάς έγραψα.

(Τ.Σ.) Εμείς ANTONIO SPIRIDO πρόξενος της Βενετίας στην Πάρο βεβαιώνουμε την υπογραφή του ανωτέρου παπά Πέτρου Βητζαρά καθώς και την αυθεντικότητα του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.

Πάρος 6 Μαΐου 1684 νέο ANTONIO SRIRIDO COSOLE VENETO

Εμμανουήλ Κομητάς Πρόξενος καντζιλιέρης.

–1701. Το 1701 απεβίωσε ο Ιωάννης Σπυρίδος, πρόκριτος της Πάρου (17ος-18ος αιώνας).

Το οικόσημο του (τρίτων δεξιόστροφος που κρατά θαλασσινή κόγχη-βούκινο, στηριζόμενο από δύο λέοντες) βρίσκεται σε επιτύμβια πλάκα (1701) στο βόρειο κλίτος του Ναού της Παναγίας Καταπολιανής.

Η επι της πλάκας επιγραφή: +ΜΝΙΣΤΙΤΟΙ ΚΕ ΤΗΝ ΨΙΧΙΝ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΣΟΥ ΙΩ ΣΠΙΡΙΔ[ΚΑΙ] 1700 (ή 1701), μετάφραση: «+Μνήσθητι κύριε τυην ψυχή του δούλου σου Ιωcc».

–1710. Χωράφι Σκαντάλη σύμπλιος Νικολάκης Γιαννάκη Σπυρίδου.

–1710. Χωράφι … σύμπλιος Ανδρουλάκης Σπυρίδος κεσίμι [έκαμα το αλλαξιά με τον Μαρκόπουλο χωράφι Καστροβούνι Καστέλλης κεσίμι άλλαξα το με τον όμοιον].

–1716. Σε πρακτικό εκλογής νοταρίου – καγκελαρίου από το κοινό της Παροικιάς στη Γενική Συνέλευση της 14 Ιανουαρίου 1716, μαρτυρείται ο εκλεγείς ως συμβολαιογράφος και γραμματέας της Κοινότητας ο Νικόλαος Σπυρίδος όπως και ο Τζανής Σπυρίδος ως κοινό και ο Ιωάννης Σπυρίδος.

–1716. Σε κληρονομικό δικαίωμα των συζύγων αναφέρεται στις 24 Ιανουαρίου 1716 ο καντζελάριος Νικολός Σπιρίδος.

–1722. Ο Παριανός (γεννήθηκε στα Μάρμαρα) ιερομόναχος Αρσένιος Μενδρινός, το 1722 Μητροπολίτης Τήνου, αναφέρεται σε έγγραφο Παρου στις 29 Οκτωβρίου 1722 για πωληση ακινήτου στην Παροικιά. «… ο οικονόμος Παροικιάς Αλησάφης εμολόγησεν και ομολογά πως απατός του επαρακίνησεν την μπρεσβυτέραν του κερά Μαρκιετάκη οικονόμισα και επούλησεν τα πράγματα ειχεν εις τον Κέφαλο πουρκιάν της και έλαβεν αυτός τα άσπρα και εγόρασε από τον αφέντη Μανωλάκη Πρωτόδικο το μπάρμπαν του ένα λιβάδι εις τον Μπαρασπόρο…» Το πωλητήριος μαρτυρούν και υπογράφουν οι: Οικονόμος Αλησάφης Νικόλαος ιερεύς, ο Μανώλης Πρωτόδικος, ο Σκευοφύλαξ Ντεφεράρης, ο παπα Νικολός Πρωτόδικος, ο Γιάκουμος Μπαζέγιος και ο Καντζελλάριος Παροικιάς Νικόλαος Σπυρίδος.

–1723. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 30 Ιανουαρίου 1723 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο Σπυρίδος Νικόλαος, καγκελλάριος Παροικιάς ο οποίος αναλαμβάνει να «περιγραφτούν όλα με τη στίμα εις τη»… «μάνα να φαίνουνται πνατοτινά διά να καταστιχώνουνται τα δοσίματα δίχως κανένα λάθος».

–1724. Απόφαση του κοινού της Παροικιάς για την διατίμηση των προϊόντων και την απογραφή της κτηματικής περιουσίας όλων των κατοίκων. Κατά τη Γενική Συνέλευση της 13 Δεκεμβρίου 1724, αναφέρεται ο καγκελάριος της Κοινότητας Νικόλαος Σπυρίδος.

–1724. Σε πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 13 Δεκεμβρίου 1724 κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο Ανδρέας, Τζανής και Αντώνης Σπυρίδος.

–1730. Από τον … Καρατζά χωράφι Έλιτας σύμπλιος Τζαννάκης Σπυρίδος.

–1730. Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου του κοινού της Παροικιάς στην Κωνσταντινούπολης στις 28 Ιανουαρίου 1730 μαρτυρείται ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1730. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 12 Νοεμβρίου 1730, αναφέρεται ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1730. Σε πρακτικό πωλήσεως του φόρου της δεκάτης του κοινού Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, της 26 Ιουλίου 1730 μαρτυρείται ο Γεώργιος Τζανάκη Σπυρίδος.

–1732. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4 Ιανουαρίου 1732, αναφέρεται ο Γεώργιος Ανδρέα Σπυρίδος και ο Γεώργιος Τζάνε Σπυρίδος.

–1732. Πρακτικό εξουσιοδοτήσεως απεσταλμένου του κοινού Παροικιάς, κατά τη Γενική Συνέλευση στις 17 Ιανουαρίου 1732 αναφέρεται ο Γεώργης Σπυρίδος του Ανδρέα.

–1733. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4 Ιανουαρίου 1733, αναφέρεται ο Γεώργης Σπυρίδος.

–1733. Σε δημόσιο πλειστηριασμό του κοινού Παροικιάς στις 20 Ιουνίου 1733, αναφέρεται ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1733. Ο Σκευοφύλαξ και ηγούμενος στη μονή του Αγίου Γεωργίου στο Μεροβίγλι Περπινιάς Νεόφυτος υπογράφει το πρακτικό εκλογής του Γεώργιου Σπυρίδου και του Γιακουμάκη Χαμάρτου ως απεσταλμένων στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό της Νάουσας στις 26 Οκτωβρίου 1733.

–1734. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 18 Ιανουαρίου 1734, αναφέρεται ο επίτροπος Γεώργιος Τζανάκη Σπυρίδος.

–1734. Στις 24 Φεβρουαρίου 1734, οι προεστοί και επίτροποι του κοινού Παροικιάς Πάρου, με συστατικό γράμμα βεβαιώνουν ότι ο κάτοικος του νησιού τους, γαλλικής καταγωγής, Γιόζε Ντάλες, δια της βίας και παρά τη θέλησή του συνεργάστηκε με ξένους πειρατές, ένας εκ αυτών είναι ο Γεώργιος Ανδρέα Σπυρίδος και ο επίτροπος Γεώργιος Σπυρίδος.

–1734. Απόφαση του κοινού της Παροικιάς για επαναπατρισμό συμπατριωτών τους (λόγω της βαριάς φορολογίας από τους Τούρκους, με το οποίο τους καλούσε να επιστρέψουν στο νησί τους, δίνοντας την υπόσχεση για μείωση των φόρων τους) στις 16 Σεπτεμβρίου 1734, υπογράφει ο Γεώργης Σπυρίδος.

–1736. Πρακτικό εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 22 Ιανουαρίου 1736, αναφέρεται ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1737. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς την 1η Μαρτίου 1737 αναφέρεται ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1738. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς τον Μάρτιο του 1738 αναφέρεται ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1738. Σε προικοσύμφωνο Παροικίας στις 8 Απριλίου 1738, ο Μιχελέτος του Σπιρίδου με την κερα Νικολέττα θυγατέρα του Γεωργίου Σκιαδά. «Η κυρά Ζαφειράκη μητέρα της Νικολέτας και ο αδερφός της Νικόλαος Κωνσταντάκης δίδουν στην κόρη και ανιψιά εικόνες τρείς. Ο Μιχελέτος Σπυρίδος δεν προσφαίρει (ΓΑΚ, 212 78ν).

–1739. Πρακτικό εκλογής κοινοτικών επιστατών του ναού της Εκατονταπυλιανής σε Γενική Συνέλευση του κοινού της Παροικιάς στις 10 Μαρτίου 1739 αναγράφεται ο Γεώργιος Ανδρέα Σπυρίδος και ο Μιχελέτος Σπυρίδος.

–1739. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 14 Απριλίου του 1739 αναφέρεται ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1739. Πρόσκληση επιστροφής προς τους ξενιτεμένους Παρίους στις 30 Αυγούστου 1739, υπογράφεται και από τον Γεώργιος Σπυρίδος.

–1740. Σε δημόσιο πλειστηριασμό του κοινού Παροικιάς στις 12 Απριλίου 1740, αναφέρεται ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1740. Σε πρακτικό εκλογής «καταστιχογράφων» των φόρων του κοινού Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση της 23 Απριλίου 1740, μαρτυρείται ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1741. Για την εκλογή απεσταλμένων στην Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Παροικιάς στη Γενική συνέλευση το 1741 αναφέρεται ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1741. Εκλογή προβλεπτών υγειονομικών μέτρων από το κοινό Παροικιάς Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της 2 Μαΐου 1741, υπογράφει και ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1741. Ο Σπυρίδος Ανδρ. Γεώργιος, επίτροπος Εκατονταπυλιανής, υπογράφει πώληση αμπελιού (Παροικιά, 18 Οκτωβρίου 1741): οι τιμιώτατοι αφέντες επίτροποι και προβλεπτές της κυρίας Εκατονταπυλιανής έχοντας χρείες ανάγκες διά την όμοια εκκλσία πουλούν και χαρτώνουν του τιμιωτάτου αφέντη Τζανάκη Καμπάνη το εμισό αμπέλι που ο κύρης του ποτέ αποθανών μακαρίτης Αλεσσανδράκης [Καμπάνης] το είχε αφιερώσει εις την όμοιαν εκκλησία, διά ρεάλια 14.

–1741. Κατά τη Γενική Συνέλευση, της 18 Νοεμβρίου 1741, οι προεστοί και κοινοτικοί εκπρόσωποι της Παροικιάς Πάρου, αποφάσισαν να συλλάβουν, να φυλακίσουν και τέλος να εκτοπίσουν από το νησί τους τον συντοπίτη τους Ιωάννης Βασιλάκης, λόγω του σκανδαλώδους τρόπου της ζωής του και άλλων ανάρμοστων πράξεων. Υπογράφει ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1742. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 1η Μαρτίου του 1742 αναφέρεται ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1743. Εκλογή κατά τη Γενική Συνέλευση «επιτρόπου και προβλέπτη» απεσταλμένου από τα κοινά της Πάρου, στις 20 Φεβρουαρίου 1743 αναφέρεται ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1743. Απόφαση για καθορισμό της φορολογίας κατοίκων της Πάρου στις 12 Απριλίου 1743, αναφέρεται ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1744. Έγγραφο αναφέρεται στον πειρατή Γρύλο που έλεγχε τα στενά περάσματα των Κυκλάδων και λήστευε κυριολεκτικά τα πλεούμενα με ορμητήριο την Πάρο και Αντίπαρο. «Εις δόξαν Θεού αμήν και της διαφεντεύτρας μας Εκατονταπυλιανής αμήν, 1744 Μαρτίου 4, Παροικία. Την σήμερον εφανερώθηκαν προσωπικώς εις την κανκελλαρία μας οι εδώ ονομτισμένοι ένμπροσθεν των υποκάτωθι παρόντα αξιοπίστω μαρτύρω, καραβοκύρης Γεώργιος Κανάρης, Στάμος Ψωμάς, Κωνσταντίνος Κακούρης, Νικολός Χαϊμάδας και Αθανάσιος Φραγκογιάννης οι οποίοι ζητούσαν και θέλουν δια μέσου της παρούσης φανερής υπογραφής των υποκάτωθεν να επιδείσουν ότι μισέβοντας από την Αθήνα με γνώμην Θεού θέλοντος να ξετρέξου τον δρόμον των έως την βασιλεύουσαν πόλιν και πηγαινόμενοι όντας εις το στενό της Άνδρος αιφνιδίως χωρίς τινα είδηση τους επάναβε(;) μία φελούκα μεγάλην και αρματωμένη καλά και αρματωμένη του αφέντη καπετάν Χριστοφίλου ντε Τζουάνε λεγόμενος Γρύλος και αυτός γενόμενος νοικοκύρης εις το καϊκιό των τους επήραν και συντροφία ζώντας τους επήρα εις το κανάλι της Αντιπάρου που εκεί ήτον ο καπετάνιος και το αρμαμέντον του και ερευνώντας το πράμα τους έδωκεν άδειαν και τους έκαμαν καλή πασκοτζέρο που εβρίσκουντανε ομοίως και μερικό από το σαπούνι του γομαριούν της Τζουβάλια πέντε και προβλέποντας, λοιπόν, στενοχωρημένο να μην χάσου και το αποληφθέν τως έβρη παρακαλεστικώς και εδανείστηκα ριάλια δύο χιλιάδες εξακόσια σαράντα ένα που γίνεται ο αριθμός με τα έξοδα έως δύο χιλιάδες επτακόσιαν και τους άφησαν ελεύθερους με το γομάρι του σαπουνιού, όθεν δι ‘ απόδειξιν με φανερά μαρτυρία την εζημία που έως τώρα ετράβηξα τους εσυντροφιάζομε δια μέσου της παρούσης υπογεγραμμένης ως κάτωθεν και τυπωμένη με την κοινή σφραγίδα εφανέρωσα του λεγόμενου καπετάνιου το επαράτησα χωρίς τινα έξοδα εις ασφάλεια, ξεκαθαρίζεται ότι το καΐκι με τες απόδειξες που ο καραβοκύρης εφανέρωσε του λεγόμενου καπετάνιου το επαράτησε χωρίς τινα έξοδα..

Γεώργιος Σπυρίδος μαρτυρώ ως άνωθεν

Μπορταλαμέος Βιτζαράς μάρτυρας

Πέτρος Μαβρογένης μαρτυρώ ως άνωθεν

Ιωάννης Δουδέσκος μάρτυρας

Τζανής Καμπάνης μάρτυρας

Τζουάνες Πρωτονοτάριος Κεφάλου(;) εις αναζήτησιν έγραψα Απόδειξη των Αθηναίων εις την εζημία ετραβήξαν απέ τον καπετάν Γρύλο».

–1744. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 28 Μαρτίου του 1744 αναφέρεται ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1744. Κατά τη Γενική Συνέλευση εκπροσώπων όλων των κοινών της Πάρου, της 6 Απριλίου 1744, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους δραγουμάνου Νικολάου Μαυρογένη, εναντίον των εις βάρος του συκοφαντιών μερικών συμπατριωτών τους, προς τις τουρκικές αρχές. υπογράφει και ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1746. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 22 Μαρτίου του 1746 αναφέρεται ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1747. Στη διαθήκη του σακελίου Βιτζαρά ιερέως Κωνσταντίου στις 30 Μαρτίου 1747 υπογράφει ως μάρτυρας ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1748. Πρακτικό πωλήσεως των φόρων του κοινού της Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, τη 1 Μαρτίου 1748, μαρτυρείται ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1749. Πρακτικό εκλογής επιτρόπου του κοινού Παροικιάς στις 20 Νοεμβρίου 1749, αναγράφετε ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1750. Σε πρακτικό αναθεώρησης του κτηματολογίου του κοινού Παροικιάς, σε Γενική Συνέλευση στις 30 Μαρτίου 1750, μαρτυρείται ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1751. Ο άρχοντας Κωνσταντίνος Σπυρίδος, γνωστός σε έγγραφο Τζιπίδου, 3 Αυγούστου 1751: «παραίτησις απαιτήσεως του Κωνσταντίνου Σπυρίδου επί κτημάτων της μονής Αγίου Αντωνίου».

–1752. Σε εκλογή απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό Παροικιάς σε Γενική Συνέλευση στις 6 Σεπτεμβρίου 1752 μαρτυρείται ο Γεώργιος Σπυρίδος.

–1814. Ποίημα του Ν. Κονδύλη το 1814 αφιερωμένο στον Γεωργάκη Σπυρίδω «Τώ ευγενεστάτω αφέντη Γεωράκη Σπυρίδω»

–1971. Σε φωτογραφεία του 1971 στην Παροικιά, διακρίνεται ο μικρός Γιώργος Σπυρίδονος.

 

Σπύρογλου: Μικρασιατικής καταγωγής οικογένεια, που εγκαταστάθηκε στη Νάουσα της Πάρου. Η παριανή ονοματολογική καταγραφή αναφέρει τον Σπύρογλου ως «Μικρασιάτη κάτοικο Ναούσης», χωρίς να προσδιορίζει μέχρι σήμερα χρονολογία εγκατάστασης. Το επώνυμο απαντά σε οικογένειες της Μικράς Ασίας, ενώ η σύγχρονη παρουσία του στην Πάρο είναι τεκμηριωμένη τουλάχιστον από το 1991.


Σπύρου:
Το επώνυμο Σπύρου είναι πατρωνυμικό και προέρχεται από το βαπτιστικό όνομα Σπύρος. Για την οικογένεια Σπύρου της Νάουσας έχει καταγραφεί ως πιθανή προέλευση η Λέρος.

Η οικογένεια στη Νάουσα τον 19ο αιώνα

Η οικογένεια Σπύρου είναι τεκμηριωμένη στη Νάουσα της Πάρου ήδη από το 1827. Σε έγγραφο διανομής κληρονομιάς, στις 22 Μαΐου 1827, αναφέρονται ο Βαγγέλης Σπύρου και ο αδελφός του Νικόλαος Σπύρου. Το 1831 απαντάται επίσης στη Νάουσα το όνομα Βαγγέλης Σπύρου, ενώ συνδέεται με ξυλόγλυπτο στον ναό της Θεοσκέπαστης, όπου αναφέρεται η επιγραφή «Δέησις του δούλου του Θεού Σπήρου Βατζέλι».

Ο Ευάγγελος Σπύρου και η επόμενη γενιά

Το 1843–1844 καταγράφεται στη Νάουσα ο Ευάγγελος Σπύρου. Το 1844 αναφέρεται ως 61 ετών και γεωργός, γεγονός που τοποθετεί τη γέννησή του περίπου στο 1783. Αργότερα, στους εκλογικούς καταλόγους του 1875, εμφανίζονται ο Σπύρος και ο Εμμανουήλ Σπύρου, γιοι του Ευαγγέλου, ηλικίας 35 και 38 ετών αντίστοιχα. Οι ίδιοι καταγράφονται ξανά το 1883 και το 1885, με ηλικίες που επιβεβαιώνουν την ίδια οικογενειακή γενιά.

Το οικογενειακό εξωκλήσι του Αγίου Ευθυμίου

Το 1890 γεννήθηκε στη Νάουσα ο Ευθύμιος Σπύρου, τρίτο παιδί του Σπύρου Σπύρου. Βαπτίστηκε στο οικογενειακό εξωκλήσι του Αγίου Ευθυμίου στον Αμπελά, γεγονός που αποτελεί σημαντικό τοπικό τεκμήριο της οικογένειας. Μετά τον θάνατό του, το 1950, ο αγρός μαζί με το εξωκλήσι περιήλθαν, κατόπιν συμφωνίας των θυγατέρων του, στη Μαρουσώ Πετρίδη, το γένος Σπύρου.

Η οικογένεια στον 20ό αιώνα

Η παρουσία των Σπύρου συνεχίζεται στη Νάουσα και κατά τον 20ό αιώνα. Σε δημοτολογικές και εκλογικές καταγραφές εμφανίζονται μέλη της οικογένειας, ενώ το 1966 ο Γρηγόρης Σπύρου εξελέγη στην πρώτη διοίκηση του Α.Ο. Νηρέας Νάουσας Πάρου.

Η πιθανή σχέση με τη Λέρο

Η αναφορά στη Λέρο ως πιθανό τόπο προέλευσης της οικογένειας παραμένει ενδιαφέρουσα, καθώς το επώνυμο Σπύρου απαντάται και στη Λέρο. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί ο συγκεκριμένος άνθρωπος ή έγγραφο που να συνδέει έναν Σπύρου της Λέρου με την οικογένεια της Νάουσας.

Η συνέχεια της οικογένειας

Το επώνυμο Σπύρου εξακολουθεί να υπάρχει στη Νάουσα μέχρι σήμερα. Η οικογένεια έχει επομένως μια μακρά και τεκμηριωμένη παρουσία στην περιοχή, τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα.

–1827. Σε εξόφληση κληρονομιάς στη Νάουσα στις 22 Μαΐου 1827 αναφέρεται ο ποτέ Αργυρώς κόρης ποτέ Σπύρου Βαγγέλη και γυνή Δημητρίου Καρποδίνη. Αναφέρεται επίσης και ο αδερφός του Βαγγέλη Σπύρου, Νικόλας.

–1831. Εν Ναούση της Πάρου τη 5 Αυγούστου 1831 Βαγγέλης Σπύρου. Το ίδιο άτομο είναι αφιερωτής ξυλόγλυπτου στο ναό της Θεοσκέπαστης στη Νάουσα «Δέησις του δούλου του θεού Σπήρου Βατζέλι»

–1843. Σε ονομαστικό κατάλογο των εκλογικών αποτελεσμάτων Νάουσας στις 27 Οκτωβρίου 1843 αναφέρεται ο Ευάγγελος Σπύρου.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 61χρονος γεωργός Ευάγγελος Σπύρου, ο 28χρονος γεωργός Σπύρου Παναγιώτης.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Σπύρου Σπύρος του Ευάγγελου, 43 ετών, γεωργός από τη Νάουσα και ο Σπύρου Εμμανουήλ του Ευάγγελου, 46 ετών, εργάτης από τη Νάουσα.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Σπύρου Σπύρος του Ευάγγελου, 45 ετών, γεωργός από τη Νάουσα και ο Σπύρου Εμμανουήλ του Ευάγγελου, 48 ετών, εργάτης από τη Νάουσα.

–1890. Το 1890 γεννιέται στη Νάουσα ο Ευθύμιος Σπ. Σπύρου, ήταν το τρίτο παιδί του Σπύρου Σπύρου ο οποίος βαπτίστηκε στο ιδιωτικό τους εκκλησάκι Άγιο Ευθύμιο.  Ο Ευθύμιος Σπύρου παντρεύτηκε την Μαρκετάκη Σπύρου και αποκτούν δύο θυγατέρες, την Μαρουσώ (Σωσώ) σύζυγος του Δημήτρη Πετρίδη και την Στέλλα σύζυγο του Βασίλη Πεντάρη. Με αμοιβαία συμφωνία των δύο αδερφών μετά τον θάνατο του Ευθύμιου Σπ. Σπύρου το έτος 1950, ο αγρός και το εξωκλήσι του Αγίου Ευθυμίου (Αμπελάς) ήρθαν στην κατοχή της Μαρουσώς Πετρίδη, το γένος Σπύρου.

–1939. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένη η παριανή [Νάουσα] 17 ετών Μαρουσώ Ευθ. Σπύρου άγαμος. Έδωσε όρκο στις 14 Φεβρουαρίου 1939.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 63χρονος κάτοικος Νάουσας, Σπύρου Κωνσταντίνος του Σπύρου, γεωργός, ο 34χρονος ναυτικός Παναγιώτης Σπύρου Παναγιώτης του Κωνσταντίνου, ο 69χρονος Σπύρου Ευάγγελος του Σπύρου κτηματίας, ο 31χρονος γεωργός Σπύρου Σπύρος του Ευαγγέλου και ο 30χρονος οινομάγειρας Σπύρου Μπατίστας του Ευάγγελου.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Σπύρου Ζαμπία, όνομα συζύγου Παναγιώτης, όνομα πατρός Γρηγόριος Μαλαματένιος.

–1966. Στην πρώτη εκλεγμένη διοίκηση του ΑΟ Νηρέας Νάουσας Πάρου το 1966  εξελέγχει Γρηγόρης Σπύρου.

 

Στάβαρης ή Σταύβαρης: Το επώνυμο Στάβαρης απαντάται στην Άνδρο ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η οικογένεια του Δημοσθένη Στάβαρη του Γεωργίου, ο οποίος καταγράφεται στη Λάμυρα της Άνδρου από το 1872. Το 1876 παντρεύεται την Αθηνά Κορκοδείλου του Γεωργίου, ενώ το 1877 και το 1890 καταγράφεται ξανά στη Λάμυρα.

Η σύνδεση με την Πάρο

Ο γάμος του 1921 αποτελεί το σημαντικότερο μέχρι σήμερα τεκμήριο για τη σύνδεση του συγκεκριμένου κλάδου με την Πάρο. Στις 10 Οκτωβρίου 1921, η 24χρονη Ελένη Στάβαρη, κόρη του Δημοσθένη Στάβαρη και της Αθηνάς Κορκοδείλου, αναφέρεται ως καταγόμενη από την Πάρο και παντρεύεται στην Ερμούπολη τον 35χρονο Παριανό Σπύρο Μαλαγαρδή.

–1921. Στις 10 Οκτωβρίου 1921 ο 35χρονος υπάλληλος από την Πάρο Σπύρος Μαλαγαρδής του Φραγκίσκου και της Μαρίας Κομνηνού παντρεύεται στην Ερμούπολη την 24χρονη από την Πάρο Ελένη Στάβαρη του Δημοσθένη και της Αθηνάς Κορκοδείλου.

–2005. Καφέ στις Λεύκες ιδιοκτησία του Αντωνίου Στάβαρη.

 

Στάης: Επώνυμο με παλαιά και τεκμηριωμένη παρουσία στη Σίφνο, ήδη από τον 17ο αιώνα, όπου η οικογένεια Στάη καταγράφεται στην οθωμανική απογραφή του 1670. Στην Πάρο, στις 27 Οκτωβρίου 1829, καταγράφεται στην Αλληλοδιδακτική Σχολή της Παροικιάς ο Γεώργιος Στάης, 11 ετών. Η πιθανή μετακίνηση σιφναίικου κλάδου στην Πάρο παραμένει υπό διερεύνηση.

–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της πόλεως Παροικιάς

Στάης Γεώργιος ετών 11.

 

Σταθάκης: Το επώνυμο Σταθάκης αποτελεί υποκοριστικό του Στάθη, από το βαπτιστικό Ευστάθιος. Στην Πάρο συνδέεται με οικογένεια που εγκαταστάθηκε στον Κώστο και ασχολούνταν με την αγροτική παραγωγή και τη μελισσοκομία.

Προφορική μαρτυρία

Δύο ηλικιωμένες κάτοικοι της περιοχής θυμούνταν τον «μπάρμπα Σταθάκη» γύρω στο 1935, όταν καλλιεργούσε κτήμα στον Κώστο. Η οικογενειακή μαρτυρία αναφέρει ότι το παλιό σπίτι της οικογένειας σώζεται στον Κώστο και συνδέεται με τους απογόνους του Ιωάννη.

–1912. Απόδειξη του «Γεωργικού Συνδέσμου Μαρπήσσης» στις 29 Μαρτίου 1912 αναφέρεται ο Ιωάννης Σταθάκης.

–1938. Σε έγγραφο του 1938, αναφέρεται ο Ιωάννης Σταθάκης να έχει μελίσσια στον Κώστο.

–1951. Στις 3 Μαρτίου του 1951 απεβίωσε ο Ιωάννης Σταθάκης από τον Κώστο. Ήταν τότε 93 ετών. Η κόρη του η Μαρία είχε παντρευτεί 2 φορές. Ο πρώτος της σύζυγος λεγόταν Λέων Σπήλιος με τον οποίον γέννησε την Ερμίνα. Ο δεύτερος σύζυγος λεγόταν Δελέντας (όνομα …) με τον οποίο δεν είχε παιδιά. Η Ερμίνα πέθανε στο Βύρωνα πριν πολλά χρόνια ίσως 30. Η Ερμίνα έκανε κι αυτή δύο γάμους. Με τον πρώτο τον Ελληνοαμερικανικό που λεγόταν Λαζίδης … και απέκτησαν τον Λευτέρη. Ο δεύτερος σύζυγος ήταν Αλιπράντης με τον οποίο απέκτησαν τον Αριστοτέλη

 

Σταθάρος: Ίσως παραφθορά του Σταθερός.

–Στον εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το 1914 κάτοικος Αντιπάρου Σταθάρος Νικόλαος του Ιωάννη εργάτης.

 

Σταθερός: Το επώνυμο Σταθερός αποτελεί παλαιό παριανό επώνυμο και μαρτυρείται στην Παροικιά πριν από το 1800. Η παρουσία του είναι πλέον ασφαλώς τεκμηριωμένη τον 19ο αιώνα: στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1847, στον οποίο περιλαμβανόταν και η Αντίπαρος, καταγράφονται ο Εμμανουήλ Ν. Σταθερός, ο ξυλουργός Ιάκωβος Σταθερός, ο Πέτρος Ν. Σταθερός και ο Κωνσταντίνος Σταθερός ή Μάγειρας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο Ιάκωβος Σταθερός, ο οποίος αναφέρεται και μεταξύ των Παριανών αγωνιστών του 1821. Η αναφορά αυτή δείχνει ότι το επώνυμο υπήρχε στην Πάρο ήδη κατά την προεπαναστατική περίοδο.

Ο κλάδος της Παροικιάς

Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα η οικογένεια εμφανίζεται σταθερά στην Παροικιά. Το 1869 ο 25χρονος βυρσοδέψης Νικόλαος Σταθερός του Π. από την Πάρο παντρεύτηκε στην Ερμούπολη τη Μαριγώ Πολίτη από τη Σίκινο. Το 1874 ο ίδιος εμφανίζεται στα δημοτολόγια της Ερμούπολης ως 30χρονος Παριανός βυρσοδέψης.

Στην Παροικιά καταγράφονται στη συνέχεια ο Νικόλαος Σταθερός του Ιωάννη το 1899 και οι αδελφοί Αντώνιος, Βασίλειος και Δημήτριος Σταθερός του Ιωάννη, γεννημένοι αντίστοιχα το 1901, 1904 και 1907. Οι ίδιοι εμφανίζονται αργότερα και στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1946 ως γεωργοί.

Το παρατσούκλι «Τζαούρης»

Η οικογενειακή παράδοση συνδέει έναν κλάδο των Σταθερών με το παρατσούκλι «Τζαούρης», το οποίο χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα. Η παράδοση αναφέρει ως παλαιότερη περιουσία της οικογένειας την περιοχή της Αγίας Ειρήνης, καθώς και κτήματα στις Καμάρες, ενώ το ομώνυμο εκκλησάκι της Αγίας Ειρήνης συνδέεται σύμφωνα με την οικογενειακή μαρτυρία με την οικογένεια.

Η αναφορά ότι το «Τζαούρης» προέρχεται από το τουρκικό gâvur («άπιστος») αποτελεί προφορική ερμηνεία του οικογενειακού παρατσουκλιού και δεν μπορεί, από μόνη της, να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη μικρασιατικής καταγωγής.

Η οικογένεια στην Αντίπαρο

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο κλάδος της Αντιπάρου. Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, ο Ιωάννης Σταθερός, γεννημένος στην Πάρο, εγκαταστάθηκε στην Αντίπαρο περίπου στα τέλη του 19ου αιώνα, όπου εργάστηκε στα ορυχεία. Εκεί γνώρισε τη Μαρία Τριαντάφυλλου και δημιούργησαν οικογένεια με έξι παιδιά.

Η σύνδεση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή στον εκλογικό κατάλογο της Αντιπάρου της 11ης Ιανουαρίου 1950 καταγράφεται η Μαρία Σταθερού, σύζυγος Νικολάου, με πατέρα τον Δ. Τριαντάφυλλο. Η εγγραφή αποτελεί ανεξάρτητο αρχειακό τεκμήριο που επιβεβαιώνει την παρουσία της οικογένειας Σταθερού στην Αντίπαρο και τη σύνδεσή της με την οικογένεια Τριαντάφυλλου.

Η παρουσία των Σταθερών στην Αντίπαρο συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ο Δήμος Αντιπάρου καταγράφει την «Ταβέρνα Σταθερός», ενώ σε δημοτικές αναφορές εμφανίζεται ο Νικόλαος Σταθερός του Βασιλείου ως ενεργό μέλος της τοπικής κοινωνίας.

Η Νάουσα και η νεότερη γενιά

Στη Νάουσα η οικογένεια εμφανίζεται κατά την οικογενειακή παράδοση μετά το 1960. Ήδη όμως από το 1905 αναφέρεται ο Αντώνης Σταθερός, γνωστός ως «Τζαούρης», ο οποίος παντρεύτηκε την Ελευθερία Καρποδίνη. Από αυτή τη γραμμή προέρχεται, σύμφωνα με την οικογενειακή καταγραφή, ο Γιάννης Σταθερός, γεννημένος το 1932, ο οποίος παντρεύτηκε την Κωνσταντίνα Σκιαδά και απέκτησαν τον Αντώνη και τον Λουκά.

Η νεότερη παρουσία του επωνύμου στη Νάουσα είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική: το «Σταθερός» έχει συνδεθεί και με παραδοσιακή οικογενειακή επιχείρηση εστίασης, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί στη Νάουσα και παρουσιάζεται ως μέρος της τοπικής ιστορίας και γαστρονομικής παράδοσης της Πάρου.

Μικρασιατική καταγωγή: τι μπορούμε να πούμε με ασφάλεια

Η οικογενειακή παράδοση αναφέρει ότι οι Σταθεροί ήρθαν στην Πάρο από τη Μικρά Ασία. Μέχρι σήμερα, όμως, δεν εντοπίστηκε τεκμήριο που να συνδέει συγκεκριμένο Σταθερό της Πάρου με μικρασιατικό τόπο προέλευσης. Αντίθετα, η τεκμηριωμένη παρουσία του επωνύμου στην Παροικιά πριν από το 1800 και οπωσδήποτε στις αρχές του 19ου αιώνα σημαίνει ότι η υπόθεση αυτή χρειάζεται επιπλέον αρχειακή έρευνα.

Επομένως, η μικρασιατική καταγωγή πρέπει να παραμείνει ως οικογενειακή παράδοση και όχι ως αποδεδειγμένο ιστορικό γεγονός.

Πηγές: Εκλογικοί κατάλογοι Παροικιάς και Αντιπάρου, δημοτολόγια Ερμούπολης, οικογενειακές μαρτυρίες και καταγραφές Παριανά ονόματα – επίθετα και οικόσημα, καθώς και σύγχρονες επίσημες καταγραφές του Δήμου Αντιπάρου.

–1800.  Μαρτυρείται στην Παροικιά πριν το 1800.

–1821. Παριανός αγωνιστής του 1821 ο Σταθερός Ιάκωβος (Μ.Υ.14164) Στρατιώτης.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 44χρονος γεωργός Εμμανουήλ Ν. Σταθερός, ο 46χρονος ξυλουργός Ιάκωβος Σταθερός, ο 31χρονος γεωργός Πέτρος Ν. Σταθερός και ο Σταθερός ή Μάγειρας (υπάρχει και επίθετο Μάγειρας) Κωνσταντίνος 36 ετών γεωργός.

–1869. Στις 26 Ιανουαρίου 1869 ο 25χρονος βυρσοδέψης από την Πάρο Σταθερός Νικόλαος του Π., παντρεύεται στην Ερμούπολη την 17χρονη από την Σίκινο Μαριγώ Πολίτη, του Χ.

–1874. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 30χρονος βυρσοδέψης Νικόλαος Π. Σταθερός, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 15 Απριλίου 1874.

–1899. Το 1899 γεννιέται ο Σταθερός Νικόλαος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1900. Στις 9 Ιουλίου 1900 ο 26χρονος εργάτης από την Πάρο Ιωάννης Γρηγορόπουλος  του Γεωργίου και της Αργυρώς Σταθερού, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Σύρο Αικατερίνη Κανέλλη, του Σταύρου και της Σεβαστής Μεσίτη.

–1901. Το 1901 γεννιέται ο Σταθερός Αντώνιος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1904. Το 1904 γεννιέται ο Σταθερός Βασίλειος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1905. Το 1905 γεννιέται ο Αντώνης Σταθερός (Τζαούρης), παντρεύεται στη Νάουσα την Ελευθερία Καρποδίνη.

–1907. Το 1907 γεννιέται ο Σταθερός Δημήτριος του Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.

–1919. Οπλίτης κατά την περίοδο 1919-1922 ο Σταθερός Στυλιανός.

–1932. Το 1932 γεννιέται ο Γιάννης Σταθερό του Αντωνίου και της Ελευθερίας. Παντρεύτηκε την Κωνσταντίνα Σκιαδά και απέκτησαν δύο γιούς, τον Αντώνη και τον Λουκά.

–1946. Στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1946 είναι εγγεγραμμένα τα αδέρφια Σταθερός Νικόλαος, Αντώνιος, Βασίλειος και Δημήτριος του Ιωάννη γεωργοί κάτοικος Παροικιάς.

–1950. Σε εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου στις 11 Ιανουαρίου 1950, υπάρχει εγγεγραμμένη η Σταθερού Μαρία, όνομα συζύγου Νικόλαος, όνομα πατρός Δ. Τριαντάφυλλος.

–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Σταθερού Ναταλία όνομα συζύγου Ιωάννης, όνομα πατρός Βασίλειος Πατέλης.

–1990. Λουκάς Σταθερός, Μηχανολόγος Μηχανικός από τη Νάουσα, 1990.


Σταματελάκης:
Το επώνυμο Σταματελάκης έχει μακρά παρουσία στην Πάρο, ιδιαίτερα στη Νάουσα. Η κατάληξη -άκης παραπέμπει σε ονοματολογική παράδοση που συναντάται στην Κρήτη, ενώ το επώνυμο έχει συνδεθεί σε νεότερες πηγές με Κρητικούς εποίκους της Πάρου. Η κρητική καταγωγή όμως της συγκεκριμένης οικογένειας δεν έχει μέχρι σήμερα αποδειχθεί.

Οι πρώτες μαρτυρίες

1721: Σε προικοσύμφωνο της 20ής Δεκεμβρίου, στις Λεύκες, αναφέρεται ο Ιωάννης Σταματελάκης, δημόσιος μνήμων της Ναούσης. Πρόκειται για την παλαιότερη γνωστή μέχρι σήμερα μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο.

1816: Σε προικοσύμφωνο της 22ας Οκτωβρίου αναφέρεται Σταματελάκης με χωράφι στις Καμάρες.

Ο Ιωάννης Σταματελάκης – 1822–1835

Ο Ιωάννης Σταματελάκης υπήρξε δημόσιος νοτάριος της Νάουσας. Στα ΓΑΚ σώζεται ο Νοταριακός Κώδικας Ιωάννη Σταματελάκη (Χφ213), με πράξεις των ετών 1822–1835.

Το όνομά του εμφανίζεται επίσης σε πράξεις του 1824, 1826, 1827, 1830 και 1831. Το 1825 αναφέρεται ο «καπετάν Γιαννάκης Σταματελάκης», ενώ σε επιστολή του Φιλικού Παναγιώτη Δ. Δημητρακόπουλου, στις 23 Αυγούστου, γίνεται αναφορά στον Γιαννάκη σχετικά με τμήμα νερόμυλου.

Το 1826 ο Ιωάννης εμφανίζεται ως νοτάριος και ως έφορος Τσιπίδου, ενώ το 1827 βεβαιώνει, μεταξύ άλλων, πράξη πώλησης καταστήματος στη Νάουσα.

Η οικογένεια στη Νάουσα

1829: Στον κατάλογο του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου της Νάουσας καταγράφονται οι Νικόλαος (13), Ζαμπέτα (13), Εμμανουήλ (8) και Αντώνιος (8) Σταματελάκη.

1831: Ο Ιωάννης υπογράφει ως δημόσιος μνήμων της Νάουσας και, στις 21 Οκτωβρίου, επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους για τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί από την εγκατάσταση Κρητών νεοαποίκων.

1844: Στον εκλογικό κατάλογο της Νάουσας καταγράφονται ο Ιωάννης, 64 ετών, κτηματίας, ο Νικόλαος Ι., 28 ετών, κτηματίας, και ο Εμμανουήλ Ιω., 26 ετών, ναυτικός.

1875: Καταγράφονται μεταξύ άλλων ο Γεώργιος του Ιωάννη, 64 ετών, κτηματίας, ο Νικόλαος του Ιωάννη, 53 ετών, κτηματίας, ο Ελευθέριος του Γεωργίου, 31 ετών, ράπτης, ο Ιωάννης του Γεωργίου, 32 ετών, σανδαλοποιός, ο Ιωάννης του Νικολάου, 29 ετών, ράπτης, ο Παναγιώτης του Νικολάου, 27 ετών, κτηματίας, καθώς και οι Βασίλειος του Νικολάου, 25 ετών, καπνοπώλης, και Γρηγόριος του Νικολάου, 24 ετών.

1883–1885: Οι Ιωάννης του Γεωργίου, υποδηματοποιός, και Ελευθέριος του Γεωργίου, ράπτης, καταγράφονται ως καταγόμενοι από τη Νάουσα και κάτοικοι Βλαχίας (Μολδαβίας).

Πάρος – Σύρος

Το επώνυμο συνδέθηκε και με τα λουκούμια της Σύρου. Ο Νικόλαος Σταματελάκης εμφανίζεται ως λουκουμοποιός στην Ερμούπολη από το 1837, ενώ τα ΓΑΚ Σύρου διατηρούν αρχείο του με υλικό της επιχείρησης.

Ωστόσο, οι πηγές τον χαρακτηρίζουν εκ Κωνσταντινουπόλεως, χιώτικης καταγωγής.

Συμπέρασμα

ΠΗΓΕΣ: (ΓΑΚ), Αρχεία Πάρου: Νοταριακός Κώδικας Ιωάννη Σταματελάκη (Χφ213), 1822–1835.

Εκλογικοί κατάλογοι Πάρου: 1844, 1875, 1883 και 1885 · Κατάλογος Αλληλοδιδακτικού Σχολείου Νάουσας, 1829.

Νοταριακά και προικοσυμφωνικά έγγραφα Πάρου: 1721, 1816 και λοιπές πράξεις 19ου αι.
ΓΑΚ Σύρου και αρχειακές πηγές για το συριανό λουκούμι: Νικόλαος Σταματελάκης, 1837.

–1721. Ο ιερέας Γεμελιάρης μνημονεύεται στο προικοσύμφωνο της Μαρούσας Τζ. Ραγκούση με τον Γεωργίου Ι. Γεμελιάρη. Λεύκες 20 Δεκεμβρίου 1721. όπου η Λαρέντζα Ραγκούση προικίζει την κόρη της Μαρούσα για να παντρευτεί τον γιο του αφέντη χωροεπισκόπου Κεφάλου Γεμελιάρη. Υπογράφει ο δημόσιος Μνήμων της κωμοπόλεως Ναούσης, υποβεβαιώ ότι ίσον έστι εκ του πρωτοτύπου, Ιωάννης Σταματελάκης.

–1816. Σε προικοσύμφωνο στις 22 Οκτωβρίου 1816 αναφέρεται η Ανθούλα γυνή πάλε ποτέ Ιάκωβου Βαβανού, όπου πάντρεψε το 1812 τον γιό της με την θυγατέρα του πάλε ποτέ Περούλη Ρούσσου ονόματι Αντωνία, αναφέρεται ο Σταματελάκης με χωράφι στις Καμάρες.

–1824. Πωλητήριο συμβόλαιο του 1824 συντάχθηκε από τον συμβολαιογράφο Νάουσας Ιωάννη Σταματελάκη.

–1825. Στις 19 Αυγούστου 1825 αναφέρεται ο καπετάν Γιαννάκης Σταματελάκης.

–1825. Ο Νοτάριος Νάουσας Σταματελάκης Ιωάννης αναφέρεται σε επιστολή του προς την Νοταρία της Παροικιάς ο Φιλικός Παναγιώτης Δ. Δημητρακόπουλος (Παροικιάς, 23 Αυγούστου 1825), στον «καπετάν Γιαννάκη Σταματελάκη», διεκδικώντας το τμήμα του νερόμυλου του, που είχε αγοράσει από τον Αντώνη Κορτιάνο.

–1826. Σε συμβιβαστικό έγγραφο στις 4 Ιουλίου 1826 αναφέρεται ο Ιωάννης Σταματελάκης.

–1826. Νάουσα, 19 Οκτ. 1826 Ο δημόσιος νοτάριος της Χώρας Ναούσης Ιωάννης Σταματελάκης υποβεβαιοί. –εδόθη αντίγραφων.

–1826. Υπογράφων ως έφορος Τσιπίδου στις 29 Δεκεμβρίου 1826 ο Ιωάννης Σταματελάκης.

–1827. Σε εξόφληση κληρονομιάς στη Νάουσα στις 22 Μαΐου 1827 αναφέρεται ο νοτάριος Σταματελάκης Ιωάννης.

–1827. Πώληση ακινήτου υπό αριθμού 198 χιλίους οκτακοσίους είκοσι επτά (1827) Ιουλίου 27: Νάουσα της Πάρου. Την σήμερον επαρισιάσθη εις την Κοινήν Νοταρίαν της χώρας ταύτης η κάτωθεν υπογεγραμμένη Παρασκευώ γυνή Βαγγέλη Βαλσαμάκη, οπού με την γνώμην του ανδρός της και υιού της Νικολάου και λέγει ότι πως με ιδίαν της βουλήν και γνώμην δίνει και παντί ελεύθερα πουλεί εις τον Μάρκον Βλάση ένα μαγαζί αργαστήρι οπού έχει την μητρικόν της ομού με το τζάκιν του εις την ρούγα του Ευαγγελισμού πλησίον: άνωθεν τα παιδιά ποτέ Λουκά Θηβαίου και εις το πλάγι ίδια πωλήτρια, το οποίον του το δίδει διά γροσια διακόσια εξήντα: Ν260, ως καθού… εις το δημόσιον από τον ίδιον αγοραστήν, τα οποία γρόσια την τιμήν μας λέγει η άνω λεγομένη πωλήτρια ότι τα έλαβε σωστά και καλά μένοντας πλημένα και καλά ευχαριστημένα, και από την σήμερον το αποξενώνεται και το απαραιτεί εις την εξουσίαν και κυριότητα του αγοραστή να το κάνει ως θέλει και βούλεται ως ίδιον του απόκτημα και ως συγχήσει την παρόν πουλησίαν να ζημιούται εις την ευρισκομένην εξουσίαν γρόσια εκατόν τριάντα, πληρώνοντας τα πάντα και πάλιν η παρών να έχη το κύρος και την ισχύν εις αιώνα τον άπαντα. Και εις πίστωσιν υπογράφεται παρ’ αυτής διά … και παρά των αξιοπίστων μαρτύρων εις ασφάλειαν. Παρασκευώ γυνή Βαγγέλη Βαλσάμου, διά χειρός εμού του υιού της Νικολάου βεβαιοί τα άνωθεν. Βαγγέλης Βαλσάμου Βεβαιώνει τα άνωθεν, δια χειρός εμού Δημητρίου Καράντζα, όστις και μαρτυρώ. Ο δημόσιος νοτάριος της χώρας ταύτης Ιωάννης Σταματελάκης βεβαιώ.

–1829. Ο ονομαστικός κατάλογος των μαθητών του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου της Νάουσας του σχολικού έτους 1829.

«Οι μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της κομοπόλεως Ναούσης»

Νικόλαος Σταματελάκης ετών 13, ο Εμμανουήλ Σταματελάκης ετών 8, η  Ζαμπέτα Σταματελάκη ετών 13 και ο Αντώνιος Σταματελάκης ετών 8.

–1830. Εν Ναουση της Πάρου τη 29 Σεπτεμβρίου 1830 αναφέρεται ο Σταματελάκης Ιωάννης, Νοτάριος Νάουσας.

–1831. Ο δημόσιος μνήμων της κωμοπόλεως, Εν Ναούση της Πάρου τη 5 Αυγούστου 1831 Ιωάννης Σταματελάκης.

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο κοινός νοτάριος Νάουσας Ιωάννης Σταματελάκης.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 28χρονος κτηματίας Νικόλαος Ι. Σταματελάκης, ο 64χρονος κτηματίας Ιωάννης Σταματελάκης, ο 26χρονος ναυτικός Εμμανουήλ Ιω. Σταματελάκης.

–1876. Στα  1876 έμπορος Παροικιάς μαρτυρείται ο Παναγιώτης Σταματελάκης.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Σταματελάκης Ιωάννης του Γεωργίου, 40 ετών, υποδηματοποιός από τη Νάουσα, κάτοικος Βλαχίας (Μολδαβία), ο Σταματελάκης Ελευθέριος του Γεωργίου, ετών 39, Ράπτης από τη Νάουσα, κάτοικος Βλαχίας (Μολδαβίας) και ο Σταματελάκης Ιωάννης του Γεωργίου, 40 ετών, παπουτσής, κάτοικος Βλαχίας.

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Σταματελάκης Ιωάννης του Γεωργίου, 42 ετών, υποδηματοποιός από τη Νάουσα, κάτοικος Βλαχίας (Μολδαβία) και ο Σταματελάκης Ελευθέριος του Γεωργίου, ετών 41, Ράπτης από τη Νάουσα, κάτοικος Βλαχίας (Μολδαβίας).

 

Σταματελόπουλος: Το επώνυμο Σταματελόπουλος απαντά στην Πάρο ήδη από το 1820, σε λογαριασμό της παριανής κοινότητας για τις αποστολές στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί καταγράφεται ο Νικόλαος Σταματελόπουλος ως ομολογιούχος, με κεφάλαιο 2.000 γρόσια. Το 1829, κατά την καταγραφή των κοινών χρεών της Πάρου, εμφανίζεται νέα ομολογία του ίδιου, ύψους 2.480 γροσίων. Οι εγγραφές δείχνουν οικονομική παρουσία και συμμετοχή στις κοινοτικές υποχρεώσεις της εποχής.

–1820. Λογαριασμός των Απεσταλμένων της Κωνσταντινούπολης το 1821 έτος, υπόμεν το μέρος της κοινοτήτος Πάρου ο Μιχαήλ Τσιγώνιας, από δε το μέρος του ποτέ Πέτρου Μάτσα Μαυρογένους, ενοικιάζου των Σουλτανικών προσόδων και πολιτικών δικαιωμάτων της Νήσου μας, ως το συμφωνητικόν, αυτού του Ενοικιου του και Κοινότητος Γεγραμμένον τη 3: Δεκεμβρίου 1820 και καταχωρημένον εις τον Κώδηκα της κοινότητος, τον Ιωάννη Κορτιάνον, οίτινες απεσταλμένοι Τσιγώνιας και Κορτιάνος εξάλθησαν εξή να αγοράσουν αυτάς τας προσόδους, ετεί λογαριασμόν του ρηθατος; Ενοικιαζου.

Ομολογία Νικολάου Σταματελόπουλου Κεφάλαιον γρ. 2000.

–1829. Καταγραφή των κοινών χρεών της Νήσου Πάρου εγείνον εις Κωνσταντινούπολιν εις εκφόρους αποστολάς κατά το τελευτάτον _ καταχωρημένον εις τον κοινόν Κώδημα καθού είς του τελευταίου χρόνου απεσταλμένων. Μ. Τσιγώνια, και Ιω. Κορτιάνου λογαριασμούς, τα οποία μένουν ενεξόφλητα τα κεφάλαια ομολογιών οι δε τόκοι αυτών είναι πληρωμένοι μέχρι του χιλιοστού οκτακοσιοστού έτους.

Ομολογία Νικολάου Σταματελοπούλου γρ. 2480.

 

Σταμάτης ή Σταματικός: Το επώνυμο Σταμάτης ή Σταματικός απαντά στην Πάρο ήδη από το 1699. Σε ρετζιβούτα που συντάχθηκε στο Καστέλλι Κεφάλου, στην Τζιπίδο, ο καπετάν Μιχάλης Κοσμάς αναφέρει ότι έλαβε από τον μαστρο-Γεώργη Σταμάτη ή Σταματικό ποσό 2,30 ρεάλια, για το φατούρο του ανιψιού του

–1699. Ρετζιβούτα. Καστέλλι Κεφάλου, Τζιπίδος, 1699. Ο καπετάς Μιχάλης Κοσμάς έλαβε από τον μαστρο Γεώργη Σταμάτη ή Σταματικός 2,30 ρεάλια για το φατούρο του ανιψιού του. Το έγγραφο συνέταξε ο ιερέας Μιχαήλ Στάμεναςκαι υπογράφουν ο ιερομόναχος Θεοδόσιος και ο ιερέας Ιωάννης Καλλέργης.


Στάμενος ή Στάμενας:
Το επώνυμο Στάμενος ή Στάμενας είναι ένα από τα παλαιότερα τεκμηριωμένα επώνυμα της Πάρου. Η παλαιότερη γνωστή μέχρι σήμερα αναφορά χρονολογείται στο 1652, όταν ο ιερέας Μιχαήλ Στάμενας εμφανίζεται σε έγγραφο που συνδέεται με το Καστέλλι και τον Κέφαλο. Το 1699 και το 1707 ο ίδιος αναφέρεται εκ νέου σε πράξεις του Κεφάλου.

Τα σημαντικά τεκμήρια του 1714–1725

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρουσία του ιερέως Ευστρατίου Στάμενα στις αρχές του 18ου αιώνα. Το 1714 το όνομά του σώζεται σε επιγραφή στον ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στα Μάρμαρα, ενώ την ίδια χρονιά αναφέρεται σε επιγραφή στον ναό της Σύναξης της Θεοτόκου και του Αγίου Ευσταθίου στη Μάρπησσα (Τσίπιδο), όπου σημειώνεται ότι ο ναός ιστορήθηκε με δαπάνη του.

Το 1725, ο Ευστράτιος Στάμενας εμφανίζεται ως πρωτονοτάριος του Κεφάλου σε προικοσύμφωνο που συντάχθηκε στον Τσίπιδο. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται σπίτι στη γειτονιά της Μάρπησσας, στον Άγιο Ευστάθιο, ενώ ως μάρτυρας εμφανίζεται και ο παπα-Μιχαήλ Στάμενας. Το τεκμήριο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί συνδέει άμεσα το επώνυμο με τη Μάρπησσα ήδη από το πρώτο μισό του 18ου αιώνα.

Ιερείς και πρωτονοτάριοι του Κεφάλου

Κατά τον 18ο αιώνα οι Στάμενες εμφανίζονται επανειλημμένα σε συμβολαιογραφικές και εκκλησιαστικές πράξεις ως ιερείς, πρωτονοτάριοι και πρωτοπαπάδες. Ο Ευστράτιος και ο Μιχαήλ Στάμενας συντάσσουν ή επικυρώνουν πράξεις, ενώ μέλη της οικογένειας συμμετέχουν και στις συνελεύσεις του παριανού κοινού κατά τις δεκαετίες 1738–1750.

Τα τεκμήρια δείχνουν ότι η οικογένεια είχε αποκτήσει ήδη από τον 18ο αιώνα σημαντική εκκλησιαστική και κοινοτική θέση στον Κέφαλο.

19ος αιώνας – Μάρπησσα, Μάρμαρα και Άγιος Αντώνιος

Η παρουσία των Στάμενων συνεχίζεται κατά τον 19ο αιώνα. Το 1796 ο ιερέας Ευστράτιος Στάμενας, εφημέριος Μαρμάρων, εμφανίζεται σε πράξη ανταλλαγής με τον ηγούμενο της Μονής Αγίου Αντωνίου. Το 1815 καταγράφεται ιερομόναχος Ευστράτιος Στάμενας στη μονή.

Ιδιαίτερο τεκμήριο αποτελεί σημείωση του 1819 σε παλαίτυπο βιβλίο της Μονής Αγίου Αντωνίου, γραμμένη από τον παπα-Στρατή Στάμενα. Στη συνέχεια οι Στάμενες εμφανίζονται σε διοικητικά και εκλογικά τεκμήρια: το 1846 ο Μακάριος Στάμενας συγκαταλέγεται στους 48 κατοίκους και προκρίτους της Μάρπησσας που υπογράφουν πιστοποιητικό για τον αγωνιστή Γεώργιο Φωκιανό. Το 1847 καταγράφονται στη Μάρπησσα ο Αγγελήτος και ο Ευστράτιος Στάμενας, ενώ το 1858 ο Ιωάννης Α. Στάμενας διορίζεται αναπληρωτής ληξίαρχος Μαρμάρων.

Στον εκλογικό κατάλογο της Μάρπησσας του 1875 εμφανίζονται ο Γεώργιος Στάμενας, γιος Νικολάου, υποδηματοποιός, και ο Ιωάννης Στάμενας, γιος Αγγελήτου, έμπορος. Το 1881 ο Ιωάννης Στάμενας αναφέρεται ως έμπορος, ενώ το 1903 το δημοτολόγιο της Μάρπησσας καταγράφει ακόμη τέσσερα μέλη της οικογένειας.

Η συνέχεια στον 20ό αιώνα

Η έντονη εκκλησιαστική παρουσία της οικογένειας συνεχίζεται και στον 20ό αιώνα. Ο Νικόλαος Στάμενας, κατά κόσμον Μητροπολίτης Αμβρόσιος Β΄, γεννήθηκε το 1922 στη Μάρπησσα της Πάρου, γιος του Αντωνίου και της Μαρίας Στάμενα και τρίτο από τα έξι παιδιά της οικογένειας. Η επίσημη βιογραφία της Ιεράς Μητροπόλεως αναφέρει ότι οι γονείς του προέρχονταν από λευιτική οικογένεια. Διετέλεσε Μητροπολίτης Παροναξίας από το 1991 έως το 2008.

Αδελφός του ήταν ο πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Στάμενας (1927–1997), εφημέριος της Μάρπησσας. Η επίσημη Μητρόπολη αναφέρει ότι ανακαίνισε και αποκατέστησε παρεκκλήσια και εξωκκλήσια, δημιούργησε τη Συλλογή Βυζαντινών Εικόνων της Μάρπησσας και πρωτοστάτησε στην ανέγερση του νέου ενοριακού ναού. Προς τιμήν του η πλατεία μπροστά από τον ναό ονομάστηκε «Πλατεία παπα-Γιώργη Στάμενα».

Ο Μητροπολίτης Αμβρόσιος Β΄

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της οικογένειας κατέχει ο Μητροπολίτης Παροναξίας Αμβρόσιος Β΄ (1991–2008), κατά κόσμον Νικόλαος Στάμενας. Γεννήθηκε το 1922 στη Μάρπησσα της Πάρου, γιος του Αντωνίου και της Μαρίας Στάμενα και τρίτο από τα έξι παιδιά της οικογένειας. Οι γονείς του, σύμφωνα με την επίσημη βιογραφία της Μητρόπολης, προέρχονταν από λευιτική οικογένεια, δηλαδή οικογένεια με ιερατική παράδοση. Προηγουμένως είχε διατελέσει Μητροπολίτης Πολυανής και Κιλκισίου (1974–1991). Κοιμήθηκε στις 25 Μαρτίου 2008.

Αδελφός του ήταν ο πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Στάμενας (1927–1997), εφημέριος της Μάρπησσας για περίπου σαράντα χρόνια. Ανακαίνισε και αποκατέστησε πολλά παρεκκλήσια και εξωκκλήσια, δημιούργησε τη Συλλογή Βυζαντινών Εικόνων της Μάρπησσας και πρωτοστάτησε στην ανέγερση του νέου ενοριακού ναού. Προς τιμήν του η πλατεία μπροστά στον ναό ονομάστηκε «Πλατεία παπα-Γιώργη Στάμενα».

Πηγές

  Ινστρουμέντο της Πάρω – συμβολαιογραφικά τεκμήρια 17ου–18ου αι.

  Επιγραφές ναών Μαρμάρων και Μάρπησσας, 1714.

  Προικοσύμφωνο Τσιπίδου, 1725.

  Παλαίτυπα Μονής Αγίου Αντωνίου – σημείωση 1819.

  Εκλογικοί κατάλογοι και δημοτολόγια Πάρου, 19ος–20ός αι.

  Ιερά Μητρόπολη Παροναξίας – βιογραφίες Αμβροσίου Β΄ και Γεωργίου Στάμενα.

–1652. Ο ιερέας Μιχαήλ Στάμενας αναφέρεται σε έγγραφο Καστελλίου Παροικιάς στις 11 Απριλίου 1652 μέλος του Αδελφάτου του Παναγίου Τάφου στον Κέφαλο (Ινστρουμέντο της Πάρω) «+Μιχαήλ ιερεύς του Σρατή και Αθανασίου, υιός Στρατής.

–1699. Ο ιερέας Μιχαήλ Στάμενας συντάσει και υπογράφει ρετζιβούτα (απόδειξη) Καστελλίου Κεφάλου το 1699. Ρετζιβούτα. Καστέλλι Κεφάλου, Τζιπίδος, 1699. Ο καπετάς Μιχάλης Κοσμάς έλαβε από τον μαστρο Γεώργη Σταμάτη ή Σταματικός 2,30 ρεάλια για το φατούρο του ανιψιού του. Το έγγραφο συνέταξε ο ιερέας Μιχαήλ Στάμενας και υπογράφουν ο ιερομόναχος Θεοδόσιος και ο ιερέας Ιωάννης Καλλέργης.

–1707. Ανταλλαγή χωραφιού και κτήματος, Καστέλλι Κεφάλου, Τζιπίδος 1707, Οκτωβρίου 19. Ενώπιον του ιερέως Μιχαήλ Στάμενα, που συνέταξε το έγγραφο, με μάρτυρες τον Νικόλαο Ρούσσο και τον Ιωάννη Παπαδόπουλο, ο Δημήτριος Μονόπατος και ο Ριντζέρης Χειλάς από τον Δραγουλά…

–1714. Στην Ωραία πύλη στο ναό της Μεταμόρφωσης του Χριστού στα Μάρμαρα, υπάρχει αφιέρωμ του ιερεύς Ευστράτιου Στάμενα, όπως αναφέρει η επιγραφή: Μνήσθητι Κύριε του δούλου Ευστρατίου ιερέως Στάμενα, και χρονολογία 1714-1751.

–1714. Στα 1714 με δαπάνες του ιερέα Ευστράτιου Σταματελάκη τοιχογραφήθηκε η αψίδα του ιερού του ναού του Αγίου Ευσταθίου στον Τζιπίδο, κατά την σωζομένη εκεί επιγραφή: «1714. Ιστορήθη δι’ εξόδου του ευλαβεστάτου εν ιερεύσι παπακήρ Ευστρατίου Στάμενα. Χειρ αγιογράφου Νικολάου Παπασταματακίου».

–1714. Πώληση χωραφιού, Καστέλλι Κεφάλου, Τζιπίδος 1714, Δεκεμβρίου 12. Ο Πέτρος Σκορδίλης πωλεί στον Δημήτριο Μονόπατο το χωράφι στον Τζικαλά (Τσουκαλά) που έχει αγορά από τον Μιχάλη Ροζάκη. Έγγαρφο μαρτυρούντος του παπα Μιχαήλ Στάμενα.

–1715. Στον Τζιπίδο στις 22 Απριλίου 1715 ο ιερέας Στάμενας Ευστράτιος συντάσσει πωλητήριο σπιτιού «εις τον άγιο Ηλία, σύμπλιο κύρ Περούλη Τριβυζά». Ενώπιον του ιερέα Στρατή Στάμενα που συνέταξε το έγγραφο η Παρασκευή Νικολού Μισαρίτη (Μεσαρίτη) πωλεί στον μαστρο Γεώργη Ραγκούση ένα σπίτι για 10,30 ρεάλια. Υπογράφεται απου τους ιερέα Μιχαήλ Στάμενα, Νικόλαο Πητηλαίο (Παντελαίο) και Γεώργη Μαυρογένη.

–1719. Σε πωλητήριο Τζιπίδου 24 Μαΐου 1719, κατά το οποίο ο Ιωάννης Άσος πολέι «ένα σπιτότοπο που έχει εις το Πηγάδι του Τζιπίδου σύμπλιον του χωραφιού του πρωτονοτάριου Στάμενα και μαστρο-Στρατή Άσου και παπά-Θεοδώρου Μεχλέχα.

–1720. Ιερέας και πρωτονοτάριος Ευστράριος Στάμενας σε έγγραφα του οσίου Αντωνίου στις 5 Ιουνίου 1720.

–1722. Στον Τζιπίδο στις 24 Ιουλίου 1722 ο ιερέας Στάμενας Ευστράτιος συντάσσει πωλητήριο.

–1724. Συντάκτης της διαθήκης του παπά Μελέτιου Σιδεράκη στις 26 Ιουνίου 1724 ο Ευστράτιος ιερέας Στάμενας πρωτονοτάριος.

–1725. Στον Τζιπίδο στις 23 Φεβρουαρίου 1725 ο ιερέας Στάμενας Ευστράτιος συντάσσει έγγραφο αφιέρωσης στην Ξεχωριανή χωραφιού από τον Φραντζέσκο Σιδεράκη.

–1725. Στον Τζιπίδο στις 10 Μαΐου 1725 ο ιερέας Στάμενας Ευστράτιος συντάσσει έγγραφο ανταλλαγής χωραφιών μεταξύ μοναχού Νεκτάριου, της μονής Προδρόμου (Τζιπίδου) και ιερέα Ησαΐα Παπαδόπουλου.

–1726. Ο ιερέας Μιχαήλ Στάμενας συντάσει και υπογράφει πωλητήριο Τζιπίδου, Καστέλλι Κεφάλου στις 19 Μαΐου 1726.

–1728. Στις 3 Νοεμβρίου 1728 ο ιερέας Στάμενας Ευστράτιος συντάσσει στον Τζιπίδο έγγραφο αφιέρωσης ακινήτων στη μονή Αγίας Κυριακής Λευκών.

–1738. Μαρτυρία υπερασπίσεως συμπατριώτη τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά (για αντίδραση στην συγκέντρωση της φορολογίας), κατά τη Γενική Συνέλευση από τα κοινά της Πάρου, της 16 Ιουλίου 1738, υπογράφει ο πρωτονοτάριος Τζιπίδου Στάμενας.

–1740. Στον Τζιπίδο στις 6 Οκτωβρίου 1740 ο ιερέας Στάμενας Ευστράτιος υπογράφει πωλητήριο Τζιπίδου.

–1741. Για την εκλογή απεσταλμένων στην Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Παροικιάς στη Γενική συνέλευση το 1741 αναφέρεται ο πρωτονοτάριος Κεφάλου Στάμενας.

–1743. Εκλογή κατά τη Γενική Συνέλευση «επιτρόπου και προβλέπτη» απεσταλμένου από τα κοινά της Πάρου, στις 20 Φεβρουαρίου 1743 αναφέρεται ο πρωτονοτάριος Στάμενας.

–1746. Σε έγγραφο Τζιπίδου στις 9 Μαρτίου 1746 ο παπά-Αντώνιος Στάμενας υπογράφει ανταλλαγή χωραφιών.

–1747. Ο πρωτοπαπάς Στάμενας συντάσει και υπογράφει πρακτικό εκλογής ως απεσταλμένος στην Κωνσταντινούπολη του ιερέα Φραγκίσκου Ραγκούση από το Κοινό της Παροικιάς στις 26 Οκτωβρίου 1747.

–1750. Στο «Αβαντάριο» της ξεχωριανής στις 29 Μαρτίου 1750 αναφέρεται ο ιερέας πρωτονοτάριος Κεφάλου Στάμενας Μιχαήλ.

–1751. Στον Τζιπίδο στις 28 Δεκεμβρίου 1751 ο ιερέας Στάμενας Ευστράτιος συντάσσει τη διαθήκη της ανιψιάς του Τζαννέταινας Παπαδοπούλου Σταύρου, ιερέας, το γένος Τριανταφύλλου.

–1752. Σε έγγραφο Ξεχωριανής στις 29 Μαρτίου 1750 αναφέρεται ο παπά-Αντώνιος Στάμενας.

–1752. Στις 15 Αυγούστου 1752 ο πρωτοπαπάς και πρωτονοτάριος Μιχαήλ Στάμενας κατείχε το οφίκιο.

–1752. Στις 21 Σεπτεμβρίου 1752 ο ιερέας Μιχαήλ Στάμενας συντάσει και υπογράφει στον Τζιπίδο το προικοχάρτι του Δημητρίου Σιδεράκη.

–1752. Κατερίνα πρεσβυτέρα ιερέως Ευστρατίου Στάμενα (1752).

–1757. Ο ιερομόναχος Σεραφείμ Στάμενας συντάσει και υπογράφει πωλητήριο Τζιπίδου στις 24 Αυγούστου 1757.

–1761. Σε διαθήκη του Κωνσταντάκη Μαραμανία στις 29 Δεκ 1761 αναφέρεται ο πρωτονοτάριος Κεφάλου, ιερεύς Μιχαήλ Στάμενας.

–1763. Στις 6 Μαρτίου 1763 υπογράφει το πληρεξούσιο της Κυριακής Π. Τριανταφύλλου ο ιερέας πρωτονοτάριος Κεφάλου Μιχαήλ Στάμενας.

–1796. Ο εφημέριος Μαρμάρων Ευστράτιος Στάμενας και ο ηγούμενος της μονής του Αγίου Αντωνίου Άνθιμος Σκορδίλης, αναφέρονται σε έγγραφα του οσίου Αντωνίου στις 22 Ιανουαρίου 1796 να ανταλάσσουν χωράφια «εξω εις την Γλυφάδα κληρονομιάν από τον πεθερόν του σύμπλιος ο σιόρ Μπαζαίος και Μανόλης Άγουρος. Μάρτυς ο Δημήτριος Μπαζαίος και ο Δημήτριος Άγουρος».

–1811. Επιγραφή στο δάπεδο του δίκλιτου ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και Αγίας Άννας αναφέρει τον ιερέα Ευστράτιο Στάμενα στις 14 Μαΐου 1811. Με δαπάνες του Ανουσάκης Μανουήλ ολοκληρώθηκε το στρώσιμο με πλάκες του εδάφους του ναού του Τιμίου Σταυρού (άγνωστο που βρισκόταν) και φροντίδα του παπά-Στρατή Στάμενα. Η σχετική επιγραφή: 1811 Μαΐου 14. Ετελειώθη το έδαφος του Τιμίου Σταυρού δι εξόδου Μανοΐλ Α/νουσάκη και συ[ν]δρομής Ε/υστρατίου ιερέως και των κατοίκων (?) ΝΗΚΘ.

–1815. Ευστράτιος Στάμενος 1815, Ιερομόναχος στην Μονή του Αγ. Αντωνίου. Παριανός Μητροπολίτης Παροναξίας κ. Αμβρόσιος Στάμενας.

–1819. Στις 15 Ιανουαρίου 1819 πεθαίνει ο εφημέριος Τσιπίδου Στρατής Στάμενας. «1819 Ιανουαρίου 15 αποκοιμήθη / η κόρη μου η παπαδιά Μαρία πρεσβυτέρα παπά Κωνσταντή Γεμελιάρη και ο θεός αναπαύση / αυτήν μετά τους δικαίους: παπά Στρατής Στάμενας».

–1819. Το 1819 αναφέρεται η Στάμενα Μαρία πρεσβυτέρα του ιερέα Κωνσταντίνου Γεμελιάρη.

–1822. Σε έγγραφο των Παριανών στους Υδραίους στις 13 Απριλίου 1822 αναφέρεται ο Αγγελέτος Στάμενας κάτοικος Μαρμάρων.

–1829. Σε έγγραφο της Εκατονταπυλιανής «Εν Παροικία της Πάρου» την 19 Μαΐου 1829 αναφέρονται οι εκλογείς της επαρχίας Πάρου και Αντιπάρου: Αθανάσιος Μαύρος, Μ.Μ. Μαυρογένης, Δημήτριος Καλαβρός, Νικ. Μαλατέστας, Ιω. Μεταξάς, Θ. Ρικιέρης, Ιάκωβως Λουκής, Ν. Μωραΐτης, Μιχαήλ Τζιγώνιας, Ιω. Βαλσαμής, Ευστράτιος Στάμενας, Ζέπος Δελαγραμμάτης, Ν. Κονταράτος, Ν. Ρούσσος, Γεώργιος …, Τζανής Μάτζας, Δαμιανός Μπιάζης, Γεώργιος Βιτζαράς.

–1830. Στις 8 Φεβρουαρίου 1830 αναφέρεται στον κατάλογο του μητροπολίτη Παροναξίας ο Πρωτονοτάριος Στάμενας Μακάριος.

–1831. Ιερομόναχος Κοιμήσεως Θεοτόκου (Αγία Μονή) το 1831 ο Ιερόθεος Στάμενας.

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Νικόλαος, Ευστράτιος και ο Αντώνης Στάμενας από το χωρίων Κεφάλου.

–1844. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μαρμάρων το 1844 είναι εγγεγραμμένος ο 38χρονος εργάτης Στάμενας Αντώνιος.

–1846. Ο Μαρπησσαίος Γεώργιος Φωκιανός έλαβε μέρος στην Ελληνική Επανάσταση και αγωνίστηκε υπό τις οδηγίες του Παριανού Δημητρίου Σάλλα «κατά το 1826 εις την κατά του Ιμβραήμ πολιορκίαν Τριπολιτσάς (…) και διέμεινεν εκεί μέχρι της πτώσεως της» κατά μαρτυρία των δημοτών και κατοίκων του Δήμου Μαρπήσσης, σε έγγραφο τους («εν Μαρπίσση την 16 Μαΐου 1846»). Ακολούθως διέμεινε στα Βέρβαινα και τέλος στο Ναύπλιο. Αρχηγός δε των όπλων ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το πιστοποιητικό το υπογράφουν 48 προύχοντες και κάτοικοι της Μάρπησσας, μεταξύ των οποίων οι: Άγουρος Ιωάννης, Ιωάννης Ασωνίτης, Ελευθέριος Τζιώτης, Αναγνώστης Α. Βιτσαράς, Παναγ. Νικηφοράκης, Αντώνιος Τζιγώνιας, Αρτέμιος Ευλογιάς, Ανδρέας Αλιπράντης, Νικ. Βατιμπέλας, Νικόλαος Πούλιος, Γουλιέλμος Καντιώτης, Μακάριος Στάμενας. Το επικυρώνει δε καθώς και τις υπογραφές, ο δήμαρχος Μάρπησσας Γεώργιος Σιμ. Δελαγραμμάτης («εν Μαρπίσση την 20 Μαΐου 1846»).

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Δραγουλά του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 26χρονος εργάτης Ιωάννης Ευστρ. Στάμενας.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 58χρονος κτηματίας Αγγελέτος Στάμενας και ο 48χρονος γεωργός Ευστράτιος Στάμενας.

–1858. Με το 9/ 7βρίου*/ 1858 βασιλικό διάταγμα, διορίζεται ληξίαρχος Κώστου ο Κ. Γρ. Καπαρός και αναπληρωτής ο Κ. Ιω. Νικηφοράκης. Με το ίδιο διάταγμα, αναπληρωτής Τζιμπίδου ο Κ. Αντ. Νικηφοράκης και αναπληρωτής Μαρμάρων ο Κ. Ιω. Α. Στάμενας.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Στάμενας Γεώργιος του Νικολάου 48 ετών παπουτσής. Όπως και ο Στάμενας Ιωάννης του Αγγελέτου 40 ετών μεταπράτης.

–1881. Πωλητήριο Τσιπίδου 1881, Ιουνίου 14. Αναφέρεται ο συμβολαιογράφος Μαρπήσσης Ιωάννης Α. Κορτιάνος, όπου το γραφείο του βρισκόταν στο αρχοντικό  του Γεωργίου Ναυπλιώτη. Επίσης αναφέρεται ο ειρημένος Πέτρος Φραντζής και οι μάρτυρες Αντώνιος Λαούδης, σιδηρουργός και Ιωάννης Στάμενας, έμπορος. Αναφέρονται επίσης τα ονόματα του Αντωνίου Ν. Παντελαίου, γεωργός και ο Ευστάθιος Καντιώτης.

–1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Αικατερίνη Άγγελου Στάμενα, ετών 60, οικιακά, χήρα.

–1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Φλωρέτζα Ιω Στάμενα, ετών 70, οικιακά, χήρα.

–1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένη η Αγγελική Ιω Στάμενα, ετών 26, οικιακά, άγαμος.

–1903. Στο Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμμένος ο Αντώνιος Ιω Στάμενας, ετών 25, υπάλληλος, άγαμος.

–1922. Γεννιέται το 1922 ο Μητροπολίτης Παροναξίας Νικόλαος Στάμενας (Αμβρόσιος). Απεβίωσε σε ηλικία 86 ετών το 2008.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Στάμενας του Αντωνίου κάτοικος κοιν. Μάρπησσας. Απεβίωσε το 1997.

–1957. Γεώργιος Αντ. Στάμενας, εφημέριος Μάρπησσας από το 1957.

 

Στάσουλης ή Στέσουλας: Το επώνυμο Στάσουλης απαντά στην Πάρο στις αρχές του 19ου αιώνα. Το σημαντικότερο τεκμήριο είναι έγγραφο της 20ής Αυγούστου 1821, που υπογράφει στη Νάουσα ο Μάρκος Στασουλής, δηλώνοντας ο ίδιος «Στασουλής Σμυρναίος». Η αναφορά αυτή αποτελεί σαφή μαρτυρία ότι καταγόταν από τη Σμύρνη και βρισκόταν στην Πάρο κατά την έναρξη της Επανάστασης.

–1821. Οι υπογεγραμμένοι στρατιώτες υπόσχονται να ακολουθήσουν τον Φιλικό Παναγιώτη Δ. Δημητρακόπουλο και να απέλθωσιν εις Πελοπόννησο για να ενωθούν υπό τις οδηγίες του εκ λαμπρότατου Πρίγκηπος Δημήτριο Υψηλάντη ελληνικών στρατευμάτων. Εις βεβαίωση υπογράφονται Νάουσα Πάρου τη 20 Αυγούστου 1821, Μάρκος Στασουλής Σμυρναίος.


Σταυράκης: Πατρωνυμικό με καταγωγή από τα Χανιά Κρήτης.

 

Σταυριανός: Πατρωνυμικό επώνυμο, από το βαπτιστικό Σταύριος/Σταυριανός. Η παλαιότερη γνωστή μέχρι σήμερα παριανή μαρτυρία χρονολογείται στο 1658, όταν ο σακελλάριος Σταυριανός, εφημέριος Αντιπάρου, υπογράφει στις 2 Ιουνίου χρεωστική ομολογία των ιερέων της Αντιπάρου. Το επώνυμο απαντά και μεταγενέστερα στην Πάρο: το 1818 αναφέρεται ο Νικόλαος Σταυριανός στην Παροικιά και το 1829 ο εννιάχρονος Γεώργιος Σταυριανός ως μαθητής της Αλληλοδιδακτικής Σχολής Παροικιάς. Τον 19ο αιώνα συναντάται επίσης στη Σύρο.

–1658. Εφημέριος Αντιπάρου ο σακελλάριος Σταυριανός υπογράφει χρεωστική ομολογία των ιερέων της Αντιπάρου στις 2 Ιουνίου 1658.

–1818. Κατάλογος νέον κτηματιών στην Παροικιά 22 Μαΐου 1818 "Πατούμενο σύμπλιος Νικολάου Σταυριανού.

–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της πόλεως Παροικιάς

Σταυριανός Γεώργιος ετών 9.

–1876. Στις 18 Νοεμβρίου 1876 ο παριανή Γεώργιος Καβαλιέρος 60 ετών και η γυναίκα του Αφροδίτη Σταυριανού κάτοικοι Σύρου δηλώνουν τον θάνατο της κόρης τους Σταυρούλας 1 ετών κάτοικο Ερμούπολης. Ασθένεια: πνευμονία.


Σταυρίς ή Σταύρος:
Επώνυμο που απαντά στη Μάρπησσα ήδη από τον 18ο αιώνα, όπου αναφέρεται ο Γεώργιος Σταυρί ως ένας από τους κτήτορες, αδελφούς και ενορίτες της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Το 1846, ο Νικόλαος Σταύρος, κάτοικος Μάρπησσας, υπέγραψε μαζί με άλλους συγχωριανούς πιστοποιητικό για τη συμμετοχή του Γεωργίου Φωκιανού στον Αγώνα του 1821.

–1846. Πιστοποιητικό που συνέταξαν οι κάτοικοι του Δήμου Μαρπήσσης για να βεβαιώσουν τη συμμετοχή του συγχωριανού τους Γεωργίου Φωκιανού στον αγώνα του 1821 όπου το 1826 χρημάτισε κατά του Ιμπραΐμ στην πολιορκία της Τριπολιτσάς υπο τις οδηγίες του Δημητρίου Σάλα. Ένας από τους υπογράφοντες συγχωριανούς του στις 20 Μαΐου 1846 στην Μάρπησσα ήταν και ο Νικόλαος Σταύρος.


Σταυροπούλου:
Το επώνυμο Σταυροπούλου τεκμηριώνεται στην Πάρο από επιγραφή στον Ναό των Αγίων Αποστόλων στις Καμάρες, όπου αναγράφεται: «Δέησις Βούλας Σταυροπούλου εις μνήμην του συζύγου μου Νικολάου». Η επιγραφή αποτελεί άμεση μαρτυρία της παρουσίας της οικογένειας στην περιοχή των Καμαρών.

 

Σταφυλαράκης: Επώνυμο παρωνύμιο. Η παλαιότερη γνωστή μαρτυρία στην Πάρο ανάγεται στον 18ο αιώνα, όταν ο ιερομόναχος Σεραφείμ Σταφυλαράκης υπογράφει σε σχετικό έγγραφο. Η παρουσία του ως ιερομονάχου αποτελεί την πρώτη μέχρι σήμερα γνωστή τεκμηριωμένη αναφορά του επωνύμου στο νησί.

–Ιερομόναχος του 18ου αιώνα ο Σεραφείμ Σταφυλαράκης υπογράφει έγγραφο.

 

Στέλας: Βλέπε Στέλλας


Στέλλας ή Στέλας:
Το επώνυμο Στέλλας ή Στέλας αποτελεί παλαιό παριανό επώνυμο, με πρώτη μέχρι σήμερα γνωστή και ασφαλή μαρτυρία το 1642. Σε έγγραφο της Μονής Αγίου Αντωνίου Κεφάλου, της 6ης Φεβρουαρίου 1642, μεταξύ των υπογραφόντων βρίσκεται ο ιεροδιάκονος Χρύσανθος Στέλλας, μαζί με τον ηγούμενο Άνθιμο Σκορδίλη και άλλους μοναχούς.

Η παρουσία των Στέλλα στην ίδια περιοχή συνεχίζεται κατά τον 17ο αιώνα. Το 1665 αναφέρεται ο Ζώρζης Στέλλα, ο οποίος κληροδοτεί αμπέλι στον ιερομόναχο Χρύσανθο, ενώ το 1692 απαντά Χρύσανθος Στέλλας ως ηγούμενος της Λογγοβάρδας και το 1696 ο ιερομόναχος Χρύσανθος Στέλλας ως ηγούμενος της Μονής Αγίου Αντωνίου Κεφάλου.

Μια οικογένεια με ισχυρή παρουσία στον Κέφαλο

Η οικογένεια εμφανίζεται και κατά τον 18ο αιώνα σε κτηματικές πράξεις. Το 1753 ο Δεμένεγος Στέλλας συμμετέχει σε ανταλλαγή γης με τη Μονή Αγίου Μηνά, την οποία εκπροσωπεί ο ηγούμενος Αμβρόσιος Πολίτης.

Κατά τον 19ο αιώνα η παρουσία των Στέλλα στον Κέφαλο, δηλαδή στα Μάρμαρα, στη Μάρπησσα/Τσίπιδο και στον Πρόδρομο/Δραγουλά, γίνεται ιδιαίτερα έντονη. Σε προικοσύμφωνο των Μαρμάρων, της 3ης Νοεμβρίου 1820, αναφέρεται αγρός στους Μαγιαλούπους πλησίον του Δημήτρη Στέλλα, ενώ σε προικοσύμφωνο της 24ης Φεβρουαρίου 1831 αναφέρεται αγρός στον Άγιο Βασίλειο πλησίον της Χρύσης Στέλλας. Σε έγγραφο των κατοίκων των χωριών του Κεφάλου προς τη διοίκηση, το 1823, υπογράφουν επίσης Νικόλαος, Ιωάννης και Δημήτρης Στέλλας.

Το 1831, σε επιστολή κατοίκων της Πάρου προς τον Επίτροπο του Αιγαίου σχετικά με τις διαφορές μεταξύ ντόπιων και Κρητών εποίκων, υπογράφουν Δημήτρης, Νικόλαος και Ιωάννης Στέλλας από τα χωριά του Κεφάλου.

Η εξάπλωση σε Μάρμαρα, Μάρπησσα, Λεύκες και Παροικιά

Οι εκλογικοί κατάλογοι του 1844 στα Μάρμαρα περιλαμβάνουν πολλούς Στέλλα, μεταξύ των οποίων τους Γουλιέλμο Δ. Στέλλα, Αντώνιο Ι. Στέλλα, Θεόδωρο Στέλλα, Γεώργιο Χ. Στέλλα, Πέτρο Δ. Στέλλα, Πέτρο Ι. Στέλλα, Ιωάννη Χ. Στέλλα, Δημήτρη Στέλλα και Νικόλαο Χ. Στέλλα. Το 1847 το επώνυμο καταγράφεται στον Δραγουλά, στην Παροικιά, στις Λεύκες και στα Μάρμαρα, ενώ στη συνέχεια εμφανίζεται συστηματικά στα μητρώα αρρένων και στα δημοτολόγια.

Στις Λεύκες, από τα μέσα του 19ου αιώνα, καταγράφονται διαδοχικά οι οικογένειες των Εμμανουήλ, Νικολάου, Ιακώβου, Αντωνίου, Βασιλείου και Μιχαήλ Στέλλα. Στη Μάρπησσα, το δημοτολόγιο του 1903 αποκαλύπτει ιδιαίτερα μεγάλη συγκέντρωση του επωνύμου και πολλές διαφορετικές οικογενειακές γραμμές, με Στέλλα που ήταν γεωργοί, εργάτες, τεχνίτες και επαγγελματίες.

Η οικογένεια απαντά επίσης εκτός Πάρου, κυρίως στη Σύρο, ήδη από τον 19ο αιώνα: το 1870 καταγράφεται Παρασκευή Στέλλα στην Ερμούπολη, ενώ το 1878, 1884, 1885, 1894, 1897 και 1902–1925 απαντούν διαδοχικά μέλη της οικογένειας, αρκετά από τα οποία προέρχονται από την Πάρο. Η εξάπλωση συνεχίζεται τον 20ό αιώνα σε Αθήνα, Πειραιά και Λαύριο.

Η κρητική και βενετική διάσταση

Το επώνυμο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της παλαιάς παρουσίας των τύπων Stella, Stela και Stellas στην Κρήτη κατά τη βενετική περίοδο. Αναφέρεται Πέτρος Stella, κάτοικος Πατσίδων, σε έγγραφο του 1396, Δημήτριος Στέλλας, ξυλουργός, το 1508, και Stella Patron, πλοιοκτήτης, το 1525. Οι κρητικές ονοματολογικές μελέτες συνδέουν το Stella με το ιταλικό stella, «άστρο», και καταγράφουν επίσης οικογένεια Stella που μετακινήθηκε από την Κρήτη στη Ζάκυνθο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο Luca Stella, γεννημένος στη Βενετία, ο οποίος διορίστηκε Λατίνος επίσκοπος Ρεθύμνης το 1609, αρχιεπίσκοπος Ζάρας το 1615 και αρχιεπίσκοπος Κρήτης το 1623–1632.

Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν ότι το όνομα Stella είχε ισχυρή δυτική/βενετική παρουσία στην Κρήτη πριν από την πρώτη παριανή μαρτυρία του 1642. Δεν αποδεικνύουν όμως ακόμη ότι ο Χρύσανθος Στέλλας της Πάρου προερχόταν από συγκεκριμένο κρητικό ή βενετικό κλάδο.

Η οικογενειακή παράδοση για κρητική προέλευση

Η πιθανή κρητική καταγωγή διατηρείται και σε νεότερη οικογενειακή προφορική παράδοση. Στο Αρχείο Istorima καταγράφεται μαρτυρία μέλους της οικογένειας Στέλλα σχετικά με την καταγωγή της, όπου γίνεται λόγος για πρόγονο που ήρθε από την Κρήτη και συνδέεται με το όνομα Λουκάκης, καθώς και με την παράδοση περί τόπου που ονομαζόταν «Στέλλια».

Για τον ίδιο λόγο, η πληροφορία ότι ο Μανώλης Λουκάκης εγκαταστάθηκε στις Λεύκες περί το 1850 και μετέβαλε το επώνυμό του σε Στέλλας πρέπει να παραμείνει ως οικογενειακή παράδοση.

Το παριανό οικόσημο των Στέλλα

Ιδιαίτερης σημασίας είναι ένα λίθινο οικόσημο που αποδίδεται στην οικογένεια Στέλλα και βρίσκεται στην Πάρο. Το σωζόμενο τμήμα είναι θραυσμένο και δεν διατηρείται επιγραφή ή χρονολογία, επομένως δεν είναι δυνατόν σήμερα να προσδιοριστεί με βεβαιότητα ούτε ο χρόνος κατασκευής ούτε το συγκεκριμένο πρόσωπο στο οποίο ανήκε.

Στο ανάγλυφο διακρίνεται όμως αστρική εραλδική παράσταση, στοιχείο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε σχέση με το Stella, δηλαδή «αστέρι». Δεν πρέπει, ωστόσο, να αποδοθεί στην παριανή οικογένεια κάποιο συγκεκριμένο ιταλικό οικόσημο μόνο από την ομοιότητα του ονόματος, καθώς υπήρχαν διαφορετικές οικογένειες Stella με διαφορετικά εμβλήματα.

Η ύπαρξη του παριανού θυρεού είναι, πάντως, σημαντικό πρωτογενές εραλδικό τεκμήριο

Η οικογένεια στον 20ό αιώνα – ο Νικόλαος Στέλλας

Η ιστορική παρουσία της οικογένειας συνεχίζεται στη Μάρπησσα και κατά τον 20ό αιώνα. Ανάμεσα στους πεσόντες των πολέμων 1912–1922, στο ηρώο της Μάρπησσας, αναφέρονται οι Γεώργιος Στέλλας και Νικόλαος Στέλλας.

Ιδιαίτερη θέση κατέχει ο Νικόλαος Στέλλας (1921–1944), γιος του Γιακουμή Στέλλα και της Μαριγώς Κυδωνιέως, πέμπτο από τα εννέα παιδιά της οικογένειας. Τον Μάιο του 1944 συμμετείχε στην επιχείρηση δολιοφθοράς εναντίον των γερμανικών εγκαταστάσεων του αεροδρομίου των Μαρμάρων. Συνελήφθη από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής και απαγχονίστηκε στη Μάρπησσα στις 21 Μαΐου 1944. Η μνήμη του τιμάται μέχρι σήμερα ως εθνομάρτυρα της Πάρου.

–1642. Σε έγγραφο του Αγίου Αντωνίου Κεφάλου στις 6 Φεβρουαρίου 1642 αναφέρει. «προσήλωσις κτημάτων εκ μέρους της Μαρίας, το γένος Σκορδίλη και συζύγου του Μανώλη Μακαρίτη και υιού αυτής Γεωργίου Αρχολέου και καθοσίωσις του Ναού του οσίου Αντωνίου εις Μοναστήριον διαπιστευθέν εις τον αδελφόν αυτής τον και καθηγούμενον παπά Άνθιμον Σκορδίλην». Το έγγραφο υποιγράφουν: ο Μητροπολήτης Παροναξίας Νικόδημος, ο ηγούμενος Άνθιμος Σκορδίλης, οι ιερομόναχοι Μακάριος Καλογεράς και Δαμασκηνός Ντόριας, ο ιεροδιάκονος Χρύσανθος Στέλλας, οι μοναχοί Ιωακείμ του Λαρέντζου και Νικόδημος Γεωργίου Σιφναίος.

–1665. Κληροδότημα αμπελιού παρά του Ζώρζη Στέλλα εις τον ιερομόναχο Χρύσανθο στις 21 Ιανουαρίου 1665.

–1692. Ο Χρύσανθος Στέλλας διετέλεσε ηγούμενος της Μονής Λογγοβάρδας το 1692.

–1696. Το 1696 Χρύσανθος Στέλλας διετέλεσε ηγούμενος της μονής του Αγίου Αντωνίου Κεφάλου. ο «ηγούμενος του Αγίου Αντωνίου ιερομόναχος Χρύσανθος πωλεί του Γεωργάκη Παπαλεού το σπίτι που έχει αγορά από την Καλή Σκορδίλη».

–1703 Επι της ηγουμενίας του Χρύσανθου Στέλλα στη μονή του Αγίου Αντωνίου δηλαδή από το 1696 εώς το 1703, η μονή είδε ημέρες λαμπρές.

–1753. Στις 16 Οκτωβρίου 1753 ο οικονόμος Μάρκος Νταμίας υπογράφει έγγραφο μεταλλαγής κτημάτων μεταξύ Δεμένεγου Στέλλα και ηγούμενου Ανβροσίου Πολίτη, του Άγιου Μηνά.

–1820. Σε έγγραφο του χωριού Κεφάλου (Μάρμαρα) προς τον υπουργό της θρησκείας σχετικά με τον Άγιο Αντώνιο «Ελάβομεν την διαταγήν του Ιερού Υπουργείου της θρησκείας διορίζουσαν τον Κύριον Στέφανον Μαυρογένην προστάτην του μεγάλου Αντωνίου και τον κύριον Αθανάσιον Ιεροκήρυκα, ηγούμενον τούτου διά να συνάγουσιν όλα τα εισοδήματα και να υποσυρθή εις τα ίδια ο σκευοφύλαξ των χωριών Κεφάλου όστις πρότερον εδιωρίσθη ηγούμενος τούτου παρά του αυτού Ιερού υπουργείου βλέπομεν ότι το υπουργείον της θρησκείας ενασχολούμενον εις αναγκαιοτέρας υποθέσεις δεν δύναται να εξετάση ακριβώς την αλήθειαν. Η Κυρία Μαδώ του Μαυρογένη διά αναφοράς της ηπάτησε το υπουργείον τούτο λέγουσα ότι είναι κτήμα πατρικόν της εις τα συγκίλια τούτου με το από ΄κτήμα πατρικόν της είς της κοινότητος τούτο το μοναστήριον πρό χρόνων το εκαταξουσίαζεν δυναστικώς η Δόμνα του Μαυρογένους, ως εκ τούτου εφαντάζετο η απόγονος της ότι είναι κτήμα πατρικόν των ημείς λοιπόν, σεβασμιώτατε, δεν ημπορούμεν να αποχωρίσωμεν το δίκαιον της κοινότητος αλλά θέλουμεν να δικαιολογηθούμεν προς το Ιερόν τούτο υπουργείον καθώς και ο ίδιος παραστάτης μας θέλει σας πληροφορήσει όλην την αλήθειαν δια να μην απατάται και διατάττει τοιαύτας επιταγάς παρακαλούμεν λοιπόν να μη νομίσητε τούτο μας το φέρσιμον απείθειαν προς την σεβαστήν διοίκησιν μένομεν με όλον το σέβας. Τη 20 Οκτωβρίου 1823 των χωρίων Κεφάλου. Υπογράφει ο κάτοικος Μαρμάρων Στέλλας Νικηφόρος, ο Στέλλας Ιωάννης, ο Στέλλας Δημήτρης κ.α. (Τ.Σ. ΠΑΡΟΣ ΜΑΡΜΑΡΑ 1820) (Γ.Α.Κ.).

–1820. Προικοσύμφωνο Νικολάου Μωραΐτη και Κατερινακίου Κονταράτου (Μάρμαρα, 3 Νοεμβρίου 1820).

«εις δόξαν Χριστού αμήν του αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος Προκοπίου.

+ Έθος παλαιόν επεκράτησεν και νόμος εδόθη παρά Θεού Παντοκράτορος, έφησε Παύλος το της Εκκλησίας εδρέωμα, εθέσπισαν οι θεοφόροι πατέρες συμφωνίας υπανδείας και καθαρόν συνοικέσιον, καθώς ορίζει η αγία καθολική εκκλησία. Ούτω σύν Θεώ αγίω ερχόμενα τα δύο μέρη, το ένα μέρος ο παπα –κύρ Κωνσταντίνος Γεμελιάρης και το έτερον μέρος ο κύρ Δημήτριος Μωραΐτης, διά να λάβη ο υιός του Νικολάκης την ανεψιάν του παπά ονόματι Κατερινάκη διά γυναίκαν του νόμιμον και ευλογητικήν του, και διό γράφει ο παπά –κύρ Κωνσταντίνος την εικόνα του Τιμίου Σταυρού, τα εισόδια της Θεοτόκου και τα επίλοιπα τα όσα της ευρέθησαν τα γονικά της, τα οσπίτια της καθώς ευρίσκονται τα γονικά της με τους αέρηδες τους και με ταις τοποθεσίαις τους, από συρμή του οσπιτίου τρείς κασέλαις, ένα τραπέζι, δύο καρέγλαις μακριαίς και μικραίς, τέσσερα δακτυλίδια μαλαγματένια, ένα κορδόνι μαλαγματένιο με κορφή, ένα λαιμόν ποτόνια με ένα σταυρόν, μίαν φορεσιάν ρούχα ατλαζένια, άλλην φορεσιά παρακατιανή, τέσσερα ζευγάρια σεντόνια με πλεκτά και δύο σκλέτα, και πέντε κουρτούναις, ένα στρώμα γεμάτον με μαλλί και ένα ψιδί και παννί πήχες: 53: πετζέταις: 12: ένα ταβλομάντηλον, τέσσεις νιφτόμπολαις, μίαν τουζίνα  πιάτα εγγλέζικα και άλλην μίαν χοντρά, ένα καντηλιέρι πρού ζινον από δε τα υποστατικά, το χωράφι εις τον Τίμιον Σταυρόν σύμλιος ο άνωθεν παπάς, έτερον χωράφι εις το ομοίον μέρος πλησίον Μαργαριταράκη Μπιάζενα (Βιάζη), ένα λιβαδάκι πλησίον Αντωνάκης Ραγκούσης, ένα εξαμπέλισμα στην Κολυβού πλησίον Κωνσταντίνος Σιφάκης, το χωράφι εις την Σκαμνιάν πλησίον η κυρά – Μαργαριταράκη Μπιάζη, το χωράφι εις τον Πλακωτόν πλησίον Μανολιός Άγουρος, το χωράφι εις τον Άγιον Βασίλειον πλησίον ο αυτός τις μάνδραις με το αλώνι, ένα χωράφι εις τον Άγιον Βασίλειον πλησίον ο παπάς, το χωράφι εις τους Μαγιαλούπους πλησίον Δημήτρης Στέλλας ένα αμπέλι όπου είναι εις την Γλυφάδα (Γλυφάδες) πλησίον Μαρουσάκη Μπελέγρα χωράφι εις ταις Αγκαθιαίς πλησίον Γεώργης Φιλίνης μίαν ελαίαν εις τον Άγιον Ιωάννης της κερά Αντριάνας τέσσερα χαρανιά μικρά και μεγάλα δύο τηγάνια, έξε τζάραις, ένα ξυλοβούτζι, δύο βουτζά του κρασιού μίαν κρεβαταριάν, τέσσερεις απλάδεναις μεγάλες.

Από δε το έτερο μέρος ο κυρ Δημήτριος δίδει του υιού του Νιολάκη την εικόνα του Αγίου Βασιλείου, τα οσπίτια της μητρός του καθώς ευρίσκονται, το χαρανί της ρακής: 8 τζάραις, ένα βουτζί, δύο ζευγάρια σεντόνια με τα πλεκτά, τρία ζευγάρια σκλέτα, τρείς κουρτούναις, δύο μοναίς και η άλλη μεταξωτή, ένα στρώμα γεμάτον και μίαν μαξελάραν, ένα πάπλωμα καινούριον, δώδεκα πετζέταις φίναις, ένα τραπεζομάντιλον φίνον και έτερον χοντρό ένα ζευγάρι σκολαρίκια μαλαματένια, δύο δακτυλίδια μαλαματένια, ένα ζευγάρι σκολαρίκια μαλαματένια, δύο δακτυλίδια μαλαματένια, ένα ζευγάρι φιούμπες ασημένιαις: 14 κουμπιά ασημένια, δύο ασημένια πιρούνια, μίαν τουζίνα μαχαιροπίρουνα, μίαν πιάτα και πέντε αλάδεναις, δύο καντηλιέρια, μία κασέλα καρυδένη από δε τα υποστατικά, το χωράφι εις τον Σχίνον, πλησίον Μανολιός Άγουρος, το εξαμπέλισμα εις την Ευαγγελίστρα, πλησίον καπετάν Δημητρακης, το λιβάδι εις τον Βρόντα πλησίον ο αυτός αποθανόντας του, ένα χωράφι εις τα Φυρόγια πλησίον Μανολιός Άγουρος, άλλο χωράφι εις τον Κάψαλον πλησίον Άγιος Αντώνιος δέκα κεφάλια πρόβατα, ένα βόδι, και μίαν αγελάδα, την μάνδρα την αξεστέαστην πλησίον Αννάκη του Μανολιού. Ταύτα πάντα και την ευχήν των γονέων τους έτι του δίδει και μετρητά γρόσια: 500: δίδει της και ο πάρπα της ο παπά κύρ Κωνσταντίνος: 1000.

Κωνσταντίνος ιερεύς Κομπαδάκης

Έγραψα το παρον και πιστώς μαρτυρώ.

–1831. Προικοσύμφωνο στα Μάρμαρα, 24 Φεβρ. 1831: « το χωράφι εις τον Άγιων Βασίλειων πλησίον Χρύσης Στέλλας.

–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Δημήτρης, ο Νικηφόρος και ο Ιωάννης Στέλλας από τα χωριά του Κεφάλου.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1844 είναι εγγεγραμμένος ο Στέλλας Δ. Γουλιέλμος 32 ετών γεωργός, ο Στέλλας Ι. Αντώνιος 25 ετών γεωργός, ο Στέλλας Θεόδωρος 27ετών γεωργός, ο Στέλλας Χρ. Γεωργιος 28ετών εργάτης, ο Στέλλας Δ. Πέτρος 26ετών γεωργός, ο Στέλλας Ι. Πέτρος 28ετών γεωργός, ο Στέλλας Χρ. Ιωάννης 65ετών γεωργός, ο Στέλλας Δημήτρης 66ετών γεωργός και ο Στέλλας Χρ. Νικόλαος 36ετών γεωργός.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Δραγουλά του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 35χρονος γεωργός Νικόλαος Δ. Στέλλας.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 42χρονος γεωργός Σπύρος Στέλας.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 57χρονος γεωργός Δεμένεγος Στέλλας, ο 53χρονος οιμήν Εμμανουήλ Α. Στέλλας και ο 25χρονος γεωργός Φιλόθεος Μ. Στέλλας.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 39χρονος γεωργός Νικόλαος Χρ. Στέλλας, ο 35χρονος γεωργός Γουλιέλμος Δ. Στέλλας, ο 28χρονος γεωργός Αντώνιος Ι. Στέλλας, ο 30χρονος γεωργός Θεόδωρος Στέλλας, ο 30χρονος εργάτης Γεώργιος Χρ. Στέλλας, ο 29χρονος γεωργός Πέτρος Δ. Στέλλας, ο 33χρονος εργάτης Πέτρος Ι. Στέλλας και ο 25χρονος εργάτης Κωνσταντίνος Ι. Στέλλας.

–1850. Το 1850 γεννιέται στις Λεύκες ο Στέλλας Εμμανουήλ του Φιλόθεου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1850. Το 1850 μαρτυρείται στις Λεύκες ο Μανώλης Λουκάκης από το Καστέλι ο οποίος άλλαξε το επώνυμό του σε Στέλλας.

–1867. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1867 ο Στέλλας Νικόλαος του Φιλόθεου.

–1869. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1869 ο Στέλλας Δημήτριος του Αντωνίου.

–1870. Το 1870 η Παρασκευή Στέλλα του πατρός Εμμανουήλ 45 ετών χήρα, υπηρέτρια από την Πάρο, αναφέρεται σε απογραφή της Πόλης Ερμούπολης.

–1871. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1871 ο Στέλλας Νικόλαος του Αντωνίου.

–1875. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1875 ο Στέλλας Ιάκωβος του Βασιλείου.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Υρίας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Στέλ(λ)ας Αντώνιος του Εμμανουήλ, ετών 38, αγρότης.

–1875. Σε εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Στέλλας Ιάκωβος του Νικολάου 36 ετών γεωργός.

–1876. Το 1876 γεννιέται η Στέλλα Ειρήνη, όνομα συζύγου Θεόδωρος Παντελαίος, όνομα πατρός Βασίλειος που είναι εγγεγραμμένη στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1954.

–1877. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1877 ο Στέλλας Εμμανουήλ του Αντωνίου.

–1878. Στις 4 Δεκεμβρίου 1878 ο παριανός Στέλλας Ιάκωβος 35 ετών υδροφόρος κάτοικος Σύρου δηλώνει τον θάνατο της πεθεράς του Ανουσάκη Ι. Καλή κάτοικο Ερμούπολης, πατρίς θανόντος Πάρος. Ασθένεια: Γήρας.

–1884. Στις 9 Απριλίου 1884 ο 22χρονος εργάτης από την Πάρο Αναστάσιος Στέλας [Στέλλας], του Ιωάννη και της Φλωρέντζας, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 21χρονη από την Θήρα Ελένη Φωστέρη, του Μαρίνου και της Σμαράγδας.

–1885. Στις 23 Ιουνίου 1885 ο 25χρονος εργάτης από την Πάρο Νικόλαος Στέλλας, του Ιωάννη και της Φλουρούς [Φλωρέντζας] κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 18χρονη από την Μύκονο Ευαγγελία Σαμπακούρη, του Νικολάου και της Μαρίας.

–1893. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1893 στις Λεύκες ο Στέλλας Μιχαήλ του Γεωργίου.

–1894. Στις 21 Αυγούστου 1894 ο 26χρονος υαλοποιός από την Πάρο Αντώνιος Στέλλας του Ιωάννη και της Φλώρας Κεφάλα, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 22χρονη από την Ίο Μαριγώ Πιάγκου, του Γεωργίου και της Λεμονιάς Φρονίστα.

–1895. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1895 στις Λεύκες ο Στέλλας Γεώργιος του Εμμανουήλ΄ο οποίος έπεσε υπέρ πατρίδος κατά την περίοδο 1912-22.

–1897. Γεννιέται στις Λεύκες ο Μιχαήλ Δημητρίου Στέλλας, κάτοικος Παροικιάς. Μαρμαρογλύπτης. Το πρώτο Ηρώο της Παροικιάς του 1927 είναι έργο του. Απεβίωσε το 1983.

–1897. Στις 15 Ιουνίου 1897 ο παριανός Στέλλας Αναστάσιος 40 ετών [πατήρ] εργάτης κάτοικος Σύρου  και η γυναίκα του Φουστέρη Μ. Ελένη δηλώνουν τον θάνατο της κόρης τους Μαργαρώ 8 ετών κάτοικο Ερμούπολης. Ασθένεια: Μηνιγγίτις φυματίωδης.

–1898. Πίναξ του Συνδέσμου των εν Λαυρίω, Αθήναις περιχώροις και Πειραιει ΠΑΡΙΩΝ, εμφαίνων ονοματεπώνυμων μελών της Περιόδου 1ης Ιουνίου 1898 Στέλλας Δημήτριος και ο Στέλλας Α. Νικόλαος.

–1898. Το 1898 γεννιέται ο Στέλλας Μιχαήλ του Δημητρίου γλύπτης κάτοικος Παροικιάς.

–1902. Στις 9 Ιουνίου 1902 ο 28χρονος θερμαστής από την Πάρο Εμμανουήλ Στέλλας του Ιωάννη και της Φλουρούς Κεφάλα, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 25χρονη από την Σίφνο Μαργαρώ Φασόλη, του Αντωνίου και της Αθηνάς Χρυσίνη.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Ειρήνη Αντωνίου Στέλλα, κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 75, οικιακά,  χήρα.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Ζαχαρίας Ιακώβου. Στέλλας, κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 37, μαραγκός, έγγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Ειρήνη Ζαχαρία Στέλλα, κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 27, οικιακά, έγγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Ιάκωβος Ζαχαρία Στέλλας, κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 9, μαθητής, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Ζαχαρία Στέλλας, κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 6, μαθητής, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο …ος? Ζαχαρία Στέλλας, κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 4, άνευ, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Αντώνιος Ζαχαρία Στέλλας, κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 2, άνευ, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Φλώρα Ζαχαρία Στέλλα, κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 3 μηνών.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Θεόδωρος Ζαχαρία Στέλλας, κάτοικος Μαρπήσσης, ετών 15, γεωργός, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Ιωάννης Αντωνίου Στέλλας, ετών 55, κρεοπόλης, έγγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Αννέζα Ιωάννη Στέλλα, ετών 42, οικιακά, έγγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Αντώνιος Ιωάννη Στέλλας, ετών 25, υπηρέτης, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Ειρήνη Ιωάννη Στέλλα, ετών 8, άνευ, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Ελένη Ιωάννη Στέλλα, ετών 4μηνών, άνευ, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Δημήτριος Πέτρου Στέλλας, ετών 46, εργάτης, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Μπονοφάτσος Αντωνίου Στέλλας, ετών 24, εργάτης, έγγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Αικατερίνη Μπονοφάτσου Στέλλα, ετών 18, οικιακά, έγγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Αλέξανδρος Αντωνίου Στέλλας, ετών 30, εργάτης, έγγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Καλλίτσα Αλέξανδρου Στέλλα, ετών 28, οικιακά, έγγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Αντώνιος Αλέξανδρου Στέλλας, ετών 3, άνευ, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Νικόλαος Αντωνίου Στέλλας, ετών 40, εργάτης, έγγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Καλλίτσα Νικολάου Στέλλα, ετών 25, οικιακά, έγγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Αντώνιος Νικολάου Στέλλας, ετών 5, άνευ, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Αικατερίνη Νικολάου Στέλλα, ετών 3, άνευ, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Χρουσής Αντωνίου Στέλλας, ετών 26, γεωργός, έγγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένη η Βασιλικώ Χρουσή Στέλλα, ετών 23, οικιακά, έγγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Αντώνιος Χρουσή Στέλλας, ετών 3, άνευ, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Κωνσταντίνος Χρουσή Στέλλας, ετών 1, άνευ, άγαμος.

–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι εγγεγραμμένος ο Εμμανουήλ Ιωάννη Στέλλας, ετών 29, κάτοικος Σύρου, εμπορουπάλληλος, άγαμος.

–1904. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1904 στις Λεύκες ο Στέλλας Αντώνιος του Εμμανουήλ.

–1905. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1905 στις Λεύκες ο Στέλλας Ιωάννης του Εμμανουήλ.

–1906. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός [Παροικιάς] 48 ετών εργάτης Εμμανουήλ Δημ. Στέλλας έγγαμος όπως και ο γιός του Δημήτριος Εμμ. Στέλλας εργάτης, άγαμος 28 ετών. Έδωσαν όρκο στις 28 Ιανουαρίου 1906.

–1906. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1906 στις Λεύκες ο Στέλλας Βασίλειος του Ιακώβου.

–1907. Γεννίεται στις Λεύκες ο μάστορας λαϊκής αρχιτεκτονικής και μάλιστα της εκκλησιαστικής, Χρήστος Ιακώβου Στέλλας.

–1907. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1907 στις Λεύκες ο Στέλλας Νικόλαος του Εμμανουήλ.

–1908. Εγγεγραμμένος στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1908 στις Λεύκες ο Στέλλας Χριστόδουλος του Ιάκωβου.

–1908. Στις 2 Νοεμβρίου 1908 ο 25χρονος εργατικός από την Πάρο Νικόλαος Περιπάνος του Δημητρίου και της Μανταλένας Στέλλα παντρεύεται στην Ερμούπολη την 24χρονη από την Μύκονο Βιόλα Αγγελετάκη, του Αθανάσιου και της Μαριγώς.

–1910. Στις 23 Δεκεμβρίου 1910 ο ανταποκριτής της εφημερίδας «ΑΙΓΑΙΟΝ»  Μαρπησσαίος Κωνσταντίνος Γ. Ναυπλιώτης αναφέρει για την επανίδρυση του Συλλόγου των Εν Αθήναις Παρίων και Αντιπαρίων: «Η ανάμιξις εν τω Συλλόγω του βουλευτού της Επαρχίας μας και καθηγητού του Πανεπιστημίου κ. Σκούφου ως Προέδρου, του κ. Β. Καμπάνη, δημοδιδασκάλου ως Αντιπροέδρου, του ρέκτου και πρακτικωτάτου εις τας ιδέας κ. Αντ. Μαυραγκά ως Ταμίου, των κ.κ. Κ. Γερασίμου, Αντ. Καλακώνα, Αλεξ., Ζησιμοπούλου, Γ. Χανιώτη, Π., Αρκά, Ν. Καλλαναρρχοπούλου, Φρ. Γαϊτανοπούλου, Εμμ. Καντιώτη, Ν. Παυλή, Γ. Στέλλα, Εμμ., Γαβαλά, Μ. Παπαδοπούλου, Γρηγ. Θρεψιάδου ως Συμβούλων, και του φίλου του «Αιγαίον» κ. Κων. Γ. Ναυπλιώτου ως Γεν. Γραμματέως του Συλλόγου».

–1912-1922. Ηρώο Μάρπησσας «Εν έτει 1929 ο Σύνδεσμος Μαρπησσέων Πάρου. Τοις Ενδοξως εν Πολέμοις πεσούσι 1912-1922 Μαρπησσέοις Αρχιλοχιταις» ΣΤΕΛΛΑΣ ΓΕΩΡ. ΑΝ. και ΣΤΕΛΛΑΣ ΝΙΚ. ΙΑΚ.

–1914. Στις 21 Απριλίου 1914 ο 28χρονος ναυτικός από την Πάρο Δημήτριος Αργυρόπουλος του Κωνσταντίνου [παντοπώλης] και της Μαρίνας Μουρλά [κάτοικοι Πάρου] παντρεύεται στην Ερμούπολη την 27χρονη από την Πάρο Μαρία Περιπάνου, του Δημητρίου, και της Μανδαλενας Στέλλα [κάτοικοι Πάρου και Σύρου].

–1915. Το 1915 γεννιέται ο Στέλλας Αντώνιος του Εμμανουήλ αμμοκονιαστή κάτοικος κοιν. Αρχιλόχου. Το 1949 εγγράφετε σε άλλη Κοινότητα.

–1916. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1916 ο 28χρονος θερμαστής από την Πάρο Ιωάννης Στέλλας του Εμμανουήλ και της Μαρίας Πυλόστομου [κάτοικοι Σύρου] παντρεύεται στην Ερμούπολη την 25χρονη από την Σύρο Ευαγγελία Λίρα, του Αριστείδη, και της Μαρίας Τίγκα.

–1918. Στις 28 Ιανουαρίου 1918 ο 25χρονος θερμαστής από την Πάρο Γεώργιος Στέλλας του Εμμανουήλ [κάτοικος Πειραιά] και της Μαρίας Πυλόστομου [κάτοικος Πάρου] παντρεύεται στην Ερμούπολη την 19χρονη από την Ίο Μαρία Χάρου, του Κυριάκου, και της Χρυσής.

–1922. Το 1922 γεννιέται ο κάτοικος της Κοινότητας Μάρπησσας Στέλλας Παναγιώτης του Αντωνίου.

–1924. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 26χρονος εργατικός Κωνσταντίνος Εμμ. Στέλλας άγαμος. Έδωσε όρκο στις 9 Ιουλίου 1924.

–1925. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 35χρονος θερμαστής Ιωάννης Εμμ. Στέλλας έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 21 Οκτωβρίου 1925.

–1926. Το 1926 γεννιέται ο Στέλλας Ηλίας του Ιάκωβου εργάτης κάτοικος κοιν. Λευκών.

–1927. Το 1927 γεννιέται ο Στέλλας Γεώργιος του Κωνσταντίνου γεωργός, κάτοικος κοιν. Αρχιλόχου.

–1927. Το 1927 γεννιέται ο Στέλλας Εμμανουήλ του Πέτρου γεωργός, κάτοικος κοιν. Αρχιλόχου.

–1927. Το 1927 γεννιέται ο Στέλλας Εμμανουήλ του Μιχαήλ δημ. υπάλληλος κάτοικος Παροικιάς.

–1928. Το 1928 γεννιέται ο Στέλλας Χρήστος του Εμμανουήλ γεωργός, κάτοικος κοιν. Αρχιλόχου.

–1929. Το 1929 γεννιέται ο Στέλλας Νικόλαος του Αντωνίου.

–1930. Το 1930 γεννιέται ο Στέλλας Δημήτριος του Μιχαήλ κάτοικος της Κοιν. Παροικιάς.

–1933. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 35χρονος ναυτικός Κωνσταντίνος Εμμ. Στέλλας. Έδωσε όρκο στις 30 Μαΐου 1933.

–1944. Στις 17-5-1944, ομάδα 14 Άγγλων «κομάντος» με το λοχαγό Γκούτερλαντ ενισχυμένη με Έλληνες Ιερολοχίτες υπό τον ανθυπολοχαγό Σοφούλη επιχείρησαν σαμποτάζ στο Γερμανικό αεροδρόμιο της Πάρου.

Ο συντονισμός της επιχείρησης δεν ήταν επιτυχής και το σαμποτάζ του αεροδρομίου απέτυχε. Η περίπολος της Μάρπησσας όμως έφερε σε πέρας την αποστολή της και σκότωσε στη μάχη που έγινε 8 Γερμανούς. Στην επιχείρηση κατά του αεροδρομίου ήταν οδηγοί ο Νικόλας Στέλλας και ο Αντώνης Δελέντας. Ο Δελέντας μετά πολλές περιπέτειες σώζεται. Ο Στέλλας συλλαμβάνεται, βασανίζεται από τους Γερ-μανούς και απαγχονίζεται στις 21-5-1944 στη Μάρπησσα (Ιστορία της Πάρου, Χ. Γεωργούση).

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Μάρπησσας στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο Στέλλας Βονιφάτιος του Αντωνίου, 66 ετών εργάτης, ο Στέλλας Στυλιανός του Αντωνίου 27 ετών εργάτης, ο Στέλλας Ανδρέας του Αντωνίου 31 ετών εργάτης και ο Στέλλας Αντώνιος του Ιωάννη 67 ετών εργάτης.

–1946. Στην εφημερίδα «Φωνή της Πάρου» στις 31 Μαρτίου 1946 διαβάζουμε το Νέο ΔΣ του Συλλόγου Μαρπησσαίων και Αρχιλοχιτών. Πρόεδρος: Άγγελος Ασπρόπουλος, Αντιπρόεδρος Δημ. Στέλλας, Γεν. Γραμματέας: Επαμ. Γαβαλάς, Ταμίας: Ζαχ. Χανιώτης, Έφορος: Αναστάσιος Μαρμαρινός. Σύμβουλοι οι κ.κ.: Ηλίας Θεοχαρόπουλος, Όθων Καπαρός, Δημ. Μαρινάκης και Αντώνιος Μπάλιος.

–1946. Στην εφημερίδα Φωνή της Πάρου συνήθιζαν οι παριανοί της Αθήνας και του Πειραιά, να βάζουν διαφήμιση για να προσελκύσουν τους συμπατριώτες τους στα μαγαζιά τους, ένα από αυτά τα μαγαζιά το 1946 ήταν το «Κατάστημα δερματίνων Ειδών και υποδημάτων» του Αντωνίου Εμμ. Στέλλα, στην Στοά Αρσακείου 11 στην Αθήνα «περιποίησις ιδιαιτέρα δια τους συμπατριώτες μας και τιμαί λογικαί».

–1947. Στις 20 Ιουνίου 1947, το στο Κοινοτικό Συμβούλιο Παροικιάς συμμετέχει και ο Μιχαήλ Στέλλας.

–1950. Στην εφημερίδα Φωνή της Πάρου συνήθιζαν οι παριανοί της Αθήνας και του Πειραιά, να βάζουν διαφήμιση για να προσελκύσουν τους συμπατριώτες τους στα μαγαζιά τους, ένα από αυτά τα μαγαζιά το 1950 ήταν το «ΚΙΒΩΤΟΠΟΙΕΙΟΝ των Αφών Ευαγγέλου και Στέφανου Στέλλα, Αιόλου 19β»..

–1951. 10 Μαΐου 1951. Αποτελέσματα Κοινοτικών Εκλογών Μαρπήσσης: Εψήφισαν άρρενες 240 και θήλεις 45. Έλαβον ψήφους: Συνδυασμός 1ος Αντώνιος Ν. Τσιγώνιας 182, Ιωάννης Γ. Τζιώτης 151, Ανδρέας Α. Στέλλας 135, Λεόντιος Ν. Παντελαίος 133 και Σταύρος Ν. Φραντζής 128.

Συνδυασμός 2ος Δημ. Ν. Τσαντουλής 76, Δημ. Α. Μελανίτης 72, και Εμμ. Σταύρος Μελανίτης 70.

Μεμονωμένοι Βασίλειος Ε. Αλιπράντης 150, Νικ. Δ. Χερουβείμ 120, Άγγελος Ν. Τσιγώνιας 94.

Εξελέγησαν οι κ.κ. Αντ. Ν. Τσιγώνιας, Ιωάννης Γ. Τζιώτης, Βασίλειος Εμμ. Αλιπράντης, Ανδρ. Α. Στέλλας και Λεοντής Ν. Παντελαίος.

–1954. 21 Νοεμβρίου 1954 ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ. ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΜΑΡΠΗΣΣΑ: Εξελέγησαν κατά σειράν επιτυχίας οι κ.κ. Ιωάν. Γ. Φραντζής ή Ντετόρος, Ανδρέας Αντ. Στέλλας, Θωμάς Κ. Τσιγώνιας, Εμμ. Γ. Άγουρος και Δημ. Κ. Περαντινός.

–1959. 5 Απριλίου 1959 ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΑΙ ΕΚΛΟΓΑΙ ΣΤΙΣ ΛΕΥΚΕΣ. - Εις τον μόνον κατελθόντα Συνδυασμόν εξελέγησαν κατά σειρά επιτυχίας οι εξής:

Προμηθεύς Γκίκας με 214 ψήφους, Ανδρέας Ι. Κονταράτος με 209, Χρ. Στέλλας 90, Χρ. Παντελαίος 76, Εμμαν. Παντελαίος 60, Εμμ. Ραγκούσης 47 και η κ. Αννέζα Αρκουλή 35, οι οποίοι θα αποτελέσουν και το Κοινοτ. Συμβούλιον. Αναπληρωματικοί: Νικ. Θεολ. Αλιπράντης 32, Δημ. Ραγκούσης 30, Νικ. Καντιώτης 28, Ιωάν. Π. Καστανιάς 27 και Φραγκ. Ραγκούσης 26.

 

Στέσουλας: Βλέπε Στάσουλης

 

Στεφάνου: Το επώνυμο Στεφάνου είναι πατρωνυμικό και προέρχεται από το βαπτιστικό Στέφανος, από το αρχαίο ελληνικό «στέφανος», δηλαδή στεφάνι, σύμβολο τιμής και νίκης. Είναι ευρύτατα διαδεδομένο στον ελληνικό χώρο και δεν τεκμηριώνει από μόνο του συριανή καταγωγή. Η παλαιότερη εδώ μαρτυρία συνδέεται με την Πάρο και τη Σύρο, το 1884.

–1884. Στις 28 Αυγούστου 1884 ο 28χρονος σανδαλοποιός από την Πάρο Νικόλαος Στεφάνου, του Μιχαήλ και της Αικατερίνης, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 21χρονη από την Πάρο Ανέζα Μελανίτη, του Κωνσταντίνου και της Ευδοκίας.

 

Στιρρής: Το επώνυμο Στιρρής είναι σπάνιο και η ετυμολογία του δεν μπορεί να θεωρηθεί απολύτως τεκμηριωμένη. Πιθανόν συνδέεται με παρατσούκλι ή ιδιωματικό σχηματισμό, χωρίς να αποκλείεται παλαιότερη τοπική προέλευση. Η πρώτη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία στην Πάρο εντοπίζεται στη Νάουσα το 1829, όπου ο 12χρονος Ανδρέας Στιρρής καταγράφεται ως μαθητής του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου.

–1829. Ο ονομαστικός κατάλογος των μαθητών του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου της Νάουσας του σχολικού έτους 1829.

«Οι μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της κομοπόλεως Ναούσης»

Ανδρέας Στιρρής ετών 12.

 

Στόϊκος: Το επώνυμο Στόϊκος είναι πιθανότατα πατρωνυμικό ή παρατσουκλιακής προέλευσης, όμως η ακριβής ετυμολογία του δεν είναι ασφαλώς τεκμηριωμένη. Η μορφή του παραπέμπει σε παλαιό λαϊκό ανθρωπωνυμικό σχηματισμό. Η οικογένεια καταγράφεται στη Νάουσα της Πάρου ήδη από το 1822, με τον Ιωάννη Στόϊκο, ενώ το 1844 αναφέρεται ως 38χρονος ναυτικός.

–1822. Στο δημοτολόγιο του Δήμου Νάουσας (συμπεριλαμβάνεται και ο Κώστος) το 1822, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Στόϊκος Ιωάννης.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (συμπεριλαμβάνεται και ο Κώστος), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 38χρονος ναυτικός Στόϊκος Ιωάννης.

 

Στοφιλάς: Το επώνυμο Στοφιλάς είναι σπάνιο και η ακριβής ετυμολογία του δεν είναι ασφαλώς τεκμηριωμένη. Πιθανότατα προέρχεται από παλαιό βαπτιστικό, παρατσούκλι ή ιδιωματικό ανθρωπωνυμικό σχηματισμό. Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία του στην Πάρο εντοπίζεται στη Νάουσα το 1674, όπου ο Δημήτρης Στοφιλάς συγκαταλέγεται μεταξύ των προκρίτων που υπέγραψαν την αίτηση εγκατάστασης των Καπουκίνων.

–1674. Γράφει ο ιστορικός της καθολικής κοινότητας Νάξου Ι. Μαρκόπολις, «Δια την χαρμόσυνον είδησιν εγκαταστάσεως των Καπουκίνων στην Νάουσαν, οι κάτοικοι της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατασυγκινηθέντες από τα επαγωγά διδάγματα των πατέρων Καπουκίνων, προέβησαν εις επανειλημμένας ενεργείας παρά τοις αρμοδίοις δια την μονίν εγκατάστασιν των πτωχών της Ασσίζης εις την πόλιν των. Επί μακράν σειράν ετών εξακολουθούν να απευθύνουν εγγράφους αιτήσεις προς τας προϊσταμένας αρχάς του τάγματος δια την εκπλήρωσιν του κοινού πόθου των. Επί τέλους το 1674 η αίτησις των εγένετο αποδεκτή. Απερίγραπτος υπήρξε η χαρά και πρωτοφανής ο ενθουσιασμός των κατοίκων της Ναούσης δια την χαρμόσυνον είδησιν περί οριστικής εγκαταστάσεως των Καπουκίνων εις την κωμόπολιν των. Επ’ ευκαιρία του ευφροσύνου αγγέλματος προσύλθον διάφοροι ορθόδοξοι ιερείς και οι προύχοντες της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, ενώπιον του Γάλλου υποπρόξενου , και υπέγραψαν το έγγραφον. Εις δόξαν Χριστού αμήν. Εν έτει 1674 Δεκεμβρίου 25, εν κάστρω Νάουσας, όλοι ομόγνωμα και ομονιασμένοι προσμένουμε τους αιδεσιμοτάτους πατέρες να έρθουν εδώ να κτίσουν ένα μοναστήρι και δια σημάδι και βεβαίωσιν πως τους δεχόμαστε με κάθε μας καρδίαν και πολλά μετά χαράς υπογράφομε το παρόν γράμμα οι υποκάτωθεν υπογεγραμμένοι…» (υπογράφουν 12 ορθόδοξοι ιερείς και δυο καθολικοί, ο π. Λεονάρδος Φρέρης εφημέριος του Αγίου Γεωργίου Νάουσας και ο π. Δομένιος Κρίσπης. Και 40 πρόκριτοι εκ των οποίων οι αδερφοί Γιράρδοι κ.α.). Ο Σακελλάριος Ναούσης, ο Σκευοφύλαξ Ναούσης παπά Νικόλαος Κορτιάνος, Πρωτόπαπας, Ηλίας ιερεύς και Σακελλάριος Ναούσης, Πρωτοσύγκελος Νικόδημος ιερομόναχος, παπα Νικόλαος Ρούσης (ίσως Ρούσσος), Παπα Δημητρης, Παπα Θεόδωρος Πατελάς (ίσως Πατέλης), Παπα Τζάνες Καλούργης (Καλλέργης), παπα Χριστόφορος, Παπα Γιώργης Πουλός, Θεόδωρος …, παπα Νικολός Μαρκαντάτος, Ανεγνώστης Ρινιέρης (Ρενιέρης), Ανδρέας Καλούργης (Καλλέργης), Ιωάννης Κορτιάνος, Ιωάννης Ντελαγραμμάτικας, Γιωάννης Νταμουλής, Γιάκουμος Ρούσος (Ρούσσος), Γεώργης Καλλέργης,  PRE Domenico Crispo, Νικηφόρος Γεράρδης, Μιχελέτος Σπυρίδος, Αντώνης Μαλαξός, Ανδρέας Σμυρνιός, Φρατζέσκος Γρίσπος, Γεώργης Σαλονικιός, Τζάνες Καζανόβας, Ιωάννης Λευκαρός, Μιχέλης Σαλονικιός, Marco Foscolo, Ιωάννης Μοσκονάς, Αντώνης Γρυπάρης, Ιωάννης Σκούταρης, Φρατζέσκος Καλέργης, Ανεγνώστης Καρτιάνος, Γεώργης…, Ντεμενεγος Μεντρινός (Μενδρινός), Δημήτρης Στοφιλάς, Αντώνης Γρυπάρης, Γεώργης …, Δημήτρης …, Γεώργης …, Γεώργης Αλαβάνος, Δημήτρης Βασταζής, Νικολής Μπάρμπερης, Δημήτρης …, Μπατίστας Γεράρδης, Νικόλαος Γεράρδης.

 

Στρατάκης: Το επώνυμο Στρατάκης είναι πατρωνυμικό και αποτελεί υποκοριστικό σχηματισμό του Στρατής, ο οποίος ανάγεται στο Ευστράτιος. Η κατάληξη -άκης δηλώνει αρχικά υποκοριστική ή πατρωνυμική σχέση. Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία στην Πάρο εντοπίζεται στη Νάουσα το 1672, όπου ο Χρούσης Στρατάκης συνυπογράφει το αίτημα των κατοίκων προς τον Jacques Dinet για την εγκατάσταση Καθολικών πατέρων στο νησί.

–1672. Σε αίτημα των παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας Πατέρα της Καθολικής Εκκλησίας  Jacques Dinet για να ζητήσουν πατέρες της καθολικής εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο. «Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας, ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ ενδόξου συντροφιάς υου ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον μας πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την επιστήμην δια τους μεταγενέστερους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος άλλο δεν είναι εις όλα τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται…»

Πάρος: εν έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29) εις το παλαιόν: + Ταπεινός Μητροπολίτης Παροναξίας Μελέτιος.

Το πιο πάνω αίτημα υπογράφουν χριστιανοί, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατοίκων της Νάουσας μεταξύ άλλων και ο Χρούσης Στρατάκης. 

 

Στράντσαλης ή Στράντζαλης: Το επώνυμο Στράντσαλης ή Στράντζαλης είναι σπάνιο και η ακριβής ετυμολογία του δεν είναι ασφαλώς τεκμηριωμένη. Πιθανόν αποτελεί παλαιό παρατσουκλιακό ή ιδιωματικό ανθρωπωνυμικό σχηματισμό, ενώ η μορφή του δεν επιτρέπει ασφαλή προσδιορισμό καταγωγής. Η παλαιότερη γνωστή μαρτυρία στην Πάρο εντοπίζεται το 1821, με τον Δημήτριο Στράντσαλη, στρατιώτη και αγωνιστή του 1821.

–1821. Παριανός αγωνιστής του 1821 ο Στράντσαλης Δημήτριος (Μ.Υ.14184) Στρατιώτης.

Στριανός ή Στριάνος: Το επώνυμο Στριανός ή Στριάνος είναι πατριδωνυμικό και, σύμφωνα με τη Χρυσ. Τσικριτσή-Κατσιανάκη, προέρχεται από το βενετικό Istriano, δηλαδή «ο καταγόμενος από την Ίστρια», πιθανώς μέσω του λατινικού Histrianus. Η ετυμολογία συνδέεται με τη βενετική παρουσία και τις μετακινήσεις πληθυσμών στον αιγαιακό χώρο. Σύμφωνα με τον Γεώργιο Καπαρό, το όνομα δηλώνει πρόσωπο προερχόμενο από την Ίστρια, είτε από συγκεκριμένο τόπο είτε από την ευρύτερη χερσόνησο.

Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο είναι ιδιαίτερα παλαιά. Η πρώτη γνωστή μαρτυρία ανάγεται στις 2 Οκτωβρίου 1528, όταν ο Ιωάννης Στριανός από τις Λεύκες προσφέρει αμπέλι στην Παναγία τη Χοζοβιώτισσα. Η οικογένεια συνεχίζει να καταγράφεται στην Πάρο τον 17ο και 18ο αιώνα. Το 1652 αναφέρεται ο ιερέας Κωνσταντίνος Στριάνος, ενώ τον 18ο αιώνα απαντούν οι Κωνσταντίνος και παπά Χούσης Στριανός σε εκκλησιαστικές, κοινοτικές και συμβολαιογραφικές πράξεις της Παροικιάς. Η πιθανή ιταλοβενετική σύνδεση είναι σημαντική, χωρίς όμως να αποδεικνύει από μόνη της συγκεκριμένη μετανάστευση από την Ίστρια.

–1528. Ο Ιωάννης Στριανός από τις Λεύκες αναφέρεται  στις 2 Οκτωβρίου 1528. «προσφέρει ένα αμπέλι στην Παναγία τη Χοζοβιώτισσα»

–1652. Ίδρυση στην Πάρο αγιοταφίτικου μετοχίου κατά το έτος 1652 απριλίω 15.

Της Πάρου αδελφάτα «Χώρα Παροικιάς»

+Κωνσταντίνος ιερεύς Στριάνος, η γυνή Ανέζα, υιός Πέτρος.

–1710. Αμπέλι στο Κούρτεζη σύμπλιος Ανδριάνα Στριανού.

–1734. Η ιδιοκτησία του ιερέως, σκευοφύλακος Ντε Φεράρη. Στο προικοσύμφωνο Παροικιάς 8 Ιουλίου 1734 ο εν λόγω ιερεύς προικίζει την κόρη του Μαρούσα, προκειμένου να λάβει συζυγον τον Χρουσάκη Κωνστ. Στριανό, και «δίνει αρχής την εκκλησίαν του τον Ντιμιον Πρόδρομον εις το Κάστρο (είναι η εκκλησία στο κάστρο της Παροικιάς, από τις παλαιότατες. Βρίσκεται δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Στυλιανού και απέναντι από την εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης που εφάπτεται του βενετσιάνικου πύργου), έχει την αγορά του καθώς ευρίσκεται με την καμπάνα και τις αγίες εικόνες..».

–1738. Μαρτυρία υπερασπίσεως συμπατριώτη τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά (για αντίδραση στην συγκέντρωση της φορολογίας), κατά τη Γενική Συνέλευση από τα κοινά της Πάρου, της 16 Ιουλίου 1738, υπογράφει ο παπά Χούσης Στριανός.

–1741. Κατά τη Γενική Συνέλευση, της 18 Νοεμβρίου 1741, οι προεστοί και κοινοτικοί εκπρόσωποι της Παροικιάς Πάρου, αποφάσισαν να συλλάβουν, να φυλακίσουν και τέλος να εκτοπίσουν από το νησί τους τον συντοπίτη τους Ιωάννης Βασιλάκης, λόγω του σκανδαλώδους τρόπου της ζωής του και άλλων ανάρμοστων πράξεων. Υπογράφει ο παπά Χούσης Στριανός

–1743. Εκλογή κατά τη Γενική Συνέλευση «επιτρόπου και προβλέπτη» απεσταλμένου από τα κοινά της Πάρου, στις 20 Φεβρουαρίου 1743 αναφέρεται ο παπά Χούσης Στριανός.

 

Συλομενίδης: Το επώνυμο Συλομενίδης είναι πατρωνυμικό, με την κατάληξη -ίδης, που δηλώνει καταγωγή ή «γιο του». Η ετυμολογία του πρώτου συνθετικού δεν είναι ασφαλώς τεκμηριωμένη. Η παλαιότερη γνωστή μαρτυρία στην Πάρο εντοπίζεται στη Μάρπησσα το 1907, με τον 18χρονο μοναχό Αθανάσιο Ιωσήφ Συλομενίδη.

–1907. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 11 Μαρτίου 1907, είναι εγγεγραμμένος ο Αθανάσιος Ιωσήφ Συλομενίδης, ετών 18, μοναχός, άγαμος.

 

Συνοίκης: Το επώνυμο Συνοίκης είναι πιθανότατα τοπωνυμικό ή παρατσουκλιακό, συνδεόμενο ετυμολογικά με τη λέξη «συνοίκος/συνοίκη», δηλαδή τον άνθρωπο που κατοικεί μαζί με άλλους ή στον ίδιο τόπο. Η πρώτη γνωστή παριανή μαρτυρία εντοπίζεται στον Πρόδρομο το 1978, με τον ιερέα π. Γρηγόριο Συνοίκη.

–1978. Ιερέας του χωριού Πρόδρομος ο π. Γρηγόριος Συνοίκης.


Συρίγος ή Σιρίγος ή Συρίος:
Το επώνυμο Συρίγος, με τις μορφές Σιρίγος και Συρίος, ανήκει στις παλαιές οικογένειες που απαντούν στον χώρο του Αιγαίου και συνδέονται ονοματολογικά με το βενετολατινικό περιβάλλον των Κυκλάδων. Το όνομα Sirigo/Syrigo απαντά ήδη σε παλαιότερες πηγές της Κρήτης, ενώ οικογένεια Syrigo-Vassalo, γνωστή ως βενετική οικογένεια, καταγράφεται στη Σαντορίνη από τον 16ο–17ο αιώνα. Η παλαιότητα αυτή, όμως, δεν αποδεικνύει από μόνη της κοινή καταγωγή όλων των Συρίγων του Αιγαίου.

Οι Συρίγοι στην Πάρο

Στην Πάρο η οικογένεια είναι τεκμηριωμένη τουλάχιστον από το 1630, όταν ο Γιάκωβος Συρίγος υπογράφει συμβόλαιο πώλησης στον Κέφαλο, Τζιπίδο (σημερινή Μάρπησσα). Ακολουθούν ο «ευγενέστατος» Ιάκωβος Συρίγος το 1639, η Νικολέττα Θεοδώρου Συρίγου το 1655, ο ιερομόναχος Ιερεμίας Συρίος το 1660, ο ιερέας Αντώνιος Συρίγος το 1665 και ο Γεωργάκης Συρίγος το 1667.

Η παρουσία της οικογένειας συνεχίζεται καθ' όλον τον 18ο αιώνα. Το 1702 ο Αντώνιος Κ. Συρίγος αναφέρεται ως αφιερωτής σε εικόνα του Ταξιάρχη στη Μάρπησσα, ενώ το 1714 ο ιερέας Αντώνιος Συρίγος εμφανίζεται ως επίτροπος στον Κέφαλο. Από το 1739 έως το 1746 συναντούμε τον ιερέα Μιχαήλ Συρίγο, ο οποίος συμμετέχει ενεργά στην κοινοτική ζωή της Παροικιάς.

Η πιθανή προέλευση των Συρίγων της Πάρου

Ως πιθανές προελεύσεις των Παριανών Συρίγων μπορούν να εξεταστούν η Κρήτη, τα Κύθηρα ή κάποιος παλαιότερος κυκλαδικός κλάδος. Μέχρι σήμερα, όμως, δεν έχει εντοπιστεί έγγραφο που να αποδεικνύει συγκεκριμένη διαδρομή προς την Πάρο.

Ο Συρίγος Ποταμός

Ιδιαίτερο τοπωνυμικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο Συρίγος Ποταμός ή ρέμα Συρίγου στην περιοχή της Αγκαιριάς. Η διατήρηση του ονόματος αποτελεί σημαντική ένδειξη πιθανής παλαιάς σχέσης με οικογένεια ή ιδιοκτησία Συρίγου.

Πηγές: Αρχεία και μελέτες της Καθολικής Αρχιεπισκοπής Νάξου· αρχειακές μαρτυρίες Πάρου 17ου–18ου αιώνα· Α. Stefanidou, Τα γενεαλογικά δέντρα του Αρχείου της Καθολικής Αρχιεπισκοπής της Σαντορίνης· παριανές συμβολαιογραφικές και εκκλησιαστικές μαρτυρίες· σύγχρονες υδρολογικές και διοικητικές καταγραφές του «Συρίγου Ποταμού».

–1630. Πώληση χωραφιού. Καστέλλι Κεφάλου, 6 Φεβρουαρίου 1630. «Ενώπιον του ιερέα Δημητρίου Λουκή και οικονόμου Κεφάλου που συνέταξε το πωλητήριο αυτό έγγραφο στο καστέλλι του Κεφάλου, στον Τζιπίδο, ο Ιωάννης Γουλιαρμή Λουκής πωλεί στον εγγονό του ιερέα Ιωάννη Παπαδόπουλο το χωράφι οπού έχει οπίσω εις το Πελιγάρδιν τους (περιβόλι), για 25 ρεάλια, που υπολογίζονταν σε 200 άσπρα, συν τον έγγειο φόρο τον Βασιλικό.

Το έγγραφο υπογράφουν ο Ιωάννης Παιδιάτης (ή Πεδιάτης), ο Σάββας Βουτζαράς, ο Γιάκωβος Συρίγος, ο Μιχέλης Βιτζαράς και ο Γεώργιος Μνηγού Σκορδίλης.

–1639. Στη διαθήκη του, το 1639, ο ιερομόναχος Ησαΐας Δαμίας αφήνει «επιτρόπους του να έχουν το μνημόσυνον του ωσάν και τους κτήτορας ήγουν τους ιδικούς του, τον τιμιώτατον   Δημογέροντα της Παροικιάς Αντωνάκη Σπυρίδον και τον τιμιώτατον Γεωργάκην Σπυρίδον και τον ευγενέστατον Ιάκωβον Ταμία και τον ευγενέστατον Ιάκωβον Συρίγον».

–1655. Το 1655 αναφέρεται σε έγγραφο η Νικολέττα Θεόδωρου Συρίγου.

Μαρτίου 1665 «Μανώλης Μουδάτσος βεβαιώνει».

–1660. Στις 4 Δεκεμβρίου 1660 αναφέρεται και υπογράφει σε έγγραφο ο Ιερομόναχος και Πνευματικός Ιερεμίας Συρίος «δια το μετόχιν της Ξεχωριανής».

–1665. Ο ιερέας Αντώνιος Συρίγος επίτροπος υπογράφει έγγραφο Κεφάλου στις 30 –1667. Το 1667 αναφέρεται σε έγγραφο ο Γεωργάκης Συρίγος.

–1702. Σε εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στο ναό του Ταξιάρχη στην Μάρπησσα έχει την επιγραφή: « Οι αφιερωταί Κων. Παπαδόπουλος (Ιερομόναχος) και Αντώνιος Κ. Συρίγος».

–1714 Αύγουστος 9, Πάρος Μάρμαρα. Έδωσε εξοφλητικόν και σωστόν λογαριασμόν ο παπά-Μιχάλης Τζανιάς της Κοινότης Μαρμάρου διά το κατάστιχον που εσύναξε της απερασμένης χρονιάς (το 1713) και δεν έχει να δώσει της Κοινότητας μοναχά ρεάλια τρία ήμισυ και δώνοντας τα μένει είσαι καθάριον και σωστόν λογαριασμόν και δια το βέβαιον υπογράφουν οι προεστοί υποχειρός τους, σακελλάριος Κεφάλου Σκορδίλης, Αλέξανδρος Καμπάνης, Τζανής Μπιζάς, Πρωτοπαπάς Κεφάλου, Ο σακελλίος Κεφάλου, Παπά-Αντώνης Συρίγος επίτροπος.

–1739. Πρακτικό εκλογών κατά την Γεν. Συνέλευση στις 30 Αυγούστου 1739 απεσταλμένου των κοινών της Πάρου στην Κωνσταντινούπολη, εκλέγουν τον Νικόλαο Μαυρογένη, προκειμένου να διαπραγματευθεί τα οικονομικά θέματα του νησιού. Αναφέρεται ο παπά Μιχαήλ Συρίγος.

–1744. Διαθήκη του ιερομονάχου Παρθένιου. Πάρος, 12 Νοεμβρίου 1744. Αναφέρεται ο «ευγενής αφέντης Πετράκης Μαυρογένης, ο Δημήτρης Πάσος, ο παπα Μιχαήλ Συρίγος, ο Φρανκεσκάκης Ντελαγραμμάτικας, ο αφέντης Τζαννάκης Καμπάνης, ο Κωσταντάκης Πιρόπουλος, ο παπα Αντώνιος Βιτζαράς, ο επίτροπος Παροικιάς Ιωάννης Χαμάρτος και ο καντζελλάριος Παροικιάς Τζουάνες Πρωτονοτάρης.

–1746. Απόφαση του κοινού της Παροικιάς στις 8 Μαρτίου 1746, για μετάκληση ξένων στο νησί, εξουσιοδοτούν τον καραβοκύρη Ιωάννη Λαγγούση να προσκαλέσει όσους κατοίκους άλλων μερών της Ελλάδας θα ήθελαν να εγκατασταθούν οικογενειακώς στο νησί τους. Σε όσους δέχονταν υποσχόντουσαν μειωμένη φορολογία και άλλες διευκολύνσεις, όπως κατοικίες, χωράφια κ.α., υπογράφει και ο παπά Μιχαήλ Συρίγος, λογοθέτης.

–1818. Στις 31 Μαρτίου 1818 ο οικονόμος Παροικιάς Συρίγος υπογράφει βεβαιωτικό έγγραφο.

–1825. Έγγραφο Παροικιάς, 18 Ιανουαρίου 1825 «Σμαραγδάκη γυνή ποτέ οικονόμου Παροικιάς Συρίγου».

–1827. Καταγραφή των (μερικών) χρεών των κοινοτήτων του κάθε Μέρους κοινού της Πάρου εις την Κωνσταντινούπολιν. 17 Απριλίου 1827.

Ομολογία Δετόρ Λουίζ Συρίγος Κεφάλαιον γρ. 1200.

–1980. Οικογένεια Συρίγου στο Πίσω Λιβάδι.

 

Συρίος: Βλέπε Συρίγος


Συριώτης:
Πατριδωνυμικό επώνυμο, πιθανότατα από τη Σύρο. Στην Πάρο μαρτυρείται ήδη το 1739, στην Τζιπίδο (σημερινή Μάρπησσα), όπου αναφέρεται η Εργινάκη Δημητράκη Συριώτη. Η παρουσία του στην περιοχή ενδέχεται να συνδέεται με μετακίνηση οικογένειας από τη Σύρο προς την Πάρο, χωρίς να έχει τεκμηριωθεί ακόμη ο συγκεκριμένος πρόγονος.
–1793. Σε έγγραφο στην Τζιπίδο της 18ης Οκτ. 1739 «αγορά της Εργινάκης Δημητράκη Συριώτη.

Σύψας: Πιθανότατα πατριδωνυμικό επώνυμο, από τη Ναύπακτο. Στην Πάρο καταγράφεται νεότερα, με τον Αθανάσιο Σύψα, φαρμακοποιό στη Νάουσα από το 1984. Η παρουσία του επωνύμου στην Πάρο δεν αρκεί, μέχρι στιγμής, για να τεκμηριώσει παλαιότερη εγκατάσταση ή συγκεκριμένη οικογενειακή διαδρομή από τη Ναύπακτο.

–1984. Φαρμακοποιός Νάουσας Πάρου από το 1984 ο Αθανάσιος Σύψας.


Σφαέλος:
Το επώνυμο Σφαέλος συνδέεται με παλαιά οικογένεια της Κεφαλονιάς.

Οι πρώτες μαρτυρίες στην Πάρο

Στην Πάρο η οικογένεια εμφανίζεται ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα. Το 1808, στο δημοτολόγιο του Δήμου Νάουσας, καταγράφεται ο Στέφανος Σφαέλος.

Ιδιαίτερα σημαντικό τεκμήριο αποτελεί έγγραφο της επαναστατικής περιόδου, στο οποίο ο Στέφανος Σφαέλος υπογράφει μαζί με άλλους κατοίκους της Νάουσας. Η σχετική δημοσίευση του αρχειακού τεκμηρίου καταγράφει ρητά την υπογραφή του.

Ο Λουκάς Σφαέλος και η Μονή Αγίου Ανδρέα

Σημαντική μορφή της οικογένειας υπήρξε ο Λουκάς Σφαέλος, ο οποίος συνδέεται με τη Μονή του Αγίου Ανδρέα στη Νάουσα. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1826, ο οικονόμος Εμμανουήλ Παπάζογλου υπογράφει στη Νάουσα πωλητήριο που αφορά την αγορά της μονής από τον Λουκά Σφαέλο.

Η σχέση των Σφαέλων με τη μονή δεν ήταν προσωρινή. Το 1859 ο Γιώργος Νικ. Ζουμής αγόρασε τη Μονή του Αγίου Ανδρέα από τους Σφαέλο και Βατιμπέλα, γεγονός που επιβεβαιώνει την προηγούμενη ιδιοκτησιακή σύνδεση της οικογένειας με το μοναστήρι.

Μια οικογένεια της Νάουσας

Κατά τον 19ο αιώνα οι Σφαέλοι εμφανίζονται επανειλημμένα στους εκλογικούς καταλόγους της Νάουσας ως κτηματίες και ναυτικοί. Οι αναφορές στους απογόνους του Στέφανου και του Λουκά δείχνουν ότι η οικογένεια είχε ήδη δημιουργήσει περισσότερους από έναν κλάδους και είχε ενσωματωθεί πλήρως στην κοινωνία της Νάουσας.

Η παρουσία ναυτικών Σφαέλων έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Νάουσα κατά τον 18ο και 19ο αιώνα αποτελούσε σημαντικό ναυτικό κέντρο και τόπο εγκατάστασης Κεφαλληνών, Κρητών, Μανιατών και άλλων ναυτικών πληθυσμών. Οι Κεφαλλονίτες ειδικότερα εγκαθίσταντο στη Νάουσα και αρκετοί δημιούργησαν εκεί οικογένειες.

Η συνέχεια μέχρι σήμερα

Το επώνυμο Σφαέλος δεν διατηρείται πλέον ως ανδρικός πατρωνυμικός κλάδος στη σημερινή Νάουσα. Ωστόσο, η οικογένεια συνεχίζεται στην Πάρο μέσω θηλυγονίας, μεταξύ άλλων μέσω της οικογένειας Καλουδά και Κεφάλα (της Νάουσας), διατηρώντας έτσι τη γενεαλογική συνέχεια του παλαιού παριανού κλάδου.

Πηγές

·        Αρχειακό τεκμήριο της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος, υπογράφει ο Στέφανος Σφαέλος της Νάουσας.

·        Καταγραφές για τη Νάουσα, τους Σφαέλους και τη Μονή Αγίου Ανδρέα.

·        Εκλογικός κατάλογος Ληξουρίου 1910.

Κεφαλονίτικες ιστορικές πηγές για τους Ανδρέα και Δημήτριο Σφαέλο.

–1808. Στο δημοτολόγιο του 1808 του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο Στέφανος Σφαέλος.

–1826. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1826 ο οικονόμος Εμμανουήλ Παπάζογλου υπογράφει στη Νάουσα για λογαριασμό του Σταμάτη Μπελώνια, στο πωλητήριο που αφορά στην αγορά από τον Λουκά Σφαέλο της Μονής του Αγίου Ανδρέα.

–1829. Ο ονομαστικός κατάλογος των μαθητών του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου της Νάουσας του σχολικού έτους 1829.

«Οι μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της κομοπόλεως Ναούσης»

Βασίλειος Σφαέλος ετών 5.

–1832. Εν Ναούση της Πάρου τη 27 Μαρτίου 1832 σε έγγραφο της σχολής του Αγίου Αθανασίου, αναφέρεται ο Γεώργιος Σφαέλος.

–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18 Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο 55χρονος κτηματίας Στέφανος Σφαέλος, ο 34χρονος ναυτικός Εμμανουήλ Σφαέλος και ο Γεράσιμος Σ. Σφαέλος 32 ετών ναυτικός.

–1859. Το 1859 ο Γιώργος Νικ. Ζουμής αγοράζει το μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα στη Νάουσα (Κραύγα) από τους Σφαέλο και Βατιμπέλα.

–1883. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Σφαέλος Γεώργιος του Στέφανου, 53 ετών, κτηματίας από τη Νάουσα, Σφαέλος Γεράσιμος του Στέφανου, 68 ετών, κτηματίας από τη Νάουσα, Σφαέλος Γεράσιμος του Λουκά, ετών 69, κτηματίας από τη Νάουσα, Σφαέλος Κωνσταντίνος του Λουκά, 53 ετών, ναύτης από τη Νάουσα, κάτοικος εξωτερικού και Σφαέλος Σπυρίδων του Λουκά, ετών 53, ναύτης από τη Νάουσα, κάτοικος Βλαχίας (Ρουμανία).

–1885. Σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Σφαέλος Γεώργιος του Στέφανου, 55 ετών, κτηματίας από τη Νάουσα, Σφαέλος Γεράσιμος του Στέφανου, 70 ετών, κτηματίας από τη Νάουσα, Σφαέλος Γεράσιμος του Λουκά, ετών 71, κτηματίας από τη Νάουσα, Σφαέλος Κωνσταντίνος του Λουκά, 55 ετών, ναύτης από τη Νάουσα, κάτοικος εξωτερικού και Σφαέλος Σπυρίδων του Λουκά, ετών 55, ναύτης από τη Νάουσα, κάτοικος Βλαχίας (Ρουμανία).

–1893. Το 1874 γεννιέται ο Βιτσαράς Φραγκίσκος του Κωνσταντίνου μηχανικός κάτοικος Νάουσας Πάρου. Σύζυγός του η Μαρία Εμμ. Σφαέλου (1893) και τέκνα τους ο Κώστας (1916), ο Μανώλης (1917), ο Μιχάλης (1921), ο Γιώργος (1927), η Μαρουζώ (1929) και η Παρασκευή (1931).

–1911. Εμμανουήλ Γερ. Σφαέλος, ιερέας στη Νάουσα το 1911.

–1915. Το 1915 γεννιέται η Σφαέλου Ελευθερία του Εμμανουήλ, κάτοικος Νάουσας Πάρου.

–1933. Μέλος του Ναυτικού Ομίλου Νάουσας Ναϊάς η Ελευθερία Σφαέλου.

–1946. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 65χρονος κάτοικος Νάουσας, Σφαέλος Εμμανουήλ του Γεωργίου, κτηματίας και ο 42χρονος ναυτικός Σφαέλος Γεώργιος του Εμμανουήλ.

–1950. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 19 Αυγούστου 1950, υπάρχει εγγεγραμμένη η Βιτσαρά Μαρία, όνομα συζύγου Εμμανουήλ, όνομα πατέρα Εμμανουήλ Σφαέλος.

–1952. Σε εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Τριπολιτσιώτη Όλγα, όνομα συζύγου Πέτρος, όνομα πατρός Γεώργιος Σφαέλος.


Σφακιανός:
Πατριδωνυμικό επώνυμο, που παραπέμπει σε καταγωγή από τα Σφακιά της Κρήτης.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα εντοπισμένη μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο είναι του 1822, όταν ο Αντώνιος Σφακιανός υπογράφει, στις 13 Απριλίου, επιστολή των προκρίτων της Πάρου προς τους κατοίκους της Ύδρας. Το 1847 ο 38χρονος γεωργός Αντώνιος Σφακιανός καταγράφεται στον εκλογικό κατάλογο των Λευκών, ενώ το 1859 αναφέρεται ο Γεώργιος Σφακιανός του Αντωνίου στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών. Το επώνυμο εμφανίζεται επίσης σε παριανούς που μετακινούνται προς την Ερμούπολη, όπως ο Νικόλαος Σφακιανός το 1864.

Η παρουσία του στην Πάρο από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα είναι συμβατή με την εγκατάσταση Κρητών στο νησί. Η σφακιανή καταγωγή θεωρείται πολύ πιθανή, χωρίς όμως να έχει εντοπιστεί ακόμη το συγκεκριμένο γενεαλογικό τεκμήριο που να συνδέει την παριανή οικογένεια με συγκεκριμένο κλάδο των Σφακίων.

–1822. Σε επιστολή των προκρίτων της Πάρου προς τους κατοίκους της 487. Ύδρας, στις 13 Απρ. 1822 υπογράφει ο Αντώνιος Σφακιανός.

–1830. Σε έγγραφο της 24ης Φεβρ. 1830 ο Γεώργιος Σφακιανός Σκορδίλης?».

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 38χρονος γεωργός Αντώνιος Σφακιανός.

–1859. Το 1859 γεννιέται στις Λεύκες ο Σφακιανός Γεώργιος του Αντωνίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της Κοινότητας Λευκών.

–1864. Στις 20 Οκτωβρίου 1864 ο 38χρονος γεωργός από την Πάρο Νικόλαος Σφακιανός, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη Παριανή Μοσχάτη Μανουσάκη.

–1888. Στις 29 Απριλίου 1888 ο 35χρονος εργατικός; από την Πάρο Ιωάννης Ραγκούσης του Ιωάννη και της Μαρίας Ι. Σφακιανού, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 16χρονη από την Σύρο Μαρία Γενάρη, του Ιωάννη και της Μαρουλιώς Μεταξά.

 

Σφροΐδης ή Σφραΐδης: Η παλαιότερη γνωστή μαρτυρία του στην Πάρο ανάγεται στο 1847, όταν γεννήθηκε ο Νικόλαος Σφραΐδης [Σφροΐδης], γιος του Γεωργίου και της Ελένης Μοστράτου. Στις 21 Οκτωβρίου 1872, ο ίδιος, 25χρονος λεμβούχος από την Πάρο, παντρεύτηκε στην Ερμούπολη την 17χρονη Ναξιώτισσα Ειρήνη Μπιτζιλέου [Βιτζιλαίου].

Η κατάληξη -ίδης, σε συνδυασμό με την όψιμη εμφάνιση του επωνύμου στην Πάρο, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο προσφυγικής εγκατάστασης, ακόμη και από τη Μικρά Ασία. Ωστόσο, η υπόθεση αυτή χρειάζεται επιβεβαίωση από παλαιότερες μικρασιατικές καταγραφές ή προσφυγικά μητρώα.

–1847. Το 1847 γεννιέται ο Νικόλαος Σφραΐδης [Σφροΐδης] του Γεωργίου και της Ελένης Μοστράτου.

–1872. Στις 21 Οκτωβρίου 1872 ο 25χρονος λεμβούχος από την Πάρο Νικόλαος Σφραΐδης [Σφροΐδης] του Γεωργίου και της Ελένης Μοστράτου, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 17χρονη από την Νάξο Ειρήνη Μπιτζιλέου [Βιτζιλαίου], του Κωνσταντίνου και της Ελένης.


Σχοινάς:
Επαγγελματικό επώνυμο, από τη λέξη «σχοινάς», δηλαδή τον τεχνίτη που κατασκευάζει ή πλέκει σχοινιά.

Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο είναι στα Μάρμαρα, όπου στον εκλογικό κατάλογο του 1844 καταγράφεται ο 39χρονος εργάτης Ιωάννης Σχοινάς, ο οποίος επανεμφανίζεται στον αντίστοιχο κατάλογο του 1847, σε ηλικία 42 ετών.

Ωστόσο, το επώνυμο απαντά και σε μικρασιατική προσφυγική οικογένεια. Ο Παράσχος Σχοινάς του Περικλή, 36 ετών από τη Σμύρνη, εγγράφηκε το 1915 ως δημότης Νάουσας. Ο Νίκος Χρ. Αλιπράντης κατατάσσει τους Σχοινάδες μεταξύ των μικρασιατικών προσφυγικών οικογενειών που εγκαταστάθηκαν στη Νάουσα μετά το 1922.

Επομένως, στην Πάρο τεκμηριώνεται παλαιό επώνυμο Σχοινάς ήδη από το 1844, ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα εμφανίζεται και νέος, μικρασιατικός προσφυγικός κλάδος στη Νάουσα. Δεν υπάρχουν σήμερα επαρκή στοιχεία για να αποδειχθεί ότι οι δύο κλάδοι συνδέονται γενεαλογικά.

–1844. Στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Μαρμάρων το 1844 είναι εγγεγραμμένος ο 39χρονος εργάτης Ιωάννης Σχοινάς.

–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 42χρονος εργάτης Ιωάννης Σχοινάς.

–1915. Σχοινάς Παράσχος του Περικλή. Ετών 36 από την Σμύρνη. Ήταν 36 ετών το 1915 ‘όταν γράφτηκε δημότης Ναούσης.

 

Σωμαρίπας: Βλέπε Σομαρίπας.


Σωτηρίου
Πατρωνυμικό επώνυμο, από το βαπτιστικό Σωτήριος, που ανάγεται στο αρχαίο ουσιαστικό σωτήρ, δηλαδή «αυτός που σώζει, που απαλλάσσει από κίνδυνο ή συμφορά».

Ο παριανός κλάδος αναφέρεται ως σαμιακής καταγωγής, σύμφωνα με την παριανή οικογενειακή παράδοση και την καταγραφή των παριανών επωνύμων. Η παρουσία του στην Πάρο τεκμηριώνεται τουλάχιστον κατά τον 20ό αιώνα: το 1948 καταγράφεται στα δημοτολόγια των Λευκών ο Θεόδωρος Σωτηρίου, από τον παριανό κλάδο.

Η σαμιακή καταγωγή αποτελεί σημαντική ένδειξη για την προέλευση του συγκεκριμένου παριανού κλάδου.

–1948. Στα δημοτολόγια Λευκών εγγεγραμμένος το έτος 1948 ο Γενάργης του παριανού κλάδου  Θεόδωρος Σωτηρίου.

 

S

 

Sauger: Ο Robert Sauger (1637–1709) ήταν Γάλλος Ιησουίτης ιεραπόστολος και ιστοριογράφος των Κυκλάδων. Δραστηριοποιήθηκε επί πολλά χρόνια στο Αιγαίο και συνδέθηκε ιδιαίτερα με τη Νάξο, όπου και πέθανε στις 14 Δεκεμβρίου 1709.

Το σημαντικότερο έργο του, Histoire nouvelle des anciens ducs et autres souverains de l’Archipel, εκδόθηκε στο Παρίσι το 1698–1699 και αποτελεί σημαντική δυτική πηγή για την ιστορία, τις οικογένειες και τα μνημεία των Κυκλάδων κατά τη φραγκική και μεταγενέστερη περίοδο. Το έργο μεταφράστηκε στα ελληνικά και εκδόθηκε στην Ερμούπολη το 1878.

Ο Sauger κατέγραψε πληροφορίες που αφορούν τη Νάξο και γενικότερα το Δουκάτο του Αιγαίου, ενώ το έργο του αποτελεί μία από τις πρώιμες δυτικές περιγραφές των Κυκλάδων. Ωστόσο, ορισμένες από τις ιστορικές και γενεαλογικές πληροφορίες του έχουν δεχθεί μεταγενέστερη κριτική και πρέπει να διασταυρώνονται με άλλες πηγές.

Πηγή: Robert Sauger, Histoire nouvelle des anciens ducs et autres souverains de l’Archipel, Paris, 1698–1699· Α. Μ. Καράλης (μετάφρ.), Ιστορία των αρχαίων Δουκών και των λοιπών ηγεμόνων του Αιγαίου Πελάγους, Ερμούπολη, 1878· Κ. Στο, «Ο ιεραπόστολος Robert Sauger (1637–1709), ιστοριογράφος των Κυκλάδων», Μνημοσύνη 6 (1976–1977).

–1637. Ιησουίτης μοναχός ο Ροβέρτος Sauger (1637-1709)

 

Strari: Η παλαιότερη γνωστή μαρτυρία του στην Πάρο ανάγεται στις 29 Μαΐου 1672, όταν ο Benetto Strari υπογράφει μαζί με άλλους κατοίκους της Πάρου το σημαντικό αίτημα προς την ηγεσία των Γάλλων Ιησουιτών για την εγκατάσταση πατέρων της Εταιρείας του Ιησού στο νησί. Η μορφή Benetto είναι ιταλική, γεγονός που πιθανόν συνδέεται με το λατινικό/ιταλόφωνο περιβάλλον της παριανής κοινωνίας της εποχής.

–1672. Σε αίτημα των παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας Πατέρα της Καθολικής Εκκλησίας  Jacques Dinet για να ζητήσουν πατέρες της καθολικής εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο.

«Αιδεσιμώτατε λογιώτατε σοφώτατε κύριε κύριε δε και πανοσιώτατε εν χριστώ πάτερ.

Βλέπωντας με καθαρα έργα τα άξια και άγια κατωρθώματα οπού ενεργούσιν οι αιδεσιμώτατοι πατέρες εκ της συντροφίας του Ιησού εις όλα τα μέρη του κόσμου και μερικά εις τα σύνορα μας νησιά του αρχιπελάγους, όπου όσαν τους άλλους τόπους και μέρη της οικουμένης όπου κατοικούσαν, όλοι οι χριστιανοί φωτίζουντε, ορθώνουστε και θεόπνευστα θρέφονται με τον θεϊκό λόγο και εις πάσα τρόπο βοηθήζοντας σωματικά σε και πνευματικά και ξεχωριστά λαμβάνουσιν βοήθεια και διαφέντευσιν εις κάθατους χρειάν και ανάγκη όπου τους θέλει συνέβη κατά καιρόν δι’ αυτός συλλογιζόμενοι και σιμβαστικός εις μιαν γνώμη μερικά εις αυτό ενωμένοι, ημείς οι απογεγραμμένοι ιερείς προεστοί πολίτες και κατοικούμενοι εν τη νήσω Πάρος θεωρώντας ταις χρείαις και καθημερινές ανάγκες όπου μας συμβαίνουν, χρειάζοντας την βοήθεια δια φεντευσιν και μεσύτιαν των αιδεσιμωτάτων αυτών πατέρων.

Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας, ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ ενδόξου συντροφιάς υου ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον μας πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την επιστήμην δια τους μεταγεναστέρους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος αλλο δεν είναι εις όλα τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται ούος παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας δια τους οικτιρμούς του θεού και σωτήρος ημών ιησού χριστού να μην εστερηθούμεν από την χάριν όπου της ζητούμεν μάλιστα ως θαρρετά την ελπίζωμεν έτσι να την απολαύσωμεν κατά την ευλάβειά μας εις δόξαν κυρίου απομήνοντας κρατημένοι να παρακαλέσωμεν τον πανελεόν μας θεό να στερεώσει την πανοσιώτη σας πάσαν λογίς χάριν και αγιωσύνην ώστε να ευρεθεί εις το στερέωμα της παντοτινής δόξης του παραδ΄σου όθεν διά βέβαιον απογράφομεν εκ χειρός μας και βάνωμεν και την βούλαν της κυρίας θεοτόκου και μεσήτριας, ονοματισμένη παναγία καταπολιανή κατά το παλαιόν σνήθη και όλοι η κοινώτης με ταπεινήν προσκύνησιν φιλούμεν την αγίαν της δεξιάν»

Πάρος: εν έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29) εις το παλαιόν: + Ταπεινός Μητροπολίτης Παροναξίας Μελέτιος.

Το πιο πάνω αίτημα υπογράφουν χριστιανοί, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατοίκων της Νάουσας και της Παροικιάς μεταξύ άλλων ο Mario Dhiomatero (Ντοματαίος), ο Bartolo Rozza (Ρόζας) ο Ιωάννης Νταμουλής, ο παπά Μάρκος Νταμίας (Δαμίας), ο Ιερεύς Ελευθέριος Λουρδάς (Λορεντάνο), Ιάκωβος Ρούσσος και ο Cortanti Davitdi.

Ο Χρύσανθος Σακελλάριος Παροικιάς, Νικόλαος ιερεύς πρωτοπαπάς Παροικιάς, ο ιερέας Χρύσανθος Βυτζαράς, ο ιερέας Πέτρος Μπουλαξής, ο παπα Φρατζέσκος Βητζαράς, ο ιερεύς Μιχαήλ Αλισάγης, ο ιερέας Μένεγος Κανάκης, ο παπα Ιωάννης Γαλανός, ο Γεώργης Σπιρίδος, ο παπα Δημήτριος Μαλατέστας, ο παπα Μιχαήλ Κονταράτος, ο Νικολός Πρωτόδικος, ο Τζουάνες Σκληρός, ο Νικολός Κοντίλης, ο Μιχαήλ Βιτζαράς, ο Μανώλης Αλησάφης, ο Νικολός Κοτίλης (Κονδύλης), ο Αντώνης Αλλησάφης, ο Γεώργης Μαυρομάτης, ο Zuanne Girardi (Τζουάνες Γεράρδης), ο Zuanne Vicerano, ο Γεώργης Τακορώνιας (Δακορώνιας), ο Benetto Strari. κλπ

 

Για οικόσημα βλέπε εδώ…

 

 

3 σχόλια:

  1. Η αναφορά σας για τους Σκαραμαγκαδες είναι εντελώς ανυπόστατη και αναληθής Κατά την άποψη αυτών που σας έδωσαν τις πληροφορίες ο πατήρ Γεώργιος εφημέριος και αρχιμανδρίτης της Εκατονταπυλιανης και πρώτος εξάδελφος του παππού μου από την μητέρα μου θα πρέπει να βάφτισε τον πάτερα του παπά Φίλιππο τους θειους του παπά Νικόλα παπά Αντώνη και τον παππού μου και λοιπούς συγγενείς οι οποίοι πάλι κατά την άποψη τους ητα νόθα και δεν είχαν γονείς ( γελοίο ) Το επίθετο το παίρνει κάποιος παλαιόθεν μόνο με πράξη υιοθεσίας και ο εφημέριος μπορεί να έδινε κάποιο όνομα σαν δεύτερο και όχι επιθετο.Οι Σκαραμαγκαδες ήταν από την Χίο μεγαλέμποροι πολύτιμων υφασμάτων και προσωπικοί ραφτάδες των αυτοκρατόρων και μόνον αυτών γιατί απαγορεύετω να ράβουν άλλους εκτός απο τα ανάκτορα Έφτιαχνα ένα ειδικό μακρύ σακάκι με κοντά μανίκια επίσημο ένδυμα για τον αυτοκράτορα και τους αξιωματούχους με σύρμα και πολύτιμα υφάσματα και πολύτιμους λίθους ήταν σαν κρυφή πανοπλία για τις επίσημες τελετές το είχαν φέρει απο την Περσία εξ ου και το όνομα που τους Σκαραμαγκά.
    Δεν κατάγονται απο τους Μπαφητη αλλά οι Μπαφητη κατάγονται απο τους Σκαραμαγκαδες το Μπαφητη προφανώς είναι ο τόπος από
    όπου ήρθαν οι Σκαραμαγκαδες γιατί ταξίδευαν σε πολλά μέρη και μερικοί βρέθηκαν και στην Κύπρο στην Πάφο συγκεκριμένα και επειδή στην επαρχία προτιμούν να δίνουν παρατσούκλια ίσως έλεγαν αυτοί που ήρθαν απο την Πάφο που με τα χρόνια έγινε Μπαφο - Μπαφιτης.Καποιοι απο τους συγγενείς προτίμησαν να κρατήσουν το όνομα Μπαφητης το γιατί το ξέρουν εκείνοι.
    Αυτά για την αποκατάσταση της αλήθειας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αγαπητή /τε ανώνυμε αναγνώστη σας ευχαριστούμε για τις πληροφορίες σας. Θα προσπαθήσουμε να τις διασταυρώσουμε για να τις καταχωρίσουμε στο blog.
      Ευχαριστούμε και πάλι

      Διαγραφή
  2. Σχετικά με το Σκιαδάς.
    Χωρίς να έχω εξακριβωμένη σχέση με τον κλάδο της Πάρου, Με καταγωγή από την Πελοπόνησο που φτάνει αρκετά παλιά (εξακριβωμένα στα μέσα 1700) το επίθετο ήταν Σκιαδάς και τότε με παρόμοια ιστορία "Κάποτε ένας παππούλης μας φόραγε ένα σκιάδι, ένα καπέλο, για να προστατεύετε από τον ήλιο, και το φόραγε συνέχει για αυτό και όπου πήγανε τον φώναζαν Σκιαδά. Σύμφωνα με προφορική παράδοση, πριν γίνουν Σκιαδέοι, το προγενέστερο επίθετο ήταν μάλλον Καπερωνέοι αλλά το να εξακριβωθεί κάτι τέτοιο είναι μάλλον αδύνατο... πιο εύκολο είναι να κάνουμε οι Σκιαδάδες ένα Y-DNA τεστ (πχ Απ το FamilyTree DNA) ώστε να δούμε ποιοι από μας έχουν πράγματι κοινή πατρογονική γραμμή και πότε αυτή διασπάστηκε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Αλφαβητικός κατάλογος επιθέτων