ΣΥΝΕΧΕΙΑ του Μη....
–Μηλαίος ή Μηλέος ή Μυλαίος: Ένα παλιό παριανό επώνυμο με πιθανή μηλέικη καταγωγή.
Το Μηλαίος, Μηλέος ή
Μυλαίος είναι πατριδωνυμικό επώνυμο, το οποίο πιθανότατα δηλώνει τον
άνθρωπο που προερχόταν από τη Μήλο. Η μορφή του επωνύμου απαντά ήδη από
παλαιότερους αιώνες στις Κυκλάδες, ενώ είναι γνωστό και στη Σύρο από το 1420.
Στην Πάρο, πάντως, η οικογένεια εμφανίζεται τεκμηριωμένα τουλάχιστον από τα
μέσα του 17ου αιώνα και έκτοτε παρουσιάζει αδιάλειπτη παρουσία, κυρίως στα Μάρμαρα
και στον Δραγουλά.
Μια από τις παλαιότερες
μαρτυρίες προέρχεται από το 1652, όταν στο αδελφάτο της Παροικιάς
καταγράφονται ο Νικολός Μηλέος και ο Μάρκος Μηλέος. Το 1711 συναντούμε τον
Γιώργη παπα-Μιχάλη Μηλέο σε ανταλλαγή κτημάτων στον Τσιπίδο, ενώ κατά τον 18ο
αιώνα το επώνυμο έχει πλέον εδραιωθεί στην ενδοχώρα της Πάρου. Ιδιαίτερα
σημαντική είναι η παρουσία των Μηλαίων στα Μάρμαρα, όπου αρκετοί από
τους άνδρες της οικογένειας καταγράφονται ως γεωργοί και κεραμείς, αλλά και ως
μυλωνάδες. Η σύνδεση με τους μύλους πιθανόν εξηγεί και την παράλληλη χρήση της
μορφής Μυλαίος, χωρίς όμως αυτό να αποδεικνύει ότι το επώνυμο προέρχεται
από το επαγγελματικό «μυλωνάς».
Στις αρχές του 19ου αιώνα οι
Μηλαίοι εμφανίζονται ήδη ως πολυάριθμη οικογένεια. Το 1823 ο Μιχάλης Μηλαίος,
κάτοικος Μαρμάρων, υπογράφει μαζί με άλλους κατοίκους των χωριών του Κεφάλου
έγγραφο προς το Υπουργείο Θρησκείας για τη μονή του Αγίου Αντωνίου. Το 1831 οι Ιωάννης
και Νικόλαος Μηλαίος υπογράφουν επίσης την επιστολή των κατοίκων της Πάρου
σχετικά με τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί ανάμεσα στους ντόπιους και τους
Κρήτες νεοαποίκους. Η παρουσία τους συνεχίζεται σε όλους σχεδόν τους
μεταγενέστερους εκλογικούς καταλόγους και δημοτολόγια, με ιδιαίτερη πυκνότητα
στα Μάρμαρα και στον Δραγουλά.
Αξιοσημείωτη είναι και η
οικονομική δραστηριότητα ορισμένων μελών της οικογένειας. Το 1877 ο Ευστράτιος
Μηλαίος αναφέρεται ως μυλωνάς στα Μάρμαρα, ενώ ο Πέτρος Μηλαίος,
έμπορος από τα Μάρμαρα, κατοικούσε στην Αλεξάνδρεια. Η Αίγυπτος συνδέεται και
με την οικογενειακή παράδοση για τον Πέτρο Μιλέο, ο οποίος είχε μεγάλη εμπορική
επιχείρηση στην Αλεξάνδρεια και ανέλαβε να μεγαλώσει εκεί την ανιψιά του Φλώρα
Βαζέγιου, μετά τον θάνατο της μητέρας της.
Η οικογένεια διατήρησε ισχυρή
παρουσία στην Πάρο και κατά τον 20ό αιώνα. Ανάμεσα στα μέλη της ξεχωρίζει ο Φραγκίσκος
Μηλαίος (1911–1947), του οποίου το όνομα δόθηκε σε πλατεία των Μαρμάρων,
ενώ το επώνυμο εξακολουθεί να απαντά στον Πρόδρομο και σε άλλες περιοχές του
νησιού.
Έχει επίσης καταγραφεί
οικόσημο οικογένειας Mileo στη Βόρεια Ιταλία, με αναφερόμενη δαλματική
καταγωγή. Η ομοιότητα όμως του επωνύμου δεν αρκεί για να συνδεθεί ο παριανός
κλάδος με τις ιταλικές οικογένειες. Σε πατριδωνυμικά επώνυμα είναι απολύτως
πιθανό να δημιουργήθηκαν ανεξάρτητοι οικογενειακοί κλάδοι, επειδή το ίδιο όνομα
προέκυψε από κοινό τόπο καταγωγής και όχι από κοινό πρόγονο. Επομένως, η
ιταλική εκδοχή παραμένει ενδιαφέρουσα υπόθεση, αλλά όχι τεκμηριωμένη
γενεαλογική σύνδεση.
Η παλαιότητα των μαρτυριών, η
μεγάλη πυκνότητα του επωνύμου στα Μάρμαρα και η συνεχής παρουσία του επί σχεδόν
τέσσερις αιώνες καθιστούν τους Μηλαίους χαρακτηριστικό παλιό παριανό
οικογενειακό κλάδο, ανεξάρτητα από το αν ο αρχικός φορέας του επωνύμου είχε
πράγματι έρθει από τη Μήλο.
–1652. Ίδρυση στην
Πάρο αγιοταφίτικου μετοχίου κατά το έτος 1652 απριλίω 15.
Της Πάρου αδελφάτα
«Χώρα Παροικιάς»
+Νικολός Μηλέος, η γυνή Κατερίνα θυγ.
Ανέζα
+Μάρκος Μηλέος, του Χουσή και Καλής, η
γυνή Μαρούσα.
–1711. Σε
έγγραφο Τσιπίδου της 9ης Ιαν. 1711 «ανταλλαγή κτημάτων του Νικολάου ιερέως
Σκορδίλη και του Γιώργη παπα-Μιχάλη Μηλέου.
–1792. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι
εγγεγραμμένος ο 55χρονος κεραμεύς Νικόλαος Μηλέος (γεν. 1792).
–1804. Στον εκλογικό κατάλογο Δραγουλά του 1847 είναι
εγγεγραμμένος ο 43χρονος γεωργός Ιωάννης Στέφ. Μηλαίος (γεν. 1804).
–1804. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι
εγγεγραμμένος ο 43χρονος κεραμεύς Ιωάννης Π. Μηλέος (γεν. 1804).
–1807. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι
εγγεγραμμένος ο 40χρονος γεωργός Κωνσταντίνος Μηλέος (γεν. 1807).
–1814. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι
εγγεγραμμένος ο 33χρονος κεραμεύς Αντώνιος Ν. Μηλέος (γεν. 1814).
–1815. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι
εγγεγραμμένος ο 32χρονος γεωργός Ευστράτιος Μηλέος (γεν. 1815).
–1820. Σε έγγραφο του χωριού Κεφάλου
(Μάρμαρα) προς τον υπουργό της θρησκείας σχετικά με τον Άγιο Αντώνιο «Ελάβομεν
την διαταγήν του Ιερού Υπουργείου της θρησκείας διορίζουσαν τον Κύριον Στέφανον
Μαυρογένην προστάτην του μεγάλου Αντωνίου και τον κύριον Αθανάσιον Ιεροκήρυκα,
ηγούμενον τούτου διά να συνάγουσιν όλα τα εισοδήματα και να υποσυρθή εις τα
ίδια ο σκευοφύλαξ των χωριών Κεφάλου όστις πρότερον εδιωρίσθη ηγούμενος τούτου
παρά του αυτού Ιερού υπουργείου βλέπομεν ότι το υπουργείον της θρησκείας ενασχολούμενον
εις αναγκαιοτέρας υποθέσεις δεν δύναται να εξετάση ακριβώς την αλήθειαν. Η
Κυρία Μαδώ του Μαυρογένη διά αναφοράς της ηπάτησε το υπουργείον τούτο λέγουσα
ότι είναι κτήμα πατρικόν της εις τα συγκίλια τούτου με το από ΄κτήμα πατρικόν
της είς της κοινότητος τούτο το μοναστήριον πρό χρόνων το εκαταξουσίαζεν
δυναστικώς η Δόμνα του Μαυρογένους, ως εκ τούτου εφαντάζετο η απόγονος της ότι
είναι κτήμα πατρικόν των ημείς λοιπόν, σεβασμιώτατε, δεν ημπορούμεν να
αποχωρίσωμεν το δίκαιον της κοινότητος αλλά θέλουμεν να δικαιολογηθούμεν προς
το Ιερόν τούτο υπουργείον καθώς και ο ίδιος παραστάτης μας θέλει σας
πληροφορήσει όλην την αλήθειαν δια να μην απατάται και διατάττει τοιαύτας
επιταγάς παρακαλούμεν λοιπόν να μη νομίσητε τούτο μας το φέρσιμον απείθειαν
προς την σεβαστήν διοίκησιν μένομεν με όλον το σέβας. Τη 20 Οκτωβρίου 1823 των
χωρίων Κεφάλου. Υπογράφει ο κάτοικος Μαρμάρων Μηλαίος Μιχάλης κ.α. (Τ.Σ. ΠΑΡΟΣ
ΜΑΡΜΑΡΑ 1820) (Γ.Α.Κ.).
–1821. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι
εγγεγραμμένος ο 26χρονος εργάτης Γεώργιος Ιω. Μηλέος (γεν. 1821).
–1822. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι
εγγεγραμμένος ο 25χρονος γεωργός Νικόλαος Γ.Μηλέος (γεν. 1822).
–1822. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι
εγγεγραμμένος ο 25χρονος κεραμεύς Μηλέος Λαμπρινός (γεν. 1822).
–1828. Σε
εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει
εγγεγραμμένος ο Μηλαίος Γιώργος (γεν. 1828) του Ιωάννη 47 ετών γεωργός από τον
Δραγουλά.
–1831. Ο παπά
Φραγκίσκος Βατιμπέλας συντάσσει και υπογράφει προικοσύμφωνο του Νικολάκη
Μωραΐτη και Ειρηνακιού Μιχ. Μηλαίου, Μάρμαρα, 24 Φεβρουαρίου 1831.
–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια
επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα
δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Ιωάννης και ο
Νικόλαος Μηλαίος από τα χωριά του Κεφάλου.
–1844. Σε εκλογικό
κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1844 υπάρχει εγγεγραμμένος ο 32χρονος γεωργός
Ευστράτιος Μηλαίος.
–1844. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1844 είναι
εγγεγραμμένος ο 47χρονος γεωργός Κωνσταντίνος? Μυλαίος, ο 32χρονος γεωργός
Ευστράτιος Μυλαίος, ο 30χρονος κεραμεύς Αντώνιος Ν. Μυλαίος, ο 40χρονος
κεραμεύς Ιωάννης Π. Μυλάιος, ο 55χρονος κεραμεύς Νικόλαος Μυλαίος και ο
28χρονος γεωργός Ιωάννης Μυλαίος.
–1847. Σε
εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει
εγγεγραμμένος ο Μηλαίος Δημήτρης (γεν. 1847) του Λαμπρινού 28 ετών εργάτης από
τον Δραγουλά
–1838. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Μαριγώ Πέτρου Μηλαίου (γεν. 1838), ετών 65, κάτοικος Μαρμάρων,
οικιακά, έγγαμος.
–1838. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Γαρουφαλλιά Στέφανου
Μηλαίου (γεν. 1838), ετών 65, οικιακά, χήρα.
–1840. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Μιχαήλ Ιωάννη Μηλαίος (γεν. 1840), ετών 63, γεωργός, έγγαμος.
–1843. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Αντωνίνα Μιχαήλ Μηλαίου (γεν. 1843), ετών 60, οικιακά, έγγαμος.
–1846. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Πέτρος Ιωάννου Μηλαίος (γεν. 1846), ετών 57, κάτοικος Μαρμάρων,
κτηματίας, έγγαμος.
–1848. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Ειρήνη Γεωργίου Μηλαίου (γεν. 1848), ετών 55, οικιακά, χήρα.
–1851. Σε
εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει
εγγεγραμμένος ο Μηλαίος Ιωάννης (γεν. 1851)του Γεωργίου 24 ετών εργάτης κάτοικος
Σύρου.
–1853. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Χρουσής Αντωνίου Μηλαίος (γεν. 1853), ετών 50, έγγαμος.
–1853. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Ιωάννης Γεωργίου Μηλαίος
(γεν. 1853), ετών 50, γεωργός, έγγαμος.
–1858. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Μαρούσα Ιωάννη Μηλαίου (γεν. 1858), ετών 45, οικιακά, έγγαμος.
–1858. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Παναγιώτης Στέφανου Μηλαίος (γεν. 1858), ετών 45, γεωργός,
έγγαμος.
–1858. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Φραγκίσκος Λάμπρου Μηλαίος (γεν. 1858), ετών 45, γεωργός,
έγγαμος.
–1858. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Ανδριάνα Φραγκίσκου Μηλαίου (γεν. 1858), ετών 45, οικιακά,
έγγαμος.
–1858. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Ευανθία Χρουσή Μηλαίου (γεν. 1858), ετών 45, οικιακά, έγγαμος.
–1861. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Αικατερία Παναγιώτη Μηλαίου (γεν. 1861), ετών 42, οικιακά,
έγγαμος.
–1873. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Ιωάννης Μιχαήλ Μηλαίος (γεν. 1873), ετών 30, γεωργός, έγγαμος.
–1875. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Ευστράτιος Γεωργίου Μηλαίος (γεν. 1875), ετών 28, εργάτης,
άγαμος.
–1875. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Δημήτριος Στέφανου
Μηλαίος (γεν. 1875), ετών 28, εργάτης, άγαμος.
–1876. Στις 3 Οκτωβρίου 1876 ο 27χρονος υδροφόρος από
την Πάρο Γεώργιος Μυλαίος [Μηλαίος], του Φίλιππου και της Φραντζαίσκας,
κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 21χρονη από την Πάρο Ειρήνη
Σαρρή, του Εμμανουήλ και της Κυριακής.
–1876. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Μαργαρίτα Ιωάννη Μ. Μηλαίου (γεν. 1876), ετών 27, οικιακά,
έγγαμος.
–1876. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Πολυξένη Παναγιώτη Μηλαίου (γεν. 1876), ετών 27, χήρα.
–1876. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Μιχαήλ Μηλαίος (γεν. 1876), ετών 27, γεωργός, άγαμος.
–1877. Σε
εκλογικό κατάλογο του 1877, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει
εγγεγραμμένος ο Μηλαίος Ευστράτιος του Γεωργίου, 60 ετών μυλωνάς από τα
Μάρμαρα. Όπως και Μηλαίος Πέτρος του Ιωάννη 30 ετών έμπορος από τα Μάρμαρα
κάτοικος Αλεξάνδριας.
–1883. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Ιωάννης Ζαννή Μηλαίος (γεν. 1883), ετών 20, γεωργός, άγαμος.
–1884. Το 1884 γεννιέται ο Μηλαίος Στυλιανός του
Φραγκίσκου γεωργός, κάτοικος κοιν. Αρχιλόχου. Απεβίωσε το 1949.
–1884. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Στυλιανός Φραγκίσκου Μηλαίος (γεν. 1884), ετών 19, υπάλληλος,
άγαμος.
–1885. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Ειρήνη Φραγκίσκου Μηλαίου (γεν. 1885), ετών 18, οικιακά, άγαμος.
–1887. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Μοσχούλα Παναγιώτη Μηλαίου (γεν. 1887), ετών 16, οικιακά,
έγγαμος.
–1887. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Πέτρος Χρουσή Μηλαίος (γεν. 1887), ετών 16, άγαμος.
–1888. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Μαργαρίτα Ιωάννη Μηλαίου (γεν. 1888), ετών 15, οικιακά, άγαμος.
–1888. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Νικόλαος Γεωργίου Μηλαίος (γεν. 1888), ετών 15, εργάτης,
άγαμος.
–1889. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Στέφανος Παναγιώτη Μηλαίος (γεν. 1889), ετών 14, γεωργός,
έγγαμος.
–1891. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Φώτης Ιωάννη Μηλαίος (γεν. 1891), ετών 12, ποιμήν, άγαμος.
–1893. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Δημήτριος Φραγκίσκου Μηλαίος (γεν. 1893), ετών 10, μαθητής,
άγαμος.
–1893. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Βασιλική Ιωάννη Μηλαίου (γεν. 1893), ετών 10, άνευ, άγαμος.
–1894. «Εις
τας 25 του Μαρτίου 1894 έδωσα εις τον Ιάκωβον Καβάλλην τα χόρτα της Κεροδοσίας
δραχμάς 25,00 μάρτυρες Μιχαήλ Βαλσάμης, Ιωάννης Μηλαίος και Γεώργιος
Τζανακόπουλος».
–1895. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Ιωάννης Χρουσή Μηλαίος (γεν. 1895), ετών 8, άγαμος.
–1896. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Ιωάννη Μηλαίος (γεν. 1896), ετών 7, μαθητής, άγαμος.
–1896. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Παναγιώτη Μηλαίος (γεν. 1896), ετών 7, μαθητής,
άγαμος.
–1896. Το 1896 γεννιέται ο Μηλαίος Γεώργιος του
Παναγή εργάτης κάτοικος Παροικιάς.
–1897. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Μαρούσα Φραγκίσκου Μηλαίου (γεν. 1897), ετών 6, μαθήτρια,
άγαμος.
–1898. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Δημήτριος Παναγιώτη Μηλαίος (γεν. 1898), ετών 5, άγαμος.
–1899. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Λάμπρος Φραγκίσκου Μηλαίος (γεν. 1899), ετών 4, άνευ, άγαμος.
–1899. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Αντώνιος Χρουσή Μηλαίος (γεν. 1899), ετών 4, άγαμος.
–1899. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Εμμανουήλ Παναγιώτη Μηλαίος (γεν. 1899), ετών 4, άνευ, άγαμος.
–1900. Το 1900 γεννιέται η Μηλαίου
Αικατερίνη του Γεωργίου κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–1903. Σε εικόνα της Αγίας
Παρασκευής στον ομώνυμο ναό του Δραγουλά, υπάρχει η επιγραφή: «Δι’ εξόδων
Πολυξένης Π. Μηλέου και Παρασκευής Ν. Χανιώτου, αλγ’ (=1903).
–1911. Εθνικός Ήρωας ο
Παριανός Φραγκίσκος Μηλαίος (1911-1947) Στα Μάρμαρα «Πλατεία Φρ. Μηλαίου».
–1922. Το 1922 γεννιέται ο Μηλαίος Χρήστος του Ιωάννη
γεωργός, κάτοικος κοιν. Αρχιλόχου. Το 1949 κηρύχτηκε ανυπότακτος.
–1924. Το 1924 γεννιέται η Μηλαίου Μαρία
του Γεωργίου κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–1925. Το 1925 γεννιέται ο Μηλαίος Παναγιώτης του
Γεωργίου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.
–1927. Το 1927 γεννιέται ο Μηλαίος Μιχαήλ του Γεωργίου
γεωργός, κάτοικος κοιν. Αρχιλόχου.
–1927. Το 1927 γεννιέται ο Μηλαίος Ευάγγελος του
Δημητρίου υποδηματοποιός κάτοικος κοιν. Κώστου.
–1929. Το 1929 γεννιέται η Μηλαίου
Χρυσούλα του Γεωργίου κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–1946. Στην εφημερίδα Φωνή της Πάρου
συνήθιζαν οι παριανοί της Αθήνας και του Πειραιά, να βάζουν διαφήμιση για να
προσελκύσουν τους συμπατριώτες τους στα μαγαζιά τους, ένα από αυτά τα μαγαζιά
το 1946 ήταν το «Βενζίνη – Ελαίων – Πετρελαίων» του Στέλιου Μηλαίου, στην οδό
Ανδριανού 120 (Μεγάλη Πόρτα).
–Μήλας ή Μύλας:
Το επώνυμο Μήλας ή Μύλας εμφανίζεται στην Πάρο από τις πρώτες δεκαετίες
του 19ου αιώνα και συνδέεται ιδιαίτερα με τη ναυτική δραστηριότητα. Η καταγωγή
της οικογένειας δεν έχει μέχρι σήμερα προσδιοριστεί με βεβαιότητα, όμως η
καταγραφή του Κωνσταντή Μύλα ως πρόσφυγα το 1829 αφήνει ανοιχτό το
ενδεχόμενο ορισμένοι από τους πρώτους φορείς του επωνύμου στην Πάρο να ήταν
πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στο νησί κατά τα χρόνια της Επανάστασης.
Ήδη το 1824 στα δημοτολόγια της Παροικιάς
καταγράφεται ο 34χρονος Γεώργιος Μήλας, ενώ το 1827 αναφέρεται ο Κωνσταντής
Μήλας, σύζυγος της Αικατερίνης Μπέτη, σε προικοσύμφωνο που συντάχθηκε στην
Παροικιά. Λίγο αργότερα, στην απογραφή προσφύγων της Παροικιάς του 1829,
συναντούμε τον Κωνσταντή Μύλα, 35 ετών, ναύτη. Η ιδιότητα του ναυτικού
είναι χαρακτηριστική και για τα μεταγενέστερα μέλη της οικογένειας.
Το 1847 καταγράφεται στην Παροικιά ο 57χρονος
ναύτης Γεώργιος Μήλας, ενώ το 1859 ο Ιωάννης Μήλας, ναυτικός
κάτοικος Πάρου, εμφανίζεται σε συμβολαιογραφική πράξη της Σύρου ως αγοραστής
του μισού πλοίου του κτηματία Νικολάου Κρίσπη. Την ίδια περίοδο μέλη της
οικογένειας συνδέονται με γάμους στην Ερμούπολη. Το 1859 παντρεύεται ο παριανός
ναύτης Σπύρος Ασωνίτης τη Ζαφείρα Μήλα, ενώ το 1872 ο Αχιλλέας Μήλας
του Γεωργίου, 27 ετών και επαγγελματίας μαραγκός από την Πάρο, παντρεύεται
στην Ερμούπολη.
Οι μαρτυρίες αυτές δείχνουν έναν μικρό αλλά σταθερό
παριανό οικογενειακό κλάδο, με έντονη σχέση με τη θάλασσα και τις Κυκλάδες. Η
παρουσία του Κωνσταντή Μύλα στην απογραφή των προσφύγων του 1829 αποτελεί την
ισχυρότερη ένδειξη για πιθανή προσφυγική προέλευση, χωρίς όμως να αρκεί από
μόνη της για να προσδιορίσει τον αρχικό τόπο καταγωγής της οικογένειας.
Το επώνυμο Μήλας/Μύλας παραμένει έτσι μια από
τις οικογένειες της νεότερης Πάρου για τις οποίες η έρευνα των προσφυγικών
καταλόγων και των παλαιότερων κυκλαδικών αρχείων μπορεί να οδηγήσει σε
ασφαλέστερη αναζήτηση της καταγωγής τους.
–1824. Στα δημοτολόγια Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται
και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 34χρονος Μήλας Γεώργιος.
–1827. «Προικοσύμφωνο Κωνσταντή Μήλα και της συζύγου
αυτού Αικατερίνης Μπέτη» Παροικιά, 15 Φεβρουαρίου 1827. «Η Μαρουσάκη χήρα του
Νικολάου Μπέτη δίδει στην κόρη της Αικατερίνη δύο αγίας εικόνας». (ΓΑΚ, 215,
115ν).
–1829: Σε απογραφή προσφύγων
της Παροικιάς του 1829 αναφέρεται ο Κωνσταντής Μύλας 35 ετών ναύτης.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
(συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 57χρονος ναύτης Μήλας
Γεώργιος.
–1859. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1859 ο 35χρονος ναύτης από
την Πάρο Σπύρος Ασονίτης [Ασωνίτης] του Δημητρίου και της Αικατερίνης
Μπογιατζή, παντρεύεται στην Ερμούπολη την επίσης παριανή Ζαφείρα Μήλα, του
Ιωάννη και της Σοφίας Ιωάννου.
–1859. Στις 12
Δεκεμβρίου 1859 σε συμβολαιογραφική πράξη [Πωλητήριο] στην Σύρου αναφέρεται ότι
ο κάτοικος Πάρου Νικόλαος Ιωάννη Κρίσπης κτηματίας να πωλεί ήμιση πλοίο στον
Μήλα Ιωάννη ναυτικό κάτοικο Πάρου.
–1870. Το 1870 η Μαρούσα Σαραμιαντή [πατρώνυμο
Μηλαίου] του Αντωνίου, έγγαμη από την Πάρο, αναφέρεται σε απογραφή της Πόλης
Ερμούπολης.
–1872. Στις 20 Φεβρουαρίου 1872 ο 27χρονος μαραγκός
από την Πάρο Αχιλλέας Μήλας του Γεωργίου και της Σοφίας, παντρεύεται στην
Ερμούπολη την 20χρονη από την Πάρο Μαρουλία Φιλίππου, του Εμμανουήλ.
–Μηλέος: Βλέπε
Μηλαίος.
–Μηλιός: Βλέπε
Μηλαίος
–Μηλιώτης: Το
επώνυμο Μηλιώτης εμφανίζεται στην Πάρο στις αρχές του 20ού αιώνα και
ενδέχεται να αποτελεί παραφθορά ή διαφορετική γραφή του παλαιότερου παριανού
επωνύμου Μηλαίος/Μηλέος. Η υπόθεση αυτή είναι εύλογη, καθώς τα δύο επώνυμα
παρουσιάζουν φωνητική συγγένεια, χωρίς όμως να υπάρχει μέχρι σήμερα επαρκές
τεκμήριο που να αποδεικνύει την ταύτισή τους.
–1904. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος
ο παριανός 25 ετών Σπύρος Χρ. Μηλιώτης άγαμος και ο αδερφός του Νικόλαος Ιω.
Μηλιώτης 27 ετών άγαμος. Έδωσαν όρκο στις 11 Ιανουαρίου
1904.
–Μηναρέλη:
Βλέπε Μαναρόλη.
–Μηνδρινός: Βλέπε Μενδρινός.
–Μηνιάτης:
Βλέπε Μανιάτης
–Μήτρου:
βλέπε Μωραΐτης.
–Μητροφάνης:
Το Μητροφάνης είναι σύνθετο βαπτιστικό όνομα, από τα Μήτρος,
υποκοριστικό του Δημητρίου, και Φάνης, από το Θεοφάνης. Όπως συνέβη και
με άλλα βαπτιστικά ονόματα, είναι πιθανό να εξελίχθηκε μεταγενέστερα σε
οικογενειακό επώνυμο.
–1680. Ο πάριος Ιερομόναχος
Μητροφάνης καθίσταται Ηγούμενος της Μεγίστης Λαύρας, ευεργετήσας την ιεράν
ταύτην Μονήν. «Τόδε κόπος πέφηκεν προηγουμένου κύρ- Μητροφάνους του εκ της
νήσου Πάρος…» (1680).
–Μητσιμάρης: Το επώνυμο Μητσιμάρης καταγράφεται στην Πάρο
κατά τον 20ό αιώνα, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει τεκμηριωθεί με βεβαιότητα η
ετυμολογία ή η παλαιότερη καταγωγή του.
–1960. Διδάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Παροικιάς και Λευκών κατά την
περίοδο 1960 η Ελένη Μητσιμάρη.
–Μικεδάκης: Το επώνυμο Μικεδάκης
εμφανίζεται στην Πάρο ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα και συνδέεται κυρίως με
την περιοχή της Μάρπησσας και του Τσιπίδου. Η κατάληξη -άκης
αποτελεί ένδειξη που μπορεί να παραπέμπει σε κρητική καταγωγή, χωρίς όμως από
μόνη της να αποδεικνύει την προέλευση της οικογένειας. Η παρουσία του επωνύμου
στην Πάρο από το 1821, σε μια εποχή κατά την οποία εγκαταστάθηκαν στο νησί
αρκετοί Κρήτες πρόσφυγες, καθιστά την υπόθεση ενδιαφέρουσα.
1821: Στα δημοτολόγια του Δήμου Μάρπησσας είναι ήδη εγγεγραμμένος ο Γεώργιος
Μικεδάκης, γεγονός που δείχνει ότι η οικογένεια είχε εγκατασταθεί στην
περιοχή από τα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους ή και νωρίτερα.
Κατά τον 19ο
αιώνα οι Μικεδάκηδες εμφανίζονται με έντονη παρουσία στο Τσιπίδο και στη
Μάρπησσα. Το 1846 ο Χρύσης Μικεδάκης υπογράφει ως μάρτυρας σε
συμβολαιογραφική πράξη στο Τσιπίδο, ενώ το 1847 στον εκλογικό κατάλογο
του Δήμου Μάρπησσας καταγράφονται ο Γεώργιος Μικεδάκης, 51 ετών,
έμπορος, και ο Χρύσης Μικεδάκης, 26 ετών, επίσης έμπορος. Η εμπορική
δραστηριότητα φαίνεται ότι αποτέλεσε βασικό επαγγελματικό χαρακτηριστικό
αρκετών μελών της οικογένειας.
Από τα μέσα
του 19ου αιώνα ένας κλάδος των Μικεδάκηδων συνδέεται στενά με τη Σύρο και
την Ερμούπολη. Το 1875 καταγράφεται εκεί ο παριανός Δημήτριος Γ.
Μικεδάκης, 44 ετών, μεταπράτης, ενώ το 1880 ο Νικόλαος Δ. Μικεδάκης,
28 ετών, υποδηματοποιός. Το 1883 ο Χρύσος Μικεδάκης του Γεωργίου, 61
ετών, αναφέρεται ως μεταπράτης, κάτοικος Σύρου, ενώ το 1884 καταγράφεται ο Αντώνιος
Δ. Μικεδάκης, 21 ετών, καφεπώλης.
Τα
δημοτολόγια της Μάρπησσας του 1903 επιβεβαιώνουν τη συνέχεια της οικογένειας.
Καταγράφονται ο Δημήτριος Γεωργίου Μικεδάκης, κτηματίας κάτοικος Σύρου,
η Μαρούσα Δημητρίου Μικεδάκη στη Μάρπησσα και ο Νικόλαος Δημητρίου
Μικεδάκης, αστυφύλακας κάτοικος Σύρου. Ακόμη και στις αρχές του 20ού αιώνα
η σύνδεση Πάρου και Σύρου παραμένει έντονη, με μέλη της οικογένειας να
μετακινούνται προς το σημαντικό εμπορικό και ναυτικό κέντρο της Ερμούπολης.
Η μέχρι
σήμερα τεκμηριωμένη παρουσία των Μικεδάκηδων αρχίζει από τη Μάρπησσα και
συνεχίζεται για πολλές γενιές, ενώ η παράλληλη παρουσία τους στη Σύρο δείχνει
μια οικογένεια με εμπορική και επαγγελματική κινητικότητα. Η πιθανή κρητική
καταγωγή παραμένει μια εύλογη υπόθεση, η οποία θα μπορούσε να ενισχυθεί
μόνο με την ανεύρεση παλαιότερης μαρτυρίας για την οικογένεια στην Κρήτη ή με
σαφή αναφορά στην προσφυγική της προέλευση.
–1821. Εγγεγραμμένος στα
δημοτολόγια του Δήμου Μάρπησσας το 1821 ο Γεώργιος Μικεδάκης.
–1846. Ο
υποφαινόμενος Γεώργιος Δηνιακός κάτοικος του χωριού Τσιπίδου του Δήμου
Μαρπήσσης ομολογεί ότι πωλεί εις τον συγχωρίτην του Σταμάτην Καρυστινόν την
ιδιόκτητον του ψαρόγαν κειμένην κατά την θέσιν Μογκού, εντός του αυτού Δήμου
και συνορευομένην με τον αγρόν του ιδίου αγοραστή Σταμάτη Καρυστινού δυναμένου
να την διαθέσει όπως βούλεται… Δια τον αγράμματον Γεώριον Δηνιακό, βεβαιούντα
τα άνωθεν, υπογράφω κατ’ αίτησιν του Χρύσης Μικεδάκης. Νικόλαος Τελέντας
μαρτυρώ. Νικόλαος Βατιμπέλας ζητηθείς έγραφα το παρόν και μαρτυρώ. Εν Τσιπίδω
την 29η 10μβρίου 1846.
–1847. Στον εκλογικό
κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 51χρονος έμπορος
Γεώργιος Μικεδάκης και ο 26χρονος έμπορος Χρούσης Μικεδάκης.
–1875. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος
ο παριανός 44χρονος μεταπράτης Δημήτριος Γ. Μικεδάκης, άγαμος. Έδωσε όρκο στις
14 Φεβρουαρίου 1875.
–1880. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος
ο παριανός 28χρονος υποδηματοποιός Νικόλαος Δ. Μικεδάκης, έγγαμος. Έδωσε όρκο
στις 26 Ιουλίου 1880.
–1883. Σε
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Μικεδάκης
Χρύσος του Γεωργίου, 61 ετών, μεταπράτης, κάτοικος Σύρου.
–1884. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος
ο παριανός 21χρονος καφεπώλης Αντώνιος Δ. Μικεδάκης, άγαμος. Έδωσε όρκο στις 30
Μαρτίου 1884.
–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Δημήτριος Γεωργίου Μικεδάκης, κάτοικος Σύρου, ετών 65,
κτηματίας, έγγαμος.
–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Μαρούσα Δημητρίου Μικεδάκη, κάτοικος Μάρπησσας, ετών 60?,
οικιακά, έγγαμος.
–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Νικόλαος Δημητρίου Μικεδάκης, κάτοικος Σύρου, ετών 47,
αστυφύλαξ, έγγαμος.
–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Δημήτριος Μικεδάκης, κάτοικος Σύρου, ετών 65, υπηρέτης,
έγγαμος.
–1912. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος
ο παριανός 59χρονος συνταξιούχος Νικόλαος Δημ. Μικεδάκης, έγγαμος. Έδωσε όρκο
στις 29 Ιανουαρίου 1912.
–Μικρούδης:
Το επώνυμο Μικρούδης απαντά στην Πάρο τουλάχιστον από τα μέσα του 19ου
αιώνα, χωρίς να διαθέτουμε προς το παρόν επαρκή στοιχεία για την ετυμολογική ή
γεωγραφική του προέλευση. Πιθανότατα πρόκειται για οικογενειακό επώνυμο που
σχηματίστηκε από προσωπικό όνομα ή παρωνύμιο, ενδεχομένως από το «Μικρούδης» ως
υποκοριστικό ή παραλλαγή άλλου ονόματος. Η παρουσία του στην Ερμούπολη δείχνει
επίσης τη συμμετοχή Παριανών στην έντονη εμπορική και ναυτική δραστηριότητα της
Σύρου κατά τον 19ο αιώνα.
–1870. Το 1870 Κωνσταντίνος Μικρούδης του Νικολάκου 45
ετών άγαμος έμπορος από την Πάρο, αναφέρεται σε απογραφή της Πόλης Ερμούπολης,
κάτοικος Βαπόρια.
–Μίντας: Το επώνυμο
Μίντας είναι ένα από τα σπανιότερα παριανά επώνυμα και, με βάση τα μέχρι
σήμερα διαθέσιμα στοιχεία, μαρτυρείται στην Παροικιά κατά τον 20ό αιώνα.
Η προέλευση και η ετυμολογία του δεν μπορούν προς το παρόν να προσδιοριστούν με
βεβαιότητα, καθώς δεν έχουν εντοπιστεί παλαιότερες αναφορές που να επιτρέπουν
ασφαλέστερη σύνδεσή του με συγκεκριμένο τόπο, επάγγελμα ή προσωπικό όνομα.
Η οικογένεια
Μίντα καταγράφεται στην Παροικιά ήδη από τη δεκαετία του 1920. Το 1925
γεννήθηκε ο Αρχιμήδης Μίντας του Σταύρου, ο οποίος καταγράφεται ως
εργάτης και κάτοικος Παροικιάς. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1930, το
επώνυμο συναντάται και σε σχολικό περιβάλλον, καθώς σε φωτογραφία του Δημοτικού
Σχολείου Παροικιάς διακρίνεται η μαθήτρια Ασπασία Μίντα.
Η παρουσία
της οικογένειας επιβεβαιώνεται και μεταπολεμικά. Στον εκλογικό κατάλογο
Παροικιάς του 1946 είναι εγγεγραμμένος και πάλι ο Αρχιμήδης Μίντας του
Σταύρου, εργάτης και κάτοικος Παροικιάς. Οι συγκεκριμένες μαρτυρίες
δείχνουν ότι το επώνυμο Μίντας αποτελούσε μικρή αλλά υπαρκτή οικογενειακή
παρουσία στην Παροικιά κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα.
–1925. Το 1925 γεννιέται ο Μίντας Αρχιμήδης του
Σταύρου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.
–1930. Σε
φωτογραφία του Δημοτικού Σχολείου Παροικίας το 1930, διακρίνεται η μαθήτρια
Ασπασία Μίντα.
–1946. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1946
είναι εγγεγραμμένος ο Μίντας Αρχιμήδης του Σταύρου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.
– Μισυρλής: Βλέπε Καραμισυρλής
–Μιχαήλ:
Το επώνυμο Μιχαήλ είναι χριστιανικό επώνυμο, προερχόμενο από το
βαπτιστικό όνομα Μιχαήλ. Στην Πάρο μαρτυρείται ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του
19ου αιώνα, κυρίως στην περιοχή της Νάουσας.
Η παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή αναφορά
εντοπίζεται το 1822, όταν στα δημοτολόγια του Δήμου Νάουσας της επαρχίας
Νάξου καταγράφεται ο Δημήτριος Μιχαήλ. Το επώνυμο συναντάται και το 1831,
όταν στις 21 Οκτωβρίου, σε επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον Επίτροπο
του Αιγαίου Πελάγους σχετικά με τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί από την
εγκατάσταση των Κρητών νεοαποίκων στο νησί, υπογράφει μεταξύ των Παριανών ο Μήτρος
Μιχαήλ. Η παρουσία της οικογένειας στη Νάουσα επιβεβαιώνεται και το 1844,
όταν στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Νάουσας καταγράφεται ο 48χρονος
ναυτικός Δημήτριος Μιχαήλ.
Οι μαρτυρίες αυτές δείχνουν ότι η
οικογένεια Μιχαήλ ήταν εγκατεστημένη στην περιοχή της Νάουσας ήδη από τις
πρώτες δεκαετίες του ελληνικού κράτους, ενώ η παρουσία ναυτικού ανάμεσα στα
μέλη της συνδέεται και με τη σημαντική ναυτική δραστηριότητα των Παριανών κατά
τον 19ο αιώνα.
–1822. Στα δημοτολόγια του Δήμου Νάουσας
(της επαρχίας Νάξου) το 1822, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Δημήτριος Μιχαήλ.
–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια
επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα
δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Μήτρος Μιχαήλ.
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18
Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο
48χρονος ναυτικός Δημήτριος Μιχαήλ.
–Μιχαλιός: Το επώνυμο
Μιχαλιός είναι οικογενειακό επώνυμο χιακής καταγωγής και μαρτυρείται
στην Πάρο κατά τον 20ό αιώνα. Η καταγωγή από τη Χίο καταγράφεται για την
οικογένεια το 1983.
–Μιχαλάς: Το επώνυμο
Μιχαλάς μαρτυρείται στην Πάρο στις αρχές της Ελληνικής Επανάστασης και
συνδέεται με κρητική καταγωγή. Η παλαιότερη γνωστή μέχρι σήμερα αναφορά
εντοπίζεται στη Νάουσα, μέσα στο επαναστατικό κλίμα του 1821.
Στις 20
Αυγούστου 1821, στη Νάουσα της Πάρου, σε έγγραφο με το οποίο Παριανοί
στρατιώτες δηλώνουν ότι θα ακολουθήσουν τον Φιλικό Παναγιώτη Δ.
Δημητρακόπουλο και θα μεταβούν στην Πελοπόννησο για να ενωθούν με τα
ελληνικά στρατεύματα υπό τις οδηγίες του Δημητρίου Υψηλάντη, υπογράφει ο
Γιαννιός Μιχαλάς Κρητικός. Η ρητή αναφορά στην κρητική του ιδιότητα
αποτελεί σημαντική ένδειξη για την καταγωγή του επωνύμου και επιβεβαιώνει την
παρουσία Κρητών στην Πάρο ήδη κατά τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης.
–1821. Οι
υπογεγραμμένοι στρατιώτες υπόσχονται να ακολουθήσουν τον Φιλικό Παναγιώτη Δ.
Δημητρακόπουλο και να απέλθωσιν εις Πελοπόννησο για να ενωθούν υπό τις οδηγίες
του εκ λαμπρότατου Πρίγκηπος Δημήτριο Υψηλάντη ελληνικών στρατευμάτων. Εις
βεβαίωση υπογράφονται Νάουσα Πάρου τη 20 Αυγούστου 1821, Γιαννιός Μιχαλάς
Κρητικός.
–Μιχαλέτος: Βλέπε
Δελαγραμμάτης.
–Μιχάλογλου:
Το επώνυμο Μιχάλογλου μαρτυρείται στην Πάρο και συνδέεται με Μικρασιατική
καταγωγή. Η κατάληξη -ογλου, χαρακτηριστική πολλών επωνύμων της
Μικράς Ασίας, σημαίνει «γιος του» και παραπέμπει σε οικογενειακή ονομασία
πατρωνυμικού χαρακτήρα.
–Μιχαηλίδης:
Το επώνυμο Μιχαηλίδης μαρτυρείται στην Πάρο μέσα από την παρουσία του
μοναχού Θεοδοσίου Μιχαηλίδη στη Μονή Λογγοβάρδας. Ο Θεοδόσιος γεννήθηκε
το 1810 στην Πελοπόννησο και εισήλθε στη Μονή το 1828, γεγονός
που δείχνει ότι η συγκεκριμένη οικογενειακή παρουσία στην Πάρο συνδέεται με Πελοποννησιακή
καταγωγή.
–1810. Μοναχός μονής Λογγοβάρδας
Θεοδόσιος Μιχαηλίδης. Εισήλθε στη Μονή το 1828. Γεννήθηκε το 1810 στην
Πελοπόννησο.
–Μιχελής: Το επώνυμο Μιχελής
μαρτυρείται στην Πάρο ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα. Υπάρχει η πιθανότητα να
συνδέεται με την οικογένεια Κυδωνιεύς, της οποίας το αρχικό επώνυμο
φέρεται να ήταν Μιχελής και η καταγωγή από τις Κυδωνιές (Αϊβαλί) της Μικράς
Ασίας. Η σύνδεση αυτή, ωστόσο, δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιη χωρίς πρόσθετα
γενεαλογικά τεκμήρια.
Το 1821, σε καταγραφή των κοινών χρεών της
νήσου Πάρου προς την Κωνσταντινούπολη, αναφέρεται μεταξύ των ομολογιών και ο Κατήγκος
Μιχελής, με οφειλή 2.500 γρόσια. Η αναφορά αυτή αποτελεί μέχρι
σήμερα την παλαιότερη γνωστή μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο.
–1821. Καταγραφή των κοινών χρεών της Νήσου Πάρου
εγείνον εις Κωνσταντινούπολιν εις εκφόρους αποστολάς κατά το τελευτάτον _
καταχωρημένον εις τον κοινόν Κώδημα καθού είς του τελευταίου χρόνου
απεσταλμένων. Μ. Τσιγώνια, και Ιω. Κορτιάνου λογαριασμούς, τα οποία μένουν
ενεξόφλητα τα κεφάλαια ομολογιών οι δε τόκοι αυτών είναι πληρωμένοι μέχρι του
χιλιοστού οκτακοσιοστού έτους.
Ομολογία Κατήγκος Μιχελή γρ. 2500.
–Μοάτσος: Βλέπε
Μονδάνος-Μουντάνος.
–Μόλος: Το
επώνυμο Μόλος μαρτυρείται στην Πάρο κατά τον 19ο αιώνα, χωρίς μέχρι
σήμερα να έχουν εντοπιστεί επαρκή στοιχεία που να επιτρέπουν ασφαλή
προσδιορισμό της ετυμολογίας ή της παλαιότερης καταγωγής του.
–1853. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος
ο παριανός 26χρονος σανδαλοποιός Ευθύμιος Μόλος, άγαμος. Έδωσε όρκο στις 8
Οκτώβριου 1853.
–Μονδάνος ή Μουνδάνος ή Μουντάνος ή
Μουδάτζος ή Μουδάτσος ή Μοδάτσος ή Μοάτσος: Ένα παλαιό παριανό
επώνυμο δυτικής, βενετσιάνικης προέλευσης. Η προέλευση του επωνύμου. Το
επώνυμο Μονδάνος, που απαντά στην Πάρο και με τους τύπους Μουνδάνος,
Μουντάνος, Μουδάτζος, Μουδάτσος, Μοδάτσος και Μοάτσος, έχει ιδιαίτερο
ενδιαφέρον, καθώς συνδέεται με τη βενετσιάνικη και γενικότερα δυτική
ονοματολογική παράδοση. Η αρχική μορφή φαίνεται να ήταν Mudazzo ή Muazzo,
ενώ η οικογένεια, τουλάχιστον κατά την παλαιότερη περίοδο, φαίνεται ότι ανήκε
στο δυτικό, καθολικό περιβάλλον.
Η ερευνήτρια Χρυσ.
Τσικριτσή-Κατσιανάκη επισημαίνει την εξέλιξη Mudazzo > Muazzo >
Μουδάτσος > Μοδάτσος, Μουάτσος, Μοάτσος, εξέλιξη που παρατηρείται τόσο
στην Κρήτη όσο και στις Κυκλάδες. Ο Olivieri συνδέει το βενετικό Muazzo,
Mudacio με τη λέξη muda, όρο που σχετιζόταν με είδος δασμού ή
βάρδιας.
Το επώνυμο είναι γνωστό και
στην Κρήτη, όπου συναντάται ως Μοδάτσος, Μοάτσος, Μουάτσος, Μουδάτσος και
Μουδατσάκης. Η παρουσία του εκεί ήδη από τον Μεσαίωνα και την ενετοκρατία
ενισχύει τη δυτική προέλευση του οικογενειακού ονόματος.
Οι πρώτες μαρτυρίες στην
Πάρο
Η παρουσία των Μονδάνων στην
Πάρο είναι πολύ παλαιά. Ήδη από το 1606, σε προικοσύμφωνο που συντάχθηκε
στον Κέφαλο, στα Μάρμαρα, αναφέρεται το χωράφι «πλησίον του κύρ Χρούση
Μουδάτζου». Η μαρτυρία αυτή αποτελεί μία από τις παλαιότερες γνωστές παρουσίες
του επωνύμου στο νησί.
Το 1622 ο Χρούσης
Μουδάτζος υπογράφει αναφορά των κατοίκων Μαρμάρων και Τσιπίδου προς τον
επίσκοπο Λαοδικείας και ηγούμενο της Μονής Αγίου Ιωάννη Θεολόγου της Πάτμου. Το
1636 απαντά ο Αντώνιος Μονδάνος σε έγγραφο του Κεφάλου, ενώ το 1665
μνημονεύονται ο Μανόλης Μουδάτζος και ο Μανώλης Μουδάτσος σε έγγραφα των
Μαρμάρων και του Κεφάλου.
Οι Μουδάτσοι στα κοινά της
Πάρου
Κατά τον 18ο αιώνα το επώνυμο
εμφανίζεται ιδιαίτερα συχνά στα έγγραφα των παριανών κοινοτήτων. Ξεχωρίζει ο Πέτρος
Μουδάτσος, επίτροπος του Τσιπίδου και αργότερα του Κεφάλου, ο οποίος από το
1734 έως το 1755 συμμετέχει επανειλημμένα στις Γενικές Συνελεύσεις των
επτά κοινών της Πάρου και στις αποστολές που είχαν ως προορισμό την
Κωνσταντινούπολη. Οι μαρτυρίες αυτές δείχνουν ότι η οικογένεια είχε αποκτήσει
σημαντική κοινωνική παρουσία και συμμετείχε ενεργά στη διοίκηση των κοινοτικών
υποθέσεων του νησιού.
Παράλληλα, συναντούμε τον
Μάρκο Μουντάνο, τον Αντώνιο Μουντάνο και άλλους εκπροσώπους της οικογένειας σε
έγγραφα της Παροικιάς, του Κεφάλου, των Μαρμάρων και του Τσιπίδου.
Οι Μονδάνοι κατά τον 19ο
αιώνα
Το επώνυμο συνεχίζεται
αδιάκοπα και μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Το 1824 συναντούμε
τον χωρεπίσκοπο Παροικιάς Ιωάννη Μουντάνο, ο οποίος υπογράφει
συμβολαιογραφικά έγγραφα, ενώ το 1825 ανταλλάσσει κτήμα με τον Μιχαήλ Κυπραίο.
Το 1830 αναφέρεται επίσης ο Νικόλαος Μουντάνος ως χωρεπίσκοπος.
Το 1847 ο εκλογικός
κατάλογος της Παροικιάς περιλαμβάνει πολλούς Μουνδάνους, διαφορετικών
επαγγελμάτων: ξυλουργούς, σκυτοτόμους, τέκτονες, ναύτες, σανδαλοποιούς, αλιείς
και καφεπώλες. Την ίδια εποχή το επώνυμο εμφανίζεται και στη Μάρπησσα με τους
τύπους Μουδάνος και Μουδάτζος.
Κατά το δεύτερο μισό του 19ου
αιώνα αρκετοί Μονδάνοι εγκαθίστανται ή δραστηριοποιούνται στη Σύρο. Το επώνυμο
συναντάται σε δημοτολόγια της Ερμούπολης, σε γάμους και σε επαγγελματικές
καταγραφές, γεγονός που φανερώνει τη μετακίνηση μέρους της οικογένειας προς το
σημαντικό εμπορικό κέντρο των Κυκλάδων.
Οι Μονδάνοι της νεότερης
Παροικιάς
Η οικογένεια εξακολουθεί να
καταγράφεται στην Παροικιά κατά τον 20ό αιώνα. Στις αρχές του αιώνα συναντούμε
Μονδάνους ναυτικούς, αλιείς, υποδηματοποιούς, ξυλουργούς και άλλους
επαγγελματίες. Ιδιαίτερη θέση στην τοπική κοινωνία κατείχε το υποδηματοποιείο
του Αντώνη Μονδάνου, που λειτουργούσε στην Παροικιά γύρω στο 1950.
Η οικογένεια εξακολούθησε να
συμμετέχει και στα κοινά. Στις κοινοτικές εκλογές της Παροικιάς του 1959
εξελέγη ο Ανδρέας Μονδάνος, ενώ στις εκλογές του 1964 ο Αντώνιος
Μονδάνος εξελέγη κοινοτικός σύμβουλος μαζί με τον Ανδρέα Μαρινόπουλο και άλλους
εκπροσώπους της τοπικής κοινωνίας.
Έτσι, το επώνυμο Μονδάνος,
με τις παλαιότερες μορφές Μουδάτζος και Μουδάτσος, αποτελεί ένα από τα παλαιά
και χαρακτηριστικά επώνυμα της Πάρου. Η παρουσία του από τις αρχές του 17ου
αιώνα, η συμμετοχή των φορέων του στα κοινά του νησιού κατά την Τουρκοκρατία
και η αδιάκοπη συνέχεια της οικογένειας στην Παροικιά και σε άλλες παριανές
κοινότητες μαρτυρούν μια οικογένεια με βαθιές ρίζες στην ιστορία της Πάρου.
–1606. Προικοσύμφωνο Πέτρου Αντ. Κυρίτζη και Καλής
Τζ. Μαυροϊωάννη. Κέφαλος, Μάρμαρα 20 Οκτωβρίου 1606.
«+Εν ονόματι του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού αμήν.
Έτει από της ενσάρκου του Χριστού οικονομίας, 1606 Οκτωμβρίω 20 εν τη νήσω Πάρω
εν Καστελλιώ Κεφάλω εις χωρίον λεγόμενον Μάρμαρα εις τον οίκον του κυρ Τζανή
Μαυροϊωάννη συμφωνία υπανδρείας ποιούν αμφότερα τα δύο μέρη το έν μέρος ο κυρ
Τζανής Μαυροϊωάννης και το έτερον μέρος ο μαστρ’ Αντώνης Κυρίτζης με γνώμην και
βούλησην των συμβίων τους ο μέν διά να πάρη του άνωθεν μαστρ’ Αντώνη ο υιός
ονόματι Πέτρος την θυγατέρα του άνωθεν κυρ Τζανή ονόματι Καλή διά γυναίκαν του
νόμιμην και ευλογητικήν καθώς ορίζει η αγία του Χριστού Εκκλησία, πρώτον τάζει
ο ρηθείς κύρ Τζανής προς την αυτού θυγατέρα, διά χάριν προικός, πρώτον μέν
σπίτι να του αφήση πλησίον του μαστρο Ιωάννη Καρπούζη με το να κτίσουν μαζί με
τον μαστρ’ Αντώνη ακόμη και το μαγαζέ πλησίον του κυρ Κωνσταντή Σκορδίλη και
αυτό εδικόν των, το αμπέλι το μισό πλησίον του κύρ Μιχάλη Νταμιράλια και το
μισό πατητήρι, φυλάσσοντας το ποτιστικό στην Βρύση το χωράφι ως καθώς
ευρίσκεται πλησίον κύρ Μιχάλης Νταμιράλια και κύρ Νικόλαος Αρμπάς, με ελιές, με
ρουδιές με όλα τα δέντρα και αυτό εδικόν της. Εις τον Χοιρόλακον το χωράφι
πλησίον του κυρ Μάρκου Νταμιράλια ως καθώς ευρίσκεται εις τον Αντικέφαλον το
χωράφι ως καθώς ευρίσκεται πλησίον κύρ Γεώργης Σκορδίλης. Ακόμη εις τον αυτόν
τόπον απόξω ως ευρίσκεται εμισό την Βλυχάδα το χωράφι πλησίον του κύρ Χρούση
Μουδάτζου. Ακόμη εκεί κοντά το χωράφι όπου έχω απέ τον κύρ Ροδ… πλησίον παπά
Μανουήλ Λιπράντος, ακόμη από … στου άνωθεν κύρ Φραγκούλη τον κήπον έτερον
κομμάτι και αυτό εδικόν της. Παπλώματα τέσσερα, μαξωτά δύο, ένα κόκκινο και ένα
πετζάντο και δύο λινά… άσπρο, σεντόνια ζυγιές πέντε, δύο… τα τρία σκλέτα,
μαξιλάρια ζυγιές έξι, κουρτούνες τρείς μια… και ασπροκεντητή και έτερη σκλέτη.
Χειροκουρτίνα την ουρανία τηλάρι με μαλλί και … μία σκουτέλια δύο και στανιάδες
δύο, ακόμη και στάνια έτερα εννέα, λύχνος της βίδας, … κολωνάτη και … ατζαλένη
… ένα χάλκωμα και την άλλη μασαρία κατά την τάξιν να μην της λείπει τίποτες,
μαντήλια, μπόλιες, πετζέτες, πήχες 40, ήτοι σαράντα, πάγκον έναν, κασέλες δύο,
όποιες θέλει, τραπέζι ένα, καμιζόλα κόκκινη και παγονάτζα τη νέα όπου έχει και
έτερη κόκκινη εκείνη που φορεί πουστοπράτζολα φτηλάτα ζύγην μίαν, έτερα
βελουδένια ζυγιές δύο, μαργαριτάρι χρυσό, 10 ήτοι δέκα, δακτυλίδια μαλαματένια,
τέσσερα και έτερο σουλιτάρι μαλαματένιο, σκολαρίκια ζυγήν μίαν, τις κασέλες της
που έχμε και αυτές εδικές της, πουνταρέλα ντουζίνα μισή, αγελάδα μίαν, της
γαϊδάρας το πουλάρι και αν κάμη και η φοράδα πουλάρι και αυτό εδικόν της.
Βουτζία τρία, ήτοι 3. Το εικονοστάσι τον Θεολόγο ήτοι της μάνας της και τούτο
να εορτάζη την μίαν όποιαν θέλει. Ταύτα πάντα και την ευχήν μας. Ακόμη και το
χωράφι στα Μάρμαρα πλησίον του μαστρο γαλανού μετά τον θάνατόν μας και αυτό εδικόν
της.
+Από το έτερον μερος τάζει και δίνει ο ρηθείς μαστρ’
Αντώνης προς τον αυτού υιόν διά χάριν προικός το αμπέλι την φυτείαν εις τον
Κάμπν πλησίον του κύρ Αλεξανδή Κυρίτζη, του αδελφούν του, εις το χωρίον του
Μαρμάρου, το χωράφι του Μπονοφάτζου ως καθώς ευρίσκεται πλησίον του κύρ Ιωάννη
Ρούσου φυλάσσοντας να παίρνει ο πατέρας του ένα σπιτότοπο, ακόμη ένα κοντά από
κάτω να κατεβάση τον τοίχον από πέρα στη γωνία του καντουνιού του χωραφιού του
Αγίου Αντωνίουνα πάγη στη γουνία στο καντούνι του Μιχάλη Σκορδίλη στο Λιβάδι το
χωράφι το εμισό ως καθώς ευρίσκεται με ποτιστικά, πλησίον του Νικόλα Θολόγου
Λουκή και Νικόλα Γεωργίου Ρούσου φυλάσσοντας να παίρνει ο πατέρας του στο απάνω
πηγάδι ήγουν το κτίσμα να έχη ένα ποτιστικό ορδινάριο, και πάλε μετά τον
θάνατόν του να είναι το εμισό δικόν του το χωράφι στα Σκημπιά πλησίον κύρ
Γεώργιος Γεμελιάρης και κύρ Γεώργιος Πούλιος το χωράφι στα Λακκιά πλησίον παπα
Μανουήλ Λιπράντος, ως καθώς ευρίσκεται το αλώνι στον Άγιον Γεώργιον πλησίον κύρ
Γεώργιος Λέφας με μαρ… ως καθώς ευρίσκεται ακόμη και ως εκεί κοντά να κατεβάση
τον τοίχον και ως το Ξυλοκερατάδι, στο Μαυρολιό την πάρτη μου που έχω απέ τον
Ζαχαρία και αυτό εδικόν του, σεντόνια ζυγή μίαν κεντητή, πάπλωμα γερανιό, ένα
στρώμα με το μαλλί, μαξελάρια αμπελοφύλλητα, ζυγήν μίαν, στάνια κομμάτια
δώδεκα, καντηλέρι ένα, δακτυλίδι μαλαματένιο ένα…, μαντήλια δύο, ρούχα … φίνες
τρείς και ένα φερετζέ ήτοι ζυγιές τρείς, δύο που έχει και έτερη να την έχη
ράστη ήτοι θοταργόν του και ένα σηπέτο έδωσε ένα ήτοι … βουτζιά τρία διά την
ζωστροφήν του να .. .. .. μαγέρεμα να μην του λείπη. Ταύτα πάντα και την ευχήν
μας και εάν .. .. .. να τους είναι απέ του άλλου χωρίς κληρονόμον να
στρέφουνται τα πράγματα εις τους πρόσιμους εδικούς έτζι είπαν και εσυνιβάστηκαν
και οι δύο μερίδες με θέλημα και με καλήν τους γνώμην και όποιος ήθελεν
αλληλογήσει απέ τα δυό μέρη να πέφτη εις πένα και κοντάνα της αυθεντιάς ρεάλια
8, ήτοι οκτώ, τα ήμιση της αυθεντίας και τα ήμισυ της … μερίδας, επροσκάλεσαν
και παρακαλετούς και αξιοπίστους μάρτυρας τον κύρ Τζανή Σκορδίλη και κύρ Ιωάννη
Παδιάτη και κύρ Νικολό Ιωάννου Ρούσσο και κύρ Γεώργη Σκορδίλη. –Πρωτοπαπάς και
νοτάριος Κεφάλου με θέλημα των δύο μερίδων έγραψα και εσφάλησα. (ΠΑΡΙΑΝΑ
ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ ΤΟΜΟΣ Α’ σελ. 164)
–1622. Σε
έγγραφο της τουρκοκρατίας βρίσκουμε τον τύπο Μουδάτζος. Έτσι ο Χρουσής
Μουδάτζος υπογράφει αναφορά των κατοίκων Μαρμάρων και Τσιπίδου προς τον
Νικηφόρο, επίσκοπο Λαοδικείας και ηγούμενο της Ι. Μονής Αγ. Ιωάννη Θεολόγου της
Πάτμου, της 26 Δεκεμβρίου 1622.
–1636. Πωλητήριο Κεφάλου, 5 Οκτ. 1636, ο Ζαννής Λουκής πωλεί του
παπά-κυρ Ιωάννη Παπαδόπουλου το αμπέλι εις το Βρυσί δια τζεκίνια δώδεκα.
Υπογράφουν ο ιερέας Μάρκος Πάρπος, ο Αντώνιος Ανεγνώστης Ρίτζος, ο
Αντώνης Μονδάνος κ.α.
–1665. Σε έγγραφο Μαρμάρων
Πάρου στις 26 Μαρτίου 1665 μνημονεύεται ο μαστρο Ιωάννης Αβάζος, ο μαστρο
Κουμνενός Φραντζής του Τζώρτζη να έχει διαφορά με τον παπα κυρ Μιχάλη Ντζανία
για το χωράφι στο Αγιαντωνιάτικο το οποίο το είχε αγοράσει ο Φραντζής από τον
ποτέ Τζανή Νταμιράλια. Στο ίδιο έγγραφο μνυμονεύεται και ο κυρ Μανόλης
Μουδάτζος.
–1665. Ο ιερέας Αντώνιος Συρίγος
επίτροπος υπογράφει έγγραφο Κεφάλου στις 30 Μαρτίου 1665 «Μανώλης Μουδάτσος
βεβαιώνει».
–1710. Χωράφι στο Κρωτήρι σύμπλιος
Μουντάνος.
–1718. Χωράφι στα Αμμουδερά σύμπλιος
Γιεώργης Μουντάνος.
–1734. Εκλογή εκπροσώπων των κοινών της Πάρου για να διευθετήσει σοβαρό
θέμα με «Επιδρομή πειρατών». Σε έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης στις 6 Αυγούστου
1734 αναφέρεται ο επίτροπος Τζιπίδου Πέτρος Μουδάτσος.
–1738. Μαρτυρία υπερασπίσεως συμπατριώτη
τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά (για αντίδραση στην
συγκέντρωση της φορολογίας), κατά τη Γενική Συνέλευση από τα κοινά της Πάρου,
της 16 Ιουλίου 1738, υπογράφει ο Πέρος Μουδάτζος επίτροπος Τζιπίδου.
–1739. Στις
Ασπριές νοτιοδυτικά της Παροικίας, Αναφέρεται στην διαθήκη του Μάρκου Μουντάνου
(Παροικία, 8 Μαϊου 1739).
–1739. Πρακτικό εκλογών κατά την Γεν.
Συνέλευση στις 30 Αυγούστου 1739 απεσταλμένου των κοινών της Πάρου στην
Κωνσταντινούπολη, εκλέγουν τον Νικόλαο Μαυρογένη, προκειμένου να
διαπραγματευθεί τα οικονομικά θέματα του νησιού. Αναφέρεται ο επίτροπος
Τζιπίδου Πέρος Μουδάτζος.
–1741. Για την εκλογή απεσταλμένων στην
Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Παροικιάς στη Γενική συνέλευση το 1741
αναφέρεται ο Πέτρος Μουδάτζος από τον Τζιπίδο.
–1741. Τα κοινά της Πάρου, κατά τη
Γενική Συνέλευση, της 20 Ιουλίου 1741, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα
υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους άρχοντα Νικόλαου Μαυρογένη, εναντίων των
συκοφαντών κατοίκων της Νάξου, οι οποίοι τον κατηγορούν για συνεργασία με τους
πειρατές, υπογράφει και ο Πέτρος Μουδάτσος από τα χωριά του Κεφάλου.
–1743. Εκλογή κατά τη Γενική Συνέλευση «επιτρόπου και προβλέπτη»
απεσταλμένου από τα κοινά της Πάρου, στις 20 Φεβρουαρίου 1743 αναφέρεται ο επίτροπος
Τζιπήδου Πέτρος Μουδάτσος.
–1743. Γράμμα των κοινών της Πάρου προς
τον Νικόλαο Μαυρογένη στις 20 Φεβρουαρίου 1743. Οι επίτροποι των κοινών
παρακαλούν τον Ν. Μαυρογένη να γίνει βοεβόδας του νησιού τους και να αναλάβει
την φορολογία του, προκειμένου να αποφύγουν τον ανεπιθύμητο Μακάριο Μαλατέστα,
αναφέρεται ο επίτροπς Τζιπίδου Πέρος Μουδάτζος.
–1749. Στις 20 Ιανουαρίου 1749
αναφέρεται ο Αντώνιος Μουντάνος.
–1750. Σε Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου
των επτά κοινών της Πάρου (Παροικιάς, Νάουσας, Κεφάλου, Τζιπίδου, Λευκών,
Μαρμάρων, Δραγουλάς) στην Κωνσταντινούπολη της 23 Αυγούστου 1750, μαρτυρείται ο
επίτροπος Κεφάλου Πέτρος Μουδάτσος.
–1752. Οι επίτροποι των επτά κοινών της
Πάρου στέλνουν επιστολή, στις 13 Σεπτεμβρίου 1752, στον Έλληνα δραγουμάνο
Στέφανο Δημάκη, με την οποία ανακοινώνουν τα ονόματα της τριμελούς επιτροπής,
προκειμένου να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη και ρυθμίσει τα οικονομικά
προβλήματα του νησιού. Υπογράφει ο Πέρος Μουδάτζος, επίτροπος Μαρμάρων.
–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου στην
Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου 1755 μαρτυρείται
ο επίτροπος Τζιπίδου Πέρος Μουδάτσος και ο κάτοικος Δραγουλά Γεώργιος
Μουδάτσος..
–1812. Συναντάμε
σε έγγραφο Λευκών της 8 Σεπτ. 1812, τον Μπονοφάτσο Μουδάτζο να πωλεί στον
Λιπράνδο Ραγκούση «το χωράφι του όπου έχει αγοράσει από την αδερφή Μαρία
Μουδάτζου».
–1823. Ο
Νικόλαος Μουνδάνος αναφέρεται στη διαθήκη του Δημήτριου Αντ. Μαρικά(;),
Παροικιά 30 Αυγούστου 1823.
–1824. Επίσκοπος
Παροικιάς Μουντάνος Ιωάννης υπογράφει ως Χωρεπίσκοπος έγγραφο στις 25 Φεβρουαρίου
του 1824. «γράφω εις όνομα της Καλήτζας ποτέ σακελλίου Καλαργύρου ότι βεβαιοί
το παρόν και ούτω καγώ μαρτυρώ». Το έγγραφο συνέταξε «ο δημόσιος νοτάριος της
Χώρας Παροικιάς και γενικός όλης της επαρχίας Πάρου και Αντιπάρου Τζαννής Ν.
Καμπάνης».
–1825.ο
Χωρεπίσκοπος Παροικιάς Μονδάνος Ιωάννης ανταλλάσσει κτήμα με τον Μιχαήλ Κυπραίο
σε έγγραφο ανταλλαγής Παροικιάς στις 3 Φεβρουαρίου 1825.
–1826. Το 1826
αναφέρεται η Γιακουμίνα Μουνδάνου αδερφή του χωροεπισκόπου Μουνδάνου.
–1827. Σε
συμφωνία καλλιέργιας αμπελιού (Παροικιά, 11 Οκτ. 1827) Μαστρο Μανόλης
Μουντάνος, παρέστεί έμπροσθεν των υπογεγραμμένων μαρτύρων.
–1829. Στην
απογραφή του 1829 υπάρχει ο Βίτος Μουδάτζος από τον Τζιπίδο.
–1829. Σε
έγγραφο Λευκών της 5 Δεκεμβρίου του 1829 τον Δημήτριο Μουδάτζο να προσφέρει για
το «συστηθησόμενο Αλληλοδιδακτικόν Σχολείον Λευκών 15 γρόσια».
–1829. Σε έγγραφο στις 30 Δεκεμβρίου 1829 Παροικιάς
επί των χρεών εξεταστικής επιτροπής για λογαριασμός των Απεσταλμένων της
Κωνσταντινούπολης το 1821 αναφέρεται ο Αντώνιος Μουντάνος (γρ. 400).
–1830. Από κατάλογο που είχε στείλει στο Υπουργείο Θρησκείας ο Επίσκοπος
Παροναξίας Ιερόθεος στις 8 Φεβρουαρίου 1830, πληροφορούμαστε ότι η Πάρος
διέθετε 52 ιερείς.
Κατωτέρω παραθέτουμε ονοματεπώνυμά με τα ανάλογα οφίκια που είχαν: Νικόλαος Μουντάνος χωρεπίσκοπος.
–1830. Στις 23 Ιουνίου 1830 ο
Χωρεπισκοπος Παροικιάς Μονδάνος Ιωάννης υπογράφει τη διαθήκη του καπτά-Κωσταντή
Περαντινού.
–1830. Στις 6 Οκτωβρίου 1830 ο
Χωρεπίσκοπος Παροικιάς Ιωάννης Μονδάνος ανταλλάσσει χωράφι με την Αγγελέτα Ι.
Β. Μπαφίτη σύζηγος Ιωάννη Β. Μπαφίτη «εις τοποθεσίαν Δάσον πλησίον ο αυτός
χοροπίσκοπος και ο σακελλάριος Φραγκίσκος Κυπραίου, η δε Αγγελέτα δίδει του
εντιμοτάτου χοροπισκόπου ένα χωράφιον χέρσον κείμενον εις τοποθεσία Παλαιάν
Εγκαιριάν.
–1830. Στις 8 Φεβρουαρίου 1830
αναφέρεται ο χωρεπίσκοπος Νικόλαος Μουντάνος (λισως το βαπτιστικό όνομα να
είναι λάθος) στον κατάλογο που είχε στείλει ο μητροπολίτης Παροναξίας Ιερόθεος
προς τον υπουργό Θρησκείας.
–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια
επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα
δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Αντώνης Μονδάνος,
ο Κωνσταντής και ο χωροεπίσκοπος Παροικιάς Μουντάνος καθώς και ο Δημήτριος
Μοντάνος από τα χωριά του Κεφάλου.
–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής
Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο Ι. και ο Φ.
Μουντάνος και ο Ι.Κ. Μουντάνος.
–1839. Έτος
1839 μάρτυρας Αντώνιος Μο(υ)νδάνος.
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο Δήμου Μάρπησσας του 1844
υπάρχει εγγεγραμμένος ο 47χρονος Βήτος Μουδάνος.
–1846. Πιστοποιητικό που συνέταξαν οι
κάτοικοι του Δήμου Μαρπήσσης για να βεβαιώσουν τη συμμετοχή του συγχωριανού
τους Γεωργίου Φωκιανού στον αγώνα του 1821 όπου το 1826 χρημάτισε κατά του
Ιμπραΐμ στην πολιορκία της Τριπολιτσάς υπο τις οδηγίες του Δημητρίου Σάλα. Ένας
από τους υπογράφοντες συγχωριανούς του στις 20 Μαΐου 1846 στην Μάρπησσα ήταν
και ο Μουντάνος Θεόδωρος.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
(συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 32χρονος ξυλουργός
Αντώνιος Μουνδάνος, ο 40χρονος σκυτοτόμος Αντώνιος Μ. Μουνδάνος, ο 56χρονος
τέκτων Γεώργιος Χ. Μουνδάνος, ο 61χρονος ναύτης Δημήτριος Ι. Μουνδάνος, ο
51χρονος ξυλουργός Δημήτριος Μ. Μουνδάνος, ο 46χρονος σανδαλοποιός Εμμανουήλ
Μουνδάνος, ο 45χρονος αλιεύς Ζαννής Μουνδάνος, ο 53χρονος καφεπώλης
Κωνσταντίνος Μουνδάνος και ο 33χρονος γεωργός Σπύρος Μουνδάνος.
–1847. Στον εκλογικό
κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 50χρονος εργάτης
Βέτος Μουδάτζος.
–1850. Ενώπιον του
συμβολαιογράφου Παροικιάς Θεοδώρου Καμπάνη και των μαρτύρων Γερασίμου Κατσαΐτη,
ναυτικού και του Ιωάννου Β. Περαντινού, κτηματίου, δημοτών Πάρου, οι Νικόλαος
Βατιμπέλας και Ιωάννης Τζουμέτης κτηματίες και κάτοικοι Μαρπήσσης πωλούν στον Σταμάτη
Καρυστινό το χωράφι στην τοποθεσία Δασωνάρι, συνορευόμενο με την … Μουδάτσου,
για 200δρχ. Στις 1 Ιουνίου 1850.
–1862. Στις 10 Ιουνίου 1862 ο 25χρονος βυρσοδέψης από
την Πάρο Μουδάτζος Γεώργιου του Βίτου και της Ευδοκείας, παντρεύεται στην
Ερμούπολη την 20χρονη Ειρήνη Μπουζούρη από την Κρήτη, του Γεωργίου και της
Ελένης Κουρκουνίδη.
–1875. Σε
εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει
εγγεγραμμένος ο Μουδάτσος Βήτος του Ιωάννης 27 ετών εφαπλωματάς. Αλλά και ο
Μουδάτσος Σταμάτης του Βήτου 37 ετών εργάτης.
–1878. Στις 22 Ιανουαρίου 1878 ο 29χρονος έμπορος από
την Πάρο Γεώργιος Μονδάνος, του Αντωνίου και της Βικτωρίας, κάτοικος Σύρου
παντρεύεται στην Ερμούπολη την 22χρονη από την Σύρο Ουρανία Τζιρμπίνου
[Τσιρπίνου], του Αντωνίου και της Σταμάτας.
–1879. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος
ο παριανός 30χρονος έμπορος Γεώργιος Α. Μονδάνος, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 28
Απριλίου 1879.
–1882.Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο
παριανός 32χρονος έμπορος Γεώργιος Α. Μονδάνος, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 19
Απριλίου 1882.
–1884. Σε
Γενικό πληρεξούσιο στις 23 Ιανουαρίου 1884 υπέγραψε ως μάρτυρας ο ράπτης
Νικόλαος Α. Μονδάνος.
–1885. Το
1885 γεννιέται ο Μονδάνος Γεώργιος του Κωνσταντίνου κάτοικος της Κοιν.
Παροικιάς.
–1887. Στις 11 Νοεμβρίου 1887 ο 37χρονος
εμπορουπάλληλος από την Πάρο Γεώργιος Μονδάνος, του Αντωνίου και της Βικτωρίας
Σβουρίνα [ίσως Σβορώνου, κάτοικος Σύρου παντρεύεται στην Ερμούπολη την 35χρονη
από την Πάρο Αικατερίνη Σκορδίλη, του Ιωάννη και της Μαριγώς.
–1895. Το 1895 γεννιέται ο Μονδάνος Ιωάννης του
Κωνσταντίνου ξυλουργός κάτοικος Παροικιάς.
–1903. Το 1903 γεννιέται ο Μονδάνος Χρήστος του
Κωνσταντίνου διανομεύς κάτοικος Παροικιάς.
–1904. Το 1904 γεννιέται ο Μονδάνος Παντελής του
Ζαννή σχοινοποιός κάτοικος Παροικιάς.
–1911. Το 1911 γεννιέται ο Μονδάνος Ιωάννης του
Ανδρέα αλιεύς κάτοικος Παροικιάς.
–1911,
Σπύρος Μονδάνος, γεννήθηκε στην Παροικιά και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην
Κωνσταντινούπολη εως έμπορος.
–1914. Το 1914 γεννιέται ο Μονδάνος Ιάκωβος του
Ζαννή αλιεύς κάτοικος Παροικιάς.
–1918. Το 1918 γεννιέται ο Μονδάνος Σπύρος του
Ανδρέα υποδηματοποιός κάτοικος Παροικιάς.
–1919. Το 1919 γεννιέται ο Μονδάνος Αντώνιος του
Παναγιώτη υποδηματοποιός κάτοικος Παροικιάς.
–1919. Οπλίτης κατά την περίοδο 1919-1922 ο Μονδάνος Αθανάσιος.
–1920. Το 1920 γεννιέται ο Μονδάνος Γεώργιος του
Ιωάννη δημ. υπάλληλος κάτοικος Παροικιάς. Διαγράφετε από τον εκλογικό κατάλογο
Παροικιάς ως εγγραφέντας σε άλλη Κοινότητα.
–1922. Το 1922 γεννιέται ο Μονδάνος Ζαννής του Λεωνίδα
ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.
–1923. Το 1923 γεννιέται ο Μονδάνος Στυλιανός του
Παναγιώτη εργάτης κάτοικος Παροικιάς.
–1923. Το 1923 γεννιέται ο Μονδάνος Αντώνιος του
Ανδρέα αλιεύς κάτοικος Παροικιάς.
–1926. Το 1926 γεννιέται ο Μονδάνος Δημήτριος του
Λεωνίδα ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.
–1930. Το
1930 γεννιέται ο Μονδάνος Ζαννής του Παντελή κάτοικος της Κοιν. Παροικιάς.
–1950
υποδηματοποιείο Αντώνη Μονδάνου, κάτω από την οικία Δαμία, στην Παροικιά.
–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Μονδάνου Δέσποινα όνομα συζύγου Λεωνίδας, όνομα
πατρός Δημήτριος Στέλλας.
–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Μονδάνου Άννα, όνομα συζύγου Παναγής όνομα πατρός
Δημήτριος Μουρλάς.
–1958. Σε
φωτογραφεία σε ταβέρνα της Παροικιάς στις 9 Φεβρ. 1958 διακρίνεται η Παρασκευή
Μονδάνου.
–1959. 5 Απριλίου 1959 ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΠΑΡΟΙΚΙΑ: Εγγεγραμμένοι 2.614 εψήφισαν 1.392, άκυρα και
λευκά 3.
Ο Συνδυασμός κ. Ανδρέα Μαρινόπουλου
έλαβεν 764 ο δε Συνδυασμός του κ. Μιχ. Κρίσπη 628.
Παραθέτομεν εν λεπτομερεία τους σταυρούς
προτιμήσεως τους οποίους έλαβεν έκαστος.
1)
Μαρινόπουλος Αθαν. Ανδρέας 626, Δενέγρης Στυλιανός 110, Μονδάνος Ανδ. Αντ. 105,
Κατρής Ν. Αγαπητός 103, Βενιζέλος Π. Ραγκούσης 94, Μπάος Π. Αντ. 66, Μαύρης Γ.
Αντ. 66, Καπούτσος Γ. Δημ. 60, Σιλβέστρος Π. Κωνστ. 55, Καλακώνας Μενέγου
Σάββας 44, Μαλατέστας Μιχ. Κωνστ. 41 κλπ.
2) Κρίσπης
Ν. Μιχαήλ 380, Φραγκούλης Νικολ. Ιωάννης 158, Σαρρής Μιχ. Νικόλαος 111,
Τσαντάνης Φ. Παναγ. 82, Κυριαζάνος Ι. Μάρκος 66, Αργυρόπουλος Δημ. Ιωάννης 63,
Μουρλάς Σπ. Γεώργιος 61, Φωκιανός Δημ. Βασίλειος 53, Κρητικός Γ. Παναγ. 49,
Γκίκας Ι. Αναστ. 45, Σπανός Εμμαν. Αντ. 41 κλπ οι οποίοι παραλείπονται ελλείψει
χώρου.
Σύμβουλοι
εξελέγησαν οι 5 πρώτοι εκ του πρώτου Συν/σμού και οι 4 εκ του δευτέρου.
–1964.
Κοινοτικαί Εκλογαί 5 Ιουλίου 1964. Εις Παροικίαν κατήλθεν εις και μόνον
Συνδυασμός εις τας εκλογάς με επί κεφαλής τον Πρόεδρον Κον Ανδρέαν
Μαρινόπουλον.
Εψήφισαν 1356
και έλαβον:
Ανδρέας
Μαρινόπουλος 1330, Γεώργιος Μπιζάς 1352, Ιάκ. Κόντες 1343, Ιωάννης Φραγκούλης
1254, Βασίλειος Αργυρόπουλος 1166, Αντώνιος Μονδάνος 1245, Βενιζέλος Ραγκούσης
1357, Γεώργιος Ναυπλιώτης 1018, Βασίλειος Μεσολογγίτης 949, Σάββας Καλακώνας
63, Αντώνιος Μαύρης 61, Αγαπητός Κατρής 30, Εμμ. Τσαντάνης 57, Κωνσταντίνος
Σιλβέστρος 53 και Μιχαήλ Μαύρης 53.
Ο Ανδρέας
Μαρινόπουλος Πρόεδρος και σύμβουλοι οι κ.κ. Γ. Ναυπλιώτης, Γ. Μπιζάς, Ιακ.
Κόντες, Ιωάν. Φραγκούλης, Βας. Αργυρόπουλος, Αντών. Μονδάνος και Βενιζέλος
Ραγκούσης.
–1970. Σε
σχολική παρέλαση στις 28 Οκτωβρίου 1970 στην Παροικιά, διακρίνεται η μαθήτρια
Άννα Μονδάνου.
–Μονεμβασιώτης: Βλέπε Μονοβασιώτης
–Μονιός: Το επώνυμο Μονιός
δεν φαίνεται να είναι παλαιό παριανό, αλλά συνδέεται με οικογένεια χιώτικης
καταγωγής, η οποία εγκαταστάθηκε στη Νάουσα μετά την καταστροφή της Χίου το
1822. Οι πρώτες μαρτυρίες που διαθέτουμε στην Πάρο επιβεβαιώνουν την
παρουσία προσφυγικής οικογένειας στη Νάουσα κατά τα πρώτα χρόνια του ελληνικού
κράτους.
Ο Ιωάννης
Μονιός στη Νάουσα
Ήδη το 1822,
στο δημοτολόγιο του Δήμου Νάουσας, καταγράφεται ο Ιωάννης Μονιός. Λίγα
χρόνια αργότερα, στην απογραφή προσφύγων της Νάουσας του 1829,
καταγράφεται ως 36χρονος ναύτης, μαζί με τη σύζυγό του Τριανταφυλλιά
Μονιού και την κόρη του Αργυρή Μονιού. Η οικογενειακή αυτή καταγραφή
αποτελεί σαφή ένδειξη ότι ο παριανός κλάδος είχε ήδη εγκατασταθεί στη Νάουσα ως
πρόσφυγας από τη Χίο.
Η ναυτική
ιδιότητα του Ιωάννη Μονιού επιβεβαιώνεται και αργότερα. Το 1844, στον
εκλογικό κατάλογο του Δήμου Νάουσας, είναι εγγεγραμμένος ο 43χρονος ναυτικός
Ιωάννης Μονιός.
Η συνέχεια
της οικογένειας
Η οικογένεια
παρέμεινε στη Νάουσα και κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Το 1883
στον εκλογικό κατάλογο της Νάουσας αναφέρεται ο Ισίδωρος Μονιός του Ιωάννη,
41 ετών, ναυτικός, ενώ το 1885 καταγράφεται και πάλι, σε ηλικία 43 ετών,
ως ναύτης από τη Νάουσα.
Οι λιτές
αλλά συνεχείς αυτές μαρτυρίες από το 1822 έως το 1885 παρακολουθούν
τρεις γενιές της οικογένειας και δείχνουν τη σταθερή εγκατάσταση των Μονιών στη
Νάουσα. Η περίπτωση τους εντάσσεται στο ευρύτερο κύμα των Χιωτών προσφύγων που,
μετά την καταστροφή του 1822, αναζήτησαν καταφύγιο στις Κυκλάδες και συνέβαλαν
στη διαμόρφωση της νεότερης κοινωνίας της Πάρου.
–1822. Στο δημοτολόγιο του Δήμου Νάουσας
(της επαρχίας Νάξου) το 1822, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Ιωάννης Μονιός.
–1829. Σε απογραφή προσφύγων
της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Ιωάννης Μονιός 36 ετών ναύτης, η σύζυγός του
Τριανταφυλλιά Μονιού και η κόρη του Αργυρή Μονιού.
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18
Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο
43χρονος ναυτικός Ιωάννης Μονιός.
–1883. Σε
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Μονιός Ισίδωρος
του Ιωάννη, ετών 41, ναυτικός.
–1885. Σε
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχει εγγεγραμμένος ο, Μονιός
Ισίδωρος του Ιωάννη, ετών 43, ναύτης απο τη Νάουσα.
–Μονοβασιώτης ή Μονοβασώτης ή Μονεμβασιώτης: Το επώνυμο Μονοβασιώτης, που απαντά επίσης ως Μονοβασώτης
και Μονεμβασιώτης, είναι πατριδωνυμικό και δηλώνει τον άνθρωπο που
καταγόταν από τη Μονεμβασία. Τέτοια επώνυμα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι
όλοι όσοι τα έφεραν ανήκαν στην ίδια οικογένεια. Σε αρκετές περιπτώσεις το
πατριδωνύμιο ξεκίνησε ως προσδιορισμός της καταγωγής, έγινε παρατσούκλι και
τελικά καθιερώθηκε ως οικογενειακό όνομα.
Οι πρώτες
μαρτυρίες στη Νάουσα
Η παρουσία
του επωνύμου στην Πάρο είναι τεκμηριωμένη ήδη από τον 18ο αιώνα. Το 1728,
στη Νάουσα, αναφέρεται ο Αγγελής Μονοβασώτης και η σύζυγός του Μαρία, οι
οποίοι, μαζί με τον γιο τους Φραντζέσκο, προικοδοτούν την κόρη τους Κατερίνα.
Στο προικοσύμφωνο της 15ης Ιανουαρίου 1728 αναφέρεται χαρακτηριστικά η «κυρία
Μαρία γυνή του ποτέ Αγγελή Μονοβασώτη».
Το 1733
συναντούμε τον Μάρκο Μονοβασιώτη σε πωλητήριο, ενώ το 1737
αναφέρεται ως σύμπλιος σε σπίτι στη Νάουσα. Οι μαρτυρίες αυτές δείχνουν ότι η
οικογένεια είχε ήδη εγκατασταθεί και είχε αποκτήσει ακίνητη περιουσία στην
περιοχή.
Από τον 18ο
στον 19ο αιώνα
Η παρουσία
των Μονοβασιωτών συνεχίζεται και στα τέλη του 18ου αιώνα. Το 1798 ο Παναγιώτης
Παπαδόπουλος Μονοβασιώτης αφιερώνει εικόνα του Αγίου Χαραλάμπους στη Μονή
Θαψανών. Στις αρχές του 19ου αιώνα αναφέρονται ο Μάστρο-Φραντζέσκο
Μονοβασώτης και ο Νικόλαος Μονοβασιώτης, ενώ το 1827 σώζεται
διαθήκη του Δημητρίου Μονοβασώτη.
Η οικογένεια
εμφανίζεται πλέον και στην Παροικιά. Το 1827 γεννιέται ο Νικόλαος
Μονεμβασιώτης, γεωργός κάτοικος Παροικιάς, ενώ το 1847 ο ίδιος, σε
ηλικία 39 ετών, καταγράφεται στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς ως γεωργός. Το 1856
αναφέρεται και στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ως Νικόλαος
Μονεμβασιώτης, γεωργός, κάτοικος Παροικιάς.
Μια παλιά
παριανή παρουσία
Οι μαρτυρίες
από τη Νάουσα ήδη από το 1728 και η συνέχεια του επωνύμου στην Παροικιά κατά
τον 19ο αιώνα δείχνουν ότι οι Μονοβασιώτες αποτελούν παλαιό παριανό
κλάδο, του οποίου το όνομα πιθανότατα διαμορφώθηκε από την καταγωγή κάποιου
παλαιότερου προγόνου από τη Μονεμβασία. Η παρουσία τους στη Νάουσα και αργότερα
στην Παροικιά εντάσσεται έτσι στην ιστορία των μετακινήσεων οικογενειών προς
την Πάρο και της σταδιακής μετατροπής των πατριδωνυμίων σε σταθερά οικογενειακά
επώνυμα.
–1728. Στα
1728 αναφέρεται στη Νάουσα ο Αγγελής Μονοβασώτης με τη σύζυγο του Μαρία να
παντρεύουν την κόρη τους Κατερίνα. «Προικοσύμφωνο
του κυρ Περούλη Βαλέντζα και της Αικατερίνης Μονοβασώτη» Νάουσα, 15 Ιανουαρίου
1728. «Η κυρία Μαρία γυνή του ποτέ Αγγελή Μονοβασώτη ενωμένη με τον υιόν της
μαστρο – Φραντζέσκο έχουν θυγατέρα ονόματι Κατερίνα» Της δίδουν την εικόνα του
Αγίου Νικολάου. Ο κυρ Ιωάννης Βαλέντζας με την ομόζυγό του Μαρία δίδουν στον
υιόν τους Περούλη μίαν εικόνα του Αγίου Γεωργίου να την εορτάζουν τον κάθε
χρόνον».
–1733. Ο Μάρκος Μονοβασιώτης αναφέρεται σε
πωλητίριο από τον πεθερό του Μανωλη Καλλέργη στις 4 Δεκεμβρίου 1733.
–1737. Σε
έγγραφο του 1737 «το σπίτι ανώγειον έχει την Κάτω Πόρταν εις τι Πηγαδάκι
σύμπλιος Μάρκος Μονοβασιώτης».
–1798. Στα
1798 ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος Μονοβασιώτης αφιερώνει εικόνα του Αγίου
Χαραλάμπου στη Μονή Θαψανών.
–1824
Μάστρο-Φραντζέσκο Μονοβασώτης και Νικόλαος Μονοβασιώτης.
–1827. Διαθήκη στις 3 Μαΐου 1827 του
Δημητρίου Μονοβασώτη.
–1827. Το
1827 γεννιέται ο Μονεμβασιώτης Νικόλαος γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
(συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 39χρονος γεωργός
Νικόλαος Μονοβασιώτης.
–1856. Στην
Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 21 Οκτωβρίου 1856 αναφέρεται ο Μονεμβασιώτης
Νικόλαος γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–Μονολίκης: Το
επώνυμο Μονολίκης καταγράφεται στην Αντίπαρο τουλάχιστον από τα τέλη του
19ου αιώνα. Η μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία αφορά τον Ελευθέριο Μονολίκη του
Νικολάου, ο οποίος γεννήθηκε το 1899 και αναφέρεται ως κάτοικος
Αντιπάρου και εργάτης.
–1899. Στον εκλογικό
κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το
1899 κάτοικος Αντιπάρου Μονολίκης Ελευθέριος του Νικόλαος, εργάτης.
–Μονόπατος: Παλιό επώνυμο
της Μάρπησσας με παρουσία ήδη από τον 17ο αιώνα.
Το Μονόπατος πιθανότατα
αποτελεί επώνυμο παρατσούκλι, από τη φράση «μονός πάτος», με πιθανή σημασία
μονώροφος, μονόπλευρος ή μονόπαντος. Η οικογένεια αποτελεί έναν από τους
παλαιούς κλάδους της Μάρπησσας, με παρουσία στην Πάρο τουλάχιστον από
τον 17ο αιώνα, ενώ κλάδος της οικογένειας συνέχισε αργότερα στην Αθήνα.
Οι πρώτες μαρτυρίες
Ήδη το 1660, στο
Κουσάντασι της Μικράς Ασίας, όπου είχαν εγκατασταθεί και δραστηριοποιούνταν
εμπορικά Παριανοί, υπογράφει ως μάρτυρας ο Νικολός Θωμά Μονόπατος. Η
παρουσία του εκεί δείχνει ότι μέλη της οικογένειας συμμετείχαν στις εμπορικές
μετακινήσεις των Παριανών προς τα μικρασιατικά παράλια.
Στην Πάρο, το επώνυμο απαντά
συστηματικά στις αρχές του 18ου αιώνα. Το 1707 αναφέρεται ο Δημήτριος
Μονόπατος σε ανταλλαγή κτημάτων στον Κέφαλο, ενώ το 1710 ο ιερέας Θωμάς
Μονόπατος υπογράφει προικοσύμφωνο και αργότερα εμφανίζεται ως πρωτέκδικος
Κεφάλου, συντάσσοντας συμβόλαια και προικοσύμφωνα κατά τις επόμενες
δεκαετίες. Το ίδιο πρόσωπο μαρτυρείται σε έγγραφα του 1720, 1723 και 1725.
Παράλληλα, άλλοι Μονόπατοι
εμφανίζονται ως ιδιοκτήτες και αγοραστές γαιών στον Τσιπίδο και στα γύρω χωριά.
Το 1720 ο Λευτέρης Μονόπατος αγοράζει χωράφι στα Κολόνια, ενώ το 1732
ο Σταμάτης Μονόπατος αναφέρεται ως σύμπλιος σε χωράφια στον Ποταμό και στου
Μουγκού.
Από τον Τσιπίδο στη
Μάρπησσα
Κατά τον 18ο αιώνα η
οικογένεια συνδέεται ιδιαίτερα με τον Τσιπίδο, τη σημερινή Μάρπησσα. Ο Νικολός
Μονόπατος μαρτυρείται το 1747, ο Θωμάς Μονόπατος το 1755, ενώ το
1784 ο Ιωάννης Μονόπατος υπογράφει ως επίτροπος σε συμφωνητικό του
Τσιπίδου.
Η παρουσία της οικογένειας
συνεχίζεται αδιάλειπτα στις αρχές του 19ου αιώνα. Το 1803 γεννιέται ο Σταύρος
Μονόπατος, γεωργός κάτοικος Τσιπίδου, ενώ το 1816 ο Εμμανουήλ Μονόπατος
υπογράφει μαζί με άλλους προεστούς της Πάρου σχετικό έγγραφο για τη Μονή του
Αγίου Μηνά. Το 1821 αναφέρεται επίσης ο Ιωάννης Μονόπατος, παριανός
αγωνιστής της Επανάστασης.
Η οικογένεια στη Μάρπησσα
τον 19ο αιώνα
Μετά την ίδρυση του ελληνικού
κράτους οι Μονόπατοι εμφανίζονται πολυάριθμοι στους δημοτολογικούς και
εκλογικούς καταλόγους του Δήμου Μάρπησσας. Το 1844 καταγράφονται ο Ευστράτιος,
ο Μανόλης, δύο Ιωάννηδες και ο Σταύρος Μονόπατος, ενώ το 1847 συναντούμε
μια ιδιαίτερα πολυπληθή οικογενειακή ομάδα: τον Σταύρο, τον Μανόλη, τον Ιωάννη
και τον Περούλη Μονόπατο, καθώς και άλλους κλάδους της οικογένειας.
Το 1856 ο Σταύρος Μονόπατος,
53 ετών και γεωργός από τον Τσιπίδο, περιλαμβάνεται μεταξύ των ευκατάστατων και
ευυπόληπτων πολιτών της Πάρου. Το 1875 καταγράφονται αρκετοί ακόμη Μονόπατοι,
γεωργοί, εργάτες, κτίστες και βυρσοδέψες.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι
η περίπτωση του Σταύρου Μονόπατου, μεγαλοκτηματία της Μάρπησσας, ο
οποίος το 1875 πάντρεψε την κόρη του Τομαζίνα με τον μελλοντικό δήμαρχο
Μάρπησσας Δημήτριο Πατέλη, ενώ το 1892 η άλλη κόρη του, Σουλτιανώ,
παντρεύτηκε τον μελλοντικό δήμαρχο Συμεών Δελαγραμμάτη. Η οικογένεια,
επομένως, φαίνεται να κατείχε σημαντική κοινωνική και οικονομική θέση στην
τοπική κοινωνία.
Από την Πάρο στην Αθήνα
Η παρουσία των Μονοπάτων
συνεχίστηκε και πέρα από την Πάρο. Το 1911 αναφέρεται στην Αθήνα ο Εμμανουήλ
Μονόπατος, ιερέας από τη Μάρπησσα και εγγονός του οικονόμου Εμμανουήλ
Μονόπατου. Η μετακίνηση αυτή δείχνει τη σταδιακή εγκατάσταση κλάδων της παλαιάς
μαρπησσαίικης οικογένειας στην πρωτεύουσα.
Το επώνυμο, με μικρές
παραφθορές, εξακολούθησε να καταγράφεται και μεταγενέστερα στην Πάρο.
Χαρακτηριστικά, στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953 συναντάται το
«Μανόματος», προφανώς παραφθορά του Μονόπατος.
Έτσι, οι Μονόπατοι αποτελούν
μια παλιά και καλά τεκμηριωμένη οικογένεια της Μάρπησσας, με ρίζες
τουλάχιστον στον 17ο αιώνα, παρουσία σε διαφορετικές περιοχές της Πάρου,
συμμετοχή στην οικονομική και κοινοτική ζωή του νησιού και, από τις αρχές του
20ού αιώνα, εγκατάσταση κλάδων της οικογένειας στην Αθήνα.
–1660. Στις 10
Απριλίου του 1660. Στο Κουσάντασι (Νέα Έφεσο), πόλη και λιμάνι της Τουρκίας,
ζούσαν Παριανοί τον 17ο αιώνα: η Φλουρέτζα, θυγατέρα Στέφανου
Τζηφάκη (Σηφάκη), με έγγραφο συνταγμένο στο Κουσάντασι, στις 10 Απριλίου 1660,
ομολογεί ότι πωλήθηκε το σπίτι της στον Τσιπίδο με μεσίτη τον Γεώργιο Αρχολέο
και αγοραστή τον παπα-Σταύρο Παπαδόπουλο. Το έγγραφο, που υπογράφουν οι
κάτοικοι του Κουσάντασι Μπονοφάτζος Μαρής, Νικολός Θωμά Μονόπατος και Σταμάτης
Ασικρίτης, μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε παρουσία Παριανών στα παράλια της
Ιωνίας, όπου, κυρίως, εμπορεύονταν.
–1707. Ανταλλαγή χωραφιού και
κτήματος, Καστέλλι Κεφάλου, Τζιπίδος 1707, Οκτωβρίου 19. Ενώπιον του ιερέως
Μιχαήλ Στάμενα, που συνέταξε το έγγραφο, με μάρτυρες τον Νικόλαο Ρούσσο και τον
Ιωάννη Παπαδόπουλο, ο Δημήτριος Μονόπατος και ο Ριντζέρης Χειλάς από τον
Δραγουλά…
–1710. Ο
ιερέας Θωμάς Μονόπατος υπογράφει προικοσυμφωνο στις 2 Ιουνίου 1710. Υπήρξε
πρωτέκδικος Κεφάλου.
–1720. Στις 2 Ιανουαρίου 1720 ο
Πρωτέκδικος Κεφάλου Θωμάς Μονόπατος συντάσσει και υπογράφει το προικοσύμφωνο
της Ζαμπέτας Αντ. Φωκιανού και του Δημήτρης Ν. Μετριτίκη.
–1720. Αγορά χωραφιού, Τζιπίδος 1720,
Νοεμβρίου 8. Ενώπιον του παπα-Θωμά Μονόπατου, πρωτέκδικου Κεφάλου, με μάρτυρες
τον Ελευθέριο Τριβιζά και Ανδρέα Τριβιζά, ο Λευτέρης Μονόπατος αγοράζει από τον
Χρουσή Μενδρινό ένα κομμάτι χωράφι που έχει στα Κολόνια δια ρεάλια 3:/15.
–1722. Πώληση χωραφιού. Τζιπίδος, 6
Ιανουαρίου 1722.
Ενώπιον του ιερέως Θοδωρή Παπαδόπουλου,
χαρτοφύλακα Κεφάλου, που συνέταξε το έγγραφο και μαρτυρεί και των μαρτύρων πάπα
Σταυριανού Παπαδόπουλου, ιερομονάχου Ανθίμου Κονταράτου και Ιωάννη Τζουμπά, ο
ανωτέρο ιερεύς Σταυριανός Παπαδόπουλος πωλεί στον Αναγνώστη Παπαδόπουλο «το
χωράφι που έχει πουρκίν ή άνωθεν κερά Παπαδιά εις τόπον καλούμενον στην
Περιβόλα» για 10 ρεάλια.
Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ο Σκορδίλης
Γεώργιος και ο Μονόπατος Σταμάτης με συμβιον χωράφια.
–1723. Στις 18 Απριλίου 1723 ο
Πρωτέκδικος Κεφάλου Θωμάς Μονόπατος συντάσσει πωλητήριο Τζιπίδου.
–1725.
Προικοχάρτι του Δημ. Σιδεράκη, Τζιπίδος 21 Σεπτ. 1725: Εώπιον
του πρωτονοταρίου Κεφάλου ιερέως Ευστρατίου Στάμενα, που συνέταξε το έγγραφο,
και μαρτυρούντων των παπα Θωμά Μονόπατου, παπα Θεοδωρή Παπαδόπουλου, Δημητρίου
Σιδεράκη, παπα Μιχαήλ Στάμενα, ιερομόναχου και πνευματικού Γεδεών Ρίτζου,
Μανόλη Παπαλέου και Νικόλα Καντιώτου, η Μαρούσα Μιχάλη Τζαντουλή προικοδοτεί
στον γιό της Δημήτρη Σιδεράκη (προφανώς από πρώτο γάμο) και του δίδει το σπίτι
της που είχε κληρονομια από τους γονείς της στη γειτονιά της Μάρπησσας στον
Άγιο Ευστάθιο…»
–1732. Πώληση χωραφιών, Τζιπίδος, 29 Μαΐου 1732. Ενώπιον
του παπα Μάρκου Μπάρπου που συνέταξε το έγγραφο και μαρτυρεί, και των μαρτύρων
Αναγνώστη Μαλατέστα και Αντώνη Ρίτζου, η κερά Φλωρέντζα σύζυγος του μακαρίτη
Ιωάννη Λουμπαρδάρη πωλεί στον Αναγνώστη Παπαδόπουλο δυο χωράφια που βρίσκονται,
το ένα στον Ποταμό (ίσως της Μακρυαλίμνης) και το άλλο στου Μουγκού. Σύμπλιοι
σ’ αυτά είναι οι Αναγνώστης Τριβυζάς και ο Σταμάτης Μονόπατος. Τα δυο αυτά
χωράφια τα εστιμάρισε (=τα εξετίμησε) ο κυρ Στεφανής Λιμπράντος δια ρεάλια
δεκατρία.
–1747. Σε πρακτικό εκλογής απεσταλμένου
στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό της Παροικιάς σε Γενική Συνέλευση στις 26
Οκτωβρίου 1747 μαρτυρείται ο Νικολός Μονόπατος
–1750. Σε
αφιέρωμα στις 29 Μαρτίου 1750, «δυο αμπέλια εις την Μακριάν Λίμνην, σύμπλιον το
ένα ο παπά Δημητράκης Άγουρος και εις το άλλο ο Σταμάτης Μονόπατος, η τιμή του
αυτών είναι γρόσια 70 έτερο αμπέλι.
–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου στην
Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου 1755 μαρτυρείται
ο Θωμάς Μονόπατος.
–1784.
Συμφωνητικό ιερέως Ελευθερίου Τζιώτη και κουνιάδας του για τα σπίτια. Τζιπίδος,
26 Αυγούστου 1784. «Με το να εζητά η
κερα Μαρία γυνή Γεώργη Ληπράντου από τον παπα κύρ Ελευθέριον δούλεψες οπού είχε
καμωμένες…» ανταλλάσει ένα αμπέλι με το σπίτι του Δραγάζη σην Μάρπησσα. «ήλθεν
εις τον εκλαμπρότατον άρχοντα αυθέντη Δημητράκην Μαυρογένη και εζητά τον κόπον
της όθεν ευρήκεν έβλογον ο άρχοντας με
τους ευρισκομένους…». Δημητράκης Μαυρογένης υποβεβαιώ, Ιωάννης Μονόπατος και
επίτροπος μαρτυρώ, Δημήτριος Γαβαλάς μάρτις, Αντώνης Τζιγώνιας μάρτης.
–1803. Το
1803 γεννιέται ο Σταύρος Μονόπατος γεωργός κάτοικος Τσιπίδου.
–1816. Στις 30
Σεπτεμβρίου 1816 Νικόλαος Σκορδίλης, προύχοντας Δραγουλά. Συνυπογράφει με
άλλους προεστούς και των άλλων χωριών της Πάρου τη σετέντζα που αφορά στη Μονή
του Αγίου Μηνά. Από τον Τσιπίδο υπογράφουν οι Μιχαήλ Τσιγώνιας, Νικόλαος
Τζιώτης και Εμμανουήλ Μονόπατος και από τα Μάρμαρα οι Αλέξανδρος Μπαρότζης και
Εμμανουήλ Άγουρος, ο οικονόμος Κεφάλου και ένας Βλάσης Πλαζές (?).
–1818. Κατάλογος
της ακίνητης περιουσίας της Παναγίας Ξεχωριανής 16 Απρ. 1818, χωράφι εις έτερον
εξαμπέλισμα εις τον ποταμόν πλησίον Μιχάλης Μονόπατος.
–1820.
Προικοσύμφωνο Γεωργίου Τζαντουλή. Κηπίδος 1820, Ιανουαρίου 30. Ενώπιον του
ιερέως Εμμανουήλ Μονόπατου, που συνέταξε το έγγραφο και μαρτυρεί, μαρτυρούντων
του Ιωάννη Βαλσαμή και του Κωνσταντίνου Τζιγώνια, η Μαρία, σύζυγος του
Δημητρίου Πούλιου, προικίζει τη θυγατέρα της Θεοφύλακτη, η οποία παίρνοι ως
σύζυγο τον Γεώργιο Τζαντουλή, γιο του μακαριστού ιερέως του Τζιπίδου Γεωργίου
Τζαντουλή. Στο προικοσύμφωνο αυτό μνυμονεύονται και οι σύμβιοι σε χωράφια,
Δημήτριος Άγουρος, Ιωάννης Λιονταράκης, παπα Φραντζέσκος Μαργαρίτης, Νικόλαος
Πούλιος, Αννέζα γυνή ποτέ Δημητρίου Μαυρίκου, Ιωάννης Βαλσαμής, παπα Εμμανουήλ
Μονόπατος, Σπυρίδων Παπαδόπουλος, Μανώλης Κονταράτος, Αντώνιος Καντιώτης και
Μανόλης Μελέχας. Πηγή Παριανά 158.
–1821. Παριανός
αγωνιστής του 1821 ο Ιωάννης Μονόπατος.
–1822.
Σε έγγραφο των Παριανών στους Υδραίους στις 13 Απριλίου 1822 αναφέρεται ο
Δημήτριος Μονόπατος κάτοικος Μαρμάρων.
–1823. Ο
Ρεφερενδάριος Μαυρομμάτης υπογράφει έγγραφο ιερέων του Κεφάλου στις 8 Οκτωβρίου
1823 που αφορά στον εφημέριο Μαρμάρων Μονόπατο Εμμανουήλ.
–1824. Επιστολή στις 8 Απριλίου 1824 του
οικονόμου Κεφάλου Δημητρίου Άγουρου, αναφορά στον Ιωάννη Βαλσαμή για τον
Μονόπατο Εμμανουήλ.
–1830. Στις 8 φεβρουαρίου 1830
αναφέρεται ο οικονόμος Μονόπατος Εμμανουήλ Μονόπατος στον κατάλογο του
Παροναξίας Ιερόθεου.
–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια
επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα
δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Σταυράκης
Μονόπατος.
–1833. Στις 5
Ιουνίου 1833 αναφέρεται ο Οικονόμος Κεφάλου Εμμανουήλ Μονόπατος. Πρακτωτής της
Ξεχωριανής.
–1840. «Υρία της Πάρου της 5 Μαϊου 1840. Ο
υποφαινόμενος δι’ άλλου Ιωάννης Δ. Πούλιος, δημότης και κάτοικος του Δήμου
Μαρπήσσης πωλεί προς τον Παναγιώτην Ιωάν. Αιγενήτην, δημότην και κάτοικον του
Δήμου Υρίας, μια ψαρόγαν, έχει αγοράν από τους δυο του αδερφούς Περούλην και
Βασίλειον Πουλίους, κείμενη εν τη θέσεις ονομαζόμενη Λαγκάδα, πλησίον Ιωάννης
Εμμ. Μονόπατος εκ Μαρπήσσης και Γιανούλης Μαναρόλης…»
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο Δήμου Μάρπησσας στις 5
Μαΐου 1844 υπάρχει εγγεγραμμένος ο Ευστράτιος Μονόπατος, ο Μανόλης Μονόπατος, ο
Ιωάννης Μονόπατος 31 ετών, ο Ιωάννης Μονόπατος 40 ετών και ο Σταύρος Μονόπατος
46 ετών.
–1846. Πιστοποιητικό που συνέταξαν οι
κάτοικοι του Δήμου Μαρπήσσης για να βεβαιώσουν τη συμμετοχή του συγχωριανού
τους Γεωργίου Φωκιανού στον αγώνα του 1821 όπου το 1826 χρημάτισε κατά του
Ιμπραΐμ στην πολιορκία της Τριπολιτσάς υπο τις οδηγίες του Δημητρίου Σάλα. Ένας
από τους υπογράφοντες συγχωριανούς του στις 20 Μαΐου 1846 στην Μάρπησσα ήταν
και ο Μονόπατος Ιωάννης.
–1847. Στον εκλογικό
κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 49χρονος γεωργός Σταύρος Σαρ. Μονόπατος, τα αδέρφια
του 43 ετών (ίσως δίδιμοι) γεωργοί Μανώλης Σαρ. Μονόπατος και Ιωάννης Σαρ.
Μονόπατος, Περούλης Σαρ. Μονόπατος 25 ετών εργάτης. Ο 36χρονος εργάτης
Μονόπατος Ευστράτιος, ο 49χρονος κτηματίας Ιωάννης Φ. Μονόπατος και ο 30χρονος
υπηρέτης Γεώργιος Οικ. Μονόπατος.
–1856. Ως ευκατάστατοι
και ευυπόληπτοι πολίτες της Πάρου σημειώνονται από τον Τσιπίδο, τα Μάρμαρα, τον
Δραγουλά και τις Λεύκες το 1856 όπως αναφέρονται στον κατάλογο 1278 πολιτών από
τις Κυκλάδες (εω Ερμούπολει την 6 Σεπτεμβρίου 1856») που δημοσιεύθηκε στο
«Παράρτημα τη Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Εν Αθήναις την 15 Οκτωβρίου 1856»),
οι κατωτέρω: Τσιπίδος Ανδρέας Αλιπράντης ετών 51 κτηματίας, Σταύρος Μονόπατος
53 ετών γεωργός και Νικ. Βατιμπέλας 58 ετων κτηματίας. Λεύκες: Γεώργιος Εμμ.
Ρούσσος 67 ετών γεωργός, Ιωάννης Ν. Ρούσσος 41 ετών κτηματίας, Ιωάννης
Καλόπλαστος, Ιωάννης Κονταράτος, Ιάκωβος Ι. Σκιαδάς και Ιωάννης Γ. Χανιώτης,
κτηματίες, Ανδρέα Α. Παντελαίων 40 ετών γεωργός, Δημήτριος Μ. Χανιώτης 50 ετών
γεωργός και Δημήτριος Α. Χανιώτης 50 ετών κτηματίας. Μάρμαρα: Αθανάσιος
Παπαδόπουλος 43 ετών κτηματίας και Δομίνικος Βαρότζης 40 ετών κτηματίας.
Δραγουλάς: Νικήτας Σιφάκης 50 ετών κτηματίας.
–1875. Σε
εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει
εγγεγραμμένος ο Μονόπατος Νικόλαος του Ιωάννη 32 ετών βυρσοδέψης και ο
Μονόπατος Νικόλαος του Εμμανουήλ 33 ετών κτίστης. Και ο Μονόπατος Σταύρος του
Εμμανουήλ 72 ετών γεωργός. Αλλά και ο Δημήτρης Μονόπατος του Ιωάννη 39 ετών
εργάτης. Και ο Μονόπατος Εμμανουήλ του Ευστρατίου 24 ετών εργάτης.
–1875. Σταύρος
Μονόπατος μεγαλοκτηματίας, πάντρεψε τις δυο κόρες του με μελλοντικούς
Δημάρχους, την Τομαζινα Μονόπατου με τον Δημήτριο Πατελη δήμαρχο Μαρπησσας το
1875 και τη Σουλτιανιω Μονόπατου με τον Συμεωνα Δελαγραμματη δήμαρχο Μαρπησσας
το 1892.
–1877. Σε
έγγραρο Μαρπήσσης στις 13 Ιανουαρίου του 1877 αναφέρεται η Ανέζα Σύζυγος εκ
δευτέρου γάμου Ευστρατίου Μονοπάτου, κάτοικος Μαρπήσσης, συνοικία του Χριστού ή
της Μεταμόρφωσις.
–1911. Εμμανουήλ
Μονόπατος ιερέας από τη Μάρπησσα, μένει στην Αθήνα το 1911. Εγγονός του
οικονόμου Εμμανουήλ Μονόπατου.
–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Λαζαρινού Μαρία, όνομα συζύγου Δημήτριος όνομα
πατρός Νικ. Μανόματος (παραφθορά του Μονόπατος).
–Μονόπολης: Το επώνυμο Μονόπολης
είναι από τα λιγότερο τεκμηριωμένα παριανά επώνυμα, καθώς μέχρι σήμερα
εντοπίζεται μία συγκεκριμένη ιστορική αναφορά.
–1826. Στις 13
Ιανουαρίου 1826. Ορφανά του ποτέ Ζησίμου Μονόπολη.
–Μοραΐτης: Βλέπε Μωραΐτης.
–Μοράκης: Βλέπε
Μωράκης
–Μορώνης: Το επώνυμο Μορώνης
καταγράφεται στην Πάρο κατά τον 19ο αιώνα, με παρουσία στο χωριό των Μαρμάρων.
–19ως αιώνας
στο χωριό Μάρμαρα βρίσκουμε το επίθετο Μορώνης.
–Μοσκονάς ή Μοσχονάς: Μοσκονάς ή
Μοσχονάς
Παλαιά
οικογένεια της Νάουσας με καθολικές καταβολές
Παλαιό
παριανό επώνυμο
Το επώνυμο Μοσκονάς
ή Μοσχονάς αποτελεί ένα από τα παλαιότερα επώνυμα της Νάουσας. Η οικογένεια
εμφανίζεται στις παριανές πηγές ήδη από το 1639 και παρουσιάζει ιδιαίτερο
ενδιαφέρον, καθώς μέλη της συνδέονται στενά τόσο με την ορθόδοξη όσο και με την
καθολική κοινότητα της Νάουσας. Η μακρά παρουσία της στην περιοχή μαρτυρεί μια
οικογένεια με κοινωνική και οικονομική επιφάνεια, η οποία συμμετείχε ενεργά στα
κοινοτικά πράγματα.
Οι
Μοσκονάδες στη Νάουσα τον 17ο αιώνα
Το 1639
συναντούμε τον Νικόδημο Μοσχονά, ιερομόναχο και πρωτοσύγκελλο της
Νάουσας, ενώ την ίδια χρονιά υπογράφει ως ηγούμενος των Αγίων Αποστόλων. Η
οικογένεια εμφανίζεται και στα σημαντικά έγγραφα του 1663 που αφορούν την
παρουσία των Ιησουιτών στην Πάρο. Ο Γεώργιος Μοσκονάς υπογράφει μαζί με
τους προκρίτους και τους ιερείς της Νάουσας αίτηση προς τον ηγούμενο των
Ιησουιτών Γασπάρο Εμμανουήλ, ζητώντας την επιστροφή των πατέρων στο νησί.
Τον ίδιο
χρόνο ο Γεώργιος Μοσκονάς, μαζί με τη σύζυγό του Μαρκέττα, πωλεί στους
Ιησουίτες οικία στο μέσα Κάστρο της Νάουσας. Στο έγγραφο αναφέρεται μάλιστα ότι
μέρος της περιουσίας παραχωρείται στους Ιησουίτες για την ίδρυση μοναστηριού. Η
οικογένεια, επομένως, φαίνεται να είχε στενές σχέσεις με το καθολικό περιβάλλον
της Νάουσας.
Η παρουσία
των Μοσκονάδων συνεχίζεται και το 1675, όταν ο Γιώργος Μοσκονάς και ο
Τζουάνες Μοσκονάς υπογράφουν νέα αίτηση για την εγκατάσταση Καπουκίνων στη
Νάουσα. Την ίδια περίοδο ο Γεώργιος Μοσχονάς φιλοξενεί μαζί με τον Νικηφόρο
Γιράρδη τους Καπουκίνους μοναχούς, έως ότου ολοκληρωθεί η κατοικία τους.
Η οικογένεια
τον 18ο αιώνα
Οι
Μοσκονάδες εξακολουθούν να εμφανίζονται στις παριανές πηγές κατά τον 18ο αιώνα.
Το 1718 ο ιερομόναχος Νικόδημος Μοσχονάς υπογράφει προικοσύμφωνο στη Νάουσα,
ενώ το 1721 αναφέρεται ως ηγούμενος της Μονής Ταξιαρχών. Το 1729 συναντούμε τον
ιερέα Ναθαναήλ Μοσχονά στους Ταξιάρχες Κουνάδου.
Κατά τις
επόμενες δεκαετίες, μέλη της οικογένειας συμμετέχουν στα κοινά της Πάρου. Ο
Γεώργιος Μοσκονάς αναφέρεται σε πρακτικό εκλογής απεσταλμένων της Νάουσας το
1733, ενώ ο Χούσης ή Χρούσης Μοσκονάς εμφανίζεται στις γενικές συνελεύσεις των
Παριανών το 1738, 1739, 1747 και 1751. Οι αναφορές αυτές δείχνουν ότι οι
Μοσκονάδες εξακολουθούσαν να αποτελούν αναγνωρίσιμη οικογένεια της Νάουσας και
να συμμετέχουν στην κοινοτική ζωή του νησιού.
Οι
Μοσκονάδες και το καθολικό στοιχείο
Ιδιαίτερη
σημασία έχει η σύνδεση της οικογένειας με την καθολική κοινότητα της Νάουσας.
Τα έγγραφα του 17ου αιώνα δείχνουν ότι οι Μοσκονάδες δεν ήταν απλώς κάτοικοι
της Νάουσας που συναλλάσσονταν περιστασιακά με τους καθολικούς μοναχούς.
Συμμετείχαν ενεργά στις προσπάθειες για την εγκατάσταση Ιησουιτών και
Καπουκίνων και παραχωρούσαν περιουσιακά στοιχεία για τη δημιουργία καθολικών
ιδρυμάτων.
Το γεγονός
αυτό, σε συνδυασμό με την παρουσία τόσο ορθόδοξων όσο και καθολικών οικογενειών
στη Νάουσα, φανερώνει τον σύνθετο θρησκευτικό χαρακτήρα της παλιάς παριανής
κοινωνίας. Δεν αποκλείεται, επομένως, τμήμα της οικογένειας να ανήκε στο
καθολικό δόγμα, ενώ άλλοι κλάδοι να είχαν ορθόδοξη εκκλησιαστική παρουσία.
Η σιωπή των
πηγών και τα Ορλωφικά
Μετά τα μέσα
του 18ου αιώνα οι σαφείς αναφορές στους Μοσκονάδες αραιώνουν και στη συνέχεια η
οικογένεια φαίνεται να χάνεται από τις παριανές μαρτυρίες. Η εξαφάνιση αυτή
παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή συμπίπτει χρονικά με τις μεγάλες
αναστατώσεις που γνώρισε η Πάρος κατά τα Ορλωφικά (1770–1774).
Η ρωσική
παρουσία στο Αιγαίο και οι αναταράξεις που ακολούθησαν προκάλεσαν μετακινήσεις
και ανακατατάξεις του πληθυσμού, ενώ το καθολικό στοιχείο του νησιού βρέθηκε σε
ιδιαίτερα δυσχερή θέση. Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο είναι πιθανό
οικογένειες με ισχυρούς δεσμούς με το καθολικό περιβάλλον, όπως οι Μοσκονάδες,
να απομακρύνθηκαν από την Πάρο ή να διασκορπίστηκαν.
Δεν
διαθέτουμε, μέχρι σήμερα, συγκεκριμένο τεκμήριο που να αποδεικνύει ότι οι
Μοσκονάδες εγκατέλειψαν την Πάρο εξαιτίας των Ορλωφικών. Η απότομη όμως
υποχώρηση των αναφορών τους μετά την περίοδο αυτή αποτελεί σοβαρή ένδειξη
που αξίζει να διερευνηθεί.
Έτσι, οι
Μοσκονάδες καταγράφονται ως μία από τις παλαιές οικογένειες της Νάουσας, με
παρουσία τουλάχιστον από τις αρχές του 17ου αιώνα, συμμετοχή στα κοινοτικά
πράγματα και ιδιαίτερη σχέση με το καθολικό περιβάλλον της Πάρου. Η
μεταγενέστερη εξαφάνισή τους από τις πηγές μπορεί να αποτελεί ένα ακόμη ίχνος
των μεγάλων δημογραφικών και κοινωνικών ανακατατάξεων που γνώρισε η Νάουσα και
ολόκληρη η Πάρος κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα.
–1639. Νικόδημος Μοσχονάς ιερομόναχος και
πρωτοσύγκελλος Ναούσης το 1639.
–1639. Στις 15 Μαΐου 1639 ο Ηγούμενος
των Αγίων Αποστόλων Μοσχονάς Νικόδημος υπογράφει ενθύμηση σε κώδικα της μονής
Αγ. Ιωάννη Θεολόγου της Πάτμου «Το παρόν
αφιερώνεται εις τους αγίου και πανευφήμους Αποστόλους εις την Πάρο εις την
Άγουσα».
–1663. Δωρεά κληροδοτήματος
μοναχής Καλήστρατης στου πατέρες Ιησουήτες ARSI, Gallia
105, 1 φ. 457.
Εις δόξαν Χριστού αμήν 1663
ιούλιος 11.
Έστοντας και ποτέ λυρά
Καλήστρατη μοναχή και να αφήση δια την ψυχήν της στα μοναστήρια του αγίου όρους
ήγουν στην λάβραν και στην ασημόπετραν δυο σπιτια κατώγια με το εκλησιαδάκι του
μέγαν Ταξιάρχην και με τα δικαιώματά των απόξω από το υγιαλόν και να των αφήση
και 12 γρόσια να πλερόνουσι χαράτζι της αφεντίας και νάναι σήμερον 25 χρόνοι
και επέκεινα και κανείς από τα μοναστίρια να μην τα γυρέψουν μόνον εχαλασθήκασι
και αφτώονται και η εκκλησία να γίνη ωσάν αχούρι και ο κόσμος να πλερόνη τόσους
χρόνους τοχαράτζι και να ζημιονούμεθα εις τούτο εμάθαμε πως οι πατέρες οι
γεζουίταις (Ιησουήτες) θε να έρθουνε και κτίσουνε εδώ μοναστήρι δια την ψυχήν
τως ήγουν ο προεστώς πατέρας γάσπα εμανουήλ (Γασπάρο Εμμανουήλ) από την
συντροφίαν του Ιησού και να πάρη και άλλους τόπους εκέι κοντά εις τα άνωθεν
χαλάσματα εις τούτο εθελήσαμεν εμείς οι υποκάτωθεν υπογεγραμμένοι παπάδες και
γέροντες και η επίλοιπη κομουνιτά (κοινότητα) του καστελίου αγούση (Ναούσης)
και δίνομεν του αυτού πατέρα τα άνωθεν σπίτια και τα δικαιώματά τως όλα και
δίνομεν τους και το χαράτζι (κεφαλικός φόρος) γρόσια 12 δια να μην τα χάνη η χώρα από την σήμερον να
τα κτίση να τα κάμη ως θέλει και βούλεται ωσάν καθολικά πράγματα εδικά του να
τ’άχουσιν ως τον αιώνα του αιώνος που να στέκη ο κόσμος και κανείς να μην τους
τα πέρνη ποτέ και εμείς όλοι μας να τους μαντινιέρωμεν (ιτ. =συντηρούμε) τους
άνωθεν πατέρες σε παντοτινόν και αναπαμένον ποσέσο (ιτ. =αναμφισβήτητη κατοχή).
Δια το αληθές γράφομεν και
ιδιοχείρος μας όσοι ξεύρομεν και όσοι δεν ηξεύρομεν βάνομεν άλλους να γράψουσιν
δια λόγου μας.
Παπα αντώνις στέργω τα άνωθεν
(δεν αναφερεται επωνυμο)
Σκελλάριος αγούσης
(Σακελλάριος Ναούσης) στέργω τα άνωθεν και επίτροπος
Παπα δημήτρις τριαντάφυλος
(Τριαντάφυλλος, πρώτη μαρτυρία) στέργω και επίτροπος
Παπα νικόλαος κρουτιανός
στέργω (Κορτιάνος, πρώτη μαρτυρία)
Παπα δημήτρις γαρατιάς στέργω
(ίσως Γρατσίας)
Πρωτόπαπας στέργω
Γαβριήλ ιερομόναχος στέργω
Γεώργις Μοσκωνάς στέργω
(Μοσχονάς, γνωστό από το 1639).
Ιωάννης σκουτάριος στέργω και
επίτροπος (πρωτη μαρτυρία)
Μαστρο γληγόρις μπηρμπηνιας στέργω και επίτροπος
(Πιρπινιάς ή Περπινιάς, μαρτυρείται από
το 1652)
Ανεγνώστης Σκορδήλης στέργω (Σκορδίλης, γνωστό από το
1606 )
Παπα Θεόδωρος στέργω
Κωνσταντής Μοστράτος στέργω
(μαρτυρείται από το 1658)
Παπα Τζάνες Καλέργης στέργω
(μαρτυρείται από το 1652)
Παπα Χριστόφορος στέργω
Γιαννούλης Μπρούτος στέργω
(μαρτυρείται από το 1658)
Νικόλα Μαραπότζο στέργω (πρώτη
μαρτυρία, γνωστό ως τον 19ο αι.)
Αποστόλης Ραγούσης στέργω
(μαρτυρείται από το 1501)
Ανδρέας Ακριβός στέργω
(μαρτυρείται από το 1613 μέχρι τον 18ο αι.)
Βασίλης Σαλονικαίος στέργω
(μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 18ο αι.)
Δημήτρης Μαλατέστας στέργω
(μαρτυρείται από το 1610)
Μιχέλης Ακριβός στέργω
(μαρτυρείται από το 1613 μέχρι τον 18ο αι.)
Γεώργις Πιρπηνιάς στέργω
(μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 19ο αι.)
Δομένεγος Μεδρινός στέργω
(Μενδρινός, μαρτυρείται από το 1610)
Τζόρτζης Μαρκαδιάντος στέργω
(Πρώτη αναφορά, γνωστό μέχρι τον 19ο αι.)
Νικόλας Κουρτιάνος στέργω
(πρώτη αναφορά)
Γεώργις Φωκάνας στέργω (ίσως
Φωκιανός)
Ανεγνώστης Μπελόνιας στέργω
(πρώτη αναφορά, γνωστό μέχρι τον 20ο αι.)
Γεώργις Μαλατέστας στέργω
Τζανίς Μαλατέστας στέργω
(γνωστό από το 1610)
Φρατζέσκος Καλέργης στέργω
(Καλλέργης, γνωστό από το 1652)
Ιωάννης Ραγούσης στέργω
(γνωστό από το 1501)
Ιωάννης Γρατσίας στέργω (πρώτη
μαρτυρία)
Γεώργιος Σαλονικαίος
(μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 18ο αι.)
και νοτάριος του καστελίου Άγουσας (Νάουσας)
έγραψαμεν με θέλημα της κομουνιτάς και στερεώνω τα άνωθεν και τα όπισθεν.
–1663. Πωλητήριο οικίας Μοσκωνά στο μέσα Κάστρο
Ναούσης στον ηγούμενο Ιησουϊτών Νάξου Γάσπαρο Εμμανουήλ. ARSI, Gallia 105,
1φ. 458.
Εις το όνομα του Χριστού αληθινού Θεού αμήν. 1663
ιουλίου 18 στο καστέλι της άγουσας από το ένα μέρος ο αφέντης γεωργάκης
μοσκωνάς μαζί με την αρχόντισαν του κυράν μαρκέττα και από το άλλο μέρος ο
αιδεσιμώτατος πατέρας γάσπαρ εμανουήλ προεστώς της ρεζιδέντζας (ιτ. =κατοικίας,
μονής) της συντροφιάς του Ιησού στη ναξίαν και θεληματικώς του αυτού ανδρόγυνου
επούλησαν ένα σπίτι οπού το έχουσιν αγορασμένον από τον αφέντη μιχελάκη
πρωτόδικο καθώς φαίνεται από το γράμμα καμωμένον στην Παρκιάν στας 6 ιουνίου
1663 τοποθετημένον στο μέσα κάστρο της άγουσας σύμβιο το μισέρ γεώργη
σαλονικαίου το σπίτι και αποκάτωθε του σπιτιού του εμανουήλ ραγούση και όξω από
το σπίτι εκείνο και κάμεραν ακόμη επούλησεν και τον αέρα και αυλογυρησίαν οπού
είχε μεριά του γυαλού με το πηγάδι και πάσαν κομοδιτά και κάθε δικαίωματα
ελεύθερον και πάσαν κράτηξιν εξόχως από το χαράτζι της αφεντιάς γρόσια 8 ήγουν
οκτώ. Και την παρούσαν πουλησίαν κάμνουσιν το άνωθεν ανδρόγυνο του άνωθεν
πατέρα δια ρεάλια 70 .
Την αυτήν ημέραν έμπρωστεν εμού του ιδίου νοτάριου και
μαρτύρων το αυτό ανδόγυνο ήγουν αυθέντης ο γεωργάκης μοσκωνάς με την αρχόντισάν
τουεδώκασιν του αυτού πατέρα εμανουήλ από την σήμερον δονατζιόνε ίντερ δίδος
(λατ., ιτ.= την δωρεα) εκείνου και των διαδόχων του την κάναβα οπού έχουσι
σύμπλιο του άνωθεν πουλημένου σπιτιού και αέρα και αυλογυρισίν του με τα
δικαιώματα της αυτής κάναβας και με τον αέρα και ανώγι της πορτιανικής κάμερας
τον αέρα και κάθε δικαίωμα δια την ψυχήν των σίνωσι των άνωθεν πατέρων της
συντροφίας του Ιησού δια να κάμουν εκεί μοναστίρι με την κονδιτζιω (ιτ. =
προϋπόθεση) ετούτην αν ίσως και δεν θέλουσιν οι αυτοί πατέρες να κάμουσι
μοναστίρι να στρέψουν το άνωθεν σπίτι αγορασμένον και πηγάδι κάναβαν και
πορτινήν και κάμεραν με τα δικαίωματά τως στο άνωθεν ανδρόγυνο και εις τους
κληρονόμους των και δια βεβαίωσιν του άνωθεν χαρισμάτου και δονατζιώ εγίνηκε το
παρόν γράμα εις το οποίον υπογράφουσιν οι ευεργετάδες τάζοντας να το
μαντινιέρουν των πατέρων εναντίον εις καθενίς υποχρέωσιν ως άνωθεν και κοντάννα
(ιτ. = ποινή) αφεντίας ρεάλια 20 και όλα ελεύθερα και χωρίς άλλην κράτηξιν παρά
γρόσια 8 κράτηξιν της αφεντίας.
Γεώργιος Μοσκωνάς στέργω τα άνωθεν για λόγους μου και
για την γυναίκα μου Γάσμαρ Εμανουήλ προεστός και στέργω και ατζετάρω την άνωθεν
πουλησίαν.
Γεώργις Μαρκαδιάντος, Μπερτουμίς Μπρούτος, Γεώργις και
Κωνσταντή Φωκιανού, Γεώργις Σαλονικαίος και νοτάριος (ιτ. =συμβολαιογράφος) του
καστελίου άγουσας (Νάουσας) με θέλημα των δύο μερίδων έγραψα και μαρτυρώ.
Τζουάνες Γεράρδης, Νικηφόρος Γεράρδης, Νικόλας
Ραγούσης μαρτυρούμε τα άνωθεν.
–1663. Αιτήσεις Ναουσαίων στον ηγούμενο Νάξου Γασπάρο Εμμανουήλ α)ARSI Galloa .455
Ευλαβέστατε και αιδεσιμώτατε εν Χω Πάτερ
Η ευχή της αγιωσύνης σου απάνω μας και εις όλον το νησίν τούτο.
Έστοντας και από δεκατέσσερες χρόνους οπού λείπουσιν οι ευλαβέστατοι πατέρες
της συντροφίας από το νησί μας επαρακαλέσαμεν πολλαίς φοραίς να γυρίσουν εδώ
οπού τους είχαμε προτήτερα χρόνους επτά και ακόμη δεν εστραφήκασι αν καλά και
πάντα μας ήταξαν καλήν όρεξιν. Τώρα οπού ακούομεν πως ήλθασι εις την Τήνο και
εις την Μήλον πρέπον μας εφάνηκεν να δείξωμεν και εμείς την αγάπην και τον
πόθον οπού είχαμεν να τους απολαύσωμεν εδώ και να παραλέσωμεν να μας τους
επέμψη η αιδεσιμότης σου σαν εκείνος οπού τους ορίζει όλους και δεν γυρεύει
άλλο παρά να τους στείλη εκεί οπού εμπορούσι να βοηθήσουν ταις ψυχαίς εις
σωτηρίαν παντοτινήν και δόξαν του Θεού και απαντέχοντας τούτην την χάριν
φιλούμεν τα χείρας της αιδεσιμότης σου όσοι εδώ κάτω υπογράψαμε.
Από την Πάρον στας 16 του ιουλίου 1663.
Νικόλαος (Ρούσσος) ιερεύς και οικονόμος αγούσης σακελλάριος στέργω τα
άνωθεν
Παπα δημήτριος τριαντάφυλος στέργω
Ιωασάφ ιερομόναχος μαλατέστας στέργω
Παπα Τζάνες Καλέργης στέργω
Παπα δημήτρις γανάτζες στέργω
Νικηφόρος γιράρδης στέργω τα άνωθεν
Γεώργις μοσκονάς στέργω
Τζουάνες μοσκονάς δούλος της
εντιμότης σας
Τζουάνες κωταρίς δούλος της
αιδεσιμότης σας
Μαστρο γληγόρης (Περπινιάνης) δούλος
της αιδεσιμότης σας
Ανδρέας καλέργης δούλος της
αιδεσιμότης σας
Δημήτρις μαλατέστας δούλος της
αιδεσιμότης σας
Νικήτας μεδρινός στέργω
Ανεγνώστης ραγούσης στέργω.
–1672. Το 1672
ιερομόναχος και πρωτοσύγκελλος Ναούσης ο Νικόδημος Μοσχονάς.
–1674. Γράφει ο ιστορικός της καθολικής κοινότητας Νάξου Ι.
Μαρκόπολις, «Δια την χαρμόσυνον είδησιν εγκαταστάσεως των Καπουκίνων στην
Νάουσαν, οι κάτοικοι της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατασυγκινηθέντες
από τα επαγωγά διδάγματα των πατέρων Καπουκίνων, προέβησαν εις επανειλημμένας
ενεργείας παρά τοις αρμοδίοις δια την μονίν εγκατάστασιν των πτωχών της Ασσίζης
εις την πόλιν των. Επί μακράν σειράν ετών εξακολουθούν να απευθύνουν εγγράφους
αιτήσεις προς τας προϊσταμένας αρχάς του τάγματος δια την εκπλήρωσιν του κοινού
πόθου των. Επί τέλους το 1674 η αίτησις των εγένετο αποδεκτή. Απερίγραπτος
υπήρξε η χαρά και πρωτοφανής ο ενθουσιασμός των κατοίκων της Ναούσης δια την
χαρμόσυνον είδησιν περί οριστικής εγκαταστάσεως των Καπουκίνων εις την
κωμόπολιν των. Επ’ ευκαιρία του ευφροσύνου αγγέλματος προσύλθον διάφοροι
ορθόδοξοι ιερείς και οι προύχοντες της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι,
ενώπιον του Γάλλου υποπρόξενου , και υπέγραψαν το έγγραφον. Εις δόξαν Χριστού
αμήν. Εν έτει 1674 Δεκεμβρίου 25, εν κάστρω Νάουσας, όλοι ομόγνωμα και
ομονιασμένοι προσμένουμε τους αιδεσιμοτάτους πατέρες να έρθουν εδώ να κτίσουν
ένα μοναστήρι και δια σημάδι και βεβαίωσιν πως τους δεχόμαστε με κάθε μας
καρδίαν και πολλά μετά χαράς υπογράφομε το παρόν γράμμα οι υποκάτωθεν
υπογεγραμμένοι…» (υπογράφουν 12 ορθόδοξοι ιερείς και δυο καθολικοί, ο π.
Λεονάρδος Φρέρης εφημέριος του Αγίου Γεωργίου Νάουσας και ο π. Δομένιος
Κρίσπης. Και 40 πρόκριτοι εκ των οποίων οι αδερφοί Γιράρδοι κ.α.). Ο
Σακελλάριος Ναούσης, ο Σκευοφύλαξ Ναούσης παπά Νικόλαος Κορτιάνος, Πρωτόπαπας,
Ηλίας ιερεύς και Σακελλάριος Ναούσης, Πρωτοσύγκελος Νικόδημος ιερομόναχος, παπα
Νικόλαος Ρούσης (ίσως Ρούσσος), Παπα Δημητρης, Παπα Θεόδωρος Πατελάς (ίσως
Πατέλης), Παπα Τζάνες Καλούργης (Καλλέργης), παπα Χριστόφορος, Παπα Γιώργης
Πουλός, Θεόδωρος …, παπα Νικολός Μαρκαντάτος, Ανεγνώστης Ρινιέρης (Ρενιέρης),
Ανδρέας Καλούργης (Καλλέργης), Ιωάννης Κορτιάνος, Ιωάννης Ντελαγραμμάτικας,
Γιωάννης Νταμουλής, Γιάκουμος Ρούσος (Ρούσσος), Γεώργης Καλλέργης, PRE Domenico Crispo, Νικηφόρος Γεράρδης, Μιχελέτος
Σπυρίδος, Αντώνης Μαλαξός, Ανδρέας Σμυρνιός, Φρατζέσκος Γρίσπος, Γεώργης
Σαλονικιός, Τζάνες Καζανόβας, Ιωάννης Λευκαρός, Μιχέλης Σαλονικιός, Marco Foscolo, Ιωάννης Μοσκονάς,
Αντώνης Γρυπάρης, Ιωάννης Σκούταρης, Φρατζέσκος Καλέργης, Ανεγνώστης Καρτιάνος,
Γεώργης…, Ντεμενεγος Μεντρινός (Μενδρινός), Δημήτρης Στοφιλάς, Αντώνης
Γρυπάρης, Γεώργης …, Δημήτρης …, Γεώργης …, Γεώργης Αλαβάνος, Δημήτρης
Βασταζής, Νικολής Μπάρμπερης, Δημήτρης …, Μπατίστας Γεράρδης, Νικόλαος
Γεράρδης.
–1675. Στις 15 Μαΐου 1675. Σε επιστολή Ναουσαίων προς
τον πρεσβευτή των Γάλλων, αιτώντας Καπουκίνους πατέρες υπογράφει ο Γιώργος Μοσκονάς και ο Τζουάνες
Μοσκονάς.
–1675. Στις 27
Μαΐου 1675, Σεραφείμ ο εκ Ριόν παρεγένετο εις Άγουσα (Νάουσα) προς βοήθεια των
ψυχών και την εορτή της Πεντηκοστής και να διδάξει στο σχολείο εν τη οικία του
Νικηφόρου Γιράρδη και μετα της ημέρας μετοίκησε εις την θυγατέρα του μακαρίτου
Γεωργίου Μοσκονά, συζύγου του Δομένικου Κρίσπου, ως αυτής θανούσας
χειροτονήθηκε ιερεύς (καθολικός).
–1675. Στις 18
Ιουνίου του 1675, παρουσία του ηγούμενου Νάξου π. Φραγκίσκου από το Αρράς,
αποφασίστηκε η αγορά του ορθόδοξου ναϊδρίου Αγίου Αθανασίου αντί 25 σκούδων.
Εγκαινιάστηκε με τη συμμετοχή όλων των κατοίκων στις 2? του ίδιου μήνα. Έως την
ανοικοδόμηση κατοικίας στον περίβολο του ναού (σήμερα τον βυζαντινό μουσείο
Νάουσας), οι δυο μοναχοί φιλοξενήθηκαν από τον Νικηφόρο Γιράρδη και τον Γεώργιο
Μοσχονά. Τότε άρχισε να λειτουργεί το πρώτο οργανωμένο σχολείο στη Νάουσα με προϊστάμενο
τον π. Σεραφείμ. Ο π. Ιλαρίων επισκέπτονταν το νησί περιθάλποντας τους
αρρώστους. Το τρίπτυχο της αποστολής τους συμπληρώνονταν με το κήρυγμα.
–1715. Σε
έγγραφο του Καθολικού επισκόπου τον Ιανουάριο του 1715 αναφέρει χωράφι σιμπλιο
του Γεωργάκη Μοσκονά.
–1718. Ο
ιερομόναχος Νικόδημος Μοσχονάς υπογράφει προικοσύμφωνο στη Νάουσα του Ανδρέα
Πελπέση(;) και της Μαρκλετας στις 2 Μαΐου 1718.
«Προικοσύμφωνο Ανδρέα Πατελαρίσιου και Μαρκέτας».
«Εν γγαστελίω, Νάουσα, 2 Μαΐου 1718».
Η Ανουσάκη, σύζυγος «του ποτέ» Τζουανάκη Μοσκονά,
δίδει στην κόρη της Μαρκέτα «την εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου να την
εορτάζουν διά ψυχικήν τους σωτηρίαν και την εικόνα του Αγίου Αντωνίου».
–1719. Προικοσύμφωνο
Γληνάκη Αξιώτη και Μαργαρίτας Αλιπράντε
(Καστέλλι Ναούσης, 21 Ιανουαρίου 1719)
Πάρος, Καστελλίω Νάουσα 21 Ιανουαρίου
1719. Εις δόξαν του παντοδύναμου και ζώντος Θεού. Εις την πρεσβείαν της αυτού
μητρός, του αγίου μεγαλομάρτυρος Προκοπίου και πάντων των αγίων.
+Έθος παλαιόν και νόμος εδόθη παρά Θεού
Παντοκράτορος προς το πληνθητικών (sic) των ανθρώπων,
την ευλογίαν ενέλαβον ο Αβραάμ και η Σάρρα ελθέτω και όσοι τους νύν
συμφωνούντας την σήμερον ήλθον εις συνίβασιν υπανδρείας τα δύο μέρη από το εν
μέρος ο μαστρο Γλημάκης Αξώτης και από το έτερον η κερά Μαρούσα γυνή του ποτέ
Μιχαήλ Αλιπράντε έχων η ρηθείσαν Μαρούσα θυγατέραν ονόματι Μαργαρίτα όπως την
λάβη ο ρηθείς Γλημάκης διά γυναίκαν του νόμιμην και ευλογητικήν καθώς προστάζου
οι θείοι και ιεροί νόμοι των θειων κανόνων εν πρώτοις και διά χάριν ποιρκός
τάζει η κερά Μαρούσα της θυγατρός αυτής πρώτον τας ευχάς του Δεσπότου Χριστού
και της Παναγίας, των γονέων της του πατρός της και την εδικήν της έπειτα της
δώνει την εικόνα της Παναγίας το Γενέσιον να την εορτάζουν διά ψυχικήν των
σωτηρίαν τα σπίτια όλα ανώγια και κατώγιον κάτωθεν και το αργαστήρι κάτωθεν των
αυτών σπιτιών περό να της δώνη ο γαμπρός της ο μαστρο Γλημάκης ρεάλια μετρητά
είκοσι πέντε, νούμερο ρεάλια 25- να τα κάνη ως βούλεται. Δύο τηλάρια, σεντόνια
ζεύγη πέντε, κουρτίνες δύο, ένα πάπλωμα, πολίτικο μαξελάρια ζεύγη τέσσερα με τα
ντύματάν τως από τις φορεσιές ης μπουστομάνικα ζευγη πέντε, τα τρία μεταξωτά
μπουστομπράτζολα ζεύγη τρία χρυσά, κάρτζες ζευγη δυο κόκκινες, το ένα χρυσές
και το άλλο σκλέτες, δύο ζεύγη μάνικες βελούδες, ένα καβάδι τζαητουνί να το
κάμη ρούχο, τέσσερα κομμάτια δακτυλίδι μισή ντουζίνα περονοκούταλα ασημένια και
μίαν κούπα ασημένη, ένα λύχνος της βίδας, μίαν ντουζίνα πιάτα και έξι απλάδενες
του Αγκώνα, ένα χάλκωμα μικρό και ένα τηγάνι, δύο κασέλες, ένα τραπέζι το
μεγάλο, ένα κατρέπτη μεγάλο μαύρο, μίαν τουζίνα πετζέτες και ένα ταβλομάντηλο,
ένα βατζέλι μαρμαρένιο, από δε τα εξωτικά, το αμπέλι εν τη θέσει Κούμπαρένιος
πλησίος Γεωργάκη Λευκάρου, τα χωράφια εν τη θέσει Αμπελά όλα, πλησίον του
Ιωάννου Βασιλειόπουλου, το χωράφι εν τη θέσει Ξιφάρας με όλας του τα δικαιώματα,
πλησίον Γερμάνου Κοντιτζά και ένα κρασοβούτζι, άλλο και την ευχήν της. Από δε
το έτερον μέος ο μαστρο Γλημάκης πρώτον τας ευχάς του Δεσπότου Χριστού και της
Παναγίας και των γονέων του το χωράφι εν τη θέσει Προκόπου, πλησίον Αγγελετάκη
Νταμία, το έχει αγορά από την Κατερίνα του Ιωάννου Νταμία, έτερο χωράφι εν τη
θέσει Βορού, πλησίον Ιωάννου Ντελέντα, ένα κομμάτι αμπέλι εν τη θέσει Μαράθι,
πλησίον Δημήτρη Αναπλιώτη, ένα χάλκωμα της ρακής και ένα μικρό και οκτώ σαχάνια
τρία παπλώματα πολίτικα, δύο πεύκια, ένα ζευγάρι μπουστομάνικα μεταξωτά και
ρεάλια μετρητά τριακόσια, νούμερο ρεάλια 300. Άλλο και την ευχήν των γονέων
του. Ξεκαθαρίζοντας τέρμεν δύο χρόνους με τον ερχομόν του να στεφανωθού ή και
πρωτύτερα έλθει να έχει άδειαν να στεφανώνεται ειδέ και παντρευτεί ο Γλημάκης
να παίρνη η κοπέλα από τα τίποτις των πενήντα γροσώ πράγμα ο μόνμπλιλέ
(μόμπιλε), ο στάμπλιλέ είδε και πανδρευτή η κοπέλα να πάρη ο Γλημακης από των
πραγμάτων της πενήντα γροσώ πράγμα.
Ακόμα λέσει και ετούτην την
κοντετζιόν, όντας έλθη το θέλημα του αφέντη του Θεού να στεφανωθού και
αποβιώσου χωρίς να αφήσουν κληρονόμους να πηγαίνουν τα άνω γεγραμμένα πράγματα
εις τους πλέον σιμωτέρους των συγγενών τος μην εξουσιάζοντας άλλο η νύμφη πάρεξ
είκοσι γροσώ πράγμα να αφήνη διά την ψυχήν της ο στάμπιλε ο μόνμπιλε και ούχι
περισσότερο, εις τούτο είναι στερκτή και τα δύο μέρη. Και εις ένδειξιν εγεγόνει
το παρόν διαμαρτυρικόν των κάτωθεν αξιοπίστων και παρακαλετών μαρτύρων εις
ασφάλειαν. Ακόμα δώνει η κερά Μαρούσα της θυγατρός της τις μάνδρες και
σπιτότοπους κείμενες εις την Βρύση.
Διαμάρτυρας Γεώργιος Μοσχονάς.
Ιωάννης Κορτιάνος μάρτυρας παρακαλετός
… Anduano Afermo quanto
[di] sopra [=βεβαιώνω ως
άνωθεν]
Ιωάννης μάρτυρας παρακαλετός ο
Μαλατέστας
Τζάνες ο Καλλέργης πιστώς γέγραφα.
–1721. Το 1721 ο Ηγούμενος των Αγίων
Αποστόλων Μοσχονάς Νικόδημος διετελεί ηγούμενος της μονής Ταξιαρχών.
–1724. Ο
ιερομόναχος Νικόδημος Μοσχονάς υπογράφει προικοσύμφωνο στη Νάουσα στις 7
Δεκεμβρίου 1724.
–1729. Ιερέας Ταξιαρχών (Κουνάδου) ο
Ναθαναήλ Μοσχονάς το 1729.
–1733. Πρακτικό εκλογής απεσταλμένων του
κοινού της Νάουσας στην Κωνσταντινούπολη στις 26 Οκτωβρίου 1733 αναφέρεται ο
Γεώργιος Μοσκονάς.
–1734. Γράμμα των κοινών της Πάρου προς
τον καπουδάν πασά, εξ αφορμής του σοβαρού θέματος που δημιουργήθηκε με την
αιχμαλωσία Οθωμανών, κατά την επιδρομή πειρατών στην Πάρο. Σε έγγραφο σε
ικετήριας επιστολής της συνέλευσης στις 6 Αυγούστου 1734 προς τον καπουδάν Πασά
Κιααγιά μπέη αναφέρεται ο επίτροπος Νάουσας Γεώργιος Μοσκονάς.
–1738. Μαρτυρία υπερασπίσεως συμπατριώτη
τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά (για αντίδραση στην
συγκέντρωση της φορολογίας), κατά τη Γενική Συνέλευση από τα κοινά της Πάρου,
της 16 Ιουλίου 1738, υπογράφει ο Χούσης Μοσκονάς από τη Νάουσα της Πάρου.
–1739. Πρακτικό εκλογών κατά την Γεν.
Συνέλευση στις 30 Αυγούστου 1739 απεσταλμένου των κοινών της Πάρου στην
Κωνσταντινούπολη, εκλέγουν τον Νικόλαο Μαυρογένη, προκειμένου να
διαπραγματευθεί τα οικονομικά θέματα του νησιού. Αναφέρεται ο Χουσής Μοσχονάς.
–1744. Κατά τη Γενική Συνέλευση
εκπροσώπων όλων των κοινών της Πάρου, της 6 Απριλίου 1744, αποφασίζουν να
συντάξουν γράμμα υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους δραγουμάνου Νικολάου
Μαυρογένη, εναντίον των εις βάρος του συκοφαντιών μερικών συμπατριωτών τους,
προς τις τουρκικές αρχές. υπογράφει και ο επίτροπος Ναούσης Πάρου Μοσκονάς.
–1747. Σε πρακτικό εκλογής απεσταλμένου
στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό της Παροικιάς σε Γενική Συνέλευση στις 26
Οκτωβρίου 1747 μαρτυρείται ο επίτροπος Χουσής Μουσχονάς.
–1751. Σε έγγραφο στις 4 Νοεμβρίου 1751
αναφέρεται ο Χρούσης Μοσχονάς ως μάρτυρας.
–Μοσκονησιώτης: Βλέπε
Χαρβαλιάς
–Μόσκος: Το επώνυμο Μόσκος
πιθανότατα συνδέεται με τη λέξη «μόσκος», δηλαδή το νεογνό της αγελάδας. Στην
Πάρο το όνομα συνδέεται κυρίως με αγιογράφους που εργάστηκαν στο νησί στα τέλη
του 17ου και στις αρχές του 18ου αιώνα.
Ο Ιωάννης
Μόσκος στη Μάρπησσα
Γύρω στο 1700
εργάστηκε στην Πάρο ο Ιωάννης Μόσκος, αγιογράφος καταγόμενος από το Ρέθυμνο
της Κρήτης. Στον ναό του Ευαγγελισμού στη Μάρπησσα σώζεται εικόνα του Χριστού
ως Μεγάλου Αρχιερέως, έργο που αποδίδεται στον ίδιο και θεωρείται μοναδικό
ίσως στην Πάρο. Στην εικόνα διακρίνεται η υπογραφή του: «Ιω(άννης) Μόσκος
χείρ». Ο Ορλάνδος χρονολογεί το έργο περίπου στο 1700.
Ο Ιάκωβος
Μόσκος
Το 1704
μαρτυρείται στην Πάρο και ο αγιογράφος Ιάκωβος Μόσκος, καταγόμενος από
την Αστυπάλαια. Η παρουσία δύο αγιογράφων με το ίδιο επώνυμο, αλλά
διαφορετική καταγωγή, δείχνει ότι δεν είναι ασφαλές να θεωρηθούν μέλη της ίδιας
οικογένειας χωρίς πρόσθετα γενεαλογικά τεκμήρια.
Οι Μόσκοι
αποτελούν έτσι ένα ενδιαφέρον παράδειγμα καλλιτεχνών που, προερχόμενοι από
διαφορετικά νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη, πέρασαν από την Πάρο και άφησαν τα
έργα τους στη θρησκευτική και καλλιτεχνική ιστορία του νησιού.
–1700.
Ιωάννης Μόσκος, αγιογράφος, από το Ρέθυμνο της Κρήτης. Για την εικόνα του
Χριστού ο Μέγας Αρχιερεύς, στο ναό του Ευαγγελισμού στη Μάρπησσα, μοναδική ίσως
στην Πάρο. Δεξιά η υπογραφή του: «Ιω(άννης) Μόσκος χείρ». Ο Ορλάνδος χρονολογεί
το έργο γύρω στα 1700.
–1704.
Αγιογραφος Ιάκωβος Μόσκος από την Αστυπάλαια.
–Μοσκούδης: Το επώνυμο Μοσκούδης
καταγράφεται στην παριανή ιστορία του 19ου αιώνα, χωρίς μέχρι σήμερα να
διαθέτουμε περισσότερα στοιχεία για την προέλευση ή τη διαμόρφωσή του.
Το 1830,
στην Κωνσταντινούπολη, όπου είχε εγκατασταθεί και δραστηριοποιούνταν σημαντικός
αριθμός Παριανών, αναφέρεται ότι τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του ίδιου
έτους έφθασε ο Ιωάννης Μοσκούδης.
Η
συγκεκριμένη αναφορά αποτελεί, προς το παρόν, τη μοναδική γνωστή μαρτυρία για
το επώνυμο και επιβεβαιώνει την παρουσία ενός ακόμη Παριανού στον ευρύτερο
κύκλο των νησιωτών που μετακινούνταν και δραστηριοποιούνταν στην
Κωνσταντινούπολη κατά τα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους.
–1830. Στην
Κωνσταντινούπολη, όπου ζούσαν πολλοί Παριανοί, έφθασαν τον Σεπτέμβριο και τον
Οκτώβριο 1830 ο Ιωάννης Μοσκούδης.
–Μοστράτος: Μια παλαιά
οικογένεια της Νάουσας και της Παροικιάς, με παρουσία από τον 17ο αιώνα και
σημαντική παράδοση στην εκκλησιαστική τέχνη.
Οι Μοστράτοι αποτελούν
μία από τις παλαιότερες και καλύτερα τεκμηριωμένες οικογένειες της νεότερης
ιστορίας της Πάρου. Η παρουσία του επωνύμου στο νησί ανάγεται τουλάχιστον στα
μέσα του 17ου αιώνα και συνδέεται ιδιαίτερα με τη Νάουσα, την Παροικιά
και αργότερα τις Λεύκες και άλλες παριανές κοινότητες. Η οικογένεια ανέδειξε
ιερείς, κοινοτικούς αξιωματούχους, νοταρίους και, κυρίως, σημαντικούς
αγιογράφους, οι οποίοι άφησαν έργα σε ναούς της Πάρου αλλά και άλλων Κυκλάδων.
Η προέλευση του επωνύμου
Για την προέλευση των
Μοστράτων έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις. Σύμφωνα με μία ερμηνεία, το
επώνυμο συνδέεται με την κρητοβενετική παράδοση και πιθανότατα ανάγεται
σε ιταλική λέξη, όπως mostra, mostrare ή mostrato, με
σημασίες που σχετίζονται με το «δείχνω», «εκθέτω», «φανερώνω» ή «ο
αποδειγμένος, ο φανερωμένος». Από την ίδια ρίζα προέρχεται και η νεότερη
ελληνική έκφραση «είναι για μόστρα», δηλαδή για επίδειξη ή βιτρίνα.
Η ερμηνεία αυτή θα μπορούσε να
συνδέσει το επώνυμο με το βενετικό και δυτικό πολιτισμικό περιβάλλον που υπήρξε
έντονο στις Κυκλάδες και ιδιαίτερα στην Πάρο. Δεν πρέπει όμως να θεωρείται
απολύτως βέβαιη. Ο καθηγητής Νικόλαος Αλιπράντης έχει υποστηρίξει
διαφορετική άποψη, θεωρώντας τους Μοστράτους βυζαντινής καταγωγής. Τα
παλαιά παριανά τεκμήρια, πάντως, δείχνουν ότι η οικογένεια βρισκόταν ήδη βαθιά
ενταγμένη στην κοινωνία της Πάρου κατά τον 17ο αιώνα.
Οι πρώτες μαρτυρίες στη
Νάουσα
Η παλαιότερη μέχρι σήμερα
γνωστή μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο ανάγεται στο 1658, όταν ο ιερέας Μαρής
Μοστράτος υπογράφει στις 31 Μαΐου χρεωστική ομολογία των ιερών του
καστελλίου της Παροικιάς. Η παρουσία ιερέα με το επώνυμο ήδη στα μέσα του 17ου
αιώνα αποτελεί σημαντική ένδειξη ότι οι Μοστράτοι δεν ήταν νεοφερμένη
οικογένεια, αλλά είχαν ήδη αποκτήσει κοινωνική και εκκλησιαστική θέση.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το
έγγραφο του 1663, στο οποίο η κοινότητα της Νάουσας παραχωρεί στους
Ιησουίτες ακίνητα και εκκλησιαστικά δικαιώματα. Μεταξύ των κατοίκων και των
ιερέων που υπογράφουν συναντούμε τον Κωνσταντή Μοστράτο, ο οποίος
αναφέρεται ήδη από το 1658. Την ίδια χρονιά, στις 24 Ιουλίου 1663, η Γιαννούλα,
σύζυγος του Κωνσταντή Μοστράτου, πωλεί οικία στη Νάουσα στον ηγούμενο των
Ιησουιτών της Νάξου, πατέρα Γασπάρο Εμμανουήλ.
Η μαρτυρία αυτή έχει ιδιαίτερο
ενδιαφέρον, επειδή το οικογενειακό όνομα εμφανίζεται μέσα στο σύνθετο
θρησκευτικό περιβάλλον της Πάρου του 17ου αιώνα, όπου ορθόδοξοι και δυτικοί
καθολικοί συνυπήρχαν και συνεργάζονταν σε διάφορες κοινωνικές και κοινοτικές υποθέσεις.
Το 1665 εμφανίζεται
επίσης ο ιερέας Χρουσής Μοστράτος, ο οποίος μαζί με τον Ζαννή Τζανιά
υπογράφει έγγραφα της Νάουσας.
Η οικογένεια συμμετείχε και
στο αίτημα των Παριανών του 1672 προς τον προϊστάμενο της γαλλικής
επαρχίας των Ιησουιτών, με το οποίο ζητούσαν την εγκατάσταση καθολικών πατέρων
στην Πάρο. Μεταξύ των κατοίκων της Νάουσας που υπέγραψαν ήταν ο Χρουσάκης
Μοστράτος. Η παρουσία του επωνύμου σε αυτό το έγγραφο δείχνει ότι οι
Μοστράτοι βρίσκονταν μέσα στον θρησκευτικά μικτό κοινωνικό κόσμο της Νάουσας,
όπου οι ορθόδοξοι και οι καθολικοί κάτοικοι συνυπήρχαν.
Το 1675, σε επιστολή
των Ναουσαίων προς τον Γάλλο πρεσβευτή, με αίτημα την αποστολή Καπουκίνων
πατέρων στην Πάρο, υπογράφει ο Κωνσταντής Μοστράτος.
Οι Μοστράτοι στον Κέφαλο
και η μαρτυρία για την πειρατεία
Μία από τις πιο ζωντανές
μαρτυρίες για μέλος της οικογένειας προέρχεται από τον Νικόλαο Μοστράτο από
τον Κέφαλο, τον σημερινό οικισμό των Μαρμάρων. Σε έγγραφο της 22ας Μαΐου 1685,
ο «ευγενής μισέρ Νικολάκης Μοστράτος από το νησίν της Πάρου, από το Καστέλλι
του Κεφάλου» καταθέτει ως μάρτυρας για μία νυχτερινή επιδρομή κουρσάρων που
είχε πραγματοποιηθεί περίπου τρία χρόνια νωρίτερα.
Η μαρτυρία περιγράφει με
εξαιρετική ζωντάνια την εισβολή πέντε ενόπλων στο σπίτι του, την απειλή
εναντίον του φιλοξενούμενού του Τζάνε Κοντοφρέου και την απαίτηση των κουρσάρων
να τους παραδώσει χρήματα και χρυσάφι. Η αφήγηση αποτελεί πολύτιμο τεκμήριο για
την ανασφάλεια που προκαλούσαν οι πειρατικές επιδρομές στην Πάρο κατά τον 17ο
αιώνα και ταυτόχρονα αποκαλύπτει ότι ο Νικόλαος Μοστράτος κατείχε κατοικία και
κοινωνική θέση στον Κέφαλο.
Από τη Νάουσα στην
εκκλησιαστική και κοινοτική ζωή
Στα τέλη του 17ου και στις
αρχές του 18ου αιώνα το επώνυμο εμφανίζεται ολοένα συχνότερα. Το 1695,
σε ξυλόγλυπτο τέμπλο και δεσποτικές εικόνες του Αγίου Αθανασίου Νάουσας, έργα
κρητοβενετικής τέχνης, σώζεται η υπογραφή:
«δια χειρός των μοναχών
Νικοδήμου Γεράρδη και Ανδρέα Μοστράτου».
Η μαρτυρία αυτή είναι
ιδιαίτερα σημαντική, καθώς συνδέει ήδη από τον 17ο αιώνα το επώνυμο με την
τέχνη της αγιογραφίας.
Κατά τον 18ο αιώνα οι
Μοστράτοι εμφανίζονται πλέον ως πολυάριθμη και ισχυρή οικογένεια τόσο στη
Νάουσα όσο και στην Παροικιά. Το 1716 αναφέρονται ο παπά Θοδωρής
Μοστράρος, ο παπά Τομάζος Μοστράτος και ο Παναγιώτης Μοστράτος. Το 1718
εμφανίζεται ο ιερέας Ανδρέας Μοστράτος, ενώ το 1722 ο ιερέας Νικηφόρος
Μοστράτος και ο Μαρκάκης Μοστράτος.
Στις συνελεύσεις του κοινού
της Παροικιάς κατά τις δεκαετίες του 1720 και του 1730 εμφανίζεται
επανειλημμένα ο χαρτοφύλαξ Μοστράτος, ενώ συναντούμε επίσης τους ιερείς
Θεόδωρο, Ανδρέα, Νικηφόρο, Χούση και Τομάζο Μοστράτο. Η συχνότητα αυτών των
αναφορών φανερώνει ότι οι Μοστράτοι είχαν καταλάβει σημαντικές θέσεις στην
κοινοτική και εκκλησιαστική διοίκηση.
Ο χαρτοφύλαξ Μοστράτος
συμμετείχε σε εκλογές επιτρόπων, εκτιμητών και κοινοτικών αξιωματούχων, σε
αποφάσεις για τη φορολογία, σε αποστολές προς την Κωνσταντινούπολη και σε
υποθέσεις που αφορούσαν την οικονομική και διοικητική ζωή της Παροικιάς.
Οι Μοστράτοι της Νάουσας
Παράλληλα, η Νάουσα παραμένει
ένας από τους σημαντικότερους πυρήνες της οικογένειας. Το 1729, σε
προικοσύμφωνο της Νάουσας, ο Γεώργιος Μοστράτος παντρεύεται την Ειρήνη
Μαλατέστα, κόρη του Αντωνάκη Μαλατέστα.
Κατά τις επόμενες δεκαετίες οι
Μοστράτοι εμφανίζονται συνεχώς σε έγγραφα της Νάουσας και της Παροικιάς. Το
1738, για παράδειγμα, ο χαρτοφύλαξ Μοστράτος, ο παπάς Νικηφόρος Μοστράτος και ο
Γεώργιος Μοστράτος από τη Νάουσα υπογράφουν μαζί με άλλους Παριανούς μαρτυρία
υπεράσπισης του συμπατριώτη τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα.
Η παρουσία τους συνεχίζεται
στις κοινοτικές πράξεις του 1740, 1741, 1743, 1746, 1747, 1748, 1750 και 1752.
Το 1750, μάλιστα, καταγράφονται τόσο ο χαρτοφύλαξ Παροικιάς Μοστράτος
όσο και ο πρωτοπαπάς Νάουσας Μοστράτος, γεγονός που αποτυπώνει τη διπλή
παρουσία της οικογένειας στα δύο σημαντικότερα κέντρα του νησιού.
Η μεγάλη παράδοση των
Μοστράτων αγιογράφων
Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία
της οικογένειας κατέχουν οι Ανδρέας και Γεώργιος Μοστράτος, οι οποίοι
συγκαταλέγονται στους σημαντικότερους Παριανούς αγιογράφους του 18ου αιώνα.
Ο Ανδρέας Μοστράτος,
από τη Νάουσα, υπογράφει το 1752 την εικόνα της Παναγίας στον ναό της
Σύναξης της Θεοτόκου και του Αγίου Ευσταθίου στη Μάρπησσα:
«Εν έτη 1752 εν μινή
Δηκεμβρήου 4 και δια χηρός Ανδρέου Μοστράτου εκ νίσου Πάρου».
Το 1762 ζωγραφίζει τις
δεσποτικές εικόνες του ναού της Θεοσκέπαστης στη Νάουσα, τον Εσταυρωμένο του
τέμπλου της Παναγίας Καταπολιανής και έργα στη μονή της Χοζοβιώτισσας στην
Αμοργό. Η δράση του επομένως ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της Πάρου και τον
εντάσσει στην ευρύτερη καλλιτεχνική παράδοση των Κυκλάδων.
Ακόμη σημαντικότερος υπήρξε ο
αδελφός του, Γεώργιος Μοστράτος, ιερέας, αγιογράφος και κοινοτικός
αξιωματούχος. Υπήρξε χαρτοφύλακας, σακελλάριος και καντζελλάριος της Νάουσας,
δηλαδή γραμματέας της κοινότητας, και άφησε πλήθος έργων.
Το 1779 αγιογράφησε την
εικόνα του Αγίου Χαραλάμπους στον ομώνυμο ναό της Μάρπησσας, ενώ το 1780
την εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Χαραλάμπους στα Μάρμαρα,
με την υπογραφή:
«Και χείρ Χαρτωφύλακος
Μοστράτου Ναγυσηνού, Μαγίου 16».
Το 1784 ο Γεώργιος
Μοστράτος τοιχογράφησε το παρεκκλήσιο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Νάουσα,
του οποίου υπήρξε και ιδιοκτήτης. Το 1788 συνδέεται με τις εικόνες του
ξυλόγλυπτου εικονοστασίου του ίδιου ναού, ενώ ο ίδιος είχε αναλάβει την
ανακαίνισή του.
Η δραστηριότητά του δεν
περιοριζόταν στην τέχνη. Ως σακελλάριος και καντζελλάριος υπέγραφε συμβόλαια,
διαθήκες και κοινοτικά έγγραφα. Το 1789, το 1792, το 1798, το 1802 και
το 1812 συναντούμε την υπογραφή του σε διάφορες πράξεις της Νάουσας.
Στις 20 Αυγούστου 1812
αναφέρεται ως «κοινός καντζελλάριος Ναούσης» και σακελλάριος Μοστράτος,
συντάσσοντας έγγραφο παρουσία του ζαμπίτη και ταξιλδάρη Πάρου Ιωάννη
Μαυρογένους και των προεστών της Νάουσας.
Ο Γεώργιος Μοστράτος πέθανε
στη Νάουσα τον Απρίλιο του 1813, αφήνοντας πίσω του ένα σημαντικό
καλλιτεχνικό και κοινοτικό έργο. Την ίδια χρονιά αναφέρεται και ο θάνατος του
αγιογράφου Ανδρέα Μοστράτου, γεγονός που σηματοδοτεί το τέλος μιας
ιδιαίτερα σημαντικής γενιάς Μοστράτων καλλιτεχνών.
Οι Μοστράτοι κατά την
Επανάσταση
Η οικογένεια εξακολουθεί να
έχει ενεργό παρουσία κατά τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Το 1821,
σε έγγραφο της Νάουσας για τη συνεργασία και την οικονομική ενίσχυση του
Παναγιώτη Δημητρακόπουλου προς την Ύδρα, υπογράφει μεταξύ άλλων ο Μάρκος
Μοστράτος.
Το 1822, σε έγγραφο των
Παριανών προς τους Υδραίους, αναφέρονται ο Χρύσης Μοστράτος από την Παροικιά
και ο Αντώνιος Μοστράτος από τη Νάουσα. Ο τελευταίος εμφανίζεται και το 1825
ως σκευοφύλαξ της Νάουσας.
Η οικονομική και κοινωνική
θέση ορισμένων μελών της οικογένειας φαίνεται και από τις καταγραφές των
κοινοτικών χρεών. Το 1827 καταγράφεται ο Κωνσταντής Μοστράτος του
Κεφάλου με χρέος 100 γρόσια, ενώ το 1829 ο Ιωάννης Μοστράτος εμφανίζεται
με ποσό 700 γροσίων σε σχετική κατάσταση.
Παράλληλα, οι Μοστράτοι
εμφανίζονται και στα σχολεία της Πάρου. Στην αλληλοδιδακτική σχολή της Νάουσας
το 1829 καταγράφονται ο Γεώργιος, ο Δημήτριος και ο Ιωάννης Μοστράτος,
ενώ στην αντίστοιχη σχολή της Παροικιάς δύο μαθητές φέρουν το ίδιο επώνυμο.
Η οικογένεια στον 19ο αιώνα
Μετά την ίδρυση του ελληνικού
κράτους οι Μοστράτοι εξακολουθούν να αποτελούν πολυάριθμη οικογένεια της Πάρου.
Το 1830 καταγράφεται η άφιξη στην Κωνσταντινούπολη του Αντωνίου Κ.
Μοστράτου, γεγονός που δείχνει τη διατήρηση των παριανών εμπορικών και
οικογενειακών δικτύων στην οθωμανική πρωτεύουσα.
Το 1831 συναντούμε το
όνομα της Ζαμπίας Μοστράτου σε προικοσύμφωνο της Παροικιάς, ενώ στο ίδιο έτος ο
Αντώνης Μοστράτος από τη Νάουσα υπογράφει την επιστολή των Παριανών προς τον
επίτροπο του Αιγαίου σχετικά με τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί από την
εγκατάσταση Κρητών νεοαποίκων.
Το 1832 ο Μιχάλης
Αντωνίου Μοστράτος από τις Λεύκες αποκτά σπίτι στην Αγία Τριάδα της Παροικιάς.
Η αναφορά αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί δείχνει ότι μέχρι τις αρχές του
19ου αιώνα το επώνυμο είχε πλέον ισχυρή παρουσία και στις Λεύκες.
Στα μέσα του 19ου αιώνα η
εξάπλωση της οικογένειας είναι εμφανής στους εκλογικούς καταλόγους. Το 1847
στην Παροικιά καταγράφονται πολλοί Μοστράτοι, μεταξύ τους ο Αντώνιος, ο
Γεώργιος, ο Ιωάννης, ο Μάρκος, ο Νικόλαος και ο Φραγκίσκος, με επαγγέλματα όπως
κτηματίας, γεωργός, ράπτης και μεταπράτης.
Την ίδια χρονιά στις Λεύκες
καταγράφονται ο Ιωάννης Α., ο Κυριάκος, ο Κωνσταντίνος, ο Μάρκος, ο Μιχάλης και
ο Μπονοφάτζος Μοστράτος. Οι μεταγενέστεροι εκλογικοί κατάλογοι και τα μητρώα
αρρένων επιβεβαιώνουν τη συνεχή παρουσία του επωνύμου στις Λεύκες καθ' όλον τον
19ο αιώνα.
Οι Μοστράτοι έξω από την
Πάρο
Κατά τον 19ο αιώνα αρκετοί
Μοστράτοι μετακινούνται προς τη Σύρο, την Αθήνα και άλλα αστικά κέντρα,
χωρίς να χάνεται η παριανή τους ταυτότητα.
Στην Ερμούπολη καταγράφονται
Μοστράτοι με διάφορα επαγγέλματα: ναυτικοί, σιδηρουργοί, έμποροι, εμπορικοί
υπάλληλοι, τυπογράφοι και ξενοδόχοι. Το 1878, για παράδειγμα, ο Πέτρος
Μοστράτος, έμπορος από την Πάρο, παντρεύεται στην Ερμούπολη, ενώ το 1888
ο Ιωάννης Μοστράτος, τυπογράφος από την Πάρο, παντρεύεται στην ίδια πόλη.
Το 1896 καταγράφεται
στην Ερμούπολη ο Γεώργιος Μοστράτος, ξενοδόχος από την Πάρο, ενώ το 1909
ο Ευάγγελος Π. Μοστράτος, δικολάβος από την Πάρο, παντρεύεται στην Ερμούπολη.
Το 1910 αναφέρεται μάλιστα ως νομικός στην Επιτροπή της
Εκατονταπυλιανής.
Η παρουσία των Μοστράτων στη
Σύρο δεν αποτελεί επομένως μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά μέρος της ευρύτερης
μετακίνησης Παριανών προς την Ερμούπολη κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού
αιώνα.
Οι Μοστράτοι των Λευκών και
της Μάρπησσας
Οι ληξιαρχικές και
δημοτολογικές καταγραφές δείχνουν ότι κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα σημαντικός
κλάδος της οικογένειας εγκαταστάθηκε στις Λεύκες. Από τα μητρώα αρρένων
προκύπτουν διαδοχικές γενιές Μοστράτων: Νικόλαος, Ιωάννης, Μάρκος, Θεόδωρος,
Σπύρος, Κωνσταντίνος, Γεώργιος, Ζέππος, Εμμανουήλ και άλλοι.
Το 1875, στον εκλογικό
κατάλογο του Δήμου Υρίας, καταγράφονται ο Γεώργιος Μοστράτος του Μπονοφάτσου
και ο Κωνσταντίνος Μοστράτος του Χρουσή. Οι αναφορές αυτές επιβεβαιώνουν τη
συνέχεια της οικογένειας στην περιοχή που συνδεόταν διοικητικά με τις Λεύκες.
Το 1903, στα
δημοτολόγια του Δήμου Μάρπησσης, εμφανίζεται η Κυριακή Σπύρου Μοστράτου, ενώ
μεταγενέστερες αναφορές συνδέουν τους Μοστράτους και με την Παροικιά.
Η συνέχεια στον 20ό αιώνα
Η παρουσία της οικογένειας
συνεχίζεται αδιάκοπα και κατά τον 20ό αιώνα. Το 1912 αναφέρεται ο
ναυτικός Ζαννής Μοστράτος στην Παροικιά, ενώ το 1919 ο ράπτης Κωνσταντίνος Ιω.
Μοστράτος καταγράφεται στην Ερμούπολη.
Το 1919 γεννιέται ο
Στυλιανός Μοστράτος, ξυλουργός κάτοικος Παροικιάς, ενώ το 1925 ο Φραγκίσκος
Μοστράτος του Σπύρου καταγράφεται ως εργάτης στην Παροικιά.
Η σχέση της οικογένειας με την
εκκλησιαστική ζωή παραμένει ζωντανή. Το 1940, στον ναό του Αγίου Θωμά
στο Κάτω Μαράθι, σε αφιέρωμα προς τον ναό αναγράφονται ο Κωνσταντίνος Χ.
Μοστράτος και ο Ιωάννης Σ. Γαλανός.
Το 1952 συναντούμε το
πατρώνυμο Μοστράτος σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας, ενώ το 1954 ο Γ.
Μοστράτος συμμετέχει ως υποψήφιος στις κοινοτικές εκλογές της Παροικιάς με τον
συνδυασμό «Πρόοδος – Πολιτισμός».
Μια οικογένεια με βαθιές
ρίζες στην παριανή κοινωνία
Η ιστορική διαδρομή των
Μοστράτων παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή δεν πρόκειται απλώς για ένα
παλαιό παριανό επώνυμο, αλλά για μία οικογένεια που επί περισσότερους από τρεις
αιώνες συμμετείχε ενεργά σε διαφορετικές πλευρές της ζωής του νησιού.
Από τον Μαρή Μοστράτο του
1658 και τον Κωνσταντή και τον Χρουσή της Νάουσας του 17ου αιώνα, μέχρι
τους πολυάριθμους Μοστράτους των κοινοτικών αρχείων του 18ου αιώνα, η
οικογένεια βρίσκεται σταθερά μέσα στον κοινωνικό και εκκλησιαστικό πυρήνα της
Πάρου. Ιερείς, χαρτοφύλακες, σακελλάριοι, καντζελλάριοι και κοινοτικοί
παράγοντες έδωσαν στην οικογένεια σημαντικό ρόλο στη διοίκηση των παριανών
κοινοτήτων.
Ξεχωριστή θέση κατέχουν οι Ανδρέας
και Γεώργιος Μοστράτος, οι οποίοι με τα έργα τους στη Νάουσα, τη Μάρπησσα,
τα Μάρμαρα, την Παροικιά και πέρα από την Πάρο συνέδεσαν το οικογενειακό όνομα
με τη μεγάλη παράδοση της κυκλαδίτικης αγιογραφίας του 18ου αιώνα.
Η ιστορία των Μοστράτων είναι,
επομένως, μία ιστορία μακράς εγκατάστασης, κοινωνικής ανόδου, εκκλησιαστικής
παρουσίας, κοινοτικής δράσης και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Από τη Νάουσα
και τον Κέφαλο του 17ου αιώνα έως την Παροικιά, τις Λεύκες και τη Μάρπησσα του
19ου και 20ού αιώνα, το επώνυμο παραμένει στενά δεμένο με τον ιστορικό κορμό
της παριανής κοινωνίας.
–1658. Ο
ιερέας Μαρής Μοστράτος υπογράφει χρεωστική ομολογία των ιερών του καστελλίου
Παροικιάς στις 31 Μαΐου 1658.
–1663. Δωρεά κληροδοτήματος
μοναχής Καλήστρατης στου πατέρες Ιησουήτες ARSI, Gallia
105, 1 φ. 457.
Εις δόξαν Χριστού αμήν 1663
ιούλιος 11.
Έστοντας και ποτέ λυρά
Καλήστρατη μοναχή και να αφήση δια την ψυχήν της στα μοναστήρια του αγίου όρους
ήγουν στην λάβραν και στην ασημόπετραν δυο σπιτια κατώγια με το εκλησιαδάκι του
μέγαν Ταξιάρχην και με τα δικαιώματά των απόξω από το υγιαλόν και να των αφήση
και 12 γρόσια να πλερόνουσι χαράτζι της αφεντίας και νάναι σήμερον 25 χρόνοι
και επέκεινα και κανείς από τα μοναστίρια να μην τα γυρέψουν μόνον εχαλασθήκασι
και αφτώονται και η εκκλησία να γίνη ωσάν αχούρι και ο κόσμος να πλερόνη τόσους
χρόνους τοχαράτζι και να ζημιονούμεθα εις τούτο εμάθαμε πως οι πατέρες οι
γεζουίταις (Ιησουήτες) θε να έρθουνε και κτίσουνε εδώ μοναστήρι δια την ψυχήν
τως ήγουν ο προεστώς πατέρας γάσπα εμανουήλ (Γασπάρο Εμμανουήλ) από την
συντροφίαν του Ιησού και να πάρη και άλλους τόπους εκέι κοντά εις τα άνωθεν
χαλάσματα εις τούτο εθελήσαμεν εμείς οι υποκάτωθεν υπογεγραμμένοι παπάδες και
γέροντες και η επίλοιπη κομουνιτά (κοινότητα) του καστελίου αγούση (Ναούσης)
και δίνομεν του αυτού πατέρα τα άνωθεν σπίτια και τα δικαιώματά τως όλα και
δίνομεν τους και το χαράτζι (κεφαλικός φόρος) γρόσια 12 δια να μην τα χάνη η χώρα από την σήμερον να
τα κτίση να τα κάμη ως θέλει και βούλεται ωσάν καθολικά πράγματα εδικά του να
τ’άχουσιν ως τον αιώνα του αιώνος που να στέκη ο κόσμος και κανείς να μην τους
τα πέρνη ποτέ και εμείς όλοι μας να τους μαντινιέρωμεν (ιτ. =συντηρούμε) τους
άνωθεν πατέρες σε παντοτινόν και αναπαμένον ποσέσο (ιτ. =αναμφισβήτητη κατοχή).
Δια το αληθές γράφομεν και
ιδιοχείρος μας όσοι ξεύρομεν και όσοι δεν ηξεύρομεν βάνομεν άλλους να γράψουσιν
δια λόγου μας.
Παπα αντώνις στέργω τα άνωθεν
(δεν αναφερεται επωνυμο)
Σκελλάριος αγούσης
(Σακελλάριος Ναούσης) στέργω τα άνωθεν και επίτροπος
Παπα δημήτρις τριαντάφυλος
(Τριαντάφυλλος, πρώτη μαρτυρία) στέργω και επίτροπος
Παπα νικόλαος κρουτιανός
στέργω (Κορτιάνος, πρώτη μαρτυρία)
Παπα δημήτρις γαρατιάς στέργω
(ίσως Γρατσίας)
Πρωτόπαπας στέργω
Γαβριήλ ιερομόναχος στέργω
Γεώργις Μοσκωνάς στέργω
(Μοσχονάς, γνωστό από το 1639).
Ιωάννης σκουτάριος στέργω και
επίτροπος (πρωτη μαρτυρία)
Μαστρο γληγόρις μπηρμπηνιας στέργω και επίτροπος
(Πιρπινιάς ή Περπινιάς, μαρτυρείται από
το 1652)
Ανεγνώστης Σκορδήλης στέργω (Σκορδίλης, γνωστό από το
1606 )
Παπα Θεόδωρος στέργω
Κωνσταντής Μοστράτος στέργω
(μαρτυρείται από το 1658)
Παπα Τζάνες Καλέργης στέργω
(μαρτυρείται από το 1652)
Παπα Χριστόφορος στέργω
Γιαννούλης Μπρούτος στέργω
(μαρτυρείται από το 1658)
Νικόλα Μαραπότζο στέργω (πρώτη
μαρτυρία, γνωστό ως τον 19ο αι.)
Αποστόλης Ραγούσης στέργω
(μαρτυρείται από το 1501)
Ανδρέας Ακριβός στέργω
(μαρτυρείται από το 1613 μέχρι τον 18ο αι.)
Βασίλης Σαλονικαίος στέργω
(μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 18ο αι.)
Δημήτρης Μαλατέστας στέργω
(μαρτυρείται από το 1610)
Μιχέλης Ακριβός στέργω
(μαρτυρείται από το 1613 μέχρι τον 18ο αι.)
Γεώργις Πιρπηνιάς στέργω
(μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 19ο αι.)
Δομένεγος Μεδρινός στέργω
(Μενδρινός, μαρτυρείται από το 1610)
Τζόρτζης Μαρκαδιάντος στέργω
(Πρώτη αναφορά, γνωστό μέχρι τον 19ο αι.)
Νικόλας Κουρτιάνος στέργω
(πρώτη αναφορά)
Γεώργις Φωκάνας στέργω (ίσως
Φωκιανός)
Ανεγνώστης Μπελόνιας στέργω
(πρώτη αναφορά, γνωστό μέχρι τον 20ο αι.)
Γεώργις Μαλατέστας στέργω
Τζανίς Μαλατέστας στέργω
(γνωστό από το 1610)
Φρατζέσκος Καλέργης στέργω
(Καλλέργης, γνωστό από το 1652)
Ιωάννης Ραγούσης στέργω
(γνωστό από το 1501)
Ιωάννης Γρατσίας στέργω (πρώτη
μαρτυρία)
Γεώργιος Σαλονικαίος
(μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 18ο αι.)
και νοτάριος του καστελίου Άγουσας (Νάουσας)
έγραψαμεν με θέλημα της κομουνιτάς και στερεώνω τα άνωθεν και τα όπισθεν.
–1663.
Συμβόλαιο πώλησης οικίας της κυρά Γιαννούλας γυνή του Κωνσταντή Μοστράτου από
τη Νάουσα Πάρου στον ηγούμενο Ιησουϊτών της μονής Νάξου π. Εμμανουήλ Γασπάρο.
«εις δόξαν Χριστού αμήν 1663 ιουλίου 24 στο καστέλι της άγουσας εις το σπίτι
εμένα του υπογράφου γεωργίου σαλονικαίου και νοτάριου της άγουσας… Νικολάκης
Αγαλιανός μάρτυρας, Σάββας Βουτζαράς μάρτυρας στα άνωθεν, Γεώργιος Σαλονικαίος
και νοτάριος του καστελίου άγουσας με θέλημα των δυο μερίδων έγραψα και μαρτυρώ
τα άνωθεν»
–1665. Ο
ιερέας Χρουσής Μοστράτος και ο Ζαννής Τζανιάς υπογράφουν έγγραφα Ναούσης στις
10 Ιουλίου 1665.
–1672. Σε
αίτημα των παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας Πατέρα της
Καθολικής Εκκλησίας Jacques Dinet για να ζητήσουν πατέρες της καθολικής
εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο. «Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας,
ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ ενδόξου
συντροφιάς υου ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον μας
πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και
ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την
επιστήμην δια τους μεταγεναστέρους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η
πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος αλλο δεν είναι εις όλα
τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των
ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται…»
Πάρος: εν
έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29) εις το παλαιόν: + Ταπεινός Μητροπολίτης
Παροναξίας Μελέτιος.
Το πιο πάνω
αίτημα υπογράφουν χριστιανοί, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατοίκων της Νάουσας
μεταξύ άλλων και ο Χρουσάκης Μοστράτος.
–1674. Στις 7 Μαΐου του 1674 η κοινότητα της Παροικιάς δώρισε στους
Πατέρες Ιησουίτες εν Νάξο, εκ των κτημάτων του ναού της Παναγίας της
Εκατονταπυλιανής, οικόπεδο για την ανέγερση Μονής. «Εις δόξαν χριστού αμήν 1674
εις τας 7 του μαϊου εν καστέλιω Παροικίας οι αιδεσιμωτάτοι πατέραις εκ της
συντροφίας του Ιησού, διά να κτίσουσι μοναστήρι και σκολιό, και μην ευρίσκοντας
τόπον αρμόδιον διά την αυτήν υπόθεσιν, διά τούτο θέλωμεν ημείς οι κατωθεν
υπογεγραμμένοι, και εις το όνομα της κοινώτητος και δίδωμεν διά έργον χάρις των
άνωθε αιδεσιμωτάτων πατέρων ένα κομμάτι χωράφι από της παναγίας μας της Καταπολιανής,
εις το μάκρος ποδάρια του μέτρου εκατό δέκα και εις πλάτος άλλον τόσον και εις
τούτο ομπληγαρόμαιστα οπώταν εις κανένα καιρόν ήθελε σικοθή τινάς να γυρέψει
δικαιώματα εις το άνωθε κομμάτι το χωράφι όπου των χαρίζωμεν να ήμαιστε ημείς
ομπληγάδοι να το πληρονωμεν της παναγίας, όθεν διά το βέβαιον απογράφωμεν διά
χειρίσμας και εις το όνομα της άνωθε κοινότητος.
Οικονόμος Παροικίας, σακελλάριος Παροικίας, Νικόλαος ιερεύς πρωτοπαπάς
Παροικίας, Πέτρος ιερεύς Βιτζαράς, Κώστας Μαίζας, Τεμένιγος ιερεύς, παπα Ιω.
Γαλανός, Ελευθέριος ιερεύς Λουρδας, Νικόλαος ιερεύς…, παπα Ιωάννης …, παπα
Πέτρος Μπουλαξής, παπα Στέφανος Βυτζαράς, παπα Φραντζέσκος Βιτζαράς, Γιακουμής
Πατέλας, παπα Μιχαλής Κονταράτος, Μάρκος ιερεύς, Χωροεπίσκοπος Παροικιάς,
Τζουάνες Σκληρός, Νικολός Κοντίλης, Μανόλης Αλισάφης, Μιχαήλ Βιτζαράς, Νικολός
Κοτίλης, Γιώργης …, Μανώλης Αλεξάκης, Φραντζέσκος Μιχαλέτος Γραμματικός, Ιω.
Βιτζαράς, Ιω. Σκιάδος, Ιω. Βιτζαράς, Κωστάκης Γαλανός, Τζώρτζης Ρουτες, Ιω.
Σκιάδας, Γεώργης Μαυρομάτης, Ιω. Σπυρίδος, Δημήτρης Ταργέτας, Νικολός …,
Μιχελής Δημητ…, Ιω. Πατελας, Ιω. Τουτέσκος, Bartolo Rozza, Γιαννούλης Ταργέντας, Αντώνης Αλλησάφης,
τζουάνες Γιράρδης, Τζώρτζης Νταμόστος, Ιω. Του μαστρο Γιάκουμου, Γιόνης
Μυστράτος, Δημήτρης Μαβρομάτης, Giacomo Zellini, Domenico Ferrari, Γιάννης
Ντελαγραμμάτικας, Γεώργης Τακορόνιας.
–1675. Σις 15 Μαΐου 1675. Σε επιστολή Ναουσαίων προς
τον πρεσβευτή των Γάλλων, αιτώντας Καπουκίνους πατέρες υπογράφει ο Κωνσταντής Μοστράτος.
–1681. Ο κυρ Αλέξανδρος Μοστράτος από την Πάρο, βάπτισε ως
ανάδοχος στον Άγιο Γεώργιο της Βενετίας την 15/8/1681. Το έγγραφο προέρχεται
από το αρχείο του Αγίου Γεωργίου
–1682. Στις 22 Μαΐου 1685 σε έγγραφο
Κεφάλου (Μάρμαρα) ο παπά Ιωάννης Χριστόφορος αναφέρεται σε μαρτυρική κατάθεση
του Νικολάου Μοστράτου σχετικά με αυθαιρεσίες και βιαιοπραγίες κουρσάρων που
έγιναν μέσα στο σπίτι του, στον Κέφαλο κάποια νύχτα του 1682. «Την σήμενος
ενεφανίστην εις την μπαρρησίαν καμού του υπογράφοντος νοταρίου ο ευγενής μισέρ
Νικολάκης Μοστράτος από το νησίν της Πάρου, από το Καστέλλι του Κεφάλου και
μαρτυρά και λέγειν πως σήμερον τρεις χρόνοι εκαπιτάρησεν ο μισέρ Τζάνε
Κοντοφρέος εις τον Κέφανον δια δουλειά οπού είχεν. Όθεν ο άνωθεν μισέρ
Νικολάκης επίρεν τον άνωθεν, μισέρ Τζάνε εις το σπίτιν του και εκοιμούντα
αντάμα την εκείνη νύκτα. Όθεν την αυτήν νύκταν ήλθασι από την Μπαρκιά πέντε
νομάτοιν φελουδιάροιν εις Κέφαλον και επήγασιν εις το σπίτιν οπού εκοιμούνταν
και εκτυπήσασιν πως είναι καλοί άνθρωποι. Και θαρρώντας πως είναι καλοί
άνθρωποι των ήνοιξαν μέσαν και ως ήμπασιν εσφαλίσασιν τις πόρτες του σπιτιού
και επυροβολήσασιν ατοί τως και ήψασιν φως και ως ήψαν το φως λέσιν του άνωθεν
Νικολάκι: Πού’ ναι το μάλαμα και τα ρεάλια που κρατεί ο άνωθεν Τζάνε;Αυτός επηλογήθην
και είπεν τως: Εγώ δεν είδα μήτε ρεάλια να έχη μήτε μάλαμα. Εκοίνοι εβγάλασιν
στο στελέτον και εδώκαν του μια στελετιά εις το… και λέγειν του: Μολόγησε μας,
ειδέ σκοτώνομεν σε. Εκείνος επηλογήθην και ειπέ τως: Εγω δεν ξέρω να’ χη
τίποτις, ειμή και αν τα’ χη στου παπά Ιωάννη Χριστόφορου, όπου ήτανε εκεί
προτύτερα.
Έτσι τον επήρασιν τον αυτόν μισέρ
Νικολάκην και είπαν του: Έλα να πάμε στου παπά μα να του πης ετούτον τον λόγον
ήγου να του πης, πως ο Τζάνες αποθαίνει και να’ ρθην να τόνε μεταλάβην.
Έτσι πήγε στον παπά και χτήπησε ο μισέρ
Νικολάκης και σηκώθηκε ο παπάς και είπε τα άνωθεν. Λοιπόν ήπηραν τον παπά και
επήγασιν εις του Τζάνε, που’ τονε στο σπίτιν του Νικολάκιν, και λέγει του ο
παπάς του μισέρ Τζάνε: Πότε μου’ φερές εμένα στο σπίτι μου ή γρόσιν ή μάλαμας;
Λέγει του ο Τζάνες: Εγώ δεν τως είπα τίποτας μα ετούτοι το λέσιν έτζιν και
γυρεύγουσιν μου γρόσα.
Και εγύρευάν του 50 ρεάλια. Αυτός μη
ξεύροντας πώς να γλυτώση από τα χέριαν τως επήγε στου Βασιλάκιν του Μουσελίμη
που ήτονε εκέι και επήρε τρία ρεάλια δανεικά και ήδωσεν τως τα. Εκείνοι του
εγυρεύασιν και άλλα ετούτος μη έχοντας τι να κάμη, έφυγεν τως κρυφά και επήγεν
εις το σπίτι του μισέρ Γιαννάκιν Ντελλαγραμμάτικα να κρυφτήν και εκείνοι τον
επήρασιν ξωπίσων και επήγασιν και εμπήκασιν και αυτοίν μέσα στο σπίτιν του
Νικολάκι και ήδωκεν τως τα. Τούτο μαρτυρά και άλλο δεν κατέχειν.
Νικόλαος Μοστράτος βεβαιώνω ως άνωθεν
Νικόλαος Μπάνκαλος αντιμάρτυρας ως
ήκουσεν από άνωθεν Νικολάκι υπό χειρός καμού του υπογράφοντος μη γράφοντος
αυτός.
Ιωάννης Μηνιάτης, νοτάριος έγραψα.
–1685. «τον ευγενή μισέρ Νικολάκη Μοστράτο από το
νησίν της Πάρου από το Καστέλλι του Κεφάλου» (έγγραφο 22 Μαίου 1685.
–1695. Ξυλόγλυπτο τέμπλο και δεσποτικές εικόνες
Κρητηκοβενέτικης τέχνης του Αγίου Αθανασίου Νάουσας (μοναστηριού διαδοχικά σε
ορθοδόξους και καθολικούς) φέρουν την υπογραφή "δια χειρός των μοναχών
Νικοδήμου Γεράρδη και Ανδρεα Μοστράτου" έτος 1695.
–1710. Ποτιστικό Δάσος από τον μπαπά –
Ανδρέα Μοστράτο.
–1716. Σε
πρακτικό εκλογής νοταρίου – καγκελαρίου από το κοινό της Παροικιάς στη Γενική
Συνέλευση της 14 Ιανουαρίου 1716, μαρτυρείται ο παπά Θοδωρής Μοστράρος, ο παπά Τομάζος Μοστράτος και ο Παναγιώτης
Μοστράτος.
–1718. Ο
ιερέας Μοστράτος Ανδρέας υπογράφει έγγραφο Παροικιάς στις 29 Απριλίου 1718.
–1722. Ο ιερέας
Μοστράτος Νικηφόρος αναγέρεται σε έγγραφο Ναούσης στις στις 12 Σεπτεμβρίου
1722.
–Το 1722 αναφέρεται ο Μαρκάκης Μοστράτος.
–1723. Σε
πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 30 Ιανουαρίου 1723
κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο παπάς
Ιωάννης, ο παπά Ανδρέας, ο παπά Τομάζος και ο Παναγιώτης Μοστράτος.
–1724. Απόφαση του κοινού της Παροικιάς
για την διατίμηση των προϊόντων και την απογραφή της κτηματικής περιουσίας όλων
των κατοίκων. Κατά τη Γενική Συνέλευση της 13 Δεκεμβρίου 1724, αναφέρεται ο
παπά Τομάζος Μοστράτος και ο Παναγιώτης Μοστράτος
–1724. Σε
πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 13 Δεκεμβρίου 1724
κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο χαρτοφύλακας
Μοστράτος και ο παπά Θοδωρής Μοστράτος.
–1727.
Εξόφληση χρημάτων δια προσφοράς κτημάτων. Τήνος, 29 Ιουλίου 1727. Ο οικονομος
Παροικιας Αλλησάφης Νικόλαος …δια τα ενενήντα γρόσια που χρεωστώ του
αρχιεπισκόπου Τήνου κυρ Αρσενίου Μενδρινού… δίνω από την σήμερων το χωράφι που
έχω εις τα Σίσκινα και τα πράγματα οπού έχω εις τες Κουκουμαύλες χωράφια… και
στα Πισκοπιανά από πάνω από τα περιβόλια του Αλλησάφη σύμπλιος Παναγιώτης
Μοστράτος…» Υπογράφουν ο οικονομος Παροικιας και Αντιπάρου.
–1727. Ο ιερέας
Μοστράτος Νικηφόρος αναφέρεται σε έγγραφο Ναούσης στις 15 Δεκεμβρίου 1727.
–1729. «Προικοσύμφωνο του Γεωργίου
Μοστράτου και Ειρήνης Μαλατέστα» Νάουσα, 8 Δεκεμβρίου 1729. «Η Ειρήνη, κόρη του
αποθανόντος Αντωνάκη Μαλατέστα, προσφέρει (…)» (ΕΒΕ, Ξ 659)
–1730. Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου του
κοινού της Παροικιάς στην Κωνσταντινούπολης στις 28 Ιανουαρίου 1730 μαρτυρείται
ο χωροεπίσκοπος Μοστράτος.
–1730. Σε
πρακτικό πωλήσεως του φόρου της δεκάτης του κοινού Παροικιάς κατά τη Γενική
Συνέλευση, της 26 Ιουλίου 1730 μαρτυρείται ο παπά Ιωάννης
χαρτοφύλαξ Μοστράτος και ο Παναγιώτης Μοστράτος.
–1730. Ο
ιερέας Ανδρέας Μοστράτος αναφέρεται σε πωλητήριο Παροικιάς στις 6 Απριλίου
1730.
–1730. Στις
26 Ιουλίου 1730 αναφέρεται ο Χαρτοφύλαξ Ιωάννης Μοστράτος.
–1731. Πρακτικό
εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 6 Δεκεμβρίου 1731, αναφέρεται
ο χαρτοφύλαξ Μοστράτος και ο παπά Θεόδωρος Μοστράτος.
–1732. Πρακτικό
εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4 Ιανουαρίου 1732, αναφέρεται
ο χαρτοφύλαξ Μοστράτος και ο Θοδωρής Μοστράτος.
–1732. Πρακτικό εξουσιοδοτήσεως
απεσταλμένου του κοινού Παροικιάς, κατά τη Γενική Συνέλευση στις 17 Ιανουαρίου
1732 αναφέρεται ο χαρτοφύλαξ Μοστράτος.
–1733. Πρακτικό
εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4 Ιανουαρίου 1733, αναφέρεται
ο χαρτοφύλαξ Μοστράτος και ο παπα Θοδωρής Μοστράτος.
–1733. Σε δημόσιο πλειστηριασμό του
κοινού Παροικιάς στις 20 Ιουνίου 1733, αναφέρεται ο χαρτοφύλαξ Μοστράτος.
–1734. Διαθήκη
Σακελλαρίου Βιτζαρά, Παροικιά, 4 Απρ. 1734: Του αδερφού του Γιαννάκη αφήνει την
εκκλησία του Αγ. Γεωργίου με το περιβολάκι και το λιβάδι Βορνά, σύμπλιος Μάρκου
Αξιώτη. «και εν πρώτοις μεν θέλει και ζητά να θαύγεται εις την εκκλησίαν Μέγα
Ταξιάρχη γονικό ντος και αφήνει του εφημέριου της όμοιας εκκλησίας παπα-κύρ
Ιωάννου Μοστράτου το ξώφορόν του τζοχίτικο μαύρο».
–1734. Απόφαση του κοινού της Παροικιάς
για επαναπατρισμό συμπατριωτών τους (λόγω της βαριάς φορολογίας από τους
Τούρκους, με το οποίο τους καλούσε να επιστρέψουν στο νησί τους, δίνοντας την
υπόσχεση για μείωση των φόρων τους) στις 16 Σεπτεμβρίου 1734, υπογράφει ο
χαρτοφύλαξ Μοστράτος και ο παπά Θοδωρής Μοστράτος.
–1734. Προικοσύμφωνο του Νικολού ιού του
κυρ Μιχάλη Καμπούρη με την θυγατέρα του Γιώργη Βλασταρη ονόματι Μαρία στην
Παροικιά στις 13 Νοεμβρίου 1734. Γονικό σπίτι εις τοποθεσίαν Χάλαρα σιμπλιον
Μόσκου Αντώνη Λεκατη. Μαρτυρά ο Χαρτοφύλαξ Μοστράτος.
–1736. Πρόσκληση επαναπατρισμού κατοίκων
Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση του κοινού Παροικιάς, της 24 Φεβρουαρίου 1736,
υπογράφει και ο χαρτοφύλαξ Μοστράτος.
–1737. Πρακτικό
εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς την 1η Μαρτίου 1737 αναφέρεται ο
χαρτοφύλαξ Μοστράτος.
–1737. Ο
ιερέας Θεόδωρος Μοστράτος αναφέρεται σε έγγραφο στις 31 Αυγούστου 1737.
–1738. Σε προικοσύμφωνο Παροικίας στις 18 Φεβρ. 1738. Ο
Γιώργος Χιωτάκης με την θυγατέρα Πασκάλη Σάντου, ονόματι Ανεζίνα, αναφέρεται ο
χαρτοφύλαξ Μοστράτος.
–1738. Πρακτικό
εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς τον Μάρτιο του 1738 αναφέρεται ο
χαρτοφύλαξ Μοστράτος.
–1738. Μαρτυρία υπερασπίσεως συμπατριώτη
τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά (για αντίδραση στην
συγκέντρωση της φορολογίας), κατά τη Γενική Συνέλευση από τα κοινά της Πάρου,
της 16 Ιουλίου 1738, υπογράφει ο χαρτοφύλαξ Μοστράτος και ο παπά Νικηφόρος
Μοστρατος και ο Γεώργιος Μοστράτος από τη Νάουσα της Πάρου.
–1739. Πρακτικό εκλογής κοινοτικών
επιστατών του ναού της Εκατονταπυλιανής σε Γενική Συνέλευση του κοινού της
Παροικιάς στις 10 Μαρτίου 1739 αναγράφεται ο χαρτοφύλαξ Μοστράτος.
–1739. Πρακτικό
εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 14 Απριλίου του 1739 αναφέρεται
ο χαρτοφύλαξ Μοστράτος.
–1739. Παροικία
30 Αυγ. 1739, Θεοδωρής Μοστράτος.
–1740. Σε προικοσύμφωνο Παροικίας στις 14 Ιουλίου 1740,
του Αντώνη Γιακουμή Βιτζαρά με την θυγατέρα Δημητράκη Μαλακη ονόματι
Ανούσα,αναφέρει ένα Αμπέλι εις την Άμπελο σιμπλιος παπά Ιωάννη Μοστράτου.
–1741. Για την εκλογή απεσταλμένων στην
Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Παροικιάς στη Γενική συνέλευση το 1741
αναφέρεται ο χαρτοφύλαξ Παροικιάς Μοστράτος, ο παπά Νικηφόφος από την Νάουσα.
–1741. Εκλογή προβλεπτών υγειονομικών
μέτρων από το κοινό Παροικιάς Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της 2 Μαΐου
1741, υπογράφει ο Θοδωρής Μοστράτος και ο παπά Χουσής Μοστράτος.
–1741. Το 1741 αναφέρεται ο ιερέας
Νικηφόρος Μοστράτος να υπογράφει το πρακτικό εκλογής ως απεσταλμένος του αμπάτε
(καθολικός ηγούμενος) Βιτζαράς και του Νικολάου Μαυρογένη.
–1741. Τα κοινά της Πάρου, κατά τη
Γενική Συνέλευση, της 20 Ιουλίου 1741, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα
υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους άρχοντα Νικόλαου Μαυρογένη, εναντίων των
συκοφαντών κατοίκων της Νάξου, οι οποίοι τον κατηγορούν για συνεργασία με τους
πειρατές, υπογράφει και ο παπά Χούσης Μοστράτος, ο Θοδωρής Μοστράτος και ο παπά
Νικηφόρος Μοστράτος από τη Νάουσα.
–1742
Φεβρουάριος χαρτοφύλαξ Μοστράτος.
–1742. Στις
1η Μαρτίου 1742 αναφέρεται ο Ιερέας Χούσης Μοστράτος. Υπογράφει τρία
πρακτικά της Παροικιάς.
–1743. Εκλογή κατά τη Γενική Συνέλευση «επιτρόπου και προβλέπτη»
απεσταλμένου από τα κοινά της Πάρου, στις 20 Φεβρουαρίου 1743 αναφέρεται ο παπά
Χούσης Μοστράτος και ο Θοδωρής Μοστράτος.
–1743. Ο ιερέας
Νικηφόρος Μοστράτος αναφέρεται σε έγγραφο Ναούσης στις 28 Ιουλίου 1743.
–1744. Κατά τη Γενική Συνέλευση
εκπροσώπων όλων των κοινών της Πάρου, της 6 Απριλίου 1744, αποφασίζουν να
συντάξουν γράμμα υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους δραγουμάνου Νικολάου
Μαυρογένη, εναντίον των εις βάρος του συκοφαντιών μερικών συμπατριωτών τους,
προς τις τουρκικές αρχές. υπογράφει και ο πρωτοπαπάς Ναούσης Πάρου Μοστράτος.
–1746. Πρακτικό
εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 22 Μαρτίου του 1746 αναφέρεται
ο χαρτοφύλαξ Μοστράτος.
–1747. Στη διαθήκη του σακελίου Βιτζαρά
ιερέως Κωνσταντίου στις 30 Μαρτίου 1747 αναφέρεται ο Χούσης Μοστράτος.
–1747. Σε πρακτικό εκλογής απεσταλμένου
στην Κωνσταντινούπολη από το κοινό της Παροικιάς σε Γενική Συνέλευση στις 26
Οκτωβρίου 1747 μαρτυρείται ο παπά Νίκηρος Μοστράτος.
–1748. Πρακτικό πωλήσεως των φόρων του
κοινού της Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, τη 1 Μαρτίου 1748, μαρτυρείται ο
χαρτοφύλαξ Μοστράτος.
–1750. Σε Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου
των επτά κοινών της Πάρου (Παροικιάς, Νάουσας, Κεφάλου, Τζιπίδου, Λευκών,
Μαρμάρων, Δραγουλάς) στην Κωνσταντινούπολη της 23 Αυγούστου 1750, μαρτυρείται ο
χαρτοφύλαξ Παροικιάς Μοστράτος και ο πρωτοπαπάς Νάουσας Μοστράτος.
–1752. Σε εκλογή απεσταλμένου στην
Κωνσταντινούπολη από το κοινό Παροικιάς σε Γενική Συνέλευση στις 6 Σεπτεμβρίου
1752 μαρτυρείται ο χαρτοφύλαξ Μοστράτος,
ο παπά Χούσης Μοστράτος και ο Θοδωρής Μοστράτος.
–1752. Αγιογράφος στην εικόνα της
Παναγίας στον ναό Συνάξεως της Θεοτόκου και Αγίου Ευσταθίου Μάρπησσας ο Ανδρέας
Μοστράτος «Εν έτη 1752 εν μινή Δηκεμβρήου 4 και δια χηρός Ανδρέου Μοστράτου εκ
νίσου Πάρου».
–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου στην
Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου 1755 μαρτυρείται
ο Γιαννούλης Μοστράτος από την Παροικιά.
–1762. Ο
αγιογράφος Ανδρέας Μοστράτος απο τη Νάουσα, στα 1762 ζωγράφισε τις δεσποτικές
εικόνες του ναού της "Θεοσκέπαστης" που ιδρύθηκε το 1664, τον
Εσταυρωμένο του τέμπλου της Παναγίας Καταπολιανής και εικόνες στο μοναστήρι της
Χοζοβιώτησσας στην Αμοργό. Στο ξύλινο συρόμενο πέτασμα της Ωραίας Πυλης στο
ναό της Θεοσκέπαστης στη Νάουσα, εικονίζεται ο Ζωηφόρος Άρτος με επιγραφή:
«Μνήστητη Κ(ύρι)ε του δούλου σου Ανωνίου Τζανάκη και των γοναίων, συμβίας και
των τέκνων, μεθων μνήσθητι και του αδελφού αυτού δανιήλ ιερομονάχου και διά
χηρός ανδρέα μοστράτου 1762».
–1779. Μοστράτος
Γεώργιος, αγιογράφος από τη Νάουσα αγιογραφεί το 1779 την εικόνα του Αγίου
Χαραλάμπους στον ομόνυμο ναό στην Μάρπησσα.
–1780. Μοστράτος
Γεώργιος, αγιογράφος από τη Νάουσα αγιογραφεί το 1780 την εικόνα του
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο παρεκκλήσιο του Αγίου Χαραλάμπους στα Μάρμαρα. «Δέησις του
δούλου του Θεού Ντεμένεγου Χρηστόφορου κε Φλωρέντζας, 1780» «Και χείρ
Χαρτωφύλακος Μοστράτου Ναγυσηνού, Μαγίου 16».
–1780. Ο
ιερέας Γεώργιος Μοστράτος, ένας από τους αξιολογότερους αγιογράφους της
Τουρκοκρατίας, όπως και ο αδερφός του αγιογράφος Ανδρέας Μστράτος. Έχει λάβει
τα οφφίκια (αξιώματα) του Χαρτοφύλακα (μετά το 1780) και του σακελλαρίου (μετά
το 1792 ως το θάνατο του, τον Απρίλιο 1813) και έχει διατελέσει για αρκετά έτη
καντζελλάριος (Γραμματέας) της Κοινότητας Νάουσας.
–1784. Άγιος
Ιωάννης ο Θεολόγος στη Νάουσα. Το εσωτερικό του παρεκκλησίου παρουσιάζει
εξαιρετικό ενδιαφέρον. Έχει τοιχογραφηθεί από τον ιδιοκτήτη του, ιερέα και
αγιογράφο Γεώργιο Μοστράτο, το έτος 1784, σύμφωνα με σχετική επιγραφή που
σωζόταν άλλοτε στον νάρθηκα.
–1788. Ο
αγιογράφος Ανδρέας Μοστράτος από τη Νάουσα, στα 1762 ζωγράφισε το 1788 τις
εικόνες του ξυλόγλυπτου εικονοστασίου του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Ναούσης
που ανακαίνισε ο Γεώργιος Μοστράτος που ήταν και Χαρτοφύλαξ Ναούσης.
–1789. Στις
16 Ιουλίου 1789, ο Σακελλάριος, καντζελλάριος και αγιογράφος Γεώργιος Μοστράτος
υπογράφει διαθήκη ως χαρτοφύλαξ.
–1792. Στις
26 Οκτωβρίου 1792, ο Σακελλάριος, καντζελλάριος και αγιογράφος Γεώργιος
Μοστράτος υπογράφει έγγραφο.
–1798. Ο
Σακελλάριος, καντζελλάριος, αγιογράφος Γεώργιος Μοστράτος υπογράφει πωλητήριο
έγγραφο της Μαριώρας Ν. Μαυρογένους στη Νάουσα στις 15 Μαΐου 1798.
–1800. Πώληση χωραφιού. Πάρος εν τη
Νάουσα 1800 Μαγίου 27. Την σήμερον διά του παρόντος μου δηλοποιώ εγώ ο
υποκάτωθεν υπογεγραμμένος ότι πουλώ του ενδαισιμωτάτου αγίου σακελλαρίου
Μοστράτου, ένα κομμάτι ξαμπέλισμα εις την Πηγάδα του Καγκιλιέρη πλησίον το
αμπέλι του Αννακιού θυγατρός Γεωργίου Πρωτονεταρίου: διά γρόσια είκοσι: ήτοι:
20: καθώς το απόκοψιν ο Γιακουμάκης Βιτζαράς, τα οποία του τα εμλετρησεν εις
χείρας σωστά και καλά μένοντας πληρωμένος και ευχαριστημένος και από την
σήμερον του το απαραιτεί εις την εξουσίαν του να το κάνη ως θέλει και βούλεται
ως ίδιος και καθολικός νοικοκύρης υποσχόμενος να το κουματιτέρη (;) εις
παντοτεινό ποσέσιον και κόντρα του κάθε εναντίου: ο δε συγχύσας το παρόν να
πέφτη είς … και κουντάνα της ευρισκομένης αυθεντίας, γρόσια πάλι είκοσι: και
πάλιν το παρόν να έχη το κύρος και την ισχύν όθεν του δίνει την παρόν πουλησία
βεβαιωμένη με την υπογραφήν μου εις ασφάλειαν. Φραντζέσκος Μαλατέστας βεβαιώνω
το παρόν. Μανόλης Μαλατέστας γέγραφα το παρόν και μαρτυρώ.
–1802. Ο
Σακελλάριος, καντζελλάριος, αγιογράφος Γεώργιος Μοστράτος υπογράφει πωλητήριο
έγγραφο στη Νάουσα στις 13 Αυγούστου 1802.
–1804. Στις
26 Δεκεμβρίου 1804 αναφέρεται ο καντζελλάριο της Νάουσας ιερέας Γεώργιος
Μοστράτος.
–1811. Το
1811 γεννιέται ο Μοστράτος Ιωάννης κτηματίας κάτοικος Νάουσας.
–1812. Στο
μικρό παλαιό εξωκλήσι του Άγιου Φίλιππου στις Καμάρες, σε εικόνα της Παναγίας
υπάρχει αφιεροματική επιγραφή: «Δέησυς του δούλου σου του Θ(εο)ύ Γεοργίου
ιερέος Μοστράτου κέ σακελαρίου Ναούσης – 1812 Μαρτίου 15». «Χήρ ιερέος
Μοστράτου 1812»
–1812. Στις
20 Αυγούστου 1812, ο Σακελλάριος, καντζελλάριος και αγιογράφος Γεώργιος
Μοστράτος υπογράφει έγγραφο. «Νάουσα 1812, 20 Αυγούστου. Ενώπιον του κοινού
καντζελλαρίου Ναούσης, του σακελλαρίου Μοστράτου, που γυνέταξε το έγγραφο, του ζαμπίτη
και ταξιλδάρη Πάρου Ιωάννου Μαυρογένους και των προεστών μαρτύρων Γεωργίου
Βιτζαρά, κοινού επιστάτη, Μάρκου Μενδρινού και Πέτρου Τελέντα, ο οικονόμος
Νεόφυτος Δαμίας καταγγέλει τον Ιωάννη Γαβαλά από τις Λεύκες, διότι παρέβη την
συμφωνία κατά την οποία ώφειλε να καλλιεργή κτήματα του μοναστηριού και να
δίδει το δέκατο από την εσοδεία των αγρών».
–1813. Το
1813 πεθένει ο αγιογράφος Μοστράτος Ανδρέας από τη Νάουσα.
–1813. Σακελλάριος
Μοστράτος: Υπήρξε και καγκελλάριος (=γραμματέας της Κοινότητας) και αγιογράφος.
Είναι ο Γεώργιος Μοστράτος, έργα εικόνες του οποίου σώζονται σε ναούς της
Νάουσας. Πέθανε στη Νάουσα το 1813.
–1818. Κατάλογος
με νέους κτηματίες της Παροικιάς 22 Μαίου 1818, "Μεταξωτούς σύμπλιος
Φραγκίσκου Μοστράτου".
–1821.
Νάουσα της Πάρου τη 3 Μαΐου 1821 του κοινού τούτου Καντζελάριου Ιωάννης
Κορτιάνος γράψας τη θέληση των ανωτέρω για συνεργασία παρακινήσεως και εξόδων
του Παναγιώτη Δ. Δημητρακόπουλου εις την Ύδρα, Μάρκος Μοστράτος κ.α.
–1821. Το 1821 γεννιέται ο Δημήτριος Μοστράτος
κάτοικος Νάουσας κτηματίας.
–1822.
Σε έγγραφο των Παριανών στους Υδραίους στις 13 Απριλίου 1822 αναφέρεται ο
Χρύσης Μοστράτος από την Παροικιά και ο Αντώνιος Μοστράτος από τη Νάουσα.
–1825. Σκευοφύλαξ
Νάουσας Αντώνης Μοστράτος. Γνωστός σε έγγραφο Νάουσας στις 11 Οκτωβρίου 1825.
–1827. Σε έγγραφο της 15 Απριλίου 1827
της Παροικιάς Πάρου μαρτυρείται ο Κωστάκης Μοστράτος.
–1827. Καταγραφή των (μερικών) χρεών των κοινοτήτων
του κάθε Μέρους κοινού της Πάρου εις την Κωνσταντινούπολιν. 17 Απριλίου 1827.
Ομολογία Κωνσταντή Μοστράτου Κεφάλαιον γρ. 100.
–1829. Σε έγγραφο στις 30 Δεκεμβρίου 1829 Παροικιάς
επί των χρεών εξεταστικής επιτροπής για λογαριασμός των Απεσταλμένων της
Κωνσταντινούπολης το 1821 αναφέρεται ο Ιωάννης Μοστράτος (γρ. 700).
–1829. Ο ονομαστικός κατάλογος των μαθητών του Αλληλοδιδακτικού
Σχολείου της Νάουσας του σχολικού έτους 1829.
«Οι μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της κομοπόλεως
Ναούσης»
Γεώργιος Μοστράτος ετών 12, Δημήτριος
Μοστράτος ετών 9, Ιωάννης Μοστράτος ετών 17.
–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της
πόλεως Παροικιάς
Μοστράτος Ιωάννης ετών 15 και ο
Μοστράτος Ιωάννης ετών 11.
–1830. Στην
Κωνσταντινούπολη, όπου ζούσαν πολλοί Παριανοί, έφθασαν τον Σεπτέμβριο και τον
Οκτώβριο 1830 ο Αντώνιος Κ. Μοστράτος.
–1831. Στο προικοσύμφωνο Γεωργίου
Ρούσσου Σμυρναίου και Ζαμπίας Μοστράτου (Παροικιά, 6 Ιουνίου 1831) «οι γονείς
της νύφης Ιωάννης Φραγκ. Μοστράτος και η γυναίκα του Γρανετάκη δίδουν στην κόρη
τους τρείς εικόνες την Μεταμόρφωση του Σωτήρος, την Παναγία με γυαλί εμπροσθεν
της εικόνας και τον Άγιο Σπυρίδων…» (ΓΑΚ, 219, αρ. 328, 161ν).
–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια
επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα
δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Αντώνης
Μοστράτος από τη Νάουσα.
–1831. Στο
προικοσύμφωνο Νικ. Μοστράτου και Καλίτζας Ντενέγρη (Παροικιά, 26 Οκτωβρίου
1831), ο Νικόλαος και η Άννα Ντενέγρη δίδουν στην κόρη τους τέσσερας εικόνες
την Παναγίαν την Κοίμησιν, τον Άγιον Νικόλαον…, Και ο Κωσταντής και η Μαρούσα
Μοστράτου δίδουν στον γιό τους τον Άγιο Νικόλαο…». (ΓΑΚ, 219, 299r, αρ 407).
–1832. Σε
έγγραφο της Παροικιάς 3 μαρτ. 1832 «η κ. Μαρούσα Σ. Ιωάννου Λούβαρη Ζακυνθινή
πωλεί προς τον Μιχάλη Αντωνίου Μοστράτον εκ της κωμοπόλεως Λευκών το εκεί
προικοδοτηθέν οσπίτιον με μισοσπίτιον και με αυλήν κείμενον εις την Αγία
Τριάδα.
–1841. Το 1841 γεννιέται η Μοστράτου
Μαρούσα. Ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο της Κοινότητας Λευκών.
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18
Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο
30χρονος Γεώργιος Μοστράτος, ο 35χρονος ναυτικός Ιωάννης Α. Μοστράτος.
–1846. Το 1846 γεννιέται στις Λεύκες ο
Μοστράτος Νικόλαος του Μάρκου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της
Κοινότητας Λευκών.
–1847. Το 1847 γεννιέται στις Λεύκες ο
Μοστράτος Νικόλαος του Ιωάννη. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της
Κοινότητας Λευκών.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
(συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 38χρονος κτηματίας
Μοστράτος Αντώνιος, ο 43χρονος κτηματίας Γεώργιος Μοστράτος, ο 30χρονος ράπτης
Ιωάννης Ν. Μοστράτος, ο 48χρονος γεωργός Μάρκος Μοστράτος, ο 43χρονος
μεταπράτης Νικόλαος Μοστράτος και ο μεταπράτης Φραγκίσκος Ι. Μοστράτος 33 ετών.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι
εγγεγραμμένος ο 53χρονος γεωργός Ιωάννης Α. Μοστράτος, ο 35χρονος γεωργός
Κυριάκος Ι. Μοστράτος, ο 43χρονος γεωργός Κωνσταντίνος Μοστράτος, ο 35χρονος
γεωργός Μάρκος Αλέξ. Μοστράτος, ο 48χρονος βουτζάς Μάρκος Μοστράτος, ο 58χρονος
γεωργός Μιχάλης Μοστράτος και ο 43χρονος γεωργός Μπονοφάτζος Μοστράτος.
–1853. Το 1853 γεννιέται στις Λεύκες ο
Μοστράτος Ιωάννης του Κωνσταντίνου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της
Κοινότητας Λευκών.
–1856. Το 1856 γεννιέται στις Λεύκες ο
Μοστράτος Αλέξανδρος του Μάρκου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της
Κοινότητας Λευκών.
–1861. Το 1861 γεννιέται στις Λεύκες ο
Μοστράτος Λυκούργος του Μάρκου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της
Κοινότητας Λευκών.
–1863. Το 1863 γεννιέται στις Λεύκες ο
Μοστράτος Μπονοφάτσος του Γεωργίου. Ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο αρρένων της
Κοινότητας Λευκών.
–1868. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων
της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1868 ο Μοστράτος Νικόλαος του
Χρουσή.
–1871. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων
της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1871 ο Μοστράτος Κωνσταντίνος του
Χρουσή.
–1872. Στις 21 Οκτωβρίου 1872 ο 25χρονος λεμβούχος από
την Πάρο Νικόλαος Σφραΐδης [Σφροΐδης] του Γεωργίου και της Ελένης Μοστράτου,
παντρεύεται στην Ερμούπολη την 17χρονη από την Νάξο Ειρήνη Μπιτζιλέου
[Βιτζιλαίου], του Κωνσταντίνου και της Ελένης.
–1874. Στις 18 Αυγούστου 1874 ο 22χρονος βυρσοδέψης
από την Πάρο Αντώνης Χασούρης του Κωνσταντίνου και της Γιακουμίνας, παντρεύεται
στην Ερμούπολη την 17χρονη από την Πάρο Καλλιόπη Μοστράτου, του Γεωργίου και
της Ελένης.
–1875. Σε
εκλογικό κατάλογο του Δήμου Υρίας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 39χρονος
Γιώργος Μοστράτος του Μπονοφάτσου, γεωργός, αλλά και ο Μοστράτος Κωνσταντίνος
του Χρουσής 64 ετών γεωργός.
–1876. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων
της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1876 ο Μοστράτος Ιωάννης του
Νικολάου, εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1952.
–1877. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων
της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1877 ο Μοστράτος Μάρκος του
Νικολάου.
–1878. Στις 8 Ιανουαρίου 1878 ο 29χρονος έμπορος από
την Πάρο Πέτρος Μοστράτος, του Αντωνίου και της Μαργαρίτας, κάτοικος Σύρου
παντρεύεται στην Ερμούπολη την 18χρονη από την Σύρο Καλλιόπη Βουργαράκη, του
Αντωνίου και της Μαριγώς.
–1879. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος
ο παριανός 62χρονος σιδηρουργός Ιωάννης Αν. Μοστράτος, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις
16 Μαΐου 1879.
–1881. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων
της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1881 ο Μοστράτος Θεόδωρος του
Νικολάου.
–1882. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος
ο παριανός 22χρονος εμπορικός υπάλληλος Γεώργιος Ι. Μοστράτος, έγγαμος. Έδωσε
όρκο στις 15 Σεπτεμβρίου 1882.
–1883. Σε
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Μοστράτος
Αντώνιος του Ιωάννη, 38 ετών μεταπράτης, κάτοικος Σύρου και ο Μοστράτος
Κωνσταντίνος του Ιωάννη, 29 ετών, στρατιώτης, κάτοικος Αθήνας.
–1884. Εγγεγραμμένοι στο μητρώο Αρρένων
της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1884 ο Μοστράτος Σπύρος του
Νικολάου και ο Μοστράτος Μάρκος του Νικολάου.
–1885. Σε
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Μοστράτος
Κωνσταντίνος του Ιωάννη, ετών 31, στρατιώτης απο τη Νάουσα, κάτοικος Αθήνας και
Μοστράτος Αντώνιος του Ιωάννη, 40 ετών, μεταπράτης απο τη Νάουσα, κάτοικος
Σύρου.
–1888. Το 1888 γεννιέται ο Μοστράτος Σπύρος του
Στυλιανού φαροφύλαξ κάτοικος Παροικιάς.
–1888. Μοστράτος Γεώργιος
του Νικολάου. Έτος γέννησης το 1888 στις Λεύκες. Εγγεγραμμένος στο Μητρώο των
Αρρένων της Κοινότητας Λευκών.
–1888. Στις 14 Φεβρουαρίου 1888 ο 30χρονος τυπογράφος
από την Πάρο Ιωάννης Μοστράτος του Φραντζέσκου και της Αικατερίνης
Ζησιμοπούλου, παντρεύεται στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Αμοργό Αγγελική
Συνοδινού, του Νικήτα και της Άννας.
–1894. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1894 στις Λεύκες ο
Μοστράτος Κωνσταντίνος του Ιωάννη.
–1896. Στις 1 Νοεμβρίου 1896 ο 36χρονος ξενοδόχος από
την Πάρο Γεωργίου Μοστράτου του Ιωάννη και της Ιακωβίνας Μεταξά, παντρεύεται
στην Ερμούπολη την 26χρονη από την Σύρο Γαρουφαλιώ Λιάδη, του Σωτηρίου και της
Ελένης Γεωργίου.
–1897. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1897 στις Λεύκες ο
Μοστράτος Νικόλαος του Ιωάννη.
–1898. Σε
Λογοδοσία του 1898, του Συνδέσμου των εν Λαυρίω, Αθήναις περιχώροις και
Πειραιει ΠΑΡΙΩΝ, ο Αντιπρόεδρος Αλεξ. Μοστράτος.
–1898. Πίναξ
του Συνδέσμου των εν Λαυρίω, Αθήναις περιχώροις και Πειραιει ΠΑΡΙΩΝ, εμφαίνων
ονοματεπώνυμων μελών της Περιόδου 1ης Ιουνίου 1898 ο Μοστράτος Ν. Θεόδωρος.
–1900. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1900 στις Λεύκες ο
Μοστράτος Ζέππος του Δημητρίου.
–1903. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1903 στις Λεύκες ο
Μοστράτος Χρουσής του Κωνσταντίνου.
–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Κυριακή Σπύρου Μοστράτου, ετών 65, οικιακά, χήρα.
–1904. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1904 στις Λεύκες ο
Μοστράτος Κωνσταντίνος του Λυκούργου.
–1905. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1905 στις Λεύκες ο
Μοστράτος Νικόλαος του Ιωάννη.
–1906. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1906 στις Λεύκες ο
Μοστράτος Εμμανουήλ του Δημητρίου.
–1907. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1907 στις Λεύκες ο
Μοστράτος Νικόλαος του Κωνσταντίνου.
–1908. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1908 στις Λεύκες ο Μοστράτος Γεώργιος
του Ιωάννη μυλωθρός κάτοικος Παροικιάς.
–1909. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1909 στις Λεύκες ο
Μοστράτος Ιωάννης του Κωνσταντίνου.
–1909. Στις 25 Ιανουαρίου 1909 ο 30χρονος δικολάβος
από την Πάρο Ευάγγελος Μοστράτος του Πέτρου και της Καλλιόπης Βούλγαρη
[κάτοικοι Πάρου] παντρεύεται στην Ερμούπολη την 25χρονη από την Σύρο Δέσποινα
Οικονόμου, του Παναγιώτη και της Μαρίας Ροδίτη.
–1910
Ευάγγελος Π. Μοστράτος, Νομικός στην Επιτροπή Εκατονταπυλιανής.
–1911. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος
ο παριανός 75χρονος ναυτικός Ιωάννης Ν. Μοστράτος, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 29 Ιανουαρίου 1911.
–1912. Το 1912 γεννιέται ο Μοστράτος Ζαννής του
Νικολάου ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.
–1912. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1912 στις Λεύκες ο
Μοστράτος Νικόλαος του Μάρκου.
–1919. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος
ο παριανός 36χρονος ράπτης Κωνσταντίνος Ιω. Μοστράτος. Έδωσε όρκο στις 30 Ιανουαρίου 1919.
–1919. Το 1919 γεννιέται ο Μοστράτος Στυλιανός του
Σπύρου ξυλουργός κάτοικος Παροικιάς.
–1925. Το 1925 γεννιέται ο Μοστράτος Φραγκίσκος του
Σπύρου εργάτης κάτοικος Παροικιάς. Το 1948 διαγράφηκε από τους εκλογικούς
καταλόγους Παροικιάς ως ανυπότακτος επιστράτευσης.
–1940. Στον ναό του Αγίου
Θωμά στο Κάτω Μαράθι, στο πέτασμα της Ωραίας Πύλης, εικονίζεται ο Χριστός ως
Μέγας Αρχιερεύς. Στο κάτω μέρος έχει τις επιγραφές: «Αφιέρωμα Κωνσταντίνος Χ.
Μοστράτου και Ιωάννου Σ. Γαλανού 1940».
–1952. Σε εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Κατακουζηνού
Αικατερίνη, όνομα συζύγου Ιωάννης, όνομα πατρός Κωνσταντίνος Μοστράτος.
–1954. Στις κοινοτικές
εκλογές του 1954 υποψήφιος με τον συνδυασμό Παροικιάς Πάρου «ΠΡΟΟΔΟΣ –
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ» ο Γ. Μοστράτος.
–Μοσχονάς: Βλέπε Μοσκονάς.
–Μοσχονησιώτης ή Μοσχονήσιος: Βλέπε
Χαρβαλιάς.
–Μοσχούδης:
Το επώνυμο Μοσχούδης πιθανόν αποτελεί παραφθορά του Μοσχούτης.
Στην Πάρο εμφανίζεται τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα. Το 1815
καταγράφεται στα δημοτολόγια της Παροικιάς ο Ιωάννης Μοσχούδης, 43 ετών,
ενώ το 1847, στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς, αναφέρεται ο ίδιος, σε
ηλικία 75 ετών, ως έμπορος. Οι δύο αυτές μαρτυρίες τεκμηριώνουν την
παρουσία της οικογένειας στην Παροικιά κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα.
–1815. Στα δημοτολόγια Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται
και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο Μοσχούδης Ιωάννης 43χρονών.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
(συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 75χρονος έμπορος
Ιωάννης Μοσχούδης.
–Μοσχούτης: Το επώνυμο Μοσχούτης
πιθανόν συνδέεται με το Μοσχούδης, ίσως ως διαφορετική μορφή του ίδιου
οικογενειακού ονόματος. Στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς του 1953
καταγράφεται η Ρούσσα Μοσχούτη, το γένος Σ. Πατέλης, σύζυγος Ιωάννη και
κάτοικος Παροικιάς. Η μαρτυρία αυτή δείχνει την παρουσία του επωνύμου στην
Παροικιά έως τα μέσα του 20ού αιώνα.
–1953. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953
είναι εγγεγραμμένη η Μοσχούτη Ρούσσα το γένος Σ. Πατέλης, όνομα συζύγου
Ιωάννης, κάτοικος Παροικιάς.
–Μουδάκης: Το επώνυμο Μουδάκης
εμφανίζεται στην Παροικιά στα μέσα του 20ού αιώνα. Το 1946 καταγράφεται
στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς ο Δημήτριος Μουδάκης του Γεωργίου,
καπνεργάτης, γεννημένος το 1881. Ο ίδιος απεβίωσε στην Παροικιά το 1949.
Πρόκειται για την παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία του επωνύμου στην
Πάρο.
–1881. Γεννιέται ο εγγεγραμμένος Μουδάκης Δημήτριος
του Γεωργίου καπνεργάτης κάτοικος Παροικιάς.
–1946. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1946
υπάρχει εγγεγραμμένος ο Μουδάκης Δημήτριος του Γεωργίου καπνεργάτης κάτοικος
Παροικιάς (γεν 1881).
–1949. Το 1949 απεβίωσε στην Παροικιά ο Μουδάκης
Δημήτριος του Γωργίου καπνεργάτης.
–Μουδάτζος: Βλέπε Μονδάνος.
–Μουδάτσος: Βλέπε Μονδάνος.
–Μουλάς: Το επώνυμο Μουλάς ενδέχεται
να αποτελεί παραφθορά του Μουρλάς. Εναλλακτικά, μπορεί να συνδέεται με
το τουρκοπερσικό mulla, που δήλωνε τον μουσουλμάνο ιερωμένο, τον
διδάσκαλο ή τον ανώτερο δικαστή. Στην Κρήτη απαντούν επίσης οι τύποι Μούλας
και Ντα Μούλα.
Στην Πάρο το επώνυμο μαρτυρείται το 1950,
στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς, όπου καταγράφεται η Αννούσα Μουλά,
σύζυγος Γεωργίου και κόρη του Δημητρίου Κωβαίου, κάτοικος Παροικιάς.
–1950. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1950
είναι εγγεγραμμένη η Μουλά Αννούσα όνομα
συζύγου Γεώργιος, όνομα πατρός Δημήτριος Κωβαίος κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–Μουντάνος: Βλέπε Μονδάνος.
–Μουντάτσος: Βλέπε Μοάτσος.
–Μουρλάς: Το επώνυμο Μουρλάς
θεωρείται παρωνυμικό και πιθανόν συνδέεται με τη βενετσιάνικη λέξη murlon,
που αποδίδεται με τη σημασία «αλλοπρόσαλλος». Δεν αποκλείεται επίσης η
οικογένεια να εγκαταστάθηκε στην Πάρο ως πρόσφυγας, χωρίς όμως αυτό να
τεκμηριώνεται από τις μέχρι σήμερα γνωστές πηγές.
Οι πρώτες μαρτυρίες
Η παρουσία των Μουρλάδων στην
Πάρο είναι τεκμηριωμένη ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Το 1826,
στα δημοτολόγια της Παροικιάς, καταγράφεται ο 12χρονος Γεώργιος Μουρλάς,
ενώ το 1828 αναφέρεται ο συνομήλικός του Παναγής Μουρλάς. Ο Παναγής
εμφανίζεται και στο αλληλοδιδακτικό σχολείο της Παροικιάς το 1829, σε ηλικία 11
ετών, ενώ το 1833 αναφέρεται και πάλι σε κατάλογο μαθητών της Ελληνοδιδακτικής
Σχολής.
Η οικογένεια στην Παροικιά
Στον εκλογικό κατάλογο της
Παροικιάς του 1847 συναντούμε τρία μέλη της οικογένειας: τον 33χρονο Γεώργιο
Μουρλά, πλοίαρχο, τον 31χρονο Ιωάννη Μουρλά, κτίστη, και τον 33χρονο
Παναγή Μουρλά, γεωργό. Οι διαφορετικές επαγγελματικές ιδιότητες δείχνουν
μια οικογένεια ήδη ενταγμένη στην κοινωνική και οικονομική ζωή της Παροικιάς.
Κατά το δεύτερο μισό του 19ου
και τις αρχές του 20ού αιώνα οι Μουρλάδες εμφανίζονται συνεχώς στα παριανά
δημοτολόγια και μητρώα. Ανάμεσά τους καταγράφονται γεωργοί, ναυτικοί,
έμποροι και εργάτες, ενώ αρκετοί εγκαθίστανται προσωρινά ή μόνιμα εκτός
Πάρου, όπως στη Σύρο.
Οι Μουρλάδες στον 20ό αιώνα
Η οικογένεια εξακολουθεί να
έχει έντονη παρουσία στην Παροικιά και κατά τον 20ό αιώνα. Ιδιαίτερη θέση
κατέχει ο Πολυχρόνης Ν. Μουρλάς, ο οποίος συμμετείχε στην Αντίσταση
της Αντιπάρου το 1942 και στη συνέχεια χάθηκαν τα ίχνη του. Το 1959, στις
κοινοτικές εκλογές της Παροικιάς, ο Σπύρος Γ. Μουρλάς έλαβε 61 σταυρούς
προτίμησης, ενώ σε φωτογραφίες και τοπικές εκδηλώσεις της ίδιας περιόδου
καταγράφονται και άλλα μέλη της οικογένειας.
Οι συνεχείς μαρτυρίες από το 1826
έως και τον 20ό αιώνα δείχνουν ότι οι Μουρλάδες αποτέλεσαν μια παλιά και
πολυάριθμη οικογένεια της Παροικιάς, με σταθερή παρουσία στην κοινωνική,
επαγγελματική και κοινοτική ζωή του τόπου.
–1826. Στα δημοπολόγια Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται
και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 12χρονος Γεώργιος Μουρλάς.
–1828. Στα δημοτολόγια Παροικιάς (συμπεριλαμβάνεται
και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 12χρονος Μουρλάς Παναγής.
–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της
πόλεως Παροικιάς
Μουρλάς Παναγιώτης ετών 11.
–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής
Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο Μουρλάς …
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
(συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 33χρονος πλοίαρχος
Γεώργιος Μουρλάς, ο 31χρονος κτίστης Ιωάννης Μουρλάς και ο 33χρονος γεωργός
Παναγής Μουρλάς.
–1866. Το 1838 γεννιέται
ο Κωνσταντίνος (Κωνσταντής) Ζησιμόπουλος του Μιχαήλ και της Καλλίτσας. Το 1866
νυμφεύεται την καλή του, Σμαράγδα, μια από τις κόρες του Γεώργιου Δημ. Μουρλά
και της Αικατερίνης Σπυρ. Φωκιανού, με την οποία δημιούργησαν μια πολύκλαδη
οικογένεια.
–1867. Το 1867 γεννιέται ο Μουρλάς Σπύρος του
Γεωργίου κάτοικος Παροικιάς. Απεβίωσε το 1952.
–1885. Το 1885 γεννιέται ο Μουρλάς Γεώργιος του
Νικολάου κάτοικος Παροικιάς.
–1888. Το 1888 γεννιέται ο Μουρλάς Νικόλαος του
Πολυχρόνη έμπορος κάτοικος Παροικιάς.
–1890. Το 1890 γεννιέται ο Μουρλάς Αντώνιος του
Δημητρίου ναυτικός κάτοικος Παροικιάς. Διαγράφετε το 1949 από τον εκλογικό
κατάλογο Παροικιάς ως εγγραφέντας σε άλλη Κοινότητα.
–1892. Το 1892 γεννιέται ο Μουρλάς Ιωάννης του
Μιχαήλ έμπορος κάτοικος Παροικιάς. Απεβίωσε το 1949.
–1895. Το 1895 γεννιέται ο Μουρλάς Κωνσταντίνος του
Μιχαήλ ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.
–1896. Ροζακέα Μοσχού,
όνομα συζύγου: Ιωάννης, Κύριο όνομα και επώνυμο πατρός: Π. Μουρλάς. Έτος γέννησης: 1896. Επάγγελμα:
οικοκυρά.
–1897. Το 1897 γεννιέται η Μουρλά
Αικατερίνη του Παναγιώτη κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–1903. Το 1903 γεννιέται ο Μουρλάς Παναγής του
Μάρκου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1903. Το 1903 γεννιέται ο Μουρλάς Γεώργιος του
Σπύρου ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.
–1904. Το 1904 γεννιέται ο Μουρλάς Ιωάννης του
Μάρκου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1912. Το 1912 γεννιέται ο Μουρλάς Εμμανουήλ του
Μάρκου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1914. Στις 21 Απριλίου 1914 ο 28χρονος ναυτικός από
την Πάρο Δημήτριος Αργυρόπουλος του Κωνσταντίνου [παντοπώλης] και της Μαρίνας
Μουρλά [κάτοικοι Πάρου] παντρεύεται στην Ερμούπολη την 27χρονη από την Πάρο
Μαρία Περιπάνου, του Δημητρίου, και της Μανδαλενας Στέλλα [κάτοικοι Πάρου].
–1917. Το 1917 γεννιέται ο Μουρλάς Πολυχρόνης του
Νικολάου έμπορος κάτοικος Παροικιάς.
–1918. Μουρλά Ευαγγελία,
όνομα συζύγου: Πολυχρόνης, Κύριο όνομα και επώνυμο πατρός: Ι. Τσαντάνης. Έτος
γέννησης: 1918. Επάγγελμα: οικοκυρά.
–1922. Το 1922 γεννιέται ο Μουρλάς Νικόλαος του
Γεωργίου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.
–1925. Το 1925 γεννιέται ο Μουρλάς Κωνσταντίνος του
Ιωάννη εθελοντής κάτοικος Παροικιάς.
–1926. Το 1926 γεννιέται ο Μουρλάς Φραγκίσκος του
Ιωάννη ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.
–1930. Το 1930 γεννιέται η Μουρλά Άννα
συζ. Παναγιώτης κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–1930. Το
1930 γεννιέται ο Μουρλάς Νικόλαος του Ιωάννη κάτοικος της Κοιν. Παροικιάς.
–1932. Το
1932 γεννιέται ο Μουρλάς Πολυχρόνης του Ιωάννη ιδ. υπάλληλος κάτοικος της Κοιν.
Παροικιάς.
–1942. Ήρωας
λόγω της συμμετοχής του στην Αντίσταση της Αντιπάρου το 1942 ο Πολυχρόνης Ν.
Μουρλάς του οποίου τα ίχνη χάθηκαν.
–1950. Στον
εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1950 είναι εγγεγραμμένη η Μουρλά Ευαγγελία
(γεν. 1918), όνομα συζύγου Πολυχρόνης, όνομα πατρός Ι. Τσαντάνης.
–1950. Σε
φωτογραφεία στα τέλη του 1950 διακρίνεται η Κατερίνα Μουρλά – Καλακώνα.
–1950. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1950
είναι εγγεγραμμένη η Μουρλά Μοσχούλα
όνομα συζύγου Γεώργιος, όνομα πατρός Δημήτριος Μυλωνάς κάτοικος Κοιν.
Παροικιάς.
–1959. Σε γιορτή της αναλήψεως το 1959 στον Άγιο Φωκά διακρίνεται ο Γιαννάκος
και Κώστας Μουρλάς.
–1959. 5 Απριλίου 1959 ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΠΑΡΟΙΚΙΑ: Εγγεγραμμένοι 2.614 εψήφισαν 1.392, άκυρα και
λευκά 3.
Ο Συνδυασμός κ. Ανδρέα Μαρινόπουλου
έλαβεν 764 ο δε Συνδυασμός του κ. Μιχ. Κρίσπη 628.
Παραθέτομεν εν λεπτομερεία τους σταυρούς
προτιμήσεως τους οποίους έλαβεν έκαστος.
1)
Μαρινόπουλος Αθαν. Ανδρέας 626, Δενέγρης Στυλιανός 110, Μονδάνος Ανδ. Αντ. 105,
Κατρής Ν. Αγαπητός 103, Βενιζέλος Π. Ραγκούσης 94, Μπάος Π. Αντ. 66, Μαύρης Γ.
Αντ. 66, Καπούτσος Γ. Δημ. 60, Σιλβέστρος Π. Κωνστ. 55, Καλακώνας Μενέγου
Σάββας 44, Μαλατέστας Μιχ. Κωνστ. 41 κλπ.
2) Κρίσπης
Ν. Μιχαήλ 380, Φραγκούλης Νικολ. Ιωάννης 158, Σαρρής Μιχ. Νικόλαος 111,
Τσαντάνης Φ. Παναγ. 82, Κυριαζάνος Ι. Μάρκος 66, Αργυρόπουλος Δημ. Ιωάννης 63,
Μουρλάς Σπ. Γεώργιος 61, Φωκιανός Δημ. Βασίλειος 53, Κρητικός Γ. Παναγ. 49,
Γκίκας Ι. Αναστ. 45, Σπανός Εμμαν. Αντ. 41 κλπ οι οποίοι παραλείπονται ελλείψει
χώρου.
Σύμβουλοι
εξελέγησαν οι 5 πρώτοι εκ του πρώτου Συν/σμού και οι 4 εκ του δευτέρου.
–1967. Σε
γυμναστικές επιδείξεις το δημοτικού σχολείου Παροικιάς το 1967, διακρίνεται ο
Γιώργος Μουρλάς.
–Μουρογιάννης: Το επώνυμο Μουρογιάννης
δεν φαίνεται να αποτελεί παλαιό παριανό επώνυμο. Σύμφωνα με διαθέσιμη
καταγραφή, οικογένεια με το επώνυμο αυτό εγκαταστάθηκε στην Πάρο το 1980,
προερχόμενη από το Ελληνόκαστρο του Νομού Τρικάλων Θεσσαλίας. Πρόκειται,
επομένως, για νεότερη οικογενειακή παρουσία στο νησί, με καταγωγή από τη
Θεσσαλία.
–Μουσελίμης
ή Μουσελής;: Το επώνυμο Μουσελίμης (ή πιθανώς Μουσελής)
μαρτυρείται στην Πάρο ήδη από τον 17ο αιώνα. Σε νοταριακό έγγραφο του 1685,
σχετικό με περιστατικό κουρσάρων που είχε συμβεί στον Κέφαλο (σημερινά Μάρμαρα)
το 1682, αναφέρεται ο Βασιλάκης Μουσελίμης, κάτοικος της περιοχής. Ο
ίδιος εμφανίζεται ως πρόσωπο από το οποίο ο Νικολάκης Μοστράτος δανείστηκε τρία
ρεάλια, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις απαιτήσεις των κουρσάρων.
Η μαρτυρία αυτή αποτελεί μέχρι σήμερα παλαιά
ένδειξη παρουσίας του επωνύμου στην Πάρο, αν και δεν διαθέτουμε ακόμη
αρκετά στοιχεία για την καταγωγή ή τη συνέχεια της οικογένειας.
–1685. Στις 22 Μαΐου 1685 σε έγγραφο
Κεφάλου (Μάρμαρα) ο παπά Ιωάννης Χριστόφορος αναφέρεται σε μαρτυρική κατάθεση
του Νικολάου Μοστράτου σχετικά με αυθαιρεσίες και βιαιοπραγίες κουρσάρων που
έγιναν μέσα στο σπίτι του, στον Κέφαλο κάποια νύχτα του 1682. «Την σήμενος
ενεφανίστην εις την μπαρρησίαν καμού του υπογράφοντος νοταρίου ο ευγενής μισέρ
Νικολάκης Μοστράτος από το νησίν της Πάρου, από το Καστέλλι του Κεφάλου και
μαρτυρά και λέγειν πως σήμερον τρεις χρόνοι εκαπιτάρησεν ο μισέρ Τζάνε
Κοντοφρέος εις τον Κέφανον δια δουλειά οπού είχεν. Όθεν ο άνωθεν μισέρ
Νικολάκης επίρεν τον άνωθεν, μισέρ Τζάνε εις το σπίτιν του και εκοιμούντα
αντάμα την εκείνη νύκτα. Όθεν την αυτήν νύκταν ήλθασι από την Μπαρκιά πέντε
νομάτοιν φελουδιάροιν εις Κέφαλον και επήγασιν εις το σπίτιν οπού εκοιμούνταν
και εκτυπήσασιν πως είναι καλοί άνθρωποι. Και θαρρώντας πως είναι καλοί
άνθρωποι των ήνοιξαν μέσαν και ως ήμπασιν εσφαλίσασιν τις πόρτες του σπιτιού
και επυροβολήσασιν ατοί τως και ήψασιν φως και ως ήψαν το φως λέσιν του άνωθεν
Νικολάκι: Πού’ ναι το μάλαμα και τα ρεάλια που κρατεί ο άνωθεν Τζάνε: Αυτός επηλογήθην
και είπεν τως: Εγώ δεν είδα μήτε ρεάλια να έχη μήτε μάλαμα. Εκοίνοι εβγάλασιν
στο στελέτον και εδώκαν του μια στελετιά εις το… και λέγειν του: Μολόγησε μας,
ειδέ σκοτώνομεν σε. Εκείνος επηλογήθην και ειπέ τως: Εγω δεν ξέρω να’ χη
τίποτις, ειμή και αν τα’ χη στου παπά Ιωάννη Χριστόφορου, όπου ήτανε εκεί
προτύτερα.
Έτσι τον επήρασιν τον αυτόν μισέρ
Νικολάκην και είπαν του: Έλα να πάμε στου παπά μα να του πης ετούτον τον λόγον
ήγου να του πης, πως ο Τζάνες αποθαίνει και να’ ρθην να τόνε μεταλάβην.
Έτσι πήγε στον παπά και χτήπησε ο μισέρ
Νικολάκης και σηκώθηκε ο παπάς και είπε τα άνωθεν. Λοιπόν ήπηραν τον παπά και
επήγασιν εις του Τζάνε, που’ τονε στο σπίτιν του Νικολάκιν, και λέγει του ο
παπάς του μισέρ Τζάνε: Πότε μου’ φερές εμένα στο σπίτι μου ή γρόσιν ή μάλαμας;
Λέγει του ο Τζάνες: Εγώ δεν τως είπα τίποτας μα ετούτοι το λέσιν έτζιν και
γυρεύγουσιν μου γρόσα.
Και εγύρευάν του 50 ρεάλια. Αυτός μη
ξεύροντας πώς να γλυτώση από τα χέριαν τως επήγε στου Βασιλάκιν του Μουσελίμη
που ήτονε εκέι και επήρε τρία ρεάλια δανεικά και ήδωσεν τως τα. Εκείνοι του
εγυρεύασιν και άλλα ετούτος μη έχοντας τι να κάμη, έφυγεν τως κρυφά και επήγεν
εις το σπίτι του μισέρ Γιαννάκιν Ντελλαγραμμάτικα να κρυφτήν και εκείνοι τον
επήρασιν ξωπίσων και επήγασιν και εμπήκασιν και αυτοίν μέσα στο σπίτιν του
Νικολάκι και ήδωκεν τως τα. Τούτο μαρτυρά και άλλο δεν κατέχειν.
Νικόλαος Μοστράτος βεβαιώνω ως άνωθεν
Νικόλαος Μπάνκαλος αντιμάρτυρας ως
ήκουσεν από άνωθεν Νικολάκι υπό χειρός καμού του υπογράφοντος μη γράφοντος
αυτός.
Ιωάννης Μηνιάτης, νοτάριος έγραψα.
–Μουσκούτης:
Το επώνυμο Μουσκούτης απαντά στην Πάρο ήδη από τα πρώτα χρόνια του
ελληνικού κράτους. Η μοναδική μέχρι σήμερα γνωστή αναφορά εντοπίζεται το 1831,
σε επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον Επίτροπο του Αιγαίου Πελάγους,
σχετικά με τα δεινά και τις αντιπαραθέσεις που είχαν προκληθεί από την
εγκατάσταση Κρητών νεοαποίκων στο νησί.
–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια
επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα
δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Ιωάννης
Μουσκούτης.
–Μουσούρης: Το επώνυμο Μουσούρης
είναι από τα παλαιότερα που τεκμηριώνονται στην Πάρο, με παρουσία στην Παροικιά
ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα. Κεντρικό πρόσωπο της οικογένειας
υπήρξε ο παπά Αντώνης Μουσούρης, ο οποίος εμφανίζεται συνεχώς στα
κοινοτικά έγγραφα από το 1710 έως και τα μέσα του 18ου αιώνα.
Από το 1716
έως το 1748 ο παπά Αντώνης συμμετείχε επανειλημμένα στις Γενικές
Συνελεύσεις του κοινού της Παροικιάς, ως μάρτυρας, εκλέκτορας και υπογράφων σε
σημαντικές αποφάσεις. Το 1737, σε προικοσύμφωνο της κόρης του Ζαμπέτας,
αναφέρεται ως «ο ιερεύς της Παροικιάς Αντώνιος Μουσούρης», ενώ την ίδια περίοδο
εμφανίζεται και ο Γιακουμάκης Μουσούρης, πιθανότατα μέλος της ίδιας
οικογένειας.
Η οικογένεια
εξακολουθεί να καταγράφεται και τον 19ο αιώνα. Το 1824–1829
αναφέρεται ο Αντώνιος Μουσούρης, Επίτροπος της Εκατονταπυλιανής, ενώ το 1831
ο παπά Αντώνιος Μουσούρης συντάσσει προικοσύμφωνο για την κόρη του Ειρηνιώ,
στην προίκα της οποίας περιλαμβάνονταν και σημαντικές θρησκευτικές εικόνες.
Η μακρά και
συνεχής παρουσία των Μουσούρηδων, ιδιαίτερα μέσα στους εκκλησιαστικούς και
κοινοτικούς θεσμούς της Παροικιάς, δείχνει μια παλιά και κοινωνικά ενεργή
παριανή οικογένεια, με ιδιαίτερη σύνδεση με την Εκκλησία και τα κοινά του
τόπου.
–1710. Χωράφι στη Μπούντα σύμλπιος παπα
Αντώνης Μουσούρης.
–1710. Χωράφι
στον Έλιτα σύμπλιος παπα Αντώνης Μουσούρης.
–1716. Σε
πρακτικό εκλογής νοταρίου – καγκελαρίου από το κοινό της Παροικιάς στη Γενική
Συνέλευση της 14 Ιανουαρίου 1716, μαρτυρείται ο παπά Αντώνης Μουσούρης.
–1716. Σε κληρονομικό δικαίωμα των
συζύγων αναφέρεται στις 24 Ιανουαρίου 1716 ο μάρτυρας παπά Αντώνης Μουσούρης.
–1723. Σε
πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 30 Ιανουαρίου 1723
κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο παπά Αντώνης
και ο Γιακουμάκης Μουσούρης.
–1724. Σε
πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 13 Δεκεμβρίου 1724
κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο παπά Αντώνης
Μουσούρης
–1730. Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου του
κοινού της Παροικιάς στην Κωνσταντινούπολης στις 28 Ιανουαρίου 1730 μαρτυρείται
ο παπά Αντώνης Μουσούρης
–1732. Πρακτικό
εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4 Ιανουαρίου 1732, αναφέρεται
ο παπά Αντώνιος Μουσούρης.
–1732. Πρακτικό εξουσιοδοτήσεως
απεσταλμένου του κοινού Παροικιάς, κατά τη Γενική Συνέλευση στις 17 Ιανουαρίου
1732 αναφέρεται ο παπά Αντώνης Μουσούρης.
–1733. Πρακτικό
εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4 Ιανουαρίου 1733, αναφέρεται
ο παπα Αντώνης Μουσούρης.
–1734. Πρακτικό
εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 18 Ιανουαρίου 1734, αναφέρεται
ο παπα Αντώνης Μουσούρης.
–1736. Πρακτικό
εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 22 Ιανουαρίου 1736, αναφέρεται
ο παπα Αντώνης Μουσούρης.
–1737. «Προικοσύμφωνο του μαστρο Τζοάνε
Βασιλάκη με την Ζαμπέτα θυγάτηρ παπα Αντώνη Μουσούρη». «Ο ιερεύς της Παροικιάς
Αντώνιος Μουσούρης δίδει στην κόρη του Ζαμπέτα την εκκλησίαν Αγίου Ιωάννου του
Θεολόγου σιμά και απέναντι των σπιτιών [που] έδωσεν εις βοήθειαν και κυβέρνησίν
τος».
–1738. Μαρτυρία υπερασπίσεως συμπατριώτη
τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά (για αντίδραση στην
συγκέντρωση της φορολογίας), κατά τη Γενική Συνέλευση από τα κοινά της Πάρου,
της 16 Ιουλίου 1738, υπογράφει ο παπά Αντώνης Μουσούρης.
–1740. Σε προικοσύμφωνο Παροικίας στις 14 Ιουλίου 1740,
του Αντώνη Γιακουμή Βιτζαρά με την θυγατέρα Δημητράκη Μαλακη ονόματι Ανούσα,
αναφέρεται ο Γιακουμάκης Μουσούρης.
–1741. Εκλογή προβλεπτών υγειονομικών
μέτρων από το κοινό Παροικιάς Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της 2 Μαΐου
1741, υπογράφει και ο παπά Αντώνης Μουσούρης.
–1742. Στις
16 Φεβρουαρίου 1742 ο παπα Αντώνης Μουσούρης υπογράφει έγγραφο των ιερέων της
Παροικιάς.
–1746. Απόφαση του κοινού της Παροικιάς
στις 8 Μαρτίου 1746, για μετάκληση ξένων στο νησί, εξουσιοδοτούν τον καραβοκύρη
Ιωάννη Λαγγούση να προσκαλέσει όσους κατοίκους άλλων μερών της Ελλάδας θα
ήθελαν να εγκατασταθούν οικογενειακώς στο νησί τους. Σε όσους δέχονταν
υποσχόντουσαν μειωμένη φορολογία και άλλες διευκολύνσεις, όπως κατοικίες,
χωράφια κ.α., υπογράφει και ο παπά Μουσούρης.
–1748. Πρακτικό πωλήσεως των φόρων του
κοινού της Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, τη 1 Μαρτίου 1748, μαρτυρείται ο
παπά Αντώνης Μουσούρης.
–1824. Σε
έγγραφο στις 21 Σεπτεμβρίου 1824 αναφέρεται ο Επίτροπος της Εκατονταπυλιανής Αντώνιος
Μουσούρης.
–1826. Ο
Επίτροπος της Εκατονταπυλιανής Αντώνιος Μουσούρης στις 4 Μαρτίου 1826 υπογράφει
γράμμα στην Παροικιά.
–1829. Σε
πληρεξούσιο του 1829 αναφέρεται ο Αντώνιος Μουσούρης.
–1831. Ο
παπα Αντώνιος Μουσούρης παντρεύει την κόρη του Ειρηνιώ σε προικοσύμφωνο στις 20
Απριλίου 1831. Στο προικοσύμφωνο αυτό η μέλλουσα σύζυγος η Ειρήνη Αντωνίου
Μουσούρη προσφέρει ως προίκα της, τις εικόνες της Ζωοδ. Πηγής, τον Άγιο
Αντώνιο, τον Άγιο Σπυρίδωνα, κ.α. (ΓΑΚ, 219, αρ. 306, 152r)
–Μουστάκας:
Το επώνυμο Μουστάκας καταγράφεται στην Παροικιά κατά τον 20ό αιώνα. Το 1918
γεννήθηκε η Χαριτωμένη Μουστάκα, κάτοικος της Κοινότητας Παροικιάς, η
οποία εξακολουθεί να εμφανίζεται στα δημοτολογικά στοιχεία και είναι
εγγεγραμμένη στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1952.
–1918. Το 1918 γεννιέται η Μουστάκα
Χαριτωμένη κάτοικος Κοιν. Παροικιάς. Εγγεγραμμένη στον εκλογικό κατάλογο
Παροικιάς του 1952.
–Μουτσόπουλος:
Το επώνυμο Μουτσόπουλος καταγράφεται στην Πάρο στις αρχές του 20ού
αιώνα. Το 1903 ο Ιωάννης Μουτσόπουλος διορίστηκε Σχολάρχης στο
Σχολαρχείο Παροικιάς, γεγονός που τον συνδέει με την εκπαιδευτική ζωή του
νησιού και την τοπική κοινωνία της εποχής.
–1903. Το 1903 διορίζεται Σχολάρχης στο
Σχολαρχείο Παροικιάς ο Ιωάννης Μουτσόπουλος.
–Μπάνκαλος
ή Μπάγκαλος: Βλέπε Πάγκαλος
–Μπαζέλιος: Το επώνυμο Μπαζέλιος
απαντά στην Πάρο ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα. Σε έγγραφο της 19ης
Απριλίου 1731, που αφορά την περιοχή του Μαραθίου, αναφέρεται
«αλλαξιά Μπαζελίου και ηγούμενου Αγίου Μηνά εις το Λιβαδάκι Αγία Βαρβάρα».
–1731. Περιοχή
Μαραθίου σε έγγραφο στις 19 Απρ. 1731 «αλλαξιά Μπαζελίου και ηγούμενου Αγίου
Μηνά εις το Λιβαδάκι Αγία Βαρβάρα».
–Μπαζέος - Μπαζέγιος: Βλέπε Βαζαίος,
Βαζέος.
–Μπαζιουρούκης: Βλέπε Βαζουράκης
–Μπαϊλάκης: Το επώνυμο Μπαϊλάκης,
γνωστό στην Κρήτη με τους τύπους Βαϊλάκης και Βαϊλακάκης, συνδέεται ετυμολογικά
με το βενετικό αξίωμα του βαΐλου (bailo), τίτλο που έφεραν οι
διοικητικοί και διπλωματικοί εκπρόσωποι της Βενετίας. Ο τύπος Μπαϊλάκης
θεωρείται υποκοριστικός του Μπάϊλας, επωνύμου που απαντά και σήμερα στη
Σαντορίνη και τη Σύρο.
Στην Πάρο το
επώνυμο τεκμηριώνεται ήδη από το 1730, στη Νάουσα, με τον ιερομόναχο
Παρθένιο Μπαϊλάκη, καθηγούμενο της μονής του Αγίου Ανδρέα. Το ίδιο πρόσωπο
αναφέρεται και υπογράφει ως καθηγούμενος σε έγγραφα του 1733 και του 1754,
γεγονός που δείχνει τη μακρόχρονη παρουσία του στην εκκλησιαστική ζωή της
Νάουσας.
–1730. Στις
18 Μαρτίου 1730 μνημονεύεται σε έγγραφο Ναούσης ο «ιερομόναχος Παρθένιος
Μπαϊλάκης και καθηγούμενος της σεβασμίας μονής του πανευφήμου και πρωτοκλήτου
των Αποστόλων Ανδρέου».
–1733. Σε
έγγραφο Ναούσης το 1733 υπογράφει ο Παρθένιος Μπαϊλάκης, ιερομόναχος και
καθηγούμενος του Αγίου Ανδρέα.
–1754. Το
1754 αναφέρεται ο Ιερομόναχος Παρθένιος Μπαϊλάκης στον Αγ. Ανδρέα.
–Μπακαμίδης: Το επώνυμο Μπακαμίδης
εμφανίζεται στις διαθέσιμες μαρτυρίες της Πάρου κατά τη δεκαετία του 1960. Το 1965
αναφέρεται ο Μπακαμίδης, ως Ειρηνοδίκης Πάρου, ενώ το 1969,
σε σχολική παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου, διακρίνεται ο μαθητής Στέλιος
Μπακαμίδης.
–1965
Μπακαμίδης …, Ειρηνοδίκης Πάρου.
–1969. Σε
σχολική παρέλαση στις 28 Οκτωβρίου 1969, διακρίνεται ο μαθητής Στέλιος
Μπακαμίδης.
–Μπακιρτζόγλου: Το επώνυμο Μπακιρτζόγλου
καταγράφεται στην Πάρο ως οικογένεια προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Η
μέχρι σήμερα γνωστή μαρτυρία εντοπίζεται σε έγγραφο του 1846, γεγονός
που επιβεβαιώνει την παρουσία του επωνύμου στο νησί ήδη από τα μέσα του 19ου
αιώνα.
Η σύντομη
αυτή αναφορά δεν επιτρέπει προς το παρόν ασφαλέστερη ανασύσταση της
οικογένειας, αποτελεί όμως σημαντική ένδειξη της εγκατάστασης Μικρασιατών στην
Πάρο.
–1846. Έγγραφο
του 1846.
–Μπαλαλής: Το επώνυμο Μπαλαλής
καταγράφεται στην Παροικιά ήδη από τον 19ο αιώνα και συνδέεται με τη ναυτική
ζωή του τόπου. Το 1875 γεννήθηκε ο Κωνσταντίνος Μπαλαλής του Γεωργίου,
ναυτικός και κάτοικος Παροικιάς.
Η οικογένεια συνεχίζει να μαρτυρείται και τον 20ό
αιώνα. Το 1923 γεννήθηκε ο Γεώργιος Μπαλαλής του Κωνσταντίνου,
επίσης ναυτικός, ενώ στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953
καταγράφονται ο Γεώργιος και ο Κωνσταντίνος Μπαλαλής, και οι δύο ναυτικοί. Την
ίδια χρονιά αναφέρεται και η Ειρήνη Μπαλαλή, το γένος Κανενούνη, σύζυγος
Κωνσταντίνου.
–1875. Το 1875 γεννιέται ο Μπαλαλής Κωνσταντίνος του
Γεωργίου ναυτικός κάτοικος κοιν. Παροικιάς.
–1923. Το 1923 γεννιέται ο Μπαλαλής Γεώργιος του
Κωνσταντίνου ναυτικός κάτοικος κοιν. Παροικιάς.
–1953. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953
είναι εγγεγραμμένοι οι Μπαλαλής Γεώργιος του Κωνσταντίνου και ο Μπαλαλής
Κωνσταντίνος του Γεωργίου ναυτικοί κάτοικος κοιν. Παροικιάς.
–1953. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953
είναι εγγεγραμμένη η Μπαλαλή Ειρήνη το γένος Ιωάννης Κανενούνης, όνομα συζύγου
Κωνσταντίνος κάτοικος Παροικιάς.
–Μπάλιος: Από τον Κέφαλο του
18ου αιώνα στον Κώστο, τη Νάουσα και τη Μάρπησσα
Το επώνυμο Μπάλιος έχει
περισσότερες από μία πιθανές ερμηνείες. Συνδέεται με το βενετσιάνικο αξίωμα του
Bailo ή Balio, τίτλο που έφερε ο διπλωματικός και διοικητικός
αντιπρόσωπος της Βενετίας. Από τέτοια αξιώματα προήλθαν αρκετά επώνυμα, όπως
Μπαλής, Μπάλιος, Καστελλάνος, Νοτάρος και Καπετάνιος, τα οποία δεν υποδηλώνουν
κατ’ ανάγκην κοινή καταγωγή όλων των οικογενειών που τα έφεραν. Έχει επίσης
διατυπωθεί η άποψη ότι το Μπάλιος είναι αρμάνικης προέλευσης, με σημασία
σχετική με το άλογο που έχει λευκές κηλίδες ή λευκό μέτωπο.
Η παλαιότερη παριανή
μαρτυρία
Η παρουσία του επωνύμου στην
Πάρο ανάγεται τουλάχιστον στο 1765, όταν σε σουλφικό γράμμα του Τσιπίδου
(σημερινής Μάρπησσας) αναφέρεται ως μάρτυρας ο Κωνσταντής Μπάλιος,
σακελλάριος του Κεφάλου. Η μαρτυρία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς
δείχνει ότι το επώνυμο υπήρχε στην Πάρο ήδη από τον 18ο αιώνα και μάλιστα
συνδεόταν με τον Κέφαλο και τη διοικητική και εκκλησιαστική ζωή της περιοχής.
Οι Μπάλιοι του 19ου αιώνα
Στις πρώτες δεκαετίες του
ελληνικού κράτους το επώνυμο εμφανίζεται και στη Νάουσα και τον Κώστο.
Το 1844 καταγράφονται στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Νάουσας ο Ζαχαρίας Μ.
Μπάλιος, εργάτης, και ο Γεώργιος Μπάλιος, γεωργός. Τα ίδια πρόσωπα
εμφανίζονται και στον εκλογικό κατάλογο του Κώστου το 1847.
Αργότερα, το επώνυμο
συναντάται και στη Μάρπησσα, όπου η οικογένεια συνεχίζει να
αναπτύσσεται. Στα δημοτολόγια του 1903 καταγράφονται τα παιδιά του Μιχαήλ
Μπάλιου, μεταξύ των οποίων ο Ζαχαρίας, η Μαρία, ο Αντώνιος και ο Σταύρος. Οι
μεταγενέστερες εγγραφές δείχνουν τη συνέχεια της οικογένειας στον Κώστο, τη
Νάουσα και τη Μάρπησσα.
Η παράδοση της καταγωγής
από το Αϊβαλή
Για τους νεότερους Μπάλιους
της Πάρου διασώζεται παράδοση σύμφωνα με την οποία η οικογένεια καταγόταν από
το Αϊβαλή και εγκαταστάθηκε στη Νάουσα κατά τη δεκαετία του 1840.
Σύμφωνα με την αφήγηση, δύο αδέλφια εγκατέλειψαν το Αϊβαλή για να προστατεύσουν
την αδελφή τους και έφθασαν στην Πάρο. Οι ντόπιοι τούς αποκαλούσαν αρχικά
«Αϊβαλιώτες», ονομασία που υποτίθεται ότι εξελίχθηκε σε «Μπαλιώτες» και τελικά
σε Μπάλιος, ενώ ως παλαιότερο οικογενειακό επώνυμο αναφέρεται το
Τζεβάδες.
Η παράδοση αυτή δεν μπορεί να
θεωρηθεί αποδεδειγμένη χωρίς παλαιότερα τεκμήρια. Παράλληλα, όμως, υπάρχει και
η εκδοχή δυτικής προέλευσης του επωνύμου, με παλαιότερες αναφορές τύπου Balio
στη Νάξο. Έτσι, η ετυμολογία του επωνύμου και η πραγματική καταγωγή της
συγκεκριμένης παριανής οικογένειας παραμένουν δύο διαφορετικά ζητήματα.
Η οικογένεια στον 20ό αιώνα
Κατά τον 20ό αιώνα οι Μπάλιοι
εμφανίζονται σταθερά στους παριανούς οικισμούς. Καταγράφονται γεωργοί και
κτηματίες στον Κώστο και τη Μάρπησσα, αλλά και εργάτες στη Νάουσα. Το 1946 ο Αντώνιος
Μπάλιος συμμετείχε στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου Μαρπησσαίων και
Αρχιλοχιτών, ενώ μεταπολεμικές δημοτολογικές και εκλογικές εγγραφές
επιβεβαιώνουν τη συνέχεια της οικογένειας.
Οι μαρτυρίες αυτές δείχνουν
ότι το επώνυμο Μπάλιος, είτε συνδέεται τελικά με το βενετσιάνικο Balio,
είτε με διαφορετική παλαιότερη ονομασία, έχει μακρά και τεκμηριωμένη παρουσία
στην Πάρο, με κέντρο αρχικά τον Κέφαλο και αργότερα τον Κώστο, τη Νάουσα και τη
Μάρπησσα.
–1765. Σουλφικό γράμμα. Τζιπίδος 1765, Οκτωβρίου 26.
Το κατωτέρω συμφωνητικό γράμμα, το περιεχόμενο του οποίου αφορά στην ολοκλήρωση
και τελεσίδικη αγοραπωλησία μεταξύ Μανογέλη Ανεραντζόπουλου Λευκιανού και
Ιωάννη Αρμπουλά που είχε συνταχθεί σε έγγραφο του 1763, περιλαμβάνει την
ομολογία ότι η αδερφή του Αρμπουλά Λαρεντζάκη, παρέλαβε την συμφωνηθείσα αξία
των πραγμάτων, συνολικά 116 άσπρα. Και έτσι έγιναν και τα δύο μέρη στερχτά και
δεν έχει να λαβαίνει ούτε ο Κωνσταντής Ανεραντζόπουλος από το Λαρεντζάκι Αρμπουλά,
ούτε το Λαρεντζάκι Αρμπουλά από τον Μανοέλη και τον Κωνσταντή Ανεραντζόπουλο.
Το σουλφικό γράμμα το συνέταξε ο παπα Νικόλαος Ρούσσος με μάρτυρες τον
σακελλάριο Κεφάλου Κωνσταντή Μπάλιο και Κωνσταντή Παπαδόπουλο που υπογράφει για
λογαριασμό του Ανεραντζόπουλου.
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18
Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (συμπεριλαμβάνεται και ο Κώστος), υπάρχει
εγγεγραμμένος ο 38χρονος εργάτης Ζαχαρίας Μ. Μπάλιος, ο 40χρονος γεωργός
Γεώργιος Μπάλιος.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Κώστου του
1847 υπάρχει εγγεγραμμένος ο 38χρονος εργάτης Ζαχαρίας Μ. Μπάλιος και ο
40χρονος γεωργός Γεώργιος Μπάλιος.
–1863. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Μιχαήλ Ζαχαρία Μπάλιος (γεν. 1863), ετών 40, γεωργός, έγγαμος.
–1863. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Αννέζα σύζ. Μιχαήλ Μπάλιου (γεν. 1863), ετών 40, οικιακά,
έγγαμος.
–1883. Σε
εκλογικό κατάλογο του Κώστου του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Μπάλιος
Θεμιστοκλή του Γεωργίου, μανάβης, κάτοικος Σύρου, ο Μπάλιος Ιωάννης του
Γεωργίου, 46 ετών, λιθοτόμος και ο Μπάλιος Νικόλαος του Ζαχαρία, 36 ετών,
γεωργός.
–1883. Σε
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Μπάλιος
Ζαχαρίας του Μιχαήλ, 74 ετών, γεωργός.
–1885. Σε
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Μπάλιος
Θεμιστοκλής του Γεωργίου, ετών 44, μανάβης από τον Κώστο, κάτοικος Σύρου,
Μπάλιος Ιωάννης του Γεωργίου, 48 ετών, λιθοτόμος από τον Κώστο και Μπάλιος
Νικόλαος του Ζαχαρία, 38 ετών, γεωργός από τον Κώστο.
–1891. Σε εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Μάρπησσας στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο
Μπάλιος Ζαχαρίας (γεν. 1891) του Μιχαήλ, 55 ετών κτηματίας.
–1891. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Ζαχαρίας Μιχαήλ Μπάλιος (γεν. 1891), ετών 12, μαθητής, άγαμος.
–1894. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Μαρία Μιχαήλ Μπάλιου (γεν. 1894), ετών 9, άνευ, άγαμος.
–1897. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Αντώνιος Μιχαήλ Μπάλιος (γεν. 1897), ετών 6, άνευ, άγαμος.
–1899. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Σταύρος Μιχαήλ Μπάλιος (γεν. 1899), ετών 4, άνευ, άγαμος.
–1901. Σε εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Μάρπησσας στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο
Μπάλιος Σταύρος (γεν. 1901) του Μιχαήλ 45 ετών κτηματίας.
–1919. Το 1919 γεννιέται ο Μπάλιος Νικόλαος του
Ζαχαρία γεωργός κάτοικος κοιν. Κώστου.
–1926. Το 1926 γεννιέται ο
Μπάλιος Μιχαήλ του Ζαχαρία γεωργός, κάτοικος Δήμου Μαρπήσσης.
–1928. Το 1928 γεννιέται ο Μπάλιος Αντώνιος του
Σταύρου κάτοικος κοιν. Κώστου.
–1929. Το 1929 γεννιέται ο
Μπάλιος Αντώνιος του Ζαχαρία.
–1946. Σε εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο
27χρονος κάτοικος Νάουσας, Μπάλιος Γεώργιος του Ιωάννης, εργάτης και ο 23χρονος
γεωργός Μπάλιος Νικόλαος του Ιωάννη.
–1946. Στην εφημερίδα
«Φωνή της Πάρου» στις 31 Μαρτίου 1946 διαβάζουμε το Νέο ΔΣ του Συλλόγου
Μαρπησσαίων και Αρχιλοχιτών. Πρόεδρος: Άγγελος Ασπρόπουλος, Αντιπρόεδρος Δημ.
Στέλλας, Γεν. Γραμματέας: Επαμ. Γαβαλάς, Ταμίας: Ζαχ. Χανιώτης, Έφορος:
Αναστάσιος Μαρμαρινός. Σύμβουλοι οι κ.κ.: Ηλίας Θεοχαρόπουλος, Όθων Καπαρός,
Δημ. Μαρινάκης και Αντώνιος Μπάλιος.
–1952. Σε
εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η
Πούλιου Μαρίνα, όνομα συζύγου Δημήτριος, όνομα πατρός Μπάλιος Ιωάννης.
–Μπαλούκος: Οι Μπαλούκοι
της Πάρου ήταν οικογένεια μικρασιατικής προσφυγικής καταγωγής. Προέρχονταν από
την Κάτω Παναγιά, στην Ερυθραία, της επαρχίας Κρήνης (Τσεσμές), και
εγκαταστάθηκαν στη Νάουσα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922,
ακολουθώντας την πορεία πολλών προσφυγικών οικογενειών που αναζήτησαν νέα
πατρίδα στην Πάρο.
Η οικογένεια είχε συγγενικούς δεσμούς με
την οικογένεια Πέππα και ασχολούνταν επαγγελματικά με τη βυρσοδεψία,
τέχνη που συνδεόταν με την παράδοση και την επαγγελματική ζωή των Μικρασιατών
προσφύγων.
Η παρουσία των Μπαλούκων στη Νάουσα
υπήρξε μεταγενέστερα περιορισμένη, καθώς κατά τα μεταπολεμικά χρόνια η
οικογένεια μετοίκησε στον Πειραιά. Η ιστορία τους αποτελεί
χαρακτηριστικό παράδειγμα της προσφυγικής εγκατάστασης στη Νάουσα μετά το 1922
και της σταδιακής μετακίνησης αρκετών προσφυγικών οικογενειών προς τα μεγάλα
αστικά κέντρα.
–Μπάλπης:
Βλέπε Βάλβης
–Μπαλτής?:
Το επώνυμο Μπαλτής μαρτυρείται στην Πάρο ήδη από τις αρχές του 18ου
αιώνα. Το 1710, σε έγγραφο που αφορά χωράφι στο Κρωτήρι,
αναφέρεται ως σύνορος ο Μπαλτής. Πρόκειται για την παλαιότερη μέχρι
σήμερα γνωστή μαρτυρία του επωνύμου στην Πάρο, χωρίς όμως να υπάρχουν προς το
παρόν αρκετά στοιχεία για να παρακολουθήσουμε την οικογένεια ή να
προσδιορίσουμε την καταγωγή της.
Η μοναδική αυτή αναφορά δείχνει πάντως
ότι το επώνυμο ήταν ήδη σε χρήση στην Πάρο στις αρχές του 18ου αιώνα.
–1710. Χωράφι στο Κρωτήρι σύμπλιος
Μπαλτής.
–Μπαμιατζής: Η οικογένεια Μπαμιατζή ήταν μικρασιατικής
καταγωγής και εγκαταστάθηκε στις Λεύκες της Πάρου μετά τη Μικρασιατική
Καταστροφή του 1922. Όπως πολλές οικογένειες προσφύγων, έτσι και οι
Μπαμιατζήδες αναζήτησαν στο νησί μια νέα πατρίδα, εντασσόμενοι στη μεταπολεμική
κοινωνία των Λευκών.
Η εγκατάστασή τους
αποτελεί μία ακόμη μαρτυρία της παρουσίας μικρασιατών προσφύγων στην Πάρο κατά
τον 20ό αιώνα και της συμβολής τους στη διαμόρφωση της νεότερης ιστορίας του
νησιού.
–Μπάμπαρης: Το επώνυμο Μπάμπαρης
μαρτυρείται στη Νάουσα ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Το 1813
αναφέρεται ο Ιωάννης Μπάμπαρης, μαθητής της Αλληλοδιδακτικής Σχολής της
κωμόπολης Ναούσης.
Η παρουσία του επιβεβαιώνεται και το 1829, όταν στον ονομαστικό
κατάλογο των μαθητών του σχολείου καταγράφεται και πάλι ο Ιωάννης Μπάμπαρης,
ηλικίας 16 ετών. Οι δύο αυτές μαρτυρίες δείχνουν ότι η οικογένεια ήταν
εγκατεστημένη στη Νάουσα ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα.
–1813. «Οι μαθητευόμενοι εις την
Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της κομοπόλεως Ναούσης» Ιωάννης Μπάμπαρης (γεν. 1813).
–1829. Ο ονομαστικός κατάλογος των
μαθητών του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου της Νάουσας του σχολικού έτους 1829.
«Οι μαθητευόμενοι εις την
Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της κομοπόλεως Ναούσης» Ιωάννης Μπάμπαρης ετών 16.
–Μπάμπος: Το επώνυμο Μπάμπος απαντά σε έγγραφο της Σικίνου
στις 29 Μαρτίου 1778, όπου αναφέρεται ο μαστραντώνης Μπάμπος σε
ιδιωτική ομολογία σχετικά με χρηματική συναλλαγή ύψους 24 γροσίων με τον σιόρ
Γεωργάκη Βενιέρη.
Η μαρτυρία αυτή, αν και
δεν συνδέει άμεσα το πρόσωπο με την Πάρο, αποτελεί ενδιαφέρουσα πρώιμη αναφορά
του επωνύμου στον κυκλαδικό χώρο κατά τον 18ο αιώνα.
–1778. Σε έγγραφο Σικίνου
στις 29 Μαρτίου 1778 «Δια της παρούσης ομολογίας και καθολικής αποδείξεως λέγει
και ομολογά ο μαστραντώνης Μπάμπος όσο του έλαβα δια χρείαν του γρόσια
εικοσιτέσσερα, νούμερο 24, εκ χειρός του σιόρ Γεωργάκη Βενιέρη προς τα δέκα …
του καθέκαστον χρόνου κατά τη συμφωνία τους και δια βεβαίωσιν της αληθείας
έγινε η απρούσα ομολογία και εδόθη είς χείρας του άνωθεν σιόρ Γεωργάκη,
υπογεγραμμένη και με αξιοπίστους μάρτυρας. Χατζή Ιωάννης Παπαδόπουλος μάρτυς,
Κωνσταντίνος Καλονάς με θέλημα του άνωθεν έγραψα και μαρτυρώ.
–Μπανάς: Βλέπε Πανάς
–Μπάος ή Βάος ή Πάος: Μια
παριανή οικογένεια με σιφνιώτικες ρίζες και σημαντική παρουσία.
Το επώνυμο Μπάος ή Βάος ή
Πάος, σύμφωνα με τον καθηγητή Νικόλαο Αλιπράντη, συνδέεται με την ενετική
οικογένεια BAFFO και απαντάται επίσης στη Σίφνο και τη Μήλο. Ο παριανός
κλάδος φαίνεται ότι προήλθε από τη Σίφνο, ενώ στην Πάρο απέκτησε
ιδιαίτερη κοινωνική και πολιτική παρουσία.
Οι παλαιότερες μαρτυρίες
Η οικογένεια μαρτυρείται στην
Πάρο ήδη από τον 18ο αιώνα. Το 1756 ο Τζώρτζης Μπάος αναφέρεται σε
πωλητήριο έγγραφο της Αντιπάρου, ενώ το 1767 ο Κωνσταντίνος Μπάος
χρηματοδότησε την κατασκευή του μαρμάρινου άμβωνα της Ιεράς Μονής Αγίας
Κυριακής Λευκών. Το 1820 συναντούμε τον Κωνσταντίνο Μπάο, γεννημένο στη
Σίφνο, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Πάρο και διετέλεσε ειρηνοδίκης.
Ιδιαίτερη μορφή υπήρξε ο ιερέας
Εμμανουήλ Μπάος, μέλος σημαντικής οικογένειας της Πάρου και αγωνιστής της
Επανάστασης του 1821. Το 1828 συμμετείχε στην εκστρατεία της Χίου υπό
τον Φαβιέρο, όπου τραυματίστηκε σοβαρά. Πέθανε το 1830, αφήνοντας την πολύτεκνη
οικογένειά του και τη σύζυγό του Καλίτσα σε δύσκολη κατάσταση. Ο γιος του, Αντώνιος
Εμμ. Μπάος, υπήρξε υπότροφος του Γυμνασίου Αθηνών από το 1841 έως το 1845.
Οι Μπάοι στην κοινωνική ζωή
της Πάρου
Ο σημαντικότερος ίσως
εκπρόσωπος της οικογένειας κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα ήταν ο Πέτρος
Κ. Μπάος, γιος του ειρηνοδίκη Κωνσταντίνου. Διετέλεσε Δήμαρχος Πάρου
πολλές φορές και το 1907 εκλέχθηκε για ακόμη μία θητεία, έχοντας ήδη
συμπληρώσει οκταετία στη δημαρχία. Επί των ημερών του, το 1903, ενισχύθηκε ο
φωτισμός της Παροικιάς με την τοποθέτηση νέων φανών, ενώ το 1904 προήδρευσε
επιτροπής για την επισκευή του μνημείου των Γάλλων ναυτών του πολεμικού πλοίου Superb,
που είχαν πνιγεί το 1833.
Από την ίδια οικογένεια
προήλθε ο Ιωάννης Π. Μπάος, διδάκτωρ Μαθηματικών, ο οποίος συμμετείχε
και στον Μακεδονικό Αγώνα κατά τα έτη 1912-1913.
Μια οικογένεια με μακρά
συνέχεια
Οι πολυάριθμες αναφορές του
19ου και του 20ού αιώνα δείχνουν ότι οι Μπάοι συνδέθηκαν με τη διοίκηση, την
εκπαίδευση, την Εκκλησία και την κοινωνική ζωή της Πάρου. Παράλληλα, οι γάμοι
τους με γνωστές παριανές οικογένειες, όπως οι Μαυρογένηδες, Κρίσπη,
Δημητρακόπουλοι και Πατέληδες, ενίσχυσαν τη θέση τους στην τοπική κοινωνία.
Η παρουσία του επωνύμου
συνεχίζεται μέχρι και τον 20ό αιώνα, επιβεβαιώνοντας την πορεία μιας
οικογένειας που, ξεκινώντας από τη Σίφνο, εγκαταστάθηκε στην Πάρο και
άφησε έντονο αποτύπωμα στην ιστορία της.
–1756. Σε
πωλητήριο έγγραφο Αντιπάρου του 1756 που αφορά στην πώληση της νησίδας Φυρρά,
στους Πέτρο Μαυρογένη και Τζώρτζη Μπάο υπογράφει ο «σακελάριος Καρτόρος
βεβεοί».
–1767. Σε
μαρμάρινο άμβονα της Ι. Μονής Αγίας Κυριακής Λευκών είναι γραμμένη η χρονολογία
κατασκευής του στις 2 Ιουλίου 1767 με έξοδα του Κωνσταντίνου Μπάου.
–1783. Μπάος
ή Βάος Αντώνιος Τόπος γέννησης Πάρος 1783.
–1784.
Γεννιέται το 1784 ο Εμμανουήλ Κ. Μπάος, σύζυγός του η Ελένη και τέκνα τους ι
Ιωάννης (1815), η Ειρήνη (1817), ο Αντώνιος (1820) και ο Κώστας (1820).
–1815.
Γεννιέται το 1815 ο Ιωάννης Μπάος του Εμμανουήλ και της Ελένης.
–1816. Το
1816 γεννήθηκε η Ερατώ Ι. Μπάου μετέπειτα νύφη της οικ. Κρίσπη. Απεβίωσε το
1888. Ο τάφος της βρίσκεται στο ιδιωτικό κοιμητήριο της οικογένειας Κρίσπη,
στην Παροικιά. «Ενθάδε κείται Ερατώ Μπάου γεννηθείσα το έτος 1816, αποβιώσασα
το 1888»
–1817.
Γεννιέται το 1817 η Ειρήνη Μπάου του
Εμμανουήλ και της Ελένης.
–1820.
Γεννιέται το 1820 ο Αντώνιος Μπάος του Εμμανουήλ και της Ελένης.
–1820. Το
1820 γεννιέται στην Σίφνο ο ειρηνοδίκης Πάρου Κωνσταντίνος Μπάος του Εμμανπυήλ
και της Ελένης. Σύζυγός του η Αρχοντούλα …. Απέκτησαν τον Πέτρο Κ. Μπάο,
Δήμαρχο Πάρου, τον Αντώνιο Μπάο και την Μαρουσώ Μπάου (1864-1932). Απεβίωσε
στην Πάρο.
–1820. Πρωτέκδρικος
Νικόλαος Μπάος, στις 15 Μαρτίου 1820, ιερεύς στον Άγιο Μηνά.
–1820. Λογαριασμός των Απεσταλμένων της
Κωνσταντινούπολης το 1821 έτος, υπόμεν το μέρος της κοινοτήτος Πάρου ο Μιχαήλ
Τσιγώνιας, από δε το μέρος του ποτέ Πέτρου Μάτσα Μαυρογένους, ενοικιάζου των
Σουλτανικών προσόδων και πολιτικών δικαιωμάτων της Νήσου μας, ως το
συμφωνητικόν, αυτού του Ενοικιου του και Κοινότητος Γεγραμμένον τη 3:
Δεκεμβρίου 1820 και καταχωρημένον εις τον Κώδηκα της κοινότητος, τον Ιωάννη
Κορτιάνον, οίτινες απεσταλμένοι Τσιγώνιας και Κορτιάνος εξάλθησαν εξή να
αγοράσουν αυτάς τας προσόδους, ετεί λογαριασμόν του ρηθατος; Ενοικιαζου.
Ομολογία Κωνσταντίνου Μπάου Κεφάλαιον
γρ. 400.
–1821. O
ιερέας Εμμανουήλ Μπάος ήταν μέλος μιας από τις εγκριτότερες και αρχοντικότερες
οικογένειες της Πάρου. Υπήρξε δε και αγωνιστής του 1821. -*4 Το διώροφο
αρχοντικό του Μάρκου Μάτζα Μαυρογένη, με τους στρογγυλούς ημικιονίσκους στην
είσοδο και μεταλλαγμένη την όψη, με τους μεγάλους χώρους του 18ου αιών, που
ζούσε με την πολυμελή οικογένειά του και τη μητέρα του Μαργαρίτα Μαρκοπολίτη
(ενταφιασμένη στο προαύλιο της Εκατοταπυλιανής) και που υποδέχθηκε το 1828 το
νέο τότε Δημοσιογράφο Νικόλαο Δραγούμη, βρίσκεται στο κέντρο της αγοράς της
Παροικίας, απέναντι από τη δεύτερη βρύση του Νικ. Μαυρογένη. Η
ελαιοπροσωπογραφία του Μ.Μ.Μ. με βυσσινί επίσημο φέσι και πράσινο αντερί,
βρίσκεται στη Σάλατης εγγονής του Φοινικώς Π. Μπάου-Μαυρογένη, στο παραλιακό
μεγάλο διώροφο αρχοντικό της, όπου βρίσκεται και η αντίστοιχη του Ηγεμόνος
Νικολάου Μαυρογένη, με την αυλή του στο Βουκουρέστι.
–1821. Καταγραφή των κοινών χρεών της Νήσου Πάρου
εγείνον εις Κωνσταντινούπολιν εις εκφόρους αποστολάς κατά το τελευτάτον _
καταχωρημένον εις τον κοινόν Κώδημα καθού είς του τελευταίου χρόνου
απεσταλμένων. Μ. Τσιγώνια, και Ιω. Κορτιάνου λογαριασμούς, τα οποία μένουν
ενεξόφλητα τα κεφάλαια ομολογιών οι δε τόκοι αυτών είναι πληρωμένοι μέχρι του
χιλιοστού οκτακοσιοστού έτους.
Ομολογία Πετράκη Πάου από την Σίφνο γρ. 5000, του
Κωστάκη Μπάου γρ. 1000 και ο Κωνσταντίνος Μπάος 2400 γρ.
–1823. Σε έγγραφο του χωριού Κεφάλου
(Μάρμαρα) στις 20 Οκτωβρίου 1823 προς τον υπουργό της θρησκείας σχετικά με τον
Άγιο Αντώνιο «Ελάβομεν την διαταγήν του Ιερού Υπουργείου της θρησκείας
διορίζουσαν τον Κύριον Στέφανον Μαυρογένην προστάτην του μεγάλου Αντωνίου και
τον κύριον Αθανάσιον Ιεροκήρυκα, ηγούμενον τούτου διά να συνάγουσιν όλα τα
εισοδήματα και να υποσυρθή εις τα ίδια ο σκευοφύλαξ των χωριών Κεφάλου όστις
πρότερον εδιωρίσθη ηγούμενος τούτου παρά του αυτού Ιερού υπουργείου βλέπομεν
ότι το υπουργείον της θρησκείας ενασχολούμενον εις αναγκαιοτέρας υποθέσεις δεν
δύναται να εξετάση ακριβώς την αλήθειαν. Η Κυρία Μαδώ του Μαυρογένη διά
αναφοράς της ηπάτησε το υπουργείον τούτο λέγουσα ότι είναι κτήμα πατρικόν της
εις τα συγκίλια τούτου με το από κτήμα πατρικόν της είς της κοινότητος τούτο το
μοναστήριον πρό χρόνων το εκαταξουσίαζεν δυναστικώς η Δόμνα του Μαυρογένους, ως
εκ τούτου εφαντάζετο η απόγονος της ότι είναι κτήμα πατρικόν των ημείς λοιπόν,
σεβασμιώτατε, δεν ημπορούμεν να αποχωρίσωμεν το δίκαιον της κοινότητος αλλά
θέλουμεν να δικαιολογηθούμεν προς το Ιερόν τούτο υπουργείον καθώς και ο ίδιος
παραστάτης μας θέλει σας πληροφορήσει όλην την αλήθειαν δια να μην απατάται και
διατάττει τοιαύτας επιταγάς παρακαλούμεν λοιπόν να μη νομίσητε τούτο μας το
φέρσιμον απείθειαν προς την σεβαστήν διοίκησιν μένομεν με όλον το σέβας. Τη 20
Οκτωβρίου 1823 των χωρίων Κεφάλου. Υπογράφουν οι: πρωτέγδικος Παροικίας Μπάος,
Μιχάλης Φιλίνης κ.α.
–1828. Ιερέας
Εμμανουήλ Μπάος, έλαβε μέρος στην εκστρατεία της Χίου το 1828 υπό τον Φαβιέρο,
όπου και τραυματίστηκε σοβαρά και αφού πεδεύτικε για 5 χρόνια.
–1828. Ένας από
τους ορφανούς νέους ο Αντώνιος Εμμ. Βάος ο Πάριος, τέκνο του αγωνιστεί του 21
Εμμανουήλ Βάου (ή Μπάου), ιερέως και της Καλίτσας η οποία, μετά τον θάνατο του
συζύγου της (που επήλθε εξ αιτίας τραύματος που έλαβε αγωνιζόμενος στην
εκστρατεία της Χίου το 1828) υπότροφος του Γυμνασίου Αθηνών το 1841.
–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της
πόλεως Παροικιάς
Μπάος Αντώνιος ετών 9.
–1830. Ο
ιερέας Εμμανουήλ Μπάος απεβίωσε στο 1830 αφήνοντας ορφανή την πολύτεκνη
οικογένειά του με τέσσερα ανήλικα παιδιά και την πρεσβυτέρα Καλίτσα, όπου
αναγκάστηκε να φύγει από την Πάρο.
–1841.
Υπότροφος στο Γυμνάσιο Αθηνών το 1841-1845 ο πάριος Αντώνιος Εμμ. Μπάος.
–1844. Στον εκλογικό
κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1844 είναι εγγεγραμμένος ο Μπάος Γ. Πέτρος 30
ετών εργάτης και ο Πάος Γεώργιος 60 ετών σκυτοτόμος..
–1861.
Πέτρος Κ. Μπάος. Ο Πέτρος Μπάος ήταν υιός του ειρηνοδίκη Κωνσταντίνου Μπάου.
Σύζυγός του η Φοινικώ Μαυρογένη. Τέκνα τους: Καλυψώ 1897 (Πατέλλη), Παντελής Π.
Μπάος (1893), Ιωάννης Π. Μπάος, Κωνσταντίνος Π. Μπάος (1891) και Αντώνιος Π.
Μπάος (1895). Διατέλεσε Δήμαρχος Πάρου τουλάχιστον δύο φορές, Αναφέρεται το
1904, 1906 κ.α.
–1864.
Γεννιέται το 1864 στην Πάρο η Μαρουσώ Μπάου του Κωνσταντίνου (1820-?) και
απεβίωσε το 1932 στην Αθήνα. Σύζυγός της ο γυμνασιάρχης Θεμιστοκλής Ολύμπιος
(Πάρος 1848- Πάρος 1932). Απέκτησαν την Αρχοντούλα Ολυμπίου (1880-1959), τον
Κωνσταντίνο Θ. Ολύμπιο (1882-1946), την Άννα Ολυμπίου (1885-1961), την Ελένη
Ολυμπίου (1889-1980) και τον Ανδρέα Θ.
Ολύμπιο (1890-1957).
–1870.
Γεννιέται στην Σίφνο ο Αντώνιος Μπάος του Κωνσταντίνου (1820-?). Απεβίωσε στην
Πάρο το 1893. Σύζυγός του η Αννεζώ Δελαγραμμάτικα (Πάρος 1874-Πάρος ?)
Απέκτησαν την Αρχοντούλα Α. Μπάου (1888-1993) και την Αννεζώ Μπάου (1889-1895).
–1883. Το
1883 γεννιέται ο Ιωάννης Πέτρου Μπάος Διδάκτωρ των Μαθηματικών. Ο πατέρας του
διατέλεσε Δήμαρχος Πάρου το 1860.
–1888. Το
1888 γεννιέται στην Πάρο η Αρχοντούλα Μπάου του Αντωνίου (1870-1893). Σύζυγός
της το 1914 ο Δικαστικός Δημήτριος Δημητρακόπουλος (1881-1950). Απέκτησαν
τέσσερα παιδιά.
–1888. Το
1888 πεθαίνει η Ερατώ Ι. Μπάου – Κρίσπη (1816-1888) και ενταφιάζεται στον
οικογενειακό κοιμητήριο των Κρίσπη στα λιβάδια Παροικίας (Ι. Ναός Αγίου
Γεωργίου).
–1889. Γεννιέται
στην Πάρο το 1889 η Αννεζώ Μπάου του
Αντωνίου (1870-1893). Απεβίωσε σε ηλικία 6 ετών το 1895.
–1891.
Γεννιέται το 1891 ο Κωνσταντίνος Μπάος του Πέτρου και της Φοινικώς. Σύζυγός του
η Μαρουσώ και τέκνα τους η Μαρία, ο Πέτρος και η Φοινικώ.
–1893.
Γεννιέται το 1893 ο Παντελής Μπάος του Πέτρου και της Φοινικώς.
–1895.
Γεννιέται το 1895 ο Αντώνιος Μπάος του Πέτρου και της Φοινικώς. Σύζυγός του η
Κατίνα Στέφα. Τέκνα τους η Ελένη (1929) και ο Πέτρος (1931).
–1897.
Γεννιέται το 1897 η Καλυψώ Μπάου του Πέτρου και της Φοινικώς. Σύζυγός της ο
Δημήτριος Πατέλης. Τέκνα τους η Φοικικώ και η Ειρήνη.
–1903. Στην
εφημερίδα «ΑΙΓΑΙΟ» στις 15 Δεκεμβρίου 1903 γράφει: Προσετέθησαν υπό του
δημάρχου κ. Μπάου και έτεροι 4 φανοί και ούτω ο φωτισμός της πόλεως διά των 30
φανών διενεργείται καλώς».
Ο Πέτρος
Μπάος μόλις προ πενταμήνου είχε εκλεγεί για δεύτερη φορά δήμαρχος Παροικιάς. Οι
άλλοι δήμαρχοι της Πάρου ήταν, από τον Αύγουστο 1903 οι Νικ. Αλιπράντης των
Λευκών (Υρίας), Σ. Περράκης της Μαρπήσσης και Γ. Κονταρίνης της Νάουσας. Ο
Μπάος καταγόταν από την Σίφνο. Ήταν γιός του Κωνσταντίνου Μπάου που είχε
γεννηθεί στη Σίφνο γύρω στα 1820. Ήταν ειρηνοδίκης και είχε αποκτήσει τον Πέτρο
Μπάο, δήμαρχο Πάρου (σύζυγος του η Φοινικώ Μαυρογένη), τον Αντώνιο Μπάο
(σύζυγος του η Αννεζώ Δελαγραμμάτη) και την Μαρουσώ Μπάου (σύζυγός της ο
γυμνασιάρχης Θεμ. Ολύμπιος.
–1904.
Συνεστήθη επιτροπή υπό την προεδρία του Δημάρχου Πάρου κ. Πέτρου Μπάου προς
επισκευήν –δημοτική δαπάνη- του μνημείου των κατά το έτος 1833 πνιγέντων Γάλλων
ναυτών του πολεμικού πλοίου Superb, αποτελούμενη εκ των κ.κ. Π.
Δημητρακόπουλου, Κ.Ν. Κονδύλη, Σταμ. Ζ. Καμπάνη, Όθ. Παπαβασιλείου και Νικηφ.
Γ. Κυπραίου. («Αιγαίον» 10 Απριλίου 1904).
–1906. Αναφέρεται
σε έγγραφο ο Πέτρος Μπάος Δήμαρχος Παρίων το 1906.
–1907. Η εφημερίδα «Αιγαίον» στο φ. 260,
14 Ιουλίου 1907 ανακοινώνει: «Όπως πάντοτε εν πλήρει ησυχία και τάξει
διεξήχθησαν την προπαρελθούσαν Κυριακήν αι δημοτικαί εκλογαί, εκλεχθέντων
δημάρχων του μεν δήμου Πάρου του κ. Πέτρου Μπάου, επί οκταετίαν ήδη τοιούτου,
Υρίας του κ. Φραγκ. Χανιώτου, Ναούσης του κ. Σπυρίδωνος Κονταρίνη και Μαρπίσσης
κ. Σταματίου Μαλαματένιου. Δημοτικοί Σύμβουλοι εκ του Δήμου Πάρου εξελέγησαν
κατά σειράν επιτυχίας οι κάτωθι: 1)Ηρακλής Φωκιανός 2) Ιωάν. Νικηφόρος 3)
Γεώργιος Πελοποννήσιος 4) Ιωάν. Βιάζης 5) Δημ. Μαύρος 6) Νικόλαος Φραγκούλης 7)
Αθανάσιος Μαρινόπουλος 8) Γ. Γράβαρης 9) Δημ. Καλλίερος 10) Χρ. Πανταζόπουλος
11) Αθαν. Μαύρος».
–1908. Στα
«Κοινωνικά» της 26ης Ιανουαρίου 1908 γράφει: «Την παρελθούσαν
Παρασκευήν 18ην τρέχοντος μηνός Ιανουαρίου ετελέσθησαν εν Πάρω, εν
μέσω συρροής συγγενών και φίλων οι γάμοι του αρίστου νέου κ. Ελευθέριου Ν.
Μαλαγαρδή μετά της επ’ αρεταίς και μορφώσει διακεκριμένης δος Ελένης Μαρκέζη.
Ως παράνυμφοι παρέστησαν η δις Αρχοντούλα Μπάου και ο αδελφός της νύφης κ.
Χαράλαμπος Μαρκέζης».
Προφανώς ο
γαμπρός (γεννήθηκε το 1885) ήταν ανιψιός του καθηγητή Νικολάου Στυλ. Μαλαγαρδή
και του Ευάγγελου Στυλ. Μαλαγαρδή, ο δε πατέρας του ήταν ο ιερέας, επίσης
Νικόλαος Μαλαγαρδής (1852-1907), που πέθανε ξαφνικά στο πλοίο το 1907,
ετεροθαλής αδελφός των ανωτέρω.
–1913. Το
1912-13 παίρνει μέρος στον Μακεδονικό αγώνα ο Διδάκτωρ Μαθηματικός Ιωάννης
Μπάος του Πέτρου.
–1914. Το 1881
γεννιέται στην Πάρο ο Δημήτριος Παν. Δημητρακόπουλος, ένα από τα επτά παιδιά
του Παναγιώτη Δ. Δημητρακόπουλου (1847-1910). Απεβίωσε στην Αθήνα το 1950. Ήταν
δικηγόρος, μετέπειτα δικαστής και λογοτέχνης. Το 1907 νυμφεύεται στην Αθήνα την
Δέσποινα Γ. Παπανδικοπούλου. Ο γάμος τους κράτησε μόλις οκτώ μήνες. Η εφημερίδα
ΑΙΓΑΙΟ αναφέρει: «Δεινή συμφορά έπληξε τον κάλλιστον συμπολίτην δικηγόρον εν
Αθήναις κ. Δημ. Παν. Δημητρακόπουλον, η νεαρωτάτη και πλήρης χαρίτων βραχυτάτης
νόσου απεδήμησεν εις Κύριον καταλιπούσαν λύπην άφατον και μνήμην άφθιτον»
(φ.295, 12 Ιουλίου 1908).
Ο Δημήτρης Π.
Δημητρακόπουλος σε έξι χρόνια, στα 1914 θα έρθει σε δεύτερο γάμο με την
Αρχοντούλα Αντ. Μπάου, της γνωστής οικογενείας της Πάρου που απέδωσε σπουδαίους
βλαστούς: δήμαρχος Πάρου Π.Κ. Μπάος (1907 κεξ.), Ιωάννης Π. Μπάος,
ελληνοδιδάσκαλος κ.α.
–1929. Γεννιέται το 1929 η Ελένη Μπάου του Αντωνίου
και της Κατίνας.
–1929. Σε ομαδική φωτογράφηση στην περιοχή Καλάμι
στις 27 Ιουλίου 1929 απεικονίζεται ο Πέτρος Μπάος, δόκ. Αξιωματικός του
Πολεμικού Ναυτικού.
–1931. Γεννιέται το 1931 ο Πέτρος Μπάος του Αντωνίου
και της Κατίνας. Σύζυγος του η Μαρία Δ. Κιουλαντζή και τέκνα τους ο Αντώνιος
(1969) και η Κατερίνα-Λαμπρινή.
–1959. 5 Απριλίου 1959 ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΠΑΡΟΙΚΙΑ: Εγγεγραμμένοι 2.614 εψήφισαν 1.392, άκυρα και
λευκά 3.
Ο Συνδυασμός κ. Ανδρέα Μαρινόπουλου
έλαβεν 764 ο δε Συνδυασμός του κ. Μιχ. Κρίσπη 628.
Παραθέτομεν εν λεπτομερεία τους σταυρούς
προτιμήσεως τους οποίους έλαβεν έκαστος.
1)
Μαρινόπουλος Αθαν. Ανδρέας 626, Δενέγρης Στυλιανός 110, Μονδάνος Ανδ. Αντ. 105,
Κατρής Ν. Αγαπητός 103, Βενιζέλος Π. Ραγκούσης 94, Μπάος Π. Αντ. 66, Μαύρης Γ.
Αντ. 66, Καπούτσος Γ. Δημ. 60, Σιλβέστρος Π. Κωνστ. 55, Καλακώνας Μενέγου
Σάββας 44, Μαλατέστας Μιχ. Κωνστ. 41 κλπ.
2) Κρίσπης
Ν. Μιχαήλ 380, Φραγκούλης Νικολ. Ιωάννης 158, Σαρρής Μιχ. Νικόλαος 111,
Τσαντάνης Φ. Παναγ. 82, Κυριαζάνος Ι. Μάρκος 66, Αργυρόπουλος Δημ. Ιωάννης 63,
Μουρλάς Σπ. Γεώργιος 61, Φωκιανός Δημ. Βασίλειος 53, Κρητικός Γ. Παναγ. 49,
Γκίκας Ι. Αναστ. 45, Σπανός Εμμαν. Αντ. 41 κλπ οι οποίοι παραλείπονται ελλείψει
χώρου.
Σύμβουλοι
εξελέγησαν οι 5 πρώτοι εκ του πρώτου Συν/σμού και οι 4 εκ του δευτέρου.
–1969. Γεννιέται
το 1969 ο Αντώνιος Μπάος του Πέτρου και της Μαρίας.
–1993. Γεννιέται
στις 24-7-1888 στην Παροικιά η Αρχοντούλα Δ. Δημητρακοπούλου Μπάου. Απεβίωσε
στις 23-10-1993.
Το οστεοφυλάκιο
της βρίσκεται στο ιδιωτικό εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στη Βαγιά
Παροικιάς.
–Μπαρμπαρήγος:
Βλέπε Μπαρμπαρίγος
–Μπαρμπαρής ή Μπάρμπαρης ή Βαρβαρής:
Μια παλαιά οικογένεια της Παροικιάς με παρουσία από τις αρχές του
16ου αιώνα.
Ένα από τα παλαιότερα
παριανά επώνυμα
Το επώνυμο Μπαρμπαρής,
που απαντά στην Πάρο και με τις μορφές Μπάρμπαρης και Βαρβαρής,
ανήκει στα παλαιότερα οικογενειακά ονόματα που έχουν μέχρι σήμερα τεκμηριωθεί
στο νησί. Η πρώτη γνωστή γραπτή αναφορά του ανάγεται στο 1504, γεγονός
που φανερώνει ότι η οικογένεια είχε ήδη παρουσία στην Πάρο από τα πρώιμα χρόνια
της νεότερης ιστορίας της.
Για την προέλευση του επωνύμου
έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις. Έχει συνδεθεί με τη λέξη Barbari,
με σημασία που σχετίζεται με τον τραυλό, αλλά και με το λατινικό barba, -ae,
δηλαδή «γενειάδα». Η Χρυσούλα Τσικριτσή-Κατσιανάκη το συσχετίζει με το βενετικό
Barbaro, ενώ η μορφή Barbari απαντά και ως βαπτιστικό όνομα σε πατμιανά
έγγραφα. Η σύνδεση με το βενετικό ονοματολογικό περιβάλλον παρουσιάζει
ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Πάρο, η οποία επί αιώνες βρισκόταν μέσα στη σφαίρα
επιρροής της Βενετίας.
Ο Μάρκος Μπαρμπαρής και οι
ναοί της Κακάπετρας
Η παρουσία της οικογένειας
γίνεται ιδιαίτερα αισθητή κατά τον 17ο αιώνα. Στην Κακάπετρα της Παροικιάς
βρίσκεται ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, στον οποίο δύο επιγραφές
διασώζουν το όνομα του Μάρκου Μπαρμπαρή.
Η πρώτη, του 1644,
αναφέρει ότι ο ναός ανακαινίσθηκε με έξοδα του Μάρκου Μπαρμπαρή. Είκοσι χρόνια
αργότερα, το 1664, νέα επιγραφή αναφέρει και πάλι ότι ο ίδιος συνέδραμε
στην ανακαίνιση του ναού. Οι δύο αυτές μαρτυρίες δεν έχουν μόνο θρησκευτική
σημασία· αποκαλύπτουν και την οικονομική επιφάνεια ενός μέλους της οικογένειας,
που ήταν σε θέση να χρηματοδοτεί εργασίες σε εκκλησιαστικό μνημείο.
Η παρουσία του ονόματος σε δύο
διαφορετικές επιγραφές μέσα σε διάστημα είκοσι ετών δείχνει ότι οι Μπαρμπαρήδες
είχαν ήδη αποκτήσει σημαντική θέση στην κοινωνία της Παροικιάς.
Μια οικογένεια στην
Παροικιά του 17ου αιώνα
Σε κατάλογο του 1652,
που συνδέεται με τα αδελφάτα της Χώρας Παροικιάς, αναφέρονται ο Νικολός
Μπαρμπαρής, η σύζυγός του Φλορέζα και τα παιδιά τους Μάρκος και Ειρήνη. Η
καταγραφή αυτή επιτρέπει να δούμε μια πραγματική οικογένεια Μπαρμπαρήδων μέσα
στην Παροικιά του 17ου αιώνα και να παρακολουθήσουμε την οικογενειακή συνέχεια
του ονόματος.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1672,
το όνομα του Ιωάννη Μπαρμπαρή εμφανίζεται σε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον
έγγραφο. Ο Ιωάννης συγκαταλέγεται στους κατοίκους της Νάουσας που συνυπογράφουν
το αίτημα των Παριανών προς τον καθολικό κλήρο για την εγκατάσταση πατέρων στην
Πάρο. Η αναφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι φανερώνει ότι η οικογένεια
είχε παρουσία όχι μόνο στην Παροικιά αλλά και στη Νάουσα και συμμετείχε στο
σύνθετο θρησκευτικό και κοινωνικό περιβάλλον της εποχής.
Οι Μπαρμπαρήδες στην
καθολική συνοικία
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό είναι
ένα συμβόλαιο του 1680, που αφορά τη συνοικία Καινούργιο Πηγάδι
της Παροικιάς, γνωστή μέχρι τους νεότερους χρόνους ως καθολική συνοικία.
Η Μαρία Τζανή Μπαρμπαρή,
μαζί με την κόρη της Κατερίνα, πωλεί στον πρε Φραντζέσκο Κρίσπη ένα σπίτι κοντά
στον Άγιο Νικόλαο, την τότε καθολική ενορία της περιοχής. Το συμβόλαιο
επικυρώθηκε αργότερα από τον Βενετό πρόξενο της Πάρου.
Η πράξη αυτή αποτελεί
σημαντική μαρτυρία όχι μόνο για την ακίνητη περιουσία της οικογένειας αλλά και
για τη θέση της μέσα στο πολυθρησκευτικό περιβάλλον της Παροικιάς. Οι
Μπαρμπαρήδες συναντώνται δηλαδή σε έγγραφα όπου συνυπάρχουν ορθόδοξοι και
καθολικοί Παριανοί, γεγονός που αντανακλά την ιδιαίτερη κοινωνική
πραγματικότητα του 17ου αιώνα.
Η οικογένεια τον 18ο αιώνα
Η παρουσία των Μπαρμπαρήδων
συνεχίζεται χωρίς διακοπή και κατά τον 18ο αιώνα. Το 1715 αναφέρεται
μέλος της οικογένειας σε ιδιοκτησία στην περιοχή Κουλλούρι, ενώ το 1724,
κατά την απογραφή της κτηματικής περιουσίας των κατοίκων της Παροικιάς,
συναντούμε τον Γεώργη Μπάρμπαρη.
Το όνομα επανέρχεται σε
προικοσύμφωνα και συμβολαιογραφικές πράξεις. Το 1733 αναφέρεται η Ειρήνη,
σύζυγος του Γιώργη Μπαρμπαρή, ενώ το 1737 ο ίδιος Γιώργης
εμφανίζεται σε πράξη σχετική με ακίνητο που είχε αγοράσει από τον Μιχελάκη
Νταμέτζο. Το 1738 καταγράφεται ο Μανώλης Γιώργη Μπαρμπαρής, ενώ
το 1743 κτήμα του Γεώργη Μπαρμπαρή γειτονεύει με περιουσία της
Ευαγγελίστριας.
Οι συνεχείς αυτές αναφορές
δείχνουν ότι οι Μπαρμπαρήδες δεν αποτελούσαν περιστασιακή οικογένεια των
παριανών αρχείων. Είχαν ακίνητα, καλλιεργήσιμες εκτάσεις και ενεργό συμμετοχή
στις δικαιοπραξίες της τοπικής κοινωνίας.
Οι Μπαρμπαρήδες στα χρόνια
της Ελληνικής Επανάστασης
Στις αρχές του 19ου αιώνα η
οικογένεια εμφανίζεται και πάλι σε προικοσύμφωνα, συμβόλαια και κοινοτικές
πράξεις. Το 1823 καταγράφεται ο Δημήτριος Γεωργίου Μπαρμπαρής,
ενώ το 1826 ο Ιωάννης Μπαρμπαρής αναφέρεται ως σύμπλιος σε αγροτική
ιδιοκτησία στο Σαρακήνικο.
Το 1827 ο Ιωάννης
Μπαρμπαρής εμφανίζεται και μεταξύ των προσώπων που είχαν δανείσει χρήματα στην
κοινότητα, με ομολογία κεφαλαίου 100 γροσίων. Η αναφορά αυτή δείχνει ότι μέλη
της οικογένειας διέθεταν οικονομική δυνατότητα και συμμετείχαν στις οικονομικές
υποχρεώσεις της παριανής κοινότητας.
Το 1828, μετά τον
θάνατο του Ιωάννη Πέτρου Μπαρμπαρή, η χήρα του Αγγελέτα, ως επίτροπος των
παιδιών της, προχώρησε σε σημαντική ανταλλαγή περιουσίας με τον Ελευθέριο
Χαμάρτο. Στην πράξη περιγράφονται αλώνι, κατοικίες, φούρνος, προστιγάδια και
άλλα κτίσματα στην περιοχή Σαρακήνικο. Η πράξη αυτή φανερώνει την έκταση της
αγροτικής περιουσίας της οικογένειας στις αρχές του ελληνικού κράτους.
Προίκες, οικογένεια και
κοινωνικές σχέσεις
Τα προικοσύμφωνα των ετών 1830
και 1831 μας επιτρέπουν να πλησιάσουμε περισσότερο την καθημερινή ζωή των
Μπαρμπαρήδων. Η Μαρίνα Μπαρμπαρή, σε προικοσύμφωνο του 1830, λαμβάνει μεταξύ
άλλων εικόνες από την οικογένειά της, ενώ το 1831 η Μαρία Μπαρμπαρή συνδέεται
μέσω γάμου με την οικογένεια Ζηλιτζήρη.
Οι αναφορές αυτές αποκαλύπτουν
ένα πυκνό δίκτυο συγγενικών σχέσεων, μέσα στο οποίο οι Μπαρμπαρήδες συνδέονταν
με άλλες παλιές οικογένειες της Παροικιάς. Οι γάμοι, οι προίκες και οι μεταβιβάσεις
ακινήτων αποτελούσαν βασικό μηχανισμό διατήρησης της περιουσίας και της
κοινωνικής θέσης των οικογενειών του νησιού.
Πολλοί Μπαρμπαρήδες στην
Πάρο του 19ου αιώνα
Στα μέσα του 19ου αιώνα το
επώνυμο έχει πλέον ιδιαίτερα έντονη παρουσία. Στον εκλογικό κατάλογο του 1847
για την Παροικιά καταγράφονται πολλοί Μπαρμπαρήδες, μεταξύ των οποίων ο Εμμανουήλ,
ο Ιωάννης Ζ., ο Μιχαήλ, ο Μιχαήλ Γ., ο Μάρκος, ο Νικόλαος, ο Δημήτριος Ι. και ο
Κωνσταντίνος. Οι περισσότεροι αναφέρονται ως γεωργοί.
Την ίδια περίοδο το επώνυμο
απαντά και στον Ωλιάρο. Η γεωγραφική αυτή διασπορά δείχνει ότι η οικογένεια
είχε πλέον πολλούς κλάδους και σημαντικό αριθμό μελών.
Κατά το δεύτερο μισό του αιώνα
οι Μπαρμπαρήδες εξακολουθούν να εμφανίζονται κυρίως στην Παροικιά, αλλά τα
επαγγέλματά τους διευρύνονται. Συναντούμε γεωργούς, ξυλουργούς, κηπουρούς,
αγωγείς και υποδηματοποιούς.
Από την Πάρο στη Σύρο
Όπως συνέβη και με πολλές
άλλες παριανές οικογένειες, ορισμένοι Μπαρμπαρήδες μετακινήθηκαν προς τη Σύρο,
κυρίως την Ερμούπολη, η οποία κατά τον 19ο αιώνα είχε εξελιχθεί σε μεγάλο
εμπορικό και ναυτιλιακό κέντρο του Αιγαίου.
Το 1872 ο Παριανός Πέτρος
Μπαρμπαρής του Δημητρίου, σανδαλοποιός, παντρεύεται στην Ερμούπολη. Το ίδιο
πρόσωπο εμφανίζεται αργότερα στα δημοτολόγια της Σύρου ως υποδηματοποιός. Στα
τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα καταγράφονται και άλλοι Παριανοί
Μπαρμπαρήδες στην Ερμούπολη, ως εργάτες, αλιείς, ξυλουργοί και τεχνίτες.
Η παρουσία τους στη Σύρο δεν
σημαίνει αποκοπή από την Πάρο. Αντίθετα, οι σχετικές πράξεις τους εξακολουθούν
να προσδιορίζουν την παριανή καταγωγή τους, αποκαλύπτοντας ένα δίκτυο
μετακινήσεων ανάμεσα στα δύο νησιά.
Οι Μπαρμπαρήδες στον 20ό
αιώνα
Στις αρχές του 20ού αιώνα η
οικογένεια παραμένει πολυπληθής στην Παροικιά. Τα δημοτολόγια και τα μητρώα
αρρένων καταγράφουν πολλές οικογένειες Μπαρμπαρήδων, κυρίως γεωργών, αλλά και
ανθρώπων που ασχολούνται με τεχνικά και άλλα επαγγέλματα.
Το επώνυμο συναντάται σε
πολλές διαφορετικές οικογενειακές γραμμές: Μπαρμπαρήδες του Δημητρίου, του
Γεωργίου, του Εμμανουήλ, του Κωνσταντίνου, του Μάρκου και άλλων πατέρων,
γεγονός που φανερώνει την πολυκλαδικότητα της οικογένειας.
Κατά την περίοδο 1919–1922
αναφέρονται ως οπλίτες οι Κωνσταντίνος, Δημήτριος και Εμμανουήλ Μπαρμπαρής,
ενώ φωτογραφικά και δημοτολογικά τεκμήρια των δεκαετιών του Μεσοπολέμου
αποτυπώνουν τη συνεχιζόμενη παρουσία του επωνύμου στην Παροικιά.
Από τους γεωργούς στους
τεχνίτες και στα κοινοτικά πράγματα
Η επαγγελματική εικόνα των
Μπαρμπαρήδων μεταβάλλεται σταδιακά. Ενώ η γεωργία παραμένει βασική απασχόληση,
εμφανίζονται υποδηματοποιοί, ξυλουργοί, αλιείς, εργάτες και κηπουροί.
Ιδιαίτερη θέση κατέχει ο Γεράσιμος
Μπαρμπαρής, ο οποίος το 1936 αναφέρεται ως μέλος της Ένωσης
Αγροτικών Συνεταιρισμών Πάρου. Το 1947 συμμετέχει στο Κοινοτικό Συμβούλιο
Παροικιάς, συνεχίζοντας μια μακρά παράδοση συμμετοχής της οικογένειας στα κοινά
του τόπου.
Η παρουσία αυτή φανερώνει ότι
οι Μπαρμπαρήδες δεν περιορίστηκαν στην ιδιωτική και οικονομική ζωή, αλλά
συμμετείχαν ενεργά και στη διοίκηση και στους θεσμούς της τοπικής κοινωνίας.
Μια οικογένεια με
περισσότερους από τέσσερις αιώνες ιστορίας
Η ιστορία των Μπαρμπαρήδων
είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη γενικότερη ιστορία της Πάρου, επειδή επιτρέπει
να παρακολουθήσουμε ένα επώνυμο μέσα από μια εξαιρετικά μεγάλη χρονική
συνέχεια. Από την πρώτη γνωστή αναφορά του 1504, τον Μάρκο Μπαρμπαρή των
επιγραφών της Κακάπετρας, τον Νικολό και τον Ιωάννη του 17ου αιώνα, τους
Γιώργηδες και Μανώληδες του 18ου αιώνα, μέχρι τους πολυάριθμους Μπαρμπαρήδες
της Παροικιάς του 19ου και 20ού αιώνα, το όνομα παραμένει σταθερά παρόν.
Οι συμβολαιογραφικές πράξεις,
τα προικοσύμφωνα, οι εκκλησιαστικές επιγραφές, οι εκλογικοί κατάλογοι, τα
δημοτολόγια και τα μητρώα αρρένων συνθέτουν την εικόνα μιας οικογένειας βαθιά
ριζωμένης στην παριανή κοινωνία.
Οι Μπαρμπαρήδες της Πάρου
αποτελούν επομένως μία από τις χαρακτηριστικότερες παλαιές οικογένειες του
νησιού. Η ιστορική τους διαδρομή ξεκινά τουλάχιστον από τις αρχές του 16ου
αιώνα και συνεχίζεται επί αιώνες, κυρίως στην Παροικιά, με παράλληλες παρουσίες
στη Νάουσα, στον Ωλιάρο και αργότερα στη Σύρο. Η μακρά αυτή συνέχεια, σε
συνδυασμό με την κοινωνική, οικονομική, θρησκευτική και επαγγελματική τους
παρουσία, καθιστά το επώνυμο Μπαρμπαρής ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορικής
μνήμης της Πάρου.
–1504. Η
πρώτη γραπτή αναφορά που έχει διασωθεί για το επώνυμο είναι το έτος 1504.
–1634. Σε
έγγραφο Πάτμου του 1637, που αφορά στη Μονή Ξεχωριανής Μάρπησσας.
–1644. Στο
υπέρθυρο του ναού του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου στη θέση Κακάπετρα Παροικιάς
υπάρχει η επιγραφή «1644 +Ανεκενίσθη ο πάντσεπτος ναός | του αγίου Ιω(άννου)
του Θεο(λόγου) δι(ά) εξόδ(ου) Μάρκου Μπαρμπαρή».
–1652. Ίδρυση στην
Πάρο αγιοταφίτικου μετοχίου κατά το έτος 1652 απριλίω 15.
Της Πάρου αδελφάτα
«Χώρα Παροικιάς»
+Νικολός Μπαρμπαρής, η γυνή Φλορέζα,
γονοί Μάρκος, Ειρήνη.
–1664. Στα
Κακάπετρα Παροικιάς είναι ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος. Είναι το δεύτερο εξωκλήσι
αφιερομένο στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο στην ίδια τοποθεσία από τον ίδιο
κτήτορα. Η επιγραφή στο υπέρθυρο γραφει: «1664 +Ανεκενίσθη ο πάνσεπτος ναός
ούτος Αγίου Ιω(άννου) του Θεο(λόγου) διά σινδρομής κ(αι) εξόδου Μάρ(κου)
Μπαρμπαρή».
–1672. Σε
αίτημα των παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας Πατέρα της
Καθολικής Εκκλησίας Jacques Dinet για να ζητήσουν πατέρες της καθολικής
εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο. «Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας,
ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ ενδόξου
συντροφιάς υου ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον μας
πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και
ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την
επιστήμην δια τους μεταγεναστέρους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η
πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος αλλο δεν είναι εις όλα
τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των
ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται…»
Πάρος: εν
έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29) εις το παλαιόν: + Ταπεινός Μητροπολίτης
Παροναξίας Μελέτιος.
Το πιο πάνω
αίτημα υπογράφουν χριστιανοί, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατοίκων της Νάουσας
μεταξύ άλλων και ο Ιωάννης Μπαρμπαρής.
–1680
Σε έγγραφο Παροικιάς του 1680, αναφέρονται μερικές καθολικές οικογένειες
της Πάρου που ζούσαν στην συνοικία Νιό
(Καινούργιο) Πηγάδι Παροικιάς. Η συνοικία αυτή γνωστή μέχρι πρόσφατα ως
Καθολική συνοικία.
+Εις δόξαν Χριστού αμήν. 1680 εν μηνί
Φλεβαρίου 2 εις το Καστέλι της Παροικίας και εις εμένα το νοτάριο Παροικίας και
εις τους κάτωθεν αξιοπίστους με όλον της το θέλημα και με καλήν της γνώμην η
κερά Μαρία Τζανή Μπαρμπαρή μαζί με την θυγατέραν της την Κατερίνα δόνουν και
ελεύθερα πουλούσι του ευλαβεστάτου πρέ Φραντζέσκου Κρίσπου ένα σπίτι κατόγι
οπού έχουσι εις το Καινούριον Πηγάδι σιμά εις τον Άγιον Νικόλαον (πρόκειται για
τον Άγιο Νικόλαο τον Αρρανό που ήταν η καθολική ενορία) με όλαν του τα
δικαιώματα διά ριάλια δώδεκα ήτοι 12 ως καθώς το εποκόψασι ο κύρ Νικολός
Φώσκολος και ο κυρ Φραγκούλης Ιωάννου Κονταράτου σύμπλιος εις το αυτό σπίτι
Γεώργης Νικολού Ντουλόνος και ο Άγιος Νικόλαος, τα οποία ριάλια 12 τα μετρά την
σήμερα των άνωθεν πουλητάδων ημπρεζέντζια των κάτωθε μαρτύρων και από την
σήμερον να είναι το αυτό σπίτι του άνωθεν πρε Φραντζέσκου και των αυτού
διαδόχων, πουλήση, χαρίση, προικοδοτήση, να το κάμη ως θέλει και βούλεται ωσάν
καλά οπού το επλήρωσε να παίρνοντες οι άνωθεν πουλήτρες να μαντηνίρουν και να
ντεφεντέρουν τον αυτόν αγοραστήν εις κάθε καιρόν που ήθελε τον εναντιωθή τινάς,
μην ημπορώντας κανείς δια κανένα καιρόν να … δικαιώματα εις πένα και κοντά… του
κατά καιρού ζαπτιτζή ριάλια 6 και πάντα το παρόν να έχει το βέβαιον.
… εις πίστωσιν του παρόντος βάνοντε και
παρακαλετοί μάρτυρες.
Δια μαρτυρίας του Ιωάννη Γεωργίου Μαούνη
Πέτρος ιερεύς Βητζαράς νοτάριος
Παροικιάς έγραψα
ATONIO SPIRIDO PER LA GERENISSIMO REPUBLICA DI VENEZIA CONSOLE DI PAROS
Πιστοποιώ το βέβαιον της υπογραφής του
νοτάριου παπα Πέτρου Βητζαρά και του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.
Πάρος 6 Μαΐου 1684 νέο ANTONIO SPIRIDO CONSOLE VENETO
Εμμανουήλ Κομητάς πρόξενος
καντζιλιέρης.
ΠΗΓΗ: Νικ. Χ. Αλιπράντη - Σίμου
Συμεωνίδη, Το Καινούργιο Πηγάδι Παροικίας, συνοικία Καθολικών τον 17ο αι.,
Παριανά Δʹ, τ. 13, 1983, σελ. 126 - 132). 4. ΦΕΚ 209/Β/17-3-1989 και
426/Β/3-7-1992
–1715. Χωράφι Κουλλούρι σύμπλιος
Μαρμαρής … ρεάλια 30
–1724. Απόφαση του κοινού της Παροικιάς
για την διατίμηση των προϊόντων και την απογραφή της κτηματικής περιουσίας όλων
των κατοίκων. Κατά τη Γενική Συνέλευση της 13 Δεκεμβρίου 1724, αναφέρεται ο
Γεώργης Μπάρμπαρης.
–1733. Σε κληρονομικό δικαίωμα των
συζύγων αναφέρεται στις 21 Ιανουαρίου 1733 σε προικοσύμφωνο του Στεφανή
Σκλαβόπουλου, η Ειρήνη γυνή του Γιώργη Μπαρμπαρή στο Κάστρο Παροικιάς.
–1737. Δωρεά
μεταξύ συζύγων στις 30 Μαρτίου 1737. Παράδοση έκανε ο Γιώργης Μπαρμπαρής του
προγόνου του Αντζολου Εληνιώτη εις το σπίτι αγορά του από τον Μιχελάκη
Νταμέτζο.
–1738. Σε προικοσύμφωνο Παροικίας στις 18 Φεβρ. 1738. Ο
Γιώργος Χιωτάκης με την θυγατέρα Πασκάλη Σάντου, ονόματι Ανεζίνα, αναφέρεται ο
Μανώλης Γιώργη Μπαρμπαρής.
–1743. Καταγραφή
[Παροικιά, 9 Αυγ. 1743] της περιουσίας της Ευαγγελίστριας, κτήματα τους
γειτονεύουν με τα κτήματα της Ευαγγελίστριας, χωράφι Παλαιοκκλησία σύμπλεον
Γεώργης Μπαρμπαρής.
–1823. Προικοσύμφωνο
του Δημητρίου Γεωργίου Μπαρμπαρή και της συζύγου του Αργυρής, Παροικιά 8
Νοεμβρίου 1823.
–1826. «Επαρρησιάσθη προσωπικώς εις την
δημοσίαν Νοταρίαν ο υπογεγραμμένος κύριος Αλεξανδράκης Δημητρίου Καμπάνης και
ομολογεί ότι ιδίαν αυτού βουλήν και αυτοθέλητον γνώμην πωλεί προς τον κύριον
Κοσμάν Λιβαδινόπουλον ένα έξαμπέλισμα, έχει γονικόν του εν τη τοποθεσία
Σαρακήνικον με τον νερόν έχει μέσα σύμπλιος Ελευθεράκης Χαμάρτος και Ιωάννης
Μπαρμπαρής διά γρόσια εξακόσια πενήντα πέντε, νούμερο 655, ως επερίσσευσεν την
τιμήν του αυτού ο ίδιος αγοραστής εις το Κοινόν δημόσιον, όθεν από την σήμερον
το και εξαμπέλισμα με το νερόν (το οποίον νερόν θέλει εξακολουθεί ως το πάλαι)
μένει ελεύθερα εις την εξουσίαν και κυριότητα του ειρημένου αγοραστού να το
κάμη ως θέλει και βούλεται τόσον ο ίδιος καθώς και οι κληρονόμοι του ως καλώς
πωλημένων και καλώς διά δημοπρασίας αγορασμένων, υποσχόμενος ο πωλητής να διαφεντεύη τον αγοραστή από κάθε
εναντιότητα ως έλαβεν την τιμήν του αυτού εξαμπελισμάτου μέχρι και του οβολού
εις ένδειξιν δε εγένετο το παρόν πωλητήριον γράμμα εκ της δημοσίας Νοταρίας
βεβαιωμένον τη ιδία υπογραφή του πωλητού και εδόθη προς τον αγοραστήν
φυλάττοντας αντίγραφον εις τον Κώδικα της Νοταρίας, υπ’αριθ.34. τη 3 Ιουλίου
1826, Παροικία Πάρου. Αλέξανδρος Καμπάνης βεβαιώνω το παρόν. Φραγκίσκος
Αλεξάνδρου Καμπάνης βεβαιώνω. Γεώργιος Βιτζαράς.
–1827. Σε έγγραφο της 15 Απριλίου 1827
της Παροικιάς Πάρου μαρτυρείται ο Ιωάννης Μπαρμπαρής.
–1827. Καταγραφή των (μερικών) χρεών των κοινοτήτων
του κάθε Μέρους κοινού της Πάρου εις την Κωνσταντινούπολιν. 17 Απριλίου 1827.
Ομολογία Ιωάννου Μπαρμπαρή Κεφάλαιον γρ. 100.
–1828. Παρουσιασθέντες εις την δημόσιον
ταύτην νοταρίαν οι υπογεγραμμένοι ο τε ευγενέστατος κύριος Ελευθέριος Χαμάρτος
και η Αγγετέτα πρώτη σύζυγος του αποθανόντος Ιωάννη Πέτρου Μπαρμπαρή ως
επίτροπος των παιδίων της, παρέστησεν έμπροσθεν των υπογεγραμμένων μαρτύρων,
ότι συμφωνήσαντες εν τω μεταξύ οικειοθελώς και με γνώμην απαραβίαστον κάμνουσι
την παρούσαν ανταλλαγήν ως ακολούθως:
Αον: Η κυρία Αγγελέτα δίδει αναποσπάστως
προς τον κύριον Χαμάρτο την τοποθεσίαν όλην του Αλωνιού τοιχογυρισμένην οπού
είχεν ηγοράσμένην προ χρόνων ο άνδρας της Γιάννης παρά του κ. Αλεξανδράκη Δημ.
Καμπάνη εις τοποθεσίαν Σαρακήνικον έως εις τα Παλιά Θεμέλια με το αλώνι,
κατοικιές, φούρνον, προστιγάδια και οσπιτάκια καθώς ευρίσκονται εις την αυτήν
τοποθεσίαν την σήμερον πλησίον ο ίδιος Χαμάρτος εκ πλαγίου και άνωθεν.
Βον: Ο κύριος Χαμάρτος δίδει προς αυτήν
ανταλλακτικών εν χωράφι, έχει ηγορασμένον παρά του ποτέ Ιωάννου Οικοκυράς εις
τοποθεσίαν Βουνόν, πλησίον η ιδία Αγγελέτα και ο ίδιος Χαμάρτος, η μέν ανωθεν,
ο δεν κάτωθεν.
Ομοίως δίδει προς αυτήν εις χείρας και
μετρητά γρόσια πενήντα, ν(ούμερο) 50: θέλοντες αμφότεροι να μένη η ανταλλαγή
αυτή αδιάσπαστος και στερεά διά παντός. Όθεν από την σήμερον οι μέν κατοικιές
φούρνος, ασπίτια, προστιγάδια και όλη η τοποθεσία με το αλώνι έως τα Παλιά
Θεμέλια, μένουσιν εις την δεσποτείαν και κυριότητα αναπόσπαστον του κυρίου
Ελευθερίου Χαμάρτου να τα κάμη ως βούλεται αυτός και οι κληρονόμοι του
ανενόχλητα και ελεύθερο πάσης καταζητήσεως ή δικαιώματος άλλου τινός, το δε
χωράφιον παραμοίως ομού και τα πενήντα γρόσια εις εξουσίαν και κυριότητα της
Αγγελέτας να τα μεταχειρισθή όπως αυτή βούλεται. Εις ένδειξιν δε της
οικειοθελούς ταύτης συμφωνητικής των ανταλλαγής εγένοντο δύο παρόμοια νοταριακά
αποδεικτικά γράμματα επιβεβειωμένα παρά των μερών αμφότερων, επικυρωμένα δε και
τη υπογραφή των κυρίων δημογερόντων και άλλων αξιοπίστων μαρτύρων των οποίων
αντίγραφον κατεχωρήθη εις τον Κώδικα της Νοταρίας υπ’ αριθ. 517 και έλαβε το
κάθε μέρος έν εξ αυτών δι’ ασφάλειαν.
Εν Παροικία της Πάρου τη 30 Ιουλίου
1828.
Βικέντιος Μαυρομμάτης υπογράφω εις όνομα
της άνωθεν Αγγελέτας ότι βεβαιοί το παρόν και ούτος κ’ άγω μαρτυρώ.
Λεονάρδος Κονδύλλης δημογέρων μάρτυς.
Ιωάννης Κρίσπης και δημογέρων επιβεβαιώ
Ελευθέριος Χαμάρτος βεβαιώ
Εφραιμ ιερεύς … μάρτυς
Γεώργιος Κυπριανός μάρτυς
Ο δημόσιος νοτάριος της πόλεως ΝΟΤΑΡΙΑΣ
ΠΑΡΟΙΚΙΑΣ ΠΑΡΟΥ Δημήτριος Χαμάρτος υποβεβαιώ.
–1830. Προικοσύμφωνο
Γεωργίου Σαρρή και Μαρίνας Μπαρμπαρή» Παροικιά, 27 Ιανουαρίου 1830. «Ο Νικόλαος
Σαρρής δίδει στον γιό του Γεώργιο εικόνα των Παμμεγίστων Ταξιαρχών και η Αννέζα
χήρα Κωνσταντή Μπαρμπαρή δίδει στην κόρη της Μαρίνα την εικόνα της Παναγίας
Κοιμήσεως και τον Άγιον Γεώργιον και την εικόνα της Βηθλεέμ» (ΓΑΚ, 219, 62r).
–1831. Στο προικοσύμφωνο
Ιωάννη Ζηλιτζήρη (γονείς του: Νικολός και η Ελένη Ζηλιτζήρη) και Μαρίας
Μπαρμπαρή (Παροικιά 20 Φεβρουαρίου 1831). «η κυρία Αρμελινιώ, θυγάτηρ ποτέ
Στέλιου Μακρή και σύζυγος νυν του Γεώργη Καμινάρη έχουσα η ρηθείσα Αρμελίνα με
τον προαποθανόντα σύζυγόν της Μανόλην Πέτρου Μπαρμπαρή ονόματι Μαρίαν, δίδει
δέκα εικόνες και μία καρδιά ασημένια με τίμιον ξύλον μέσα». (ΓΑΚ, 219, 137ν)
–1835. Ιωάννης Μπαρμπαρής
κάτοικος Πάρου. Αναφαίρετε ως συνδρομητής σε βιβλίο του 1838 «Η Βοσκοπούλα του
Αιγαίου Πελάγους» του Ιωάννη Γρυπάρη από την Μύκονο.
–1840. Σε
δημοτολόγιο της Κοινότητας Παροικιάς αναγράφεται το 1840 ο Μπαρμπαρής …
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Ωλιάρου είναι
εγγεγραμμένος ο 25χρονος γεωργός Ιωάννης Μπαρμπαρής.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
(συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 33χρονος γεωργός
Εμμανουήλ Μπαρμαπρής, ο 63χρονος γεωργός Ιωάννης Ζ. Μπαρμπαρής, ο 58χρονος
γεωργός Μιχαήλ Μπαρμπαρής, ο 46χρονος γεωργός Μιχαήλ Γ. Μπαρμπαρής, ο 39χρονος
γεωργός Μάρκος Μπαρμπαρής, ο 53χρονος γεωργός Νικόλαος Μπαρμπαρής, ο 26χρονος
γεωργός Δημήτριος Ι. Μπαρμαπρής και ο 25χρονος γεωργός Κωνσταντίνος Μπαρμπαρής.
–1872. Στις 9 Ιουλίου 1872 ο 30χρονος σανδαλοποιός από
την Πάρο Πέτρος Μπαρμπαρής του Δημητρίου και της Άννα, παντρεύεται στην
Ερμούπολη την 30χρονη από την Άνδρο Μαριγώ Βλάμη, του Μιχαήλ και της Μαργαρώς.
–1875. Το 1875 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Δημήτριος του
Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1876. Το 1876 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Αντώνιος του
Γεωργίου ξυλουργός κάτοικος Παροικιάς.
–1878. Στις 16 Οκτωβρίου 1878 ο παριανός σανδαλοποιός
Πέτεος Μπαρμπαρής 35 ετών κάτοικος Σύρου δηλώνει τον θάνατο της φίλης του
Μαμαλάκη Μαρία του Ιωάννη, έγγαμη από την Άνδρο 60 ετών κάτοικος Ερμούπολης.
Ασθένεια: Κοιλία;.
–1881. Το 1881 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Εμμανουήλ του
Κωνσταντίνου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1884. Το 1884 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Δημήτριος του
Κωνσταντίνου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1886. Το 1886 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Γεώργιος του
Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1887. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος
ο παριανός 45χρονος υποδηματοποιός Πέτρος Δημ. Μπαρμπαρής, έγγαμος. Έδωσε όρκο
στις 23 Ιανουαρίου 1887.
–1888. Το 1888 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Αντώνιος του
Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1893. Το 1893 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Μάρκος του
Κωνσταντίνου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1893. Το 1893 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Ιωάννης του
Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1896. Το 1896 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Γεράσιμος του
Κωνσταντίνου κηπουρός κάτοικος Παροικιάς.
–1898. Το 1898 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Μάρκος του
Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1903. Το 1903 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Φίλιππος του
Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1903. Στις 30 Ιουνίου 1903 ο 22χρονος αλιεύς από την
Πάρο Γεώργιος Μπαρμπαρής του Φρατζέσκου και της Άννας Βαβανού [κάτοικοι Πάρου],
παντρεύεται στην Ερμούπολη την 19χρονη από την Θήρα Θεοδώρα Συρίγου, του
Εμμανουήλ και της Μαργαρίτας.
–1905. Στις 13 Νοεμβρίου 1905 ο 25χρονος εργάτης από
την Πάρο Ιάκωβος Μπαρμπαρής του Φραγκίσκου και της Άννα Βαβανού, παντρεύεται
στην Ερμούπολη την 20χρονη από την Σύρο Αθανασία Ξαγοράρη, του Εμμανουήλ, και
της Μαρουσώς.
–1905. Το 1905 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Αντώνιος του
Δημητρίου αγωγεύς κάτοικος Παροικιάς.
–1906. Το 1906 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Μιχαήλ του
Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1907. Το 1907 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Γεώργιος του
Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1907. Στις 2 Μαρτίου 1907 ο 24χρονος εργάτης από την
Πάρο Πέτρος Μπαρμπαρής του Φραγκίσκου και της Άννας Βαβανού παντρεύεται στην
Ερμούπολη την 20χρονη από την Σύρου Μαριγώ Βλάχου, του Βαλσαμή και της
Καλλίτσας.
–1908. Το 1908 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Μιχαήλ του
Δημητρίου αγωγεύς κάτοικος Παροικιάς.
–1908. Το 1908 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Ιωάννης του
Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1912. Το 1912 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Κωνσταντίνος
του Εμμανουήλ γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1914. Το 1914 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Πέτρος του
Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1914. Εγγεγραμμένος στο
μητρώο Αρρένων της Κοινότητας Λευκών Πάρου το έτος γέννησης 1914 στις Λεύκες ο
Μπαρμπαρής Πέτρος του Αντωνίου.
–1915. Το 1915 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Αντώνιος του
Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1915. Το 1915 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Δημήτριος του
Αντωνίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1916. Το 1916 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Δημήτριος του
Εμμανουήλ γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1917. Το 1917 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Ιωάννης του
Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1917. Το 1917 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Κωνσταντίνος
του Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1918. Στις 18 Φεβρουαρίου 1918 ο 34χρονος εργάτης από
την Πάρο Νικόλαος Μαούνης του Ιωάννη [κάτοικος Σμύρνης] και της Ελένης Κ.
Μπαρμπαρή [κάτοικος Πάρου] παντρεύεται στην Ερμούπολη την 25χρονη από την Σύρο
Μαρίκα Λεστάρη, του Χρήστου και της Ελένης.
–1919. Οπλίτης κατά την περίοδο 1919-1922 ο Μπαρμπαρής
Κωνσταντίνος, ο Μπαρμπαρής Δημήτριος και ο Μπαρμπαρής Εμμανουήλ.
–1920. Σε
σχολική φωτογράφιση στην Παροικιά 1920(?) διακρίνεται η Βασιλική Μπαρμπαρή.
–1920. Στα δημοτολόγια
Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος ο παριανός 29χρονος αλιεύς Ιωάννης Α. Μπαρμπαρής
άγαμος. Έδωσε όρκο στις 24 Ιανουαρίου 1920.
–1920. Το 1920 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Στυλιανός του
Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1921. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος
ο παριανός 64χρονος εργατικός Νικόλαος Μάρκου Μπαρμπαρής έγγαμος. Έδωσε όρκο
στις 14 Ιανουαρίου 1921.
–1921. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος
ο παριανός 46χρονος εργατικός Μάρκος Γ. Μπαρμπαρής έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 23 Ιανουαρίου 1921.
–1921. Το 1921 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Στυλιανός του
Εμμανουήλ υποδηματοποιός κάτοικος Παροικιάς.
–1922. Το 1922 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Κωνσταντίνος
του Δημητρίου κηπουρός κάτοικος Παροικιάς.
–1922. Το 1922 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Κωνσταντίνος
του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1923. Το 1923 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Δημήτριος του
Ιωάννη γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1923. Το 1923 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Κωνσταντίνος
του Εμμανουήλ γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1924. Στις 20 Ιουλίου 1924 ο 31χρονος ναυτικός από
την Πάρο Ιωάννης Μαύρης του Γεωργίου και της Καλυψώς Τσαντάνη παντρεύεται στην
Ερμούπολη την 21χρονη από την Πάρο Ειρήνη Μπαρμπαρή του Μάρκου και της
Παρασκευούλας Μαύρη.
–1925. Το 1925 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Κωνσταντίνος
του Γεράσιμου υποδηματοποιός κάτοικος Παροικιάς.
–1925. Το 1925 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Κωνσταντίνος
του Μάρκου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.
–1926. Το 1926 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Εμμανουήλ του
Αντωνίου κάτοικος Παροικιάς.
–1926. Το 1926 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Δημήτριος του
Μάρκου εργατικός κάτοικος Παροικιάς.
–1926. Το 1926 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Εμμανουήλ του
Αντωνίου εργατικός κάτοικος Παροικιάς. Διαγράφετε το 1949 από τον εκλογικό
κατάλογο Παροικιάς ως εγγραφέντας σε άλλη Κοινότητα.
–1926. Το 1926 γεννιέται ο Μπαρμπαρήγος Σταμάτιος του
Γεωργίου εργάτης κάτοικος κοιν. Νάουσας.
–1927. Το 1927 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Κωνσταντίνος
του Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1927. Το 1927 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Ιωάννης του
Μάρκου γεωργός κάτοικος κοιν. Παροικιάς.
–1927. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος
ο παριανός 28χρονος εργάτης Βασίλειος Μιχ. Μπαρμπαρής έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 24 Ιανουαρίου 1927.
–1928. Το 1928 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Ιωάννης του
Γεωργίου γεωργός κάτοικος κοιν.
Παροικιάς.
–1929. Το 1929 γεννιέται η Μπαρμπαρή
Μαρίνα του Ιωάννη κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–1929. Το 1929 γεννιέται ο Μπαρμπαρής Μηνάς του
Γεωργίου γεωργός κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–1930. Το 1930 γεννιέται η Μπαρμπαρή
Ελένη του Γεράσιμου κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–1931. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος
ο παριανός 20χρονος Ξυλουργός Βασίλειος Μ. Μπαρμπαρής. Έδωσε όρκο στις 11 Φεβρουαρίου 1931.
–1933. Χειμώνας
1933(?), στη Φράγκα Σκάλα, στο εκλογικό του Ευρυπαίος, υποψήφιος βουλευτής
Κέντρου Φιλελευθέρων, διακρίνεται ο Αντώνης Μπαρμπαρής.
–1936. Στην Α’ Παγκυκλαδική Έκθεση Σύρου αγροτικών,
πτηνοτροφικών και βιομηχανικών προϊόντων στις 16-23 Αυγούστου 1936 αναφέρεται
το μέλος της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Πάρου Μπαρμπαρής Γεράσιμος.
–1938. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένη η
παριανή 29 ετών εργάτρια Καλλιόπη Μ. Μπαρμπαρή άγαμος. Έδωσε όρκο στις 15 Ιουλίου 1938.
–1939. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος
ο παριανός 31 ετών υποδηματοποιός Γεώργιος Μ. Μπαρμπαρής έγγαμος. Έδωσε όρκο
στις 11 Μαΐου 1939.
–1947. Στις 20 Ιουνίου 1947, το στο Κοινοτικό
Συμβούλιο Παροικιάς συμμετέχει και ο Γεράσιμος Μπαρμπαρής.
–Μπαρμπαρίγος ή Μπαρμπαρήγος ή
Παρπαρήγος ή Βαρβαρήγος:
Μια παλαιά βενετική
οικογένεια και ο παριανός της κλάδος στη Νάουσα
Από τους Barbarigo της
Βενετίας στην Πάρο
Το επώνυμο Μπαρμπαρίγος,
που απαντά στην Πάρο και με τις μορφές Μπαρμπαρήγος, Παρπαρήγος, Βαρβαρήγος
και Μαρμπαρίγος, συνδέεται ονομαστικά με την παλαιά βενετική οικογένεια Barbarigo,
μία από τις γνωστές οικογένειες της Βενετίας. Η οικογένεια καταγόταν από την
περιοχή της Ίστριας και απέκτησε ιδιαίτερη πολιτική και κοινωνική θέση στη
Βενετική Δημοκρατία. Από αυτήν προήλθαν δύο Δόγηδες της Βενετίας, ο Marco
Barbarigo, που κυβέρνησε κατά τα έτη 1485–1486, και ο αδελφός του Agostino
Barbarigo, που τον διαδέχθηκε και παρέμεινε Δόγης από το 1486 έως το 1501.
Η παρουσία του ονόματος στον
ελληνικό χώρο είναι παλαιότερη από την εγκατάσταση του παριανού κλάδου. Κλάδοι
των Barbarigo απαντώνται στην Κρήτη κατά τη διάρκεια της βενετικής κυριαρχίας,
όπου μέλη της οικογένειας κατείχαν σημαντικές διοικητικές και στρατιωτικές
θέσεις. Μεταξύ αυτών αναφέρονται ο Benedetto Barbarigo, πρεσβευτής στον Χάνδακα
το 1501, ο Matteo Barbarigo, Duca κατά τα έτη 1542–1544, ο Gerolamo Barbarigo,
capitano generale το 1583, καθώς και μέλη της οικογένειας που υπηρέτησαν ως
ρέκτορες και προβλεπτές στα Χανιά.
Η οικογένεια, παρά την
παλαιότερη ευγενική της θέση, δεν διατήρησε πάντοτε την κοινωνική και
οικονομική ισχύ που είχε στη Βενετία. Κλάδοι της στην Κρήτη φαίνεται ότι
εξέπεσαν σταδιακά από την παλαιά τους θέση. Η αναστάτωση που προκάλεσαν οι
πόλεμοι και κυρίως η κατάληψη της Κρήτης από τους Οθωμανούς οδήγησε μέλη της
οικογένειας σε μετακινήσεις προς τα Επτάνησα και άλλα μέρη. Μεταξύ των Κρητών
προσφύγων στη Ζάκυνθο το 1682 και στην Κέρκυρα το 1683 συναντώνται πρόσωπα με
το επώνυμο Barbarigo.
Το όνομα και οι μορφές του
Το επώνυμο παρουσιάζει στην
Πάρο αξιοσημείωτη ποικιλία στη γραφή του. Οι μορφές Μπαρμπαρίγος,
Μπαρμπαρήγος, Παρπαρήγος και Βαρβαρήγος εναλλάσσονται στα έγγραφα, ενώ
συναντάται ακόμη και η μορφή Μαρμπαρίγος. Η διαφορετική απόδοση είναι
χαρακτηριστική των παλαιότερων παριανών εγγράφων, όπου η γραφή των επωνύμων δεν
είχε ακόμη παγιωθεί.
Μία από τις ερμηνείες που
έχουν διατυπωθεί για την προέλευση του ονόματος το συνδέει με το λατινικό barba,
δηλαδή «γένι», και ειδικότερα με την έννοια του μικρού γενιού ή της μικρής
γενειάδας. Η ερμηνεία αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε σχέση με την
εικονογραφία του οικοσήμου της οικογένειας, στο οποίο εμφανίζονται γενειοφόρες
μορφές. Ωστόσο, για τον παριανό κλάδο δεν μπορεί να θεωρηθεί απολύτως
αποδεδειγμένη η άμεση γενεαλογική σύνδεση με τον οίκο των βενετών Barbarigo
μόνο από την ομοιότητα του επωνύμου και του ονόματος.
Από τη Σαντορίνη στην Πάρο
Σύμφωνα με την παράδοση και
τις σχετικές genealogικές πληροφορίες, οι Μπαρμπαρίγοι που εγκαταστάθηκαν στην
Πάρο είχαν προηγουμένως παρουσία στη Σαντορίνη. Από εκεί ένας κλάδος
φαίνεται ότι μετακινήθηκε στην Πάρο, όπου το επώνυμο εγκαταστάθηκε και
διατηρήθηκε για πολλούς αιώνες.
Η παριανή οικογένεια
παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς φαίνεται ότι είχε τόσο αρχοντικό όσο
και λαϊκό κλάδο. Η παλαιότερη παράδοση θεωρεί ως γενάρχη του παριανού
κλάδου τον Μπατίστα Μπαρμπαρίγο, ο οποίος μαρτυρείται ήδη από το 1657. Η
παρουσία του αποτελεί σημαντικό σημείο αναφοράς για την ιστορία της
οικογένειας, καθώς από τη γενιά του και μετά το επώνυμο αρχίζει να εμφανίζεται
με μεγαλύτερη σαφήνεια στα παριανά τεκμήρια.
Ο Μπατίστα Μπαρμπαρίγος και
οι πρώτες μαρτυρίες
Το 1657 συναντούμε τον Μπατίστα
Μπαρμπαρίγο σε έγγραφα της Πάρου. Η παράδοση τον θεωρεί γενάρχη του
παριανού κλάδου, ενώ από τα στοιχεία που ακολουθούν φαίνεται ότι απέκτησε
τουλάχιστον δύο γιους.
Στην επόμενη γενιά ανήκουν ο Λογγίνος
Μπαρμπαρίγος, που γεννήθηκε στην Πάρο το 1684, και ο Φραγκίσκος
Μπαρμπαρίγος, που γεννήθηκε το 1685. Οι γεννήσεις αυτές αποτελούν από τις
παλαιότερες σαφείς γενεαλογικές ενδείξεις για τη διαμόρφωση της οικογένειας
στην Πάρο και επιβεβαιώνουν ότι ήδη στα τέλη του 17ου αιώνα το επώνυμο είχε
αποκτήσει σταθερή παρουσία στο νησί.
Οι Μπαρμπαρίγοι στη Νάουσα
Κατά τον 18ο αιώνα το επώνυμο
εμφανίζεται ιδιαίτερα έντονα στη Νάουσα, όπου φαίνεται ότι δημιουργήθηκε
ένας από τους σημαντικότερους πυρήνες της οικογένειας.
Το 1712, σε προικοσύμφωνο του
Ιωάννη Τζαννάκη και της Μαρούσας στο Καστέλλι της Νάουσας, αναφέρεται σπίτι
στον Πρόδρομο της περιοχής της Νάουσας, «σύμπλιον Φλωρέντζα Μπαρμπαρήγου». Η
αναφορά δείχνει ότι μέλος της οικογένειας διέθετε ακίνητη περιουσία ήδη από τις
αρχές του 18ου αιώνα.
Λίγες δεκαετίες αργότερα, σε
έγγραφο της περιοχής της Νάουσας, μεταξύ 1725 και 1740, αναφέρεται «χωράφι
Καψάλου σύμπλιον Μπαρμπαρήγου». Έτσι, οι Μπαρμπαρίγοι εμφανίζονται όχι μόνο ως
κάτοικοι αλλά και ως ιδιοκτήτες αγροτικής περιουσίας.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι
και η μαρτυρία του 1740, σε έγγραφο της οικογένειας Βατιμπέλλα, όπου ανάμεσα
στους κατοίκους και μάρτυρες που υπέγραψαν τη δραματική αφήγηση ενός επεισοδίου
στη Νάουσα συναντούμε τον Γεώργιο Μαρμπαρήγο. Η παρουσία του ανάμεσα
στους επιφανείς και αξιοσέβαστους κατοίκους που πιστοποιούν το γεγονός δείχνει
ότι το επώνυμο είχε πλέον ενσωματωθεί πλήρως στην κοινωνία της Νάουσας.
Η οικογένεια στην κοινωνία
της Πάρου
Το 1755, σε Γενική Συνέλευση
του κοινού της Πάρου, στις 23 Αυγούστου, για την εκλογή απεσταλμένου στην
Κωνσταντινούπολη, αναφέρεται ο Ιωάννης Μπαρμπαρήγος από την Παροικιά. Η
παρουσία του σε μια τέτοια διαδικασία φανερώνει ότι οι Μπαρμπαρίγοι δεν
αποτελούσαν απλώς μια οικογένεια αγροτών ή ναυτικών, αλλά συμμετείχαν και στα
κοινά του νησιού.
Κατά τις πρώτες δεκαετίες του
19ου αιώνα οι μαρτυρίες πολλαπλασιάζονται. Το 1801 γεννιέται ο Φραγκίσκος
Μπαρμπαρίγος, κάτοικος Νάουσας και κτηματίας, ενώ το 1804 σε πωλητήριο της
Νάουσας αναφέρεται ο Γιάκουβος Παρπαρήγος. Το 1820 γεννιέται ο Παναγιώτης
Μπαρμπαρίγος, κτηματίας από τη Νάουσα.
Το 1822 η οικογένεια
εμφανίζεται και σε ένα περιστατικό πολιτικού χαρακτήρα, καθώς αναφέρεται ότι
«επλήγωσαν τον βουλευτήν Αντωνάκη Μπαρμπαρήγο». Η μαρτυρία αυτή είναι
ενδεικτική της συμμετοχής μελών της οικογένειας στη δημόσια ζωή της εποχής.
Περιουσία, διαθήκες και
οικογενειακοί δεσμοί
Η οικογένεια εξακολουθεί να
εμφανίζεται συχνά σε συμβολαιογραφικά και κληρονομικά έγγραφα. Το 1824, σε
διανομή κληρονομιάς, αναφέρεται ο Γιώργος Παρπαρήγος και η σύζυγός του
Μαρούσα, ενώ το 1826 σώζεται διαθήκη του Πατίστα Μπαρμπαρήγου στη
Νάουσα.
Το 1829 ο ηγούμενος της μονής
Ταξιαρχών Νεόφυτος Παπαδάτος αγοράζει κτήμα από τον Νικόλαο Μπαρμπαρήγο,
γεγονός που επιβεβαιώνει την κατοχή σημαντικής ακίνητης περιουσίας από την
οικογένεια.
Την ίδια περίπου εποχή, οι
Μπαρμπαρίγοι εμφανίζονται και στη νέα εκπαιδευτική πραγματικότητα του νησιού.
Στον ονομαστικό κατάλογο των μαθητών του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου της Νάουσας
για το σχολικό έτος 1829 καταγράφονται ο Ιωάννης Παρπαρίγος, 11 ετών, ο Παναγιώτης
Παρπαρίγος, 8 ετών, ο Δημήτριος Παρπαρίγος, 7 ετών, ο Μιχαήλ
Παρπαρίγος, 8 ετών, και ο Ηλίας Παρπαρίγος, 14 ετών. Η πολυπληθής
παρουσία παιδιών της οικογένειας στο σχολείο φανερώνει ήδη μία σημαντική
οικογενειακή εγκατάσταση στη Νάουσα.
Από την Επανάσταση στο
ελληνικό κράτος
Η οικογένεια έλαβε μέρος και
στη δημόσια ζωή των πρώτων χρόνων του ελληνικού κράτους. Το 1831, σε επιστολή
των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο του Αιγαίου Πελάγους σχετικά με τα
προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί από την εγκατάσταση Κρητών προσφύγων στο
νησί, υπογράφει ο Γεώργιος Μπαρμπαρήγος από τη Νάουσα.
Το 1832 αναφέρεται ο ίδιος
Γεώργιος Παρπαρίγος σε έγγραφο της σχολής του Αγίου Αθανασίου, ενώ το 1838, στη
διαθήκη της Μαργαρίτας Πέτρου Ριτζέρου Παρπαρήγου, αναφέρεται ιδιόκτητη
οικία στη θέση Μανδράκι της Νάουσας.
Η οικονομική δραστηριότητα της
οικογένειας αποτυπώνεται και σε αγροτικά έγγραφα. Το 1839 ο Γεώργιος
Μπαρμπαρίγος υπογράφει ως μάρτυρας σε συμφωνία κολιγικής εκμετάλλευσης
χωραφιού στη θέση Ασπρόχωμα της Νάουσας.
Οι Μπαρμπαρίγοι του 19ου
αιώνα
Οι εκλογικοί κατάλογοι των
δεκαετιών 1840–1880 αποκαλύπτουν την πραγματική έκταση της οικογένειας. Το 1843
εμφανίζονται ο Γεώργιος Μπαρμπαρήγος, ο Νικόλαος Π. Μπαρμπαρήγος, 64
ετών και κτηματίας, και ο Λογγίνος Μπαρμπαρήγος, 29 ετών και κτηματίας.
Το 1844 η εικόνα γίνεται ακόμη
πιο χαρακτηριστική. Στους καταλόγους του Δήμου Νάουσας συναντούμε Μπαρμπαρήγους
ως κτηματίες, ναυτικούς και φοιτητές, γεγονός που δείχνει την κοινωνική
και επαγγελματική διαφοροποίηση της οικογένειας. Ο Γεώργιος εμφανίζεται ως
ναυτικός και κτηματίας, ο Παναγιώτης ως κτηματίας, ο Ιωάννης ως φοιτητής, ο
Νικόλαος ως ναυτικός και ο Φραγκίσκος ως γεωργός.
Η οικογένεια διατήρησε έντονη
παρουσία και στη δημοτική ζωή. Το 1853 ο Π. Μπαρμπαρήγος υπογράφει ως
πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, ενώ το 1857 ο Κ. Μπαρμπαρήγος
εμφανίζεται ως δήμαρχος Νάουσας. Η τελευταία αυτή μαρτυρία είναι ιδιαίτερα
σημαντική, καθώς αποδεικνύει την άνοδο μέλους της οικογένειας στην ανώτατη
τοπική διοίκηση.
Ναυτικοί, τεχνίτες και
έμποροι
Κατά τον 19ο αιώνα ορισμένοι
κλάδοι των Μπαρμπαρίγων στράφηκαν προς τη ναυτιλία και τις δραστηριότητες των
κυκλαδίτικων λιμανιών. Το 1855 αναφέρεται στη Σύρο ο Νικόλαος Βαρβαρήγος,
ναυτικός από την Πάρο. Το 1859 ο Δημήτρης Μπαρμπαρήγος, επίσης ναυτικός,
μαζί με τον Ανδρέα Ορφανό αγοράζει πλοίο στη Σύρο, το οποίο είχε ναυπηγήσει ο
Νικόλαος Σολωμός και έφερε το όνομα «Ομόνοια». Το 1860 ο Νικόλαος
Μπαρμπαρήγος, κυβερνήτης, διορίζει πληρεξούσιο στη Σύρο, επιβεβαιώνοντας τη
συμμετοχή του παριανού κλάδου στη ναυτική οικονομία της εποχής.
Παράλληλα, άλλα μέλη
ασχολούνται με τεχνικά και εμπορικά επαγγέλματα. Το 1867 ο Πέτρος
Μπαρμπαρίγος, 26 ετών, μαραγκός από την Πάρο, παντρεύεται στην Ερμούπολη
την Ανδριώτισσα Ειρήνη Παρώδου. Αργότερα, στα δημοτολόγια της Ερμούπολης,
εμφανίζεται ως μαραγκός, ενώ μέλος της οικογένειας καταγράφεται επίσης ως
βυρσοδέψης.
Έτσι, μέσα στον 19ο αιώνα, το
επώνυμο συνδέεται με τη γεωργία και την κτηματική περιουσία, αλλά ταυτόχρονα με
τη ναυτιλία, τη βιοτεχνία, το εμπόριο και την αστική ζωή της Σύρου.
Η μεγάλη οικογένεια της
Νάουσας
Οι εκλογικοί κατάλογοι του
1883 και του 1885 προσφέρουν μία από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες της
οικογένειας. Στη Νάουσα καταγράφονται πολυάριθμοι Μπαρμπαρίγοι, διαφορετικών
ηλικιών και επαγγελμάτων: κτηματίες, γεωργοί, ναύτες, βαρελοποιοί, καφεπώλες,
έμποροι, στρατιώτες και υποδηματοποιοί.
Ανάμεσά τους συναντούμε τον Φραγκίσκο
Μπαρμπαρίγο του Πατίστα, ηλικιωμένο κτηματία, τον Νικόλαο του Λογγίνου ως
βαρελοποιό, τον Λογγίνο του Πέτρου ως καφεπώλη, τον Δημήτριο του Παναγιώτη ως
έμπορο κάτοικο Σμύρνης, καθώς και τον Ανδρέα του Γεωργίου ως υποδηματοποιό
επίσης κάτοικο Σμύρνης.
Οι αναφορές αυτές φανερώνουν
ότι ο κλάδος της Νάουσας είχε πλέον αποκτήσει μεγάλη πληθυσμιακή πυκνότητα και
είχε αναπτύξει δίκτυα πέρα από την Πάρο. Η Σύρος, η Σμύρνη και η Αθήνα
εμφανίζονται ως τόποι στους οποίους εγκαθίστανται ή δραστηριοποιούνται μέλη της
οικογένειας.
Από τη Νάουσα στην Παροικιά
και στις νεότερες γενιές
Η παρουσία των Μπαρμπαρίγων
δεν περιορίστηκε στη Νάουσα. Κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα εμφανίζονται και
στην Παροικιά, ενώ αρκετά μέλη εξακολουθούν να διαμένουν στη Νάουσα.
Το 1880 γεννιέται ο Δημήτριος
Μπαρμπαρήγος, φανοποιός κάτοικος Παροικιάς, ενώ το 1911 ο Ιωάννης
Μπαρμπαρήγος του Γεωργίου, γεωργός στην Παροικιά. Ακολουθούν ο Κωνσταντίνος
Μπαρμπαρήγος, φανοποιός, το 1923, και ο Γεώργιος Μπαρμπαρήγος, γεωργός, το
1926.
Στη Νάουσα, αντίθετα, η
οικογένεια παραμένει ιδιαίτερα πολυπληθής. Οι εκλογικοί κατάλογοι του 1946
καταγράφουν δεκάδες Μπαρμπαρίγους και Βαρβαρήγους, κυρίως γεωργούς και
ναυτικούς, αλλά και κρεοπώλες, εργάτες και αλιείς. Η παρουσία τόσο πολλών
διαφορετικών κλάδων αποδεικνύει ότι το επώνυμο είχε πλέον βαθιές ρίζες στην
τοπική κοινωνία.
Το οικόσημο και η παράδοση
των Barbarigo
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζει το οικόσημο των Barbarigo, το οποίο έχει ερμηνευθεί ως
«ομιλούν» ή «φανερό» οικόσημο, καθώς παραπέμπει στο ίδιο το όνομα της
οικογένειας και στη γενειάδα. Στην παράδοση της οικογένειας συνδέεται με
γενειοφόρες μορφές, ενώ το εραλδικό σύμβολο έχει συνδεθεί και με την ισχυρή
βενετική παρουσία της οικογένειας.
Η παράδοση αποδίδει επίσης
ιδιαίτερη σημασία στα λιοντάρια και στα χρώματα του οικοσήμου, συνδέοντάς τα με
την πολεμική και αριστοκρατική ιδιότητα της οικογένειας. Ωστόσο, η εραλδική
παράδοση των Barbarigo είναι σύνθετη και τα διαφορετικά οικόσημα και παραλλαγές
που αποδίδονται στους επιμέρους κλάδους δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται από μόνα
τους ως απόδειξη συγγένειας μεταξύ κάθε οικογένειας που φέρει το επώνυμο.
Μια οικογένεια με βαθιές
ρίζες στην Πάρο
Η ιστορία των Μπαρμπαρίγων της
Πάρου είναι από εκείνες που αποκαλύπτουν με ξεχωριστό τρόπο τη σύνδεση του
νησιού με τον ευρύτερο βενετικό και μεσογειακό κόσμο. Το επώνυμο παραπέμπει σε
έναν παλαιό βενετικό οίκο, ενώ η παρουσία του στην Κρήτη, στη Σαντορίνη, στα
Επτάνησα και τελικά στην Πάρο εντάσσεται στις μεγάλες μετακινήσεις οικογενειών
που προκάλεσαν οι πόλεμοι, οι πολιτικές αλλαγές και η κατάρρευση της βενετικής
κυριαρχίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στην Πάρο, όμως, οι
Μπαρμπαρίγοι απέκτησαν τη δική τους ξεχωριστή ιστορία. Από τον Μπατίστα
Μπαρμπαρίγο του 17ου αιώνα και τις πρώτες γενιές που ακολούθησαν, μέχρι
τους κτηματίες της Νάουσας, τους δημοτικούς άρχοντες, τους ναυτικούς, τους
τεχνίτες, τους εμπόρους και τους γεωργούς του 19ου και του 20ού αιώνα, το
επώνυμο παρέμεινε ζωντανό και πολυάριθμο.
Ιδιαίτερα η Νάουσα φαίνεται
ότι αποτέλεσε τον βασικό πυρήνα της οικογένειας για περισσότερους από τρεις
αιώνες. Από εκεί οι Μπαρμπαρίγοι εξαπλώθηκαν στην Παροικιά, στη Σύρο, στη
Σμύρνη, στην Αθήνα και αλλού, χωρίς να χάσουν τη σύνδεσή τους με την παριανή
τους πατρίδα.
Η μακρά αυτή συνέχεια, από τις
πρώτες μαρτυρίες του 17ου αιώνα έως τους εκλογικούς καταλόγους και τα
δημοτολόγια του 20ού, καθιστά τους Μπαρμπαρίγους μία από τις παλαιότερες και
πολυπληθέστερες οικογένειες που μπορούν να παρακολουθηθούν με τόσο μεγάλη
χρονική συνέχεια στην Πάρο, με ιδιαίτερη και διαχρονική παρουσία στη
Νάουσα.
–1641. Στα
Κακάπετρα Παροικιάς είναι ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος. Είναι το δεύτερο εξωκλήσι
αφιερομένο στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο στην ίδια τοποθεσία. Στο ανώφλιο του
παραθύρου που βρίσκεται στη βόρεια όψη του εξωκλησιού, υπάρχει η επιγραφή: «1641
Ιω(άννης) Παρπαρίγος»
–1657. Ο
Μπατίστας Μπαρμπαρίγος αναφέρεται σε έγγραφα του 1657 ο οποίος στην συνέχεια
απέκτησε δυο γιούς.
–1684. Το
1684 γεννιέται στην Πάρο ο Λογγίνος Μπαρμπαρίγος, γιός του φερόμενου ως γενάρχη
του παριανού κλάδου, Μπατίστα Μπαρμπαρίγου.
–1685. Το
1685 γεννιέται στην Πάρο ο Φραγκίσκος Μπαρμπαρίγος, γιός του φερόμενου ως
γενάρχη του παριανού κλάδου, Μπατίστα Μπαρμπαρίγου.
–1712. Στο
προικοσύμφωνο του Ι. Τζαννάκη και Μαρούσας, Καστέλλι Νάουσας, 20 Ιαν. 1712,
«δώνει της και το σπίτι όπου έχει γενικόν της εις τον Πρόδρομον (περιοχή της
Νάουσας), σύμπλιον Φλωρέντζα Μπαρμπαρήγου, καθώς ευρίσκεται».
–1725. Έγγραφο
του 18ου αιώνα (1725-1740) από την περιοχή της Νάουσας «χωράφι Καψάλου σύμπλιον
Μπαρμπαρήγου από τον παπά-Γιαννάκη Βιτζαρά».
–1740. Σε
έγγραφο του 1740 της οικ. Βατιμπέλλα αναφέρει "Νήσος Πάρος Καστελιω εις τα
1740 νέο 3 Ιανουαρίου ημέρα Κυριακή και ώρα 3 της ημέρας. Ήλθασι εις την Νάουσα
τέσσερις λεβέντες αρματωμένοι από το μπαστιμέντο του Καπετάν Φραγκίσκου Μαρία
κοματάντε μίαν πουλάκα αρματωμένη εις την αμάχη με πατιέρα της Μάλτας οι
άνθρωποι όπου ήλθαν ήτον ένας σαρτζελτές, το όνομά του Μπορταλαμαίος, με άλλους
τρείς αρματωμένους και ερισαλτάρασι με δύναμιν των αρμάτων των επάνω εις το
σπίτι του Σιόρ Κονσούλου των Εγγλέζων ονοματισμένος Σιόρ Νικολός Βατιμπέλλας.
Και αυτός θεωρώντας του με τα άρματα και ξεσαθωμένοι εσφαλίκτη μέσα εις την
κάμαράν του και αυτοί ψάχνοντας του και τον έβγαλαν από μέσα, τον εκατέβασαν
κάτω σύροντας τον ώσαν κατάδικον και τα κοπέλλια του θεωρώντας την τόσην
καταδίκην όπου του έκανα, αρμπούρισαν την παντιέρα του Βασιλέως της Εγγλιτέρας
διά να διαφεντευθή και εφανέρωσαν και την διαφέντευσιν του Βασιλέως της
Φράντζας δια τα καλά μέριτα του μακαρίτου πατρός του εφανέρωσαν και τις
διαφέντεψες ιδικές των και με όλα αυτά από τον νούν των δεν επέρασαν μόνον το
επήραν ως κατάδικον ξεσκισμένον και τον επήγαν ξεσπαθωμένοι μέσα εις την Παρκιά
και εγύρευσαν καιρόν να τον σκοτώσουν, μα τον ακολούθησαν κόσμος πολύς και δεν
ευρίσκαν άδειαν να κάμουν την όρεξιν τους, και πηγαινάμενοι εις την Παρκιάν αν
δεν ήθελεν ευρεθή εις το Πόρτο ο Καπετάν Λούης Γζιπέτρος από το Σαν Τραπέ και ο
καπετάν Αντώνιος Μαρτίν από το Σαν Τραπέ καπετάνιος εις ένα καράβι και ο
καπετάν Κάρλος και ο καπετάν Τζουάνες αν ήθελαν λείψει αυτοί δεν ηξεύρομεν το
τέλος όπου είχαν να πράξουν χωρίς κανένα νιτερέσσο και εις τούτο δίνομεν την
παρόν μαρτυρίαν εις την ψυχήν μας πως τα είδαμεν με τα μάτια μας και
υπογράφουμεν εις βεβαίωσιν. Το σφραγίζομεν και με την σραγίδα της κοινότης μας.
Οικονόμος
Νάουσας μαρτυρώ, Σακελλάριος Νάουσας μαρτυρώ, Σκευοφύλαξ Νάουσας μαρτυρώ, ο
Προηγούμενος του Βατοπεδίου Αθανάσιος μάρτυς, Αρχιδιάκως Νεόφυτος Βατιμπέλλας
μαρτυρώ ως είδα, Λοΐζος Τζιμπέρ μάρτυς. Γεώργιος Βιτσαράς μάρτυς, Γεώργιος
Μαρμπαρήγος μάρτυς, Σακέλιως Ναούσης μαρτυρώ, Παπά Φραντζέσκος Νταβερώνας
μαρτυρώ, Παπά Μαρίνος Ραγγούσης μαρτυρώ, Γεώργιος Νταμιραλής μαρτυρώ, Ιωάννης
Τριαντάφυλλος Μαρτυρώ, Κωνσταντίνος Βατιμπέλας μαρτυρώ, Δημήτριος Αυλωνίτης
μαρτυρώ, Νικόλαος Λευκαρός μαρτυρώ. Εγώ Νικολός Κανάλες μαρτυρώ, Κωνσταντίνος
Σκορδίλης, Ανδρέας Βιτσαράς μαρτυρώ, Ιωάννης Μπρούτος, Τζάνες ο Καλλέργης
Καντζιλάριος Ναούσης πιστώς γέγραφα"
–1755. Σε εκλογή απεσταλμένου στην
Κωνσταντινούπολη από το κοινό Πάρου σε Γενική Συνέλευση στις 23 Αυγούστου 1755 μαρτυρείται
ο Μπαρμπαρήγος Ιωάννης από την Παροικιά.
–1801. Το 1801
γεννιέται ο Φραγκίσκος Μπαρμπαρίγος κάτοικος Νάουσας κτηματίας.
–1804. Σε
πωλητήριο στη Νάουσα το 1804 αναφέρει, Γιάκουβος Παρπαρήγος.
–1820. Το
1820 γεννιέται ο Παναγιώτης Μπαρμπαρίγος κτηματίας από τη Νάουσα.
–1822. Στις
4 Νοεμβρίου 1822 εξάγονται τα εξής: επλήγωσαν τον βοθλευτήν Αντωνάκη
Μπαρμπαρήγο.
–1824 μία
άλλη εκδοχή που είναι και η επικρατέστερη διότι το μαρτυράει και το οικόσημό
τους (Μπαρμπαρής, Μπαρμπαρίγος, Βαρβαρίγος, Βαρβαρής), είναι λατινικό και
σημαίνει το μικρό μουσάκι στο πιγούνι.
–1824. Σε
διανομή κληρονομιάς στις 27 Νοεμβρίου 1824 αναφέρεται η Μαργαρίτρα του πάλε
ποτέ Γρηγορίου Μεταξά. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρονται οι γιοί Ιωάννης και
Νικόλαος Μεταξάς, όπως και ο γαμπρός της Γιώργος Παρπαρήγος και η γυναίκα του
Μαρούσα.
–1826. Σε
διαθήκη του Πατίστα Μπαρμπαρήγου )Νάουσα 26 Ιαν. 1826).
–1829. Το
1829 ο ηγούμενος της μονής Ταξιαρχών Νεόφυτος Παπαδάτος αγοράζει κτήμα από τον
Νικόλαο Μπαρμπαρήγο.
–1829. Ο ονομαστικός κατάλογος των μαθητών του Αλληλοδιδακτικού
Σχολείου της Νάουσας του σχολικού έτους 1829.
«Οι μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της κομοπόλεως
Ναούσης»
Ιωάννης Παρπαρίγος 11 ετών, Παναγιώτης
Παρπαρίγος ετών 8, Δημήτριος Παρπαρίγος ετών 7, Μιχαήλ Παρπαρίγος ετών 8 και
Ηλίας Παρπαρίγος ετών 14
–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια
επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα
δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Γεώργιος
Μπαρμπαρήγος από τη Νάουσα.
–1832. Εν
Ναούση της Πάρου τη 27 Μαρτίου 1832, σε έγγραφο της σχολής του Αγίου Αθανασίου
αναφέρεται ο Γεώργιος Παρπαρίγος.
–1838. Στη
διαθήκη της Μαργαρίτας Πέτρου Ριτζέρου Παρπαρήγου (Νάουσα 20 Απρ. 1838) «εις
την οικίαν της κειμένην εις την θέσιν Μανδράκι (Νάουσα) όπου κατέκειτο επί
κλίνης…».
–1839. «Κοληγικόν χωράφιον». Ομολογώ ο
υποφαινόμενος ότι το εν τη θέσει Ασπρόχωμα χωράφιον μου δίδω κοληγικόν προς τον
κύρ Φραγκίσκον Αναγνωστόπουλον παρά του οποίου έλαβον δανειακώς δραχ.
Τριακοσίας, αρ. 300, το οποίον χωράφιον θέλει κρατεί κοληγικόν έως ου του
αποδώσει τας ρηθείσας 300 δραχ., τον δε τόκον αυτών λογιζόμενον προς 10%, δέκα
τοις εκατόν, τον χρόνον θέλει λαμβάνει από τον ανάλογον του κυρίου του οποίου
μου βαστά κοληγικόν χωράφιον οψέποτε όμως ήθελε του αποδώσει τας 300,
τριακοσίας, δραχμάς θέλει διαλύεται η κοληγία μας και το κτήμα μου θέλει μείνει
πάλιν ελεύθερον εκτός εάν ήθελε τύχει και είναι καλουργιά, την οποίαν θα σπείρη
και φάγη κοληγικώς κατά την επιτόποιν συνήθειαν.
Διο και εις ένδειξιν υποφαίνομαι και
παρά αξιοπίστων μαρτύρων.
Εν Ναούση Πάρου την 27 Αυγούστου 1839.
Δημήτριος Καράντζας βεβαιώ, Γ.
Μπαρμπαρίγος μάρτυς, Ιωάννης Τελέντας μαρτυρώ, Δημήτριος Κ. Καμπάνης ζητηθείς
έγραψα και μαρτυρώ.
–1843. Σε
ονομαστικό κατάλογο των εκλογικών αποτελεσμάτων Νάουσας στις 27 Οκτωβρίου 1843
αναφέρεται ο Γεώργιος Μπαρμπαρήγος, ο Νικόλαος Π. Μπαρμπαρήγος 64 ετών
κτηματίας, ο Λογγίνος Μπαρμπαρήγος 29 ετών κτηματίας.
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18
Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο
Μπαρμπαρήγος Γεώργιος ναυτικός 54 ετών, ο 49χρονος κτηματίας Γεώργιος
Μπαρμπαρήγος, ο 26χρονος κτηματίας Παναγιώτης Μπαρμπαρήγος, ο 27χρονος φοιτητής
Ιωάννης Μπαρμπαρήγος, ο 33χρονος ναυτικός Μαρμπαρήγος Νικόλαος, ο 41χρονος
γεωργός Φραγκίσκος Μπαρμπαρήγος.
–1853. Σε κατάλογο στις 14 Οκτωβρίου
1853, του Δήμου Νάουσας (συμπεριλαμβάνεται και ο Κώστος), υπογράφει ο Πρόεδρος
Δημοτικού Συμβουλίου Μπαρμπαρήγος Π.
–1855. Στις 8 Ιανουαρίου 1855 μνημονεύεται σε συμβολαιογραφική πράξη
[επιτροπικό] στην Σύρο ο ναυτικός από την Πάρο Βαρβαρήγος Νικόλαος.
–1857. Βασίλειον της Ελλάδος, Ο Δήμαρχος
Ναούσης Προς τον κ. Φραγκίσκο Αναγνωστόπουλον.
Μας εγένοντο χθές παράπονα παρά των
γειτόνων υμών εναντίον σας δια την αθλίαν κατάστασιν του κοπροδοχείου της
οικίας σας και τα παράπονα ταύτα, καθώς και ημείς αυτοί παρετηρήσσαμεν, είναι
δικαιότατα και αν δεν θεραπευθώσι είναι ενδεχόμενον να πάθη η υγεία των
γειτόνων εκ των εκπεμπομένων εκ της κόπρου δυσωδών αναθυμιάσεν. Προσφερόμενοι
όθεν επιεικώς σας προσκαλούμεν εντός 24 ωρών από της παραλαβής του παρόντος μας
να κινήσετε και μεταφέρετε έξωθεν της πόλεως τας κόπρους του αποπάτου σας
(κέλλας), άλλως τε σας ειδοποιούμεν ότι παρελθούσης επί ματαίω της προθεσμίας,
ήν σας χορηγούμεν, θέλομεν διατάξει την δι’ εξόδων σας κίνησιν και εκφοράν της
κόπρου του κοπροδοχείου σας παραπέμποντες συνάμα και υμάς εις το αρμόδιον
πταισματοδικείον διά να τιμωρηθήτε κατά τον νόμον.
Ο καθ’ ημάς δημαρχιακός κλητήρ εν
τέλλεται να σας επιδώση την παρούσαν επί αποδείξει παραλαβής. (Τ.Σ.)
Εν Ναούση την 11 Μαρτίου 1857. ΔΗΜΑΡΤΧΙΑ
ΝΑΟΥΣΗΣ Ο Δήμαρχος Κ. Μπαρμπαρήγος.
–1859. Στις 12
Δεκεμβρίου 1859 σε συμβολαιογραφική πράξη [Ιδιοκτησία] στην Σύρου αναφέρεται
ότι ο κάτοικος Πάρου Ορφανός Ανδρέας ναυτικός και ο Δημήτρης Μπαρμπαρήγος
ναυτικός, να αγοράζουν πλοίο τον ναυπηγό Σύρου Νικόλαο Σολωμό ονόματι Ομόνοια.
–1860. Στις 4 Μαΐου 1860
σε συμβολαιογραφική πράξη [Επιτροπικό] στην Σύρου αναφέρεται ο κάτοικος
ΠάρουΝικόλαος Μπαρμπαρήγος κυβερνίτης να διορίζει επιτροπικό σε ελλ. Πλοίο των
τζερνίκιον «Αγιος Νικόλαος τον εν Πάρω Μαλαματένιο Γεώργιο.
–1867. Στις 23 Απριλίου 1867 ο 26χρονος μαραγκός από
την Πάρο Πέτρος Μπαρμπαρίγος του Λουκά και της Κυριακής Καλλέργη, παντρεύεται
στην Ερμούπολη την 22χρονη από την Άνδρο Ειρήνη Παρώδου, του Άγγελου και της
Μαριγώς.
–1874. Το 1874 γεννιέται ο
Μπαρμπαρήγος Ευάγγελος του Αναστασίου, ναυτικός, κάτοικος Νάουσας Πάρου.
–1877. Στις 4 Ιουνίου 1877 ο παριανή βυρσοδέψης
Μαρμπαρίγος Πέτρος 36 ετών και η γυναίκα του Ειρήνη Παρώδη κάτοικοι Σύρου
δηλώνουν τον θάνατο του γιού τους Λογγίνου 15 μηνών κάτοικο Ερμούπολης.
Ασθένεια: Δυσεντερία.
–1880. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος
ο παριανός 42χρονος μαραγκός Πέτρος Λογ. Μπαρμπαρήγος, έγγαμος. Έδωσε όρκο στις
5 Ιουνίου 1880.
–1880. Το 1880 γεννιέται ο Μπαρμπαρήγος Δημήτριος
του Κωνσταντίνου φανοποιός κάτοικος Παροικιάς.
–1883. Σε
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Μπαρμπαρίγος
Φραγκίσκος του Πατίνστα, 83 ετών, κτηματίας από τη Νάουσα, Μπαρμπαρίγος Πιπής
του Νικολάου, ετών 41, ναύτης απο τη Νάουσα, Μπαρμπαρίγος Βασίλειος του
Δημητρίου, 20 ετών, ναύτης από τη Νάουσα, Μπαρμπαρίγος Νικόλαος του Λογγίνου,
ετών 31, βαρελοποιός από τη Νάουσα, Μπαρμπαρίγος Νικόλαος του Φραγκίσκου, 60
ετών, γεωργός απο τη Νάουσα, Μπαρμπαρίγος Λογγίνος του Πέτρου, 68 ετών,
καφεπώλης απο τη Νάουσα, Μπαρμπαρίγος Ιωάννης του Παναγιώτη, 28 ετών,
στρατιώτης απο τη Νάουσα, Μπαρμπαρίγος Ιωάννης του Νικολάου, 46 ετών, ναύτης
από τη Νάουσα, Μπαρμπαρίγος Θεμιστοκλής του Γεωργίου, 56 ετών, κτηματίας από τη
Νάουσα, Μπαρμπαρίγος Δημήτριος του Παναγιώτη, 36 ετών, έμπορος από τη Νάουσα, κάτοικος
Σμύρνης, Μπαρμπαρίγος Γεώργιος του Παναγιώτη, ετών 31, στρατιώτης από τη
Νάουσα, κάτοικος Αθήνας, Μπαρμπαρίγος Αντώνιος του Νικολάου, 35 ετών, ναύτης
από τη Νάουσα, Μπαρμπαρίγος Αναστάσιος του Νικολάου, 53 ετών, ναύτης από τη
Νάουσα και Μπαρμπαρίγος Ανδρέας του Γεωργίου, ετών 52, υποδηματοποιός από τη
Νάουσα, κάτοικος Σμύρνης.
–1885. Σε
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Μπαρμπαρίγος
Φραγκίσκος του Πατίνστα, 85 ετών, κτηματίας από τη Νάουσα, Μπαρμπαρίγος Πιπής
του Νικολάου, ετών 43, ναύτης απο τη Νάουσα, Μπαρμπαρίγος Βασίλειος του
Δημητρίου, 22 ετών, ναύτης από τη Νάουσα, Μπαρμπαρίγος Νικόλαος του Λογγίνου,
ετών 33, βαρελοποιός από τη Νάουσα, Μπαρμπαρίγος Νικόλαος του Φραγκίσκου, 60
ετών, γεωργός απο τη Νάουσα, Μπαρμπαρίγος Λογγίνος του Πέτρου, 70 ετών,
καφεπώλης απο τη Νάουσα, Μπαρμπαρίγος Ιωάννης του Παναγιώτη, 30 ετών,
στρατιώτης απο τη Νάουσα, Μπαρμπαρίγος Ιωάννης του Νικολάου, 48 ετών, ναύτης
από τη Νάουσα, Μπαρμπαρίγος Θεμιστοκλής του Γεωργίου, 58 ετών, κτηματίας από τη
Νάουσα, Μπαρμπαρίγος Δημήτριος του Παναγιώτη, 38 ετών, έμπορος από τη Νάουσα, κάτοικος
Σμύρνης, Μπαρμπαρίγος Γεώργιος του Παναγιώτη, ετών 33, στρατιώτης από τη
Νάουσα, κάτοικος Αθήνας, Μπαρμπαρίγος Αντώνιος του Νικολάου, 37 ετών, ναύτης
από τη Νάουσα, Μπαρμπαρίγος Αναστάσιος του Νικολάου, 55 ετών, ναύτης από τη
Νάουσα και Μπαρμπαρίγος Ανδρέας του Γεωργίου, ετών 54, υποδηματοποιός από τη
Νάουσα, κάτοικος Σμύρνης.
–1893. Μπαρμπαρήγου
Ευδοξία, όνομα συζύγου: Δημήτριος, Κύριο όνομα και επώνυμο πατρός: Π.
Απαστολόπουλος. Έτος γέννησης: 1893. Επάγγελμα: οικοκυρά.
–1899. Στις 21 Σεπτεμβρίου 1899 ο 25χρονος γεωργός από
την Πάρο Ιωάννης Πατέλης του Γεωργίου και της Μαριγώς Παπαδοπούλου, παντρεύεται
στην Ερμούπολη την 21χρονη από την Πάρο Ευαγγελιώ Μπαρμπαρήγου, του Νικολάου
και της Γαρουφαλιάς Λαμπαδάκη.
–1907. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος
ο παριανός 45 ετών εργατικός Μιχαήλ Μ. Μπαρμπαρής έγγαμος. Έδωσε όρκο στις 12 Ιανουαρίου 1907.
–1911. Γεώργιος
Μπαρμπαρήγος, γραμματέας του Δήμου Νάουσας το 1911.
–1911. Το 1911 γεννιέται ο Μπαρμπαρήγος Ιωάννης του
Γεωργίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1923. Το 1923 γεννιέται ο Μπαρμπαρήγος Κωνσταντίνος
του Δημητρίου φανοποιός κάτοικος Παροικιάς.
–1926. Το 1926 γεννιέται ο Μπαρμπαρήγος Γεώργιος του
Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1929. Το
1929 γεννιέται στη Νάουσα ο Μπαρμπαρήγος Ευάγγελος του Γεωργίου και ο
Μπαρμπαρήγος Σταμάτης του Λεονάρδου.
–1931. Το
1931 γεννιέται ο Βαρβαρήγος Νικόλαος του Αναστάσιου, κάτοικος Νάουσας,
μετέπειτα ναυτικός.
–1931. Το
1931 γεννιέται ο Μπαρμπαρήγος Παντελής του Στυλιανός, κάτοικος Νάουσας,
μετέπειτα ναυτικός και ο μετέπειτα κτίστης Μπαρμπαρήγος Σταμάτιος του Μπατίστα,
κάτοικοι Νάουσας.
–1946. Σε εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο
75χρονος κάτοικος Νάουσας, Μπαρμπαρήγος Σταμάτης του Νικολάου, γεωργός, ο
69χρονος Μπαρμπαρήγος Γεώργιος του Νικολάου, γεωργός, ο 45χρονος γεωργός
Μπαρμπαρήγος Λεονάρδος του Σταματίου, ο 43χρονος γεωργός Μπαρμπαρήγος Μπατίστας
του Σταματίου, ο 47χρονος κρεοπώλης Μπαρμπαρήγος Γεώργιος του Σταμάτη, ο
43χρονος εργάτης Μπαρμπαρήγος Δημήτριος του Γεωργίου, ο 42χρονος ναυτικός
Μπαρμπαρήγος Στυλιανός του Νικολάου και ο 42χρονος ναυτικός Μπαρμπαρήγος
Στυλιανός της Ειρήνης, ο 39χρονος ναύτης Μπαρμπαρήγος Ιωάννης της Ειρήνης, ο
34χρονος αλιεύς Ζαχαρίας Μπαρμπαρήγος της Ειρήνης, ο 34χρονος γεωργός Βασίλειος
Μπαρμπαρήγος του Σταμάτη, ο 44χρονος ναυτικός Μπαρμπαρήγος Ιωάννης του Νικολάου
και ο 38χρονος γεωργός Μπαρμπαρήγος Ιωάννης του Σταματίου.
–1946. Σε εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο
58χρονος κάτοικος Νάουσας, Βαρβαρήγος Δημήτριος του Νικολάου, γεωργός, ο
23χρονος Βαρβαρήγος Αντώνιος του Παντελή, ναυτικός, ο 22χρονος μαθητής
Βαρβαρήγος Σταμάτης του Νικολάου, ο 25χρονος γεωργός Μπαρμπαρήγος Θεολόγος του
Γεωργίου, ο 31χρονος γεωργός Μπαρμπαρήγος Προκόπιος του Σταμάτη, ο 32χρονος
γεωργός Μπαρμπαρήγος Παναγιώτης του Γεωργίου, ο 30χρονος γεωργός Μπαρμπαρήγος
Φραγκίσκος του Γεωργίου, ο 27χρονος γεωργός Μπαρμπαρήγος Μπατίστας του Γεωργίου,
ο 26χρονος γεωργός Μπαρμπαρήγος Ηλίας του Φραγκίσκου και ο 21χρονος
υποδηματοποιός Μπαρμπαρήγος Ιωάννης του Παντελή.
–1950. Σε εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 19 Αυγούστου 1950, υπάρχει εγγεγραμμένη η
Μαλαματένιου Σπυράνη, όνομα συζύγου Λεονάρδος, όνομα πατρός Νικ. Μπαρμπαρήγος
και η Μπαρμπαρήγου Αργυρώ, όνομα συζύγου Γεωργίου, όνομα πατρός Αντωνίου
Παπαδάκη και η Μπαφίτου Γεωργία, όνομα συζύγου Ηλίας, όνομα πατέρα Ειρήνης
Μπαρμπαρήγου.
–1950. Στον εκλογικό κατάλογο
της Κοινότητας Παροικιάς στις 17 Μαΐου 1950 είναι εγγεγραμμένη η Μπαρμπαρήγου
Ευδοξία (γεν. 1893), όνομα συζύγου Δημήτριος, όνομα πατρός Π. Αποστολόπουλος.
–1952. Σε εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η
Γραμματικοπούλου Μαργαρίτα, όνομα συζύγου Παναγιώτης, όνομα πατρός Σταμάτης
Βαρβαρήγος, η Βαρμπαρήγου Αργυρώ του Βασιλείου, η Βαρβαρήγου Αργυρώ, όνομα
συζύγου Αναστάσιος, όνομα πατρός Εμμανουήλ Τριπολιτσιώτης, η Μπαρμπαρήγου
Ευθυμία, όνομα συζύγου Νικόλαος, η Μπαρμπαρήγου Μαρία, όνομα συζύγου Προκόπιος,
όνομα πατρός Βασίλειος Γαβαλάς, η Μπαρμπαρήγου Ασπασία, όνομα συζύγου
Στυλιανός, όνομα πατρός Λ. Αποστοόπουλος, η Μπαρμπαρήγου Αθανασία, όνομα
συζύγου Ιωάννης, όνομα πατρός Πέτρος Σκιαδάς, η Κουζούμη Δήμητρα, όνομα συζύγου
Ιωάννης, όνομα πατρός Ιωσήφ Μπαρμπαρήγος, η Βιτσαρά
Μαριγώ, όνομα συζύγου Ιάκωβος, όνομα πατρός Αντώνης Μπαρμπαρήγος, η Μπαρμπαρήγου Ειρήνη, όνομα συζύγου
Δημήτριος, όνομα πατρός Αντώνιος Μπαρμπαρήγος, η Μπαρμπαρήγου Μαργαρίτα, όνομα
συζύγου Ευάγγελος, όνομα πατρός Ευάγγελος Χανιώτης και η Μπαρμπαρήγου Λουκία, όνομα συζύγου Μπατίστας,
όνομα πατρός Ιωάννης Ρούσσος.
–1954. Σε εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1954, υπάρχει εγγεγραμμένη η Μπαρμπαρήγου
Ι. Ειρήνη, έτος γέννησης 1933 και η Σπανοπούλου Άννα (γεν. 1932), όνομα συζύγου
Εμμανουήλ, όνομα πατρός Μπ. Μπαρμπαρήγος.
–Μπαρμπεράκης ή Μπαρπεράκης: Το
επώνυμο Μπαρμπεράκης, που απαντά και ως Μπαρπεράκης, ανήκει στην
κατηγορία των επωνύμων που προήλθαν από επάγγελμα ή επαγγελματικό παρατσούκλι.
Η διαφορετική γραφή του ίδιου επωνύμου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της
ορθογραφικής αστάθειας των παλαιών εγγράφων.
Το 1883,
στον εκλογικό κατάλογο του Κώστου, αναφέρονται ο Αντώνιος Μπαρμπεράκης του
Αθανασίου, 25 ετών, και ο Θεόδωρος Μπαρμπεράκης του Αθανασίου, 38
ετών, και οι δύο κηπουροί. Το 1885, στον εκλογικό κατάλογο της Νάουσας,
ο Αντώνιος καταγράφεται ως Μπαρπεράκης, ενώ ο Θεόδωρος ως Μπαρμπεράκης,
επιβεβαιώνοντας ότι πρόκειται για τα ίδια δύο αδέλφια από τον Κώστο.
–1883. Σε
εκλογικό κατάλογο του Κώστου του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Μπαρμπεράκης Αντώνιος
του Αθανασίου, 25 ετών, κηπουρός και ο Μπαρμπεράκης Θεόδωρος του Αθανασίου, 38
ετών, κηπουρός.
–1885. Σε
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Μπαρπεράκης
Αντώνιος του Αθανασίου, 27 ετών, κηπουρός από τον Κώστο και ο Μπαρμπεράκης
Θεόδωρος του Αθανασίου, 40 ετών κηπουρός από τον Κώστο.
–Μπαρμπέρης ή Μπάρμπερης ή Παρπέρης ή
Μπαρπέρης: Το επώνυμο Μπαρμπέρης, με τις παραλλαγές Μπάρμπερης,
Παρπέρης και Μπαρπέρης, αποτελεί παλαιό παριανό επώνυμο με κρητική καταγωγή.
Η παρουσία της οικογένειας στην Πάρο τεκμηριώνεται ήδη από τον 17ο αιώνα και
συνδέεται με το περιβάλλον της Νάουσας και της Παροικιάς, όπου συνυπήρχαν
ορθόδοξοι και δυτικοί καθολικοί πληθυσμοί.
Οι πρώτες μαρτυρίες
Το 1674, ανάμεσα στους κατοίκους της
Νάουσας που υπέγραψαν την αίτηση για την εγκατάσταση των Καπουκίνων, αναφέρεται
ο Νικολής Μπάρμπερης. Την επόμενη χρονιά, σε επιστολή των Ναουσαίων προς
τον Γάλλο πρεσβευτή, εμφανίζεται και ο Μνίγος Μπαρμπέρης, σκευοφύλακας
της Νάουσας.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η πράξη του 1682,
όπου ο Μανθέος Μπαρπέρης χαρακτηρίζεται ρητά «Κρητικός». Η
μαρτυρία αυτή επιβεβαιώνει την κρητική προέλευση του παριανού κλάδου και
εντάσσει την οικογένεια στο ευρύτερο κύμα Κρητών που εγκαταστάθηκαν στις
Κυκλάδες κατά τον 17ο αιώνα.
Η οικογένεια στην Πάρο
Κατά τον 19ο αιώνα το επώνυμο
εξακολουθεί να απαντά στην Πάρο. Το 1824 μνημονεύεται ο Δημήτριος Μπαρμπέρης
σε προικοσύμφωνο της Παροικιάς, ενώ το 1831 ο Ανδρέας Παρπέρης
υπογράφει, μαζί με άλλους κατοίκους, την επιστολή των Παρίων προς τον επίτροπο
του Αιγαίου σχετικά με τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί από την εγκατάσταση
των Κρητών νεοαποίκων.
Οι διαφορετικές μορφές του επωνύμου
—Μπαρμπέρης, Παρπέρης και Μπαρπέρης— αντανακλούν τη συνηθισμένη ορθογραφική
μεταβολή των επωνύμων στα παλαιά χειρόγραφα και στα μεταγενέστερα δημοτολογικά
και συμβολαιογραφικά έγγραφα.
Η οικογένεια Μπαρμπέρη αποτελεί,
επομένως, μία ακόμη μαρτυρία της ισχυρής κρητικής παρουσίας στην Πάρο από
τον 17ο αιώνα, ιδιαίτερα στη Νάουσα και την Παροικιά, όπου οι νεοφερμένες
οικογένειες εντάχθηκαν σταδιακά στην κοινωνία του νησιού.
–1674. Γράφει ο ιστορικός της καθολικής κοινότητας Νάξου Ι.
Μαρκόπολις, «Δια την χαρμόσυνον είδησιν εγκαταστάσεως των Καπουκίνων στην
Νάουσαν, οι κάτοικοι της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατασυγκινηθέντες
από τα επαγωγά διδάγματα των πατέρων Καπουκίνων, προέβησαν εις επανειλημμένας
ενεργείας παρά τοις αρμοδίοις δια την μονίν εγκατάστασιν των πτωχών της Ασσίζης
εις την πόλιν των. Επί μακράν σειράν ετών εξακολουθούν να απευθύνουν εγγράφους
αιτήσεις προς τας προϊσταμένας αρχάς του τάγματος δια την εκπλήρωσιν του κοινού
πόθου των. Επί τέλους το 1674 η αίτησις των εγένετο αποδεκτή. Απερίγραπτος
υπήρξε η χαρά και πρωτοφανής ο ενθουσιασμός των κατοίκων της Ναούσης δια την
χαρμόσυνον είδησιν περί οριστικής εγκαταστάσεως των Καπουκίνων εις την
κωμόπολιν των. Επ’ ευκαιρία του ευφροσύνου αγγέλματος προσύλθον διάφοροι
ορθόδοξοι ιερείς και οι προύχοντες της Ναούσης, καθολικοί και ορθόδοξοι,
ενώπιον του Γάλλου υποπρόξενου , και υπέγραψαν το έγγραφον. Εις δόξαν Χριστού
αμήν. Εν έτει 1674 Δεκεμβρίου 25, εν κάστρω Νάουσας, όλοι ομόγνωμα και
ομονιασμένοι προσμένουμε τους αιδεσιμοτάτους πατέρες να έρθουν εδώ να κτίσουν
ένα μοναστήρι και δια σημάδι και βεβαίωσιν πως τους δεχόμαστε με κάθε μας
καρδίαν και πολλά μετά χαράς υπογράφομε το παρόν γράμμα οι υποκάτωθεν
υπογεγραμμένοι…» (υπογράφουν 12 ορθόδοξοι ιερείς και δυο καθολικοί, ο π.
Λεονάρδος Φρέρης εφημέριος του Αγίου Γεωργίου Νάουσας και ο π. Δομένιος
Κρίσπης. Και 40 πρόκριτοι εκ των οποίων οι αδερφοί Γιράρδοι κ.α.). Ο
Σακελλάριος Ναούσης, ο Σκευοφύλαξ Ναούσης παπά Νικόλαος Κορτιάνος, Πρωτόπαπας,
Ηλίας ιερεύς και Σακελλάριος Ναούσης, Πρωτοσύγκελος Νικόδημος ιερομόναχος, παπα
Νικόλαος Ρούσης (ίσως Ρούσσος), Παπα Δημητρης, Παπα Θεόδωρος Πατελάς (ίσως
Πατέλης), Παπα Τζάνες Καλούργης (Καλλέργης), παπα Χριστόφορος, Παπα Γιώργης
Πουλός, Θεόδωρος …, παπα Νικολός Μαρκαντάτος, Ανεγνώστης Ρινιέρης (Ρενιέρης),
Ανδρέας Καλούργης (Καλλέργης), Ιωάννης Κορτιάνος, Ιωάννης Ντελαγραμμάτικας,
Γιωάννης Νταμουλής, Γιάκουμος Ρούσος (Ρούσσος), Γεώργης Καλλέργης, PRE Domenico Crispo, Νικηφόρος Γεράρδης, Μιχελέτος
Σπυρίδος, Αντώνης Μαλαξός, Ανδρέας Σμυρνιός, Φρατζέσκος Γρίσπος, Γεώργης
Σαλονικιός, Τζάνες Καζανόβας, Ιωάννης Λευκαρός, Μιχέλης Σαλονικιός, Marco Foscolo, Ιωάννης Μοσκονάς,
Αντώνης Γρυπάρης, Ιωάννης Σκούταρης, Φρατζέσκος Καλέργης, Ανεγνώστης Καρτιάνος,
Γεώργης…, Ντεμενεγος Μεντρινός (Μενδρινός), Δημήτρης Στοφιλάς, Αντώνης
Γρυπάρης, Γεώργης …, Δημήτρης …, Γεώργης …, Γεώργης Αλαβάνος, Δημήτρης
Βασταζής, Νικολής Μπάρμπερης, Δημήτρης …, Μπατίστας Γεράρδης, Νικόλαος
Γεράρδης.
–1675. Στις 15 Μαΐου 1675. Σε επιστολή Ναουσαίων προς
τον πρεσβευτή των Γάλλων, αιτώντας Καπουκίνους πατέρες υπογράφει ο σκευοφυλαξ Νάουσας Μνίγος
Μπαρμπέρης.
–1682. Έγγραφο αγοραπωλησίας που είχε
δημοσιευθεί στα «ΠΑΡΙΑΝΑ» το 1983 από την συλλογή του Σίμου Συμεωνίδη σχετικά
με την Καθολική Συνοικία στην Παροικία.
+ Εις δόξαν Χριστού αμήν, 1682 εν μηνί
μαρτίου 30 κατά το παλαιό. Προσκαλεσμένος εγώ ο νοτάριος υπογεγραμμένος
Παροικίας από ένσταση της κερ’ Αντριάνας θυγάτηρ του ποτέ Ιωάννη Καλαβρέ, γυνή
του πατρόν Φραντζέσκου Ρόσι ομάδι με την αδελφήν της την κερά Μαρία οι οποίες
λέγουσι πως τους ευρίσκεται κληρονομική της άνωθεν Αντριάνας από την Άννα
θυγάτηρ του ποτέ μαστο Γιάκουμου Αρτήμη μία εκκλησία καλούμενη Άγιος Νικόλαος ο
Αρρανός εν τη τοποθεσία Καινούργιο Πηγάδι καθώς παρών την σήμερον εμαρτύρησαν η
κεράτζα της και η αδελφή της μάνας της αυτής Αντριάνας πως είναι η εκκλησία
ιδική των ονομαζόμενες Ειρήνη και Μαργαρίτα, σύμπλιος της αυτής εκκλησίας
Τζώρτζης Χριστιανόπουλος και Μιχάλης Κατζαούνης και Πατίστας Ντουλόνος και
Μαρκάκης Καλλέργης, η οποία κέρ Αντριάνα προβλέποντας και καταλεπτώς
γνωρίζοντας ότι εφοβέριζε κίνδυνος κατά κράτος χαλασμού, διά τούτο πρίν χαλάσει
εβουλήθηκε να προμηθέψη να την ανακαινίση και να την αναστήση διά ψυχινήν της
σωτηρίαν και παντοτεινόν μνημόσυνον αυτηνής και των γονέων της και των
κληρονόμων της με το να των τηνε αφιερώσουν δορυφόρων διά πάντοτε – λοιπόν
βουλόμενοι συνγνωμικώς το άνω αντρόγυνο, ήγουν ο πατρόν Φραντζέσκος και η
συμβία του Αντριάνα έχοντας παντοία γνώμη ως άνωθεν μαρτυρούσι οι άνωθεν Ειρήνη
και Μαργαρίτα η κεράτζαν της πώς είναι καθολική νοικοκυρά και κληρονόμησα
γνωρίζοντας το συμφέρον της ψυχής της και διά καλόν επιτηρητήν τον ευλαβέστατον
εν ιερεύσι προ Φραντζέσκο Κρίσπο καπελάνο του αλτάριου του λατίνου εις την
κερία την Καταπολιανή τον οποίο στερκτοί αποφασιστικά θέλουν και ελεύθερα χωρίς
κανενός παρακίνηση προσηλώνουν, δόνουν, χαρίζουν και απαρατούν από την σήμερον
τουν αυτόν ναόν με πάσαν του δικαίωμα που τον αγκίζει να ημπορή να κτίση, να
αναστήση και να αυξήση και ως ορέγεται διά καλύτερον εις αυτόν να πράξη ως
πράγμα ιδικόν του:
-ξεκαθαρίζοντας ότι όποτε θεού θέλημα
είχε γενεί ο Μπατίστας ο υιός της άνωθεν Αντριάνας άξιος ιερεύς και επιτήδειος
διά την υπηρεσίαν ταύτης της Εκκλησίας να προτιμάται υπέρ άλλου μετά τον
θάνατον του ειρημένου Κρίσπου καθολικού εφημέριου να έχη την χάριν να
εφημερεύει την αυτήν εκκλησίαν. Έστον τας ακόμη και τούτο, να έχουν μέσα εις
τον αυτόν ναόν την μπαντοτεινή τως κατοικίαν, να θάβουνται και να
μνημονέβουνται αιωνίως αυτοί και οι γονοί των και οι κληρονόμοι των και αν
κανείς από τους κληρονόμους τονε κληρονόμος είχε αμφιβάλει εναντίον της
θεαρέστου κανά πληρή κοντάνα της κατά καιρούς αφεντίας ριάλια 20 και να
κληρονομά και την κατάρα του αγίου και των γονέων τως, μάλιστα να διαφεντέρουν
και να ξεμηστεύουν από πάσαν κακότροπον άνθρωπον τον αυτόν υπηρέτην λεγόμενον
Κρίσπον ως καθολικό οικοκύρη και κληρονόμο τους και ειρηνικού και παντοτεινό
Ποσέσο διά το οποίον εις βεβαίωσιν τοιαύτης μισταποδόσεως προσκαλούμεν και
μάρτυρες παρακαλετοί εις ασφάλειαν:
-διά μαρτυρίας του Τζώρτζη Λαζανιά
-δια μαρτυρίας του Ιωάννη Καλόπλαστου
Διά μαρτυρίας του Μανθέου Μπαρπέρη
Κρητικού
Πέτρος ιερεύς Βιτζαράς νοτάριος
Παροικίας έγραψα
(Τ.Σ.) Εμείς ANTONIO SPIRIDO Πρόξενος
Βενετίας στην Πάρο βεβαιώνουμε την υπογραφή του ανωτέρω παπά Πέτρου Βητζαρά
καθώς και την αυθεντικότητα του αντιγράφου της ανωτέρω πράξεως.
Πάρος 18 Απριλίου 1684 νέο ANTONIO SPIRIDO CONSOLE VENETO
Εμμανουήλ Κομητάς Προξενικός
Καντζιλιέρης.
–1824. «Προικοσύμφωνο Ευαγγέλη Χαλκιόπουλου και της συζύγου αυτού
Μαρουσακίου» Παροικιά, 12 Απριλίου 1824. «Η Φωτεινή, σύζυγος του μακαρίτη
Δημητρίου Μπαρμπέρη έχει κόρην μετά του πρώτου ανδρός της ονόματι Νικολάου
Τακουριώτη(?) ονόματι Μαρουσάκη» Της τάζει τέσσερας εικόνας (…). Ο Χαλκιόπουλος
δεν προσφέρει εικόνες». (ΓΑΚ, 215, 114r)
–1831. Στις 21 Οκτωβρίου 1831, σωτήρια
επιστολή των κατοίκων της Πάρου προς τον επίτροπο Αιγαίου Πελάγους, για τα
δεινά των κρητών νέοαποίκων εναντίων των ντόπιων. Υπογράφει… ο Ανδρέας Παρπέρης
από τα χωριά του Κεφάλου.
–Μπαρμπόνης
ή Μπαρμπούνης ή Παρπόνης ή Μπερμπόνης ή Μπαρπόνης ή Μπαρμπόνης: Το
επώνυμο Μπαρμπόνης, με τις παραλλαγές Μπαρμπούνης, Παρπόνης, Μπερμπόνης
και Μπαρπόνης, ανήκει σε οικογένεια χιώτικης καταγωγής, η οποία
εγκαταστάθηκε στη Νάουσα της Πάρου στις αρχές του 19ου αιώνα.
Ο Αντώνιος Μπαρμπόνης
Κεντρικό πρόσωπο του παριανού κλάδου
είναι ο Αντώνιος Μπαρμπόνης, ο οποίος εμφανίζεται ήδη στο δημοτολόγιο
του Δήμου Νάουσας το 1822. Το 1823 αναφέρεται ως «Αντώνιος Χίος
Μπαρπόνης», σύζυγος της Άννας Κασώτη από την Κάσο, επιβεβαιώνοντας την
καταγωγή του από τη Χίο.
Το 1829 καταγράφεται στην απογραφή
προσφύγων της Νάουσας ως 42 ετών και έμπορος, μαζί με τη σύζυγό του Άννα
και τον 16χρονο παραγιό τους Νικόλαο. Η παρουσία του συνεχίζεται και τις
επόμενες δεκαετίες: το 1831 υπογράφει έγγραφο στη Νάουσα, ενώ το 1835
αναφέρεται ως μάρτυρας σε χρεωστική ομολογία. Το 1844, σε ηλικία 47 ετών,
καταγράφεται και πάλι στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Νάουσας.
Η οικογένεια Μπαρμπόνη αποτελεί
χαρακτηριστικό παράδειγμα των οικογενειών από τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου
που εγκαταστάθηκαν στην Πάρο κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, με τον
Αντώνιο να δραστηριοποιείται στη Νάουσα κυρίως ως έμπορος.
–1822. Σο δημοτολόγιο του Δήμου Νάουσας
(της επαρχίας Νάξου) το 1822, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Αντώνιος Μπαρμπόνης.
–1823. Στη
Νάουσα ζούσε το 1823 ο Αντώνιος Χίος Μπαρπόνης (ή Παρπόνης), σύζυγος της Άννας
Κασώτη (από την Κάσο).
–1823. Εικόνα της Θεοσκέπαστης δίδει ως
προίκα στην αδερφή της Άννα Κασιώτη η Κατερίνη Αντ. Μαλατέστα. (προικοσύμφωνο
Νάουσας, 17 Ιαν. 1823). «Η κυρία το Κατερίνι γυνή ποτέ Αντωνάκη Μαλατέστα έχει
αδερφή ονάματι Άννα Κασώτη, στην οποία δίδει τρία εικονίσματα, το ένα η
Θεοσκέπαστη, η Δευτέρα Παρουσία και τα Άγια Φώτα». «Και ο κυρ Αντώνης Παρπόνης
(ή Μπαρμπόνης) Χίος δεν προσφέρει εικόνα». (ΓΑΚ, κωδ. 213, 5v)
–1829. Σε απογραφή προσφύγων
της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Αντώνιος Μπαρμπούνης 42 ετών έμπορος, η
σύζυγός του Άννα και ο παραγιός Νικόλαος 16 ετών.
–1831. Εν
Ναούση της Πάρου τη 5 Αυγούστου 1831, Αντώνιος Μπαρμπόνης.
–1835. Χρεωστική ομολογία δραχμ. 50.
Ήτοι δραχμάς πενήντα εδανείσθην ο υποφαινόμενος Ιωάννης Καλαναρχόπουλος παρά
του κυρίου Φραντζέσκου Αναγνωστόπουλου … αγροικούμενος συρμαγιά εις το
τζερνίκιον ονομαζόμενον «Άγιος Δημήτριος» υπό σημαίαν Ελληνικήν και διοικούμενον
παρά του ιδίου πλοίαρχου.
Επί συμφωνίας τόκου ανά τρείς ταις ο) ο
τον μήνα διά τας οποίας υπόσχεται με το καλόν του αρρίβον μετρήσαι αυτάς ομού
και τον δουλωθέντα τόκον άνευ τινός αντιλογίας. Διό δέδωκε την παρούσα
χρεωστικήν ομολογίαν, υπογεγραμμένην παρά του ιδίου δι’ άλλου και παρά του
ιδίου δι άλλου και παρά αξιοπίστων μαρτύρων εις ασφάλεια.
Εν Ναούση της Πάρου τη 21 Φεβρουαρίου
1835.
Διά τον αγράμματον, Ιωάννη
Καλαναρχόπουλον του υπογράφω εγώ Κωνσταντίνος Πιπής.
Ο γράψας Αντώνιος Μπερμπόνης κατ αίτησιν
του άνωθεν μαρτυρώ.
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18
Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο
47χρονος Αντώνιος Μπαρμπόνης.
–Μπάρμπος ή Μπάρπος ή Πάρπος: Το επώνυμο Μπάρμπος,
με τις μορφές Μπάρπος και Πάρπος, συνδέεται με οικογένεια κρητικής καταγωγής
και βενετικής προέλευσης. Οι Barbo υπήρξαν παλαιά αρχοντική οικογένεια της
Βενετίας, με σημαντική παρουσία και στην Κρήτη ήδη από τον Μεσαίωνα, όπου μέλη
της κατείχαν αξιώματα και φέουδα.
Η παριανή
οικογένεια
Η παρουσία του
επωνύμου στην Πάρο τεκμηριώνεται από τον 17ο αιώνα. Το 1636 υπογράφει ως
μάρτυρας σε πωλητήριο στον Κέφαλο ο ιερέας Μάκος Μπάρπος, ενώ το 1667
αναφέρεται ο ιερέας Ιωάννης Πάρπο.
Ιδιαίτερα έντονη
είναι η παρουσία του παπά Μάρκου Μπάρπου, ο οποίος εμφανίζεται σε σειρά
εγγράφων από το 1720 έως το 1762. Υπογράφει προικοσύμφωνα και πωλητήρια,
συντάσσει συμβολαιογραφικές πράξεις και μαρτυρεί σε αγοραπωλησίες κτημάτων στον
Κέφαλο και στον Τσιπίδο. Η μακρά αυτή παρουσία δείχνει ότι η οικογένεια είχε
αποκτήσει σταθερή θέση στην παριανή κοινωνία.
Το επώνυμο
εξακολουθεί να απαντά και τον 19ο αιώνα, καθώς το 1826 στη Νάουσα
αναφέρεται ο Γεώργιος Πάρπος.
Η οικογένεια Μπάρμπος
αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα παριανού επωνύμου που συνδέει την κρητική
εγκατάσταση στην Πάρο με παλαιότερες βενετικές οικογενειακές ρίζες, ενώ η
διαδοχή των ιερέων Μάκου, Ιωάννη και Μάρκου Μπάρπου αποκαλύπτει τη μακρά
παρουσία της οικογένειας στο νησί.
–1636. Στις 5
Οκτωβρίου 1636 ο ιερέας Μάκος Μπάρπος υπογράφει πωλητήριο Κεφάλου «+παπαμαρκοc παρποc μαρτυραc τα ανοθε».
–1667. Σε έγγραφο της 24 Φεβρουαρίου 1667 συναντάμε τον ιερέα
Κεφάλου Ιωάννης Πάρπο.
–1720. Στις 2
Ιανουαρίου 1720 αναφέρεται ως μάρτυρας σε προικοσύμφωνο ο παπά Μάρκος Μπάρπος.
– 1724. Το 1724
αναφέρεται ο Ιερέας Μάρκος Μπάρμπος.
–1725. Στις 23 Φεβρουαρίου
1725 ο παπά Μάρκος Μπάρπος υπογράφει σε έγγραφο αφιέρωσης στην Ξεχωριανή
χωραφιού από τον Φραγκίσκο Σιδεράκη.
–1726. Στις 19
Μαΐου 1726 ο παπά Μάρκος Μπάρπος συντάσσει και υπογράφει πωλητήριο στο Καστέλλι
Κεφάλου.
–1732. Πώληση χωραφιών, Τζιπίδος, 29 Μαΐου 1732. Ενώπιον
του παπα Μάρκου Μπάρπου που συνέταξε το έγγραφο και μαρτυρεί, και των μαρτύρων
Αναγνώστη Μαλατέστα και Αντώνη Ρίτζου, η κερά Φλωρέντζα σύζυγος του μακαρίτη
Ιωάννη Λουμπαρδάρη πωλεί στον Αναγνώστη Παπαδόπουλο δυο χωράφια που βρίσκονται,
το ένα στον Ποταμό (ίσως της Μακρυαλίμνης) και το άλλο στου Μουγκού. Σύμπλιοι
σ’ αυτά είναι οι Αναγνώστης Τριβυζάς και ο Σταμάτης Μονόπατος. Τα δυο αυτά
χωράφια τα εστιμάρισε (=τα εξετίμησε) ο κυρ Στεφανής Λιμπράντος δια ρεάλια
δεκατρία.
–1750. Στις 29 Μαρτίου
1750 σε κατάλογο ακινήτων αναφέρεται χωράφι σύμπλιον ο παπά Μάρκος Μπάρμπος.
–1762. Στις 29
Μαΐου 1762 ο παπά Μάρκος Μπάρπος συντάσσει και μαρτυρά πωλητήριο Τζιπίδου.
–1826. Σε έγγραφο Ναούσης του 1826 συναντάμε τον Γεώργιο Πάρπο.
–Μπαρότσης ή Μπαρότζης ή Βαρότσης ή Βαρότζης:
Το επώνυμο Μπαρότσης, με τις παραλλαγές Μπαρότζης, Βαρότσης και
Βαρότζης, ανήκει σε οικογένεια βενετικής πατρικιακής καταγωγής, με
παλαιά παρουσία στην Κρήτη. Κλάδοι των Barozzi εγκαταστάθηκαν ως φεουδάρχες
στην Κρήτη από τον 13ο αιώνα και αργότερα απέκτησαν κτήματα και φέουδα στις
Κυκλάδες. Οι Μπαρότσηδες της Νάξου και της Πάρου θεωρείται ότι προέρχονται από
τον κρητικό κλάδο, πιθανότατα από την περιοχή του Ρεθύμνου ή των Χανίων.
Οι
Μπαρότσηδες στην Πάρο
Η οικογένεια
εμφανίζεται στην Πάρο τουλάχιστον από τις αρχές του 18ου αιώνα. Το 1710
αναφέρεται ο Γιακουμάκης Μπαρότζης ως γείτονας σε χωράφι στους Λάκκους, ενώ το 1740
μνημονεύεται «αφέντης Μπαρότζης» σε προικοσύμφωνο της Παροικιάς. Το 1783
ο Ιάκωβος Μπαρότσης αναφέρεται ως βικάριος της Καθολικής Εκκλησίας στη Νάουσα.
Κατά τον 19ο
αιώνα η οικογένεια έχει ισχυρή παρουσία στα Μάρμαρα. Το 1816 υπογράφει ο
Αλέξανδρος Μπαρότζης ως ένας από τους προεστούς του χωριού, ενώ το 1821
υπογράφει στη Νάουσα τη δέσμευση των Παρίων που τάχθηκαν να ακολουθήσουν τον
Φιλικό Παναγιώτη Δημητρακόπουλο στην Πελοπόννησο. Το 1822 αναφέρεται και πάλι
ως κάτοικος Μαρμάρων.
Στα
μεταγενέστερα χρόνια συναντούμε τον Δομένικο Μπαρότζη ή Βαρότζη,
κτηματία των Μαρμάρων, στους εκλογικούς καταλόγους του 1844 και 1847, καθώς και
σε επίσημο έγγραφο του 1856.
Μια
οικογένεια με ισχυρή κοινωνική παρουσία
Οι
Μπαρότσηδες συνδέθηκαν επίσης με σημαντικές καθολικές οικογένειες της Πάρου και
της Νάξου. Χαρακτηριστική είναι η συγγένεια με τους Κονδύλη, καθώς το
1849 η Απολλωνία Κωνσταντίνου Κονδύλη παντρεύτηκε τον Ναξιώτη Νικόλαο Ιακ.
Μπαρότση. Η οικογένεια συνδέεται έτσι και με παλαιά αρχοντικά της Παροικιάς
και με τον κύκλο των καθολικών οικογενειών που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο
στην κοινωνική ιστορία του νησιού.
Οι Μπαρότσηδες
της Πάρου, με την κρητική και βενετική τους καταγωγή και την παρουσία τους
στα Μάρμαρα, τη Νάουσα και την Παροικιά, αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα
οικογένειας που εντάχθηκε βαθιά στην ιστορία και την κοινωνική ζωή των
Κυκλάδων.
–1710. Χωράφι
στους Λάκκους σύμπλιος Γιακουμάκης Μπαρότζης.
–1740. Σε προικοσύμφωνο Παροικίας στις 14 Ιουλίου 1740,
του Αντώνη Γιακουμή Βιτζαρά με την θυγατέρα Δημητράκη Μαλακη ονόματι Ανούσα, αναφέρει
ένα Αμπέλι εις την Άμπελο συμπλιος αφέντης Μπαρότζης
–1783. Σε
έκθεση του 1783, περι της Καθολικής Εκκλησίας στη Νάουσα αναφέρεται ο Βικάριος
Ιάκωβος Μπαρότσης.
–1816. Το
1816 γεννιέται ο Δομένικος Βαρόστης κτηματίας κάτοικος Μαρμάρων.
–1816. Στις 30
Σεπτεμβρίου 1816 Νικόλαος Σκορδίλης, προύχοντας Δραγουλά. Συνυπογράφει με
άλλους προεστούς και των άλλων χωριών της Πάρου τη σετέντζα που αφορά στη Μονή
του Αγίου Μηνά. Από τον Τσιπίδο υπογράφουν οι Μιχαήλ Τσιγώνιας, Νικόλαος
Τζιώτης και Εμμανουήλ Μονόπατος και από τα Μάρμαρα οι Αλέξανδρος Μπαρότζης και
Εμμανουήλ Άγουρος, ο οικονόμος Κεφάλου και ένας Βλάσης Πλαζές (?).
–1821. Οι
υπογεγραμμένοι στρατιώτες υπόσχονται να ακολουθήσουν τον Φιλικό Παναγιώτη Δ.
Δημητρακόπουλο και να απέλθωσιν εις Πελοπόννησο για να ενωθούν υπό τις οδηγίες
του εκ λαμπρότατου Πρίγκηπος Δημήτριο Υψηλάντη ελληνικών στρατευμάτων. Εις
βεβαίωση υπογράφονται Νάουσα Πάρου τη 20 Αυγούστου 1821, δια χειρός Αλέξανδρου
Μπαρότζη βεβαίουσι το παρόν και μαρτυρώ.
–1822.
Σε έγγραφο των Παριανών στους Υδραίους στις 13 Απριλίου 1822 αναφέρεται ο
Αλέξανδρος Μπαρότζης κάτοικος Μαρμάρων.
–1844. Στον εκλογικό
κατάλογο του Δήμου Μαρμάρων το 1844 είναι εγγεγραμμένος ο 30χρονος κτηματίας
Δομένικος Μπαρότζης.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι
εγγεγραμμένος ο 33χρονος κτηματίας Δομένικος Βαρότζης.
–1849. Σε
προικοσύμφωνο ο Κων. Κρίσπης και Ναταλίας Ν. Μπαρότση, Νάξος, 1 Ιουλίου 1849 εν
λιβαδιον (χωραφιον) κειμενον εις την θεσιν Αμπέλα, συνορευόμενον με αμπελον της
Λουίζας Φραγκοπούλου. Ο Κωνσταντίνος Κρίσπης του σιόρ Μιχελή με την
Ναταλία Ν. Μπαρότση από τη Νάξο, απέκτησαν πέντε παιδιά: τον Μιχάλη, τον
Νικόλαο, τον Φραγκίσκο, την Αικατερίνη (σύζ. Παν. Ν. Δημητρακοπούλου) και την
Ερατώ (σύζ. Μιχ. Κωττάκη).
–1856. Στης
Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 21 Οκτωβρίου 1856 αναφέρεται ο Δομένικος
Βαρότσης κάτοικος Μαρμάρων κτηματίας.
–1895. Σε φωτογραφεία του 1895 φαίνεται η Ναταλία Κ. Κρίσπη το γένος
Νικολάου Μπαρότση.
–1900. Το
αρχοντικό με την Καπέλλα ανήκε στον βοεβόδα Κωνσταντάκη Λεον. Κοντίλη, στο
οποίο είχε τοποθετήσει το κτητορικό υπέρθυρο με το οικόσημο ΚΟΝΔΥΛΗ και την
ημερομηνία 17 Μαΐου 1704, το οποίο θα περιερχόταν στην κατοχή του Γεωργίου Κ.
Κονδίλλη μετά τον θάνατο της γιαγιάς του, Ανέζας χήρα του ντοτόρε Κοντίλλη! Το
αρχοντικό αυτό βρισκόταν δίπλα στον Καθολικό Ναό του Αγίου Γεωργίου (την
«Καπέλλα», βλ. Αντ. Κατσουρού, «Στατιστικά Πάρου», Επετηρίς Εταιρείας
Κυκλαδικών Μελετών, Α, 1961), από τους παλαιότερους ναούς των Καθολικών στην
Παροικιά και αυτό είχε περιέλθει, τον 19ο αιώνα στην Απολλωνία Κων.
Κονδύλη, εγγονή του καβαλιέρου Νικόλαου Κων. Κονδίλλη, η οποία παντρεύτηκε
(1849) τον εκ Νάξου συγγενή της, Νικόλαο Ιακ. Μπαρότση (πρέπει να ήταν εγγονός
της Άννας-Μαρίας Κωνσταντίνου Κονδίλλη, σύζυγος Ιερωνύμου Ιακ. Μπαρότση). Από
τους Μπαρότση αγόρασε το αρχοντικό αυτό, περί το 1900, ο βιομήχανος και
σπουδαίος οικονομικός παράγων της Πάρου στην εποχή του, Κωνσταντίνος Μιχ.
Αιγινήτης, ο οποίος το μεταβίβασε στον γιό του, Νίκο Κ. Αιγινήτη. Το αρχοντικό
αυτό κατεδαφίστηκε στο μεγαλύτερο μέρος του, στη δεκαετία του 1900 και ο χώρος
του ανήκει σήμερα στην κα Κατερίνα Γεωρ. Πατέλη, εγγονή του Νίκου Κ. Αιγινήτη.
(μελέτη Ιάκωβου Ναυπλιώτη – Σαραντινού)
–Μπαρούμας: Ο Μπαρούμας
είναι γνωστό παριανό επώνυμο, με παλαιότερη τεκμηριωμένη παρουσία στη Νάουσα
της Πάρου από τα μέσα του 19ου αιώνα. Οι διαθέσιμες αναφορές δείχνουν ότι η
οικογένεια είχε σταθερή παρουσία στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή της
Νάουσας, ιδιαίτερα στον χώρο των τεχνιτών.
Το 1883 καταγράφονται στη
Νάουσα ο Βασίλειος Μπαρούμας, 53 ετών και σιδηρουργός, και οι Αναστάσιος
Μπαρούμας, 30 ετών, επίσης σιδηρουργός, και Εμμανουήλ Μπαρούμας, 24
ετών. Οι ίδιοι εμφανίζονται και στον εκλογικό κατάλογο του 1885,
επιβεβαιώνοντας τη συνέχεια της οικογένειας στη Νάουσα.
Κατά τον 20ό αιώνα το επώνυμο
εξακολουθεί να απαντάται στην περιοχή. Το 1902 γεννήθηκε ο Κυριάκος
Μπαρούμας, ενώ το 1930 ο Εμμανουήλ Μπαρούμας του Κυριάκου. Στους
μεταπολεμικούς εκλογικούς καταλόγους συναντούμε τον Γεώργιο Μπαρούμα,
αλιέα, και τον Κυριάκο Μπαρούμα, καφεπώλη. Η παρουσία της οικογένειας
συνεχίζεται και στα νεότερα χρόνια, καθώς ο Εμμανουήλ Μπαρούμας συμμετείχε
το 1966 στην πρώτη εκλεγμένη διοίκηση του Αθλητικού Ομίλου «Νηρέας» Νάουσας.
Οι μαρτυρίες αυτές δείχνουν
μια οικογένεια βαθιά συνδεδεμένη με τη Νάουσα, η οποία από τον 19ο έως
τον 20ό αιώνα διατήρησε την παρουσία της μέσα από διαφορετικά επαγγέλματα και
τη συμμετοχή της στην τοπική κοινωνία.
–1830.
Περίπου το 1830 γεννιέται ο Μπαρούμας Βασίλειος του Αναστασίου, μετέπειτα
σιδηρουργός, κάτοικος Νάουσας Πάρου. Το 1883, σε ηλικία 53 ετών, αναφέρεται σε
εκλογικό κατάλογο του Δήμου Νάουσας. Η ηλικία του επιβεβαιώνεται και στον
εκλογικό κατάλογο του 1885, όπου αναφέρεται 55 ετών.
–1853.
Περίπου το 1853 γεννιέται ο Μπαρούμας Αναστάσιος του Βασιλείου, σιδηρουργός,
κάτοικος Νάουσας Πάρου. Το 1883, σε ηλικία 30 ετών, αναφέρεται σε εκλογικό
κατάλογο του Δήμου Νάουσας. Το 1885 αναφέρεται εκ νέου, σε ηλικία 32 ετών.
–1859.
Περίπου το 1859 γεννιέται ο Μπαρούμας Εμμανουήλ του Βασιλείου, κάτοικος Νάουσας
Πάρου. Το 1883, σε ηλικία 24 ετών, αναφέρεται σε εκλογικό κατάλογο του Δήμου
Νάουσας. Το 1885 αναφέρεται εκ νέου, σε ηλικία 26 ετών.
–1883. Σε
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Μπαρουμάς
Εμμανουήλ του Βασιλείου, 24 ετών από τη Νάουσα, Μπαρουμάς Αναστάσιος του
Βασιλείου, 30 ετών, σιδηρουργός από τη Νάουσα και Μπαρουμάς Βασίλειος του
Αναστάσιου, 53 ετών, σιδηρουργός από τη Νάουσα.
–1885. Σε
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Μπαρουμάς
Εμμανουήλ του Βασιλείου, 26 ετών από τη Νάουσα, Μπαρουμάς Αναστάσιος του
Βασιλείου, 32 ετών, σιδηρουργός από τη Νάουσα και Μπαρουμάς Βασίλειος του
Αναστάσιου, 55 ετών, σιδηρουργός από τη Νάουσα.
–1892.
Περίπου το 1892 γεννιέται ο Μπαρούμας Γεώργιος του Εμμανουήλ, αλιεύς, κάτοικος
Νάουσας Πάρου. Το 1946, σε ηλικία 54 ετών, αναφέρεται σε εκλογικό κατάλογο της
Κοινότητας Νάουσας.
–1902.
Περίπου το 1902 γεννιέται ο Μπαρούμας Κυριάκος του Εμμανουήλ, καφεπώλης,
κάτοικος Νάουσας Πάρου. Το 1950, σε ηλικία 48 ετών, αναφέρεται σε εκλογικό
κατάλογο της Νάουσας.
–1907. Το 1907 γεννιέται η
Γραμματικοπούλου Καλλιόπη του Κωνσταντίνου, μετέπειτα σύζυγος του Κυριάκου
Μπαρούμα, κάτοικος Νάουσας Πάρου.
–1926. Το 1926 γεννιέται η
κάτοικος Αντιπάρου Μπαρούμα Β. Λαυρετία.
–1930. Ο Μπαρούμας
Εμμανουήλ του Κυριάκου, σπουδαστής, κάτοικος Νάουσας Πάρου. Το 1952 αναφέρεται
σε εκλογικό κατάλογο της Νάουσας.
–1946. Σε εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο
54χρονος κάτοικος Νάουσας, Μπαρούμας Γεώργιος του Εμμανουήλ, αλιεύς.
–1950. Σε
εκλογικό κατάλογο Νάουσας στις 19 Αυγούστου 1950 υπάρχει εγγεγραμμένος ο
48χρονος καφεπώλης Μπαρούμας Κυριάκος του Εμμανουήλ.
–1952. Σε
εκλογικό κατάλογο Νάουσας στις 1 Οκτωβρίου 1952 αναφέρεται ο σπουδαστής
Μπαρούμας Εμμανουήλ του Κυριάκου.
–1966. Στην πρώτη εκλεγμένη διοίκηση του ΑΟ Νηρέας
Νάουσας Πάρου το 1966 εξελέγχει ο
Μπαρούμας Εμμανουήλ.
–Μπάρπος ή Μπάρμπος ή Πάρπος: Το επώνυμο
Μπάρπος, με τις παραλλαγές Μπάρμπος και Πάρπος, είναι
επώνυμο βενετσιάνικης προέλευσης, γνωστό ήδη από τον Μεσαίωνα. Στη Βενετία
απαντάται από τον 12ο αιώνα η οικογένεια Barbo, το όνομα της οποίας
θεωρείται ότι προέρχεται από παρωνύμιο σχετικό με είδος ψαριού. Η οικογένεια
έγινε ιδιαίτερα γνωστή και στην Κρήτη, όπου εγκαταστάθηκαν κλάδοι της.
Στην Πάρο το
επώνυμο μαρτυρείται τουλάχιστον από τον 17ο αιώνα. Το 1667 αναφέρεται ο παπά
Ιωάννης Πάρπος, σε κατάλογο εγγράφων του Οσίου Αντωνίου, σχετικά με αγορά
χωραφιού. Λίγες δεκαετίες αργότερα, το 1724, συναντούμε τον ιερέα Μάρκο
Μπάρμπο, ο οποίος αναφέρεται σε αγορά χωραφιού.
Η παρουσία
του ίδιου Μάρκου Μπάρπου επιβεβαιώνεται και το 1725, όταν σε αφιερωτήριο
έγγραφο για χωράφι στην Ξεχωριανή υπογράφει ως μάρτυρας: «παπαμάρκως μπάρπος
μαρτυρώ τα άνωθεν». Οι αναφορές αυτές δείχνουν ότι ο παριανός κλάδος του
επωνύμου ήταν ήδη εγκατεστημένος στην Πάρο από τον 17ο αιώνα και συνδεόταν με
την περιοχή του Κεφάλου και της Τσιπίδου.
–1667. Κατάλογος των εγγράφων του οσίου
Αντωνίου 24 Φεβρουαρίου 1667 αναφέρει αγορά χωραφιού του παπά Ιωάννη Πάρπου.
–1724. Ο
ιερέας Μάρκος Μπάρπος αναφέρεται σε κατάλογο εγγράφων του οσίου Αντωνίου στις
14 Ιουνίου 1724 «αγορά χωραφιού του παπά Μάρκου Μπάρμπου».
–1725. Σε
αφιέρωση χωραφιού στην Ξεχωριανή στις 23 Φεβρ. 1725 αναφέρεται ο π(α)παθοδορής
π(α)πάδόπουλ(ο)ς και χαρτοφύλαξ κεφάλ(ου) μαρ(τυ)ρώ και επίτροπος τζηπήδου:
π(α)παμάρκως μπάρπος μαρ(τυ)ρό τα άνοθεν.
–Μπαρμπούνης: Βλέπε Μπαρμπόνης
–Μπάς: Το επώνυμο Μπάς
εμφανίζεται στην Πάρο με περιορισμένες μέχρι σήμερα αναφορές. Πιθανόν να
αποτελεί παραλλαγή ή παραφθορά των επωνύμων Μπίας ή Μπήας, χωρίς
όμως να μπορεί να τεκμηριωθεί με βεβαιότητα η ετυμολογική τους σχέση.
–1847. Στον εκλογικό
κατάλογο του Δήμου Μάρπησσας το 1847 είναι εγγεγραμμένος ο 40χρονος εργάτης
Μπάς Μιχάλης.
–Μπασαντής:
Το επώνυμο Μπασαντής μαρτυρείται στην Πάρο από τα μέσα του 20ού αιώνα,
με αναφορά στην περιοχή της Αγγεριάς.
–1952. Στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1952 είναι
εγγεγραμμένη η Άννα Μπασαντή του Διαμαντή, όνομα συζύγου Σκανδάλης
Κωνσταντίνος.
–Μπάσκος: Το επώνυμο Μπάσκος
μαρτυρείται στην Πάρο ήδη από το πρώτο μισό του 18ου αιώνα, με παρουσία κυρίως
στην Παροικιά. Οι πρώτες μέχρι σήμερα γνωστές αναφορές συνδέονται με τον
Τζώρτζη (Γεώργιο) Μπάσκο, ο οποίος φαίνεται να είχε ενεργό ρόλο στα
κοινά της πόλης.
–1734. Πρακτικό
εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 18 Ιανουαρίου 1734, αναφέρεται
ο Τζώρτζης Μπάσκος.
–1738. Σε προικοσύμφωνο Παροικίας στις 18 Φεβρ. 1738. Ο
Γιώργος Χιωτάκης με την θυγατέρα Πασκάλη Σάντου, ονόματι Ανεζίνα, αναφέρεται ο
Τζόρτζης Μπάσκος.
–1738. Πρακτικό
εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς τον Μάρτιο του 1738 αναφέρεται ο
Τζώρτζης Μπάσκος.
–1739. Πρακτικό
εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς στις 14 Απριλίου του 1739 αναφέρεται
ο επίτροπος Γεώργιος Μπάσκος.
–1739. Πρακτικό εκλογών κατά την Γεν.
Συνέλευση στις 30 Αυγούστου 1739 απεσταλμένου των κοινών της Πάρου στην
Κωνσταντινούπολη, εκλέγουν τον Νικόλαο Μαυρογένη, προκειμένου να
διαπραγματευθεί τα οικονομικά θέματα του νησιού. Αναφέρεται ο επίτροπος
Παροικιάς Τζώρτζης Μπάσκος.
–1741. Εκλογή προβλεπτών υγειονομικών
μέτρων από το κοινό Παροικιάς Πάρου, κατά τη Γενική Συνέλευση, της 2 Μαΐου
1741, υπογράφει και ο Τζώρτζης Μπάσκος.
–Μπατιστάτος: Το επώνυμο Μπατιστάτος είναι βαπτιστικό επώνυμο. Η οικογένεια
θεωρείται κεφαλλονίτικης καταγωγής, γεγονός που εξηγεί και το παρωνύμιο «Κεφαλλονίτης»,
με το οποίο ήταν γνωστό μέλος της οικογένειας στη Νάουσα.
Η οικογένεια στη Νάουσα
Η οικογένεια εμφανίζεται
στη Νάουσα κατά τον 20ό αιώνα. Το 1946 καταγράφονται ο Σπύρος Μπατιστάτος
του Κωνσταντίνου, έμπορος, και ο Κωνσταντίνος Μπατιστάτος του Σπύρου,
επίσης έμπορος. Ο Κωνσταντίνος ήταν σύζυγος της Ζαμπέτας Βελέντζα,
γεννημένης το 1915.
Έμποροι και ναυτικοί
Μέλη της οικογένειας
ασχολήθηκαν με διαφορετικά επαγγέλματα. Ο Δημήτριος Μπατιστάτος του Σπύρου,
γεννημένος το 1926, ήταν αλιεύς, ενώ ο Γαληνός Μπατιστάτος του Σπύρου,
γεννημένος το 1930, έγινε ναυτικός.
Ο «Κεφαλλονίτης»
Σε φωτογραφία του 1960
στην πλατεία της Νάουσας διακρίνεται ο Κώστας Μπατιστάτος ή «Κεφαλλονίτης»,
έμπορος υφασμάτων και ράφτης, σύζυγος της Ζαμπέτας Βελέντζα. Η οικογένεια
διατήρησε έτσι την παρουσία της στη Νάουσα, συμμετέχοντας στην επαγγελματική
και κοινωνική ζωή του χωριού.
–1915. Το 1915 γεννιέται η
Βελέντζα Ζαμπέτα του Κωνσταντίνου, κάτοικος Νάουσας Πάρου μετέπειτα σύζυγος του
Μπατιστάτου Κωνσταντίνου.
–1926. Το 1926 γεννιέται ο Μπατιστάτος Δημήτριος του
Σπύρου αλιεύς κάτοικος κοιν. Νάουσας.
–1930. Το
1930 γεννιέται ο Μπατιστάτος Γαληνός του Σπυρίδωνα, κάτοικος Νάουσας, μετέπειτα
ναυτικός.
–1944.
Γεννιέται το 1920 ο Νικόλαος Σαγκριώτης του Ζαννή (1877) και της Αικατερίνης.
Σύζυγός του η Ευαγγελία Σπ. Μπατιστάτου και τέκνα τους ο Ζαννής (1944), η Φιλιώ
(1948) και ο Σπύρος (1953).
–1946. Σε εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο
62χρονος κάτοικος Νάουσας, Μπατιστάτος Σπύρος του Κωνσταντίνου, έμπορος και ο
33χρονος έμπορος Μπατιστάτος Κωνσταντίνος του Σπύρου.
–1950. Σε εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 19 Αυγούστου 1950, υπάρχει εγγεγραμμένη η
Σαγκριώτη Ευαγγελία, όνομα συζύγου Νικόλαος, όνομα πατέρα Σπύρος Μπατιστάτος.
–1952. Σε εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Πετροπούλου
Αικατερίνη, όνομα συζύγου Ιάκωβος, όνομα πατρός Σπύρος Μπατιστάτος, η
Μπατιστάτου Μαρούλη, όνομα συζύγου Σπυρίδων, όνομα πατρός Γαληνός Γαβαλάς.
–1952. Σε εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 1 Οκτωβρίου 1952, υπάρχει εγγεγραμμένος ο
Μπατιστάτος Γαληνός του Σπύρου, ναυτικός.
Μαθητής Δημήτρης
Μπατιστάτος.
–1960. Σε φωτογραφεία του
1960 στην πλατεία Νάουσα διακρίνεται έμπορος υφασμάτων και ράφτης Νάουσας
Κώστας Μπατιστάτος ή Κεφαλλονίτης, σύζυγος της Ζαμπέτας Βελέντζα.
–Μπαφίτης ή Παφίτης: Μπαφίτης ή
Παφίτης: Παριανή οικογένεια με πιθανή καταγωγή από την Πάφο της Κύπρου. Ονομασία
και καταγωγή.
Το επώνυμο Μπαφίτης ή Παφίτης
είναι πατριδωνυμικό και συνδέεται πιθανότατα με την Πάφο της Κύπρου. Η
παλαιότερη μορφή του φαίνεται να ήταν «Παφίτης», ενώ στη συνέχεια επικράτησε η
μορφή «Μπαφίτης», πιθανώς λόγω τοπικής προφοράς και διαφορετικής γραφής των
εγγράφων. Δεν πρέπει να συγχέεται με την παλαιότερη παριανή οικογένεια Μπάφου,
η οποία ήταν καθολική και βενετικής καταγωγής.
Οι πρώτες αναφορές στην Πάρο
Η οικογένεια εμφανίζεται στην Πάρο ήδη
από τις αρχές του 19ου αιώνα. Το 1820, σε προικοσύμφωνο της Νάουσας,
αναφέρεται ο Κωνσταντής Μπαφίτης, ιδιοκτήτης χωραφιού στο Νεοχώρι. Λίγα
χρόνια αργότερα, το 1829, συναντούμε τον Φραγκίσκο Παφίτη, μαθητή
του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου Νάουσας, ενώ την ίδια χρονιά καταγράφεται στην
Παροικιά και ο Μιχαήλ Παφίτης, ηλικίας 10 ετών.
Η οικογένεια στη Νάουσα και την Παροικιά
Κατά τις επόμενες δεκαετίες το επώνυμο
απαντάται σε πολλές οικογένειες της Πάρου. Το 1844 στη Νάουσα
καταγράφονται οι Αναστάσης, Κωνσταντίνος, Βασίλειος, Αντώνιος και Αλέξιος
Μπαφίτης, κυρίως ως γεωργοί και εργάτες. Το 1847 εμφανίζονται και
στην Παροικιά αρκετοί Μπαφίτες, ενώ στους εκλογικούς καταλόγους του 1883 και
1885 απαντούν τόσο η μορφή «Μπαφίτης» όσο και η παλαιότερη «Παφίτης».
Ο κλάδος των Σκαραμαγκά
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η
παράδοση που συνδέει μέρος της οικογένειας με το επώνυμο Σκαραμαγκάς.
Αναφέρεται ότι κλάδος των Μπαφιτών συνδέθηκε με τη γνωστή χιώτικη οικογένεια
Σκαραμαγκά στη Σύρο κατά τον 19ο αιώνα. Η σχέση αυτή φαίνεται να αποτυπώνεται
και σε μεταγενέστερες καταγραφές, όπως στον Μιχαήλ Μπαφίτη ή Σκαραμαγκά,
που γεννήθηκε το 1905 στην Παροικιά.
Η παρουσία στον 20ό αιώνα
Κατά τον 20ό αιώνα οι Μπαφίτες αποτελούν
πλέον πολυάριθμη οικογένεια, ιδιαίτερα στη Νάουσα και την Παροικιά. Στις
καταγραφές συναντώνται γεωργοί, εργάτες, ναυτικοί, αλιείς και επαγγελματίες. Το
1946 καταγράφονται στη Νάουσα περισσότεροι από δέκα άνδρες με το επώνυμο
Μπαφίτης, ενώ η οικογένεια συνεχίζει να συμμετέχει ενεργά στην κοινωνική ζωή
του χωριού.
Οι Μπαφίτες της Νάουσας
Η κοινωνική παρουσία της οικογένειας
γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στις κοινοτικές εκλογές. Το 1959 ο Πέτρος
Γ. Μπαφίτης εξελέγη κοινοτικός σύμβουλος Νάουσας με 104 σταυρούς
προτίμησης, ενώ στις κοινοτικές εκλογές του 1964 ο Π. Γ. Μπαφίτης
συμμετείχε και πάλι στο Κοινοτικό Συμβούλιο. Οι αναφορές αυτές επιβεβαιώνουν τη
σταθερή παρουσία και την κοινωνική συμμετοχή της οικογένειας στη Νάουσα κατά
τον 20ό αιώνα.
–1820. Σε προικοσύμφωνο στις 11 Ιανουαρίου 1820
αναφέρεται ο Κωνσταντής Μπαφίτης με χωράφι στο Νεοχώρι.
–1829. Ο ονομαστικός κατάλογος των μαθητών του Αλληλοδιδακτικού
Σχολείου της Νάουσας του σχολικού έτους 1829.
«Οι μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της κομοπόλεως
Ναούσης»
Φραγκίσκος Παφίτης ετών 9.
–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της
πόλεως Παροικιάς
Παφίτης Μιχαήλ ετών 10 (σήμερα ως
Μπαφίτης)
–1830. Στις 6 Οκτωβρίου 1830 ο
Χωρεπίσκοπος Παροικιάς Ιωάννης Μονδάνος ανταλλάσσει χωράφι με την Αγγελέτα Ι.
Β. Μπαφίτη σύζυγος Ιωάννη Β. Μπαφίτη «εις τοποθεσίαν Δάσον πλησίον ο αυτός
χοροπίσκοπος και ο σακελλάριος Φραγκίσκος Κυπραίου, η δε Αγγελέτα δίδει του
εντιμοτάτου χοροπισκόπου ένα χωράφιον χέρσον κείμενον εις τοποθεσία Παλαιάν
Εγκαιριάν.
–1833.
Προικοσύμφωνο Βασιλείου Κ. Μπαφίτη και Κυριακής Προκόπη Αλβανού, Νάουσα 7
Οκτωβρίου 1833, αναφέρεται και ο πρώην οικονόμος Κωσταντής Ρωμανός.
–1843. Σε
ονομαστικό κατάλογο των εκλογικών αποτελεσμάτων Νάουσας στις 27 Οκτωβρίου 1843
αναφέρεται ο Κωνσταντίνος Μπαφίτης.
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18
Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο
37χρονος εργάτης Μπαφίτης Αναστάσης, ο 64χρονος γεωργός Μπαφίτης Κωνσταντίνος,
ο 34χρονος γεωργός Μπαφίτης Βασίλειος, ο 49χρονος γεωργός Αντώνιος Μπαφίτης, ο
30χρονος εργάτης Αλέξιος Μπαφίτης.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
(συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 29χρονος γεωργός
Αντώνιος Μπαφίτης, ο 36χρονος γεωργός Δημήτριος Μπαφίτης, ο 59χρονος γεωργός
Ιωάννης Μπαφίτης και ο 61χρονος γεωργός Ιωάννης Μπαφίτης.
–1883. Σε
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Μπαφίτης
Χαράλαμπος του Γεωργίου, 23 ετών, γεωργός. Στο ίδιο εκλογικό κατάλογο υπάρχουν
εγγεγραμμένοι οι: Παφίτης Αλέξιος του Κωνσταντίνου, 68 ετών, εργάτης, ο Παφίτης
Αντώνιος του Κωνσταντίνου, 54 ετών, εργάτης, ο Παφίτης Γεώργιος του Βασιλείου,
44 ετών, Μυλωθρός, κάτοικος Αθήνας, ο Παφίτης Γεώργιος του Αντωνίου, 54 ετών,
γεωργός, ο Παφίτης Γεώργιος του Κωνσταντίνου, 48 ετών, γεωργός, ο Παφίτης
Κωνσταντίνος του Αναστασίου, 46 ετών, εργάτης και ο Παφίτης Νικόλαος του
Κωνσταντίνου 50 ετών, γεωργός.
–1885. Σε
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Μπαφίτης
Χαράλαμπος του Γεωργίου, 25 ετών, γεωργός από τη Νάουσα, Παφίτης Αλέξιος του
Κωνσταντίνου, 70 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, Παφίτης Αντώνιος του
Κωνσταντίνου, 56 ετών, εργάτης από τη Νάουσα, Παφίτης Γεώργιος του Βασιλείου,
46 ετών, μυλωθρός από τη Νάουσα, κάτοικος Αθήνας, Παφίτης Γεώργιος του
Αντωνίου, 56 ετών, γεωργός από τη Νάουσα, Παφίτης Κωνσταντίνος του Αναστάσιου,
48 ετών, εργάτης από τη Νάουσα και Παφίτης Νικόλαος του Κωνσταντίνου, 52 ετών,
γεωργός από τη Νάουσα.
–1890. Το 1890 γεννιέται ο Μπαφίτης Γεώργιος του
Κωνσταντίνου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1901. Το 1901 γεννιέται ο Μπαφίτης Παναγιώτης του
Κωνσταντίνου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1905. Το 1905 γεννιέται ο Μπαφίτης ή Σκαραμαγκάς
Μιχαήλ του Κωνσταντίνου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1910. Το 1910 γεννιέται η
Μαρία Μπαφίτου του Βασιλείου, κάτοικος Νάουσας Πάρου.
–1914. Στις 16 Φεβρουαρίου 1914 ο 26χρονος ναυτικός
από την Πάρο Ηλίας Αιγινήτης του Θεμιστοκλή και της Μαρίας Μπαφίτη παντρεύεται
στην Ερμούπολη την 22χρονη από την Σύρο Ευαγγελία Μακράκη, του Γεωργίου, και
της Αθηνάς Μαρωνίτου.
–1919. Οπλίτης κατά την περίοδο 1919-1922 ο Μπαφίτης Παντελής.
–1923. Το
1923 γεννιέται στη Νάουσα ο Μπαφίτης Στυλιανός του Ξενοφών, γεωργός.
–1926. Το 1926 γεννιέται η Μπαφίτου
Φλώρα του Παναγιώτη κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–1928. Το 1928 γεννιέται ο
Πέτρος Μπαφίτης του Γεωργίου, ναυτικός, κάτοικος Νάουσας Πάρου.
–1928. Το
1928 γεννιέται στη Νάουσα ο Μπαφίτης Σπυρίδων του Σπυρίδων, ναυτικός.
–1929. Το
1929 γεννιέται στη Νάουσα ο Μπαφίτης Χαράλαμπος του Γεωργίου.
–1929. Το 1929 γεννιέται η Μπαφίτου
Ελένη του Παναγιώτη κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–1930. Το 1930 γεννιέται η Μπαφίτου Γαρυφαλλιά
του Παναγιώτη κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–1930. Το
1930 γεννιέται στη Νάουσα ο Μπαφίτης Απόστολος του Ξενοφών.
–1931. Το 1931 γεννιέται ο μετέπειτα
ναυτικός Μπαφίτης Φίλιππος του Ξενοφών, κάτοικος Νάουσας.
–1932. Το
1932 γεννιέται στη Νάουσα η Μπαφίτη Ζωή του Γεωργίου.
–1946. Σε εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο
69χρονος κάτοικος Νάουσας, Μπαφίτης Ξενοφών του Νικολάου, γεωργός, ο 76χρονος
Μπαφίτης Νικόλαος του Αντωνίου, ναυτικός, ο Μπαφίτης Βασίλειος του Νικολάου 71
ετών εργάτης, ο 53χρονος ναυτικός Μπαφίτης Αντώνιος του Κωνσταντίνου, ο
48χρονος κτηματίας Μπαφίτης Νικόλαος του Χαράλαμπου, ο 50χρονος γεωργός
Μπαφίτης Γεώργιος του Χαράλαμπου, ο 47χρονος εργάτης Μπαφίτης Στυλιανός του
Μιχαήλ, ο 36χρονος κυβερν. Π/Κ Βασίλειος Μπαφίτης του Κωνσταντίνου, ο 31χρονος
εργάτης Μπαφίτης Παντελής του Μιχαήλ, ο 32χρονος Γεώργιος Μπαφίτης Νικόλαος του
Ξενοφών, ο 39χρονος αλιεύς Μπαφίτης Ηλίας του Μιχαήλ και ο 22χρονος αλιεύς
Μπαφίτης Κωνσταντίνος του Σπυρίδωνα.
–1947. Στις 20 Ιουνίου 1947, το στο Κοινοτικό
Συμβούλιο Ναούσης συμμετέχει και ο Νικόλαος Μπαφίτης.
–1950. Σε εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 19 Αυγούστου 1950, υπάρχει εγγεγραμμένη η
Μπαφίτου Γεωργία, όνομα συζύγου Ηλίας, όνομα πατέρα Ειρήνης Μπαρμπαρήγου.
–1950. Σε εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 19 Αυγούστου 1950, υπάρχει εγγεγραμμένη η
Μπαφίτου Γεωργία, όνομα συζύγου Ηλίας, όνομα πατέρα Ειρήνης Μπαρμπαρήγου, η
Μπαφίτου Παρασκευή, όνομα συζύγου Βασίλειος, όνομα πατέρα Κάπαρης Αναστάσιος
και η Μπαφίτου Ελευθερία, όνομα συζύγου Νικόλαος, όνομα πατέρα Ιωάννης
Τριπολιτσιώτης, η Μπαφίτη Ευαγγελία, όνομα συζύγου Σπύρος, όνομα πατέρα Λάζαρος
Ασπρόπουλος.
–1952. Σε εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η Μπαφίτη
Αργυρώ, όνομα συζύγου Νικόλαος, όνομα πατρός Πέτρος Δευτερήγος, η Βιώνη
Ευανθία, όνομα συζύγου Σπυρίδων, όνομα πατρός Ξενοφών Μπαφίτης, η Μπαφίτη
Μαρία, όνομα συζύγου Ξενοφών, όνομα πατρός Στέλιος Σαμαλτάνης, η Βιτσαδάκη Μαγδαληνή, όνομα συζύγου Εμμανουήλ, όνομα πατρός Σπύρου Μπαφίτη,
η Μπαφίτη Παρασκευή, όνομα συζύγου Παρασκευή, όνομα πατρός Δημήτριος Σκιαδάς
και η Μπαφίτη Αικατερίνη, όνομα συζύγου Αντώνιος,
όνομα πατρός Βασίλειος Σπανόπουλος και η Μπαφίτη Καλλίτσα, όνομα συζύγου Γεώργιος, όνομα πατρός Πέτρος Χαμηλοθώρης.
–1959. 5 Απριλίου 1959. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
ΕΚΛΟΓΩΝ ΝΑΟΥΣΗΣ
Ψηφίσαντες 582 άκυρα 3
Συνδυασμός «ΕΞΩΡΑΪΣΜΟΣ» υπό του κ.κ.
Σταύρον Κορτιάνον ψηφοδέλτια 325.
Εκλέγονται 4 οι εξής: Κορτιάνος Στ.
σταυροί προτιμήσεως 227, Μπαφίτης Γ. Πέτρος 104, Μαλαματένιος Ν. Λεονάρδος 62
και Βελένζας Νικόλαος 58.
Συνδυασμός «ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ» υπό τον κ. Δημ.
Καρποδίνην ψηφοδ. 153. Εκλέγονται δύο: Καρποδίνης Δ. με 127 και Βιτσαδάκης
Παναγ. 37.
Συνδυασμός «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΣ» ψηφοδ. 108.
Εκλέγεται ο αρχηγός του Συνδυασμού και νυν Πρόεδρος της Κοινότητος κ. Αντώνιος
Σιφναίος με ψήφους 72.
ΤΑ ΦΑΙΔΡΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΕΙΣ ΝΑΟΥΣΑΝ
Εις τας Κοινοτικάς εκλογάς εν Ναούση
υπέβαλον υποψηφιότητα 35 υποψήφιοι διεκδικούντες τας 582 ψήφους εις έκαστον των
οποίων αντιστοιχούσι 16 ψηφοφόροι!
Την ορθήν κρίσιν εις τους 35, οι
πλείστοι των οποίων υπέβαλον υποψηφιότητα δια καθαρώς προσωπικούς και
εγωιστικούς λόγους, έδωσε ψηφοφόρος, όστις αντί ψηφοδελτίου έρριψεν εις την
ψηφοδόχον την «ΦΩΝΗΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ»
Είθε η «ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ» να εισέλθη
πραγματικά εις τα ώτα των μη ακουόντων Ναουσαίων ίνα μη συμβούν παρόμοιαι
ανοησίαι εις μελλούσας Κοινοτικάς εκλογάς.
–1964.
Κοινοτικαί Εκλογαί 5 Ιουλίου 1964. Εις ΝΑΟΥΣΑ: Κατήλθον 2 συνδ. ο εις υπό τον
Πρόεδρον της Κοινότητος και ο έτερος υπό τον κ. Στ. Κορτιάνον. Υπερεψήφισεν ο
πρώτος και το Κ.Σ. καταρτίσθη ως ακολούθως: Πρόεδρος ο κ. Νικ. Βελέντζας και
μέλη οι κ.κ. Π. Γ. Μπαφίτης, Σαβ. Σιφναίος, Ανδρ. Καούνης, Γ. Κ. Ρούσσος, Στ.
Κορτιάνος και Λεον. Αιγινήτης.
–Μπάφος ή Baffo: Το επώνυμο Μπάφος ή Baffo είναι βενετικής προέλευσης και
συνδέεται με καθολική οικογένεια. Η παριανή οικογένεια Μπάφου δεν πρέπει να
συγχέεται με άλλες οικογένειες παρόμοιου επωνύμου. Αναφέρεται μάλιστα ότι η
Καικιλία Βενιέρη, μητέρα του σουλτάνου Μουράτ Γ΄, καταγόταν από την Πάρο και
την οικογένεια Baffo.
Οι πρώτες
αναφορές
Η οικογένεια
μαρτυρείται στην Πάρο ήδη από το 1565, όταν αναφέρεται ο Μπόνης
Μπάφος. Τον 18ο αιώνα συναντούμε τακτικά μέλη της οικογένειας σε έγγραφα
της Πάρου, μεταξύ των οποίων τον Ανδρεαδάκη Μπάφο, τον Ανδρέα Μπάφο
και τον Κωνσταντίνο Μπάφο.
Η οικογένεια
στην Πάρο
Το 1723
ο Ανδρεαδάκης Μπάφος, μαζί με τη σύζυγό του Λαρέντζα, αναφέρεται σε
προικοσύμφωνο της Νάουσας, ενώ το 1731 συναντάται ο Ανδρέας Μπάφος. Το 1741
ο Κωνσταντίνος Μπάφος, επίτροπος Τζιπίδου, συμμετέχει στα κοινά της Πάρου και
υπογράφει σχετικά πρακτικά, ενώ την ίδια χρονιά αναφέρεται και ο Κωνσταντής
Μπάφος από τα χωριά του Κεφάλου. Η τελευταία γνωστή αναφορά του παρόντος υλικού
είναι του 1757, με τον Κωνσταντάκη Μπάφο.
–1565. Σε
έγγραφο του 1565 αναφέρεται ο Μπόνης Μπάφος.
–1717. Σε
διαθήκη Ποθητής Ιωάν. Μπάφου 1 Νοεμ. 1717.
–1723. Σε
έγγραφο του Τζιπίδου της 20ης Αυγούστου 1723 αναφέρεται ο Ανδεαδάκης Μπάφος.
–1723. «Προικοσύμφωνο του Αντωνάκη
Βρενάκη εις το μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα», 10 Νοεμβρίου 1723.
«Τάζει ο Ανδρεαδάκης Μπάφος μετά της
συζύγου αυτού Λαρέντζας» στην κόρη τους «τρείς εικόνες η μια του Ευαγγελισμού,
η άλλη του Αγίου Ευθυμίου και του Τιμίου Προδρόμου να τους εορτάζουν τον κάθε
χρόνον».
«Από δε το έτερον μέρος η κυρία Τζάνε
Βρενάκη τάζει του υιού της Αντωνάκη όλαις ταις εικόνες όπου έχει να ταις
εορτάζει τον κάθε χρόνον».
–1731. Ο
εντιμότατος Ανδρέας Μπάφος, Νάουσα 1731.
–1741. Σε
έγγραφο του 1741 ο Κωνσταντίνος Μπάφος, επίτροπος Τζιπίδου υπογράφει πρακτικό
εκλογής απεσταλμένου στην Κωνσταντινούπολη από τα Κοινά της Πάρου.
–1741. Τα κοινά της Πάρου, κατά τη
Γενική Συνέλευση, της 20 Ιουλίου 1741, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα
υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους άρχοντα Νικόλαου Μαυρογένη, εναντίων των
συκοφαντών κατοίκων της Νάξου, οι οποίοι τον κατηγορούν για συνεργασία με τους
πειρατές, υπογράφει και ο Κωνσταντής Μπάφος από τα χωριά του Κεφάλου.
–1757. Σε έγγραφο του 1757 αναφέρεται ο
Κωνσταντάκης Μπάφος.
–Μπαχάς: Το επώνυμο Μπαχάς μαρτυρείται
στον Δήμο Μάρπησσας ήδη από τον 19ο αιώνα. Τα διαθέσιμα στοιχεία καταγράφουν
οικογένεια με έντονη παρουσία στο ναυτικό επάγγελμα.
Η οικογένεια στις αρχές του 20ού αιώνα
Στο δημοτολόγιο του Δήμου Μάρπησσας,
στις 28 Νοεμβρίου 1903, καταγράφεται ο Αντώνιος Δημητρίου Μπαχάς,
καθώς και η σύζυγός του Λαρέντζα και τα παιδιά τους Δημήτριος,
Κωνσταντίνος, Φλώρα και Ιουλία. Ο Αντώνιος και οι δύο γιοι του αναφέρονται
ως ναυτικοί, γεγονός που δείχνει τη σύνδεση της οικογένειας με τη ναυτική ζωή
της Πάρου.
–1844. Έτος γέννησης: Ο
Αντώνιος Δημητρίου Μπαχάς, γεννημένος το 1844, ετών 59 το 1903, ναυτικός και
έγγαμος.
–1852. Έτος γέννησης: Η
Λαρέντζα, σύζυγος Αντωνίου Μπαχά, γεννημένη το 1852, ετών 51 το 1903, οικιακά
και έγγαμη.
–1876. Έτος γέννησης: Ο
Δημήτριος Αντωνίου Μπαχάς, γεννημένος το 1876, ετών 27 το 1903, ναυτικός και
άγαμος.
–1881. Έτος γέννησης: Ο
Κωνσταντίνος Αντωνίου Μπαχάς, γεννημένος το 1881, ετών 22 το 1903, ναυτικός και
άγαμος.
–1887. Έτος γέννησης: Η
Φλώρα Αντωνίου Μπαχά, γεννημένη το 1887, ετών 16 το 1903, οικιακά και άγαμη.
–1903. Στο
Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένη η
Ιουλία Αντωνίου Μπαχά, ετών 9, οικιακά, άγαμος.
–Μπελδέκος: Για την προέλευση του
επωνύμου Μπελδέκος ή Πελδέκος έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις. Η
επικρατέστερη, σύμφωνα με τον Γ. Τζέμο, το συνδέει με την τουρκική λέξη Peltek,
που σημαίνει τραυλός ή βραδύγλωσσος. Ο γενάρχης της παριανής οικογένειας, Δημήτριος
Μπελδέκος, καταγόταν από τον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας Αρκαδίας και ήταν
δάσκαλος.
Ο Δημήτριος
Μπελδέκος στην Πάρο
Ο Δημήτριος
Μπελδέκος γεννήθηκε το 1914 και διορίστηκε δάσκαλος το 1932. Το 1945
μετατέθηκε στη Νάξο και στη συνέχεια στην Πάρο, όπου παρέμεινε περίπου δώδεκα
χρόνια. Δίδαξε αρχικά στο Δημοτικό Σχολείο Συγγρού και στη συνέχεια έγινε
διευθυντής του Β΄ Δημοτικού Σχολείου Παροικιάς. Εφάρμοσε νέες παιδαγωγικές
μεθόδους και ίδρυσε τον Διδασκαλικό Σύλλογο Πάρου-Αντιπάρου. Το 1960 μετατέθηκε
στην Αθήνα και το 1968 συνταξιοδοτήθηκε. Πέθανε στις 17 Ιουνίου 2003.
Η οικογένεια
στην Πάρο
Η οικογένεια
Μπελδέκου συνδέθηκε ιδιαίτερα με την εκπαίδευση και τη ζωή της Παροικιάς. Ο
Δημήτριος Μπελδέκος αναφέρεται ως δάσκαλος και εισηγητής σε παιδαγωγικό
συνέδριο το 1955, ενώ μέλη της οικογένειας εμφανίζονται και σε σχολικές και
κοινωνικές δραστηριότητες των επόμενων δεκαετιών.
–1947. Δημήτριος
Μπελδέκος
Ο δάσκαλος Δημήτριος Μπελδέκος
γεννήθηκε το 1914 στο χωριό Άγιος Πέτρος Κινουρίας, της Αρκαδίας. Σπούδασε στην
Παιδαγωγική Ακαδημία της Τρίπολης και διορίστηκε το 1932, ως δάσκαλος σε χωριό
της ορεινής Αρκαδίας και αργότερα στο χωριό του.
Παντρεύτηκε την Ειρήνη Τσαγκάρη
και απέκτησαν δυο παιδιά, τον Ανδρέα, γιατρό ορθοπεδικό, Διευθυντή της ΣΤ΄
Ορθοπεδικής Κλινικής του ΚΑΤ και την Μαρία, Γεν. Γραμματέας του Υπουργείου
Υγείας και Πρόνοιας.
Το 1945 μετατέθηκε στην Νάξο για
τρία χρόνια και μετά ήρθε στην Πάρο, στην οποία παρέμεινε επί δώδεκα χρόνια.
Αρχικά δίδαξε στο Δημοτικό Σχολείο, κτίριο Συγγρού, μέχρι που ιδρύθηκε το Β΄
Δημοτικό Σχολείο της Παροικιάς, στο οποίο ορίστηκε Διευθυντής. Η θητεία του στα
σχολεία της Πάρου ήταν πετυχημένη, από αυτόν τον χαρισματικό δάσκαλο. Με τις
πρωτοποριακές του ιδέες, έβαλε σε εφαρμογή το παιδαγωγικό αξίωμα, σύμφωνα με το
οποίο η διδασκαλία είναι ένα από τα μέσα της αγωγής, χωρίς αποκλειστικό σκοπό
την παροχή γνώσεων. Γεννημένος παιδαγωγός, τόλμησε αυτό που δεν τολμούσαν οι
συνάδελφοι του, τη δύσκολη εκείνη εποχή τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια,
εφαρμόζοντας νέες μεθόδους διδασκαλίας, όπως το «Σχολείο εργασίας».
Οργάνωσε για πρώτη φορά στο
σχολείο, τις «Μαθητικές Κοινότητες» και τους «Μαθητικούς Συνεταιρισμούς».
Καθοδηγητής και σύμβουλος των νεώτερων συναδέλφων του, ίδρυσε τον Διδασκαλικό
Σύλλογο Πάρου-Αντιπάρου, στον οποίο έδωσε το όνομα του πρωτοπόρου Παριανού
δασκάλου Παναγιώτη Καλλίερου και έγινε ο πρώτος πρόεδρος του. Οργάνωνε
παιδαγωγικά συνέδρια για τους συναδέλφους του, οι οποίοι ωφελήθηκαν πολύ.
Αγαπούσε την Πάρο και τη θεωρούσε
δεύτερη παρτίδα του, μεταδίδοντας την αγάπη αυτή και στην οικογένεια του. Το
1960 αναγκάστηκε να μετατεθεί στην Αθήνα για τις σπουδές των παιδιών του. Το
1968 συνταξιοδοτήθηκε, αλλά για δέκα χρόνια ακόμα προσέφερε τη σοφία του σε
ιδιωτικά σχολεία. Στα 89 χρόνια, στις 17 Ιουνίου 2003, έφυγε για το μεγάλο
ταξίδι.
Πηγές: «Αναμνήσεις ενός Παριανού»
Η οδός ξεκινάει από την οδό
«Αριστείδη Κυπριανού», έως την οδό «Αγίας Θεοκτίστης».
Χριστόδουλος Μαούνης
Μέλος της Επιτροπής Ονοματοδοσίας
Παροικίας
–1955. Στην
Φωνής της Πάρου διαβάζουμε: «Την 18-2-55 εγένετο εν Παροικία Παιδαγωγικόν
Συνέδριον των διδασκάλων Πάρου-Αντιπάρου. Εισηγηταί ήσαν οι κ.κ. Δημ. Μπελδέκος
διά το μάθημα της ιστορίας και η κ. Αντωνία Λαουτάρη διά το μάθημα της
Α΄αναγνώσεως της γραφής»
–1955. Διδάσκαλος στο Β’ Δημοτικό Σχολείο Παροικιάς κατά την περίοδο
1955-59 ο Δημήτριος Μπελδέκος.
–1958. Σε
Σχολική φωτογράφηση του Δημοτικού Σχολείου Παροικίας το 1958 εικονίζεται η
μαθήτρια Μαρίκα Μπελδέκου.
–1960. Σε ομαδική
φωτογράφιση της ποδοσφαιρικής ομάδας της Πάρου
τον Αύγουστο του 1960 στην Παροικιά διακρίνεται ο ποδοσφεριστής
Μπελδέκος Ανδρέας.
–2020.
Δημήτριος Μπελδέκος δικηγόρος, κάτοικος Παρασπόρου.
–Μπελέγρας:
Το επώνυμο Μπελέγρας μαρτυρείται στην Πάρο ήδη από τις αρχές του 19ου
αιώνα. Η παλαιότερη γνωστή αναφορά στο παρόν υλικό βρίσκεται σε προικοσύμφωνο
των Μαρμάρων του 1820, όπου καταγράφεται ο Μαρουσάκης Μπελέγρας, ως
ιδιοκτήτης χωραφιού στις Γλυφάδες.
Η αναφορά του 1820
Στις 3 Νοεμβρίου 1820, στο
προικοσύμφωνο του Νικολάου Μωραΐτη και της Κατερινακίου Κονταράτου στα Μάρμαρα,
μεταξύ των πολλών κτημάτων που αναφέρονται ως προίκα περιλαμβάνεται «ένα αμπέλι
όπου είναι εις την Γλυφάδα πλησίον Μαρουσάκη Μπελέγρα». Η αναφορά αυτή αποτελεί
μέχρι σήμερα την παλαιότερη τεκμηριωμένη παρουσία του επωνύμου Μπελέγρας στο
συγκεκριμένο υλικό.
–1820. Προικοσύμφωνο Νικολάου Μωραΐτη
και Κατερινακίου Κονταράτου (Μάρμαρα, 3 Νοεμβρίου 1820).
«εις δόξαν Χριστού αμήν του αγίου
ενδόξου μεγαλομάρτυρος Προκοπίου.
+ Έθος παλαιόν επεκράτησεν και νόμος
εδόθη παρά Θεού Παντοκράτορος, έφησε Παύλος το της Εκκλησίας εδρέωμα, εθέσπισαν
οι θεοφόροι πατέρες συμφωνίας υπανδείας και καθαρόν συνοικέσιον, καθώς ορίζει η
αγία καθολική εκκλησία. Ούτω σύν Θεώ αγίω ερχόμενα τα δύο μέρη, το ένα μέρος ο
παπα –κύρ Κωνσταντίνος Γεμελιάρης και το έτερον μέρος ο κύρ Δημήτριος Μωραΐτης,
διά να λάβη ο υιός του Νικολάκης την ανεψιάν του παπά ονόματι Κατερινάκη διά
γυναίκαν του νόμιμον και ευλογητικήν του, και διό γράφει ο παπά –κύρ Κωνσταντίνος
την εικόνα του Τιμίου Σταυρού, τα εισόδια της Θεοτόκου και τα επίλοιπα τα όσα
της ευρέθησαν τα γονικά της, τα οσπίτια της καθώς ευρίσκονται τα γονικά της με
τους αέρηδες τους και με ταις τοποθεσίαις τους, από συρμή του οσπιτίου τρείς
κασέλαις, ένα τραπέζι, δύο καρέγλαις μακριαίς και μικραίς, τέσσερα δακτυλίδια
μαλαγματένια, ένα κορδόνι μαλαγματένιο με κορφή, ένα λαιμόν ποτόνια με ένα
σταυρόν, μίαν φορεσιάν ρούχα ατλαζένια, άλλην φορεσιά παρακατιανή, τέσσερα
ζευγάρια σεντόνια με πλεκτά και δύο σκλέτα, και πέντε κουρτούναις, ένα στρώμα
γεμάτον με μαλλί και ένα ψιδί και παννί πήχες: 53: πετζέταις: 12: ένα
ταβλομάντηλον, τέσσεις νιφτόμπολαις, μίαν τουζίνα πιάτα εγγλέζικα και άλλην μίαν χοντρά, ένα
καντηλιέρι πρού ζινον από δε τα υποστατικά, το χωράφι εις τον Τίμιον Σταυρόν
σύμλιος ο άνωθεν παπάς, έτερον χωράφι εις το ομοίον μέρος πλησίον Μαργαριταράκη
Μπιάζενα (Βιάζη), ένα λιβαδάκι πλησίον Αντωνάκης Ραγκούσης, ένα εξαμπέλισμα
στην Κολυβού πλησίον Κωνσταντίνος Σιφάκης, το χωράφι εις την Σκαμνιάν πλησίον η
κυρά – Μαργαριταράκη Μπιάζη, το χωράφι εις τον Πλακωτόν πλησίον Μανολιός
Άγουρος, το χωράφι εις τον Άγιον Βασίλειον πλησίον ο αυτός τις μάνδραις με το
αλώνι, ένα χωράφι εις τον Άγιον Βασίλειον πλησίον ο παπάς, το χωράφι εις τους
Μαγιαλούπους πλησίον Δημήτρης Στέλλας ένα αμπέλι όπου είναι εις την Γλυφάδα
(Γλυφάδες) πλησίον Μαρουσάκη Μπελέγρα χωράφι εις ταις Αγκαθιαίς πλησίον Γεώργης
Φιλίνης μίαν ελαίαν εις τον Άγιον Ιωάννης της κερά Αντριάνας τέσσερα χαρανιά
μικρά και μεγάλα δύο τηγάνια, έξε τζάραις, ένα ξυλοβούτζι, δύο βουτζά του
κρασιού μίαν κρεβαταριάν, τέσσερεις απλάδεναις μεγάλες.
Από δε το έτερο μέρος ο κυρ Δημήτριος
δίδει του υιού του Νιολάκη την εικόνα του Αγίου Βασιλείου, τα οσπίτια της
μητρός του καθώς ευρίσκονται, το χαρανί της ρακής: 8 τζάραις, ένα βουτζί, δύο
ζευγάρια σεντόνια με τα πλεκτά, τρία ζευγάρια σκλέτα, τρείς κουρτούναις, δύο
μοναίς και η άλλη μεταξωτή, ένα στρώμα γεμάτον και μίαν μαξελάραν, ένα πάπλωμα
καινούριον, δώδεκα πετζέταις φίναις, ένα τραπεζομάντιλον φίνον και έτερον
χοντρό ένα ζευγάρι σκολαρίκια μαλαματένια, δύο δακτυλίδια μαλαματένια, ένα
ζευγάρι σκολαρίκια μαλαματένια, δύο δακτυλίδια μαλαματένια, ένα ζευγάρι
φιούμπες ασημένιαις: 14 κουμπιά ασημένια, δύο ασημένια πιρούνια, μίαν τουζίνα
μαχαιροπίρουνα, μίαν πιάτα και πέντε αλάδεναις, δύο καντηλιέρια, μία κασέλα
καρυδένη από δε τα υποστατικά, το χωράφι εις τον Σχίνον, πλησίον Μανολιός
Άγουρος, το εξαμπέλισμα εις την Ευαγγελίστρα, πλησίον καπετάν Δημητρακης, το
λιβάδι εις τον Βρόντα πλησίον ο αυτός αποθανόντας του, ένα χωράφι εις τα
Φυρόγια πλησίον Μανολιός Άγουρος, άλλο χωράφι εις τον Κάψαλον πλησίον Άγιος Αντώνιος
δέκα κεφάλια πρόβατα, ένα βόδι, και μίαν αγελάδα, την μάνδρα την αξεστέαστην
πλησίον Αννάκη του Μανολιού. Ταύτα πάντα και την ευχήν των γονέων τους έτι του
δίδει και μετρητά γρόσια: 500: δίδει της και ο πάρπα της ο παπά κύρ
Κωνσταντίνος: 1000.
Κωνσταντίνος ιερεύς Κομπαδάκης
Έγραψα το παρον και πιστώς μαρτυρώ.
–Μπελέγρης: Το επώνυμο
Μπελέγρης συνδέεται με τη Χίο και ειδικότερα με τη Βολισσό. Σύμφωνα με
την οικογενειακή παράδοση, η προέλευσή του ανάγεται στους Pelegrini,
Γενουάτες προσκυνητές, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στη Χίο κατά την περίοδο της
γενουατικής κυριαρχίας. Μετά την εκδίωξη των Γενουατών το 1566, μέρος τους
παρέμεινε στο νησί. Το επώνυμο απαντάται σήμερα στη Χίο, στην Πάτρα και στη
Μάνη.
Ο Δημήτρης Μπελέγρης στην Πάρο
Από το 1998 ο Δημήτρης
Μπελέγρης ζει και εργάζεται στην Πάρο, με κατοικία στην Παροικιά. Εργάστηκε
ως δημοσιογράφος και σε τοπικά μέσα ενημέρωσης, ενώ υπήρξε σύμβουλος έκδοσης
της εφημερίδας «Τα Νέα Πάρου-Αντιπάρου» έως το 2012 και διευθυντής του
ραδιοφωνικού σταθμού «Έβενος FM», με συνεργασία και στον «ΗΧΩ FM». Από την 1η
Ιανουαρίου 2013 είναι αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Φωνή της Πάρου» και
ιδιοκτήτης του «Fileleutheros.net». Είναι απόφοιτος του ΙΕΚ «Όμηρος» και του
Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ έχει σπουδάσει και Ιστορία στο Ανοικτό
Πανεπιστήμιο Πατρών.
–Μπελόνιας ή Μπελώνιας ή Πελώνιας ή
Μπελώνης: Μπελόνιας ή Μπελώνιας ή Πελώνιας ή Μπελώνης: Ιταλική ή
βενετική καταγωγή – παλαιά οικογένεια της Νάουσας
Η οικογένεια Μπελόνια
εμφανίζεται στην Πάρο ήδη από τον 17ο αιώνα και εγκαθίσταται στη Νάουσα, όπου
διατηρεί ισχυρή παρουσία για περισσότερο από δύο αιώνες. Η επικρατέστερη εκδοχή
συνδέει την καταγωγή της με την πόλη Bologna (Μπολόνια) της Ιταλίας, ενώ
άλλη άποψη τη συνδέει με παλαιά βενετική οικογένεια, οι πρόγονοι της οποίας
αναφέρονται ως Selvo ή Silvio. Οι Κεφαλληνιάδης και Slot κατατάσσουν
τους Μπελόνια στις απλές καθολικές οικογένειες δυτικοευρωπαϊκής καταγωγής. Η
τοποθεσία Μπελώνιες στη Νάουσα διατηρεί μέχρι σήμερα τη μνήμη του
επωνύμου, το οποίο δεν απαντάται πλέον στην Πάρο και συνεχίζεται από θηλυγονία
μέσω της οικογένειας Μωραΐτη.
Οι πρώτες αναφορές
Η παλαιότερη γνωστή μαρτυρία
του επωνύμου στην Πάρο βρίσκεται σε έγγραφο της 11ης Ιουλίου 1663, όπου
μεταξύ των κατοίκων της Νάουσας που υπογράφουν υπέρ της παραχώρησης ακινήτων
στους Ιησουίτες αναφέρεται ο Ανεγνώστης Μπελόνιας. Ήδη το 1664
συναντούμε τον Γαβριήλ Μπελώνια, ηγούμενο της Μονής του Αγίου Ανδρέα,
γεγονός που δείχνει την ιδιαίτερη θέση της οικογένειας στη Νάουσα.
Η οικογένεια στη Νάουσα
Κατά τον 18ο αιώνα οι Μπελόνια
εμφανίζονται συχνά σε προικοσύμφωνα, εκκλησιαστικά έγγραφα και πράξεις των
Κοινών της Πάρου. Το 1717 αναφέρεται ο ιερομόναχος Γαβριήλ Μπελώνιας,
ενώ το 1719 ο Βιττόριο Μπελώνιας. Το 1722 ο Βιττόριος Μπελώνιας
προικίζει την κόρη του Παρασκευώ, ενώ το 1725 αναφέρεται η Κακή,
θυγατέρα του Γιαννακού Μπελώνια. Το 1726-1727 επανεμφανίζεται ο Γαβριήλ
Μπελώνιας ως ιερέας και ιερομόναχος.
Το 1733 αναφέρεται ο
Μανώλης Μπελόνιας σε πρακτικό του κοινού της Νάουσας, ενώ το 1738 οι
Κυριάκος, Νικήτας και Νικολός Μπελόνιας υπογράφουν ως εκπρόσωποι της Νάουσας σε
Γενική Συνέλευση των Κοινών της Πάρου.
Από τον 19ο αιώνα έως την
τελευταία αναφορά
Η οικογένεια εξακολουθεί να
διαθέτει σημαντική περιουσία στη Νάουσα. Το 1806 μέλη της οικογένειας
συνδέονται με την ιδιοκτησία της Μονής του Αγίου Ανδρέα, ενώ το 1820
αναφέρονται η Μαργαρίτα, χήρα του Ιωάννη Μπελώνια, και ο γιος της Γεώργιος. Το 1826
η Κατερίνα Μπελώνια λαμβάνει τα γονικά της σπίτια, ενώ ο Σταμάτης Μπελώνιας
συνδέεται και πάλι με την αγορά της Μονής του Αγίου Ανδρέα. Η τελευταία γνωστή
αναφορά του παρόντος υλικού είναι του 1844, όταν στον εκλογικό κατάλογο
του Δήμου Νάουσας εμφανίζεται ο 50χρονος ναυτικός Σταμάτης Μπελώνιας.
–1663. Δωρεά
κληροδοτήματος μοναχής Καλήστρατης στου πατέρες Ιησουήτες ARSI, Gallia 105, 1 φ. 457.
Εις δόξαν Χριστού αμήν 1663
ιούλιος 11.
Έστοντας και ποτέ λυρά
Καλήστρατη μοναχή και να αφήση δια την ψυχήν της στα μοναστήρια του αγίου όρους
ήγουν στην λάβραν και στην ασημόπετραν δυο σπιτια κατώγια με το εκλησιαδάκι του
μέγαν Ταξιάρχην και με τα δικαιώματά των απόξω από το υγιαλόν και να των αφήση
και 12 γρόσια να πλερόνουσι χαράτζι της αφεντίας και νάναι σήμερον 25 χρόνοι
και επέκεινα και κανείς από τα μοναστίρια να μην τα γυρέψουν μόνον εχαλασθήκασι
και αφτώονται και η εκκλησία να γίνη ωσάν αχούρι και ο κόσμος να πλερόνη τόσους
χρόνους τοχαράτζι και να ζημιονούμεθα εις τούτο εμάθαμε πως οι πατέρες οι
γεζουίταις (Ιησουήτες) θε να έρθουνε και κτίσουνε εδώ μοναστήρι δια την ψυχήν
τως ήγουν ο προεστώς πατέρας γάσπα εμανουήλ (Γασπάρο Εμμανουήλ) από την
συντροφίαν του Ιησού και να πάρη και άλλους τόπους εκέι κοντά εις τα άνωθεν
χαλάσματα εις τούτο εθελήσαμεν εμείς οι υποκάτωθεν υπογεγραμμένοι παπάδες και
γέροντες και η επίλοιπη κομουνιτά (κοινότητα) του καστελίου αγούση (Ναούσης)
και δίνομεν του αυτού πατέρα τα άνωθεν σπίτια και τα δικαιώματά τως όλα και
δίνομεν τους και το χαράτζι (κεφαλικός φόρος) γρόσια 12 δια να μην τα χάνη η χώρα από την σήμερον να
τα κτίση να τα κάμη ως θέλει και βούλεται ωσάν καθολικά πράγματα εδικά του να
τ’άχουσιν ως τον αιώνα του αιώνος που να στέκη ο κόσμος και κανείς να μην τους
τα πέρνη ποτέ και εμείς όλοι μας να τους μαντινιέρωμεν (ιτ. =συντηρούμε) τους
άνωθεν πατέρες σε παντοτινόν και αναπαμένον ποσέσο (ιτ. =αναμφισβήτητη κατοχή).
Δια το αληθές γράφομεν και
ιδιοχείρος μας όσοι ξεύρομεν και όσοι δεν ηξεύρομεν βάνομεν άλλους να γράψουσιν
δια λόγου μας.
Παπα αντώνις στέργω τα άνωθεν
(δεν αναφερεται επωνυμο)
Σκελλάριος αγούσης
(Σακελλάριος Ναούσης) στέργω τα άνωθεν και επίτροπος
Παπα δημήτρις τριαντάφυλος
(Τριαντάφυλλος, πρώτη μαρτυρία) στέργω και επίτροπος
Παπα νικόλαος κρουτιανός
στέργω (Κορτιάνος, πρώτη μαρτυρία)
Παπα δημήτρις γαρατιάς στέργω
(ίσως Γρατσίας)
Πρωτόπαπας στέργω
Γαβριήλ ιερομόναχος στέργω
Γεώργις Μοσκωνάς στέργω
(Μοσχονάς, γνωστό από το 1639).
Ιωάννης σκουτάριος στέργω και
επίτροπος (πρωτη μαρτυρία)
Μαστρο γληγόρις μπηρμπηνιας στέργω και επίτροπος
(Πιρπινιάς ή Περπινιάς, μαρτυρείται από
το 1652)
Ανεγνώστης Σκορδήλης στέργω (Σκορδίλης, γνωστό από το
1606 )
Παπα Θεόδωρος στέργω
Κωνσταντής Μοστράτος στέργω
(μαρτυρείται από το 1658)
Παπα Τζάνες Καλέργης στέργω
(μαρτυρείται από το 1652)
Παπα Χριστόφορος στέργω
Γιαννούλης Μπρούτος στέργω
(μαρτυρείται από το 1658)
Νικόλα Μαραπότζο στέργω (πρώτη
μαρτυρία, γνωστό ως τον 19ο αι.)
Αποστόλης Ραγούσης στέργω
(μαρτυρείται από το 1501)
Ανδρέας Ακριβός στέργω
(μαρτυρείται από το 1613 μέχρι τον 18ο αι.)
Βασίλης Σαλονικαίος στέργω
(μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 18ο αι.)
Δημήτρης Μαλατέστας στέργω
(μαρτυρείται από το 1610)
Μιχέλης Ακριβός στέργω
(μαρτυρείται από το 1613 μέχρι τον 18ο αι.)
Γεώργις Πιρπηνιάς στέργω
(μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 19ο αι.)
Δομένεγος Μεδρινός στέργω
(Μενδρινός, μαρτυρείται από το 1602)
Τζόρτζης Μαρκαδιάντος στέργω
(Πρώτη αναφορά, γνωστό μέχρι τον 19ο αι.)
Νικόλας Κουρτιάνος στέργω
(πρώτη αναφορά)
Γεώργις Φωκάνας στέργω (ίσως
Φωκιανός)
Ανεγνώστης Μπελόνιας στέργω
(πρώτη αναφορά, γνωστό μέχρι τον 20ο αι.)
Γεώργις Μαλατέστας στέργω
Τζανίς Μαλατέστας στέργω
(γνωστό από το 1610)
Φρατζέσκος Καλέργης στέργω
(Καλλέργης, γνωστό από το 1652)
Ιωάννης Ραγούσης στέργω
(γνωστό από το 1501)
Ιωάννης Γρατσίας στέργω (πρώτη
μαρτυρία)
Γεώργιος Σαλονικαίος
(μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 18ο αι.)
και νοτάριος του καστελίου Άγουσας (Νάουσας)
έγραψαμεν με θέλημα της κομουνιτάς και στερεώνω τα άνωθεν και τα όπισθεν.
–1664. Ηγούμενος
της Μονής του Αγίου Ανδρέα μαρτυρείται στα 1664 ο
Γαβριήλ Μπελώνιας.
–1664.
Σύμφωνα με το έγγραφο του καντζελλαρίου Ναούσης «1664 Ιουλίου 24. Εις το νησί
της Πάρου εις το Καστέλλι της Άγουσας εις τον οίκον του παπα Γαβριήλ
Μπελόνια…».
–1672. Σε
αίτημα των παριανών προς τον προϊστάμενο της γαλλικής επαρχίας Πατέρα της
Καθολικής Εκκλησίας Jacques Dinet για να ζητήσουν πατέρες της καθολικής
εκκλησίας να έρθουν στην Πάρο. «Ταπεινοπρεπώς παρακαλούμεν την πανοσιώτη σας,
ωσάν προηγούμενος οικουμενικός και πατριάρχης της αγίας και υπέρ ενδόξου
συντροφιάς υου ιησού να συγκλύνη εις το να μας έλθουν ωδε εις τον τόπον μας
πατέρες δια να κατοικήσουν εδώ έως εις τα άλλα νησιά δια να ημπορέσωμεν και
ημείς να λάβωμεν εκείνη την βοήθειαν και ωφέλειαν της ψυχής μας μαζί κα την
επιστήμην δια τους μεταγεναστέρους μας, επειδή ξεύρωμεν καλότατα ότι πως η
πανοσιώτησας και η τρισκία της όλα ο σκοπός και ο πόθος αλλο δεν είναι εις όλα
τα πάντα μόνον να γυρέψετε την μεγαλύτερην δόξα του Θεού και της σωτηρίας των
ψυχών εις κάθε τόπον όπου ευρίσκονται…»
Πάρος: εν
έτι σωτήριω 1672 εν μήνι μαίω (29) εις το παλαιόν: + Ταπεινός Μητροπολίτης
Παροναξίας Μελέτιος.
Το πιο πάνω
αίτημα υπογράφουν χριστιανοί, καθολικοί και ορθόδοξοι, κατοίκων της Νάουσας
μεταξύ άλλων και ο Φραγκίσκος Μπελώνιας.
–1664. Η
οικογένεια Μπελώνια υπήρξε ιδιοκτήτρια του Αγίου Ανδρέα τον 17ο αι.. Σε έγγραφο
του 1664 φέρεται ως ηγούμενος της μονής ο παπά Γαβριήλ Μπελώνιας.
–1717. Το
1717 ιερομόναχος Αγίου Ανδρέα ο παπακύρ Γαβριήλ Μπελώνιας.
–1719. Σε
προικοσύμφωνο Ναούσης, 13 Νοεμβρίου 1719 ο Βιττόριο Μπελώνιας.
–1720. Σε
έγγραφο στις 24 Αυγούστου 1720
αναφέρεται ο ιερέας Γεώργιος Μπελώνιας.
–1722. Σε προικοσύμφωνο, Νικ. Ρούσσου και Παρασκευής Μπελώνια (Νάουσα 3 Ιαν.
1722), «το σπίτι το ανώγειων όπου έχει εις το Ξώπουργο».
«Ο κυρ Βιττώριος Μπελώνιας στην κόρη του
Παρασκευώ δώνει δύο εικόνες του Αγίου Αθανασίου… «το σπίτι το
ανώγειων όπου έχει εις το Ξώπουργο». κ.α.
και ο Αντώνιος Ροδαίος και η γυναίκα του
Καλή ….»
–1725. Ένα
προικοσύμφωνο που έγινε στη Νάουσα στις 19 Οκτωβρίου του 1725 είναι το εξής: Η
Κακή, θυγατέρα του μακαρίτη Γιαννακού Μπελώνια τάζει του γιού της Γεωργίου
τρεις εικόνας της Παναγίας Υπαπαντής, του Αγίου Αθανασίου και του Αγίου
Νικολάου. Και ο Πέτρος Νταβερώνας δίνει στον υιό του Γεώργιο εικόνα του Αγίου
Γεωργίου να την εορτάζει κάθε χρόνο. Και από άλλα προικοσύμφωνα της εποχής
βλέπουμε ότι δίνονται εικόνες κυρίως για προίκα.
–1726. Στα
1726 μαρτυρείται ο «παπακυρ Γαβριήλ Μπελώνιας».
–1727. Το
1727 ο Γαβριήλ ιερομόναχος Μπελώνιας υπογράφει και μαρτυρεί έγγραφο Ναούσης.
–1732. Η
Ανθούλα και ο Φραντζέσκος Γερμανής δίδουν στην κόρη τους Ειρήνη δύο εικόνες της
Παναγίας Ζωοδ. Πηγής και του Τιμίου Προδρόμου (προικοσύμφωνο Νικολάου Μπελώνια
και Ειρήνης, Νάουσα 2 Νοεμ. 1732) και β ο Ι. Μαυρομμάτης ανάμεσα στις εικόνες
δίδει στην κόρη του Μαρία «έτερη της Ζωοδόχου Πηγής να την δεκαπεντίζει εν όσω
ζή».
–1733. Πρακτικό εκλογής απεσταλμένων του
κοινού της Νάουσας στην Κωνσταντινούπολη στις 26 Οκτωβρίου 1733 αναφέρεται ο
Μανώλης Μπελόνιας.
–1738. Μαρτυρία υπερασπίσεως συμπατριώτη
τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά (για αντίδραση στην
συγκέντρωση της φορολογίας), κατά τη Γενική Συνέλευση από τα κοινά της Πάρου,
της 16 Ιουλίου 1738, υπογράφει ο Κυριάκος Μπελόνιας, ο Κυριάκος Μπελόνιας, ο
Νικήτας και ο Νικολός Μπελόνιας από τη Νάουσα της Πάρου.
–1806. Στα
1806 εμφανίζονται μέλη της οικογένειας Μπελώνια. Οι τρεις αδερφές Φραγκούλα,
Μαρούσα και Αννέτα, θυγατέρες του Ι. Αργυροπούλου –κατά έγγραφο Ναούσης, 27
Μαΐου 1806- πωλούν στον γαμπρό τους Ιωάννη Μπελώνια για 1500 γρόσια το μισό
μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα, το οποίο ανήκε στη μητέρα τους.
–1820. Σε προικοσύμφωνο στις 11 Ιανουαρίου 1820
αναφέρεται ο κυρία Μαργαρίτα γυνή του πάλε ποτέ Ιωάννη Μπελόνια και ο γιός της
Γεώργιος Μπελόνιας, από το έτερο μέρος η Παναγιώτα γυνή ποτέ Νικολάου Μωραΐτη
έχωντας θυγατέρα ονόματι Ελισάβετ.
–1820. Προικοσύμφωνο
Νάουσας στις 11 Ιανουαρίου 1820, «Μαργαρίτα ποτέ Ιωάννη [Μ]πελώνια και Ελισάβετ
Ν. Μωραΐτη». «Η Μαργαριταράκη, σύζυγος του μακαρίτη Ιωάννη Μπελώνια δίδει στον
γιό της μιαν εικόνα τον Άγιον Ιωάννην Και η Παναγιώτα, σύζυγος του μακαρίτη Ν.
Μωραΐτη δίδει στην κόρη της Ελισάβετ δια προίκα ένα εικόνισμα τον Άγιο
Παντελεήμονα» (ΓΑΚ, κωδ. 214, 41-50)
–1826. Στις
2 Σεπτεμβρίου 1826 ο οικονόμος Εμμανουήλ Παπάζογλου υπογράφει στη Νάουσα για
λογαριασμό του Σταμάτη Μπελώνια, στο πωλητήριο που αφορά στην αγορά από τον
Λουκά Σφαέλο της Μονής του Αγίου Ανδρέα.
–1826. Εξοφλητικό
γράμμα της Κατερίνας κόρη Ιωάννου Μπελώνια (Νάουσα, 19 Οκτ. 1826). Ενώπιον των
μαρτύρων Αντωνίου Κορτιάνου που βεβαιώνει και για λογαριασμό της Κατερίνης
Ιωαν. Μπελώνια ως αγράμματης, και του Γεωργίου Βιτσαρά, η ανωτέρω Κατερίνη
λαμβάνει τα γονικά σπίτια της έναντι των 300 γροσίων που όφειλε σ’ αυτήν ο
αποθανών αδερφός της Νικόλαος Μπελώνιας και που είχαν εισπραχθεί από την πώληση
της μονής του Αγίου Ανδρέα στον Λουκά Σφαέλο.
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18
Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο
50χρονος ναυτικός Σταμάτης Μπελώνιας.
–Μπελός: Το επώνυμο Μπελός αποτελεί παρωνύμιο,
πιθανότατα από το ιταλικό bello, που σημαίνει όμορφος.
Η μαρτυρία στις Λεύκες
Σε παράθυρο παλαιάς οικίας στις Λεύκες είναι
χαραγμένο το όνομα «Μπελός Τζόρτζης», με χρονολογία που διαβάζεται ως 1563
ή 1763. Εάν η σωστή χρονολογία είναι το 1763, ενδέχεται να πρόκειται
για τον Αρκά Τζώρτζη (Μπέλλο), πεθερό του Λεωνάρδου Γ. Κονδύλη. Η
μαρτυρία αυτή αποτελεί μέχρι σήμερα την παλαιότερη ένδειξη παρουσίας του
επωνύμου στις Λεύκες.
–1563 ή 1763. Σε παράθυρο σε οικία των Λευκών βλέπουμε
σκαλισμένο το όνομα Μπελός Τζόρτζης με χρονολογία 1563 ή 1763. Ίσως να
πρόκειται για τον Αρκά Τζώρτζη (Μπέλλο), πεθερό του Λεωνάρδου Γ. Κονδύλη και η
χρονολογία να είναι το 1763.
–Μπελουκάκης:
Βλέπε Μπελούκης
–Μπελούκης ή Μπελουκάκης ή Πελουκάκης: Το επώνυμο Μπελούκης
ή Μπελουκάκης ή Πελουκάκης είναι κρητοβενέτικης προέλευσης και αρχικά
συνδεόταν με καθολική οικογένεια. Προέρχεται από το ιταλικό belluccio,
υποκοριστικό του bello, που σημαίνει «ομορφούλης». Η οικογένεια ανήκει
στις κρητικές οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στην Πάρο το 1822, με τον
άρχοντα Καλλέργη, και εγκαταστάθηκαν κυρίως στα Μάρμαρα.
Ο παριανός κλάδος
Γενάρχης του παριανού κλάδου θεωρείται ο
Ιωάννης Μπελουκάκης, ο οποίος το 1822, σε ηλικία 17 ετών, είναι
εγγεγραμμένος στα δημοτολόγια των Μαρμάρων. Οι πρώτοι Κρητικοί που
εγκαταστάθηκαν στην Πάρο έφεραν το επώνυμο Μπελουκάκης ή Πελουκάκης.
Στην πορεία, το επώνυμο μετασχηματίστηκε και επικράτησε η μορφή Μπελούκης,
η οποία διατηρείται μέχρι σήμερα.
Η οικογένεια στα Μάρμαρα
Το 1844 αναφέρεται ο 38χρονος
εργάτης Ιωάννης Πελουκάκης και το 1847 ο 40χρονος εργάτης Ιωάννης
Μπελουκάκης. Από το 1875 εμφανίζεται πλέον συστηματικά η μορφή
Μπελούκης, ενώ το 1883-1885 συναντάται και στον Κώστο ο Νικόλαος
Μπελούκης του Γεωργίου. Στα δημοτολόγια του 1903 καταγράφονται αρκετά
μέλη της οικογένειας, μεταξύ των οποίων ο Αναστάσιος, η Σταυρούλα, ο Ιωάννης, η
Παρασκευή, ο Βασίλειος και η Αναστασία Μπελούκη.
Το επώνυμο Μπελούκης διατηρείται
μέχρι σήμερα στα Μάρμαρα, αλλά συνεχίζεται και από θηλυγονία. Γνωστός στις
ημέρες μας είναι ο Τάσος Μπελούκης, με το παρωνύμιο «Μαγκάλας», ο οποίος
τραγουδά και παίζει βιολί, διατηρώντας ζωντανή τη μουσική παράδοση της Πάρου.
–1822. Εγγεγραμμένος στα δημοτολόγια Μαρμάρων του 1822
ο Μπελουκάκης Ιωάννης 17 ετών.
–1838. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Αναστάσιος Ιωάννη Μπελούκης (γεν. 1838), ετών 65, γεωργός,
έγγαμος.
–1844. Στον εκλογικό
κατάλογο του Δήμου Μαρμάρων το 1844 είναι εγγεγραμμένος ο 38χρονος εργάτης
Πελουκάκης Ιωάννης.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι
εγγεγραμμένος ο Μπελουκάκης Ιωάννης 40 ετών εργάτης.
–1848. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Σταυρούλα Αναστασίου Μπελούκη (γεν. 1848), ετών 55, οικιακά,
έγγαμος.
–1875. Σε
εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει
εγγεγραμμένος ο Μπελούκης Αναστάσιου του Ιωάννη 28 ετών εργάτη. Και ο Μπελούκης
Αναστάσιος του Ιωάννη 35 ετών γεωργός από τα Μάρμαρα.
–1875. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Ιωάννης Αναστασίου Μπελούκης (γεν. 1875), ετών 28, εργάτης,
έγγαμος.
–1881. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Παρασκευή Ιωάννη Μπελούκη (γεν. 1881), ετών 22, οικιακά,
έγγαμος.
–1883. Σε
εκλογικό κατάλογο του Κώστου του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Μπελούκης
Νικόλαος του Γεωργίου, 38 ετών, εργάτης.
–1885. Σε
εκλογικό κατάλογο του Κώστου του 1885, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Μπελούκης
Νικόλαος του Γεωργίου, 40 ετών, εργάτης από τον Κώστο.
–1888. Το
1888 γεννιέται στα Μάρμαρα η Μαρουσώ Μπελούκη.
–1891. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Βασίλειος Αναστασίου Μπελούκης (γεν. 1891), ετών 12, εργάτης,
άγαμος.
–1900. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Αναστασία Ιωάννη Μπελούκη (γεν. 1900), ετών 3, άνευ, άγαμος.
–Μπέης: Το επώνυμο Μπέης
προέρχεται από την τουρκική λέξη bey, τίτλο που αποδιδόταν σε ανώτερο
αξιωματούχο ή τοπικό άρχοντα και χρησιμοποιήθηκε ως προσωνύμιο, το οποίο στη
συνέχεια εξελίχθηκε σε οικογενειακό επώνυμο.
–1875. Σε
εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ύριας του 1875, υπάρχει εγγεγραμμένος ο 34χρονος
Γιώργος Μπέης του Κωνσταντίνου, σκυτοτόμος.
–Μπεκιάρης: Το επώνυμο Μπεκιάρης
προέρχεται από την τουρκική λέξη bekâr, που σημαίνει εργένης, άγαμος.
Η παριανή οικογένεια έχει καταγωγή από τη Σύρο.
–1946. Σε εγγραφή
στα δημοτολόγια Λευκών ο Ανδρέας Μπεκιάρης το έτος 1946.
–Μπενιζέλος: Βλέπε Πενιζέλος
–Μπερμπόνης:
Βλέπε Μπαρμπόνης
–Μπέτης: Το
επώνυμο Μπέτης μαρτυρείται στην Πάρο ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα. Η
παλαιότερη γνωστή αναφορά εντοπίζεται στην Παροικιά το 1827, σε
προικοσύμφωνο της 15ης Φεβρουαρίου, όπου αναφέρεται η Αικατερίνη Μπέτη,
σύζυγος του Κωνσταντή Μήλα. Στο ίδιο έγγραφο μνημονεύεται η Μαρουσάκη, χήρα
του Νικολάου Μπέτη, η οποία προικίζει την κόρη της με δύο αγίες εικόνες.
–1827. «Προικοσύμφωνο Κωνσταντή Μήλα και της συζύγου
αυτού Αικατερίνης Μπέτη» Παροικιά, 15 Φεβρουαρίου 1827. «Η Μαρουσάκη χήρα του
Νικολάου Μπέτη δίδει στην κόρη της Αικατερίνη δύο αγίας εικόνας». (ΓΑΚ, 215,
115ν)
–Μπετίνης ή Μπετίνας:
Το επώνυμο Μπετίνης ή Μπετίνας μαρτυρείται στην Πάρο από τα μέσα του
19ου αιώνα. Το 1847, στον εκλογικό κατάλογο της Παροικιάς, στον οποίο
περιλαμβάνεται και η Αντίπαρος, αναφέρεται ο 30χρονος μεταπράτης Μιχαήλ
Μπετίνας.
Το 1860, σε
συμβολαιογραφική πράξη στη Σύρο, αναφέρεται ο Μιχαήλ Μπετίνης, κάτοικος
Πάρου και μεταπράτης, ο οποίος μεταβιβάζει δικαιώματα στον Γεώργιο Μπετίνη,
επίσης μεταπράτη και κάτοικο Ερμούπολης. Οι αναφορές αυτές δείχνουν ότι η
οικογένεια δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο και διατηρούσε σχέσεις με τη Σύρο.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
(συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 30χρονος μεταπράτης
Μιχαήλ Μπετίνας.
–1860. Στις 26
Σεπτεμβρίου 1860 σε συμβολαιογραφική πράξη [Παραχωρητήριο] στην Σύρου
αναφέρεται ο κάτοικος Πάρου Μπετίνης Μιχαήλ μεταπράτης μεταβιβάζει δικαιώματα
στον Γεώργιο Μπετίνη μεταπράτη κάτοικο Ερμούπολης.
–Μπεχλιβάνης:
Το επώνυμο Μπεχλιβάνης εμφανίζεται στον Κώστο κατά τον 20ό αιώνα. Το 1927
γεννήθηκε ο Μιχαήλ Μπεχλιβάνης του Χρύσανθου, εργάτης και κάτοικος
Κώστου, ο οποίος καταγράφεται στον εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Κώστου το 1949.
–1927. Το 1927 γεννιέται ο Μπεχλιβάνης Μιχαήλ του
Χρύσανθου εργάτης κάτοικος κοιν. Κώστου.
Εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο Κώστου του 1949.
–1949. Εκλογικός κατάλογος Κώστου: Αναφέρεται ο Μιχαήλ
Μπεχλιβάνης του Χρύσανθου, εργάτης, κάτοικος Κώστου.
–Μπήας:
Βλέπε Μπίας
–Μπήτρος: Το επώνυμο Μπήτρος μαρτυρείται στην Πάρο στα
τέλη του 19ου αιώνα. Ο Χρήστος Μπήτρος του Ιωάννη, βαφεύς από την Πάρο,
εμφανίζεται το 1900 στην Ερμούπολη, όπου και παντρεύτηκε.
–1875. Έτος γέννησης: Ο Χρήστος Μπήτρος του Ιωάννη,
γεννημένος περίπου το 1875, βαφεύς, κάτοικος Πάρου.
–1900. Γάμος στην Ερμούπολη: Στις 12 Νοεμβρίου 1900 ο
25χρονος Χρήστος Μπήτρος του Ιωάννη, βαφεύς από την Πάρο, παντρεύεται στην
Ερμούπολη την 20χρονη Καλλιόπη Συριανού από τη Μύκονο.
–Μπιάζης: βλέπε Βιάζης.
–Μπιάς ή Μπήας: Το επώνυμο Μπιάς
ή Μπήας εμφανίζεται στην Πάρο στις αρχές του 19ου αιώνα. Η προέλευσή του
δεν είναι βέβαιη και έχει διατυπωθεί η άποψη ότι αποτελεί παραφθορά του
επωνύμου Μπάς ή, αντίστροφα, ότι το Μπάς προήλθε από το Μπιάς.
Οι πρώτες
αναφορές
Το 1818
αναφέρεται ο Μανώλης Μπιάς σε κατάλογο ακίνητης περιουσίας της Παναγίας
Ξεχωριανής, με χωράφι στη Βίγλα. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1823, ο Μανόλης
Μπήας, κάτοικος Μαρμάρων, υπογράφει μαζί με άλλους κατοίκους των χωριών
Κεφάλου έγγραφο προς το Ιερό Υπουργείο της Θρησκείας σχετικά με τη διαχείριση
της μονής του Αγίου Αντωνίου. Οι αναφορές αυτές επιβεβαιώνουν την παρουσία της
οικογένειας στην περιοχή των Μαρμάρων ήδη από τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα.
–1818. Κατάλογος
της ακίνητης περιουσίας της Παναγίας Ξεχωριανής 16 Απρ. 1818, χωράφι εις το
Πίσω Λιβάδι πλησίον Μελανίτης Νικόλαος και Ιωάννης Βαλσαμής, κοντά Άγιος
Αντώνιος και Μανώλης Μπιάς έτερον χωράφι εις την Βίγλαν.
–1823. Σε έγγραφο του χωριού Κεφάλου
(Μάρμαρα) στις 20 Οκτωβρίου 1823 προς τον υπουργό της θρησκείας σχετικά με τον
Άγιο Αντώνιο «Ελάβομεν την διαταγήν του Ιερού Υπουργείου της θρησκείας
διορίζουσαν τον Κύριον Στέφανον Μαυρογένην προστάτην του μεγάλου Αντωνίου και
τον κύριον Αθανάσιον Ιεροκήρυκα, ηγούμενον τούτου διά να συνάγουσιν όλα τα
εισοδήματα και να υποσυρθή εις τα ίδια ο σκευοφύλαξ των χωριών Κεφάλου όστις
πρότερον εδιωρίσθη ηγούμενος τούτου παρά του αυτού Ιερού υπουργείου βλέπομεν
ότι το υπουργείον της θρησκείας ενασχολούμενον εις αναγκαιοτέρας υποθέσεις δεν
δύναται να εξετάση ακριβώς την αλήθειαν. Η Κυρία Μαδώ του Μαυρογένη διά
αναφοράς της ηπάτησε το υπουργείον τούτο λέγουσα ότι είναι κτήμα πατρικόν της
εις τα συγκίλια τούτου με το από ΄κτήμα πατρικόν της είς της κοινότητος τούτο
το μοναστήριον πρό χρόνων το εκαταξουσίαζεν δυναστικώς η Δόμνα του Μαυρογένους,
ως εκ τούτου εφαντάζετο η απόγονος της ότι είναι κτήμα πατρικόν των ημείς
λοιπόν, σεβασμιώτατε, δεν ημπορούμεν να αποχωρίσωμεν το δίκαιον της κοινότητος
αλλά θέλουμεν να δικαιολογηθούμεν προς το Ιερόν τούτο υπουργείον καθώς και ο
ίδιος παραστάτης μας θέλει σας πληροφορήσει όλην την αλήθειαν δια να μην
απατάται και διατάττει τοιαύτας επιταγάς παρακαλούμεν λοιπόν να μη νομίσητε
τούτο μας το φέρσιμον απείθειαν προς την σεβαστήν διοίκησιν μένομεν με όλον το
σέβας. Τη 20 Οκτωβρίου 1823 των χωρίων Κεφάλου. Υπογράφει ο Μανόλης Μπήας
κάτοικος Μαρμάρων κ.α.
–Μπιζάς ή Πισάνι ή Μπιζάνι ή Μπιζανής: Το
επώνυμο Μπιζάς, με τις μορφές Πισάνι, Μπιζάνι και Μπιζανής, είναι
πατριδωνυμικό και συνδέεται με την ιταλική πόλη Πίζα. Ο πρώτος γνωστός
Μπιζάς στην Πάρο εμφανίζεται ως Πιζάνο, δηλαδή «ο προερχόμενος από την
Πίζα», και στη συνέχεια το όνομα εξελίχθηκε στη μορφή Πιζάς – Μπιζάς.
Η οικογένεια ήταν αρχικά
καθολικού δόγματος και συνδέεται με τον κρητοβενετικό οίκο των Pisani,
έναν από τους σημαντικούς οίκους της Βενετίας, με παρουσία στην Κρήτη ήδη από
τον 14ο αιώνα. Στην Κρήτη αναφέρονται μέλη της οικογένειας Pisani κατά τον 14ο,
15ο και 16ο αιώνα, ενώ κλάδοι της οικογένειας απαντώνται αργότερα και στα
Επτάνησα.
Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία
των Pisani κατέχει ο Δομίνικος Πιζάνι, ο οποίος, σύμφωνα με την
παράδοση, μετά τον γάμο του με τη μοναχοκόρη του Κρίσπη έλαβε ως προίκα την Ίο,
την Ανάφη και την Αντίπαρο.
Η εγκατάσταση στην Πάρο
Η οικογένεια Μπιζά είχε
εγκατασταθεί στην Πάρο ήδη από τον 17ο αιώνα, με σημαντική παρουσία στα Μάρμαρα,
αλλά και στην Παροικιά και άλλα μέρη του νησιού. Η παλαιότητα της οικογένειας
επιβεβαιώνεται από την παρουσία της σε κοινοτικά, εκκλησιαστικά και
συμβολαιογραφικά έγγραφα.
Το 1652, στο αδελφάτο
της Παροικιάς, καταγράφεται ο Γεώργης Μπιζάς, γιος της Άννας, με σύζυγο
την Ειρήνη και παιδιά τον Χρυσή και την Κατερίνα.
Το 1671 συναντούμε την Αντωνίνα
Ρίτζου, το γένος Μπιζά, η οποία μαζί με τον σύζυγό της Πιέρο Ρίτζο ήταν
γονείς της Μαρουσώς Ρίτζου, συζύγου του γενάρχη των Μαυρογένηδων της Πάρου Τζαννάκη
Μαυρογένη.
Οι Μπιζά των Μαρμάρων
Η παρουσία της οικογένειας στα
Μάρμαρα γίνεται ιδιαίτερα έντονη κατά τον 18ο αιώνα. Το 1714 υπογράφει ο
Τζανής Μπιζάς ως ένας από τους προεστούς του Κεφάλου, ενώ το 1726
αναφέρεται ο Νικόλαος Μπιζάς.
Το 1730 μαρτυρείται ο Μιχάλης
Μπιζάς σε πρακτικό εκλογής απεσταλμένου του κοινού της Παροικιάς στην
Κωνσταντινούπολη. Το 1741 εμφανίζεται ο Μπιάζης Μπιζάς από τα
Μάρμαρα, ενώ το ίδιο όνομα συναντούμε και στη Γενική Συνέλευση των κοινοτήτων
της Πάρου.
Το 1750 αναφέρεται ο οικονόμος
Νάουσας Μπιζανής, γεγονός που δείχνει ότι ο κλάδος της οικογένειας είχε ήδη
παρουσία και στη Νάουσα.
Ο Ιωάννης Μπιζάς και η
Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών
Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία
της οικογένειας κατέχει ο Ιωάννης Μπιζάς από τα Μάρμαρα, ένας από τους
πλέον εντυπωσιακούς Παριανούς που ταξίδεψαν και σταδιοδρόμησαν στον 18ο αιώνα.
Το 1729, ως νεαρός
ναυτικός, ταξίδεψε στη Σμύρνη με ολλανδικό πλοίο και στη συνέχεια εργάστηκε
στην Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών. Στα ολλανδικά έγγραφα το
όνομά του αποδόθηκε ως Jan van Biesen.
Ακολούθησε μια εντυπωσιακή
πορεία που τον οδήγησε στην Ινδονησία. Το 1739 βρισκόταν στην
Τζακάρτα και από το 1746 ανέλαβε τη θέση του υποδιευθυντή των
εφοπλιστικών δραστηριοτήτων της Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών στην Ασία, ενώ
παράλληλα υπηρέτησε ως πλωτάρχης.
Ο στόλος που βρισκόταν υπό τη
διοίκησή του έφθανε περίπου τα 50 μεγάλα εμπορικά πλοία, τα οποία
δραστηριοποιούνταν στην περιοχή από την Αραβία έως την Ιαπωνία.
Ο Ιωάννης ήταν γιος του Ζαννή
Μπιζά και της Μαργαρίτας Σκαλομύτη. Οι γονείς του απέκτησαν έξι
παιδιά, ενώ η οικογένεια παρέμεινε συνδεδεμένη με τα Μάρμαρα. Μετά τον θάνατό
του, οι αδελφοί του στη Σμύρνη πληροφορήθηκαν το 1751 ότι ο αδελφός
τους, τον οποίο θεωρούσαν χαμένο για περίπου είκοσι χρόνια, τους είχε αφήσει
κληρονομιά από την Ολλανδία.
Η περίπτωση του Ιωάννη Μπιζά
αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της διεθνούς ναυτικής και εμπορικής
κινητικότητας των Παριανών κατά τον 18ο αιώνα.
Η οικογένεια Μπιζά στον 18ο
αιώνα
Η οικογένεια συνεχίζει να
εμφανίζεται στα κοινοτικά έγγραφα της Πάρου. Το 1730 αναφέρεται ο
Μιχάλης Μπιζάς, το 1741 ο Μπιάζης Μπιζάς και το 1796 ο Δημήτριος
Μπιζάς από τα Μάρμαρα.
Στον Τζιπίδο καταγράφεται
επίσης τοπωνύμιο «στου Πιζά το χωράφι», ενώ αναφέρεται και η Μαρούσα
Μπιζάδαινα, στοιχεία που δείχνουν τη μακρά εγκατάσταση της οικογένειας στην
παριανή ύπαιθρο.
Οι Μπιζά στην Παροικιά τον
19ο αιώνα
Κατά τον 19ο αιώνα η
οικογένεια εμφανίζεται πλέον και στην Παροικιά. Το 1826, στη διαθήκη του
Νικολάου Γ. Μπιζά, αναφέρονται δύο σπίτια στον μαχαλά του Ποταμού.
Το 1827 μαρτυρείται ο Μπατίστας
Μπιζάς, ενώ σε καταγραφή των χρεών των κοινοτήτων της Πάρου προς την
Κωνσταντινούπολη αναφέρεται ο ίδιος με ομολογία 100 γροσίων.
Το 1833, στον κατάλογο
μαθητών της Ελληνοδιδακτικής Σχολής Παροικιάς, συναντούμε τον Σ. Μπιζά.
Η οικογένεια εξακολουθεί να
έχει παρουσία στην Παροικιά και κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Το 1866
γεννιούνται ο Γρηγόριος Μπιζάς του Κωνσταντίνου και ο Γεώργιος Μπιζάς
του Νικολάου, ενώ το 1873 ο Δημήτριος Μπιζάς του Κωνσταντίνου.
Ακολουθούν ο Αγαπητός
Μπιζάς το 1890, ο Φραγκίσκος Μπιζάς το 1894, ο Κωνσταντίνος
Μπιζάς το 1897 και ο Δημήτριος Μπιζάς το 1899.
Η οικογένεια τον 20ό αιώνα
Στις αρχές του 20ού αιώνα οι
Μπιζάδες εξακολουθούν να αποτελούν πολυπληθή οικογένεια της Παροικιάς. Στα
δημοτολογικά στοιχεία συναντούμε γεωργούς, αγωγείς, εργάτες, ναυτικούς, αλιείς,
κτίστες και άλλους επαγγελματίες.
Το 1913 αναφέρεται ο Ιωάννης
Μπιζάς του Δημητρίου, ναυτικός, ενώ το 1916 ο Πατίστας Μπιζάς του
Δημητρίου, γεωργός. Ακολουθούν ο Γρηγόριος, ο Αντώνιος, ο Βασίλειος, ο
Γεώργιος, ο Κωνσταντίνος και πολλά ακόμη μέλη της οικογένειας.
Η παρουσία των Μπιζάδων στα
κοινά της Παροικιάς συνεχίζεται και μεταπολεμικά. Το 1947 συμμετέχει στο
Κοινοτικό Συμβούλιο Παροικιάς ο Κωνσταντίνος Μπιζάς.
Στις κοινοτικές εκλογές του 1964
εκλέγεται κοινοτικός σύμβουλος ο Γεώργιος Μπιζάς, ενώ στις κοινοτικές
εκλογές του 1975 πρόεδρος της Κοινότητας Πάρου αναδεικνύεται ο Θ.
Μπιζάς.
Μια οικογένεια με μακρά
παρουσία στην Πάρο
Οι Μπιζάδες αποτελούν
μία από τις παλαιότερες οικογένειες της Πάρου, με τεκμηριωμένη παρουσία
τουλάχιστον από τα μέσα του 17ου αιώνα. Από τα Μάρμαρα και την Παροικιά,
οι διάφοροι κλάδοι της οικογένειας συμμετείχαν επί αιώνες στην κοινωνική,
οικονομική, ναυτική και κοινοτική ζωή του νησιού.
Παράλληλα, η ιστορία του Ιωάννη
Μπιζά στην Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών προσδίδει στην οικογένεια
μια ιδιαίτερη διεθνή διάσταση, καθώς ένας νέος από τα Μάρμαρα της Πάρου
κατάφερε τον 18ο αιώνα να φθάσει μέχρι την Τζακάρτα και να αναδειχθεί σε
ανώτατο στέλεχος ενός από τους μεγαλύτερους εμπορικούς οργανισμούς της εποχής.
Έτσι, το επώνυμο Μπιζάς, που διατηρείται μέχρι σήμερα στην Πάρο και την
Αντίπαρο, συνδέεται με μια ιστορία που εκτείνεται από τον βενετικό και κρητικό
κόσμο έως τη ναυτική και εμπορική ζωή των Κυκλάδων και την Άπω Ανατολή.
–1480: Η
Αντίπαρος μαζί με την Ίο και την Ανάφη κτήσεις της βενετικής οικογένειας των
Πιζάνι. To 1480 o Δομίνικος Πιζάνι, γιός του Δούκα της Κρήτης ο οποίος
παντρεύτηκε την μοναχοκόρη του Κρίσπη ο οποίος ήταν ο τοπικός άρχοντας από τον
Σανούδο, πήρε για προίκα την Ίο, Ανάφη και Αντίπαρο.
–1652. Ίδρυση στην
Πάρο αγιοταφίτικου μετοχίου κατά το έτος 1652 απριλίω 15.
Της Πάρου αδελφάτα
«Χώρα Παροικιάς»
+Γεώργης Μπιζάς της Άννας, η γυνή
Ειρήνη, υιοί Χρυσής, Κατερίνα
–1671. Έγγραφο που άνηκε στη Μονή Αγ. Αντωνίου, 13ης Δεκεμβρίου 1671
τιτλοφορείται «Αγορά του άλωνος (αλωνιού) της Αντωνίνας Πιέρου Ρίτζου»(ΓΑΚ,
Μοναστηριακά φακ,595 αρθμ εγγρ 96). Ο Πιέρος και η Αντωνίνα Ρίτζου το γένος
Μπιζά ήταν οι γονείς της Μαρουσώς Ρίτζου, σύζυγος του γενάρχη των Μαυρογένηδων
της Πάρου Τζαννάκης Μαυρογένης.
–1712. Ιερεύς
Νεόφυτος Μπιζάς υπογράφει ομολογία Παροικιάς στις 2 Μαΐου του 1712
–1714
Αύγουστος 9, Πάρος Μάρμαρα. Έδωσε εξοφλητικόν και σωστόν λογαριασμόν ο παπά-Μιχάλης
Τζανιάς της Κοινότης Μαρμάρου διά το κατάστιχον που εσύναξε της απερασμένης
χρονιάς (το 1713) και δεν έχει να δώσει της Κοινότης μοναχά ρεάλια τρία ήμισυ
και δώνοντας τα μένει είσαι καθάριον και σωστόν λογαριασμόν και δια το βέβαιον
υπογράφουν οι προεστοί υποχειρός τους, σακελάριος Κεφάλου Σκορδίλης, Αλέξανδρος
Καμπάνης, Τζανής Μπιζάς, Πρωτοπαπάς Κεφάλου, Ο σακελλίος Κεφάλου, Παπά-Αντώνης
Συρίγος επίτροπος.
–1726
αναφέρεται ο Νικόλαος Μπιζάς στα Μάρμαρα.
–1729. Ο Ιωάννης Μπιζάς, από τα Μάρμαρα,
τολμηρός και ριψοκίνδυνος εφοπλιστής. Με τα αδέρφια του φιλοδόξησε να γνωρίσει
τον κόσμο, «να κάνει λεφτά» και να δοξασθεί. Ως ναυτικός δούλεψε στην Ολλανδία,
ακολούθως στη Σμύρνη το 1729, και κατέληξε ως υποπλοηγός στην Ινδονησία το
1739, αποικία Ολλανδική, όπου στην πρωτεύουσα της Ιάβας, την Τζακάρτα,
σταδιοδρόμησε, από το 1746, ως υποδιευθυντής των εφοπλιστών της Ασία, και
κομμαντατέρ (πλωτάρχης) της Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών.
Σχετικά με τους Έλληνες που έκαναν
καριέρα στις Ολλανδικές αποικίες, ο Ολλανδός ιστορικός Ben Slot γράφει στο
άρθρο του «Σχέσεις μεταξύ Ολλανδίας και Ελλάδας από τον ΙΖ’ αιώνα μέχρι τον
Καποδίστρια», «… εκείνο το αγόρι από τα Μάρμαρα της Πάρου είχε μπαρκάρει με ένα
ολλανδικό καράβι στη Σμύρνη στα 1729. Στην Ολλανδία δούλεψε σ’ ένα πλοίο της
Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών ως Jan
Van Biesen, ολλανδική μορφή του ονόματος Γιάννη Μπιζά. Πέθανε στην Jakarta, πρωτεύουσα της Ινδονησίας, ως υποδιευθυντής
των εφοπλιστών τομέων Ασίας της Εταιρείας διευθύνοντας στόλο από 50 μεγάλα
εμπορικά πλοία μεταξύ Αραβίας και Ιαπωνίας. Οι αδερφοί του, απλοί ράφτες στη
Σμύρνη απόρησαν πολύ όταν έλαβαν από την Ολλανδία στα 1751 απροσδόκητη
κληρονομιά, διαθέτης της οποίας ήταν ο χαμένος από 20 χρόνια αδελφός τους».
Γονείς του
Ιωάννη Μπιζά ήταν ο Ζαννής Μπιζάς και η Μαργαρίτα Σκαλομύτη, από τον γάμο των
οποίων γεννήθηκαν τα έξη «νόμιμα τέκνα» τους: Μπλάζης (Βλάσης), Γεώργιος,
Αντώνιος, Πέτρος, Δημήτριος, Πέρρος και Ιωάννης.
Η μητέρα
τους πέθανε το 1734 και ο πατέρας τους το 1737.
Έζησαν
δηλαδή και τον 17ο αιώνα στα Μάρμαρα, από όπου προέρχεται η σημερινή
οικογένεια Μπιζά της Πάρου και Αντιπάρου.
–1730. Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου του
κοινού της Παροικιάς στην Κωνσταντινούπολης στις 28 Ιανουαρίου 1730 μαρτυρείται
ο Μιχάλης Μπιζάς.
–1741. Για την εκλογή απεσταλμένων στην
Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Παροικιάς στη Γενική συνέλευση το 1741
αναφέρεται ο Μπιάζης Μπιζάς από τα Μάρμαρα.
–1741. Τα κοινά της Πάρου, κατά τη
Γενική Συνέλευση, της 20 Ιουλίου 1741, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα
υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους άρχοντα Νικόλαου Μαυρογένη, εναντίων των
συκοφαντών κατοίκων της Νάξου, οι οποίοι τον κατηγορούν για συνεργασία με τους
πειρατές, υπογράφει και ο Μπιάζης Μπιζάς από τα χωρία του Κεφάλου.
–1750. Σε Πρακτικό εκλογής απεσταλμένου
των επτά κοινών της Πάρου (Παροικιάς, Νάουσας, Κεφάλου, Τζιπίδου, Λευκών,
Μαρμάρων, Δραγουλάς) στην Κωνσταντινούπολη της 23 Αυγούστου 1750, μαρτυρείται ο
οικονόμος Νάουσας Μπιζανής.
–1796. Αναφέρεται
ο Δημήτριος Μπιζάς από τα Μάρμαρα το 1796. Ο δε Ιωάννης Μπιζάς από το ίδιο
χωρίο είχε διαπρέψει ως υποδιευθυντής της Εταιρίας Ανατολικών Ινδιών στην
Τζακάρτα, πρωτεύουσα της Ιάβας τον 18ο αιώνα.
Στον Τζιπίδο
απαντά τόπων «Στου Πιζά το χωράφι» το 1750 και Μαρούσα Μπιζάδαινα.
–1826. Στη
διαθήκη του Νικολάου Γ. Μπιζά (Παροικιά 13 Μαρτίου 1826) «δύω οσπίτια αγοράν
του κατώγια εν τω μαχαλέ Ποταμώ σύμπλιος Ιωάννης Βενιέρης».
–1827. Σε έγγραφο της 15 Απριλίου 1827
της Παροικιάς Πάρου μαρτυρείται ο Μπατίστας Μπιζάς.
–1827. Καταγραφή των (μερικών) χρεών των κοινοτήτων
του κάθε Μέρους κοινού της Πάρου εις την Κωνσταντινούπολιν. 17 Απριλίου 1827.
Ομολογία Μπατίστα Μπιζά Κεφάλαιον γρ. 100.
–1833. Σε κατάλογο της εν Παροίκια Ελληνοδιδακτικής
Σχολής μαθητευόντων παιδιών στις 28 Απριλίου 1833 αναφέρεται ο Σ. Μπιζάς (sic).
–1864. Ανταλλαγή ακινήτου.
Πάρος, 23 Αυγούστου 1864. Ενώπιον του συμβολαιογράφου Πάρου Βασιλείου Καμπάνη,
ο οποίος και συνέταξε το έγγραφο, και ενώπιον των δημοτών Πάρου Νικολάου Ι.
Κρίσπη, καθηγητού, και της συζύγου του Μαρουσώς γένους Μαύρου, και του Γεωργίου
Αθαν. Μαύρου ως συμβαλλομένων, ανταλλάσσουν τα ακίνητα: Το ζεύγος Κρίσπη το
αρχοντικό που ήταν προικώο της συζ΄θγου του Μαρουσώς Μαύρου, και τη συνεχόμενη
δεύτερη οικία που είχε περιέλθει από κληρονομιά της κόρης τους Αικατερίνης,
στην οποία οι γονείς της παρίστανται ήδη ως νόμιμοι και φυσικοί επίτροποι αυτής
από το 1862 όταν είχε υιοθετηθή από την προμήτορά της Γαρουφαλλιά Δ.
Δελαγραμμάτη, και μετά τον θάνατό της είχε περιέλθει στην κυριότητα της
θυγατέρας του συζύγους Κρίσπη…. Του ενοποιημένου μεγαλοπρεπούς αρχοντικού,
δηλαδή δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, λοντά στην οδό της Ελεούσης.
Συνορεύει δε με τα σπίτια των: Φραγκίσκο Αλέξ. Καμπάνη, του Παναγιώτη Πάσσου,
της Γιακουμίνας Πανταζή Κορωναίου και με δημόσιους δρόμους… Το ανωτέρο ακίνητο
το παραχωρούν εις ανταλλαγήν προς τον Γεώργιον Αθαν. Μαύρον…, ο οποίος
ομολόγισε ότι δίδει αντί της ρηθείσης οικίας ανταλλακτικώς τα κτήματα που
βρίσκονται στις τοποθεσίες Βορεινά Λιβάδια, καθώς και ένα οικόπεδο μέσα στην
πόλη της Παροικιάς στην θέση Μεγάλη Βρύση ή Ποταμός, προς εξίσωσιν…
Ως μάρτυρες υπέγραψαν οι
συμβαλλόμενοι Νικόλαος Ι. Κρίσπης, η σύζυγός του Μαρουσώ Μαύρου και ανιψιός του
Φιλικού Αλεξάνδρου Μαύρου. Ως συνορεύοντες με τα ακίνητα, που ανήκουν πλεόν στο
ζεύγος Κρίσπη, αναφέρονται οι: Παναγιώτης Κομνηνός, Κωνσταντίνος Μιχ. Κρίσπης,
Κωνσταντίνος Μάρκου Δαμίας, Ιωάννης Δουλφής, Εμμανουήλ Μαρούκας, κληρονόμοι
Σπύρου Κοντόσταυλου, Σπύρος Κρίσπης, Βιολέττα Μπιζά και Ιωάννης Ασπρόπουλος.
–1866. Το 1866 γεννιέται ο Μπιζάς Γρηγόριος του
Κωνσταντίνου γεωργός κάτοικος Παροικιάς. Απεβίωσε το 1950.
–1866. Το 1866 γεννιέται ο Μπιζάς Γεώργιος του
Νικολάου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1873. Το 1873 γεννιέται ο Μπιζάς Δημήτριος του
Κωνσταντίνου γεωργός κάτοικος Παροικιάς. Απεβίωσε το 1947.
–1890. Το 1890 γεννιέται ο Μπιζάς Αγαπητός του
Γρηγορίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1894. Το 1894 γεννιέται ο Μπιζάς Φραγκίσκος του
Γεωργίου αγωγεύς κάτοικος Παροικιάς.
–1897. Το 1897 γεννιέται ο Μπιζάς Κωνσταντίνος του
Νικολάου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1899. Το 1899 γεννιέται ο Μπιζάς Δημήτριος του
Γεωργίου αγωγεύς κάτοικος Παροικιάς.
–1902. Το 1902 γεννιέται ο Μπιζάς Ιωάννης του
Γεωργίου εργάτης κάτοικος Παροικιάς.
–1903. Το 1903 γεννιέται ο Μπιζάς Κωνσταντίνος του
Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1907. Το 1907 γεννιέται ο Μπιζάς Αγαπητός του
Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1908. Το 1908 γεννιέται ο Μπιζάς Νικόλαος του
Γεωργίου αγωγεύς κάτοικος Παροικιάς.
–1908. Το 1908 γεννιέται ο Μπιζάς Αντώνιος του
Νικολάου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1909. Το 1909 γεννιέται ο Μπιζάς Αθανάσιος του
Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1910. Θηβαίου
Αικατερίνη, όνομα συζύγου: Ελευθέριος, Κύριο όνομα και επώνυμο πατρός: Δ.
Μπιζάς. Έτος γέννησης: 1910. Επάγγελμα: οικοκυρά.
–1912. Στον εκλογικό κατάλογο Αγγεριάς του 1952 είναι
εγγεγραμμένη η Ευφροσύνη Μπιζά, έτος γέννησης 1912, όνομα πατρός Νικόλαος
Μπιζάς, όνομα συζύγου Γεώργιος Σκιαδάς.
–1913. Το 1913 γεννιέται ο Μπιζάς Ιωάννης του
Δημητρίου ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.
–1916. Το 1916 γεννιέται ο Μπιζάς Πατίστας του
Δημητρίου γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1917. Το 1917 γεννιέται ο Μπιζάς Γρηγόριος του
Αγαπητού γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1917. Το 1917 γεννιέται ο Μπιζάς Αντώνιος του
Γεράσιμου αλιεύς κάτοικος Παροικιάς.
–1924. Το 1924 γεννιέται ο Μπιζάς Βασίλειος του
Αγαπητού γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1925. Το 1925 γεννιέται ο Μπιζάς Γεώργιος του
Φραγκίσκου αγωγεύς κάτοικος Παροικιάς.
–1926. Το 1926 γεννιέται ο Μπιζάς Γεώργιος του
Δημητρίου αγωγεύς κάτοικος Παροικιάς.
–1927. Το 1927 γεννιέται ο Μπιζάς Κωνσταντίνος του
Αγαπητού γεωργός κάτοικος Παροικιάς.
–1927. Το 1927 γεννιέται η Μπιζά Χρυσηίς
του Κωνσταντίνου κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–1928. Το 1928 γεννιέται ο Μπιζάς Γεώργιος του
Ιωάννη ιδ. ταχυδρόμος κάτοικος Παροικιάς.
–1928. Το 1928 γεννιέται ο Μπιζάς Δημήτριος του
Κωνσταντίνου κτίστης κάτοικος κοιν.
Παροικιάς.
–1929. Το 1929 γεννιέται η Μπιζά
Παρασκευή του Κωνσταντίνου κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–1930. Το 1930 γεννιέται ο Μπιζάς Θεόδωρος του
Ιωάννη υπάλληλος εστιατορίου κάτοικος κοιν.
Παροικιάς.
–1930. Το 1930 γεννιέται ο Μπιζάς Στυλιανός του
Κωνσταντίνου Ταχ. διανομεύς κάτοικος κοιν.
Παροικιάς.
–1931. Το 1931 γεννιέται ο Μπιζάς Κωνσταντίνος του
Στυλιανού οπωροπώλης κάτοικος Παροικιάς.
–1947. Στις 20 Ιουνίου 1947, το στο Κοινοτικό
Συμβούλιο Παροικιάς συμμετέχει και ο Κωνσταντίνος Μπιζάς
–1950. Στον εκλογικό κατάλογο
της Κοινότητας Παροικιάς στις 17 Μαΐου 1950 είναι εγγεγραμμένη η Θηβαίου
Αικατερίνη (γεν. 1910), όνομα συζύγου Ελευθέριος, όνομα πατρός Δ. Μπιζάς.
–1964.
Κοινοτικαί Εκλογαί 5 Ιουλίου 1964. Εις Παροικίαν κατήλθεν εις και μόνον
Συνδυασμός εις τας εκλογάς με επί κεφαλής τον Πρόεδρον Κον Ανδρέαν
Μαρινόπουλον.
Εψήφισαν 1356
και έλαβον:
Ανδρέας
Μαρινόπουλος 1330, Γεώργιος Μπιζάς 1352, Ιάκ. Κόντες 1343, Ιωάννης Φραγκούλης
1254, Βασίλειος Αργυρόπουλος 1166, Αντώνιος Μονδάνος 1245, Βενιζέλος Ραγκούσης
1357, Γεώργιος Ναυπλιώτης 1018, Βασίλειος Μεσολογγίτης 949, Σάββας Καλακώνας
63, Αντώνιος Μαύρης 61, Αγαπητός Κατρής 30, Εμμ. Τσαντάνης 57, Κωνσταντίνος
Σιλβέστρος 53 και Μιχαήλ Μαύρης 53.
Ο Ανδρέας
Μαρινόπουλος Πρόεδρος και σύμβουλοι οι κ.κ. Γ. Ναυπλιώτης, Γ. Μπιζάς, Ιακ.
Κόντες, Ιωάν. Φραγκούλης, Βας. Αργυρόπουλος, Αντών. Μονδάνος και Βενιζέλος
Ραγκούσης.
–1975. Κοινοτικαί Εκλογαί 30 Μαρτίου
1975. Τα αποτελέσματα των εκλογών
Οι νέοι Πρόεδροι και Σύμβουλοι των
Κοινοτήτων της Πάρου και Αντιπάρου
Σε δημόσια συνεδρίαση το Ειρηνοδικείο
Πάρου ανακήρυξε τους προέδρους και τους τακτικούς συμβούλους των Κοινοτήτων
Πάρου και Αντιπάρου.
ΚΟΙΝΟΤΗΣ ΠΑΡΟΥ
Θ. Μπιζάς (πρόεδρος), Ε. Κόντες, Β.
Σκαραμαγκάς, Α. Καλακώνας, Δ. Σιφναίος, Ι. Σαρρής (συνδυασμού «Νέα Πάρος») και
Α. Μαρινόπουλος, Πολυξένη Κεμπάμπη, Ι. Αλιπράντης (του συνδυασμού «Πρόοδος»)
σύμβουλοι.
–Μπιζάτζας ή Μπιζάτζος ή Μπιζάτζες ή Μπιζάκιας
ή Μπιζαράς: Το επώνυμο Μπιζάτζας, με τις μορφές Μπιζάτζος,
Μπιζάτζες, Μπιζάκιας και Μπιζαράς, φαίνεται ότι αφορά την ίδια οικογένεια.
Η διαφορετική γραφή του στα παλαιότερα έγγραφα οφείλεται κυρίως στην
ορθογραφική απόδοση των γραφέων. Το επώνυμο απαντάται έως σήμερα και στην
Ιταλία ως Bisazza, κυρίως στη Σικελία και το Βένετο.
Η παρουσία
στην Πάρο
Η πρώτη
γνωστή μαρτυρία της οικογένειας στην Πάρο χρονολογείται από το 1658,
όταν ο ιερέας Τομάζος Μπιζάτζας υπογράφει χρεωστική ομολογία των ιερέων
της Παροικιάς. Το 1693 αναφέρεται ο ιερέας Ιάκωβος Μπιζάτζος σε
επιγραφή στον ναό των Τριών Ιεραρχών της Παροικιάς.
Κατά τον 18ο
αιώνα η οικογένεια εμφανίζεται συχνά στα κοινοτικά έγγραφα της Παροικιάς. Το 1730
αναφέρεται ο Μιχάλης Μπιζάτζος, ενώ το 1733 ο ιερέας Ιάκωβος
Μπιζάτζος και ο Μανώλης Μπιζάτζας. Ιδιαίτερα έντονη είναι η παρουσία του παπά
Τζανή Μπιζάτζα, ο οποίος από το 1734 έως το 1748 συμμετέχει
επανειλημμένα στις Γενικές Συνελεύσεις, ως επίτροπος και ως υπογράφων
κοινοτικές αποφάσεις.
Το 1738
υπογράφει τη μαρτυρία υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους ιερέα Φραγκίσκου
Νταβερόνα, ενώ το 1739 συμμετέχει στις αποφάσεις για την
Εκατονταπυλιανή, τον επαναπατρισμό των ξενιτεμένων Παρίων και την εκλογή
απεσταλμένου της Πάρου στην Κωνσταντινούπολη. Το 1741 καταγράφεται ως Μπιζάκιας,
ενώ το 1743 αναφέρεται ο Ζέπος Μπιζατζής και το 1748 ο
παπά Τζανής ως Μπιζάτζες.
Μια παλιά
οικογένεια της Παροικιάς
Οι Μπιζάτζες
αποτελούν μία από τις παλιές οικογένειες της Παροικιάς, με παρουσία στην Πάρο
από τα μέσα του 17ου αιώνα. Η συχνή συμμετοχή τους στα εκκλησιαστικά και
κοινοτικά πράγματα δείχνει ότι κατείχαν αξιόλογη θέση στην κοινωνία της
Παροικιάς, ενώ οι διαφορετικές μορφές του επωνύμου καταγράφουν τη μακρά πορεία
της ίδιας οικογένειας στα παριανά αρχεία.
–1658. Ο
ιερέας Τομάζος Μπιζάτζας υπογράφει χρεωστική ομολογία των ιερέων Παροικιάς στις
31 Μαΐου 1658.
–1693. Ιερέας
Ιάκωβος Μπιζάτζος γνωστός σε επιγραφή στο υπαίθριο του ναού των Τριών Ιεραρχών
Παροικιάς 1693, «π(α)π(α) Ιακ(ώ)β(ου) Μπηζάτζου.
–1730. Σε
πρακτικό πωλήσεως του φόρου της δεκάτης του κοινού Παροικιάς κατά τη Γενική
Συνέλευση, της 26 Ιουλίου 1730 μαρτυρείται ο Μιχάλης
Μπιζάτζος.
–1733.
Αναφέρεται ο Ιερέας Ιάκωβος Μπιζάτζος γνωστός σε επιγραφή του ναού των Τριών
Ιεραρχών Παροικιάς 1733.
–1733. Ο Μανώλης Μπιζάτζας με τον γαμπρό του
Αντώνη Φανγγιά Κωστόπουλο έκαμαν γράμμα για εξόφληση στις 13 Οκτωβρίου 1733.
–1734. Απόφαση του κοινού της Παροικιάς
για επαναπατρισμό συμπατριωτών τους (λόγω της βαριάς φορολογίας από τους
Τούρκους, με το οποίο τους καλούσε να επιστρέψουν στο νησί τους, δίνοντας την
υπόσχεση για μείωση των φόρων τους) στις 16 Σεπτεμβρίου 1734, υπογράφει ο παπά
Τζανής Μπιζαράς (ορθογραφικό λάθος του επωνύμου).
–1737. Πρακτικό
εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς την 1η Μαρτίου 1737 αναφέρεται ο παπά
Τζανής Μπιζάτζας.
–1738. Πρακτικό
εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς την 1 Μαρτίου του 1738 αναφέρεται ο παπά
Τζανής Μπιζάτζας.
–1738. Μαρτυρία υπερασπίσεως συμπατριώτη
τους ιερέα Φραγκίσκου Νταβερόνα προς τον καπουδάν πασά (για αντίδραση στην
συγκέντρωση της φορολογίας), κατά τη Γενική Συνέλευση από τα κοινά της Πάρου,
της 16 Ιουλίου 1738, υπογράφει ο παπά Τζανής Μπιζάτζας.
–1739. Πρακτικό εκλογής κοινοτικών
επιστατών του ναού της Εκατονταπυλιανής σε Γενική Συνέλευση του κοινού της
Παροικιάς στις 10 Μαρτίου 1739 αναγράφεται ο παπά Τζανής Μπιζατζάς.
–1739. Πρόσκληση επιστροφής προς τους
ξενιτεμένους Παρίους στις 30 Αυγούστου 1739, υπογράφεται και από τον παπά Τζανής Μπιζάτζας.
–1739. Πρακτικό εκλογών κατά την Γεν.
Συνέλευση στις 30 Αυγούστου 1739 απεσταλμένου των κοινών της Πάρου στην
Κωνσταντινούπολη, εκλέγουν τον Νικόλαο Μαυρογένη, προκειμένου να
διαπραγματευθεί τα οικονομικά θέματα του νησιού. Αναφέρεται ο παπά Τζανής
Μπιζάτζας.
–1741. Τα κοινά της Πάρου, κατά τη
Γενική Συνέλευση, της 20 Ιουλίου 1741, αποφασίζουν να συντάξουν γράμμα
υπερασπίσεως του συμπατριώτη τους άρχοντα Νικόλαου Μαυρογένη, εναντίων των
συκοφαντών κατοίκων της Νάξου, οι οποίοι τον κατηγορούν για συνεργασία με τους
πειρατές, υπογράφει και ο παπά Τζανής Μπιζάκιας.
–1743. Απόφαση για καθορισμό της
φορολογίας κατοίκων της Πάρου στις 12 Απριλίου 1743, αναφέρεται ο Ζέπος
Μπιζατζής.
–1748. Πρακτικό πωλήσεως των φόρων του
κοινού της Παροικιάς κατά τη Γενική Συνέλευση, τη 1 Μαρτίου 1748, μαρτυρείται ο
παπά Τζανής Μπιζάτζες.
–Μπιλεμπίνος ή Μπιλιμπίνος: Το
επώνυμο Μπιλεμπίνος ή Μπιλιμπίνος εμφανίζεται στη Νάουσα της Πάρου ήδη
από τα τέλη του 19ου αιώνα. Με βάση την ηλικία του πρώτου γνωστού μέλους, είναι
πιθανό η οικογένεια να είχε εγκατασταθεί στην Πάρο ως προσφυγική οικογένεια,
αν και η ακριβής τόπος καταγωγής της δεν έχει μέχρι σήμερα τεκμηριωθεί.
–1843. Σε
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας είναι εγγεγραμμένος ο Ιωάννης Μπιλεμπίνος του
Ευστρατίου, 42 ετών, εργάτης, κάτοικος Νάουσας. Με βάση την ηλικία του, ο
Ιωάννης Μπιλεμπίνος είχε γεννηθεί περίπου το 1843, γεγονός που αφήνει ανοιχτό
το ενδεχόμενο η οικογένεια να είχε έρθει στην Πάρο από άλλη περιοχή.
–1885. Σε
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885 είναι εγγεγραμμένος ο Ιωάννης
Μπιλεμπίνος του Ευστρατίου, 42 ετών, εργάτης, κάτοικος Νάουσας.
20ός αιώνας
–1920.
Μεταξύ των ιδρυτών του «Εν Πειραιεί Συνδέσμου Ναουσαίων Πάρου», όπως προκύπτει
από το βιβλίο πρακτικών του Συνδέσμου, αναφέρεται και ο Χρήστος Μπιλιμπίνος.
Η οικογένεια
Μπιλεμπίνου ή Μπιλιμπίνου αποτελεί μία από τις παλαιότερες οικογένειες της
Νάουσας, με τεκμηριωμένη παρουσία ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα.
–Μπιλιμπίνος: Βλέπε Μπιλεμπίνος
–Μπιμπινιάς: Παλαιό παρωνυμικό
επώνυμο, άγνωστης μέχρι σήμερα ετυμολογίας. Η οικογένεια είναι τεκμηριωμένη στη
Νάουσα ήδη από το 1652.
–1652. Ίδρυση στην
Πάρο αγιοταφίτικου μετοχίου κατά το έτος 1652.
Της Πάρου αδελφάτα
«Χώρα Άγουσα»
+Γεώργης Μπιμπινιάς, η γυνή Μαρία.
+Δημήτρης Μπιμπινιάς, η γυνή Μαρκεζίνα.
–Μπισκεντζής
ή Μπισκιτζής ή Πισκιτζής: Μικρασιατικής καταγωγής οικογένεια με
ναυτική παράδοση στην Πάρο.
Η προέλευση του επωνύμου. Το
επώνυμο Μπισκεντζής, με τις μορφές Μπισκιτζής και Πισκιτζής,
θεωρείται μικρασιατικής καταγωγής και πιθανόν να συνδέεται με την τουρκική λέξη
bıçkın (μπισκίν), που σημαίνει τον ζωηρό, τολμηρό ή «μάγκα». Οι
διαφορετικές μορφές του επωνύμου που συναντώνται στις παριανές πηγές φαίνεται
ότι αφορούν την ίδια οικογένεια.
Η οικογένεια στη Μάρπησσα
Η παλαιότερη μέχρι σήμερα
γνωστή γενεαλογική παρουσία εντοπίζεται στη Μάρπησσα. Στα Δημοτολόγια του Δήμου
Μάρπησσης καταγράφεται ο Βασίλειος Ιωάννη Μπισκιτζής, γεννημένος το 1848,
επάγγελμα κηπουρός. Από την ίδια οικογένεια καταγράφονται τα επόμενα χρόνια η
Καλλιόπη, ο Στέφανος, η Ζαχαρούλα, η Αννέζα, ο Ιωάννης και η Θεοδωρούλα
Μπισκιτζή, γεννημένοι μεταξύ 1853 και 1900.
Η σύνδεση με τη ναυπηγική
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η
παρουσία της οικογένειας στον χώρο της ναυπηγικής. Το 1860, σε
συμβολαιογραφική πράξη στη Σύρο, αναφέρεται ο Ιωάννης Μπισκετζής του
Γεωργίου, ναυπηγός και κάτοικος Ερμούπολης. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1873,
γεννιέται ο Ανδρέας Μπισκιτζής του Γεωργίου, ναυπηγός και κάτοικος
Παροικιάς.
Η ναυπηγική παράδοση
συνεχίζεται και στις επόμενες γενιές. Ο Στέφανος Βασιλείου Μπισκιτζής,
γεννημένος το 1886, καταγράφεται επίσης ως ναυπηγός, ενώ οι απόγονοι του
Ανδρέα, όπως ο Γεώργιος και ο Ιωάννης, ακολουθούν το ίδιο επάγγελμα. Παράλληλα,
άλλα μέλη της οικογένειας αναφέρονται ως ναυτικοί.
Η οικογένεια στην Παροικιά
Κατά τον 20ό αιώνα οι
Μπισκιτζήδες έχουν πλέον σταθερή παρουσία στην Παροικιά. Οι γεννήσεις των Γεωργίου
(1901), Ιωάννη (1907), Παρασκευά (1909), Γεωργίου (1913), Σπύρου (1915),
Αντωνίου (1917) και Σάββα (1926) Μπισκιτζή καταγράφουν τη συνέχεια της
οικογένειας, με κύρια επαγγελματική δραστηριότητα τη ναυπηγική και τη
ναυτοσύνη.
Η παρουσία μέχρι τον 20ό
αιώνα
Η μορφή Πισκιτζής
εμφανίζεται και στις μεταγενέστερες πηγές. Το 1943, κατά τον βομβαρδισμό
του λιμανιού της Παροικιάς από αγγλικά αεροπλάνα, τραυματίστηκε σοβαρά ο
καραβομαραγκός Γιώργος Πισκεντζής. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1953
καταγράφονται η Μαρουσώ, η Μαρία και η Μαρουλία Πισκιτζή, επιβεβαιώνοντας τη
συνέχιση της οικογένειας.
Η παρουσία του επωνύμου
συνεχίζεται και στη Νάουσα, όπου το 1985 αναφέρεται καθηγητής Μπισκεντζής
στο Γυμνάσιο Νάουσας.
Η οικογένεια Μπισκεντζή ή
Μπισκιτζή, με τις παλαιότερες μορφές Πισκιτζής, παρουσιάζει
ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ιστορία της Πάρου, καθώς από τον 19ο αιώνα
συνδέεται έντονα με τη ναυπηγική και τη ναυτική ζωή του νησιού, κυρίως
στη Μάρπησσα και την Παροικιά. Η πιθανή μικρασιατική καταγωγή της αποτελεί ένα
ακόμη στοιχείο της πληθυσμιακής σύνθεσης της Πάρου κατά τους νεότερους χρόνους.
–1848. Στο
Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένος ο
Βασίλειος Ιωάννη Μπισκιτζής (γεν. 1848), ετών 55, κηπουρός, έγγαμος.
–1853. Στο
Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένη η
Καλλιόπη Βασιλείου Μπισκιτζή (γεν. 1853), ετών 50, οικιακά, έγγαμος.
–1860. Στις 14
Ιανουαρίου 1860 σε συμβολαιογραφική πράξη [Ιδιοκτησία] στην Σύρου αναφέρεται ο
κάτοικος Πάρου Ασωνίτης Σπύρος του Ιωάννη ναυτικός και ο ναυπηγός Μπισκετζής
Ιωάννης του Γεωργίου κάτοικος Ερμούπολης.
–1873. Το 1873 γεννιέται ο Μπισκιτζής Ανδρέας του
Γεωργίου ναυπηγός κάτοικος Παροικιάς.
–1886. Στο
Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένος ο
Στέφανος Βασιλείου Μπισκιτζής (γεν. 1886), ετών 17, ναυπηγός, άγαμος.
–1890. Στο
Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένη η
Ζαχαρούλα Βασιλείου Μπισκιτζή (γεν. 1890), ετών 13, οικιακά, άγαμος.
–1895. Στο
Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένη η
Αννέζα Βασιλείου Μπισκιτζή (γεν. 1895), ετών 8, οικιακά, άγαμος.
–1897. Στο
Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένος ο
Ιωάννης Βασιλείου Μπισκιτζής (γεν. 1897), ετών 6, άνευ, άγαμος.
–1900. Στο
Δημοτολόγιο του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903 είναι εγγεγραμένη η
Θεοδωρούλα Βασιλείου Μπισκιτζή (γεν. 1900), ετών 3, άνευ, άγαμος.–1901. Το 1901 γεννιέται ο Μπισκιτζής Γεώργιος του Ανδρέα ναυπηγός
κάτοικος Παροικιάς.
–1907. Το 1907 γεννιέται ο Μπισκιτζής Ιωάννης του
Ανδρέα ναυπηγός κάτοικος Παροικιάς.
–1909. Το 1909 γεννιέται ο Μπισκιτζής Παρασκευάς του
Ανδρέα ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.
–1913. Το 1913 γεννιέται ο Μπισκιτζής Γεώργιος του
Μιχαήλ ναυπηγός κάτοικος Παροικιάς.
–1915. Το 1915 γεννιέται ο Μπισκιτζής Σπύρος του
Μιχαήλ ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.
–1917. Το 1917 γεννιέται ο Μπισκιτζής Αντώνιος του
Ανδρέα ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.
–1926. Το 1926 γεννιέται ο Μπισκιτζής Σάββας του
Μιχαήλ ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.
–1943. Στις 30-7-1943: Τέσσερα αγγλικά αεροπλάνα
χτυπούν με ρουκέτες και μυδραλιοβόλα το λιμάνι της Παροικιάς. Σκοτώνεται ο
πλοίαρχος του καϊκιού Κωνσταντής Αργουζής, ο μηχανικός του Εμπορικού Ναυτικού
Χαρίλαος Τεμπονέρας και τραυματίζεται σοβαρά ο καραβομαραγκός Γιώργος
Πισκεντζής.
–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Πισκιτζής Μαρουσώ όνομα συζύγου Παρασκευάς, όνομα
πατρός Νικ. Φραγκουλής.
–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Πισκιτζή Μαρία όνομα συζύγου Μιχαήλ, το γένος
Σπύρος Σαρρής.
–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Πισκιτζή Μαρουλία του Ανδρέα.
–1985. Καθηγητής φυσικής και χημείας
Μπισκεντζής … στο Γυμνάσιο Νάουσας το 1985.
–Μπισκιτζής: Βλέπε Μπισκεντζής
–Μπίτας: Το επώνυμο Μπίτας
πιθανότατα ανήκει στα παλαιότερα βαλκανικά επώνυμα και ενδέχεται να συνδέεται
με ανθρωπωνυμικό ή παρωνυμικό τύπο που διαμορφώθηκε σε περιβάλλον βλαχικών ή
αρβανίτικων πληθυσμών. Η ακριβής ετυμολογία του δεν είναι βέβαιη και δεν
υπάρχουν μέχρι σήμερα επαρκή στοιχεία ώστε να αποδοθεί με ασφάλεια αποκλειστικά
σε μία από τις δύο αυτές πληθυσμιακές ομάδες.
–1911. Δημήτρης
Γ. Μπίτας, δημοδιδάσκαλος το 1911, στο δημοτικό σχολείο της Νάουσας. Ήταν πριν
σε σχολεία της Αλβανίας, Ηπείρου και Μακεδονίας.
–Μπιτζιλαίος ή Μπιτζηλαίος:
Βλέπε Βιτζιλαίος
–Μπογδάνος:
Το επώνυμο Μπογδάνος είναι πιθανότατα πατρωνυμικό ή εθνοτοπικό
και συνδέεται με το όνομα Μπογδάν, παλαιό τύπο του ονόματος Βογδάν,
που απαντά σε βαλκανικές και ανατολικοευρωπαϊκές περιοχές. Το Bogdan
είναι σλαβικό όνομα και σημαίνει «δοσμένος από τον Θεό» (Bog =
Θεός και dan = δοσμένος). Έτσι, το Μπογδάνος μπορεί αρχικά να δήλωνε τον
απόγονο ή άνθρωπο του Μπογδάν.
–1829. Ο ονομαστικός κατάλογος των
μαθητών του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου της Νάουσας του σχολικού έτους 1829.
«Οι μαθητευόμενοι εις την
Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της κομοπόλεως Ναούσης»
Αγγελικό Μπογδάνου ετών 6.
–Μπογιατζής ή Μπογιαντζής ή Βογιατζής: Το
επώνυμο Μπογιατζής, στις μορφές Μπογιαντζής και Βογιατζής,
είναι επαγγελματικό παρωνύμιο και προέρχεται από την τουρκική λέξη boyacı,
που σημαίνει βαφέας, δηλαδή αυτός που ασχολείται με τη βαφή. Το επώνυμο
πιθανότατα δημιουργήθηκε από το επάγγελμα κάποιου προγόνου και στη συνέχεια
μεταβιβάστηκε στους απογόνους του.
Σύμφωνα με οικογενειακή
παράδοση, η οικογένεια έχει καταγωγή από τη Νάξο, από χωριό όπου ο
προπάππος της οικογένειας ασχολούνταν με το βάψιμο σελών για γαϊδούρια. Η
παράδοση αυτή ταιριάζει με την επαγγελματική σημασία του επωνύμου, χωρίς όμως
να υπάρχουν μέχρι σήμερα παλαιότερα τεκμήρια που να επιβεβαιώνουν με βεβαιότητα
την προέλευση από τη Νάξο.
Η πρώτη παρουσία στην Πάρο
Η οικογένεια εμφανίζεται στην
Πάρο ήδη κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα και συνδέεται ιδιαίτερα με
τον Κώστο και τη Νάουσα.
Το 1830 γεννιέται ο Γεώργιος
Μπογιατζής του Γεωργίου, ο οποίος αργότερα καταγράφεται ως κηπουρός. Από
τον ίδιο οικογενειακό κλάδο προέρχονται ο Κωνσταντίνος Μπογιατζής,
γεννημένος το 1853, και ο Ευστράτιος Μπογιατζής, γεννημένος το 1856.
Η οικογένεια στον Κώστο
Το 1853, ο Κωνσταντίνος
Μπογιατζής του Γεωργίου, γεννημένος στον Κώστο, καταγράφεται αργότερα ως
ποιμήν και κάτοικος Αθηνών. Το 1859 συναντούμε την Αικατερίνη
Μπογιατζή, μητέρα του Παριανού ναύτη Σπύρου Ασωνίτη, γεγονός που δείχνει
και τις συγγενικές συνδέσεις της οικογένειας με άλλες παριανές οικογένειες.
Στον εκλογικό κατάλογο του Κώστου
του 1883 καταγράφεται ο Γεώργιος Μπογιατζής του Γεωργίου, γεννημένος
το 1830, 53 ετών και κηπουρός, ενώ την ίδια περίοδο εμφανίζεται ο Ευστράτιος
Βογιατζής του Γεωργίου, 27 ετών, γεωργός.
Το 1885 ο Ευστράτιος
καταγράφεται στον εκλογικό κατάλογο της Νάουσας ως Μπογιατζής Ευστράτιος του
Γεωργίου, 29 ετών, γεωργός από τη Νάουσα, ενώ στον κατάλογο του Κώστου
εμφανίζεται και πάλι ως Βογιατζής Ευστράτιος. Οι διαφορετικές αυτές
γραφές δείχνουν ότι οι μορφές Μπογιατζής, Μπογιαντζής και Βογιατζής
χρησιμοποιούνταν παράλληλα για την ίδια οικογένεια.
Η συνέχεια της οικογένειας
Η οικογένεια εξακολουθεί να
καταγράφεται στην Πάρο και κατά τον 20ό αιώνα. Το 1946, στον εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Μάρπησσας, στις 30 Απριλίου 1946, αναφέρεται ο Σταμάτιος
Μπογιαντζής του Γεωργίου, 72 ετών, εργάτης.
Η παρουσία των Μπογιατζήδων
όμως δεν περιορίστηκε στις παλαιότερες καταγραφές. Η οικογένεια είναι γνωστή
μέχρι σήμερα στον Κώστο, διατηρώντας τη σύνδεσή της με το χωριό και το
επώνυμο που απαντά στις διαφορετικές μορφές Μπογιατζής, Μπογιαντζής και
Βογιατζής.
Μια οικογένεια με μακρά
παρουσία στον Κώστο
Οι διαθέσιμες μαρτυρίες
δείχνουν μια οικογένεια που βρίσκεται στην Πάρο ήδη από τις αρχές του 19ου
αιώνα και κατά τον 19ο αιώνα έχει ισχυρή παρουσία στον Κώστο και τη Νάουσα.
Η πιθανή ναξιακή καταγωγή της, η επαγγελματική σημασία του επωνύμου και η
διατήρησή του μέχρι σήμερα στον Κώστο συνθέτουν την εικόνα μιας οικογένειας που
ενσωματώθηκε στον παριανό πληθυσμό και διατήρησε για σχεδόν δύο αιώνες την
τοπική της παρουσία.
–Στην Πάρο το επίθετα μαρτυρείτε στις αρχές του 1800.
–1830. Σε
εκλογικό κατάλογο του Κώστου του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Μπογιατζής
Γεώργιος (γεν. 1830) του Γεωργίου, 53 ετών, κηπουρός.
–1830. Γενεαλογικό
δέντρο οικογένειας Μπογιατζή. Μπογιατζής Γεωρ. Γεώργιος 1830 Μπογιατζή
Ευστράτιο 1859 και Μπογιατζή Κωνσταντίνο 1853 Μπογιατζής Γεώργιος του Κωνσταντίνου
1882, Μπογιατζή Δημήτριο του Κωνσταντίνου, Μπογιατζή .......... του
Κωνσταντίνου.
–1853. Σε
εκλογικό κατάλογο του Κώστου του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Μπογιατζής
Κωνσταντίνος (γεν. 1853) του Γεωργίου, 30 ετών, Ποιμήν, κάτοικος Αθήνας.
–1859. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1859 ο 35χρονος ναύτης από
την Πάρο Σπύρος Ασονίτης [Ασωνίτης] του Δημητρίου και της Αικατερίνης
Μπογιατζή, παντρεύεται στην Ερμούπολη την επίσης παριανή Ζαφείαρ Μήλα, του
Ιωάννη και της Σοφίας Ιωάννου.
–1883. Σε
εκλογικό κατάλογο του Κώστου του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Βογιατζής
Ευστράτιος (γεν. 1856) του Γεωργίου, 27 ετών, γεωργός από τον Κώστο.
–1885. Σε
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Μπογιατζής
Ευστράτιος του Γεωργίου, 29 ετών, γεωργός από τη Νάουσα, Μπογιατζής Γεώργιος
του Γεωργίου, 55 ετών, γεωργός από τον Κώστο και Μπογιατζής Κωνσταντίνος του
Γεωργίου, 32 ετών, ποιμήν από τον Κώστο, κάτοικος Αθήνας.
–1885. Σε
εκλογικό κατάλογο του Κώστου του 1885, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Βογιατζής
Ευστράτιος του Γεωργίου, 27 ετών, γεωργός από τον Κώστο.
–1946. Σε εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Μάρπησσας στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο
Μπογιαντζής Σταμάτιος του Γεωργίου, 72 ετών εργάτης.
–Μπογιατζόγλου ή Μπογιατζόγλους: Το
επώνυμο Μπογιατζόγλου ή Μπογιατζόγλους είναι σύνθετο και
πιθανότατα συνδέεται με το επαγγελματικό επώνυμο Μπογιατζής, από την
τουρκική λέξη boyacı, που σημαίνει βαφέας. Το δεύτερο συνθετικό -όγλου,
από το τουρκικό oğlu, σημαίνει «γιος του» ή «απόγονος του».
Έτσι, το επώνυμο θα μπορούσε αρχικά να σημαίνει «ο γιος ή ο απόγονος του
Μπογιατζή».
Η μορφή αυτή
του επωνύμου, με την κατάληξη -όγλου, είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική
οικογενειών της Μικράς Ασίας και των παλαιών οθωμανικών περιοχών,
γεγονός που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μικρασιατικής καταγωγής. Ωστόσο, τα
διαθέσιμα παριανά τεκμήρια δεν επιτρέπουν ακόμη ασφαλή προσδιορισμό του τόπου
προέλευσης.
Η οικογένεια
στις Λεύκες
Η παρουσία
των Μπογιατζόγλου στην Πάρο είναι αρκετά παλιά. Στα δημοτολόγια των Λευκών
του 1822 είναι ήδη εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Μπογιατζόγλους, γεγονός
που δείχνει ότι η οικογένεια είχε εγκατασταθεί στο νησί πριν από την ίδρυση του
ελληνικού κράτους.
Λίγα χρόνια
αργότερα, στον εκλογικό κατάλογο των Λευκών του 1847, συναντούμε τον Γεώργιο
Μπογιατζόγλους, γεννημένο το 1794, 53 ετών και κτηματία. Η καταγραφή
αυτή επιβεβαιώνει ότι η οικογένεια είχε πλέον αποκτήσει σταθερή παρουσία και
περιουσιακή βάση στις Λεύκες.
Ο Γεώργιος
Μπογιατζόγλους στην Παροικιά
Ιδιαίτερα
σημαντική είναι η μαρτυρία του 1830, καθώς ο Γεώργιος Μπογιατζόγλους
υπογράφει ως μάρτυρας σε πωλητήριο που συντάχθηκε στην Παροικιά στις 2
Ιουνίου 1830. Η παρουσία του σε συμβολαιογραφική πράξη, μαζί με πρόσωπα
όπως ο Δημήτριος Δελαγραμμάτης και ο Ζώρζης Μάτσας Μαυρογένης, δείχνει ότι η
οικογένεια είχε ήδη κοινωνική παρουσία στην παριανή κοινωνία.
Ο κλάδος της
Νάουσας και η ναυτοσύνη
Η οικογένεια
δεν περιορίστηκε στις Λεύκες. Το 1830 γεννιέται ο Κωστής
Μπογιατζόγλου του Γεωργίου, ο οποίος ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα.
Στον
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883 καταγράφεται ο Κωστής
Μπογιατζόγλου του Γεωργίου, 53 ετών, ναυτικός. Δύο χρόνια αργότερα, στον
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, εμφανίζεται και πάλι ως Κώστας
Μπογιατζόγλου του Γεωργίου, 55 ετών, ναύτης από τη Νάουσα.
Η παρουσία
του ως ναυτικού συνδέει την οικογένεια με τη σημαντική ναυτική δραστηριότητα
της Πάρου και ιδιαίτερα των παριανών παράκτιων κοινοτήτων κατά τον 19ο αιώνα.
Μια
οικογένεια με παλιά παρουσία στην Πάρο
Οι μέχρι
σήμερα μαρτυρίες δείχνουν ότι οι Μπογιατζόγλου αποτελούν οικογένεια με
παρουσία στην Πάρο τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα, με βασικούς τόπους
εγκατάστασης τις Λεύκες και τη Νάουσα. Η μορφολογία του επωνύμου αφήνει
πιθανό το ενδεχόμενο μικρασιατικής ή γενικότερα ανατολικής οθωμανικής
προέλευσης, χωρίς αυτό να μπορεί ακόμη να θεωρηθεί αποδεδειγμένο.
Από τον Γεώργιο
Μπογιατζόγλους των Λευκών των αρχών του 19ου αιώνα έως τον Κώστα
Μπογιατζόγλου της Νάουσας, η οικογένεια καταγράφεται στην Πάρο για πολλές
δεκαετίες, ενώ η ναυτική δραστηριότητα των νεότερων μελών της αποτελεί
χαρακτηριστικό στοιχείο της παρουσίας της στο νησί.
–1789. Στον εκλογικό
κατάλογο Λευκών το 1844 είναι εγγεγραμμένος ο 55χρονος μυλωνάς Ξένος Ιωάννης
(γεν. 1789).
–1794. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι
εγγεγραμμένος ο 53χρονος κτηματίας Γεώργιος Μπογιατζόγλους (γεν. 1794).
–1822. Στα δημοτολόγια Λευκών του 1822 είναι
εγγεγραμμένος ο Γεώργιος Μπογιατζόγλους.
–1830. Σε
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Μπογιατζόγλου
Κωστής (γεν. 1830) του Γεωργίου, 53 ετών, ναυτικός.
–1830. Πωλητήριον. Παουσιασθείς εις το
Δημόσιον τούτο Γραφείον ο κάτωθεν υποφαινόμενος κύριος Κοσμάς Λιβαθινόπουλος
ιδία αυτού βουλή και γνώμη και αυτοπροαιρέτως εσυμφώνησαν μετά του ευγενεστάτου
κυρίου Ελευθέριου Χαμάρτου και του πωλεί το υποστατικόν το οποίον έχει αγοράν
από τον κύριον Αλέξανδρον Καμπάνην με όλα του τα δικαιώματα καθώς εστί και
ευρίσκεται σήμερον κείμενον εις τοποθεσίαν Σαρακήνικον, πλησίον ο ίδιος
αγοραστής κύριος Ελευθέριος Χαμάρτος (με) συναινέσει και της συζύγου του, διά
φοίνικας τριακοσίους είκοσι αριθ. 320: ως εσυμφωνησαν εν τω αναμεταξύ τους και
από την σήμερον και εις τον εξής είναι και λέγεται του κυρίου Ελευθέριου
Χαμάρτου να το κάμη ως θέλει και βούλεται, ως καλώς πωλημένον και καλώς
αγορασμένον ως έλαβεν την τιμήν ο κύριος Κοσμάς άχρι και του οβολού υπόσχεται
δε και εις τον αγοράσαντα όλα τα έγγραφα και δεν ζητεί καμμίαν … …. από τον
Χαμάρτον διά την υπόθεσιν του αυτού πράγματος η οποία ήτον εις κρισολογίαν και
θέλει μένει ο αγοραστής ήσυχος. Και εις ένδειξιν εγένετο το παρόν συμφωνητικόν
πωλητήριον γράμμα υπογεγραμμένον παρά των αξιοπίστων μαρτύρων. Και εδόθη εις
χείρας του διαληφθέντος αγοραστού κυρίου Χαμάρτου του οποίου αντίγραφον
καταχωρείται εις το Δημόσιον Γραφείον υπ’ αρ. (103) εις ασφάλειαν. Τη 2 Ιουνίου
1830. Παροικία της Πάρου.
Δετόρες Π. Κονταρίνης ζητηθείς παρά του
κυρίου Κοσμά γράφω εις το όνομα του όστις στέργει το παρόν και ούτος καγώ
μαρτυρώ. Γεώργιος Μπογιατζόγλους παρακληθείς παρά της κυρίας Λοξής, σύζυγος
Κοσμά Λιβαθινόπουλου, ότι στέργει το παρόν καιούτως καγώ μαρτυρώ. Δημήτριος
Δελαγραμμάτης μαρτυρώ. Ζώρζης Μάτσας Μαυρογένης μάρτυς.
–1885. Σε
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχει εγγεγραμμένος ο, Μπογιατζόγλου
Κώστας (γεν. 1830) του Γεωργίου, 55 ετών, ναύτης από τη
Νάουσα.
–Μπογιατζόπουλος:
Το επώνυμο Μπογιατζόπουλος είναι πιθανότατα πατρωνυμικό και
φαίνεται να συνδέεται με το επώνυμο Μπογιατζής, από την τουρκική λέξη boyacı,
που σημαίνει βαφέας. Η κατάληξη -όπουλος σημαίνει «γιος» ή
«απόγονος», επομένως το επώνυμο θα μπορούσε αρχικά να σημαίνει «ο γιος ή ο
απόγονος του Μπογιατζή».
–1721. Ο ιερέας Γεμελιάρης μνημονεύεται
στο προικοσύμφωνο της Μαρούσας Τζ. Ραγκούση με τον Γεωργίου Ι. Γεμελιάρη.
Λεύκες 20 Δεκεμβρίου 1721. όπου η Λαρέντζα Ραγκούση προικίζει την κόρη της
Μαρούσα για να παντρευτεί τον γιο του αφέντη χωροεπισκόπου Κεφάλου Γεμελιάρη.
Υπογράφει ως μάρτυς ο Παναγιώτης Μπογιατζόπουλος.
–Μπόμπος: Το επώνυμο Μπόμπος είναι
πιθανότατα παρωνυμικό, προερχόμενο από παρατσούκλι ή υποκοριστικό
προσωπικού ονόματος. Η ακριβής ετυμολογία του δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιη
χωρίς παλαιότερες μαρτυρίες του επωνύμου.
–1967. Στην εφημερίδα Φωνή της Πάρου του 1967
αναφέρετε ο αγώνας ποδοσφαίρου μεταξύ του Γυμνασίου Πάρου και του Νηρέα
Νάουσας. Στην σύνθεση του Γυμνασίου ο μαθητής Μπόμπος Στ.
–Μπονάκης: Το επώνυμο Μπονάκης είναι πιθανότατα πατρωνυμικό
ή υποκοριστικό, με την κατάληξη -άκης, η οποία είναι ιδιαίτερα
χαρακτηριστική της Κρήτης. Η μορφή του επωνύμου αφήνει επομένως ανοιχτό το
ενδεχόμενο κρητικής καταγωγής, χωρίς όμως τα συγκεκριμένα στοιχεία να
επιτρέπουν ασφαλή προσδιορισμό του τόπου προέλευσης.
Ο Αβιμέλεχ Μπονάκης στην Πάρο
Η μέχρι σήμερα γνωστή παρουσία της οικογένειας στην
Πάρο συνδέεται με τον μοναχό Αβιμέλεχ Μπονάκη, ο οποίος εγκαταστάθηκε
στην περιοχή του Αγίου Αντωνίου Κεφάλου στις αρχές του 20ού αιώνα.
Το 1909, όταν ήρθε στην Πάρο για να ασκητεύσει
και να ζήσει ως ησυχαστής, βρήκε τον Άγιο Αντώνιο Κεφάλου σε ερειπιώδη
κατάσταση. Η παρουσία του μοναχού συνδέθηκε έτσι με την αναβίωση του
παλαιού μοναστηριακού χώρου.
Το «κελλίον του Γέροντος»
Το 1911 ανεγέρθηκε το βόρειο δωμάτιο του
μοναστηριακού συγκροτήματος, το οποίο είναι γνωστό ως «κελλίον του Γέροντος»
Αβιμέλεχ Μπονάκη. Η ονομασία αυτή διατήρησε τη μνήμη του μοναχού και τη
σύνδεσή του με τον Άγιο Αντώνιο.
Ο Αβιμέλεχ Μπονάκης συνέχισε αργότερα τη μοναχική του
ζωή στο Άγιο Όρος, όπου και πέθανε.
Η συγκεκριμένη μαρτυρία αποτελεί μέχρι σήμερα την
κυριότερη γνωστή αναφορά του επωνύμου Μπονάκης στην Πάρο και συνδέει το
όνομα με έναν μοναχό που στις αρχές του 20ού αιώνα συνέβαλε στην αναβίωση του
ιστορικού χώρου του Αγίου Αντωνίου Κεφάλου.
–1909. Εν ερειπώδει εύρε τον Άγιο Αντώνιο Κεφάλου ο
μοναχός Αβιμέλεχ Μπονάκης, ότε το 1909 είχεν έλθει εδώ προς ηγυχασμόν.
–1911. Το 1911 ανηγέρθη το ήδη υπάρχον βορεινόν
δωμάτιον «κελλίον του Γέροντος» Αβιμέλεχ Μπονάκης. Ο μοναχός πέθανε στο Άγιο
Όρος.
–Μπόνης: Το
επώνυμο Μπόνης πιθανότατα προέρχεται από το ιταλικό buono, που
σημαίνει «καλός». Θα μπορούσε αρχικά να αποτελεί παρωνύμιο για άνθρωπο
που χαρακτηριζόταν ως καλός, πράος ή ευγενικός. Η ιταλική προέλευση του
ονόματος δεν αποδεικνύει από μόνη της ιταλική καταγωγή της οικογένειας, καθώς
τέτοια προσωνύμια μπορούσαν να περάσουν στην ελληνική κοινωνία και μέσω των
μακρόχρονων βενετικών και δυτικών επιρροών στο Αιγαίο.
–1975. Στο Πίσω Λιβάδι αναφέρεται ο Στέλιος Μπόνης
–2015. Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου Πάρου ο Στέλιος
Μπόνης.
–2016. Ευρωπαϊκές διακρίσεις από τον Βαγγέλη Στ.
Μπόνη, κάτοικο Παροικιάς.
–Μπουγιουνλής:
Το επώνυμο Μπουγιουνλής πιθανότατα συνδέεται με την τουρκική λέξη boyun,
που σημαίνει «λαιμός», και την κατάληξη -lu/-lı, η οποία δηλώνει
προέλευση ή σχέση. Θα μπορούσε επομένως να αποτελεί παρωνύμιο που αρχικά δήλωνε
κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του προσώπου.
Η μορφή του επωνύμου, με την τουρκική ρίζα, δεν
αρκεί από μόνη της για να αποδείξει μικρασιατική καταγωγή, αλλά αφήνει
ανοικτό ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
(συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 43χρονος ράπτης
Κωνσταντίνος Μπουγιουνλής.
–Μπουλάλας:
Το επώνυμο Μπουλάλας πιθανότατα ανήκει στα παρωνυμικά επώνυμα, χωρίς
όμως να είναι σήμερα δυνατό να προσδιοριστεί με βεβαιότητα η ακριβής ετυμολογία
του. Η μορφή του επωνύμου δεν αποκλείει προέλευση από ιδιωματικό προσωνύμιο ή
παλαιότερο οικογενειακό όνομα. Η μοναδική γνωστή αναφορά του επωνύμου κατά την
περίοδο αυτή, χωρίς μέχρι σήμερα να εντοπίζεται παλαιότερη παριανή παρουσία ή
συνέχεια της οικογένειας, αποτελεί ένδειξη που επιτρέπει να εξεταστεί το
ενδεχόμενο ο Νικόλαος Μπουλάλας να ήταν πρόσφυγας ή προσωρινά εγκατεστημένος
στην Πάρο.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
(συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 43χρονος γεωργός
Νικόλαος Μπουλάλας.
–Μπουλουρής ή Μπουλούρης ή Μπουλαξής: Το
επώνυμο Μπουλουρής, που απαντά και ως Μπουλούρης και Μπουλαξής,
αποτελεί παλαιό παριανό επώνυμο. Η ακριβής ετυμολογία του δεν είναι βέβαιη και
πιθανότατα προέρχεται από παλαιότερο προσωνύμιο ή οικογενειακή ονομασία. Οι
διαφορετικές μορφές φαίνεται να αφορούν την ίδια οικογένεια.
Παρουσία
στην Παροικιά από τον 17ο αιώνα
Η οικογένεια
μαρτυρείται ήδη από το 1672, όταν ο ιερέας Πέτρος Μπουλουρής
υπογράφει αναφορά αρχόντων της Πάρου σχετικά με τους Ιησουίτες. Το 1674,
ο ίδιος ή μέλος της ίδιας οικογένειας εμφανίζεται ως παπά Πέτρος Μπουλαξής
σε σημαντικό έγγραφο της κοινότητας της Παροικιάς για την παραχώρηση οικοπέδου
στους Ιησουίτες.
Ισχυρή
εκκλησιαστική και κοινοτική παρουσία
Κατά τον 18ο
αιώνα οι Μπουλουρήδες εμφανίζονται συχνά στα έγγραφα της Παροικιάς. Ιδιαίτερα
σημαντική είναι η παρουσία του πρωτοπαπά Μπουλουρή, ο οποίος συμμετέχει
στις γενικές συνελεύσεις και στις κοινοτικές υποθέσεις από το 1716 έως και
τη δεκαετία του 1730.
Παράλληλα,
αναφέρονται οι Νικόλαος, Ιωάννης, Λοΐζος και Πετράκης Μπουλουρής, ενώ η
οικογένεια διαθέτει και ακίνητη περιουσία στην περιοχή του Αγίου Βασιλείου. Το 1729
ο Πετράκης Μπουλουρής αναφέρεται ως γιος του μακαρίτη πρωτοπαπά Νικολού
Μπουλουρή, επιβεβαιώνοντας την παρουσία διαδοχικών γενεών.
Μια παλιά
οικογένεια της Παροικιάς
Οι συνεχείς
αναφορές από το 1672 έως το 1744 δείχνουν ότι οι Μπουλουρήδες ήταν παλιά
και εγκατεστημένη οικογένεια της Παροικιάς, με ιδιαίτερη θέση στην
εκκλησιαστική και κοινοτική ζωή του τόπου. Η μακρά παρουσία τους, και κυρίως η
διαδοχή ιερέων και πρωτοπαπάδων, τους κατατάσσει στις οικογένειες που είχαν
ενεργό ρόλο στην κοινωνία της Παροικιάς κατά τον 17ο και 18ο αιώνα.
–1672. Ο
ιερέας Πέτρος Μπουλούζης υπογράφει αναφορά αρχόντων της Πάρου σχετική με τους
Ιησουΐτες στις 29 Μαΐου 1672. Πρόκειται για τον Πέτρο Μπουλουρή.
–1674. Στις 7 Μαΐου του 1674 η κοινότητα της Παροικιάς δώρισε στους
Πατέρες Ιησουίτες εν Νάξο, εκ των κτημάτων του ναού της Παναγίας της
Εκατονταπυλιανής, οικόπεδο για την ανέγερση Μονής. «Εις δόξαν χριστού αμήν 1674
εις τας 7 του μαϊου εν καστέλιω Παροικίας οι αιδεσιμωτάτοι πατέραις εκ της
συντροφίας του Ιησού, διά να κτίσουσι μοναστήρι και σκολιό, και μην ευρίσκοντας
τόπον αρμόδιον διά την αυτήν υπόθεσιν, διά τούτο θέλωμεν ημείς οι κατωθεν
υπογεγραμμένοι, και εις το όνομα της κοινώτητος και δίδωμεν διά έργον χάρις των
άνωθε αιδεσιμωτάτων πατέρων ένα κομμάτι χωράφι από της παναγίας μας της
Καταπολιανής, εις το μάκρος ποδάρια του μέτρου εκατό δέκα και εις πλάτος άλλον
τόσον και εις τούτο ομπληγαρόμαιστα οπώταν εις κανένα καιρόν ήθελε σικοθή τινάς
να γυρέψει δικαιώματα εις το άνωθε κομμάτι το χωράφι όπου των χαρίζωμεν να
ήμαιστε ημείς ομπληγάδοι να το πληρονωμεν της παναγίας, όθεν διά το βέβαιον
απογράφωμεν διά χειρίσμας και εις το όνομα της άνωθε κοινότητος.
Οικονόμος Παροικίας, σακελλάριος Παροικίας, Νικόλαος ιερεύς πρωτοπαπάς
Παροικίας, Πέτρος ιερεύς Βιτζαράς, Κώστας Μαίζας, Τεμένιγος ιερεύς, παπα Ιω.
Γαλανός, Ελευθέριος ιερεύς Λουρδας, Νικόλαος ιερεύς…, παπα Ιωάννης …, παπα
Πέτρος Μπουλαξής, παπα Στέφανος Βυτζαράς, παπα Φραντζέσκος Βιτζαράς, Γιακουμής
Πατέλας, παπα Μιχαλής Κοντα΄ρατος, Μάρκος ιερεύς, Χωροεπίσκοπος Παροικιάς,
Τζουάνες Σκληρός, Νικολός Κοντίλης, Μανόλης Αλισάφης, Μιχαήλ Βιτζαράς, Νικολός
Κοτίλης, Γιώργης …, Μανώλης Αλεξάκης, Φραντζέσκος Μιχαλέτος Γραμματικός, Ιω.
Βιτζαράς, Ιω. Σκιάδος, Ιω. Βιτζαράς, Κωστάκης Γαλανός, Τζώρτζης Ρουτες, Ιω.
Σκιάδας, Γεώργης Μαυρομάτης, Ιω. Σπυρίδος, Δημήτρης Ταργέτας, Νικολός …,
Μιχελής Δημητ…, Ιω. Πατελας, Ιω. Τουτέσκος, Bartolo Rozza, Γιαννούλης Ταργέντας, Αντώνης Αλλησάφης,
τζουάνες Γιράρδης, Τζώρτζης Νταμόστος, Ιω. Του μαστρο Γιάκουμου, Γιόνης
Μυστράτος, Δημήτρης Μαβρομάτης, Giacomo Zellini, Domenico Ferrari, Γιάννης
Ντελαγραμμάτικας, Γεώργης Τακορόνιας.
Εμμανουήλ Κομητας επίτροπος βεβαιώνω ως άνωθεν και δια όνομα όλης της
Κοινότητος»
–1710. Χωράφι
στον Άγιο Βασίλη σύμπλιος πρωτοπαπάς Μπουλουρής
–1716. Σε
πρακτικό εκλογής νοταρίου – καγκελαρίου από το κοινό της Παροικιάς στη Γενική
Συνέλευση της 14 Ιανουαρίου 1716, μαρτυρείται ο πρωτοπαπάς Μπουλουρής, ο Νικολός Ιωανν. Μπουλουρής, αλλά και ο Νικολός
Μπουλουρής, ο πρωτοπαπάς επίτροπος της Κοινότητας Μπουλουρής και ο Λοΐζος
Μπουλουρής.
–1718. Πρωτοπαπάς
Μπουλουρής υπογράφει ως μάρτυς σε έγγραφο Παροικιάς στις 29 Απριλίου 1718.
–1723. Σε
πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 30 Ιανουαρίου 1723
κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο πρωτοπαπάς
Μπουλουρής.
–1724. Σε
πρακτικό εκλογής εκτιμητών του κοινού της Παροικιάς στις 13 Δεκεμβρίου 1724
κατά τη Γενική Συνέλευση μαρτυρείται ο πρωτοπαπάς
Παροικιάς Μπουλουρής και ο Νικόλαος Μπουλουρής.
–1725. Σε
προικοσύμφωνο Παροικιάς αναφέρεται ο πρωτοπαπάς Μπουλουρής 1725.
–1729. «Προικοσύμφωνο της Μαργαριταράκης
ποτέ Μαρίνου Δενδρινού και Πετράκη Μπουλουρή» Πάρος, 11 Οκτωβρίου 1729. «Η
Καλίτζα χήρα Μαρίνου Δενδρινού, δίδει στην κόρη της διά χάριν πουρκός αρχή
εικόνισμα το ένα Αγία Τριάδα, του Ευαγγελισμού και ο Άγιος Λάζαρος. Και η κυρία
πρωτοποπαδιά (σύζυγος του πρωτοπαπά της Παροικιάς Μπουλουρή) πουρκίζει του υιού
της Πετράκη αρχή μια εικόνα του Σωτήρα και την εκκλησίαν που έχουν τον Άγιον
Νικόλαον με όλα τα ιερά σκεύη». (ΓΑΚ 212-1958).
–1729. Σε κληρονομικό δικαίωμα των
συζύγων αναφέρεται στις 11 Οκτωβρίου 1729 ο αφέντης Πετράκης Μπουλουρής υιό του
μακαρίτη πρωτοπαπά Νικολού Μπουλούρη.
–1730. Χωράφι Άγιο
Βλάση από τον μπρωτοπαπά – Μπουλουρή.
–1730. Διαθήκη
του Πέτρου Κασσαλιά 17 Ιαν. 1730 έτερον χωράφι εις τον Άγιον Βασίλη, αγορά του
από τον Νικολό Παλαιολόγο σύμπλιος πρωτόπαπας Μπουλουρής».
–1730. Πρακτικό
εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 12 Νοεμβρίου 1730, αναφέρεται
ο οικονόμος Παροικιάς Μπουλουρής.
–1730. Σε
πρακτικό πωλήσεως του φόρου της δεκάτης του κοινού Παροικιάς κατά τη Γενική
Συνέλευση, της 26 Ιουλίου 1730 μαρτυρείται ο πρωτοπαπάς
Μπουλουρής.
–1730. Στις
12 Νοεμβρίου 1730 ο Πρωτοπαπάς Μπουλουρής υπογράφει το πρακτικό εκλογής ως Επιτρόπου του Κοινού της Παροικιάς του
Νικολάου Γαλανού για ένα χρόνο.
–1731. Σε
δημόσιο πλειστηριασμό του κοινού της Παροικιάς, σε πρακτικό Γενικής Συνέλευσης
της 1 Μαρτίου 1731 μαρτυρείται ο πρωτοπαπάς
Μπουλουρής
–1731. Πρακτικό
εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 6 Δεκεμβρίου 1731, αναφέρεται
ο πρωτοπαπάς Μπουλουρής και ο Νικόλαος Μπουλουρής.
–1732. Πρακτικό
εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4 Ιανουαρίου 1732, αναφέρεται
ο πρωτόπαπας Μπουλουρής.
–1732. Πρακτικό εξουσιοδοτήσεως
απεσταλμένου του κοινού Παροικιάς, κατά τη Γενική Συνέλευση στις 17 Ιανουαρίου
1732 αναφέρεται ο πρωτόπαπας Μπουλουρής.
–1733. Πρακτικό
εκλογικής επιτροπής του κοινού της Παροικιάς στις 4 Ιανουαρίου 1733, αναφέρεται
ο πρωτοπαπάς Μπουλουρής.
–1733. Σε δημόσιο πλειστηριασμό του
κοινού Παροικιάς στις 20 Ιουνίου 1733, αναφέρεται ο πρωτοπαπάς Μπουλουρής.
–1734. Στις 24 Φεβρουαρίου 1734, οι
προεστοί και επίτροποι του κοινού Παροικιάς Πάρου, με συστατικό γράμμα
βεβαιώνουν ότι ο κάτοικος του νησιού τους, γαλλικής καταγωγής, Γιόζε Ντάλες,
δια της βίας και παρά τη θέλησή του συνεργάστηκε με ξένους πειρατές, ένας εκ αυτών
είναι ο πρωτοπαπάς Μπουλουρής και ο Νικόλαος Μπουλουρής..
–1737. Πρακτικό
εκλογής επιτρόπου του κοινού της Παροικιάς την 1η Μαρτίου 1737 αναφέρεται ο
Νικόλαος και ο Ιωάννης Μπουλουρής.
–1738. Σε έγγραφο του 1738 αναφέρεται ο
Ιωάννης Μπουλουρής.
–1739. Πρακτικό εκλογής κοινοτικών
επιστατών του ναού της Εκατονταπυλιανής σε Γενική Συνέλευση του κοινού της
Παροικιάς στις 10 Μαρτίου 1739 αναγράφεται ο πρώην πρωτοπαπάς Μπουλουρής.
–1739. Στις
6 Αυγούστου 1739 συντάσσει τη διαθήκη του ο πρωτοπαπάς Μπουλουρής.
–1741. Για την εκλογή απεσταλμένων στην
Κωνσταντινούπολη από τα κοινά της Παροικιάς στη Γενική συνέλευση το 1741
αναφέρεται ο Νικολός Μπουλουρής από την Παροικιά.
–1744. Σε
έγγραφο αγοραπωλησίας στις 6 Οκτ. 1744 στην Παροικιά ο Νικόλαος Μπουλουρής
είναι μάρτυς.
–Μπουλούζης: Βλέπε Μπουλουρής.
–Μπουράλης: Βλέπε Μπουρέλης
–Μπουράντες: Το επώνυμο Μπουράντες
δεν έχει μέχρι σήμερα ασφαλή ετυμολογική ερμηνεία. Η μορφή του πιθανόν να
προέρχεται από παλαιότερο προσωνύμιο ή οικογενειακή ονομασία. Δεν υπάρχουν
επαρκή στοιχεία για να προσδιοριστεί με βεβαιότητα η ιδιαίτερη καταγωγή της
οικογένειας.
–1829: 9βρίου 27. Μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της
πόλεως Παροικιάς
Μπουράντες Νικ. ετών 13.
–Μπουρέλης ή Μπουράλης: Το επώνυμο Μπουρέλης,
που απαντά και ως Μπουράλης, αποτελεί παλαιό παριανό επώνυμο. Η ακριβής
ετυμολογία του δεν είναι βέβαιη και πιθανότατα προέρχεται από παλαιότερο
προσωνύμιο ή οικογενειακή ονομασία. Οι δύο μορφές φαίνεται να αφορούν την ίδια
οικογένεια.
Η οικογένεια
στην Παροικιά
Η οικογένεια
είναι τεκμηριωμένη στην Παροικιά από τα τέλη του 19ου αιώνα. Το 1896
γεννιέται ο Ιωάννης Μπουρέλης του Αντωνίου, ναυτικός, ενώ το 1908
η Σταματίνα Μπουρέλη του Αντωνίου. Σε σχολική φωτογραφία της Παροικιάς,
περίπου το 1920, διακρίνεται επίσης ο Αντώνης Μπουρέλης.
Η οικογένεια
συνεχίζει να εμφανίζεται στην Παροικιά και κατά τον 20ό αιώνα, με αρκετά μέλη
να ασχολούνται με τη ναυτοσύνη. Το 1926 αναφέρεται ο Αντώνιος
Μπουράλης του Ιωάννη, ναυτικός, ενώ το 1949 καταγράφεται και πάλι ως
κάτοικος Παροικιάς.
Παρουσία
στην κοινωνική ζωή της Παροικιάς
Ιδιαίτερα
χαρακτηριστική είναι η συμμετοχή του Ιωάννη Α. Μπουρέλη στις κοινοτικές
εκλογές της Παροικιάς το 1954, όπου έλαβε 168 σταυρούς,
καταλαμβάνοντας θέση μεταξύ των υποψηφίων του συνδυασμού «Λαός – Έργα».
Η οικογένεια
εξακολουθεί να είναι παρούσα στην Παροικιά και στα νεότερα χρόνια. Το 1995
αναφέρεται ο Ιωάννης Μπουρέλης ως έμπορος αυτοκινήτων.
Οι μαρτυρίες
από το 1896 έως τα τέλη του 20ού αιώνα δείχνουν μια οικογένεια που
παρέμεινε σταθερά εγκατεστημένη στην Παροικιά, με χαρακτηριστική παρουσία στη ναυτοσύνη
και την επαγγελματική και κοινωνική ζωή της πόλης.
–1896. Το 1896 γεννιέται ο Μπουρέλης Ιωάννης του
Αντωνίου ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.
–1908. Το 1908 γεννιέται η Μπουρέλη
Σταματίνα του Αντωνίου κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–1920. Σε
σχολική φωτογράφιση στην Παροικιά 1920(?) διακρίνεται ο Αντώνης Μπουρέλης.
–1926. Το 1926 γεννιέται ο Μπουράλης Αντώνιος του
Ιωάννη ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.
–1928. Το 1928 γεννιέται η Μπουρέλη
Μαριγώ του Ιωάννη κάτοικος Κοιν. Παροικιάς.
–1946. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1946
υπάρχει εγγεγραμμένος ο Μπουρέλης Ιωάννης του Αντωνίου ναυτικός κάτοικος
Παροικιάς.
–1949. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1949
είναι εγγεγραμμένος ο Μπουράλης Αντώνιος του Ιωάννη ναυτικός κάτοικος
Παροικιάς.
–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Μπουρέλη Στυλιανή όνομα συζύγου Ιωάννης, όνομα
πατρός Δημήτριος Καπούτσος.
–1954. 21 Νοεμβρίου 1954 ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ
ΕΚΛΟΓΕΣ. ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΠΑΡΟΙΚΙΑ: Εψήφισαν εν όλω έγκυρα
ψηφοδέλτια 1152 Έλαβον:
ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ
«ΛΑΟΣ – ΕΡΓΑ» 625.
Σταυρούς
κατά σειράν προτιμήσεως: Αντ. Οικονόμου 586, Ιωαν. Φραγκούλης 584, Παν. Γ.
Κρητικός 375, Ιωάν. Μεν. Μαύρης 229, Γεώργιος Σπ. Δαφερέρας 222, Μιχ. Γ.
Κανδεράκης 173, Ιωάννης Α. Μπουρέλης 168, Β. Μεσολογγίτης 139, Χρυς. Σαρρής 136
και Δημ. Ν. Μαύρης 119.
ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ
«ΠΡΟΟΔΟΣ – ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ» 526.
Σταυρούς
κατά σειράν προτιμήσεως: Ανδρέας Αυλήτης 387, Βαπτιστής Μάτσας 377, Μιχ. Δ.
Πρωτόδικος 274, Γρ. Γ. Γράβαρης 272, Βας. Δ. Φωκιανός 237, Κ. Χαρατσάρης 189,
Μιχ. Π. Ραγκούσης 162 κλπ.
Οι δύο
πρώτοι έρχονται εκ της μειοψηφίας επειδή όμως δεν αποδέχονται, θα εισέλθουν οι
δύο επόμενοι, ήτοι ο Μιχ. Πρωτόδικος και ο Γρηγόριος Γράβαρης.
–1995. Το 1995 έμπορος αυτοκινήτων στην
Παροικιάς Ιωάννης Μπουρέλης.
–Μπουρίκας:
Το επώνυμο Μπουρίκας δεν έχει μέχρι σήμερα ασφαλή ετυμολογική ερμηνεία.
Πιθανότατα προέρχεται από παλαιότερο προσωνύμιο ή οικογενειακή ονομασία. Με τα
διαθέσιμα στοιχεία δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα ούτε η ιδιαίτερη
καταγωγή της οικογένειας.
–1953. Στο εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
του 1953 είναι εγγεγραμμένη η Μπουρίκα Ελένη, όνομα συζύγου Δημήτριος όνομα
πατρός Στυλιανός Τσαντάνης.
–Μπουρναζάκης
ή Μπουρνανάκης ή Μπουρνουζάκης: Το επώνυμο Μπουρναζάκης, που απαντά
στις μορφές Μπουρνανάκης και Μπουρνουζάκης, ανήκει σε οικογένεια κρητικής
καταγωγής, η οποία εγκαταστάθηκε στην Πάρο ως προσφυγική οικογένεια. Η
κατάληξη -άκης είναι χαρακτηριστική των κρητικών επωνύμων και ενισχύει
την κρητική προέλευση του ονόματος. Η ακριβής σημασία της ρίζας «Μπουρναζ-» δεν
είναι μέχρι σήμερα βέβαιη.
Οι πρώτες μαρτυρίες στη Νάουσα
Η οικογένεια εμφανίζεται ήδη στα πρώτα
χρόνια του ελληνικού κράτους. Το 1823, στο δημοτολόγιο του Δήμου
Νάουσας, καταγράφονται ο Κωνσταντίνος Μπουρνανάκης ή Μπουρναζάκης και ο Ιωάννης
Μπουρναζάκης.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η απογραφή
των προσφύγων της Νάουσας του 1829, όπου αναφέρεται ο Κωνσταντής
Μπουρνουζάκης, 40 ετών και ιερέας, μαζί με τον 36χρονο γαμπρό του Αντώνιο,
σκυτοτόμο, τον τρίχρονο ανιψιό τους Γεώργιο και την παρακόρη τους Ζαμπία.
Η καταγραφή αυτή επιβεβαιώνει τον προσφυγικό χαρακτήρα της οικογένειας και την
εγκατάστασή της στη Νάουσα.
Η παρουσία στην Πάρο
Ο Κωνσταντής Μπουρναζάκης
παρέμεινε στη Νάουσα και κατά τις επόμενες δεκαετίες. Το 1835 αναφέρεται
ως κάτοικος Νάουσας Πάρου, ενώ το 1844 στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου
Νάουσας καταγράφεται ο 54χρονος ιατρός Κωνσταντίνος Μπουρναζάκης ή
Μπουρναζάκης και ο **40χρονος μεταπράτης Ιωάννης Μπουρναζάκης.
Η οικογένεια συνδέθηκε έτσι με τη Νάουσα
ήδη από την περίοδο των προσφυγικών εγκαταστάσεων των πρώτων δεκαετιών του 19ου
αιώνα. Ο κλάδος που συνεχίζεται σήμερα στην Πάρο διατηρείται από θηλυγονία
μέσω της οικογένειας Δραγάζη.
–1821. Παριανός αγωνιστής του 1821 ο Μπουρναζάκης
Ιωάννης Γ. Κρητικός (Μ.Υ.13785) Στρατιώτης.
–1823. Στο δημοτολόγιο του Δήμου Νάουσας
(της επαρχίας Νάξου) το 1823, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Κωνσταντίνος Μπουρνανάκης
ή Μπουρναζάκης και ο Ιωάννης Μπουρναζάκης.
–1829. Σε απογραφή προσφύγων
της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Κωνσταντής Μπουρνουζάκης 40 ετών ιερεύς, ο
γαμπρός του Αντώνιος 36 ετών σκυτοτόμος, ο ανιψιός τους Γεώργιος 3 ετων και η
παρακόρη του Ζαμπία.
–1835. Κωνσταντής
Μπουρναζάκης κάτοικος Νάουσας Πάρου. Αναφαίρεται ως συνδρομητής σε βιβλίο του
1838 «Η Βοσκοπούλα του Αιγαίου Πελάγους» του Ιωάννη Γρυπάρη από την Μύκονο.
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18
Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο
54χρονος ιατρός Κωνσταντίνος Μπουρνανάκης ή Μπουρναζάκης, ο 40χρονος μεταπράτης
Μπουρναζάκης Ιωάννης.
–Μπουρνανάκης:
Βλέπε Μπουρναζάκης
–Μπουρνουζάκης: Βλέπε Μπουρναζάκης
–Μπουτούρης ή
Μπουντούρης ή Πουντούρης ή Πουνδούρης: Το
επώνυμο Μπουτούρης και οι παραλλαγές του πιθανότατα προέρχονται από την
τουρκική λέξη budur, με σημασία που συνδέεται με τον κοντόσωμο ή
κοντοπίθαρο άνθρωπο. Πρόκειται επομένως για παρωνυμικό επώνυμο, που
πιθανότατα ξεκίνησε ως προσωνύμιο.
Οι πρώτες μαρτυρίες
Η οικογένεια εμφανίζεται στις πηγές των Λευκών ήδη από
τη δεκαετία του 1830. Το 1828 αναφέρεται στην Ερμούπολη ο Απόστολος
Μπουτούρης, ράπτης, ο οποίος είχε αφιχθεί στη Σύρο. Το 1831 ο ίδιος
ή πιθανότατα μέλος της ίδιας οικογένειας, Απόστολος Πουνδούρης,
καταγράφεται ως μαθητής στην Αλληλοδιδακτική Σχολή των Λευκών.
Παρουσία στις Λεύκες
Στους εκλογικούς καταλόγους των Λευκών του 1844 και
1847 συναντούμε τον Δημήτριο Πουντούρη, ναυτικό, και τον Απόστολο
Πουντούρη, γεωργό, γεγονός που δείχνει ότι η οικογένεια είχε πλέον
εγκατασταθεί στις Λεύκες και δραστηριοποιούνταν σε διαφορετικά επαγγέλματα.
Οι πρώιμες αναφορές, οι διαφορετικές μορφές του
επωνύμου και η παρουσία του Απόστολου στη Σύρο ήδη από το 1828 αφήνουν ανοιχτό
το ενδεχόμενο ο παριανός κλάδος να συνδέεται με προσφυγική μετακίνηση των
πρώτων δεκαετιών του 19ου αιώνα.
–1828.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΠΟΥΤΟΥΡΗΣ Ράπτης ετών 14 ή 24
αφίχθη στην Σύρο το 1828.
–1831. Λεύκες 1831 Μαΐου 2. Ο μαθητής
της Αλληλοδιδακτικής Σχολής Λευκών Πουνδούρης Απόστολος.
–1844. Στον εκλογικό
κατάλογο Λευκών το 1844 είναι εγγεγραμμένος ο 50χρονος ναυτικός Δημήτριος
Πουντούρης.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Λευκών του 1847 είναι
εγγεγραμμένος ο 26χρονος γεωργός Απόστολος Πουντούρης και ο ναυτικός Δημήτριος
Πουντούρης 53 ετών.
–1849. Στα δημοτολόγια Ερμούπολης είναι εγγεγραμμένος
ο παριανός 25χρονος ράπτης Απόστολος Μπουτούρης. Έδωσε όρκο στις 10 Αυγούστου
1849.
–Μπρούτος: Το επώνυμο Μπρούτος
είναι πιθανότατα ιταλικής προέλευσης και συνδέεται με τις λέξεις bruto
και brutti, που αποδίδουν αντίστοιχα την έννοια του «κτήνους» ή του
«άσχημου». Πρόκειται πιθανότατα για παρωνυμικό επώνυμο, το οποίο ξεκίνησε από
χαρακτηρισμό κάποιου προγόνου.
Οι πρώτες
μαρτυρίες στη Νάουσα
Η οικογένεια
είναι ήδη εγκατεστημένη στη Νάουσα από τα μέσα του 17ου αιώνα. Το 1658
αναφέρεται ο ιερέας Νικόλαος Μπρούτος, ο οποίος υπογράφει χρεωστική
ομολογία των ιερέων της Παροικιάς. Την ίδια χρονιά μαρτυρείται και ο Γιαννούλης
Μπρούτος.
Η παρουσία της
οικογένειας επιβεβαιώνεται το 1663, όταν ο Μπερτουμίς Μπρούτος
υπογράφει ως μάρτυρας σε πωλητήριο οικίας στη Νάουσα προς τους Ιησουίτες. Η
αναφορά αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς δείχνει ότι οι Μπρούτοι
συμμετείχαν ήδη στην κοινωνική και οικονομική ζωή της Νάουσας.
Η οικογένεια
κατά τον 18ο αιώνα
Η παρουσία τους
συνεχίζεται και τον 18ο αιώνα. Το 1740, σε σημαντικό κοινοτικό έγγραφο
της Νάουσας, υπογράφει ο Ιωάννης Μπρούτος, ενώ το επώνυμο εμφανίζεται
μέσα σε ένα περιβάλλον οικογενειών με έντονη δυτική και ιταλική παρουσία.
Το 1779
αναφέρεται στη Μύκονο ο παριανός μοναχός Τιμόθεος Προύτος (Μπρούτος),
γεγονός που δείχνει ότι η οικογένεια είχε παρουσία και εκτός Πάρου και ότι η
μορφή Προύτος αποτελούσε επίσης παραλλαγή του επωνύμου.
Μια οικογένεια
με παλιά παρουσία
Οι μαρτυρίες από
το 1658 έως το 1779 δείχνουν ότι οι Μπρούτοι αποτελούν παλιά οικογένεια
της Πάρου, με ιδιαίτερη παρουσία στη Νάουσα ήδη από τον 17ο αιώνα. Η
ιταλική μορφή του επωνύμου και η εμφάνιση μελών της σε έγγραφα όπου συναντώνται
οικογένειες με δυτικά ονόματα ενισχύουν την πιθανότητα μιας παλαιότερης
δυτικής ή ιταλικής προέλευσης, χωρίς όμως τα διαθέσιμα στοιχεία να
επιτρέπουν ασφαλέστερο προσδιορισμό της καταγωγής τους.
–1658. Ο
ιερέας Νικόλαος Μπρούτος υπογράφει χρεωστική ομολογία των ιερέων της Παροικιάς
στις 31 Μαΐου 1658.
–1663. Δωρεά κληροδοτήματος
μοναχής Καλήστρατης στου πατέρες Ιησουήτες ARSI, Gallia
105, 1 φ. 457.
Εις δόξαν Χριστού αμήν 1663
ιούλιος 11.
Έστοντας και ποτέ λυρά
Καλήστρατη μοναχή και να αφήση δια την ψυχήν της στα μοναστήρια του αγίου όρους
ήγουν στην λάβραν και στην ασημόπετραν δυο σπιτια κατώγια με το εκλησιαδάκι του
μέγαν Ταξιάρχην και με τα δικαιώματά των απόξω από το υγιαλόν και να των αφήση
και 12 γρόσια να πλερόνουσι χαράτζι της αφεντίας και νάναι σήμερον 25 χρόνοι
και επέκεινα και κανείς από τα μοναστίρια να μην τα γυρέψουν μόνον εχαλασθήκασι
και αφτώονται και η εκκλησία να γίνη ωσάν αχούρι και ο κόσμος να πλερόνη τόσους
χρόνους τοχαράτζι και να ζημιονούμεθα εις τούτο εμάθαμε πως οι πατέρες οι γεζουίταις
(Ιησουήτες) θε να έρθουνε και κτίσουνε εδώ μοναστήρι δια την ψυχήν τως ήγουν ο
προεστώς πατέρας γάσπα εμανουήλ (Γασπάρο Εμμανουήλ) από την συντροφίαν του
Ιησού και να πάρη και άλλους τόπους εκέι κοντά εις τα άνωθεν χαλάσματα εις
τούτο εθελήσαμεν εμείς οι υποκάτωθεν υπογεγραμμένοι παπάδες και γέροντες και η
επίλοιπη κομουνιτά (κοινότητα) του καστελίου αγούση (Ναούσης) και δίνομεν του
αυτού πατέρα τα άνωθεν σπίτια και τα δικαιώματά τως όλα και δίνομεν τους και το
χαράτζι (κεφαλικός φόρος) γρόσια 12 δια
να μην τα χάνη η χώρα από την σήμερον να τα κτίση να τα κάμη ως θέλει και
βούλεται ωσάν καθολικά πράγματα εδικά του να τ’άχουσιν ως τον αιώνα του αιώνος
που να στέκη ο κόσμος και κανείς να μην τους τα πέρνη ποτέ και εμείς όλοι μας
να τους μαντινιέρωμεν (ιτ. =συντηρούμε) τους άνωθεν πατέρες σε παντοτινόν και
αναπαμένον ποσέσο (ιτ. =αναμφισβήτητη κατοχή).
Δια το αληθές γράφομεν και
ιδιοχείρος μας όσοι ξεύρομεν και όσοι δεν ηξεύρομεν βάνομεν άλλους να γράψουσιν
δια λόγου μας.
Παπα αντώνις στέργω τα άνωθεν
(δεν αναφερεται επωνυμο)
Σκελλάριος αγούσης
(Σακελλάριος Ναούσης) στέργω τα άνωθεν και επίτροπος
Παπα δημήτρις τριαντάφυλος
(Τριαντάφυλλος, πρώτη μαρτυρία) στέργω και επίτροπος
Παπα νικόλαος κρουτιανός
στέργω (Κορτιάνος, πρώτη μαρτυρία)
Παπα δημήτρις γαρατιάς στέργω
(ίσως Γρατσίας)
Πρωτόπαπας στέργω
Γαβριήλ ιερομόναχος στέργω
Γεώργις Μοσκωνάς στέργω
(Μοσχονάς, γνωστό από το 1639).
Ιωάννης σκουτάριος στέργω και
επίτροπος (πρωτη μαρτυρία)
Μαστρο γληγόρις μπηρμπηνιας στέργω και επίτροπος
(Πιρπινιάς ή Περπινιάς, μαρτυρείται από
το 1652)
Ανεγνώστης Σκορδήλης στέργω (Σκορδίλης, γνωστό από το
1606 )
Παπα Θεόδωρος στέργω
Κωνσταντής Μοστράτος στέργω
(μαρτυρείται από το 1658)
Παπα Τζάνες Καλέργης στέργω
(μαρτυρείται από το 1652)
Παπα Χριστόφορος στέργω
Γιαννούλης Μπρούτος στέργω
(μαρτυρείται από το 1658)
Νικόλα Μαραπότζο στέργω (πρώτη
μαρτυρία, γνωστό ως τον 19ο αι.)
Αποστόλης Ραγούσης στέργω
(μαρτυρείται από το 1501)
Ανδρέας Ακριβός στέργω
(μαρτυρείται από το 1613 μέχρι τον 18ο αι.)
Βασίλης Σαλονικαίος στέργω
(μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 18ο αι.)
Δημήτρης Μαλατέστας στέργω
(μαρτυρείται από το 1610)
Μιχέλης Ακριβός στέργω
(μαρτυρείται από το 1613 μέχρι τον 18ο αι.)
Γεώργις Πιρπηνιάς στέργω
(μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 19ο αι.)
Δομένεγος Μεδρινός στέργω
(Μενδρινός, μαρτυρείται από το 1610)
Τζόρτζης Μαρκαδιάντος στέργω
(Πρώτη αναφορά, γνωστό μέχρι τον 19ο αι.)
Νικόλας Κουρτιάνος στέργω
(πρώτη αναφορά)
Γεώργις Φωκάνας στέργω (ίσως
Φωκιανός)
Ανεγνώστης Μπελόνιας στέργω
(πρώτη αναφορά, γνωστό μέχρι τον 20ο αι.)
Γεώργις Μαλατέστας στέργω
Τζανίς Μαλατέστας στέργω
(γνωστό από το 1610)
Φρατζέσκος Καλέργης στέργω
(Καλλέργης, γνωστό από το 1652)
Ιωάννης Ραγούσης στέργω
(γνωστό από το 1501)
Ιωάννης Γρατσίας στέργω (πρώτη
μαρτυρία)
Γεώργιος Σαλονικαίος
(μαρτυρείται από το 1652 μέχρι τον 18ο αι.)
και νοτάριος του καστελίου Άγουσας (Νάουσας)
έγραψαμεν με θέλημα της κομουνιτάς και στερεώνω τα άνωθεν και τα όπισθεν.
–1663. Πωλητήριο οικίας Μοσκωνά στο μέσα Κάστρο
Ναούσης στον ηγούμενο Ιησουϊτών Νάξου Γάσπαρο Εμμανουήλ. ARSI, Gallia 105,
1φ. 458.
Εις το όνομα του Χριστού αληθινού Θεού αμήν. 1663
ιουλίου 18 στο καστέλι της άγουσας από το ένα μέρος ο αφέντης γεωργάκης
μοσκωνάς μαζί με την αρχόντισαν του κυράν μαρκέττα και από το άλλο μέρος ο
αιδεσιμώτατος πατέρας γάσπαρ εμανουήλ προεστώς της ρεζιδέντζας (ιτ. =κατοικίας,
μονής) της συντροφιάς του Ιησού στη ναξίαν και θεληματικώς του αυτού ανδρόγυνου
επούλησαν ένα σπίτι οπού το έχουσιν αγορασμένον από τον αφέντη μιχελάκη
πρωτόδικο καθώς φαίνεται από το γράμμα καμωμένον στην Παρκιάν στας 6 ιουνίου 1663
τοποθετημένον στο μέσα κάστρο της άγουσας σύμβιο το μισέρ γεώργη σαλονικαίου το
σπίτι και αποκάτωθε του σπιτιού του εμανουήλ ραγούση και όξω από το σπίτι
εκείνο και κάμεραν ακόμη επούλησεν και τον αέρα και αυλογυρησίαν οπού είχε
μεριά του γυαλού με το πηγάδι και πάσαν κομοδιτά και κάθε δικαίωματα ελεύθερον
και πάσαν κράτηξιν εξόχως από το χαράτζι της αφεντιάς γρόσια 8 ήγουν οκτώ. Και
την παρούσαν πουλησίαν κάμνουσιν το άνωθεν ανδρόγυνο του άνωθεν πατέρα δια
ρεάλια 70 .
Την αυτήν ημέραν έμπρωστεν εμού του ιδίου νοτάριου και
μαρτύρων το αυτό ανδόγυνο ήγουν αυθέντης ο γεωργάκης μοσκωνάς με την αρχόντισάν
τουεδώκασιν του αυτού πατέρα εμανουήλ από την σήμερον δονατζιόνε ίντερ δίδος
(λατ., ιτ.= την δωρεα) εκείνου και των διαδόχων του την κάναβα οπού έχουσι
σύμπλιο του άνωθεν πουλημένου σπιτιού και αέρα και αυλογυρισίν του με τα
δικαιώματα της αυτής κάναβας και με τον αέρα και ανώγι της πορτιανικής κάμερας
τον αέρα και κάθε δικαίωμα δια την ψυχήν των σίνωσι των άνωθεν πατέρων της
συντροφίας του Ιησού δια να κάμουν εκεί μοναστίρι με την κονδιτζιω (ιτ. =
προϋπόθεση) ετούτην αν ίσως και δεν θέλουσιν οι αυτοί πατέρες να κάμουσι
μοναστίρι να στρέψουν το άνωθεν σπίτι αγορασμένον και πηγάδι κάναβαν και
πορτινήν και κάμεραν με τα δικαίωματά τως στο άνωθεν ανδρόγυνο και εις τους
κληρονόμους των και δια βεβαίωσιν του άνωθεν χαρισμάτου και δονατζιώ εγίνηκε το
παρόν γράμα εις το οποίον υπογράφουσιν οι ευεργετάδες τάζοντας να το
μαντινιέρουν των πατέρων εναντίον εις καθενίς υποχρέωσιν ως άνωθεν και κοντάννα
(ιτ. = ποινή) αφεντίας ρεάλια 20 και όλα ελεύθερα και χωρίς άλλην κράτηξιν παρά
γρόσια 8 κράτηξιν της αφεντίας.
Γεώργιος Μοσκωνάς στέργω τα άνωθεν για λόγους μου και
για την γυναίκα μου Γάσμαρ Εμανουήλ προεστός και στέργω και ατζετάρω την άνωθεν
πουλησίαν.
Γεώργις Μαρκαδιάντος, Μπερτουμίς Μπρούτος, Γεώργις και
Κωνσταντή Φωκιανού, Γεώργις Σαλονικαίος και νοτάριος (ιτ. =συμβολαιογράφος) του
καστελίου άγουσας (Νάουσας) με θέλημα των δύο μερίδων έγραψα και μαρτυρώ.
Τζουάνες Γεράρδης, Νικηφόρος Γεράρδης, Νικόλας
Ραγούσης μαρτυρούμε τα άνωθεν.
–1740. Σε
έγγραφο του 1740 της οικ. Βατιμπέλλα αναφέρει "Νήσος Πάρος Καστελιω εις τα
1740 νέο 3 Ιανουαρίου ημέρα Κυριακή και ώρα 3 της ημέρας. Ήλθασι εις την Νάουσα
τέσσερις λεβέντες αρματωμένοι από το μπαστιμέντο του Καπετάν Φραγκίσκου Μαρία
κοματάντε μίαν πουλάκα αρματωμένη εις την αμάχη με πατιέρα της Μάλτας οι
άνθρωποι όπου ήλθαν ήτον ένας σαρτζελτές, το όνομά του Μπορταλαμαίος, με άλλους
τρείς αρματωμένους και ερισαλτάρασι με δύναμιν των αρμάτων των επάνω εις το
σπίτι του Σιόρ Κονσούλου των Εγγλέζων ονοματισμένος Σιόρ Νικολός Βατιμπέλλας.
Και αυτός θεωρόντας του με τα άρματα και ξεσαθωμένοι εσφαλίκτη μέσα εις την
κάμαράν του και αυτοί ψάχνοντας του και τον έβγαλαν από μέσα, τον εκατέβασαν
κάτω σύροντας τον ώσαν κατάδικον και τα κοπέλλια του θεωρόντας την τόσην
καταδίκην όπου του έκανα, αρμπούρισαν την παντιέρα του Βασιλέως της Εγγλιτέρας
διά να διαφεντευθή και εφανέρωσαν και την διαφέντευσιν του Βασιλέως της
Φράντζας δια τα καλά μέριτα του μακαρίτη πατρός του εφανέρωσαν και τις
διαφέντεψες ιδικές των και με όλα αυτά από τον νούν των δεν επέρασαν μόνον το
επήραν ως κατάδικον ξεσκισμένον και τον επήγαν ξεσπαθωμένοι μέσα εις την Παρκιά
και εγύρευσαν καιρόν να τον σκοτώσουν, μα τον ακολούθησαν κόσμος πολύς και δεν
ευρίσκαν άδειαν να κάμουν την όρεξιν τους, και πηγαινάμενοι εις την Παρκιάν αν
δεν ήθελεν ευρεθή εις το Πόρτο ο Καπετάν Λούης Γζιπέτρος από το Σαν Τραπέ και ο
καπετάν Αντώνιος Μαρτίν από το Σαν Τραπέ καπετάνιος εις ένα καράβι και ο
καπετάν Κάρλος και ο καπετάν Τζουάνες αν ήθελαν λείψει αυτοί δεν ηξεύρομεν το
τέλος όπου είχαν να πράξουν χωρίς κανένα νιτερέσσο και εις τούτο δίνομεν την
παρόν μαρτυρίαν εις την ψυχήν μας πως τα είδαμεν με τα μάτια μας και
υπογράφουμεν εις βεβαίωσιν. Το σφραγίζομεν και με την σραγίδα της κοινότης μας.
Οικονόμος
Νάουσας μαρτυρώ, Σακελάριος Νάουσας μαρτυρώ, Σκευοφύλαξ Νάουσας μαρτυρώ, ο
Προηγούμενος του Βατοπεδίου Αθανάσιος μάρτυς, Αρχιδιάκως Νεόφυτος Βατιμπέλλας
μαρτυρώ ως είδα, Λοΐζος Τζιμπέρ μάρτυς. Γεώργιος Βιτσαράς μάρτυς, Γεώργιος
Μαρμπαρήγος μάρτυς, Σακέλιως Ναούσης μαρτυρώ, Παπά Φραντζέσκος Νταβερώνας
μαρτυρώ, Παπά Μαρίνος Ραγγούσης μαρτυρώ, Γεώργιος Νταμιραλής μαρτυρώ, Ιωάννης
Τριαντάφυλλος Μαρτυρώ, Κωνσταντίνος Βατιμπέλας μαρτυρώ, Δημήτριος Αυλωνίτης
μαρτυρώ, Νικόλαος Λευκαρός μαρτυρώ. Εγώ Νικολός Κανάλες μαρτυρώ, Κωνσταντίνος Σκορδίλης,
Ανδρέας Βιτσαράς μαρτυρώ, Ιωάννης Μπρούτος, Τζάνες ο Καλλέργης Καντζιλάριος
Ναούσης πιστώς γέγραφα"
–1779. Σε
έγγραφο Μυκόνου στις 25 Νοεμβρίου 1779 αναφέρεται ο παριανός μοναχός Τιμόθεος
Προύτος (Μπρούτος).
–Μυκονιάτης: Το επώνυμο Μυκονιάτης
είναι πατριδωνυμικό και δηλώνει άνθρωπο καταγόμενο από τη Μύκονο. Τέτοια
επώνυμα δεν σημαίνουν απαραίτητα κοινή συγγένεια όλων όσοι τα έφεραν, καθώς
αρχικά μπορούσαν να λειτουργούν ως προσδιορισμός της καταγωγής και αργότερα να
μετατραπούν σε παρατσούκλι και τελικά σε οικογενειακό επώνυμο.
Η πρώτη
γνωστή μαρτυρία
Η οικογένεια
μαρτυρείται στη Νάουσα ήδη το 1721, όταν αναφέρεται ο Μαρίνος
Μυκονιάτης, σύζυγος της Ζαμπίας, κόρης του Αλέξανδρου Νταμία. Η σχετική
αναφορά καταγράφεται σε έγγραφο της 9ης Ιανουαρίου 1721.
Η παρουσία
του Μαρίνου Μυκονιάτη στη Νάουσα αποτελεί σαφή ένδειξη ότι ένας άνθρωπος με
καταγωγή από τη Μύκονο είχε εγκατασταθεί στην Πάρο στις αρχές του 18ου
αιώνα.
Μια
οικογένεια με μυκονιάτικη καταγωγή
Η
συγκεκριμένη μαρτυρία είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθώς το ίδιο το επώνυμο
διατηρεί τη μνήμη της αρχικής πατρίδας του φορέα του. Με τα διαθέσιμα στοιχεία,
ο Μυκονιάτης της Νάουσας αποτελεί μία από τις χαρακτηριστικές
περιπτώσεις οικογενειών που εγκαταστάθηκαν στην Πάρο και διατήρησαν ως επώνυμο
τον τόπο της προηγούμενης καταγωγής τους.
–1721. Μαρίνος
Μυκονιάτης, συζ. Ζαμπίας Αλ. Νταμία (Νάουσα, 9 Ιαν. 1721). Ο Ηγούμενος των Αγίων Αποστόλων το 1721 Άνθιμος Βήσας ήταν θείος της
«Ζαμπιδάκης θυγατέρα του Αλέξανδρου Νταμία και γυνής του Μαρίνου Μυκονιάτη».
–Μυλαίος:
Βλέπε Μηλαίος
–Μύλας: Βλέπε Μήλας
–Μυλούτσος:
Μικρασιάτης κάτοικος Ναούσης
–Μυλωνάς: Το επώνυμο Μυλωνάς
είναι επαγγελματικό και προέρχεται από το επάγγελμα του μυλωνά, δηλαδή
του ανθρώπου που εργαζόταν σε μύλο. Με τον χρόνο, το επαγγελματικό προσωνύμιο
έγινε οικογενειακό επώνυμο.
Η παρουσία
στην Αντίπαρο
Ο
παλαιότερος μέχρι σήμερα γνωστός κλάδος φαίνεται να συνδέεται με την Αντίπαρο.
Το 1875 αναφέρεται ο Αντώνιος Μυλωνάς του Σπυρίδωνα, κάτοικος
Αντιπάρου, ενώ το επώνυμο καταγράφεται και σε έγγραφο του 1902.
Στις αρχές
του 20ού αιώνα η οικογένεια συνεχίζει να εμφανίζεται στην Αντίπαρο, με αρκετά
μέλη να ακολουθούν το επάγγελμα του ναυτικού. Μεταξύ αυτών είναι ο Βασίλειος
Μυλωνάς του Αντωνίου (1909), ο Νικόλαος Μυλωνάς του Αντωνίου (1915)
και ο Σπύρος Μυλωνάς του Δημητρίου (1920).
Η οικογένεια
στην Πάρο
Παράλληλα,
κλάδος της οικογένειας εμφανίζεται στην Παροικιά. Το 1897
γεννιέται ο Σπύρος Μυλωνάς του Αντωνίου, ναυτικός, ενώ το 1946
καταγράφεται και πάλι στην Παροικιά.
Οι
μεταγενέστερες καταγραφές σε Αντίπαρο και Παροικιά δείχνουν ότι το επώνυμο
παρέμεινε ενεργό και στις δύο πλευρές του στενού, με οικογένειες που συνδέονταν
ιδιαίτερα με τη ναυτική ζωή.
Μια
οικογένεια με αντιπαριώτικο πυρήνα
Με βάση τα
διαθέσιμα στοιχεία, οι Μυλωνάδες φαίνεται να έχουν έναν παλαιότερο
πυρήνα στην Αντίπαρο, από όπου κλάδος τους μετακινήθηκε και
εγκαταστάθηκε στην Παροικιά. Το επώνυμο, καθαρά επαγγελματικής προέλευσης,
διατηρήθηκε στην περιοχή τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα.
–1875. Στον εκλογικό
κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το
1875 κάτοικος Αντιπάρου Μυλωνάς Αντώνιος του Σπυρίδωνα, συνταξιούχος.
–1897. Το 1897 γεννιέται ο Μυλωνάς Σπύρος του
Αντωνίου ναυτικός κάτοικος Παροικιάς.
–1911. Το 1911 γεννιέται ο
Μυλωνάς Γρηγόριος του Δημητρίου, ναυτικός, κάτοικος Αντιπάρου.
–1902. Σε
έγγραφο του έτους 1902 αναφέρεται το επώνυμο Μυλωνάς.
–1909. Στον εκλογικό
κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το
1909 κάτοικος Αντιπάρου Μυλωνάς Βασίλειος του Αντωνίου ναυτικός.
–1915. Στον εκλογικό
κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το
1915 κάτοικος Αντιπάρου Μυλωνάς Νικόλαος του Αντωνίου ναυτικός.
–1920. Στον εκλογικό
κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το
1920 κάτοικος Αντιπάρου Μυλωνάς Σπύρος του Δημητρίου ναυτικός.
–1930. Σε εκλογικό κατάλογο Αντιπάρου
του 1952 διαγράφεται η Καλομοίρα Μυλωνά όνομα συζύγου Αντώνιος, όνομα πατρός Β.
Αδαμόπουλος, κάτοικος Αντιπάρου, έτος γέννησης 1930.
–1946. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1946
υπάρχει εγγεγραμμένος ο Μυλωνάς Σπύρος του Αντωνίου ναυτικός κάτοικος
Παροικιάς.
–1950. Σε εκλογικό
κατάλογο Αντιπάρου στις 2 Σεπτεμβρίου 1950 υπάρχει εγγεγραμμένη η Μυλωνά
Καλομοίρα, όνομα συζύγου Αντώνιος, όνομα πατρός Β. Αδαμόπουλος.
–1950. Σε εκλογικό
κατάλογο Αντιπάρου στις 2 Σεπτεμβρίου 1950 υπάρχει εγγεγραμμένη η Μυλωνά Μαρία,
όνομα συζύγου Σπύρος, όνομα πατρός Ι. Αναγνώστου.
–1950. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς του 1950
είναι εγγεγραμμένη η Μουρλά Μοσχούλα
όνομα συζύγου Γεώργιος, όνομα πατρός Δημήτριος Μυλωνάς κάτοικος Κοιν.
Παροικιάς.
–Μυτιληναίος: Η οικογένεια
μαρτυρείται στη Νάουσα ήδη από το 1741, όταν σε προικοσύμφωνο της 7ης
Φεβρουαρίου αναφέρεται ο Κωνσταντής Μυτιληναίος, ως γείτονας ακινήτου
στον Χάνδακα της Νάουσας.
Οι
Μυτιληναίοι ως πρόσφυγες
Ιδιαίτερα
σημαντικές είναι οι μαρτυρίες του 1829, καθώς το επώνυμο εμφανίζεται
στις απογραφές προσφύγων τόσο των Λευκών όσο και της Νάουσας. Στις
Λεύκες καταγράφονται ο Κυριάκος Μυτιληναίος, 36 ετών, εργάτης, και ο Δημήτριος
Μυτιληναίος, 28 ετών, άνεργος, μαζί με τα παιδιά του. Στη Νάουσα αναφέρεται
ο Γρηγόρης Μυτιληναίος, 46 ετών, ναυτικός, μαζί με τη σύζυγό του
Δεσποινούλα.
Οι
καταγραφές αυτές δείχνουν ότι στις αρχές του ελληνικού κράτους υπήρχαν στην
Πάρο οικογένειες Μυτιληναίων προσφύγων, πιθανότατα προερχόμενες από τη
Μυτιλήνη ή τη Λέσβο.
Η συνέχεια
της οικογένειας
Η παρουσία
του επωνύμου συνεχίζεται στη Νάουσα και μετά την περίοδο των προσφύγων. Το 1834
αναφέρεται σε έγγραφο ο Νικόλαος Κομνηνός Μυτιληναίος, επιβεβαιώνοντας
τη συνέχιση της παρουσίας του επωνύμου στην Πάρο.
Τα στοιχεία
δείχνουν, επομένως, ένα παλιό πατριδωνυμικό επώνυμο, που συνδέθηκε με
ανθρώπους μυτιληνιακής καταγωγής οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Πάρο, με
ιδιαίτερη παρουσία στη Νάουσα και τις Λεύκες.
–1741. Σε
προικοσύμφωνο της Νάουσας 7 Φεβρ. 1741 «Το σπίτι έχει γονικόν κείμενον εις τον
Χάνδακα [γειτονιά της Νάουσας], πλησίον Χρουσάκι Μοσχονά και Κωνσταντής
Μυτιληναίος».
–1829: Σε απογραφή προσφύγων
των Λευκών του 1829 αναφέρεται ο Κυριάκος Μυτιληναίος 36 ετών εργάτης.
–1829: Σε απογραφή προσφύγων
των Λευκών του 1829 αναφέρεται ο Δημήτριος Μυτιληναίος 28 ετών άνεργος, η κόρη
του … Μυτιληναίου και ο γιός του … Μυτιληναίος 1 έτους.
–1829: Σε απογραφή προσφύγων
της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Γρηγόρης Μυτιληναίος 46 ευτών ναυτικός και η
σύζυγός του Δεσποινούλα Μυτιληναίου.
–1834. Σε
έγγραφο Νάουσας 26 Νοεμ. 1834 «Νικόλαος Κομνηνός Μυτιληναίος».
–Μωραΐτης ή Μήτρου: Το επώνυμο Μωραΐτης
είναι πατριδωνυμικό και δηλώνει καταγωγή από τον Μοριά. Το αρχικό οικογενειακό
επώνυμο Μήτρου ή Μήτρος απαντά παράλληλα με τον τύπο Μωραΐτης. Επειδή
όμως το επώνυμο μαρτυρείται στην Πάρο ήδη πριν από τα Ορλωφικά, δεν είναι
ασφαλές να θεωρηθούν όλοι οι παριανοί Μωραΐτες απόγονοι ενός και μόνο κλάδου.
Οι
παλαιότερες μαρτυρίες
Ήδη το 1652
αναφέρεται ο Νικολός Μωραΐτης του Τζάνε στη Νάουσα, ενώ το 1743 απαντά
Μωραΐτης σε προικοσύμφωνο των Λευκών. Οι αναφορές αυτές προηγούνται της
εγκατάστασης Αρκάδων στην Πάρο μετά τα Ορλωφικά και δείχνουν ότι το επώνυμο
είχε ήδη παρουσία στο νησί.
Ο κλάδος
Μήτρου – Μωραΐτη
Από το 1770
αναφέρεται ο Ιωάννης Μήτρος ή Μήτρου, για τον οποίο παραδίδεται ότι καταγόταν
από την Αρκαδία και εγκαταστάθηκε στην Πάρο μετά την αποτυχία της επανάστασης
των Ορλωφικών. Από το πατρωνυμικό του επικράτησε ο τύπος Μωραΐτης. Η
συγκεκριμένη παράδοση συνδέει την οικογένεια με την εγκατάσταση Πελοποννησίων
στην Πάρο, χωρίς όμως να αποδεικνύεται ότι ο κλάδος αυτός ταυτίζεται με όλους
τους παλαιότερους Μωραΐτες του νησιού.
Η οικογένεια
τον 19ο αιώνα
Κατά τον 19ο
αιώνα οι Μωραΐτες εμφανίζονται σε Νάουσα, Μάρμαρα, Μάρπησσα, Λεύκες και
Παροικιά. Προικοσύμφωνα, διαθήκες, κοινοτικά έγγραφα και εκλογικοί
κατάλογοι αποκαλύπτουν μια πολυπληθή οικογένεια με γεωργούς, κτηματίες,
εμπόρους, τεχνίτες, ναυτικούς και ιερείς. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικές είναι οι
αναφορές των ετών 1817–1831, που καταγράφουν συγγενικές σχέσεις, γάμους
και σημαντική ακίνητη περιουσία στα Μάρμαρα και τη Νάουσα.
Το 1829 ο
Δημήτριος Μωραΐτης καταγράφεται ως έμπορος στη Μάρπησσα, ενώ στη Νάουσα
καταγράφεται ο Πολυχρόνης Μωραΐτης με την οικογένειά του. Την ίδια εποχή
Μωραΐτες εμφανίζονται και μεταξύ των εκλογέων της Πάρου, γεγονός που δείχνει
την ήδη εδραιωμένη κοινωνική παρουσία του επωνύμου.
Η
οινοποιητική παράδοση
Η γνωστή
οικογένεια Μωραΐτη της Νάουσας συνδέεται ιδιαίτερα με την παριανή
αμπελουργία και οινοποιία. Το οινοποιείο ιδρύθηκε το 1910 από τον Μανώλη
Μωραΐτη, ο οποίος καλλιεργούσε δικά του αμπέλια και συγκέντρωνε σταφύλια
από ολόκληρη την Πάρο. Με δικό του καΐκι μετέφερε τα κρασιά του σε διάφορες
περιοχές της Ελλάδας.
Η δεύτερη
γενιά, με τον Θεόδωρο Μωραΐτη, συνέχισε την αμπελοκαλλιέργεια, την
οινοποίηση και την εμπορία και το 1967 προχώρησε στην πρώτη εμφιάλωση
κρασιού της οικογένειας.
Η νεότερη
πορεία
Από το 1980
η τρίτη γενιά ανέλαβε τη συνέχεια της οινοποιητικής δραστηριότητας,
εκσυγχρονίζοντας το οινοποιείο και επεκτείνοντας την καλλιέργεια των παριανών
αμπελιών. Σήμερα η οικογενειακή παράδοση συνεχίζεται από την τέταρτη γενιά,
με έμφαση στις γηγενείς ποικιλίες και στη διατήρηση του παριανού αμπελώνα.
Έτσι, οι
Μωραΐτες αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα παριανής οικογένειας με παλαιές
μαρτυρίες ήδη από τον 17ο αιώνα, παρουσία σε πολλές περιοχές της Πάρου και,
στη νεότερη εποχή, ιδιαίτερη συμβολή στην παράδοση της παριανής οινοποιίας.
–1652. Ίδρυση στην
Πάρο αγιοταφίτικου μετοχίου κατά το έτος 1652.
Της Πάρου αδελφάτα
«Χώρα Άγουσα»
+Νικολός Μωραϊτης του Τζάνε, η γυνή
Μαρκεζίνα.
–1743. Σε
προικοσύμφωνο Λευκών της 5ης Νοεμ. 1743 «και αυτό εδικόν του σύμπλιος Ιωάννης
Μωραΐτης).
–1770. Έτος
1770, ο γενάρχης της Πάρου λεγόταν Ιωάννης Μήτρος ή Μήτρου, αλλά επεκράτησε το
πατρωνυμικό του: Μωραΐτης. Ο Δημήτρης Δημητρακόπουλος γνήσιο τέκνο της
Αρκαδίας, είχε γεννηθεί στην Αλωνίσταινα, γενέτειρα της μητέρας του Θεοδώρου
Κολοκοτρώνη, της Ζαμπίας Κωτσάκη. Σήμερα ανήκει διοικητικά στην επαρχία
Μαντινείας. Από το χωριό του ο Δημητρακόπουλος αναγκάσθηκε να εκπατριστεί μετά
την αποτυχούσα επανάσταση του Ορλώφ (1770) και να καταφύγει στην Πάρο μαζί με
άλλους συμπατριώτες του, που σήμερα φέρουν τα επώνυμα Μωραΐτης, Τριπολιτσιώτης
Γραμματικόπουλος, Ασπρόπουλος κ.α.
–1802. Σε έγγραφο βόρια της Αγκαιριάς αναφέρεται, Λεύκων 28 Σεπτ. 1802 «και
δώνει ο κυρ Γεώργης του αδερφούν του Θωμά το χωράφι οπού έχει εις το Καμπί
σύμπλιος Μήτρος Μωραΐτης και Γιάννης Τηγάνας».
–1817. Ο απόγονος της οικογένειας
Παπαδόπουλος, έδωσε την εκκλησία ως προίκα στον γιό του, που νυμφεύτηκε την
Όρσα κόρη του Κωνστα Μωραΐτη στη Νάουσα, σύμφωνα με το προικοσύμφωνο Ναούσης
της 28 Οκτωβρίου 1817.
–1820. Σε προικοσύμφωνο στις 11 Ιανουαρίου 1820
αναφέρεται η κυρία Μαργαρίτα γυνή του πάλε ποτέ Ιωάννη Μπελόνια και ο γιός της
Γεώργιος Μπελόνιας, από το έτερο μέρος η Παναγιώτα γυνή ποτέ Νικολάου Μωραΐτη
έχοντας θυγατέρα ονόματι Ελισάβετ. Αναφέρεται επίσης ο Ιωάννης Μωραΐτης
με χωράφι στα Πρωτόρια». «Μαργαρίτα ποτέ Ιωάννη [Μ]πελώνια και Ελισάβετ Ν. Μωραΐτη». «Η
Μαργαριταράκη, σύζυγος του μακαρίτη Ιωάννη Μπελώνια δίδει στον γιό της μιαν
εικόνα τον Άγιον Ιωάννην¨Και η Παναγιώτα, σύζυγος του μακαρίτη Ν. Μωραΐτη δίδει
στην κόρη της Ελισάβετ δια προίκα ένα εικόνισμα τον Άγιο Παντελεήμονα» (ΓΑΚ,
κωδ. 214, 41-50)
–1820. Σε έγγραφο του χωριού Κεφάλου
(Μάρμαρα) προς τον υπουργό της θρησκείας σχετικά με τον Άγιο Αντώνιο «Ελάβομεν
την διαταγήν του Ιερού Υπουργείου της θρησκείας διορίζουσαν τον Κύριον Στέφανον
Μαυρογένην προστάτην του μεγάλου Αντωνίου και τον κύριον Αθανάσιον Ιεροκήρυκα,
ηγούμενον τούτου διά να συνάγουσιν όλα τα εισοδήματα και να υποσυρθή εις τα
ίδια ο σκευοφύλαξ των χωριών Κεφάλου όστις πρότερον εδιωρίσθη ηγούμενος τούτου
παρά του αυτού Ιερού υπουργείου βλέπομεν ότι το υπουργείον της θρησκείας ενασχολούμενον
εις αναγκαιοτέρας υποθέσεις δεν δύναται να εξετάση ακριβώς την αλήθειαν. Η
Κυρία Μαδώ του Μαυρογένη διά αναφοράς της ηπάτησε το υπουργείον τούτο λέγουσα
ότι είναι κτήμα πατρικόν της εις τα συγκίλια τούτου με το από ΄κτήμα πατρικόν
της είς της κοινότητος τούτο το μοναστήριον πρό χρόνων το εκαταξουσίαζεν
δυναστικώς η Δόμνα του Μαυρογένους, ως εκ τούτου εφαντάζετο η απόγονος της ότι
είναι κτήμα πατρικόν των ημείς λοιπόν, σεβασμιώτατε, δεν ημπορούμεν να
αποχωρίσωμεν το δίκαιον της κοινότητος αλλά θέλουμεν να δικαιολογηθούμεν προς
το Ιερόν τούτο υπουργείον καθώς και ο ίδιος παραστάτης μας θέλει σας
πληροφορήσει όλην την αλήθειαν δια να μην απατάται και διατάττει τοιαύτας
επιταγάς παρακαλούμεν λοιπόν να μη νομίσητε τούτο μας το φέρσιμον απείθειαν
προς την σεβαστήν διοίκησιν μένομεν με όλον το σέβας. Τη 20 Οκτωβρίου 1823 των
χωρίων Κεφάλου. Υπογράφει ο κάτοικος Μαρμάρων Νικόλαος Μωραΐτης κ.α. (Τ.Σ.
ΠΑΡΟΣ ΜΑΡΜΑΡΑ 1820) (Γ.Α.Κ.).
–1820. Προικοσύμφωνο Νικολάου Μωραΐτη
και Κατερινακίου Κονταράτου (Μάρμαρα, 3 Νοεμβρίου 1820).
«εις δόξαν Χριστού αμήν του αγίου
ενδόξου μεγαλομάρτυρος Προκοπίου.
+ Έθος παλαιόν επεκράτησεν και νόμος
εδόθη παρά Θεού Παντοκράτορος, έφησε Παύλος το της Εκκλησίας εδρέωμα, εθέσπισαν
οι θεοφόροι πατέρες συμφωνίας υπανδείας και καθαρόν συνοικέσιον, καθώς ορίζει η
αγία καθολική εκκλησία. Ούτω σύν Θεώ αγίω ερχόμενα τα δύο μέρη, το ένα μέρος ο
παπα –κύρ Κωνσταντίνος Γεμελιάρης και το έτερον μέρος ο κύρ Δημήτριος Μωραΐτης,
διά να λάβη ο υιός του Νικολάκης την ανεψιάν του παπά ονόματι Κατερινάκη διά
γυναίκαν του νόμιμον και ευλογητικήν του, και διό γράφει ο παπά –κύρ Κωνσταντίνος
την εικόνα του Τιμίου Σταυρού, τα εισόδια της Θεοτόκου και τα επίλοιπα τα όσα
της ευρέθησαν τα γονικά της, τα οσπίτια της καθώς ευρίσκονται τα γονικά της με
τους αέρηδες τους και με ταις τοποθεσίαις τους, από συρμή του οσπιτίου τρείς
κασέλαις, ένα τραπέζι, δύο καρέγλαις μακριαίς και μικραίς, τέσσερα δακτυλίδια
μαλαγματένια, ένα κορδόνι μαλαγματένιο με κορφή, ένα λαιμόν ποτόνια με ένα
σταυρόν, μίαν φορεσιάν ρούχα ατλαζένια, άλλην φορεσιά παρακατιανή, τέσσερα
ζευγάρια σεντόνια με πλεκτά και δύο σκλέτα, και πέντε κουρτούναις, ένα στρώμα
γεμάτον με μαλλί και ένα ψιδί και παννί πήχες: 53: πετζέταις: 12: ένα
ταβλομάντηλον, τέσσεις νιφτόμπολαις, μίαν τουζίνα πιάτα εγγλέζικα και άλλην μίαν χοντρά, ένα
καντηλιέρι πρού ζινον από δε τα υποστατικά, το χωράφι εις τον Τίμιον Σταυρόν
σύμλιος ο άνωθεν παπάς, έτερον χωράφι εις το ομοίον μέρος πλησίον Μαργαριταράκη
Μπιάζενα (Βιάζη), ένα λιβαδάκι πλησίον Αντωνάκης Ραγκούσης, ένα εξαμπέλισμα
στην Κολυβού πλησίον Κωνσταντίνος Σιφάκης, το χωράφι εις την Σκαμνιάν πλησίον η
κυρά – Μαργαριταράκη Μπιάζη, το χωράφι εις τον Πλακωτόν πλησίον Μανολιός
Άγουρος, το χωράφι εις τον Άγιον Βασίλειον πλησίον ο αυτός τις μάνδραις με το
αλώνι, ένα χωράφι εις τον Άγιον Βασίλειον πλησίον ο παπάς, το χωράφι εις τους
Μαγιαλούπους πλησίον Δημήτρης Στέλλας ένα αμπέλι όπου είναι εις την Γλυφάδα
(Γλυφάδες) πλησίον Μαρουσάκη Μπελέγρα χωράφι εις ταις Αγκαθιαίς πλησίον Γεώργης
Φιλίνης μίαν ελαίαν εις τον Άγιον Ιωάννης της κερά Αντριάνας τέσσερα χαρανιά
μικρά και μεγάλα δύο τηγάνια, έξε τζάραις, ένα ξυλοβούτζι, δύο βουτζά του
κρασιού μίαν κρεβαταριάν, τέσσερεις απλάδεναις μεγάλες.
Από δε το έτερο μέρος ο κυρ Δημήτριος
δίδει του υιού του Νιολάκη την εικόνα του Αγίου Βασιλείου, τα οσπίτια της
μητρός του καθώς ευρίσκονται, το χαρανί της ρακής: 8 τζάραις, ένα βουτζί, δύο
ζευγάρια σεντόνια με τα πλεκτά, τρία ζευγάρια σκλέτα, τρείς κουρτούναις, δύο
μοναίς και η άλλη μεταξωτή, ένα στρώμα γεμάτον και μίαν μαξελάραν, ένα πάπλωμα
καινούριον, δώδεκα πετζέταις φίναις, ένα τραπεζομάντιλον φίνον και έτερον
χοντρό ένα ζευγάρι σκολαρίκια μαλαματένια, δύο δακτυλίδια μαλαματένια, ένα
ζευγάρι σκολαρίκια μαλαματένια, δύο δακτυλίδια μαλαματένια, ένα ζευγάρι
φιούμπες ασημένιαις: 14 κουμπιά ασημένια, δύο ασημένια πιρούνια, μίαν τουζίνα
μαχαιροπίρουνα, μίαν πιάτα και πέντε αλάδεναις, δύο καντηλιέρια, μία κασέλα
καρυδένη από δε τα υποστατικά, το χωράφι εις τον Σχίνον, πλησίον Μανολιός
Άγουρος, το εξαμπέλισμα εις την Ευαγγελίστρα, πλησίον καπετάν Δημητρακης, το
λιβάδι εις τον Βρόντα πλησίον ο αυτός αποθανόντας του, ένα χωράφι εις τα
Φυρόγια πλησίον Μανολιός Άγουρος, άλλο χωράφι εις τον Κάψαλον πλησίον Άγιος Αντώνιος
δέκα κεφάλια πρόβατα, ένα βόδι, και μίαν αγελάδα, την μάνδρα την αξεστέαστην
πλησίον Αννάκη του Μανολιού. Ταύτα πάντα και την ευχήν των γονέων τους έτι του
δίδει και μετρητά γρόσια: 500: δίδει της και ο πάρπα της ο παπά κύρ
Κωνσταντίνος: 1000.
Κωνσταντίνος ιερεύς Κομπαδάκης
Έγραψα το παρον και πιστώς μαρτυρώ.
–1824. Διαθήκη
του Νικολάου Σταμάτη Μωραΐτη (Παρ. 31 Ιαν. 1824).
–1826. Στις
21 Απριλίου 1826 ο ιερέας Γεώργιος Μωραΐτης, πατέρας της Χρυσούλας Μωραΐτου,
συζύγου του Νικολάου Ιορδάνη αναφέρεται σε έγγραφο Παροικιάς. Ο εντιμότατος
Άγιος οικονόμος Παροικιάς Ιορδάνης, Παύλος Ιορδάνης, Ιωάννης Ιορδάνης, και
Πέτρος Ιορδάνης είναι οι υιοί της Χρυσούλας συζύγου Νικολή Ιορδάνη και κόρη του
παπά Γιώργη Μωραΐτη.
–1826. Σε
συμβιβαστικό έγγραφο στις 4 Ιουλίου 1826 αναφέρεται η Σταμάτα γυνή Ελευθερίου
Μωραΐτη και αδερφή του Φραγκούλη Θηβαίου.
–1827. Στο
προικοσύμφωνο του Ιωάννου Ελευθέριου Μήτρου και της Καλής Δ. Καρποδίνη (Νάουσα,
28 Μαΐου 1827) ο μαστρο Λευτέρης, γιός του αποθανόντος Ιωάννη Μήτρου Μωραΐτη.
«δίδει του υιού του εντιμοτάτου σκευοφύλακος παπα Νικόλα (Μήτρου), τα οσπίτια
όπου έχει εις την ρούγαν του Θεολόγου». «Ο μαστρο Λευθέρης, γιός του
αποθανόντος Ιωάννου Μήτρου (Μωραΐτη) προσφέρει στον γιό του Ιωάννη δια χάριν
προικός μίαν εικόνα το Ρόδον το αμάραντον οπού να την εορτάζουν διά ψυχικήν
τους σωτηρίαν, έτι του δίδει ένα σταυρόν χρυσόν καλαμουκανάτον» «και το Ερηνιό,
σύζυγος του Δημητρίου Καρποδίνη δίδει στην κόρη της Καλή δύο εικονίσματα, την
Κυρία Φανερωμένη και τον Μέγα Ταξιάρχη να τα εορτάζει διά ψυχικήν της σωτηρία».
(ΓΑΚ κωδ. 213, 49v)
–1829. Σε
έγγραφο της Εκατονταπυλιανής «Εν Παροικία της Πάρου» την 19 Μαΐου 1829
αναφέρονται οι εκλογείς της επαρχίας Πάρου και Αντιπάρου: Αθανάσιος Μαύρος,
Μ.Μ. Μαυρογένης, Δημήτριος Καλαβρός, Νικ. Μαλατέστας, Ιω. Μεταξάς, Θ. Ρικιέρης,
Ιάκωβως Λουκής, Ν. Μωραΐτης, Μιχαήλ Τζιγώνιας, Ιω. Βαλσαμής, Ευστράτιος
Στάμενας, Ζέπος Δελαγραμμάτης, Ν. Κονταράτος, Ν. Ρούσσος, Γεώργιος …, Τζανής
Μάτζας, Δαμιανός Μπιάζης, Γεώργιος Βιτζαράς.
–1829. Σε απογραφή
προσφύγων το 1829 στον Τσιπίδο
(Μάρπησσας) αναφέρεται ο Δημήτριος Μωραΐτης 35 ετών έμπορος.
–1829. Σε απογραφή προσφύγων
της Νάουσας του 1829 αναφέρεται ο Πολυχρόνης Μωραϊτης 50 ετών γεωργός, η
σύζυγός του Γαρουφαλιά, ο γιός του Δημήτριος Μωραϊτης 15 ετών και ο γιός του
Χρήστος Μωραϊτης 10 ετών.
–1829. Ο ονομαστικός κατάλογος των μαθητών του Αλληλοδιδακτικού
Σχολείου της Νάουσας του σχολικού έτους 1829.
«Οι μαθητευόμενοι εις την Αλληλοδιδακτικήν Σχολήν της κομοπόλεως
Ναούσης»
Δημήτριος Μωραϊτης ετών 12.
–1829. Ως
μαθητές της Σχολής Ναούσης, αναφέρονται το 1829 ο Δημήτριος Μωραΐτης και ο Νικ.
Μωραΐτης.
–1831. Ο παπά
Φραγκίσκος Βατιμπέλας συντάσσει και υπογράφει προικοσύμφωνο του Νικολάκη
Μωραΐτη και Ειρηνακιού Μιχ. Μηλαίου, Μάρμαρα, 24 Φεβρουαρίου 1831.
–1831. Σε
έγγραφο του Παν. Δ. Δημητρακόπουλου στις 19 Οκτωβρίου 1831 αναφέρεις τον Μωραΐτη.
–1843. Σε
ονομαστικό κατάλογο των εκλογικών αποτελεσμάτων Νάουσας στις 27 Οκτωβρίου 1843
αναφέρεται ο Ελευθέριος Μωραΐτης.
–1844. Σε εκλογικό κατάλογο στις 18
Μαρτίου 1844, του Δήμου Νάουσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει εγγεγραμμένος ο
59χρονος αλιεύς Μωραΐτης Δημήτριος, ο 64χρονος κηπουρός Μήτρου Δουλφαίος
Μωραΐτης, ο 65χρονος εργάτης Ελευθέριος Μωραΐτης.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Μαρμάρων του 1847 είναι
εγγεγραμμένος ο 43χρονος γεωργός Αθανάσιος Μωραΐτης.
–1865. Το 1865 γεννιέται ο Μωραΐτης Δημήτριος του
Θεόδωρου ναυτικός κάτοικος κοιν. Νάουσας. Απεβίωσε το 1949.
–1875. Σε
εκλογικό κατάλογο του 1875, του Δήμου Μάρπησσας (της επαρχίας Νάξου), υπάρχει
εγγεγραμμένος ο Μωραΐτης Μιχαήλ του Αθανασίου 27 ετών εργάτης από τα Μάρμαρα.
–1883. Σε
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1883, υπάρχει εγγεγραμμένος ο Μωραΐτης
Νικόλαος του Θεόδωρου, 39 ετών, παπουτσής, κάτοικος Σύρου.
–1885. Σε
εκλογικό κατάλογο της Νάουσας του 1885, υπάρχουν εγγεγραμμένοι οι, Μωραΐτης
Γεώργιος του Θεοδώρου, ετών 23, βαρελοποιός από τη Νάουσα, και ο αδερφός του Μωραΐτης
Νικόλαος του Θεοδώρου, ετών 31, υποδηματοποιός από τη Νάουσα, κάτοικος Σύρου.
–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Μιχαήλ Αθανασίου Μωραΐτης, ετών 50, ποιμήν, έγγαμος.
–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένη η Αριάδνη Μιχαήλ Μωραΐτη, ετών 50, οικιακά, έγγαμος.
–1903. Στα Δημοτολόγια του ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΠΗΣΣΗΣ στις 28 Νοεμβρίου 1903, είναι
εγγεγραμμένος ο Αθανάσιος Μιχαήλ Μωραΐτης, ετών 15, ποιμήν, άγαμος.
–1911. Αδερφοί
Θεοδ. Μωραΐτη, έμποροι στη Νάουσα το 1911.
–1912-1922. Ηρώο Μάρπησσας «Εν έτει 1929
ο Σύνδεσμος Μαρπησσέων Πάρου. Τοις Ενδοξως εν Πολέμοις πεσούσι 1912-1922
Μαρπησσέοις Αρχιλοχιταις» ΜΩΡΑΪΤΗΣ ΑΘ. Ν.
–1922. Η Μωραϊτη Ευτέρπη του Γεωργίου, γεννημένη το 1885 στην Κάτω Παναγιά ήρθε
στη Νάουσα το 1922 μετά την καταστροφή και δεν έχει καμία συγγενική σχέση με
την παλαιοτέρα οικογένεια Μωραϊτη της Νάουσας.
–1946. Σε εκλογικό
κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας στις 30 Απριλίου 1946, υπάρχει εγγεγραμμένος ο
77χρονος κάτοικος Νάουσας, Μωραΐτης Εμμανουήλ του Θεοδώρου, παντοπώλης, ο
81χρονος ναυτικός Μωραΐτης Δημήτριος του Θεόδωρου, ο 38χρονος κτηματίας
Μωραΐτης Θεόδωρος του Εμμανουήλ και ο 37χρονος ναυτικός Μωραΐτης Αθανάσιος του
Γεωργίου.
–1952. Σε
εκλογικό κατάλογο της Κοινότητας Νάουσας του 1952, υπάρχει εγγεγραμμένη η
Μωραΐτη Παρασκευή, όνομα συζύγου Αθανάσιος, όνομα πατρός Γρηγόριος
Μαλαματένιος.
–Μωράκης ή Μοράκης: Το
επώνυμο Μωράκης ή Μοράκης είναι παρωνυμικό, με υποκοριστική κατάληξη,
πιθανότατα σχηματισμένο από προσωπικό όνομα ή παλαιότερο παρωνύμιο.
Η οικογένεια μαρτυρείται
στην Αντίπαρο κατά τα μέσα του 20ού αιώνα. Το 1946 καταγράφεται ο Γεώργιος
Μοράκης του Θεοδώρου, γεννημένος το 1910, ναυτικός και κάτοικος Αντιπάρου.
Το 1950 εμφανίζεται η Άννα Μωράκη, σύζυγος Γεωργίου, ενώ την ίδια χρονιά
καταγράφεται η Φραγκώ Παλαιολόγου, κόρη του Θεοδώρου Μωράκη.
–1910. Γεννιέται ο Γεώργιος
Μοράκης του Θεοδώρου, ναυτικός, κάτοικος Αντιπάρου.
–1946. Στον εκλογικό
κατάλογο Αντιπάρου στις 30 Απριλίου 1946 υπάρχει εγγεγραμμένος ο γεννημένος το
1910 κάτοικος Αντιπάρου Μοράκης Γεώργιος του Θεόδωρου, ναυτικός.
–1950. Σε εκλογικό
κατάλογο Αντιπάρου στις 2 Σεπτεμβρίου 1950 υπάρχει εγγεγραμμένη η Μωράκη Άννα,
όνομα συζύγου Γεώργιος, όνομα πατρός Γ. Πατέλης.
–1950. Σε εκλογικό
κατάλογο Αντιπάρου στις 2 Σεπτεμβρίου 1950 υπάρχει εγγεγραμμένη η Παλαιολόγου
Φραγκώ, όνομα συζύγου Δαμιανός, όνομα πατρός Θ. Μωράκης.
–Μωτζάς ή
Ματζάς: ίσως παραφθορά του Μάτσας.
–1847. Στον εκλογικό κατάλογο Παροικιάς
(συμπεριλαμβάνεται και η Αντίπαρος) είναι εγγεγραμμένος ο 31χρονος γεωργός
Κωνσταντίνος Μωτζάς ή Ματζάς.
–Μώτος: Η οικογένεια Μώτου συνδέεται με τον Βροντάδο
της Χίου και από εκεί με τη Σύρο, όπου εγκαταστάθηκε κατά τον 19ο αιώνα. Η
χιώτικη καταγωγή της οικογένειας αναφέρεται και σε δήλωση κληρονομιάς του Πέτρου
Μώτου, αντιδημάρχου Ερμούπολης. Στους Νοταριακούς Κώδικες της Ερμούπολης το
επώνυμο δεν εντοπίζεται πριν από το 1822, γεγονός που τοποθετεί την
παρουσία της οικογένειας στη Σύρο στις πρώτες δεκαετίες της συγκρότησης της
Ερμούπολης.
Η πιθανή γενουατική σύνδεση
Έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι η παλαιότερη καταγωγή
της οικογένειας μπορεί να συνδέεται με τη γενουατική οικογένεια Motto, η
οποία αναφέρεται σε μεσαιωνικές γενουατικές πηγές. Η σύνδεση αυτή έχει
συσχετιστεί με τη μακρά παρουσία των Γενουατών στη Χίο, δεν αποτελεί όμως
τεκμηριωμένη γενεαλογική συνέχεια και επομένως πρέπει να αντιμετωπίζεται ως
υπόθεση.
Ο παριανός κλάδος
Ο παριανός κλάδος των Μώτων προέρχεται από τη Σύρο
και η παρουσία του στην Πάρο μαρτυρείται από τη δεκαετία του 1980. Η
οικογένεια εγκαταστάθηκε στη Νάουσα, όπου το επώνυμο Μώτος είναι γνωστό
και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, αποτελώντας έναν από τους νεότερους
οικογενειακούς κλάδους της περιοχής.
Για οικόσημα βλέπε εδώ…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου